Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς




του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν

Όταν λένε χρεοκοπία της Διεθνούς εννοούν κάποτε μόνο την τυπική πλευρά του ζητήματος, δηλαδή τη διακοπή της διεθνούς σύνδεσης ανάμεσα στα σοσιαλιστικά κόμματα των εμπόλεμων χωρών, το γεγονός ότι δεν είναι δυνατό να συγκληθεί ούτε διεθνής συνδιάσκεψη ούτε το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο κτλ. Αυτή την άποψη δέχονται ορισμένοι σοσιαλιστές των ουδέτερων, μικρών χωρών, πιθανό ακόμη και τα περισσότερα επίσημα κόμματα αυτών των χωρών και έπειτα οι οπορτουνιστές και οι υπερασπιστές τους. 

Ο κ. Βλ. Κοσόβσκι υπεράσπισε στο ρωσικό τύπο αυτή τη θέση με ειλικρίνεια άξια κάθε αναγνώρισης στο φύλ. αρ. 8 του «Δελτίου Πληροφοριών» της Μπουντ και η Σύνταξη του «Δελτίου» δεν έγραψε ούτε λέξη που να δείχνει ότι δεν συμφωνεί με τον αρθρογράφο. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι η υπεράσπιση του εθνικισμού από τον κ. Κοσόβσκι, ο οποίος έφτασε στο σημείο να δικαιολογεί τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες που ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις, θα βοηθήσει πολλούς εργάτες να πειστούν τελικά για τον αστικοεθνικιστικό χαρακτήρα της Μπουντ.

Για τους συνειδητούς εργάτες ο σοσιαλισμός είναι μια σοβαρή πεποίθηση και όχι βολικό κάλυμμα των μικροαστικών – συμφιλιωτιστικών και εθνικιστικών – αντιπολιτευτικών τάσεων. Λέγοντας χρεοκοπία της Διεθνούς, οι συνειδητοί εργάτες εννοούν την κραυγαλέα προδοσία της πλειοψηφίας των επίσημων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων απέναντι στις επισημότατες διακηρύξεις τους στους λόγους στα διεθνή συνέδρια της Στουτγάρδης και της Βασιλείας, στις αποφάσεις αυτών των συνεδρίων κτλ. Μόνο όσοι δεν θέλουν να δουν αυτή την προδοσία, μόνο όσοι δεν τους συμφέρει να τη δουν, μόνο αυτοί μπορούν και να μην τη βλέπουν. Διατυπώνοντας το πρόβλημα με επιστημονικό τρόπο, δηλ. από την άποψη της σχέσης ανάμεσα στις τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας, πρέπει να πούμε ότι τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και επικεφαλής τους, σε πρώτη γραμμή, το γερμανικό κόμμα, το μεγαλύτερο κόμμα της ΙΙ Διεθνούς, το κόμμα με τη μεγαλύτερη επιρροή, πέρασαν με το μέρος του γενικού τους επιτελείου, της κυβέρνησής τους, της αστικής τους τάξης ενάντια στο προλεταριάτο. Το γεγονός αυτό έχει κοσμοϊστορική σημασία, γι΄ αυτό δεν μπορούμε να μη σταθούμε σε μια όσο το δυνατόν ολόπλευρη ανάλυσή του. Από πολύ καιρό έχει αναγνωριστεί ότι οι πόλεμοι, παρ΄ όλες τις φρικαλεότητες και τις συμφορές που προκαλούν, φέρνουν κι ένα λίγο-πολύ μεγάλο όφελος, γιατί αποκαλύπτουν, ξεσκεπάζουν και καταστρέφουν αμείλικτα ένα μεγάλο μέρος από το σάπιο, το ξεπερασμένο, το νεκρωμένο που υπάρχει στους θεσμούς της ανθρώπινης κοινωνίας. Έτσι και ο ευρωπαϊκός πόλεμος του 1914-1915 άρχισε επίσης να φέρνει αναμφισβήτητο όφελος στην ανθρωπότητα, γιατί δείχνει στην πρωτοπόρα τάξη των πολιτισμένων χωρών ότι μέσα στα κόμματά της έχει ωριμάσει ένα απαίσιο απόστημα γεμάτο πύο και ότι από κάπου έρχεται μια ανυπόφορη μυρωδιά πτωμαΐνης. 


Ι

Έχουμε άραγε να κάνουμε με προδοσία των κυριότερων σοσιαλιστικών κομμάτων της Ευρώπης απέναντι σ΄ όλες τις πεποιθήσεις και τα καθήκοντά τους; Γι΄ αυτό το ζήτημα δεν τους αρέσει, εννοείται, να μιλάνε ούτε οι ίδιοι οι προδότες, ούτε εκείνοι που ξέρουν στα σίγουρα –ή που μαντεύουν αόριστα- ότι θα χρειαστεί να διατηρούν φιλικές σχέσεις και να τα ταιριάζουν μαζί τους. Μα όσο κι αν αυτό είναι δυσάρεστο στις διάφορες «αυθεντίες» της ΙΙ Διεθνούς ή στους φραξιονιστές φίλους τους μέσα στους σοσιαλδημοκράτες της Ρωσίας, πρέπει να δούμε τα πράγματα κατά πρόσωπο, να τα πούμε με τ΄ όνομά τους, να δείξουμε στους εργάτες την αλήθεια.

Υπάρχουν άραγε συγκεκριμένα στοιχεία για τον τρόπο που έβλεπαν τα σοσιαλιστικά κόμματα τα καθήκοντα και την τακτική τους πριν από το σημερινό πόλεμο και με την πρόβλεψη αυτού του πολέμου; Αναμφισβήτητα υπάρχουν. Είναι η απόφαση του Διεθνούς σοσιαλιστικού συνεδρίου της Βασιλείας του 1912, που την αναδημοσιεύουμε μαζί με την απόφαση του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού συνεδρίου του Χέμνιτς του ίδιου χρόνου [1], για να υπενθυμίσουμε τα «ξεχασμένα λόγια» του σοσιαλισμού. Η απόφαση αυτή, βγάζοντας τα συμπεράσματα από την τεράστια γραπτή προπαγάνδα και ζύμωση όλων των χωρών ενάντια στον πόλεμο, αποτελεί την πιο ακριβολογημένη και την πιο πλήρη, την πιο επίσημη και την πιο τυπική έκθεση των σοσιαλιστικών απόψεων για τον πόλεμο και την τακτική απέναντι στον πόλεμο. Και μόνο το γεγονός ότι καμιά αυθεντία της χτεσινής Διεθνούς και του σημερινού σοσιαλσοβινισμού, ούτε ο Χάιντμαν, ούτε ο Γκεντ, ούτε ο Κάουτσκι, ούτε ο Πλεχάνοφ δεν τολμούν να θυμίσουν στους αναγνώστες τους αυτή την απόφαση και είτε δεν μιλούν καθόλου γι΄ αυτή, είτε παραθέτουν (σαν τον Κάουτσκι) περικοπές από δευτερεύοντα σημεία της, αποφεύγοντας όλα τα ουσιώδη –και μόνο αυτό το γεγονός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί διαφορετικά παρά σαν προδοσία. Το να αποδέχεται κανείς τις πιο «αριστερές» αρχιεπαναστατικές αποφάσεις, για να τις ξεχνά μετά με τον πιο ξετσίπωτο τρόπο ή να τις απαρνείται- είναι μια από τις πιο χτυπητές εκδηλώσεις της χρεοκοπίας της Διεθνούς και ταυτόχρονα μια από τις πιο χτυπητές αποδείξεις ότι σήμερα μπορούν να πιστεύουν στη «διόρθωση» του σοσιαλισμού, στη «βελτίωση της γραμμής του» απλώς και μόνο με αποφάσεις, μόνο άνθρωποι πού η χωρίς προηγούμενο αφέλειά τους συνορεύει με την πονηρή επιθυμία τους να διαιωνίσουν την παλιά υποκρισία.

