Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Διεθνής κατάσταση: Αποκάλυψη ή επανεκκίνηση;



Τι μας περιμένει χρηματοπιστωτικά και πολιτικο-οικονομικά το 2016

του Ernst Wolff

Οι περισσότεροι άνθρωποι κυριαρχούνται αυτές τις μέρες που αλλάζει ο χρόνος, από ένα αίσθημα απροσδιόριστου φόβου για το μέλλον. Αισθάνονται ότι η κοινωνία μας έχει φθάσει σ΄ ένα σημείο, όπου δε μπορεί να συνεχιστεί αυτό που υπήρχε έως τώρα. Είναι, επομένως, καιρός να γίνει ένας απολογισμός και να προσδιοριστεί η κατάσταση.

Ο κόσμος στον οποίο ζούμε τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει ουσιαστικά. Το πιο αποφασιστικό σημείο καμπής ήταν η κρίση του 2007/2008. Μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες απορρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα, η αχαλίνωτη κερδοσκοπία οδήγησε σε τεράστιες φούσκες χρέους. Η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ, που λειτουργούσε μέσω πιστώσεων, άφησε να σπάσει μια από αυτές, ωθώντας στην καταστροφή μεγάλες διεθνείς τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες και κοντσέρν σε όλο τον πλανήτη.

Στη συνέχεια, οι επενδυτές που βρίσκονταν πίσω από αυτά τα ιδρύματα, εξανάγκασαν τους πολιτικούς να μην εκκαθαρίσουν τις χρεωκοπημένες επιχειρήσεις, αλλά κατά την πορεία της μεγαλύτερης αναδιανομής πλούτου [που έλαβε χώρα] στην Ιστορία της ανθρωπότητας, να τις διατηρήσουν στη ζωή με τη βοήθεια των φόρων. Στους εργαζόμενους, οι οποίοι είχαν αποκτήσει αυτά τα απαραίτητα ποσά για αυτό το «Bail-out» [1], τους ειπώθηκε ότι όλα αυτά συμβαίνουν προς όφελός τους, διότι οι διασωθείσες εταιρίες είναι «too big to fail» («πολύ μεγάλες για να αφεθούν να καταρρεύσουν»).

Παρ΄ όλο που οι πολιτικοί εκείνο το διάστημα υποσχέθηκαν σ΄ ό,τι έχουν ιερό να τιθασεύσουν τις χρηματαγορές ή τουλάχιστον να θέσουν σ΄ αυτές όρια, δεν συνέβη τίποτα: Το αντίθετο: Με το πρόσχημα ότι θέλουν να αναζωπυρώσουν την οικονομία, οι πιο σημαντικές κεντρικές τράπεζες στον κόσμο άρχισαν μετά την κρίση να τυπώνουν τεράστια ποσά χρημάτων και να τα διαθέτουν σε όλο και πιο χαμηλά επιτόκια σ΄ αυτούς που είχαν την ευθύνη για την κατάρρευση.

Αυτοί με τη σειρά τους δεν επένδυσαν το φθηνό χρήμα στην παραλυμένη οικονομία, αλλά στον πολύ επικερδή, όμως και ριψοκίνδυνο χρηματοπιστωτικό τομέα, συνεχίζοντας μάλιστα μ΄ αυτό τον τρόπο να τον διογκώνουν παραπέρα. Επειδή από το 2008 οι μεγάλοι επενδυτές μπορούν να είναι σίγουροι ότι σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης θα θεωρηθούν πάλι «too big to fail» και θα διασωθούν εκ νέου, η ετοιμότητα του ρίσκου τους είναι σήμερα μεγαλύτερη απ΄ ό,τι πριν το 2008.


Τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της τελευταίας κρίσης τις υφίστανται οι εργαζόμενοι

Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις επίσης της διάσωσης του 2007/2008 δεν χρεώθηκαν στους υπεύθυνους για αυτή την κατάσταση, αλλά μετακυλήθηκαν στους εργαζόμενους: Για να κλείσουν οι μαύρες τρύπες των κρατικών ταμείων που προέκυψαν από τη διάσωση των τραπεζών, οι εργαζόμενοι είναι αναγκασμένοι να υπομένουν μετά το ξέσπασμα της κρίσης στα πλαίσια της «πολιτικής της λιτότητας» μαζική ανεργία, χαμηλούς μισθούς και συντάξεις, υψηλότερους φόρους και μείωση των κοινωνικών παροχών. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι μια ασυγκράτητη αύξηση της κοινωνικής ανισότητας, η οποία στο μεταξύ έχει πάρει ιστορικές διαστάσεις: το 2015 λιγότεροι από εκατό άνθρωποι είχαν μεγαλύτερη περιουσία απ΄ ό,τι η μισή ανθρωπότητα.

Η πρακτική των κεντρικών τραπεζών να τυπώνουν χρήμα με συνεχή μείωση των επιτοκίων, έχει οδηγήσει σε όλο και μεγαλύτερες φούσκες στις αγορές μετοχών, ομολόγων και ακινήτων και σε μια πλήρη παραμόρφωση της οικονομικής πραγματικότητας. Αν παλιότερα οι αγορές αποτελούσαν ένα βαρόμετρο για την κατάσταση της πραγματικής οικονομίας, σήμερα κατά κύριο λόγο αντανακλούν το βαθμό χειραγώγησης μέσω των κεντρικών τραπεζών.

Ακόμη πιο δραματική είναι η εξέλιξη στον τομέα των παραγώγων (καθαρά χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματική οικονομία). Παρ΄ όλο που απείλησαν υπαρξιακά το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ήδη δυό φορές (το 1998 και το 2007/2008), ο όγκος τους (ο οποίος λόγω της ελλιπούς ρύθμισης μπορεί να υπολογιστεί μόνο κατά προσέγγιση) συνέχισε να αυξάνει, επομένως και το ενδεχόμενο διακινδύνευσης από το ξέσπασμα της τελευταίας κρίσης.


Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα μοιάζει μ΄ έναν ναρκομανή

Με τα μέτρα που πάρθηκαν για τη στήριξη του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος μετά το 2007/2008, προέκυψε μια εξάρτηση, που μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει ποτέ: Για να μην καταρρεύσουν οι αγορές μετοχών, ομολόγων και ακινήτων και παρασύρουν στο γκρεμό ολόκληρο το σύστημα, πρέπει στους επενδυτές να παρέχεται αδιάκοπα νέο χρήμα με όλο και πιο χαμηλά επιτόκια.

Είναι σαφές ότι η συνεχής αύξηση της ποσότητας χρημάτων θα οδηγήσει κάποτε αναγκαστικά στην πλήρη υποτίμηση του νομίσματος και επομένως σε έναν υπερπληθωρισμό. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για παράδειγμα, δεν επιμένει απλά σ΄ αυτή τη στρατηγική, αλλά αυτό μάλιστα το διάστημα την επεκτείνει. Ο λόγος για το ότι καθημερινά ρίχνει στο σύστημα 2 δισεκατομμύρια ευρώ, φωτίζει χαρακτηριστικά την κατάσταση του συστήματος: Χωρίς αυτή τη χειραγώγηση δεν μπορεί αυτό να διατηρηθεί στη σημερινή του μορφή.

Επειδή η μείωση των τόκων έχει φθάσει ήδη στο οριακό σημείο μηδέν και τώρα αρχίζει όλο και περισσότερο να διεισδύει στο φάσμα των αρνητικών τιμών, λαμβάνονται ήδη μέτρα για να αποκόψουν στους εργαζόμενους την απόσυρσή τους από το υφιστάμενο χρηματικό σύστημα: Ο δραστικός περιορισμός των συναλλαγών σε μετρητά και η σχεδιαζόμενη απαγόρευση σε μετρητά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά φραγμοί που εγείρονται για να αποτραπεί μια διαφυγή μεγάλης μάζας από τους τραπεζικούς λογαριασμούς σε μετρητό χρήμα.

