Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Επιστημολογία: Ορισμός, ρεύματα και λειτουργία



του Ευτύχη Μπιτσάκη

Τι είναι η Επιστημολογία; Ποιος ο καταστατικός ορισμός της; Ποιο είναι το αντικείμενο και ο λόγος ύπαρξής της; Ποια η προϊστορία της και ποια τα σημερινά της προβλήματα; Ακόμα: Αξίζει να ασχοληθεί κανείς μ΄ αυτό τον αμφισβητήσιμο κλάδο; Μήπως η απασχόληση με την Επιστημολογία αποτελεί περιττή πολυτέλεια ή, ακόμα χειρότερα, αποπροσανατολισμό από την αντιμετώπιση συγκεκριμένων και σκληρών επιστημονικών προβλημάτων; Μήπως η επιστημολογία απλώς παρασιτεί στο σώμα των επιστημών; Και τελικά: Είναι σήμερα δυνατή μια ρεαλιστική και εξελικτική Επιστημολογία;

Τα προηγούμενα ερωτήματα συνεχίζουν να τίθενται ακόμα και σήμερα, όταν η επιστημολογία όχι μόνο έχει συγκροτηθεί σε αυτόνομο κλάδο, αλλά και έχει ήδη μια σχετικά μακρά ιστορία και μια σημαντική λειτουργία στη θεμελίωση, στην ανάπτυξη και στην κατανόηση των θεμελίων των Επιστημών.

Η Επιστημολογία ταυτίζεται συχνά, και κυρίως στην αγγλοσαξονική φιλολογία, με τη γνωσιολογία. Αντίθετα, η έννοια αυτή θα χρησιμοποιηθεί εδώ σαν συνώνυμη με τη θεωρία των Επιστημών. Συνεπώς η Επιστημολογία είναι κλάδος πιο περιορισμένος από την παραδοσιακή θεωρία της γνώσης, ενώ ταυτόχρονα συνδέεται οργανικά μαζί της. Η Επιστημολογία, εν τούτοις, δεν είναι επί μέρους, ειδική επιστήμη. Είναι λόγος περί Επιστήμης. Ερευνά τη σύσταση, τον καταστατικό ορισμό, την κατάταξη και την εξέλιξη των επιστημών, τη λειτουργία των ενδογενών και εξωγενών παραγόντων που καθορίζουν αυτή την εξέλιξη, τις σχέσεις ανάμεσα στη θεωρία και στο πείραμα, το χαρακτήρα των επιστημονικών κρίσεων και επαναστάσεων, το status της επιστημονικής αλήθειας, κτλ. Είναι εξάλλου φανερό ότι η Επιστημολογία συνδέεται άμεσα με την ιστορία των επιστημών, τη γνωσιοθεωρία, με την εξέλιξη της τεχνικής και γενικότερα με την ιστορία, καθώς και με τη λογική.

Η Επιστημολογία δεν είναι ειδική επιστήμη. Συνεπώς, η ύπαρξη πολλών και αντίμαχων επιστημολογικών ρευμάτων και σχολών δεν είναι εκπληκτική. Το γεγονός ότι η θεωρία του γίγνεσθαι των επιστημών αποτελεί οργανικό μέρος της ιδεολογίας μιας εποχής ερμηνεύει την πολλαπλότητα των ρευμάτων της. Στο χώρο της Επιστημολογίας συγκρούονται, σε τελευταία ανάλυση, η ρεαλιστική-υλιστική και η ιδεαλιστική κοσμοαντίληψη, η διαλεκτική και η μεταφυσική θεώρηση του γνωστικού φαινομένου.


1. Το πρόβλημα της οριοθέτησης: επιστήμη και θεολογία

Οι επιστήμες αποκόπηκαν βαθμιαία και αυτονομήθηκαν από το σώμα των προεπιστημονικών γνώσεων και ειδικά από τη θεολογική κοσμοαντίληψη και τη φιλοσοφία. Η διαδικασία ανάδειξης και αυτονόμησης των επιστημών άρχισε ήδη από την ελληνική αρχαιότητα και ολοκληρώθηκε –κατ΄ αρχήν- προς το τέλος της Αναγέννησης και στο 17ο αιώνα. Τα πρώτα επιστημολογικά ερωτήματα τέθηκαν κατά την ιστορική διαδικασία της γένεσης των επιστημών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι πρώτοι «επιστημολόγοι» μπορούν να θεωρηθούν ο Δημόκριτος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι Στωικοί. Επιστημολογικά ερωτήματα τέθηκαν, φυσικά, και από τους θεολόγους του Μεσαίωνα. Ωστόσο, μόνο κατά το τέλος των Μέσων Χρόνων προτάθηκε από τους νομιναλιστές ένα πρώτο ρητό κριτήριο οριοθέτησης των επιστημών και της εγκόσμιας φιλοσοφίας, από τη θεολογία.

Είναι γνωστό ότι οι ρεαλιστές, ακολουθώντας την πλατωνική παράδοση, πίστευαν στην πραγματική, αυτόνομη ύπαρξη των καθολικών εννοιών (των universalia). Οι νομιναλιστές, αντίθετα, σύμφωνα με την αριστοτελική θέση, δίδασκαν ότι οι καθολικές έννοιες είναι απλά ονόματα (nomina) που δηλώνουν μια τάξη ομοειδών αντικειμένων. Αλλά η διαμάχη ανάμεσα στο ρεαλισμό και στο νομιναλισμό δεν περιοριζόταν στο οντολογικό πρόβλημα που αφορούσε την ύπαρξη των καθολικών εννοιών. Επρόκειτο για μια συνολική κοσμοθεωρητική σύγκρουση του ιδεαλισμού με τον εμπειρισμό και οριακά με τον υλισμό, ο οποίος αντιπροσώπευε την κοσμοαντίληψη των αστικών στρωμάτων που διαμορφώνονταν στο εσωτερικό της φεουδαρχικής κοινωνίας. Ειδικότερα, η διαμάχη αυτή σχετίστηκε με την απόπειρα να οριοθετηθεί η εγκόσμια γνώση (επιστήμη και φιλοσοφία) από τη θεολογία και κατά συνέπεια με τις προσπάθειες να κατοχυρωθεί η αυτονομία (και το δικαίωμα διαφωνίας) της επιστήμης. Για να νομιμοποιήσουν το δικαίωμα της επιστημονικής έρευνας, οι νομιναλιστές διατύπωσαν το ακόλουθο κριτήριο οριοθέτησης: Η επιστήμη είναι εγκόσμια γνώση. Αφορά τον υλικό κόσμο που γίνεται προσιτός με τη μεσολάβηση των αισθήσεων. Η θεολογία, αντίθετα, θεμελιώνεται στην Αποκάλυψη. Υπάρχουν συνεπώς, δύο «μη συγκρίσιμα» είδη αλήθειας, και τα δύο εξίσου νόμιμα.

Το νομιναλιστικό κίνημα, εξάλλου, συνδεόταν άμεσα με τον πρώιμο εμπειρισμό που στρεφόταν, αντίθετα με τη σχολαστική παράδοση, στην παρατήρηση και στο πείραμα, και τόνιζε την αξία των φυσικών και των μαθηματικών επιστημών, καθώς και της επαγωγικής μεθόδου. Η επιστημονική αλήθεια, κατά το νομιναλισμό και τον εμπειρισμό, δεν βρίσκεται στις Γραφές και στα κείμενα των Αρχαίων, αλλά στη μελέτη της φύσης. Έτσι ο νομιναλισμός αναβάθμισε την εμπιστοσύνη στις αισθήσεις και στην ανθρώπινη λογική, σε αντίθεση με την αυθεντία των σχολαστικών. Ο Ρότζερ Μπέηκον (1214-1294), πρόδρομος της εμπειρικής μεθόδου, της επαγωγής και των φυσικών επιστημών, ήταν σύγχρονος του Θωμά του Ακινάτη (1225-1274), του επίσημου θεολόγου της καθολικής εκκλησίας. Τρεις αιώνες αργότερα, ο Φράνσις Μπέηκον (1561-1626) έγινε ο θεωρητικός νέων, πειραματικών επιστημών. Στην τεχνοκρατική Ουτοπία του, τη Νέα Ατλαντίδα, ο Μπέηκον περιγράφει ένα επιστημονικό Ίδρυμα, τον Οίκο του Σολομώντα, που το πρωτότυπό του ήταν, κατά κάποιο τρόπο, το πραγματικό εργαστήριο του μεγάλου αστρονόμου Τύχο Μπραχέ (1546-1601). Κατά τον Μπέηκον, η επιστήμη πρέπει να καλλιεργείται, πριν απ΄ όλα, επειδή αυξάνει τη δύναμη του ανθρώπου πάνω στη φύση.

Το νομιναλιστικό κίνημα και οι εμπειριστές διατύπωσαν μια ορισμένη επιστημολογία, η οποία ανταποκρινόταν, εκτός των άλλων, αν όχι κυρίως, στην ανάγκη να οριοθετηθεί το πεδίο των επιστημών και έτσι να θεμελιωθεί το δικαίωμα της αυτόνομης ύπαρξης των επιστημών και της επιστημονικής αλήθειας.

Κατά το νομιναλισμό:

1. Οι έννοιες είναι ονόματα (nomina). Οι καθολικές έννοιες (universalia) δεν υπάρχουν πριν από τα πράγματα (post rem). Μ΄ αυτό τον τρόπο αναστράφηκε η πυθαγόρεια-πλατωνική αναστροφή των σχέσεων πραγμάτων και εννοιών. Η αριστοτελική αντίληψη για τις σχέσεις εννοιών και πραγμάτων κυριάρχησε εναντίον της πλατωνικής ιδεοκρατίας. Η διαμάχη αριστοτελισμού-πλατωνισμού προς τα τέλη του Μεσαίωνα είχε, εξάλλου, βαθύτερες κοινωνικές αιτίες και επιπτώσεις.

2. Οι νομιναλιστές απέρριψαν τη σχολαστική διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη (existentia) και στην ουσία (essentia). Ο μοναδικός κόσμος είναι ο κόσμος των υλικών αντικειμένων, και ο κόσμος αυτός συνιστά το αντικείμενο των επιστημών και της φιλοσοφίας. Η θεολογία, αντίθετα, αποβλέπει στο Απόλυτο, απρόσιτο στις ανθρώπινες αισθήσεις και στην ανθρώπινη νόηση. Με την απόρριψη αυτής της διάκρισης, η επιστήμη προσανατολίζεται όχι στην αναζήτηση ουσιών, αλλά στη μελέτη των φαινομένων του φυσικού κόσμου. Αντίστοιχα διαχωρίζεται η εγκόσμια γνώση από την εξ αποκαλύψεως αλήθεια, δηλαδή διαχωρίζεται η αλήθεια των επιστημών και της εγκόσμιας φιλοσοφίας από την αλήθεια της θεολογίας.

3. Αντικείμενο των επιστημών είναι ο υλικός κόσμος. Έτσι εκείνο που είναι αληθινό για τη νόηση (secundum rationem) μπορεί να είναι εσφαλμένο για τη θεολογία (secundum fidem), και αντίστροφα. Η επιστήμη μπορεί να συγκρουστεί με τη θεολογία, αλλά για μια τυχόν σύγκρουση δεν σημαίνει ότι η πρώτη αμφισβητεί την αλήθεια της δεύτερης. Τα δυό είδη αλήθειας είναι «μη συγκρίσιμα» ( incommensurable), τοποθετούνται σε διαφορετικά επίπεδα: η μια είναι εγκόσμια˙ η άλλη έχει πηγή της την αποκάλυψη.