Μπορούμε να πούμε ότι μέχρι χθες τον Χάιντμαν –που πριν τον πόλεμο είχε κάνει στροφή και είχε αρχίσει να υπερασπίζεται τον ιμπεριαλισμό- όλοι οι «καθώς πρέπει» σοσιαλιστές τον θεωρούσαν παράξενο-εκκεντρικό και όλοι δεν μιλούσαν γι΄ αυτόν παρά με περιφρονητικό τόνο. Και σήμερα, στη θέση που βρίσκεται ο Χάιντμαν κατρακύλησαν ολοκληρωτικά οι πιο επιφανείς σοσιαλδημοκράτες ηγέτες όλων των χωρών- η μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ τους βρίσκεται στις αποχρώσεις και στην ιδιοσυγκρασία. Και δεν είμαστε καθόλου σε θέση να κρίνουμε και να χαρακτηρίσουμε με κοινοβουλευτική κάπως έκφραση πολιτικής γενναιότητας ανθρώπους που, όπως λόγου χάρη οι δημοσιολόγοι της «Νάσε Σλόβο», γράφουν με περιφρονητικό τόνο για τον «κύριο» Χάιντμαν, ενώ για τον «σύντροφο» Κάουτσκι μιλούν –ή σωπαίνουν- με σεβασμό (ή με δουλοπρέπεια;). Μπορεί άραγε να συμβιβάσει κανείς μια τέτοια στάση με το σεβασμό προς το σοσιαλισμό και προς τις πεποιθήσεις του γενικά; Αν έχετε πειστεί για την καλπιά και τον ολέθριο χαρακτήρα του σοβινισμού του Χάιντμαν, δεν πρέπει άραγε να στρέψετε την κριτική και τις επιθέσεις σας ενάντια σ΄ έναν υπερασπιστή παρόμοιων απόψεων, που έχει μεγαλύτερη επιρροή και είναι πιο επικίνδυνος, ενάντια στον Κάουτσκι;

Τις απόψεις του Γκεντ τον τελευταίο καιρό τις έκφρασε ίσως πιο λεπτομερειακά από κάθε άλλον, ο γκεντιστής Σαρλ Ντυμά στη μπροσουρίτσα του: «Τι είδους ειρήνη επιθυμούμε». Αυτός ο «διευθυντής του γραφείου του Ζυλ Γκεντ» -έτσι υπογράφει στο εξώφυλλο της μπροσούρας- «παραθέτει», εννοείται, προηγούμενες δηλώσεις σοσιαλιστών με πατριωτικό πνεύμα (όπως παραθέτει παρόμοιες δηλώσεις και ο γερμανός σοσιαλσοβινιστής Ντάβιντ στην τελευταία του μπροσούρα για την υπεράσπιση της πατρίδας) [2], δεν παραθέτει όμως την διακήρυξη της Βασιλείας! Γι΄ αυτή τη διακήρυξη δεν λέει λέξη και ο Πλεχάνοφ, που μας σερβίρει με ύφος ασυνήθιστης αυτοϊκανοποίησης σοβινιστικές κοινοτοπίες. Ο Κάουτσκι μοιάζει με τον Πλεχάνοφ: παραθέτει περικοπές από τη διακήρυξη της Βασιλείας, παραλείπει όμως όλα τα επαναστατικά σημεία της (δηλ. ό,τι αποτελεί το ουσιαστικό περιεχόμενό της!) –ίσως με το πρόσχημα της λογοκρισίας… Η αστυνομία και οι στρατιωτικές αρχές, απαγορεύοντας με τη λογοκρισία να μιλάει κανείς για ταξική πάλη και για επανάσταση, ήλθαν «πάνω στην ώρα» σε βοήθεια των προδοτών του σοσιαλισμού!

Μήπως όμως η διακήρυξη της Βασιλείας αποτελεί μια έκκληση χωρίς περιεχόμενο, χωρίς τίποτε το ξεκάθαρο ούτε από ιστορική άποψη, ούτε από άποψη τακτικής, που να έχει άμεση σχέση με το σημερινό συγκεκριμένο πόλεμο;

Ακριβώς το αντίθετο. Η απόφαση της Βασιλείας έχει λιγότερο κενές και επιδεικτικές φράσεις και περισσότερο συγκεκριμένο περιεχόμενο από κάθε άλλη απόφαση. Η απόφαση της Βασιλείας μιλάει για εκείνον ακριβώς τον πόλεμο που άρχισε ήδη, για εκείνες ακριβώς τις ιμπεριαλιστικές προστριβές που ξέσπασαν το 1914-1915. Οι προστριβές της Αυστρίας και της Σερβίας για τα Βαλκάνια κτλ, της Αγγλίας και της Γερμανίας για τις αγορές και τις αποικίες γενικά, της Ρωσίας και της Τουρκίας κτλ. για την Αρμενία και την Κωνσταντινούπολη –να για τί μιλάει η απόφαση της Βασιλείας, προβλέποντας ακριβώς το σημερινό πόλεμο. Η απόφαση της Βασιλείας, μιλώντας ακριβώς για το σημερινό πόλεμο ανάμεσα στις «μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης», λέει ότι ο πόλεμος αυτός  «δ ε ν  μ π ο ρ ε ί  ο ύ τ ε  μ ε  τ ο  π α ρ α μ ι κ ρ ό τ ε ρ ο  π ρ ό σ χ η μ α  ν α  δ ι κ α ι ο λ ο γ η θ ε ί  ό τ ι  γ ί ν ε τ α ι  γ ι α  τ ο  λ α ϊ κ ό  σ υ μ φ έ ρ ο ν»!

Κι αν σήμερα ο Πλεχάνοφ και ο Κάουτσκι –παίρνουμε τους δυό πιο τυπικούς και πιο κοντινούς σε μας σοσιαλιστές με κύρος, που ο ένας γράφει στα ρωσικά, ενώ ο άλλος μεταφράζεται στα ρωσικά από τους λικβινταριστές- ζητάνε να βρουν (με τη βοήθεια του Αξελρόντ) διάφορες «δικαιολογίες ότι ο πόλεμος γίνεται προς το συμφέρον του λαού» (ή πιο σωστά, φτηνές δικαιολογίες, παρμένες από τον αστικό Τύπο των βουλεβάρτων), αν με ύφος σοφού και με ένα απόθεμα διαστρεβλωμένων περικοπών από τον Μαρξ αναφέρονται σε «παραδείγματα», στους πολέμους του 1813 και του 1870 (Πλεχάνοφ) ή του 1854-1871, του 1876-1877, του 1897 (Κάουτσκι)- τότε στ΄ αλήθεια μόνο άνθρωποι χωρίς ίχνος σοσιαλιστικής πεποίθησης, χωρίς σταγόνα σοσιαλιστικής συνείδησης μπορούν να παίρνουν «στα σοβαρά» παρόμοια επιχειρήματα, μπορούν να μην τα χαρακτηρίσουν πρωτάκουστο ιησουϊτισμό, υποκρισία και εκπόρνευση του σοσιαλισμού! Η γερμανική Διοίκηση του κόμματος («φόρσταντ») μπορεί να καταριέται το καινούργιο περιοδικό του Μέρινγκ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ («Η Διεθνής») για τη σωστή κρίση του σχετικά με τον Κάουτσκι˙ ο Βαντερβέλντε, ο Πλεχάνοφ, ο Χάιντμαν και Σία μπορούν να μεταχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο τους αντιπάλους τους με τη βοήθεια της αστυνομίας της «τριπλής συνεννόησης» -εμείς θα απαντήσουμε με απλή αναδημοσίευση της διακήρυξης της Βασιλείας, που ξεσκεπάζει αυτή τη στροφή των ηγετών, στροφή που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί διαφορετικά παρά σαν προδοσία.