Επίσης το «Bail-in»(η προσέλκυση καταθέσεων από αποταμιευτές και μικρομετόχους σε περίπτωση χρεοκοπίας των τραπεζών), που ισχύει για όλες τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2016, στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προετοιμασία μιας εκτεταμένης απαλλοτρίωσης των εργαζομένων για την περίπτωση που οι τράπεζες πέσουν εκ νέου έξω κατά την κερδοσκοπία τους στις χρηματαγορές.

Εφτά χρόνια μετά την κρίση του 2008, το έτος 2015 αποτελεί ένα σημείο καμπής: Τα μέχρι τώρα μέτρα που έχουν ληφθεί, δείχνουν όπως και σε έναν ναρκομανή, ότι έχουν όλο και μικρότερη επίδραση και, ως εκ τούτου, πρέπει να χορηγούνται ολοένα και υψηλότερες δόσεις. Παρ΄ όλα αυτά οι δόσεις όλο και δεν φέρνουν αποτέλεσμα. Αντ΄ αυτού εμφανίζονται ολοένα και πιο ισχυρές παρενέργειες, οι οποίες κάνουν το παιχνίδι όλο και πιο επικίνδυνο.

Διαφορετικά ειπωμένο: Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει φθάσει σε ένα σημείο, στο οποίο τα μέχρι τώρα ληφθέντα μέτρα σε μεγάλο βαθμό έχουν εξαντληθεί και μια μεταστροφή του συστήματος ως συνόλου θα το οδηγούσε σε κατάρρευση. Η πραγματική οικονομία με τη σειρά της δεν μπορεί να ανακάμψει, επειδή οι αποδόσεις εκεί δεν είναι προσεγγιστικά τόσο υψηλές όσο στις χρηματαγορές. Ακόμη χειρότερα: Τα υψηλότερα κέρδη μπορούν τους επόμενους μήνες να επιτευχθούν ακριβώς εκεί, όπου έχουν προξενήσει τη μεγαλύτερη κοινωνική ζημιά –στον τομέα της νομισματικής κερδοσκοπίας στις αναδυόμενες χώρες.


Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν ελλοχεύει στον χρηματοπιστωτικό τομέα

Το ερώτημα που τίθεται πιεστικά είναι: Πόσο διάστημα μπορεί να υπάρχει ακόμη αυτό το σύστημα; Μια ακριβής απάντηση δε μπορεί να δοθεί. Ένα παγκόσμιο χρέος μεγαλύτερο των 200 τρισεκατομμυρίων δολαρίων δεν έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ακόμη και οι αρνητικοί τόκοι μέχρι τώρα ήταν άγνωστοι και για το τύπωμα χρήματος δεν υπάρχει κανένα γνωστό ανώτατο όριο.

Το ότι αυτό κάποτε αναγκαστικά θα οδηγήσει σε υπερπληθωρισμό, είναι σαφές, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει πόσο μπορούν να διογκωθούν ακόμη τεχνητά οι αγορές μετοχών, ομολόγων και ακινήτων, προτού σκάσουν οι φούσκες. Εάν οι κεντρικές τράπεζες φθάσουν στα όρια των δυνατοτήτων τους, τότε είναι ακόμη έτοιμο να παρέμβει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) με δικό του νόμισμα, το «ειδικό δικαίωμα επιμέλειας». Αυτό το νόμισμα που χρησιμοποιήθηκε ήδη σε μεγάλη έκταση το 2008, θα δοθεί αποκλειστικά σε κράτη και θα μπορούσε σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης να καθυστερήσει ένα κραχ για κάποιο χρονικό διάστημα.