4. Η θεωρία της «διπλής αλήθειας» ανταποκρινόταν σε μια τριπλή ανάγκη:

α) Στην ανάγκη να προσδιοριστούν η δύναμη και τα όρια της ανθρώπινης νόησης και να ελεγχθεί, μ΄ αυτό τον τρόπο, η νομιμότητα των οντολογικών επιχειρημάτων που αφορούσαν την ύπαρξη του θεού.

β) Στην ανάγκη να λυθεί το δυαδικό επιστημολογικό πρόβλημα, της οριοθέτησης ανάμεσα στην εγκόσμια γνώση και στη θεολογία, και του ορισμού της επιστήμης.

γ) Στην πρακτική ανάγκη να θεμελιωθεί θεωρητικά η ανεξαρτησία των αναπτυσσόμενων επιστημών από τη θεολογία και η δυνατότητα διαφωνίας με τις Γραφές.

5. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των νομιναλιστών και των εμπειριστών, ο κόσμος είχε δημιουργηθεί από το Θεό. Ωστόσο, η επιστήμη, δηλαδή η ανακάλυψη των νόμων της φύσης είναι δυνατή, επειδή ο Θεός, μετά την πράξη της δημιουργίας, δεν επεμβαίνει στην πορεία των φυσικών φαινομένων. Ο Καρτέσιος θα διατύπωνε αργότερα αυτή τη θέση με εντελώς σαφή τρόπο [1].

Έτσι, κατά τη διάρκεια του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, και στο εσωτερικό της κυρίαρχης θεολογικής ιδεολογίας, τέθηκαν και απαντήθηκαν μια σειρά επιστημολογικά ερωτήματα. Μέσα από μια μακρόχρονη διαδικασία ρήξης με τη σχολαστική παράδοση, η επιστήμη προσανατολιζόταν προς τη φύση και θεμελιωνόταν η αξιοπιστία των αισθήσεων. Τέλος, το νομιναλιστικό κίνημα και ο εμπειρισμός θεμελίωσαν θεωρητικά τις φυσικές επιστήμες στα πλαίσια μιας γενικότερης μηχανιστικής αντίληψης για τη φύση. Ωστόσο η μηχανιστική αντίληψη ήταν κυρίαρχη, αλλά όχι αποκλειστική. Πλατωνικές μυστικιστικές, εξελικτικές, υλοζωιστικές και άλλες αντιλήψεις υπήρχαν σ΄ όλη τη μακρά περίοδο που εξετάζουμε, και απετέλεσαν συχνά καταλύτη για τη διαμόρφωση των επιστημονικών θεωριών. Με το έργο του Γαλιλαίου και τη θεμελίωση της Μηχανικής, η εμπειρική και μηχανιστική κοσμοαντίληψη έφθασε στο απόγειό της, προσφέροντας ένα «παράδειγμα» το οποίο δέσποσε στις επιστήμες επί τρεις αιώνες περίπου [2].


2. Το πρόβλημα της οριοθέτησης: επιστήμες και μεταφυσική

Η θέση των νομιναλιστών αποτελούσε ένα συμβιβασμό ανάμεσα στις ανερχόμενες φυσικές Επιστήμες και τη Μεταφυσική. Μερικούς αιώνες αργότερα, με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, των Επιστημών και της τεχνολογίας, ο εμπειρισμός μπόρεσε να αντιμετωπίσει απευθείας και να αποτρέψει τη Μεταφυσική. Εδώ θα μας απασχολήσει η περίπτωση του David Hume και των επιγόνων του.

Η θεολογία είναι μεταφυσική. Αλλά η μεταφυσική, συνολικά, δεν ταυτίζεται με τη θεολογία, παρ΄ όλο που τις περισσότερες φορές στα θεμέλιά της βρίσκονται θεολογικές παραδοχές. Η θεολογία επεβίωσε από τις επαναστάσεις του 17ου και του 18ου αιώνα. Αντίστοιχα, ο 17ος αιώνας ήταν η εποχή των μεγάλων μεταφυσικών συστημάτων [3].

Η αισθησιοκρατία και ο εμπειρισμός οδηγούν σε ένα περισσότερο ή λιγότερο συνεπή υλισμό (Χομπς, Λοκ, Ντιντερό). Αλλά με εξίσου «λογικό» τρόπο οδήγησαν στον υποκειμενικό ρεαλισμό (Μπέρκλεϋ) και στον αγνωστικισμό (Ντ. Χιουμ). Και οι δύο αυτές τάσεις έχουν σαν αφετηρία τη θέση ότι τα αισθητηριακά δεδομένα αποτελούν τη μόνη νόμιμη πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τον Χιουμ, είναι αδύνατο να αποδείξουμε ότι οι αισθητηριακές εντυπώσεις προκαλούνται από τη δράση εξωτερικών αντικειμένων, εντελώς διαφορετικών από αυτές. Στο μυαλό δεν υπάρχουν παρά μόνο αισθητηριακές παραστάσεις και είναι αβάσιμο να υποθέσουμε κάποια σύνδεση αυτών των παραστάσεων με εξωτερικά αντικείμενα [4]. Η μεταφυσική, από την άλλη πλευρά, θεμελιώνεται σε «σκοτεινές και αβέβαιες ιδέες», όπως ισχύς, δύναμη, ενέργεια ή αναγκαία σύνδεση, αθανασία της ψυχής, Θεός, κτλ. Συνεπώς η μεταφυσική δεν είναι επιστήμη και πρέπει να απορριφθεί: «Ας πάρουμε στο χέρι μας, γράφει ο Χιουμ, κάποιο τόμο θεολογίας ή σχολικής μεταφυσικής και ας ρωτήσουμε: Περιέχει οποιοδήποτε αφηρημένο συλλογισμό που να αφορά ποσότητα ή αριθμό; Όχι! Περιέχει οποιοδήποτε πειραματικό συλλογισμό που να αφορά γεγονότα ή εμπειρία; Όχι! Ρίχτε τον τότε στη φωτιά: επειδή δεν περιέχει άλλο από σοφιστείες και πλάνες» [5]. Αυτά είναι η κατάληξη των περίφημων Inquiries του Hume, και αποτελεί μια ριζική απόρριψη της μεταφυσικής.

Η αντιμεταφυσική θέση του Χιουμ υπονόμευε την κυρίαρχη ιδεολογία της μετεπαναστατικής Αγγλίας, όπου η αστική τάξη είχε συμβιβαστεί με την αριστοκρατία. Ωστόσο ο εμπειρισμός του Χιουμ δεν τον οδήγησε στον υλισμό, αλλά σε μια φιλοσοφία του συμβιβασμού: Ο Χιουμ είναι αγνωστικιστής. Για τον Χιουμ η ύπαρξη του αντικειμενικού κόσμου αποτελεί μια μη-επαληθεύσιμη υπόθεση. Συνεπώς με την αγνωστικιστική του θέση ο Χιουμ αμφισβήτησε την αποδεικτική αξία της επαγωγής (στη σύγχρονη γλώσσα: είναι αδύνατο να περάσουμε από μια ατομική, σε μια καθολική απόφανση) και θεωρούσε την αιτιακή σχέση σαν απλή σχέση χρονικής διαδοχής και όχι σαν εσωτερική-γενετική σχέση ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα.

Σαν εμπειριστής, ο Χιουμ συνέχισε τη μεγάλη μάχη εναντίον της μεταφυσικής την οποία άρχισαν οι νομιναλιστές στον ύστερο Μεσαίωνα. Αντίστοιχα, διατύπωσε ένα άκαμπτο κριτήριο οριοθέτησης ανάμεσα στις επιστήμες και τη μη-επιστήμη. Η αντιμεταφυσική στάση του ήταν το λογικό επακόλουθο του «συνεπούς» εμπειρισμού του ο οποίος ωστόσο οδηγούσε, οριακά, σε μια υποκειμενική αντίληψη για τον κόσμο και σε μια συμβατική επιστημολογία.

Σήμερα μπορούμε να δούμε τα πραγματικά προβλήματα που έθεσε ο Χιουμ, αλλά και τα όρια της επιστημολογίας του: Σήμερα γνωρίζουμε σε ποιες αντικειμενικές πραγματικότητες, δομές και διεργασίες αντιστοιχούν τα αισθητηριακά δεδομένα, καθώς και τη φύση των «σημάτων», που προκαλούν τις αισθητηριακές παραστάσεις. Οι φυσικές επιστήμες απέδειξαν το αβάσιμο του αγνωστικισμού και του υποκειμενισμού του Χιουμ. Αντίστοιχα, γνωρίζουμε ότι η αιτιακή σχέση δεν είναι απλώς σχέση χρονικής διαδοχής, αλλά εσωτερική και γενετική σχέση: οι φυσικές αλληλεπιδράσεις είναι οι φορείς των αιτιακών καθορισμών που προκαλούν συχνά την εμφάνιση νέων ποιοτήτων και η ύπαρξή τους ανασκευάζει τη μηχανιστική άποψη κατά την οποία το αποτέλεσμα ισούται με το άθροισμα των αιτίων του [6]. Από την άλλη πλευρά, δεν χρειάζεται μια άπειρη σειρά επαληθεύσεων για να βεβαιώσουμε την ισχύ ενός επαγωγικού συμπερασμού: η γνώση των εσωτερικών, νομοτελειακών λειτουργιών που καθορίζουν το φαινόμενο συνιστά και την απόδειξη της ισχύος μιας πρότασης που συνάγεται επαγωγικά. Η γνώση αυτή εξαφανίζει την «εγγενή» αβεβαιότητα για την οποία μιλούν οι εμπειριστές. Τέλος, σχετικά με το πρόβλημα του Θεού: η απόρριψη της έννοιας επειδή υπερβαίνει την εμπειρία, δεν αποτελεί απάντηση. Μια απάντηση στο πρόβλημα αυτό, δηλαδή μια ερμηνεία αυτής της έννοιας, μπορεί να δοθεί μόνο από την έρευνα των κοινωνικών και γνωσιολογικών όρων που γέννησαν το θρησκευτικό φαινόμενο. Ο Ξενοφάνης στην αρχαιότητα, ο Βολταίρος και ο Μαρξ στα νεώτερα χρόνια, θα πλησίαζαν το μεταφυσικό αυτό πρόβλημα, από αντιμεταφυσική άποψη: μέσα από την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες.

Η φιλοσοφία του Χιουμ, η οποία από μια άποψη αντιστοιχεί στο αντιμεταφυσικό και μηχανιστικό πνεύμα των φυσικών επιστημών, θα αποτελούσε το αφετηριακό σημείο του θετικισμού στις αρχές του αιώνα μας. Αλλά ανάμεσα στον Χιουμ και τους θετικιστές παρεμβάλλεται η ορθολογική και αγνωστικιστική φιλοσοφία του Ε. Καντ.

Όπως γράφει ο Καντ, ο Χιουμ τον ξύπνησε από το «δογματικό λήθαργο», και τον οδήγησε στην απόρριψη της παραδοσιακής μεταφυσικής. Ζώντας στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Καντ είχε εντυπωσιαστεί από τις επιτυχίες των φυσικών επιστημών και από τις άκαρπες διαμάχες των μεταφυσικών. Έτσι έβαλε σα σκοπό του να εξερευνήσει τις δυνατότητες, αλλά και τα όρια της ανθρώπινης νόησης και να οριοθετήσει την επιστήμη από τη μη-επιστήμη. Το σύστημά του σημαδεύτηκε από την παράδοση των φυσικών επιστημών, την παράδοση του ορθολογισμού, του εμπειρισμού και του σκεπτικισμού. Ο Καντ επεχείρησε να υπερβεί και να συμφιλιώσει τα αντιφατικά αυτά στοιχεία, αποφεύγοντας τις ακρότητες, τόσο του δογματικού ορθολογισμού όσο και του αγνωστικισμού.