Η απόφαση της Βασιλείας δεν μιλάει για εθνικό, για λαϊκό πόλεμο –τέτοιοι πόλεμοι έγιναν στην Ευρώπη και είναι μάλιστα χαρακτηριστικοί για την εποχή του 1789-1871- δεν μιλάει για επαναστατικό πόλεμο που οι σοσιαλδημοκράτες ποτέ δεν τον απαρνήθηκαν, αλλά για το σημερινό πόλεμο, που έχει σαν βάση τον «καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό» και τα «δυναστικά συμφέροντα», που έχει σαν βάση την «κατακτητική πολιτική» και των δυό ομάδων των εμπόλεμων δυνάμεων και της αυστρογερμανικής και της αγγλο-γαλλο-ρωσικής. Ο Πλεχάνοφ, ο Κάουτσκι και Σία εξαπατούν απλούστατα τους εργάτες, όταν επαναλαμβάνουν το ιδιοτελές ψέμα της αστικής τάξης όλων των χωρών, που με όλες τις δυνάμεις της επιδιώκει να παρουσιάσει αυτό τον ιμπεριαλιστικό, τον αποικιακό, το ληστρικό πόλεμο σαν πόλεμο λαϊκό, αμυντικό (αδιάφορο για ποιον) και όταν προσπαθούν να τον δικαιολογήσουν με διάφορα παραδείγματα παρμένα από μη ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Το πρόβλημα του ιμπεριαλιστικού, ληστρικού, αντιπρολεταριακού χαρακτήρα του σημερινού πολέμου ξεπέρασε από καιρό το στάδιο ενός καθαρά θεωρητικού προβλήματος. Δεν κρίθηκε μόνο θεωρητικά ο ιμπεριαλισμός, σε όλα τα κύρια χαρακτηριστικά του, σαν πάλη της ετοιμοθάνατης, της σαθρής, της σαπισμένης αστικής τάξης για το μοίρασμα του κόσμου και για την υποδούλωση των «μικρών» εθνών˙ δεν επαναλήφθηκαν μόνο χιλιάδες φορές τα επιχειρήματα αυτά σ΄ όλο τον απειράριθμο, καθημερινό Τύπο των σοσιαλιστών όλων των χωρών˙ δεν εξέθεσε μόνο με εκλαϊκευτικό τρόπο, λόγου χάρη ο εκπρόσωπος του «συμμάχου μας» έθνους γάλλος Ντελεζί, στην μπροσούρα του για τον «Επικείμενο πόλεμο» (του 1911!), το ληστρικό χαρακτήρα του σημερινού πολέμου και από μέρους της γαλλικής αστικής τάξης. Κάτι περισσότερο. Οι εκπρόσωποι των προλεταριακών κομμάτων όλων των χωρών εξέφρασαν ομόφωνα και επίσημα στη Βασιλεία την ακλόνητη πεποίθησή τους ότι έρχεται ένας πόλεμος με ιμπεριαλιστικό ακριβώς χαρακτήρα κι΄ έβγαλαν απ΄ αυτό συμπεράσματα τακτικής. Γι΄ αυτό, ανάμεσα στ΄ άλλα, πρέπει ν΄ απορριφθούν αμέσως, σαν σοφιστείες όλα όσα γράφονται σχετικά με το ότι δεν συζητήθηκε αρκετά η διαφορά ανάμεσα στην εθνική και τη διεθνή τακτική (σύγκρινε την τελευταία συνέντευξη του Αξελρόντ στη «Νάσε Σλόβο», αρ. φύλ. 87 και 90) κτλ., κτλ. Αυτό είναι σοφιστεία. Γιατί ένα πράγμα είναι η ολόπλευρη επιστημονική μελέτη του ιμπεριαλισμού˙ μια τέτοια μελέτη μόλις αρχίζει και δεν έχει ουσιαστικά τέλος, όπως δεν έχει τέλος και η επιστήμη γενικά. Κι΄ άλλο πράγμα είναι οι βάσεις της σοσιαλιστικής τακτικής ενάντια στον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό, που εκτέθηκαν σε εκατομμύρια αντίτυπα των σοσιαλδημοκρατικών εφημερίδων και στην απόφαση της Διεθνούς. Τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν είναι λέσχες συζητήσεων, αλλά οργανώσεις του μαχόμενου προλεταριάτου και όταν μια σειρά τάγματα περνούν με το μέρος του εχθρού πρέπει να τα κατονομάσουμε και να τα στιγματίσουμε σαν προδοτικά, χωρίς να αφήνουμε να μας «πιάσουν» με υποκριτικούς λόγους για το ότι «δεν» καταλαβαίνουν «όλοι το ίδιο» τον ιμπεριαλισμό, ότι να, ο σοβινιστής Κάουτσκι και ο σοβινιστής Κούνοφ είναι σε θέση να γράψουν τόμους γι΄ αυτό το ζήτημα, ότι το ζήτημα «δεν έχει συζητηθεί αρκετά» κτλ. κτλ. Ο καπιταλισμός σ΄ όλες τις εκδηλώσεις της ληστρικότητάς του και σ΄ όλες τις παραμικρότερες διακλαδώσεις της ιστορικής του ανάπτυξης και των εθνικών ιδιομορφιών του δεν θα μελετηθεί ποτέ ως το τέλος˙ οι επιστήμονες (και κυρίως οι στοχαστικοί) δεν θα πάψουν ποτέ να συζητάνε για τη μια ή την άλλη λεπτομέρειά του. Θα ήταν γελοίο «γι΄ αυτό το λόγο» να παραιτηθούμε από το σοσιαλιστικό αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, από την αντιπαράθεσή μας σ΄ εκείνους που πρόδωσαν αυτό τον αγώνα –και τι άλλο μας προτείνουν τάχα ο Κάουτσκι, ο Κούνοφ, ο Αξελρόντ κτλ;

Κανένας δεν αποπειράθηκε καν να αναλύσει σήμερα που ο πόλεμος έγινε πραγματικότητα την απόφαση της Βασιλείας και να δείξει ότι η απόφαση αυτή δεν είναι σωστή!


ΙΙ

Μήπως όμως οι ειλικρινείς σοσιαλιστές ήταν υπέρ της απόφασης της Βασιλείας, προβλέποντας ότι ο πόλεμος θα δημιουργήσει επαναστατική κατάσταση, τα γεγονότα όμως τους διέψευσαν και η επανάσταση αποδείχτηκε ανέφικτη;

Με τέτοια ακριβώς σοφιστεία προσπαθεί ο Κούνοφ να δικαιολογήσει το πέρασμά του στο στρατόπεδο της αστικής τάξης (στην μπροσούρα «Χρεοκοπία του κόμματος;» και σε μια σειρά άρθρα) και παρόμοια «επιχειρήματα» με μορφή υπαινιγμών συναντούμε σε όλους σχεδόν τους σοσιαλσοβινιστές που έχουν επικεφαλής τον Κάουτσκι. Οι ελπίδες για επανάσταση αποδείχτηκαν αυταπάτες και δεν είναι δουλειά ενός μαρξιστή να υπερασπίζει τις αυταπάτες –έτσι κρίνει τα πράγματα ο Κούνοφ˙ μα ο οπαδός αυτός του Στρούβε δεν λέει ούτε λέξη για την «αυταπάτη» όλων εκείνων που υπόγραψαν τη διακήρυξη της Βασιλείας, αλλά σαν άνθρωπος πολύ ευγενής στην καταγωγή προσπαθεί να τα ρίξει όλα στους αριστερούς, όπως είναι λ.χ. ο Πάννεκουκ και ο Ράντεκ!