Ωστόσο, εν όψει των πολλών οικονομικών εστιών κρίσης δεν αποκλείεται ένα απρόβλεπτο γεγονός (ένα «black swan») [2] να προκαλέσει την κατάρρευση ολόκληρου του χάρτινου πύργου. Σε περίπτωση που αυτό συμβεί, ο κόσμος θα βρισκόταν από τη μια στιγμή στην άλλη μπροστά στη μεγαλύτερη κρίση όλων των εποχών. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έχει συνδέσει μεταξύ τους όλες τις χώρες τόσο στενά, που καμιά γωνιά της Γης δε θα τη γλύτωνε από την κατάρρευσή του και την επακόλουθη υποτίμηση του χαρτονομίσματος.

Μολαταύτα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν ελλοχεύει ούτε στον χρηματοπιστωτικό τομέα ούτε στην πραγματική οικονομία, αλλά στη σφαίρα της πολιτικής. Οι πολιτικά υπεύθυνοι γνωρίζουν –ακριβώς όπως και οι οικονομικά ισχυροί- για τους οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κινδύνους που ελλοχεύουν παντού και ως εκ τούτου καταφεύγουν σε δυό δοκιμασμένα μέσα από το παρελθόν: Για να αποσπάσουν την προσοχή από τους πραγματικούς ενόχους και τη δική τους εξαχρείωση κατασκευάζουν εχθρικά είδωλα και προετοιμάζουν πολέμους.

Οι ΗΠΑ ως η πιο ισχυρή χώρα και ταυτόχρονα εκείνη με τη μεγαλύτερη κοινωνική πόλωση, υπολογίζει στη στρατιωτική βία και εδώ και πολύ καιρό θέτει τα θεμέλια για έναν πόλεμο με τη Ρωσία. Η πολιτική της απέναντι στην Ουκρανία και τα πρώην κράτη του ανατολικού μπλοκ εξυπηρετεί στη διαρκή πρόκληση της κυβέρνησης Πούτιν. Η πολιτική αυτή υποστηρίζεται από τον πιο πιστό σύμμαχο των ΗΠΑ στην Εγγύς Ανατολή, τη Σαουδική Αραβία, η οποία από το 2015 φροντίζει ώστε η τιμή του πετρελαίου, η οποία ήδη είχε προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στη Σοβιετική Ένωση, να συνεχίσει την πτώση του –ένα προτσές που η ηγεσία της Ρωσίας μακροπρόθεσμα δεν θα μπορέσει να αντέξει.

Αλλά και οι άλλες μεγάλες δυνάμεις όπως η Μ. Βρετανία, η Γαλλία καθώς και η Γερμανία, προετοιμάζονται όλο και περισσότερο για μια στρατιωτική αντιπαράθεση. Τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα, η οποία μετά από μια πτώση της ρωσικής κυβέρνησης θα ήταν ο αμέσως επόμενος στόχος των ΗΠΑ, κάνουν επίσης σημαντικές προσπάθειες για εξοπλισμούς.

Κινητήρας για αυτές τις διεθνείς πολεμικές προετοιμασίες είναι μολαταύτα μόνο επιφανειακά η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και αυτή του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αποφασιστικός για την εξέλιξη των παγκόσμιων συμβάντων και για το έτος 2016 σημαντικός παράγοντας στον πλανήτη μας, είναι η εκθετική αύξηση της κοινωνικής ανισότητας.

Επειδή ο κόσμος βρίσκεται σταθερά υπό την πίεση της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας [3] και αυτή δεν είναι πρόθυμη να κάνει ούτε τις πιο μικρές παραχωρήσεις στον εργαζόμενο πληθυσμό και στους φτωχούς (αρκεί να θυμηθεί κανείς τα γεγονότα αυτού του έτους στην Ελλάδα), οι κοινωνικές ανισότητες στην ιστορική εποχή που βρίσκεται μπροστά μας θα οξυνθούν δραματικά και με πιθανότητα που αγγίζει τη βεβαιότητα θα ξεσπάσουν με μεγάλη σφοδρότητα –με τη μορφή εξεγέρσεων λόγω φτώχειας, εμφυλίων πολέμων και τεράστιων κοινωνικών ρηγματώσεων.