Κατά τον Καντ, υπάρχει ο εξωτερικός κόσμος, τα «πράγματα καθεαυτά». Χωρίς εμπειρικά δεδομένα, η νόηση είναι κενή. Ωστόσο μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τα φαινόμενα, όχι τα πράγματα καθεαυτά –τα νοούμενα. Και αυτό επειδή ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι μορφές ύπαρξης των πραγμάτων, αλλά προεμπειρικές (a priori) μορφές της εποπτείας και επειδή, αντίστοιχα, η αιτιότητα δεν συνιστά μια αντικειμενική σύνδεση των φαινομένων: είναι a priori κατηγορία της αίσθησης και της νόησης. Η νόηση υπαγορεύει τους νόμους της στη φύση. Έτσι γνωρίζουμε τα πράγματα όχι όπως είναι, αλλά όπως εμφανίζονται στο χώρο και στο χρόνο και με τη διαμεσολάβηση των a priori κατηγοριών της αίσθησης και της νόησης. Γνωρίζουμε τον κόσμο των φαινομένων, όχι τον κόσμο των νοουμένων. Αλλά η Μεταφυσική έχει σαν αντικείμενο το Θεό, την αθανασία της ψυχής, την ελευθερία, την απειρότητα του σύμπαντος, κτλ, δηλαδή έχει σαν αντικείμενο όχι τα φαινόμενα αλλά τον κόσμο των νοουμένων. Έτσι η παραδοσιακή, δογματική μεταφυσική είναι αδύνατη ως επιστήμη και πρέπει να απορριφθεί. Ωστόσο ο Λόγος, ανώτερη βαθμίδα της νόησης, μπορεί να πλησιάζει, να σκέπτεται τα νοούμενα. Μπορούμε να φωτίζουμε τα νοούμενα με το φως του Λόγου. Δεν μπορούμε να τα γνωρίσουμε. Δεν μπορούμε να τους αποδώσουμε ιδιότητες [7].

Ο Καντ μελέτησε το πρόβλημα των επιστημονικών προτάσεων ή κρίσεων. Στην επιστήμη υπάρχουν προτάσεις αναλυτικές, οι οποίες δεν προσθέτουν νέο περιεχόμενο στην έννοια επειδή το κατηγόρημα περιέχεται ήδη στο υποκείμενο (τέτοιες π.χ. είναι οι προτάσεις «τα σώματα είναι εκτατά» ή «το τρίγωνο έχει τρεις γωνίες»). Οι αναλυτικές προτάσεις κατά τον Καντ είναι a priori, εξ ου και η καθολικότητα και ο αναγκαίος χαρακτήρας τους (ισχύουν σε κάθε περίπτωση και για όλoυς τους ανθρώπους). Από τη γενίκευση της εμπειρίας προκύπτουν οι συνθετικές κρίσεις a posteriori. Οι κρίσεις αυτές δεν είναι ούτε αναγκαίες ούτε καθολικές (π.χ. αυτός ο κανόνας είναι πράσινος). Αλλά οι προτάσεις των θεωρητικών επιστημών, δηλαδή των μαθηματικών και της θεωρητικής φυσικής, δεν προκύπτουν από την εμπειρία, δεν είναι συνθετικές a posteriori. Είναι συνθετικές a priori, δηλαδή προεμπειρικές και θεμελιώνονται στους προεμπειρικούς τύπους της εποπτείας και στις προεμπειρικές κατηγορίες της νόησης. Ο προεμπειρικός χαρακτήρας των επιστημονικών προτάσεων καθορίζει την καθολικότητα και την αναγκαιότητά τους, δηλαδή την αντικειμενικότητα της επιστημονικής γνώσης. Θεμελιώνοντας την επιστήμη στους προεμπειρικούς τύπους της αίσθησης και στις προεμπειρικές κατηγορίες της νόησης, ο Καντ πίστευε ότι θεμελίωνε τη διαχρονική της εγκυρότητα. Στην πραγματικότητα, τα τυπικά και εξωϊστορικά του κριτήρια θεμελίωσαν μια ανιστορική και εξωπραγματική επιστημολογία, που όπως θα προσπαθήσω να δείξω, δεν αντέχει σε μια συγκεκριμένη ανάλυση με βάση τα σημερινά δεδομένα των επιστημών.

Η καντιανή επιστημολογία, ένα είδος συμβιβασμού ανάμεσα στις φυσικές επιστήμες και τη θεολογία, υπήρξε το αφετηριακό σημείο της φιλοσοφίας του Ε. Μαχ, του θεμελιωτή του νεώτερου θετικισμού. Εντούτοις ο Μαχ στράφηκε σύντομα προς τον Χιουμ τον οποίο θεωρούσε λογικά πολύ πιο συνεπή στοχαστή από τον Καντ [8]. Η φιλοσοφία του –ο εμπειριοκριτικισμός- όπως και ο μεταγενέστερος θετικισμός (αντίθετα από την επιμονή του στη λογική) είναι μορφές σύγχρονου εμπειρισμού.

Ο θετικισμός απέρριψε το υλιστικό κατάλοιπο της καντιανής φιλοσοφίας, επιλέγοντας το «συνεπή» εμπειρισμό του Χιουμ. Έτσι και ο θετικισμός αρχίζει από τις εντυπώσεις των αισθητηρίων και γενικότερα από τα εμπειρικά δεδομένα. Πηγή της γνώσης είναι τα εμπειρικά δεδομένα. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι είναι νόμιμο να θεωρήσουμε ότι τα δεδομένα αυτά προκύπτουν από την αλληλοεπίδραση των αισθητηρίων με κάποια εξωτερική, «υπερβατική» πραγματικότητα. Ο θετικισμός, προχωρώντας πέρα από τον αγνωστικισμό του Χιουμ, θεωρεί μεταφυσική, άρα στερούμενη νοήματος, τη θέση ότι ένας αντικειμενικός κόσμος είναι πηγή των εμπειρικών δεδομένων. Η επιστήμη, κατά τον Σληκ, «είναι ένα συνεκτικό σύστημα προτάσεων το οποίο συνιστά το αποτέλεσμα υπομονετικής παρατήρησης και ευφυούς συνδυασμού» [9]. Σκοπός της επιστήμης είναι να αποκαθιστά τυπικές σχέσεις μεταξύ των φαινομένων. Κατά συνέπεια, οι επιστημονικοί νόμοι δεν έχουν οντολογικό status: είναι συμβάσεις.

Και ο θετικισμός, με τη σειρά του, διατύπωσε ένα άκαμπτο κριτήριο οριοθέτησης ανάμεσα στις επιστήμες και στη μεταφυσική: Οι μόνες επιστημονικές προτάσεις είναι αυτές που μπορούν να ελεγχθούν, και μάλιστα να επαληθευτούν εμπειρικά. Το κριτήριο της επαληθευσιμότητας συνδέεται εξάλλου οργανικά με ένα κριτήριο νοήματος. Κατά τον Σληκ, π.χ. «αυτό που σημαίνει μια πρόταση», είναι ταυτόσημο με την ερώτηση: «με ποιο τρόπο επαληθεύεται αυτή η πρόταση»; Μια πρόταση έχει νόημα μόνο και μόνο αν μπορεί να αποδειχθεί αληθής ή ψευδής [10]. Έτσι, οι μόνες προτάσεις που έχουν νόημα είναι οι προτάσεις των μαθηματικών και των εμπειρικών επιστημών. Ο θετικισμός, συνεπώς, απορρίπτει ρητά τη μεταφυσική και όχι μόνο τη μεταφυσική, αλλά και ολόκληρη την παραδοσιακή φιλοσοφία. Τώρα πια, όπως και στον Χιουμ, δεν πρόκειται για δύο αλήθειες που μπορούν να συνυπάρχουν. Μοναδική αλήθεια είναι η αλήθεια των επιστημών. Οι φιλοσοφικές προτάσεις είναι ψευδοπροτάσεις. Η επιστήμη αναγορεύεται σε μοναδικό κάτοχο της αλήθειας. Πρόκειται όμως για μια επιστήμη μετέωρη, χωρίς οντολογική θεμελίωση, εφόσον το ίδιο ερώτημα για την ύπαρξη του φυσικού κόσμου υποβιβάζεται στην κατηγορία του ψευδοπροβλήματος.

Οι μεταφυσικές προτάσεις ισχυρίζονται, ότι αντιπροσωπεύουν τη γνώση ενός κάτι που βρίσκεται πάνω ή πέρα από την εμπειρία (την πραγματική ουσία των πραγμάτων, τα πράγματα καθεαυτά κτλ). Αλλά οι προτάσεις αυτές δεν έχουν νόημα, επειδή είναι αδύνατο να αποφανθούμε αν είναι αληθείς ή ψευδείς. Έτσι, π.χ., κατά τον Κάρναπ, η πρόταση ότι το νερό είναι η αρχή του κόσμου δεν βεβαιώνει απολύτως τίποτα. Γενικότερα, το ερώτημα για την πραγματικότητα του φυσικού κόσμου στερείται νοήματος. Όλες οι μεταφυσικές βεβαιώσεις απορρίπτονται, όχι ως ψευδείς, αλλά ως στερούμενες θεωρητικού νοήματος. Οι μεταφυσικές προτάσεις, ιδεαλιστικές είτε υλιστικές, είναι ψευδο-προτάσεις και τα αντίστοιχα προβλήματα ψευδοπροβλήματα. Αυτό που παραμένει σαν καθαυτό έργο της φιλοσοφίας είναι η λογική ανάλυση της γλώσσας των επιστημών [11]. Μ΄ αυτό τον τρόπο η γνωσιοθεωρία ταυτίζεται με την επιστημολογία και η επιστημολογία περιορίζεται στη συντακτική ανάλυση των επιστημονικών προτάσεων.

Η κάθαρση που επεχείρησε ο θετικισμός ήτανε πράγματι «ριζική»: αποκάθαρε τις επιστήμες όχι μόνο από τη μεταφυσική, όχι μόνο από την οντολογία, αλλά και από τη γνωσιολογία –τουλάχιστον με το παραδοσιακό της νόημα. Αλλά η κάθαρση αυτή ισοδυναμεί με αυτοακρωτηριασμό. Η φιλοσοφία περιορίζεται σε ένα σχολαστικό παιχνίδι συντακτικών αναλύσεων και η επιστήμη έχει σαν αντικείμενο έναν κόσμο που δεν είναι αντικειμενικός.

Ο θετικισμός είναι μορφή συμβατισμού (conventionalism). Κατά τη σχολή αυτή, οι φυσικοί νόμοι στερούνται φυσικού αντίστοιχου. Είναι συμβάσεις, τυπικές σχέσεις ανάμεσα στα δεδομένα. Το να πιστεύουμε σε ένα αντικειμενικό αιτιακό πλέγμα, αποτελεί δεισιδαιμονία.

Οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν αναφορικά με την επιφανειακή αντίληψη του Χιουμ για τα εμπειρικά δεδομένα ισχύουν και για το θετικιστικό ρεύμα. Πράγματι, οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες διαλύουν το πλάσμα του «καθαρού δεδομένου» που αναγορεύεται σε αυθύπαρκτη και μοναδική πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα καταργείται σαν πραγματικότητα, καθώς συνδέεται άρρηκτα, με κάποια «συνείδηση». Σε αντίθεση με τα μεγάλα μεταφυσικά συστήματα του 17ου αιώνα και γενικά με τη δεσπόζουσα ιδεαλιστική κατεύθυνση της αστικής φιλοσοφίας, ο θετικισμός, όψιμη και έκπτωτη μορφή του αστικού επιστημονισμού, απορρίπτει συνολικά τη φιλοσοφία. Ταυτόχρονα ανάγει την επιστήμη σε τυπικές σχέσεις ανάμεσα στα εμπειρικά δεδομένα τα οποία «υπάρχουν» μετέωρα, χωρίς φυσικό αντίκρισμα, σκιά της πραγματικότητας η οποία απετέλεσε και αποτελεί το θεμέλιο των φυσικών επιστημών [12].