Ας εξετάσουμε στην ουσία του το επιχείρημα ότι οι συντάκτες της διακήρυξης της Βασιλείας πίστευαν ειλικρινά ότι θα ξεσπάσει επανάσταση, τα γεγονότα όμως τους διέψευσαν. Η διακήρυξη της Βασιλείας λέει -1) ότι ο πόλεμος θα δημιουργήσει οικονομική και πολιτική κρίση˙ 2) ότι οι εργάτες θα θεωρήσουν τη συμμετοχή τους στον πόλεμο έγκλημα, θα θεωρήσουν εγκληματικό «το να πυροβολούν ο ένας τον άλλον για τα κέρδη των καπιταλιστών, για τις φιλοδοξίες των δυναστειών, για την εκπλήρωση των μυστικών διπλωματικών συμφώνων», ότι ο πόλεμος προκαλεί «αγανάκτηση και αναβρασμό» μέσα στους εργάτες˙ 3) ότι οι σοσιαλιστές είναι υποχρεωμένοι να επωφεληθούν απ΄ αυτή την κρίση και απ΄ αυτές τις ψυχικές διαθέσεις των εργατών για «να ξεσηκώσουν το λαό και να επιταχύνουν την κατάρρευση του καπιταλισμού»˙ 4) ότι όλες χωρίς εξαίρεση «οι κυβερνήσεις» δεν μπορούν ν΄ αρχίσουν τον πόλεμο «χωρίς κίνδυνο για τον εαυτό τους»˙ 5) ότι οι κυβερνήσεις «φοβούνται την προλεταριακή επανάσταση»˙ 6) ότι οι κυβερνήσεις «πρέπει να θυμηθούν» την Κομμούνα του Παρισιού (δηλ. τον εμφύλιο πόλεμο), την επανάσταση του 1905 στη Ρωσία κτλ. Όλα αυτά είναι πεντακάθαρες σκέψεις˙ δεν περιέχουν την εγγύηση ότι θα ξεσπάσει η επανάσταση˙ το βάρος στις σκέψεις αυτές ρίχνεται στον ακριβή χαρακτηρισμό των γεγονότων και τάσεων. Όποιος υποστηρίζει, παίρνοντας αφορμή απ΄ αυτές τις σκέψεις και απ΄ αυτούς τους συλλογισμούς, ότι το αναμενόμενο ξέσπασμα της επανάστασης αποδείχτηκε αυταπάτη, δεν δείχνει μαρξιστική στάση, μια στάση στρουβιστική, στάση αστυνομική ενός αποστάτη.

Για έναν μαρξιστή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι αδύνατο να γίνει χωρίς επαναστατική κατάσταση, μα κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί σε επανάσταση. Ποια είναι, μιλώντας γενικά, τα γνωρίσματα μιας επαναστατικής κατάστασης; Ασφαλώς δεν θα πέσουμε έξω, αν υποδείξουμε τρία βασικά γνωρίσματα, τα παρακάτω: 1) Η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν σε αναλλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους˙ η μια είτε η άλλη κρίση των «κορυφών», η κρίση της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης που δημιουργεί ρωγμή, απ΄ όπου εισχωρεί η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός των καταπιεζόμενων τάξεων. Συνήθως, για να ξεσπάσει η επανάσταση δεν είναι αρκετό «τα κάτω στρώματα να μη θέλουν», μα χρειάζεται ακόμη και «οι κορυφές να μην μπορούν» να ζήσουν όπως παλιά. 2) Επιδείνωση, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών, που σε «ειρηνική» εποχή αφήνουν να τις ληστεύουν ήσυχα, ενώ σε καιρούς θύελλας τραβιούνται τόσο απ΄ όλες τις συνθήκες της κρίσης, όσο και από τις ίδιες τις «κορυφές», σε αυτοτελή ιστορική δράση.

Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές, που δεν εξαρτώνται από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά ούτε και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων, η επανάσταση, κατά γενικό κανόνα, δεν μπορεί να γίνει. Το σύνολο αυτών των αντικειμενικών αλλαγών είναι εκείνο που ονομάζεται επαναστατική κατάσταση. Τέτοια κατάσταση υπήρχε το 1905 στη Ρωσία και σ΄ όλες τις εποχές των επαναστάσεων στη Δύση˙ τέτοια όμως κατάσταση υπήρχε και στα 1860-1870 στη Γερμανία και στην περίοδο 1859-1861 και 1879-1880 στη Ρωσία, αν και σ΄ αυτές τις περιπτώσεις δεν έγινε καμιά επανάσταση. Γιατί; Γιατί δεν γεννά κάθε επαναστατική κατάσταση επανάσταση, αλλά μόνο μια τέτοια κατάσταση, όπου οι αντικειμενικές αλλαγές, που απαριθμήσαμε, συνενώνονται με τις υποκειμενικές αλλαγές και συγκεκριμένα: με την ικανότητα της επαναστατικής τάξης να αναλάβει επαναστατική μαζική δράση, αρκετά ισχυρή, ώστε να τσακίσει (ή να εξασθενίσει σημαντικά) την παλιά κυβέρνηση που ποτέ, ακόμη και σε εποχή κρίσεων, δεν «πέφτει», αν δεν τη «ρίξουν».

Αυτές είναι οι μαρξιστικές απόψεις για την επανάσταση, που αμέτρητες φορές έχουν αναπτυχθεί και αναγνωριστεί σαν αναμφισβήτητες σ΄ όλους τους μαρξιστές και που για μας, τους Ρώσους, επιβεβαιώθηκαν πολύ συγκεκριμένα από την πείρα του 1905. Και προβάλλει το ερώτημα, τι πρόβλεπε απ΄ αυτή την άποψη η διακήρυξη της Βασιλείας του 1912 και τι έγινε το 1914-1915.