Ποσό καιρό θα συνεχιστεί αυτή η κατάσταση;

Δε βρίσκεται η ανθρωπότητα εν όψει αυτών των προοπτικών –κραχ, πόλεμος ή εμφύλιος πόλεμος- σε ένα ασυγκράτητο καθοδικό σπιράλ που δεν μπορεί πλέον να σταματήσει; Δεν είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων σε αποτυχία κάθε προσπάθεια να θέλει κανείς να επηρεάσει θετικά την πορεία της Ιστορίας;

Η κατάσταση στο κόσμο το 2016 θα μπορούσε πραγματικά να οδηγήσει σε μια τέτοια εκτίμηση. Παρ΄ όλα αυτά υπάρχουν πολλές εξελίξεις οι οποίες δείχνουν προς μια άλλη κατεύθυνση. Τόσο οι χειραγωγήσεις στις χρηματαγορές όσο και οι προετοιμασίες για πόλεμο, ο διεθνής εξοπλισμός, η παγκόσμια αποκτήνωση της αστυνομίας και η διακήρυξη του ριζοσπαστικού ισλαμισμού σε υπ΄ αριθμό 1 εχθρό της ανθρωπότητας που προωθείται ιδιαίτερα, δεν αποτελούν σημάδι δύναμης των ισχυρών σήμερα.

Το αντίθετο: Αποδεικνύουν την αδυναμία και το φόβο τους για αλλαγή. Αν οι οικονομικές ελίτ και οι υποτακτικοί πολιτικοί τους κάθονταν πραγματικά σταθερά στη σέλα, δεν θα εξαρτιόνταν από τη διατήρηση ενός τεράστιου μηχανισμού μέσων ενημέρωσης που εκτείνεται παγκοσμίως, και χρησιμεύει απλά στο να επηρεάζει την παγκόσμια κοινή γνώμη προς όφελός τους.

Μια ματιά στην προεκλογική εκστρατεία στις ΗΠΑ δείχνει, πώς εκεί ξοδεύονται δισεκατομμύρια δολάρια για να υποδαυλιστεί ένας υστερικός φόβος για το Ισλαμικό Κράτος. Το νόημα και ο σκοπός αυτής της άσκησης είναι να αποσπάσουν την προσοχή του εργαζόμενου πληθυσμού από τους πραγματικούς εχθρούς, αυτούς που κάθονται στη Wall Street και στο Λευκό Οίκο.

Το ίδιο ισχύει και για τη Γαλλία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι: Παρ΄ όλο που η αιτία για τις τρομοκρατικές επιθέσεις πρέπει να αναζητηθεί στις καταστρεπτικές κοινωνικές συνθήκες των γαλλικών και βελγικών προαστίων, αυτές αποτέλεσαν αφορμή από τον πολιτικά κλονισμένο πρόεδρο για μια ριζοσπαστική αυστηροποίηση των νόμων ασφαλείας και για την επέκταση του επιχειρησιακού πολέμου στη Συρία –αν και είναι ξεκάθαρο ότι έτσι δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται ο κίνδυνος της τρομοκρατίας.

Μολαταύτα, η επιρροή των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης στη σκέψη των μαζών δείχνει από το 2007/2008 σημαντικά φαινόμενα κόπωσης και το 2015 έχει φθάσει στο μέχρι τώρα χαμηλότερό της σημείο. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν όλο και λιγότερο τις πληροφορίες που διαδίδονται, και από τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων το 2015 μπορεί να δει κανείς ότι όλο και περισσότεροι γυρίζουν την πλάτη στις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις. Ωστόσο, στις επιβληθείσες σε αυτούς απόψεις δεν μπορούν σε πολλές περιπτώσεις να αντιτάξουν τη δική τους άποψη, επειδή τους λείπει η πολιτική και οικονομική γνώση. Επιπλέον, από τις εμπειρίες που έχουν αποκομίσει από το παρελθόν, σε μεγάλο βαθμό είναι απογοητευμένοι και απελπισμένοι.