Η λογική κατάληξη του θετικισμού είναι ο σολιψισμός: η αναγωγή του κόσμου στην υποκειμενική συνείδηση. Αλλά βέβαια μια τέτοια θέση είναι δύσκολο να υποστηριχθεί [13]. Ο θετικισμός απορρίπτει τις οντολογικές προτάσεις. Ωστόσο αντιφάσκοντας με τον εαυτό του, ο ίδιος θεμελιώνεται σε οντολογικές παραδοχές, σε μια οντολογία οριακά σολιψιστική. Η τυπική άλλωστε αντίληψη του θετικισμού για την επιστήμη και την επιστημονική αλήθεια, καθώς και το πλαίσιο της επιστημολογίας του, η τυπική λογική, δεν του επιτρέπουν να συλλάβει το γίγνεσθαι των επιστημών. 

Ειδικά το θετικιστικό κριτήριο της επαληθευσιμότητας, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, είναι ένα ανιστορικό, τυπικό κριτήριο, ανίκανο να ανταποκριθεί στα περίπλοκα ερωτήματα του ορισμού της επιστημονικής αλήθειας, του νοήματος, καθώς και των σχέσεων ανάμεσα στις επιστήμες και τη φιλοσοφία.

Το κριτήριο της διαψευσιμότητας από την άλλη πλευρά, το οποίο διατύπωσε ο Karl Popper, αποτελεί, από μια άποψη, την τυπική άρνηση του θετικιστικού κριτηρίου. Κριτήριο τυπικό, πάσχει από την ίδια έλλειψη ευλυγισίας μ΄ αυτήν που χαρακτηρίζει το θετικιστικό κριτήριο της επαληθευσιμότητας. Αλλά ο Popper είναι ρεαλιστής, πασίγνωστος αντίπαλος του θετικισμού. Επιπλέον, το κριτήριό του είναι κριτήριο οριοθέτησης, όχι νοήματος. Κατά τον Popper, οι προτάσεις της φιλοσοφίας (και της μεταφυσικής), αν και μη διαψεύσιμες, έχουν νόημα (are meaningful) [14].

Οι επιστημολογίες των νομιναλιστών, του Χιουμ και του Καντ, σημαδεύουν σπουδαία στάδια στην ανάπτυξη της θεωρίας των επιστημών. Ο θετικισμός, μετά απ΄ αυτούς, παρά την ανιστορική-τυπική μεθοδολογία του, έθεσε και απάντησε σε μια σειρά ερωτήματα που αφορούν τυπικές όψεις των επιστημών. Ο Popper πρότεινε τον όρο εξελικτική επιστημολογία, και επεχείρησε να ερμηνεύσει το γίγνεσθαι των επιστημών.

Για να συγκεφαλαιώσουμε: Η προμαρξιστική επιστημολογία έθεσε αλλά δεν έλυσε το πρόβλημα των σχέσεων των επιστημών με τη φιλοσοφία. Ακόμα περισσότερο: η επιστημολογία αυτή, παρά τις αντιμεταφυσικές τάσεις της, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τη μεταφυσική. Έτσι ταλαντευόταν ανάμεσα στον εμπειρισμό και τα a priori απαγωγικά σχήματα του κλασικού ορθολογισμού. Τελικά, η προμαρξιστική επιστημολογία δεν μπόρεσε να δώσει μια συνεκτική ερμηνεία της εξέλιξης των επιστημών.

Σήμερα είμαστε μάρτυρες της παρακμής της θετικιστικής σχολής. Ο Πόππερ, ο Κουν, ο Λάκατος και άλλοι, επεχείρησαν να εξηγήσουν το γίγνεσθαι των επιστημών. Επίσης η μαρξιστική επιστημολογική σχολή, αντιμετωπίζοντας την επιστήμη σαν μορφή κοινωνικής πρακτικής και την αλήθειά της σα μορφή κοινωνικής συνείδησης, έχει διατυπώσει ερμηνείες και κριτήρια που αντιστοιχούν στη διαλεκτική κίνηση των επιστημών.

Στο επόμενο, τρίτο μέρος αυτού του κειμένου, θα επιχειρήσω να διατυπώσω ένα αριθμό προτάσεων για μια ρεαλιστική και εξελικτική επιστημολογία.


3. Για μια ρεαλιστική και εξελικτική επιστημολογία

1. Η θέση που αφορά την ύπαρξη ενός αντικειμενικού κόσμου προσιτού στη νόηση με τη διαμεσολάβηση των αισθητηρίων και των επιστημονικών οργάνων, δεν είναι μεταφυσικό αίτημα. Είναι μια επιστημολογική και γενικότερα οντολογική αρχή, που επιβεβαιώνεται από την επιστημονική και συνολικά από την ανθρώπινη πρακτική. Η θέση αυτή δεν αποδεικνύεται με βάση κάποιες αρχικές παραδοχές, επειδή η ίδια αποτελεί πρωταρχική παραδοχή. Άλλωστε, όπως τόνιζε ο Αριστοτέλης, «θα ήταν γελοίο να επιχειρήσουμε να αποδείξουμε ότι υπάρχει ο κόσμος. Γιατί είναι φανερό ότι υπάρχουν πολλά φυσικά όντα. Και το να αποδεικνύει κανείς το φανερό με κείνο που δεν είναι προφανές σημαίνει ότι δεν μπορεί να διακρίνει αυτό που είναι αφ΄ εαυτού γνώσιμο, από εκείνο που δεν είναι» [15]. Το ρεαλιστικό αξίωμα απετέλεσε και αποτελεί τη βάση της επιστημονικής έρευνας και κανείς πειραματιστής δεν πίστεψε ποτέ ότι το αντικείμενο της εργασίας του δεν ήταν άλλο από ένα «σύμπλεγμα αισθημάτων». Η πρακτική, καθώς και η ιστορία της φύσης, ανασκευάζουν de facto τα υποκειμενικά επιχειρήματα του Hume και του νεώτερου θετικισμού.

2. Στην εποχή του Χιουμ ήταν κατανοητό να θεωρηθούν οι άγνωστες φυσικές αλληλεπιδράσεις και οι μηχανισμοί της αίσθησης σαν «μυστηριώδη» φαινόμενα. Σήμερα δεν υπάρχει μυστήριο. Οι αισθητηριακές εντυπώσεις προκαλούνται από γνωστούς υλικούς παράγοντες (ηλεκτρομαγνητικά κύματα, χημικές ουσίες, κυμάνσεις του αέρα), οι οποίοι, με μια σειρά επίσης γνωστών νευροφυσιολογικών διαδικασιών (μια σειρά ποιοτικών μετασχηματισμών ή μορφισμών του αρχικού σήματος) προκαλούν μια «αίσθηση», ένα «αισθητηριακό δεδομένο» (datum). Πηγή των αισθητηριακών δεδομένων είναι, συνεπώς, τα εξωτερικά, υλικά σώματα.

Τα διάφορα «αισθητηριακά δεδομένα», αντιστοιχούν, συνεπώς, σε εξωτερικά υλικά σώματα και διεργασίες. Η σύγχρονη φυσική, η χημεία και η νευροφυσιολογία απέδειξαν την ανεπάρκεια και το σφάλμα του εμπειρισμού. Σήμερα γνωρίζουμε τι αντιστοιχεί αντικειμενικά στο υποκειμενικό αίσθημα (π.χ. σε ένα ορισμένο χρώμα, στο αίσθημα του γλυκού ή του ξινού, σε μια οσμή, κτλ), καθώς και τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους το αντικειμενικό, εξωτερικό σήμα προκάλεσε το συνειδησιακό γεγονός. Η επιστημονική πράξη επιβεβαίωσε τη ρεαλιστική θέση της αντανάκλασης του Είναι στη συνείδηση. Τα αισθητηριακά δεδομένα δεν είναι, συνεπώς, ούτε η μόνη, ούτε η πρωταρχική πραγματικότητα. Είναι παράγωγα φαινόμενα, τα οποία απεικονίζουν αντικειμενικές οντότητες και διεργασίες. Και κατά τον ίδιο τρόπο η σχέση αιτίας – αποτελέσματος κατέχει ένα οντολογικό status: Είναι μία αντικειμενική, εσωτερική και γενετική σχέση ανάμεσα σε δύο φαινόμενα.

Με βάση τα προηγούμενα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η θέση του Χιουμ συνιστά μια επιφανειακή αντίληψη του γνωστικού φαινομένου, αντίληψη που εξηγείται από τη χαμηλή ανάπτυξη των επιστημών στα μέσα του 18ου αιώνα. Αντίστοιχα, η καντιανή αποκοπή του φαινομένου από την πηγή του, το «πράγμα καθεαυτό», αντιφάσκει με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα. Το «πράγμα καθεαυτό» εκδηλώνεται μέσα από τα φαινόμενα και η νόηση προχωρεί από τα φαινόμενα στην αποκάλυψη αντικειμενικών οντοτήτων, δομών και σχέσεων. Το πράγμα καθεαυτό, όπως τόνιζε ο Ένγκελς, γίνεται «πράγμα για μας» μέσα από την επιστημονική και παραγωγική πράξη.

Εδώ θα ήταν δυνατόν να διατυπωθεί η ακόλουθη αντίρρηση: Σύμφωνα με τον Καντ, το πράγμα καθεαυτό, για να γίνει αντικείμενο της γνώσης, θα πρέπει να γίνει φαινόμενο. Και τότε θα ισχύσουν και γι΄ αυτό οι γνωστοί νόμοι που ισχύουν για όλα τα φαινόμενα (καθαρές εποπτείες, κατηγορίες). Εντούτοις η αντίρρηση αυτή δεν ακυρώνει την προηγούμενη επιχειρηματολογία: 1) Επειδή το φαινόμενο είναι εκδήλωση εσωτερικών δομών, κινήσεων και σχέσεων, και όχι απλά ένα φαινόμενο χωρίς συγκεκριμένες σχέσεις με το «πράγμα καθεαυτό» και 2) επειδή δεν είναι η νόηση που επιβάλλει τους τύπους και τις κατηγορίες της στην πραγματικότητα, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Ο Καντ είναι δυϊστής, ο οποίος χώρισε τον κόσμο σε δύο σφαίρες οι οποίες δεν επικοινωνούν. Η μία είναι η φυσική «πραγματικότητα» (= τα φαινόμενα). Η άλλη, ο κόσμος των πραγμάτων καθεαυτά. Η σύγχρονη επιστήμη σύνδεσε τους «δύο» αυτούς κόσμους σε μία και μοναδική πραγματικότητα. Μια τέτοια διχοτομία βρίσκεται σε αντίφαση με την ανακάλυψη πραγματικοτήτων, δομών, αλληλεπιδράσεων, κ.ο.κ., που συνιστούν το φορέα των φαινομένων και εκδηλώνονται μέσα απ΄ αυτές.