Πρόβλεπε μια επαναστατική κατάσταση, που περιγράφεται σύντομα με τη διατύπωση «οικονομική και πολιτική κρίση». Είχαμε άραγε τέτοια κατάσταση; Δεν χωράει αμφιβολία ότι είχαμε. Ο σοσιαλσοβινιστής Λεντς (που υπερασπίζει το σοβινισμό πιο ανοιχτά, πιο ειλικρινά, πιο τίμια, από τους υποκριτές Κούνοφ, Κάουτσκι, Πλεχάνοφ και Σία) υποστήριξε μάλιστα ότι «ζούμε μια ιδιόμορφη επανάσταση» (σελ. 6 της μπροσούρας του «Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία και ο πόλεμος», Βερολίνο, 1915). Η πολιτική κρίση είναι πραγματικότητα: καμιά κυβέρνηση δεν είναι απαλλαγμένη δεν είναι σίγουρη για την επαύριο, καμιά κυβέρνηση δεν είναι απαλλαγμένη από τον κίνδυνο δημοσιονομικής χρεοκοπίας, από τον κίνδυνο απώλειας εδαφών, από τον κίνδυνο να τη διώξουν από τη δική της χώρα (όπως έδιωξαν την κυβέρνηση του Βελγίου). Όλες οι κυβερνήσεις ζουν σαν πάνω σε ηφαίστειο, όλες κάνουν οι ίδιες έκκληση στην αυτενέργεια και στον ηρωισμό των μαζών. Ολόκληρο το πολιτικό καθεστώς της Ευρώπης έχει κλονιστεί και κανένας ασφαλώς δεν θ΄ αρνηθεί ότι μπήκαμε (και μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά –τα γράφω αυτά την ημέρα της κήρυξης του πολέμου από μέρους της Ιταλίας) σε εποχή πολύ μεγάλων πολιτικών κλονισμών. Αν ο Κάουτσκι, δυό μήνες ύστερα από την κήρυξη του πολέμου, έγραφε (στις 2 του Οκτώβρη 1914 στη «Neue Zeit») ότι «ποτέ η κυβέρνηση δεν είναι τόσο ισχυρή, ποτέ τα κόμματα δεν είναι τόσο αδύνατα, όσο στις αρχές του πολέμου», αυτό είναι δείγμα πλαστογράφησης της ιστορικής επιστήμης από τον Κάουτσκι προς όφελος των διάφορων Ζύντεκουμ και των άλλων οπορτουνιστών. Ποτέ η κυβέρνηση δεν έχει τόση ανάγκη από τη συμφωνία όλων των κομμάτων των κυρίαρχων τάξεων και από την «ειρηνική» υποταγή των καταπιεζόμενων τάξεων σ΄ αυτή την κυριαρχία, όσο τον καιρό του πολέμου. Αυτό είναι το πρώτο. Και, δεύτερο, αν «στις αρχές του πολέμου», ιδιαίτερα σε μια χώρα που περιμένει γρήγορη νίκη, η κυβέρνηση φαίνεται παντοδύναμη, κανένας ποτέ και πουθενά στον κόσμο δεν σύνδεσε την αναμονή μιας επαναστατικής κατάστασης αποκλειστικά με τη στιγμή της «έναρξης» του πολέμου και πολύ περισσότερο δεν ταύτισε το «φαινομενικό» με την πραγματικότητα.

Ότι ο ευρωπαϊκός πόλεμος θα είναι ασύγκριτα πιο σκληρός από τους άλλους, αυτό όλος ο κόσμος το ήξερε, το έβλεπε και το αναγνώριζε. Η πείρα του πολέμου το επιβεβαιώνει όλο και περισσότερο. Ο πόλεμος επεκτείνεται. Τα πολιτικά θεμέλια της Ευρώπης κλονίζονται όλο και περισσότερο. Τα βάσανα των μαζών είναι τρομερά και οι προσπάθειες των κυβερνήσεων, της αστικής τάξης και των οπορτουνιστών ν΄ αποσιωπήσουν αυτά τα βάσανα ναυαγούν όλο και πιο συχνά. Τα κέρδη ορισμένων ομάδων των καπιταλιστών από τον πόλεμο είναι πρωτάκουστα, τόσο μεγάλα που προκαλούν σκάνδαλο. Η όξυνση των αντιθέσεων είναι τεράστια. Ο υπόκωφος αναβρασμός των μαζών, ο αόριστος πόθος των καταπιεσμένων και καθυστερημένων στρωμάτων για μια δίκαιη («δημοκρατική») ειρήνη, το μουρμουρητό που αρχίζει στα «κάτω στρώματα» -όλα αυτά είναι πραγματικότητα. Κι΄ όσο περισσότερο παρατείνεται και οξύνεται ο πόλεμος, τόσο περισσότερο οι ίδιες οι κυβερνήσεις αναπτύσσουν και θα αναπτύσσουν τη δραστηριότητα των μαζών, καλώντας τις να εντείνουν τις δυνάμεις τους πάνω από το κανονικό και να δείξουν αυτοθυσία. Η πείρα του πολέμου, όπως και η πείρα κάθε κρίσης στην ιστορία, κάθε μεγάλης συμφοράς και κάθε στροφής στη ζωή του ανθρώπου, αποβλακώνει ορισμένους και τους κάνει να λυγίζουν, σε αντάλλαγμα όμως διαφωτίζει και ατσαλώνει άλλους και η ιστορία όλου του κόσμου δείχνει γενικά ότι ο αριθμός και η δύναμη αυτών των τελευταίων είναι –εκτός από μερικές σπάνιες περιπτώσεις παρακμής και καταστροφής του ενός ή του άλλου κράτους- μεγαλύτερα από τον αριθμό και τη δύναμη των πρώτων.

Η σύναψη ειρήνης όχι μόνο δεν μπορεί να σταματήσει «μονομιάς» όλες αυτές τις συμφορές και όλη αυτή την όξυνση των αντιθέσεων, αλλά, αντίθετα, από πολλές απόψεις θα κάνει τις συμφορές αυτές ακόμη πιο αισθητές και ιδιαίτερα ανάγλυφες για τις πιο καθυστερημένες μάζες του πληθυσμού.

Με δυό λόγια, στις περισσότερες προηγμένες χώρες και στις περισσότερες μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης έχουμε επαναστατική κατάσταση. Από την άποψη αυτή η πρόβλεψη της διακήρυξης της Βασιλείας δικαιώθηκε πέρα για πέρα. Να αρνείται κανείς αυτή την αλήθεια άμεσα ή έμμεσα ή να την αποσιωπά, όπως κάνουν ο Κούνοφ, ο Πλεχάνοφ, ο Κάουτσκι και Σία, σημαίνει ότι λέει τη μεγαλύτερη αναλήθεια, ότι εξαπατά την εργατική τάξη και εξυπηρετεί την αστική τάξη. Στη «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» (αρ. φύλ. 34, 40 και 41) παραθέσαμε στοιχεία τα οποία δείχνουν ότι οι άνθρωποι που φοβούνται την επανάσταση, οι χριστιανοί παπάδες-μικροαστοί, τα γενικά επιτελεία, οι εφημερίδες των εκατομμυριούχων είναι αναγκασμένοι να διαπιστώσουν τα συμπτώματα μιας επαναστατικής κατάστασης στην Ευρώπη.

Θα διαρκέσει άραγε πολύ αυτή η κατάσταση και θα οξυνθεί ακόμη περισσότερο; Θα οδηγήσει άραγε σε επανάσταση; Αυτό δεν το ξέρουμε και κανένας δεν μπορεί να το ξέρει. Αυτό θα το δείξει μόνο η πείρα της ανάπτυξης των επαναστατικών διαθέσεων και του περάσματος της πρωτοπόρας τάξης, του προλεταριάτου, σε επαναστατική δράση. Εδώ δεν μπορεί να γίνει συζήτηση ούτε γενικά για «αυταπάτες», ούτε για διάψευση των αυταπατών, γιατί κανένας σοσιαλιστής ποτέ και πουθενά δεν εγγυήθηκε ότι ο σημερινός ακριβώς πόλεμος (και όχι ο επόμενος), η σημερινή ακριβώς επαναστατική κατάσταση (και όχι η αυριανή) θα γεννήσει την επανάσταση. Εδώ πρόκειται για την πιο αναμφισβήτητη και την πιο βασική υποχρέωση όλων των σοσιαλιστών: η υποχρέωσή τους ν΄ αποκαλύπτουν μπροστά στις μάζες την ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης, να εξηγούν το πλάτος και το βάθος της, να ξυπνούν την επαναστατική συνείδηση και την επαναστατική αποφασιστικότητα του προλεταριάτου, να το βοηθούν να περνάει σε επαναστατική δράση και να ιδρύουν τις οργανώσεις που θα δρουν προς αυτή την κατεύθυνση, οργανώσεις που να ανταποκρίνονται στην επαναστατική κατάσταση.