Τόσο η απογοήτευση όσο και η απελπισία/παραίτηση θα «σπάσουν», ωστόσο, από τα γεγονότα που βρίσκονται ακόμη μπροστά μας: Ανεξάρτητα απ΄ το αν θα υπάρξει κραχ, πόλεμος ή εμφύλιος πόλεμος –όταν πρόκειται για τον ίδιο τους τον εαυτό τότε θα ξυπνήσουν και οι απογοητευμένοι θα αρχίσουν να ενεργοποιούνται. Ωστόσο, το μεγαλύτερό τους πρόβλημα θα είναι ο πολιτικός προσανατολισμός.

Για το λόγο αυτό, βασικό καθήκον και για το 2016 θα παραμένει η διαφώτιση. Μόνο όποιος διακρίνει ότι δεν είναι η ισλαμική τρομοκρατία, αλλά η συμμαχία των αδίστακτων κερδοσκόπων, των διεφθαρμένων πολιτικών και των υποτακτικών σ΄ αυτούς δημοσιογράφων, αυτών που απειλούν να παρασύρουν την ανθρωπότητα στην άβυσσο, θα μπορέσει να αντισταθεί σ΄ αυτή την ιστορική πρόκληση. Οι κίνδυνοι μπροστά στους οποίους βρίσκεται ο κόσμος, δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλοι όσο σήμερα, αλλά και οι ευκαιρίες να παρακινηθεί η πλειοψηφία της ανθρωπότητας σε μια αλλαγή τρόπου σκέψης, δεν ήταν ποτέ μεγαλύτεροι –χάρη στις σύγχρονες τεχνολογίες επικοινωνιών.


Πηγή: http://www.heise.de, 30/12/2015

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_____________

Σημειώσεις του μεταφραστή

[1] Η έννοια «Bail-out» (αγγλ: βγάζω κάποιον από μια δύσκολη θέση) ή μηχανισμός διάσωσης, χαρακτηρίζει τη διαδικασία ανάληψης χρεών και εξόφλησης ή την ανάληψη ευθύνης από τρίτους, ιδιαίτερα από το κράτος, τους κρατικούς θεσμούς ή και από υπερεθνικούς θεσμούς, σε περίπτωση αφερεγγυότητας (ανεξάρτητα αν αυτή έχει προκληθεί από ιδιωτικές επιχειρήσεις ή από ένα κράτος).

[2] «Black swan» (αγγλ: μαύρος κύκνος), είναι μια μεταφορική έννοια που αφορά στην πρόβλεψη ρίσκου για απροσδόκητους και πολύ λίγο πιθανούς, όμως μελλοντικούς κινδύνους με μεγάλη αποτελεσματικότητα. Πρόκειται επομένως για μη αναμενόμενα γεγονότα, τα οποία έχουν μικρή πιθανότητα να εμφανιστούν, που όμως η εμφάνισή τους συμπαρασύρει σε ισχυρές αλλαγές.

[3] Η έννοια «χρηματοπιστωτική βιομηχανία» χρησιμοποιείται κυρίως στην αρθρογραφία εφημερίδων, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 2007/2008 και περιλαμβάνει όλους τους οικονομικούς παρόχους υπηρεσιών, δηλαδή, όχι μόνο τις τράπεζες, τα ταμιευτήρια, τις ασφαλιστικές εταιρίες κτλ., αλλά και τους μεσολαβητές συναλλαγών, τους ελεγκτικούς θεσμούς, τους οίκους αξιολόγησης κτλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.