3. Οι φυσικοί νόμοι δεν είναι συμβάσεις. Έχουν οντολογικό αντίκρισμα. Είναι η μεταγραφή, στην ανθρώπινη γλώσσα και στους μαθηματικούς φορμαλισμούς, αντικειμενικών σχέσεων, διεργασιών και οντοτήτων. Οι επιστημονικές προτάσεις αποτελούν τη θεωρητική γενίκευση της εμπειρίας, την οποίαν συχνά υπερβαίνουν ή και διαψεύδουν. Συνεπώς οι επιστημονικές προτάσεις ή κρίσεις δεν είναι a priori. Τόσο οι αναλυτικές, όσο και οι συνθετικές προτάσεις είναι a posteriori. Ο καθολικός και αναγκαίος χαρακτήρας τους δεν οφείλεται σε κάποια ακατανόητη και ανεξάρτητη προεμπειρική δομή των αισθητηρίων και της νόησης, αλλά στο γεγονός ότι στο επίπεδο αφαίρεσης που λειτουργούν εκφράζουν αντικειμενικές, καθολικές και αναγκαίες σχέσεις. Έτσι δίνουν την εντύπωση της ανεξαρτησίας από την εμπειρία και της αιωνιότητας.

Θα μπoρούσε ωστόσο κανείς να αντιτείνει, ότι οι αναλυτικές προτάσεις δεν είναι a posteriori, επειδή κάθε ρητή (ή έμμεση) ταυτολογία ισχύει a priori. Εν τούτοις αυτό θα ήταν ένα τυπικό, ανιστορικό επιχείρημα. Οι αναλυτικές προτάσεις έχουν την πηγή τους στην εμπειρία και ο αναγκαίος χαρακτήρας της προκύπτει όχι από κάποιο a priori status τους, αλλά από το γεγονός ότι αντιστοιχούν σε αντικειμενικές σχέσεις που γενικεύονται από την ανθρώπινη νόηση.

Για τον Καντ, ο τρισδιάστατος ευκλείδειος χώρος και ο παγκόσμιος χρόνος αποτελούν a priori μορφές της εποπτείας. Στην πραγματικότητα, οι έννοιες αυτές αντιστοιχούν σε ιδιότητες των αισθητηρίων μας αλλά και σε ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των επιστημών. Οι κατηγορίες του χώρου και του χρόνου, όπως και οι κατηγορίες της νόησης (αιτιότητα, κτλ), είναι ιστορικές κατηγορίες: στιγμές της γνωστικής διαδικασίας, προσεγγιστικές απεικονίσεις μιας πραγματικότητας ανεξάντλητης στο χώρο, στο χρόνο και σε μορφές ύπαρξης.

Η δημιουργία των μη-ευκλείδειων γεωμετριών, απέδειξε το σφάλμα της καντιανής αντίληψης για το χώρο και το χρόνο, ως προεμπειρικές μορφές της εποπτείας. Η Ευκλείδεια γεωμετρία αντιστοιχεί στις χαμηλές τεχνικές της αρχαιότητας, καθώς και στη μηχανική επιστήμη του 17ου, του 18ου και του 19ου αιώνα. Σήμερα γνωρίζουμε άλλες, μη ευκλείδειες γεωμετρίες, οι οποίες φαίνεται να αντιστοιχούν σε αντικειμενικές σχέσεις ανάμεσα στο χώρο, το χρόνο και την ύλη (π.χ. η καμπυλότητα του χώρου καθορίζεται από την κατανομή της ύλης). Έτσι η νόησή μας είναι ικανή να υπερβεί το άκαμπτο ευκλείδειο πλαίσιο, και να συλλάβει νέες χωρο-χρονικές σχέσεις. Παρόμοια η γενετική και η μαρξιστική ψυχολογία απέδειξαν τον ιστορικό χαρακτήρα των κατηγοριών, μέσα από την αναζήτηση της γενεαλογίας τους, δηλαδή της ιστορικής διαδικασίας του σχηματισμού τους, σαν γενίκευσης της ανθρώπινης πράξης [16].

Ιστορικότητα των κατηγοριών δεν σημαίνει βέβαια ότι η ιστορία υπήρχε χωρίς, π.χ., το νόμο της αιτιότητας. Η αιτιότητα, ως αντικειμενική σχέση, υπάρχει ανεξάρτητα από τη νόηση και τις θεωρίες μας. Άρα, ιστορικότητα σημαίνει απλώς: 1) Ότι οι κατηγορίες διαμορφώνονται σαν η γενίκευση της ιστορικής πράξης. Γι΄ αυτό ο αριθμός και το περιεχόμενό τους μεταβάλλονται σε συνάρτηση με την πράξη. 2) Ότι οι οντολογικές κατηγορίες ισχύουν για μια ορισμένη περιοχή του χώρου και για ορισμένη χρονική περίοδο, επειδή εξαιτίας της εξέλιξης της ύλης, οι νόμοι είναι τυπικοί: αντιστοιχούν στις δομές και στις σχέσεις που υπάρχουν σε μια ορισμένη φάση της εξέλιξης του θεωρούμενου τμήματος του σύμπαντος. (Οι νόμοι της βιολογίας, π.χ., δεν υπάρχουν στον ήλιο, και ήταν ανύπαρκτοι στη γη πριν από λίγα δισεκατομμύρια χρόνια). Ακόμα περισσότερο: Πιθανόν οι «αιώνιοι» νόμοι της φύσης και οι «παγκόσμιες σταθερές» να είναι χωροχρονικές συναρτήσεις, όπως υποστήριξαν οι Mach, Dirce και άλλοι φυσικοί [17].

Η αντικειμενικότητα των επιστημών φαίνεται παράδοξη στα πλαίσια της καντιανής επιστημολογίας, επειδή η λεγόμενη ενότητα της συνείδησης, ακόμα και αν υπάρχει και όπως υπάρχει, δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει την αντιστοιχία ανάμεσα στους νόμους των επιστημών και τους νόμους της φύσης. Και δεν αποτελεί απάντηση στο κεφαλαιώδες ερώτημα για τη δυνατότητα αντικειμενικής και αποτελεσματικής γνώσης, το να λέμε ότι τα πράγματα καθεαυτά υπακούουν σε νόμους ανεξάρτητους από τη νόησή μας, αλλά ότι τα φαινόμενα είναι απλές παραστάσεις που υπόκεινται στους νόμους της δικής μας νόησης.

4. Οι επιστημονικές προτάσεις υπόκεινται σε εμπειρικό έλεγχο –σε επαλήθευση ή διάψευση. Το κριτήριο του εμπειρικού ελέγχου είναι ένα αναγκαίο κριτήριο αλήθειας ή σφάλματος, με συμπληρωματικά κριτήρια τη συνεκτικότητα των αξιωμάτων, την ορθότητα των συλλογισμών και του μαθηματικού φορμαλισμού κτλ. Εν τούτοις δεν πρόκειται για κάποιο απόλυτο, εξωϊστορικό κριτήριο. Η αξιοπιστία του εξαρτάται από μια σειρά τεχνολογικούς και ιδεολογικούς παράγοντες. Γι΄ αυτό ακριβώς είναι ένα ιστορικό και όχι ανιστορικό κριτήριο, όπως φαντάζεται ο νεώτερος εμπειρισμός.

Ας συγκεκριμενοποιήσουμε τον προηγούμενο ισχυρισμό:

α) Η εφαρμοσιμότητα του εμπειρικού κριτηρίου εξαρτάται από μια σειρά εξωτερικούς παράγοντες και, πάνω απ΄ όλα, από τις δυνατότητες του πειραματικού ελέγχου, δηλαδή από το επίπεδο της τεχνολογίας. Τον περασμένο αιώνα, π.χ., θα ήταν αδύνατο να ελεγχθεί μια πρόταση που θα αφορούσε την ύπαρξη δομής στο άτομο ή μια πρόταση που θα ισχυριζόταν ότι η λεγόμενη ενέργεια κατέχει μάζα. Τυχόν έλεγχος αυτών των προτάσεων, θα τις διέψευδε και η διάψευση θα ήταν ψευδής. Αντίστοιχα, πριν από την εφεύρεση του μικροσκοπίου, θα ήταν αδύνατο να επιβεβαιωθεί ή να διαψευσθεί ο ισχυρισμός ότι τα ζώα αποτελούνται από κύτταρα.

β) Η υποτιθέμενη ασυμμετρία ανάμεσα στην επαλήθευση και στη διάψευση και ο υποτιθέμενος κρίσιμος χαρακτήρας της δεύτερης δεν συμφωνούν με την ιστορία των επιστημών. Υπάρχουν υποθέσεις («προτάσεις») που είναι αναμφίβολα επαληθεύσιμες (π.χ. η ύπαρξη των ατόμων ή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων) και άλλες που είναι αναμφίβολα διαψεύσιμες (π.χ. η υπόθεση της απόλυτης κίνησης στο χώρο).

γ) Υπάρχουν «επαληθεύσεις» που είναι εσφαλμένες, όπως η επαλήθευση της υπόθεσης ότι το άτομο είναι συμπαγές, ελεγχόμενη με την πειραματική τεχνική του περασμένου αιώνα. Αντίστοιχα, υπάρχουν «διαψεύσεις» που είναι ψευδείς, όπως η διάψευση της υπόθεσης ότι η ενέργεια έχει μάζα, διάψευση που θα γινόταν με την προσχετικιστική τεχνολογία.

δ) Υπάρχουν, τέλος, περισσότερο περίπλοκες καταστάσεις, όπου είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί απ΄ ευθείας το κριτήριο της επαλήθευσης/διάψευσης. Η πρόταση, π.χ. ότι το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο δεν μπορεί να ελεγχθεί με απ΄ ευθείας και μονοσήμαντο τρόπο. Στις γενικότερες αυτές καταστάσεις είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούμε στατιστικές μεθόδους και μπορούμε να προβλέψουμε μόνο την πιθανότητα μιας θετικής ή αρνητικής απάντησης. Εν τούτοις η τυχόν γνώση των εσωτερικών διεργασιών που καθορίζουν το φαινόμενο δίνει τη δυνατότητα για μια ουσιαστική απάντηση, η οποία υπερβαίνει το τυπικό θετικιστικό κριτήριο.

Συνολικά: το κριτήριο του εμπειρικού ελέγχου εφαρμόζεται κάθε φορά με τρόπο που προσδιορίζεται από τις ιδιομορφίες του προβλήματος. Η δυνατότητα και η αξιοπιστία του είναι συνάρτηση του επιπέδου του πειραματικού ελέγχου. Αλλά το να τεθεί καν το ερώτημα και αν θα πραγματοποιηθεί ή όχι ο έλεγχος, καθορίζεται ακόμα και από ιδεολογικές, φιλοσοφικές και κοινωνικές προκαταλήψεις. (Το Μεσαίωνα, π.χ., δύσκολα θα τολμούσε κανείς να επιχειρήσει μια επαλήθευση της υπόθεσης του Αρίσταρχου).

5. Η παρατήρηση και το πείραμα είναι αποφασιστικές στιγμές της επιστημονικής έρευνας. Συχνά, με βάση τα παρατηρησιακά δεδομένα, διατυπώνεται μια επιστημονική υπόθεση. Αυτό βέβαια δεν είναι πάντοτε δυνατό, γιατί συχνά η υπόθεση υπερβαίνει τα δεδομένα και συνιστά ένα γνωσιακό άλμα. Αλλά στην περίπτωση που η υπόθεση διατυπώνεται επαγωγικά, αυτόματα εγείρεται το ερώτημα για την αποδεικτική αξία της επαγωγής.