Ποτέ κανένας υπεύθυνος σοσιαλιστής με επιρροή δεν τόλμησε να αμφισβητήσει ότι αυτή ακριβώς είναι η υποχρέωση των σοσιαλιστικών κομμάτων και η διακήρυξη της Βασιλείας, χωρίς να διαδίδει και χωρίς να τρέφει ούτε την ελάχιστη «αυταπάτη» μιλάει γι΄ αυτήν ακριβώς την υποχρέωση των σοσιαλιστών: να ξυπνούν, να «τραντάζουν» το λαό (και όχι να τον αποκοιμίζουν με το σοβινισμό, όπως κάνουν ο Πλεχάνοφ, ο Αξελρόντ και ο Κάουτσκι) «να επωφελούνται» από την κρίση για «να επιταχύνουν» την κατάρρευση του καπιταλισμού, να έχουν οδηγό τους τα παραδείγματα της Κομμούνας και του Οκτώβρη-Δεκέμβρη του 1905. Η μη εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης από τα σύγχρονα κόμματα είναι προδοσία από μέρους τους, ισοδυναμεί με τον πολιτικό θάνατό τους, με την απάρνηση του ρόλου τους, με το πέρασμά τους με το μέρος της αστικής τάξης.


ΙΙΙ

Πως όμως μπόρεσε να συμβεί ώστε οι πιο επιφανείς εκπρόσωποι και ηγέτες της ΙΙ Διεθνούς να προδώσουν το σοσιαλισμό; Στο ερώτημα αυτό θα σταθούμε λεπτομερειακά πιο κάτω, αφού εξετάσουμε πρώτα τις προσπάθειες που έγιναν για να δικαιολογηθεί «θεωρητικά» αυτή η προδοσία. Ας επιχειρήσουμε να χαρακτηρίσουμε τις κυριότερες θεωρίες του σοσιαλσοβινισμού, που εκπρόσωποί τους μπορούν να θεωρηθούν ο Πλεχάνοφ (ο Πλεχάνοφ επαναλαμβάνει κατά προτίμηση τα επιχειρήματα των αγγλογάλλων σοβινιστών, του Χάιντμαν και των καινούργιων οπαδών του) και ο Κάουτσκι (ο τελευταίος χρησιμοποιεί πολύ πιο «λεπτεπίλεπτα» επιχειρήματα που φαίνονται ασύγκριτα πιο σοβαρά από θεωρητική άποψη).

Απ΄ όλες τις θεωρίες η θεωρία του «πρωταίτιου» φαίνεται μάλλον η πιο πρωτόγονη. Μας επιτέθηκαν, υπερασπίζουμε τον εαυτό μας˙ τα συμφέροντα του προλεταριάτου επιβάλλουν να προβληθεί αντίσταση στους παραβιαστές της ευρωπαϊκής ειρήνης. Αυτό είναι η επωδός των δηλώσεων όλων των κυβερνήσεων και των επιδεικτικών διακηρύξεων όλου του αστικού και του κίτρινου Τύπου σ΄ όλο τον κόσμο. Κι΄ αυτή την τόσο χιλιοειπωμένη προστυχιά ο Πλεχάνοφ την εξωραΐζει με την υποχρεωτική γι΄ αυτόν το συγγραφέα ιησουίτικη προσφυγή στη «διαλεκτική»: για να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε τη συγκεκριμένη κατάσταση, πρέπει δήθεν πρώτ΄ απ΄ όλα να βρούμε τον πρωταίτιο και να ξεμπερδέψουμε μ΄ αυτόν, αναβάλλοντας όλα τα άλλα ζητήματα, ωσότου δημιουργηθεί μια καινούργια κατάσταση (βλ. την μπροσούρα του Πλεχάνοφ «Για τον πόλεμο», Παρίσι, 1914, και την επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων από τον Αξελρόντ στην «Γκόλος», αρ. φύλ. 86 και 87). Ο Πλεχάνοφ έσπασε ρεκόρ στο ευγενικό έργο της υποκατάστασης της διαλεκτικής με τη σοφιστική. Ο σοφιστής αρπάζει στην τύχη ένα από τα «επιχειρήματα» και ακόμη ο Χέγκελ έλεγε με το δίκιο του ότι «επιχειρήματα» μπορείς να βρεις κυριολεκτικά για το καθετί που υπάρχει στον κόσμο. Η διαλεκτική απαιτεί την ολόπλευρη μελέτη του δοσμένου κοινωνικού φαινομένου στην εξέλιξή του και την αναγωγή του εξωτερικού, του φαινομενικού στις βασικές κινητήριες δυνάμεις, στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην ταξική πάλη. Ο Πλεχάνοφ αρπάζει στην τύχη μια περικοπή από το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό Τύπο: ακόμη και οι ίδιοι οι Γερμανοί αναγνώριζαν, λέει, πριν από τον πόλεμο σαν πρωταίτιους την Αυστρία και τη Γερμανία –κι΄ αυτό είναι όλο. Ο Πλεχάνοφ όμως αποσιωπά το γεγονός ότι οι ρώσοι σοσιαλιστές ξεσκέπασαν επανειλημμένα τα κατακτητικά σχέδια του τσαρισμού σε βάρος της Γαλικίας, της Αρμενίας κτλ. Δεν κάνει την παραμικρότερη προσπάθεια να θίξει την οικονομική και διπλωματική ιστορία έστω και των τριών τελευταίων δεκαετιών –και η ιστορία αυτή αποδείχνει αναμφισβήτητα ότι η κατάκτηση αποικιών, η ληστεία ξένων εδαφών, η εκτόπιση και η καταστροφή του ανταγωνιστή που είχε μεγαλύτερες επιτυχίες, αποτελούσαν τον κύριο ακριβώς άξονα της πολιτικής και των δυό ομάδων των εμπόλεμων σήμερα δυνάμεων [1*].

Η βασική θέση της διαλεκτικής εφαρμοζόμενη στον πόλεμο, θέση που τόσο ξετσίπωτα τη διαστρεβλώνει ο Πλεχάνοφ προς το συμφέρον της αστικής τάξης, συνίσταται στο ότι «ο πόλεμος είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής με άλλα» (και συγκεκριμένα, βίαια) «μέσα». Αυτή η διατύπωση είναι του Κλαούζεβιτς [2*], ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς για τα προβλήματα της ιστορίας του πολέμου, που οι ιδέες του γονιμοποιήθηκαν από τον Χέγκελ. Και αυτή ακριβώς ήταν πάντα η άποψη του Μαρξ και του Ένγκελς που έβλεπαν κάθε πόλεμο σαν συνέχιση της πολιτικής των δοσμένων, των ενδιαφερόμενων κρατών –και των διάφορων τάξεων μέσα σ΄ αυτά τα κράτη- σε μια δοσμένη περίοδο.

Ο χοντροκομμένος σοβινισμός του Πλεχάνοφ τοποθετείται στην ίδια απόλυτα θεωρητική θέση, που κατέχει ο πιο εκλεπτυσμένος, συμβιβαστικός και απατηλός σοβινισμός του Κάουτσκι, όταν αυτός ο τελευταίος με τον παρακάτω συλλογισμό καθαγιάζει το πέρασμα των σοσιαλιστών όλων των χωρών με το μέρος των καπιταλιστών «τους»:

Όλος ο κόσμος έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να υπερασπίζει την πατρίδα του˙ ο αληθινός διεθνισμός συνίσταται στην αναγνώριση αυτού του δικαιώματος για τους σοσιαλιστές όλων των εθνών, μαζί και για εκείνους που πολεμούν ενάντια στο έθνος μου… (βλ. τη «Neue Zeit» της 2 του Οκτώβρη 1914 και άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα).