Ο Χιουμ, ο Πόππερ και άλλοι στοχαστές αμφισβήτησαν την αποδεικτική αξία της επαγωγής. Αλλά η επιχειρηματολογία τους ήταν τυπική και συνεπώς όχι αποδεικτική. Επειδή το ουσιαστικό επιχείρημα δεν είναι πόσες φορές επαληθεύτηκε ή διαψεύστηκε μία πρόταση. Δεν έχουμε ανάγκη από μια άπειρη σειρά ελέγχων, επειδή η επιστήμη δεν είναι απλώς στατιστική. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι μια πρόταση είναι αληθής και μια άλλη ψευδής, όχι επειδή τις επαληθεύσαμε / διαψεύσαμε άπειρες φορές, αλλά επειδή γνωρίζουμε τις εσωτερικές, αναγκαίες και γενετικές σχέσεις που καθορίζουν τα αντίστοιχα φαινόμενα. Γνωρίζουμε, π.χ., ότι ο ήλιος θα ανατείλει αύριο, όχι απλώς επειδή η εμπειρία μας το βεβαιώνει, αλλά επειδή οι νόμοι του Νεύτωνα μας δίδουν τη δυνατότητα να υπολογίσουμε την κάθε στιγμή τη θέση της γης γύρω από τον ήλιο. Επίσης σχετικά με το κλασικό παράδειγμα της πρότασης: όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί. Η αλήθεια αυτής της πρότασης δεν θεμελιώνεται απλώς στην παρατήρηση. Δεν θεμελιώνεται επαγωγικά, επειδή, όπως ορθά έχει παρατηρηθεί, η επαγωγή αφήνει πάντα ένα στοιχείο αβεβαιότητας. Η αλήθεια αυτής της πρότασης θεμελιώνεται στη γνώση των γενετικών δομών του είδους, οι οποίες καθορίζουν με βεβαιότητα τα χαρακτηριστικά όλων των ατόμων του. Η γνώση των ουσιαστικών δομών και μηχανισμών αίρει το στοιχείο αβεβαιότητας στο οποίο σκόνταφτε πάντοτε η απλοϊκή αντίληψη του εμπειρισμού [18].

6. Πράγματι, ο εμπειρισμός είναι μια απλοϊκή επιστημολογία. Άλλοτε σταματά στο φαινόμενο το οποίο αποκόπτει από την πηγή του, και το αναγορεύει σε μοναδική «πραγματικότητα» (Χιουμ, θετικισμός). Άλλοτε πάλι ανακύπτει το φαινόμενο, αναγορεύοντας τη φυσική πραγματικότητα απρόσιτη στη νόηση (Καντ). Αλλά ολόκληρη η ιστορία της επιστήμης είναι μια πορεία από τα φαινόμενα στη γνώση των εσωτερικών μηχανισμών, από την περιγραφή στην εξήγηση των φαινομένων. Οι επιστήμες δεν αναγνωρίζουν τη διχοτομία ανάμεσα στο φαινόμενο και την ουσία. Το φαινόμενο είναι εκδήλωση και ταυτόχρονα επικάλυψη βαθύτερων δομών και σχέσεων, δηλαδή εκδήλωση και επικάλυψη της ουσίας. Όπως δίδασκε ο Ηράκλειτος, «αρμονία αφανώς, φανερής κρείσσων». Η εξέλιξη των επιστημών είναι η ιστορική διαδικασία η οποία μετασχηματίζει το άγνωστο σε γνωστό, αποκαλύπτει την ύπαρξη λανθανουσών οντοτήτων και σχέσεων, και διατυπώνει τις εσωτερικές, γενετικές σχέσεις που καθορίζουν τα φαινόμενα. Οι τυπικές επιστημολογίες απορρίπτουν την έννοια της ουσίας. Ασφαλώς, η έννοια αυτή, θεωρούμενη ότι αντιπροσωπεύει μια αμετάβλητη, αιώνια πραγματικότητα, πέρα από τα φαινόμενα, δεν είναι επιστημολογικά νόμιμη. Ωστόσο η έννοια γίνεται νόμιμη αν μ΄ αυτήν εννοούμε μια πραγματικότητα σε αέναη εξέλιξη, ανεξάντλητη σε βάθος και σε έκταση, μια ολότητα της οποίας τα μέρη καθορίζονται αμοιβαία και η οποία δεν υπάρχει πέρα από τα φαινόμενα, αλλά υπάρχει σαν ουσία και ταυτόχρονα σαν φαινόμενο μέσα στο αέναο γίγνεσθαι των πραγμάτων.

7. Ο απλοϊκός, στατικός εμπειρισμός οδηγεί στον αγνωστικισμό. Η βεβαιότητα της επιστημονικής πρόβλεψης είναι ακατανόητη, τόσο στα πλαίσια της επιστημολογίας του Χιουμ, όσο και στα πλαίσια του καντιανού αγνωστικισμού. Ο νεώτερος θετικισμός, με τη σειρά του, ισχυρίζεται ότι οι θεωρίες είναι αποδεκτές όχι ως αληθείς, αλλά ως επιβεβαιωμένες σε υψηλό βαθμό. Οι θεωρίες επιβεβαιώνονται (corroborated), αλλά δεν επαληθεύονται ποτέ. Πρόκειται για τη θέση του Χιουμ, σε σύγχρονη ορολογία. Υπάρχει, σύμφωνα μ΄ αυτή την άποψη, μια ενδογενής αβεβαιότητα στις φυσικές θεωρίες. Για το λόγο αυτό, οι θεωρίες ελέγχονται ενδοϋποκειμενικά. Ένα αντικειμενικό κριτήριο είναι αδύνατο. Αλλά όπως σημειώσαμε, η αλήθεια ή το ψεύδος των επιστημονικών προτάσεων δεν είναι πρόβλημα επαγωγικού συμπερασμού. Είναι πρόβλημα γνώσης των εσωτερικών αιτίων που καθορίζουν το φαινόμενο. Η γνώση αυτή εκμηδενίζει το στοιχείο αβεβαιότητας που είναι αναπόφευκτο στα πλαίσια της εμπειρικής επιστημολογίας. Από την άλλη πλευρά, η βεβαιότητα των επιστημονικών νόμων δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιστορικότητα δηλαδή τη σχετικότητα της επιστημονικής αλήθειας. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: Από το 1905 γνωρίζουμε ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους. Ότι δεν υπάρχουν καθεαυτοί, και ότι μόνο μια ενότητα των δύο «θα διατηρήσει μια ανεξάρτητη πραγματικότητα». Η πραγματικότητα αυτή επιβεβαιώθηκε από τη νεώτερη φυσική. Ωστόσο η αλήθεια της δεν είναι εξαντλητική. Η γενική θεωρία της σχετικότητας απεκάλυψε άλλες, πρόσθετες σχέσεις ανάμεσα στο χώρο, το χρόνο και την ύλη και το ίδιο ισχύει και για τη μικροφυσική. Και το πρόβλημα παραμένει ανοικτό [19].

8. Ο θετικισμός και γενικά οι φορμαλιστικές επιστημολογίες έχουν μια άκαμπτη αντίληψη για την αλήθεια και το σφάλμα: μια πρόταση είναι αληθής ή ψευδής –tertium non datur. Αλλά η επιστημονική αλήθεια είναι ιστορικά καθορισμένη –είναι αντικειμενική και ταυτόχρονα όχι απόλυτη (όχι απόλυτα εξαντλητική) αλλά σχετική. Ας πάρουμε το παράδειγμα του ατόμου. Η πρόταση: η ύλη αποτελείται από συμπαγή και άφθαρτα άτομα (Δημόκριτος, Δάλτων) κατέχει ένα στοιχείο αντικειμενικής αλήθειας, επειδή τα άτομα υπάρχουν σαν διάκριτες, αυτοτελείς οντότητες και είναι σταθερά στις χαμηλές ενέργειες και γενικά στα όρια της τεχνολογίας του 19ου αιώνα. Ταυτόχρονα η προηγούμενη αλήθεια είναι σχετική: το άτομο είναι μια δομημένη ολότητα και μπορεί να μεταστοιχειωθεί σε άλλα άτομα, αυθόρμητα στη φύση ή με τη σύγχρονη πυρηνική τεχνολογία. Η σχετικότητα της μηχανιστικής εικόνας για το άτομο δεν διαψεύδει ωστόσο τα στοιχεία της αντικειμενικής αλήθειας που περιέχεται στην κλασική ατομιστική. Το στοιχείο της αντικειμενικότητας των φυσικών θεωριών ενισχύεται κατά την πορεία της ανάπτυξης της επιστήμης, μέσα από τις συγκρούσεις των κλασικών ιδεών με τα εμπειρικά δεδομένα. Μέσα από τις επιστημονικές επαναστάσεις δημιουργούνται νέα θεωρητικά σχήματα, νέα «παραδείγματα», τα οποία απεικονίζουν πληρέστερα την αντικειμενική πραγματικότητα. Η επιστημονική αλήθεια δεν είναι απόλυτη, επειδή είναι αδύνατο να εξαντλήσουμε την πραγματικότητα. Εν τούτοις κατέχουμε αντικειμενικές αλήθειες. Η αποτελεσματικότητα των επιστημών οφείλεται στην αντιστοιχία ανάμεσα στις προτάσεις τους και σε όψεις της αντικειμενικής πραγματικότητας.

9. Το ερώτημα της αλήθειας ή του ψεύδους μιας «πρότασης» δεν μπορεί ν΄ απαντηθεί εξαντλητικά με τα κριτήρια του εμπειρισμού. Οι φυσικές θεωρίες δεν είναι ανιστορικές «προτάσεις» που μπορούν να κριθούν με άκαμπτα, τυπικά, ανιστορικά κριτήρια. Είναι «στιγμές» της θεωρητικοποίησης της επιστημονικής πράξης, «προϊόντα» της ανθρώπινης ιστορίας, και είναι δυνατόν να κριθούν μόνο με κατάλληλα ευλύγιστα κριτήρια. Μόνο με τη βοήθεια τέτοιων κριτηρίων είναι δυνατόν να συλλάβουμε τα στοιχεία αλήθειας, και ταυτόχρονα τα όρια μιας φυσικής θεωρίας, και να αναζητήσουμε τη γενεαλογία της όχι μόνο στο εσωτερικό της επιστήμης αλλά και στο σύνολο της ιδεολογίας της εποχής της. Οι έννοιες, π.χ. του απόλυτου χώρου και του απόλυτου χρόνου δεν εκφράζουν, όπως απέδειξε ο Αϊνστάιν, την πραγματική φύση του χωροχρόνου. Εντούτοις, οι έννοιες αυτές αποτελούν μια πρώτη προσέγγιση στις πραγματικές χωροχρονικές σχέσεις: ισχύουν σε μικρές περιοχές του σύμπαντος κενές από ύλη και για τις ταχύτητες της συνηθισμένης τεχνικής. Επί πλέον οι έννοιες αυτές αποτελούν έκφραση μιας γενικότερης μηχανιστικής αντίληψης, σύμφωνης με την εποπτεία και με τη θρησκευτική κοσμοεικόνα.

Κατά ανάλογο τρόπο οι φιλοσοφικές προτάσεις ή θέσεις δεν είναι προτάσεις που διατυπώνονται ανεξάρτητα από ένα σύνολο ιδεολογικών, κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων. Οι φιλοσοφικές προτάσεις θεωρητικοποιούν μια ορισμένη ιστορική πραγματικότητα. Είναι έκφραση ιστορικών αντιθέσεων και δυνατοτήτων. Κατά συνέπεια, όχι μόνο έχουν νόημα, αλλά και κατέχουν κάποια «τιμή αλήθειας»: Μπορεί να είναι ορθές, σύμφωνες με τις επιστήμες, ή μεταφυσικές (δηλαδή προτάσεις που δεν ελέγχονται άμεσα, αλλά που η προέλευσή τους μπορεί να ερμηνευθεί κοινωνιολογικά – γνωσιολογικά, που συνιστούν στοιχεία της κοινωνικής συνείδησης, και που –συνεπώς- έχουν νόημα). Η αντίθεση ανάμεσα στις επιστήμες και στη φιλοσοφία δεν είναι εξωτερική. Είναι μια αντίθεση που λειτουργεί στη βάση της ενότητας της ανθρώπινης γνώσης. Ακόμα περισσότερο: Είναι δυνατό να επαληθεύσουμε / διαψεύσουμε μια φιλοσοφική θέση όχι απευθείας, αλλά με ειδικό τρόπο: μέσα από μια εξωφιλοσοφική περιοχή, όπως η φυσική, η κοσμολογία, τα μαθηματικά, η ψυχολογία, κ.ο.κ. Παράδειγμα: η διάψευση της πρότασης του Θαλή και, αντίστροφα, η επαλήθευση της πρότασης του Δημόκριτου από τη νεώτερη Φυσική. Συχνά τα φιλοσοφικά ερωτήματα μετασχηματίζονται στην πορεία της γνώσης σε επιστημονικά και τότε απαντούνται, δηλαδή επαληθεύονται ή διαψεύδονται. Η χρονική απόσταση ανάμεσα στη διατύπωση μιας θέσης και στην επαλήθευση ή τη διάψευσή της μπορεί συνεπώς να είναι μεγάλη. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναμένουμε τη μαρτυρία της ιστορίας: ο έλεγχος των φιλοσοφικών προτάσεων με βάση τα δεδομένα των επιστημών είναι μια τρέχουσα πρακτική που μαρτυρεί για την ορθότητα ή μη αυτών των θέσεων, για τη συμφωνία τους ή την αντίφασή τους με τα επιστημονικά δεδομένα. Παράδειγμα: τα σημερινά δεδομένα των φυσικών επιστημών επιβεβαιώνουν την ορθότητα της θέσης ότι τα φυσικά φαινόμενα είναι αιτιοκρατημένα. Επίσης, η θέση για την απειρότητα του σύμπαντος εναρμονίζεται με τα δεδομένα, τόσο της μικροφυσικής, όσο και της κοσμολογίας [20].

10. Οι επιστήμες αναδύονται και αναπτύσσονται σαν η θεωρητική ιδιοποίηση των νόμων του αντικειμενικού κόσμου. Η ανάπτυξή τους καθορίζεται από την εσωτερική τους δυναμική, αλλά πραγματοποιείται σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες. Η επιστήμη «είναι» στην κοινωνία. Έτσι, η εξέλιξή της καθορίζεται από ένα αριθμό τεχνολογικών, οικονομικών, πολιτικών, στρατιωτικών και ιδεολογικών παραγόντων, εξωτερικών ως προς αυτές (π.χ. η εξέλιξη της πληροφορικής στην εποχή μας). Οι φορμαλιστικές επιστημολογίες επέμειναν στη σημασία των εσωτερικών ή των εξωτερικών παραγόντων, καθώς τους είναι αδύνατο να συλλάβουν τη διαλεκτική ενότητα του εσωτερικού και των όρων για την πραγμάτωσή του. Από την άλλη πλευρά, συνέλαβαν την εξέλιξη των επιστημών σαν μια σωρευτική, συνεχή διαδικασία (θετικισμός) ή, αντίθετα, σα μια διαδικασία που σημαδεύεται από ασυνεχείς αλλαγές, ρήξεις, «τομές», κ.ο.κ. (Μπασελάρ, Αλτουσέρ, κ.α.). Οι αντιλήψεις της «ριζικής ασυνέχειας» ήταν πολύ της μόδας στις τελευταίες δεκαετίες. Άλλες επιστημολογίες υπερτόνιζαν τον ψυχολογικό παράγοντα, ερμηνεύοντας τις επιστημονικές επαναστάσεις σαν αποτέλεσμα αυθαίρετων επιλογών του ενός ή του άλλου «παραδείγματος», από μία αφηρημένη κοινωνική κατηγορία, τη λεγόμενη «επιστημονική κοινότητα» (Th. Kuhn). Τα παραδείγματα είναι «μη συγκρίσιμα» και το ένα δεν είναι αληθέστερο από το άλλο. Η θέση αυτή του Κουν απορρίπτει την αντικειμενικότητα της επιστημονικής γνώσης. Με τον τρόπο αυτό, η «εξελικτική» επιστημολογία του είναι, στην πραγματικότητα, μια νέα μορφή αγνωστικισμού [21].

Η επιστήμη αλλάζει. Αλλάζει βαθμιαία, «ήπια», σε ομαλές περιόδους. Σε περιόδους κρίσης αλλάζει επαναστατικά. Οι επιστημονικές επαναστάσεις καθορίζονται πρωταρχικά από αντικειμενικούς παράγοντες, από τους οποίους ο πιο κρίσιμος είναι η αντίθεση ανάμεσα στην παλιά θεωρία και τα νέα εμπειρικά δεδομένα. Αλλά, επανάσταση δεν σημαίνει τυπική άρνηση. Σημαίνει διαλεκτική υπέρβαση. Οι δύο θεωρίες είναι επιστημονικά διαφορετικές. Ταυτόχρονα, η νέα δέχεται την παλαιά σαν οριακή ή σαν ειδική περίπτωση. (Αυτή είναι η περίπτωση της γαλιλαιϊκής και της σχετικιστικής μηχανικής ή της νευτώνειας και της σχετικιστικής θεωρίας της βαρύτητας). Το επιστημονικό γίγνεσθαι δεν ταυτίζεται με μια σειρά από «παραδείγματα», ούτε είναι μια σειρά από «trials and errors». Είναι η κατάκτηση αντικειμενικών αληθειών μέσα από τον αμοιβαίο καθορισμό θεωρίας και πράξης.

11. Ο Αλτουσέρ ισχυρίζεται ότι η ανάδυση μιας «επιστημονικής ηπείρου» είναι ισοδύναμη με το πέρασμα από την ιδεολογία (φανταστική σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο) στην επιστήμη. Η αντίληψη αυτή, όπως έγραψε αργότερα ο ίδιος ο Αλτουσέρ, αναπαράγει την τυπική αντίθεση ανάμεσα στην αλήθεια και το σφάλμα, που χαρακτηρίζει τον κλασικό ορθολογισμό [22]. Αλλά η ιδεολογία δεν είναι μια φανταστική σχέση με τον κόσμο, και οι επιστήμες δεν είναι «καθαρές» από ιδεολογικά στοιχεία. Οι επιστήμες θεμελιώθηκαν πάντοτε σε φιλοσοφικές και ιδεολογικές προκείμενες και τα θεμέλιά τους κατανοήθηκαν πάντοτε από κάποια ιδεολογική άποψη. Έτσι η επιστήμη «περιέχει» και ταυτόχρονα «παράγει» ιδεολογία. Η γνώση είναι ενιαία στη διαφορότητά της. Ωστόσο το γεγονός ότι η επιστήμη και η ιδεολογία είναι επιστημονικά διαφορετικές, δεν αποκλείει τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις και τους αλληλοκαθορισμούς αυτών των δύο βασικών μορφών κοινωνικής συνείδησης.

12. Ο θετικισμός διακήρυξε την εξαφάνιση (elimination) της μεταφυσικής. Οι φιλοσοφικές διαμάχες είναι άκαρπες. Η φιλοσοφία δεν παρέχει γνώση. Τα φιλοσοφικά προβλήματα είναι ψευδοπροβλήματα [23]. Η δογματική μεταφυσική είναι πράγματι ιστορικά άχρηστη. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι και η φιλοσοφία συνολικά (θεωρία της γνώσης, θεωρία του Είναι) είναι νεκρή. Ότι ανάμεσα στις επιστήμες και στη φιλοσοφία δεν υπάρχει μια ιστορικά μεταβαλλόμενη σχέση ενότητας και αντίθεσης, η οποία λειτουργεί μέσα από πλήθος διαμεσολαβημένες σχέσεις αμοιβαίου καθορισμού.

Αναφορικά με τις προφιλοσοφικές, μυθικές κοσμοαντιλήψεις: εδώ δεν τίθεται θέμα διάκρισης των πρώτων προεπιστημονικών μορφωμάτων από τη γενική – προφιλοσοφική κοσμοαντίληψη. Στην εποχή των προσωκρατικών, οι πρώτοι πυρήνες των επιστημών δεν έχουν αυτονομηθεί από τη γενικότερη φιλοσοφική θεώρηση της φύσης. Αλλά ήδη στην κλασική αρχαιότητα και προπαντός στην αλεξανδρινή περίοδο, οι πρώτοι επιστημονικοί κλάδοι (μαθηματικά, αστρονομία, μηχανική, ιατρική) αρχίζουν να αυτονομούνται από τη φιλοσοφία. Η διαδικασία αυτή έγινε πιο ριζική μετά την Αναγέννηση και σημαδεύτηκε από δραματικές ρήξεις (Κοπέρνικος, Γαλιλαίος, παρατηρησιακή ιατρική, κτλ). Οι διαφορές αντικειμένου, μεθόδων, κριτηρίων αληθείας, συνιστούν τα στοιχεία αντίθεσης των επιστημών και της φιλοσοφίας. Ειδικά, με την εξέλιξη των επιστημών μια σειρά φιλοσοφικά προβλήματα απαντήθηκαν και έπαψαν να είναι προβλήματα της φιλοσοφίας (γεωμετρικό ή μη σύμπαν, συνέχεια ή ασυνέχεια της ύλης, ύπαρξη κενού, ύπαρξη έμφυτων ιδεών, ζωική δύναμη, κτλ). Η επιστήμη, όπως λέγεται, κατατρώγει τα οικόπεδα της φιλοσοφίας. Αλλά αυτή δεν είναι η μόνη σχέση ανάμεσά τους.

Κατ΄ αρχήν, όπως τονίστηκε παραπάνω, καμιά επιστήμη δεν θεμελιώθηκε χωρίς οντολογικές και γνωσιολογικές προϋποθέσεις. Έτσι, π.χ. είχαμε μια θεωρησιακή απόπειρα θεμελίωσης της Μηχανικής από τον Καρτέσιο στα πλαίσια μιας θεολογικής αντίληψης για τον κόσμο, και τη θεμελίωση της ίδιας επιστήμης από τον Γαλιλαίο με βάση τις θεμελιώδεις παραδοχές μιας μηχανιστικής οντολογίας. Επίσης η πιο ολοκληρωμένη μορφή της Μηχανικής, στο έργο του Νεύτωνα, θεμελιώθηκε σε μηχανιστικές και θεολογικές παραδοχές. Αλλά και στην εποχή μας, η Σχετικότητα, π.χ. οικοδομήθηκε σε ρητές οντολογικές παραδοχές και οι δύο διαφορετικές διατυπώσεις της κβαντικής μηχανικής (η κυματική και η μηχανική των μητρών) έχουν σαν αφετηρία διάφορες φυσικές – φιλοσοφικές παραδοχές (τον ρεαλισμό η πρώτη, τον θετικισμό η δεύτερη). Οι επιστήμες περιέχουν πάντα στα θεμέλιά τους φιλοσοφικές – ιδεολογικές παραδοχές, και με τη σειρά τους «παράγουν» ιδεολογία. Απόδειξη: οι μεγάλες φιλοσοφικές – ιδεολογικές συγκρούσεις του αιώνα μας που ξεκίνησαν από τα δεδομένα της μικροφυσικής και της κοσμολογίας.