Αυτός ο απαράμιλλος συλλογισμός αποτελεί έναν τέτοιο απεριόριστα-πρόστυχο χλευασμό σε βάρος του σοσιαλισμού, που η καλύτερη απάντηση που του χρειάζεται θα ήταν να παραγγελθεί ένα μετάλλιο με την εικόνα του Γουλιέλμου Β΄ και του Νικόλαου Β΄ από τη μια όψη και του Πλεχάνοφ και του Κάουτσκι από την άλλη. Αληθινός διεθνισμός, βλέπετε, είναι να δικαιώνει κανείς το ότι οι γάλλοι εργάτες πυροβολούν τους Γερμανούς και οι Γερμανοί του Γάλλους στο όνομα της «υπεράσπισης της πατρίδας»!

Αν όμως εξετάσουμε προσεκτικά τις θεωρητικές αφετηρίες των συλλογισμών του Κάουτσκι, θα διαπιστώσουμε ακριβώς την άποψη που ειρωνευόταν ο Κλαούζεβιτς πριν από 80 περίπου χρόνια: με την έναρξη του πολέμου παύουν να υπάρχουν οι ιστορικά σχηματισμένες πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στους λαούς και στις τάξεις και δημιουργείται μια εντελώς διαφορετική κατάσταση! υπάρχουν «απλώς» επιτιθέμενοι και αμυνόμενοι, υπάρχει «απλώς» απόκρουση των «εχθρών της πατρίδας»! Η καταπίεση από τα κυρίαρχα ιμπεριαλιστικά έθνη μιας ολόκληρης σειράς εθνών, που αποτελούν το μισό και περισσότερο ακόμη πληθυσμό της γης, ο συνωστισμός ανάμεσα στις αστικές τάξεις αυτών των χωρών για το μοίρασμα της λείας, η τάση του κεφαλαίου να διασπάσει και να πνίξει το εργατικό κίνημα –όλα αυτά εξαφανίστηκαν αμέσως από το οπτικό πεδίο του Πλεχάνοφ και του Κάουτσκι, παρ΄ όλο που πριν τον πόλεμο περιέγραφαν οι ίδιοι επί δεκαετίες μια τέτοια ακριβώς «πολιτική».

Η συνειδητά δόλια προσφυγή στον Μαρξ και στον Ένγκελς αποτελεί στην προκειμένη περίπτωση το επιχείρημα-«ατού» και των δυό αυτών ηγετών του σοσιαλσοβινισμού: ο Πλεχάνοφ θυμάται τον εθνικό πόλεμο της Πρωσίας το 1813 και της Γερμανίας το 1870, ο Κάουτσκι με ύφος μεγάλου σοφού προσπαθεί να αποδείξει ότι το ζήτημα ποιας πλευράς (δηλ. ποιας αστικής τάξης) πρέπει να εύχεται κανείς περισσότερο την επιτυχία ο Μαρξ το έλυσε στους πολέμους του 1854-1855, 1859, 1870-1871, και οι μαρξιστές το έλυσαν επίσης στους πολέμους του 1876-1877 και 1897. Η μέθοδος όλων των σοφιστών σε όλες τις εποχές είναι: να παίρνουν παραδείγματα που αναμφίβολα αναφέρονται σε περιπτώσεις καταρχήν ανόμοιες. Οι προηγούμενοι πόλεμοι, που μας αναφέρουν, ήταν η «συνέχιση της πολιτικής» πολύχρονων εθνικών κινημάτων της αστικής τάξης, κινημάτων ενάντια στον ξένο, τον αλλοεθνή ζυγό και ενάντια στην απολυταρχία (την τουρκική και τη ρωσική). Τότε δεν μπορούσε να τεθεί κανένα άλλο ζήτημα, εκτός από το ζήτημα της προτίμησης της επιτυχίας της μιας ή της άλλης αστικής τάξης˙ οι μαρξιστές μπορούσαν να καλούν από τα πριν τους λαούς σε τέτοιου είδους πολέμους και να υποδαυλίζουν το εθνικό μίσος, όπως έκανε ο Μαρξ το 1848 και αργότερα, όταν τους καλούσε σε πόλεμο ενάντια στη Ρωσία και όπως υποδαύλιζε ο Ένγκελς το 1859 το εθνικό μίσος των Γερμανών ενάντια στους καταπιεστές τους, τον Ναπολέοντα Β΄ και το ρωσικό τσαρισμό [3*].

Το να συγκρίνει κανείς τη «συνέχιση της πολιτικής» της πάλης ενάντια στη φεουδαρχία και την απολυταρχία, της πολιτικής της απελευθερωνόμενης αστικής τάξης με τη «συνέχιση της πολιτικής» μιας σαραβαλιασμένης αστικής τάξης, δηλ. της ιμπεριαλιστικής, δηλ. μιας αστικής τάξης που λήστεψε όλο τον κόσμο, μιας αστικής τάξης αντιδραστικής, που σε συμμαχία με τους φεουδάρχες καταπιέζει το προλεταριάτο –σημαίνει να συγκρίνει πήχεις με πούτια. Αυτό είναι το ίδιο σαν να γίνεται σύγκριση ανάμεσα στους «εκπροσώπους της αστικής τάξης» Ροβεσπιέρο, Γαριβάλδη, Ζελιάμποφ και τους «εκπροσώπους της αστικής τάξης» Μιλλεράν, Σαλάντρα, Γκουτσκόφ. Δεν μπορεί να είναι κανείς μαρξιστής, χωρίς να τρέφει βαθύτατο σεβασμό προς τους μεγάλους αστούς επαναστάτες, οι οποίοι είχαν το κοσμοϊστορικό δικαίωμα να μιλούν εξ΄ ονόματος των αστικών «πατρίδων» και που στον αγώνα ενάντια στη φεουδαρχία ανύψωσαν σε μια πολιτισμένη ζωή δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους που ανήκαν στα νέα έθνη. Και δεν μπορεί να είναι κανείς μαρξιστής, χωρίς να τρέφει περιφρόνηση προς τη σοφιστική του Πλεχάνοφ και του Κάουτσκι, που μιλούν για «υπεράσπιση της πατρίδας» απ΄ αφορμή την κατάπνιξη του Βελγίου από μέρους των γερμανών ιμπεριαλιστών ή απ΄ αφορμή τη συνεννόηση των ιμπεριαλιστών της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας, και της Ιταλίας για την καταλήστευση της Αυστρίας και της Τουρκίας.

Ακόμη μια «μαρξιστική» θεωρία του σοσιαλσοβινισμού: ο σοσιαλισμός βασίζεται στη γοργή ανάπτυξη του καπιταλισμού˙ η νίκη της χώρας μου θα επιταχύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού σ΄ αυτή, συνεπώς και τον ερχομό του σοσιαλισμού˙ η ήττα της χώρας μου θα επιβραδύνει την οικονομική της ανάπτυξη, συνεπώς και τον ερχομό του σοσιαλισμού. Μια τέτοια στρουβιστική θεωρία [3] αναπτύσσει στη χώρα μας ο Πλέχάνοφ και στη Γερμανία ο Λεντς και άλλοι. Ο Κάουτσκι κάνει πολεμική ενάντια σ΄ αυτή τη χοντροκομμένη θεωρία, ενάντια στον Λεντς που την υπερασπίζει ανοιχτά και ενάντια στον Κούνοφ που την υπερασπίζει  συγκαλυμμένα, μα κάνει πολεμική μόνο για να πετύχει τη συμφιλίωση των σοσιαλσοβινιστών όλων των χωρών με βάση μια πιο εκλεπτυσμένη, πιο ιησουιτική σοβινιστική θεωρία.