13. Η επιστήμη δομείται με έννοιες που είναι λειτουργικές, συχνά εκφράζονται με μαθηματική μορφή, και το περιεχόμενό τους ελέγχεται εμπειρικά. Η φιλοσοφία έχει σαν γενικότερο αντικείμενό της τις κατηγορίες που το περιεχόμενό τους γενικά υπερβαίνει τη δυνατότητα άμεσου εμπειρικού ελέγχου. Αλλά οι έννοιες και οι κατηγορίες συνιστούν δύο κόσμους χωρίς επικοινωνία; Το γεγονός ότι ορισμένες λέξεις λειτουργούν σαν έννοιες στο επίπεδο των επιστημών και σαν κατηγορίες στο επίπεδο της φιλοσοφίας μαρτυρεί την ύπαρξη προβλήματος. Πράγματι, λέξεις όπως ύλη, χώρος, χρόνος, κίνηση, αιτιότητα, άπειρο κτλ., είναι επιστημονικές έννοιες και ταυτόχρονα φιλοσοφικές κατηγορίες. Η λειτουργία τους στα δύο διαφορετικά επίπεδα προσέγγισης της πραγματικότητας είναι διαφορετική. Ωστόσο οι γενικές αυτές έννοιες των φυσικών επιστημών ασκούν μια λειτουργία διαμεσολαβητική ανάμεσα στο επίπεδο της επιστήμης και στο επίπεδο της φιλοσοφίας. Η δυνατότητα επικοινωνίας εξηγεί, άλλωστε, τόσο τη φιλοσοφική εμβέλεια των επιστημών, όσο και την επιστημολογική – ευρετική λειτουργία της φιλοσοφίας. Τις γενικές αυτές έννοιες θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε οιωνεί φιλοσοφικές έννοιες.

Οι προτάσεις της φιλοσοφίας υπερβαίνουν τις δυνατότητες ενός άμεσου εμπειρικού ελέγχου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι γενικά διατυπώνονται ανεξάρτητα από τα δεδομένα των επιστημών και ότι, κατά συνέπεια, είναι έξω από κάθε δυνατότητα ελέγχου ή, ακόμα περισσότερο, ότι στερούνται νοήματος. Οι σχέσεις των κατηγοριών με την επιστημονική πρακτική εξαρτώνται από το βαθμό γενικότητας και αφαίρεσης των πρώτων, αλλά και από τη φιλοσοφική σκοπιά από την οποία προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους. Υπάρχουν π.χ. προτάσεις που προκύπτουν από μια γενίκευση και υπέρβαση της επιστημονικής εμπειρίας και που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ορθές. Τέτοιες, π.χ. είναι οι προτάσεις: τα φαινόμενα είναι αιτιοκρατημένα˙ η κίνηση είναι ενδογενής ιδιότητα της ύλης˙ η αντίθεση είναι οντολογική κατηγορία. Επίσης υπάρχουν κατηγορίες και αντίστοιχες προτάσεις που έστω και αν οι καταβολές τους βρίσκονται στο χώρο της εμπειρίας, έχουν τέτοιο βαθμό καθολικότητας ώστε να μην μπορούν να χαρακτηριστούν ορθές ή μη ορθές, αλλά σύμφωνες ή μη με την πραγματικότητα. Τέτοιες, π.χ. είναι οι προτάσεις για την αυθυπαρξία ή την απειρότητα της φύσης. Τέλος, υπάρχουν προτάσεις που, έστω και αν εκφράζουν συγκεκριμένες γνωσιακές και κοινωνικές καταστάσεις, έστω και αν η γενεαλογία τους μπορεί να ανασυσταθεί και να ερμηνευθεί, παρά ταύτα δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν με βάση εμπειρικά δεδομένα. Τέτοιες π.χ. είναι οι προτάσεις: η αρχή του σύμπαντος είναι πνευματική˙ η ψυχή είναι άυλη και αθάνατη, κτλ. Ωστόσο και οι προτάσεις αυτές ελέγχονται επιστημονικά: άλλοτε αποδεικνύεται ότι αντιφάσκουν με την εμπειρία (π.χ. η ύπαρξη ψυχής χωριστά από το σώμα) και άλλοτε, μετά από μια ιστορική διαδρομή, απλώς διαψεύδονται (π.χ. η ύπαρξη ζωικής δύναμης ή η πλατωνική πρόταση ότι ο κόσμος είναι ζώον έμψυχον και έννουν).

14. Η φιλοσοφία ασκεί λοιπόν κάποια γνωστική λειτουργία, άρα σχετίζεται, ως προς αυτό, με τις επιστήμες; Η φιλοσοφία δεν παράγει ειδική γνώση. Ωστόσο παράγει γνώση στο επίπεδό της, δηλαδή στο επίπεδο της οντολογικής και γνωσιοθεωρητικής έρευνας: παράγει γνώση εφόσον γενικεύει ορθολογικά τα δεδομένα της κοινωνικής πρακτικής και παράγει «ιδεολογία» εφόσον κατασκευάζει θεωρησιακά συστήματα. Αλλά ακόμα και στην πρώτη περίπτωση, η γνωστική λειτουργία της φιλοσοφίας αφορά τις γενικές νομοτέλειες της γνωστικής λειτουργίας και του Είναι.

Αλλά υπάρχει και μια έμμεση γνωστική λειτουργία της φιλοσοφίας στο χώρο των επιστημών. Η φιλοσοφία δεν δικαιούται να ασκεί οποιαδήποτε κανονιστική λειτουργία ως προς την επιστημονική γνώση. Αναπόφευκτα ωστόσο ασκεί μία λειτουργία στη θεμελίωση των επιστημών και απ΄ αυτή την άποψη μπορεί να δράσει σαν καταλύτης αλλά και σαν εμπόδιο στο γίγνεσθαι των επιστημών. Ταυτόχρονα, η φιλοσοφία ασκεί μια λειτουργία στην έρευνα και την ερμηνεία των επιστημών. Οι διαμάχες για την ερμηνεία της Σχετικότητας και της κβαντικής μηχανικής είναι χαρακτηριστικές αυτής της λειτουργίας της φιλοσοφίας. Τέλος, η φιλοσοφία ασκεί μια αναμφισβήτητη λειτουργία στον καθορισμό της στρατηγικής της επιστημονικής έρευνας.

Αλλά οι σχέσεις επιστημών και φιλοσοφίας δεν εξαντλούνται στις προηγούμενες συνοπτικές επισημάνσεις.

15. Η προηγούμενη ανάλυση δικαιώνει, ενδεχομένως, την άποψη ότι η επιστημολογία έχει αντικείμενο, ότι ασχολείται με πραγματικά και δύσκολα ερωτήματα και ότι το αυξανόμενο σχετικό ενδιαφέρον δεν είναι συμπτωματικό. Ύστερα από μια μακρά και αντιφατική προϊστορία, η επιστημολογία έγινε ένας κλάδος με το αντικείμενό της, με τις μεθόδους και τη γνωσιοθεωρητική, λειτουργία της.


Ο Ευτύχης Μπιτσάκης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Σημείωση: Η ιδιότητα του συντάκτη αφορά στην ημερομηνία της αρχικής δημοσίευσης του κειμένου (ΠΓ).

Πηγή: Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, 4 (1987), 127-145
____________

Σημειώσεις

* Ευχαριστίες. Θέλω να ευχαριστήσω και απ΄ αυτή τη θέση την Δρα Β. Τσινόρεμα και τον Δρα Κ. Αντωνόπουλο, για τη συνεισφορά τους στην τελική διαμόρφωση του κειμένου.

[1] R. Descartes, Principes, Vrin, Paris 1971, Seconde partie, § 37.

[2] Βλ., π.χ.: G. Galilei, Two News Sciences, Dover Publ; I. Newton, Principia, Univ. of California Press, 1947; Id. Opticks, Dover Publ.; Laplace, OEuvres Complètes, Gauthier-Villars, Paris, Vol. 7.

[3] Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ο Καρτέσιος, ο Πασκάλ, ο Σπινόζα, ο Μαλμπράνς, ο Μπέρκλεϋ κ.α. ήταν όλοι δημιουργοί μεγάλων φιλοσοφικών συστημάτων κατά τον 17ο και στις αρχές του 18ου αιώνα. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία το γεγονός ότι κατά την ίδια περίοδο ο Φ. Μπέηκον, ο Χομπς, ο Λοκ, ο Χιουμ, ο Γκασσαντί, ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ, ο Νεύτων, κ.α. ήταν οι θεμελιωτές του εμπειρισμού και της νέας, μηχανικής επιστήμης.

[4] D. Hume, Enquires Concerning Human Understanding, Oxford, Clarendon Press, § 119-123.

[5] D. Hume, Ibid., § 132.

[6] E. Bitsakis, Le Pensè, 204 (1979), pp. 161-185.

[7] E. Kant, Critique of Pure Reason, Henry G. Bon, MDCCCLV. Γαλλική μετάφραση: Critique de la raison pure, P.U.F., 1975. Του ίδιου: Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική (μετ. Γ. Τζαβάρα), Δωδώνη, 1982.

[8] E. Mach, The Analysis of Sensations, Dover, σ. 367-68.

[9] M. Schlick, Μορφή και περιεχόμενο: μια εισαγωγή στο φιλοσοφικό στοχασμό, Εγνατία, σ. 256.

[10] Στο ίδιο, σ. 90 και 92.

[11] Βλ. Carnap, Φιλοσοφία και Λογική Σύνταξη, Εγνατία. M. Schlick, ό.π. L. Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus, Routledge and Kegan Paul, London, 1963.

[12] Οι θετικιστές δεν δέχονται σε κάθε περίπτωση και ρητά αυτή την υποκειμενική φιλοσοφία. Γενικά ταλαντεύονται ανάμεσα σε ένα δειλό και αντιφατικό ρεαλισμό και ένα μη συνεχή υποκειμενισμό.

[13] Βλ. L. Wittgenstein, op. cit., 5-62 και 5-14.

[14] K. Popper, The Logic of Scientific Discovery, Hutchinson, London 1962.

[15] Αριστοτέλη, Φυσικά, 113α.

[16] Οι Einstein και Piaget θεωρούν ότι η καντιανή θέση για τον a priori χαρακτήρα του χώρου και του χρόνου και των κατηγοριών της νόησης ακυρώθηκε από τις νεώτερες γεωμετρίες και τη γενετική ψυχολογία.

[17] Βλ. E. Bitsakis, Physique et Matèrialisme, Ed. Societes, Paris, 1983.

[18] Υπάρχουν και μαύροι κύκνοι. Το διαφορετικό χρώμα οφείλεται σε μια διαφορετική χημική ουσία, η οποία παράγεται μέσω διαφορετικών μηχανισμών, εξαιτίας ενός διαφορετικού γενετικού κώδικα. Το όλο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα στατιστικής και επαγωγής αλλά πρόβλημα γνώσης δομών και σχέσεων.

[19] Βλ. το πρωτότυπο κείμενο του Minkowski, στο Einstein et al., The Principle of Relativity, Dover Publ. Για μια επιστημολογική ανάλυση, βλ. E. Bitsakis, Physique et Matèrialisme, op. cit. ch. 5, 6, 7.

[20] Βλ. E. Bitsakis, Sciluce et Philosophie (υπό δημοσίευση).

[21] Βλ. P. Feyerabent, Against Method, Verso Edition, 1982 και The Kuhn, The Structure of Scientific Revolutions, Univ. of Chicago Press, 1970.

[22] L. Althusser, Elèments d’ Autocritique, Hachete, Paris, 1974.

[23] Βλ. π.χ. A. J. Ayer, Language, Truth and Logic, Dover Publ., σ. 33 και επ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.