Δεν είναι ανάγκη να σταθούμε πολύ στην ανάλυση αυτής της χοντροκομμένης θεωρίας. Τα «κριτικά σημειώματα» του Στρούβε βγήκαν το 1894. Μέσα σε 20 χρόνια οι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες γνωρίστηκαν κατά βάθος μ΄ αυτό τον «τρόπο ενέργειας» των μορφωμένων ρώσων αστών να περνούν τις απόψεις και τις επιθυμίες τους κάτω από το κάλυμμα ενός «μαρξισμού», καθαρισμένου από κάθε επαναστατικό χαρακτήρα. Ο στρουβισμός δεν είναι μόνο ρωσική, αλλά, όπως δείχνουν πολύ παραστατικά τα τελευταία γεγονότα, διεθνής τάση των θεωρητικών της αστικής τάξης να εξοντώσουν το μαρξισμό «με το βαμβάκι», να τον πνίξουν με τα αγκαλιάσματά τους, με μια δήθεν αναγνώριση «όλων» των «αληθινά επιστημονικών» πλευρών και στοιχείων του μαρξισμού, εκτός από την «προπαγανδιστική», «δημαγωγική», «μπλανκιστική-ουτοπική» πλευρά του. Μ΄ άλλα λόγια: να πάρουν από το μαρξισμό ό,τι μπορεί να δεχτεί η φιλελεύθερη αστική τάξη, μέχρι και την πάλη για μεταρρυθμίσεις, μέχρι και την ταξική πάλη (χωρίς τη δικτατορία του προλεταριάτου), μέχρι και τη «γενική» αναγνώριση των «σοσιαλιστικών ιδανικών» και την αντικατάσταση του καπιταλισμού μ΄ ένα «νέο καθεστώς» και να πετάξουν «μόνο» τη ζωντανή ψυχή του μαρξισμού, «μόνο» τον επαναστατικό του χαρακτήρα.

Ο μαρξισμός είναι η θεωρία του απελευθερωτικού κινήματος του προλεταριάτου. Γι΄ αυτό είναι ευνόητο ότι οι συνειδητοί εργάτες πρέπει να δίνουν τεράστια προσοχή στο προτσές της υποκατάστασης του μαρξισμού με το στρουβισμό. Οι κινητήριες δυνάμεις αυτού του προτσές είναι πολλές και ποικίλες. Θα αναφέρουμε μόνο τις τρεις κυριότερες. 1) Η ανάπτυξη της επιστήμης δίνει όλο και περισσότερο υλικό, που αποδείχνει ότι είναι σωστές οι αντιλήψεις του Μαρξ. Όλοι όσοι πολεμούν τον Μαρξ είναι υποχρεωμένοι να τον πολεμούν υποκριτικά, χωρίς να στρέφονται ανοιχτά ενάντια στις βάσεις του μαρξισμού, αλλά με το ότι δήθεν τον αναγνωρίζουν, ευνουχίζοντας με σοφίσματα το περιεχόμενό του, μετατρέποντας το μαρξισμό σε αγία «εικόνα», ακίνδυνη για την αστική τάξη. 2) Η ανάπτυξη του οπορτουνισμού μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υποβοηθά μια τέτοια «διασκευή» του μαρξισμού, που έχει σκοπό να δικαιολογήσει κάθε είδους παραχώρηση που γίνεται στον οπορτουνισμό. 3) Η περίοδος του ιμπεριαλισμού είναι η περίοδος του μοιράσματος του κόσμου ανάμεσα στα «μεγάλα», προνομιούχα έθνη που καταπιέζουν όλα τα υπόλοιπα. Ορισμένα ψίχουλα της λείας που προέρχεται απ΄ αυτά τα προνόμια και απ΄ αυτή την καταπίεση, πάνε αναμφισβήτητα και σε ορισμένα στρώματα των μικροαστών και της αριστοκρατίας, καθώς και της γραφειοκρατίας της εργατικής τάξης. Αυτά τα στρώματα, που αποτελούν μια ασήμαντη μειοψηφία του προλεταριάτου και των εργαζομένων μαζών, τείνουν προς το «στρουβισμό», γιατί ο στρουβισμός τούς προσφέρει τη δικαιολόγηση της συμμαχίας τους με τη «δική τους» εθνική αστική τάξη ενάντια στις καταπιεζόμενες μάζες όλων των εθνών. Για το ζήτημα αυτό θα ξαναμιλήσουμε παρακάτω, όταν θα αναλύσουμε τις αιτίες της χρεοκοπίας της Διεθνούς.


IV

Η θεωρία του σοσιαλσοβινισμού, η πιο λεπτεπίλεπτη και η πιο έντεχνα μεταμφιεσμένη, ώστε να μοιάζει επιστημονική και διεθνιστική, είναι η θεωρία του «υπεριμπεριαλισμού», που έχει εξαγγείλει ο Κάουτσκι. Να η πιο ξεκάθαρη, η πιο ακριβής και η πιο νέα έκθεσή της, όπως γίνεται από τον ίδιο το συγγραφέα:

«Η εξασθένιση της κίνησης υπέρ των προστατευτικών δασμών στην Αγγλία, η ελάττωση των δασμών στην Αμερική, η τάση για αφοπλισμό, η γρήγορη μείωση στα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο της εξαγωγής κεφαλαίων από τη Γαλλία και τη Γερμανία, τέλος, η όλο και εντεινόμενη περιπλοκή των διαφόρων κλικών του χρηματιστικού κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα –όλα αυτά με έκαναν να σκεφτώ μήπως η σημερινή ιμπεριαλιστική πολιτική μπορεί να εκτοπιστεί από μια νέα, υπεριμπεριαλιστική πολιτική που θα βάλει στη θέση της πάλης των εθνικών χρηματιστικών κεφαλαίων μια από κοινού εκμετάλλευση του κόσμου από το διεθνώς ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο. Μια παρόμοια νέα φάση του καπιταλισμού είναι πάντως νοητή. Αν είναι πραγματοποιήσιμη ή όχι –για τη λύση αυτού του ζητήματος δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές προϋποθέσεις» («Neue Zeit», τεύχ. 5, 30.IV.1915, σελ. 144).

«… Αποφασιστική από αυτή την άποψη μπορεί να σταθεί η πορεία και η έκβαση του σημερινού πολέμου. Ο πόλεμος αυτός μπορεί να πνίξει τελείως τα αδύνατα έμβρυα του υπεριμπεριαλισμού, υποδαυλίζοντας στο έπακρο το εθνικό μίσος ανάμεσα και στους ίδιους χρηματιστές καπιταλιστές, δυναμώνοντας τους εξοπλισμούς και την τάση να ξεπεράσουν σ΄ αυτό το σημείο ο ένας τον άλλον, κάνοντας έτσι αναπόφευκτο ένα δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τότε η πρόβλεψη που διατύπωσα στην μπροσούρα μου: «Ο δρόμος προς την εξουσία», θα πραγματοποιηθεί σε τρομακτικές διαστάσεις, θα μεγαλώσει η όξυνση των ταξικών αντιθέσεων, μα ταυτόχρονα και η ηθική απονέκρωση (στην κυριολεξία: «ναυάγιο της επιχείρησης, Abwirtschaftung», χρεοκοπία) του καπιταλισμού»… (Πρέπει να σημειωθεί ότι μ΄ αυτή την επιτηδευμένη λεξούλα ο Κάουτσκι εννοεί απλούστατα την «εχθρότητα» προς τον καπιταλισμό των «ενδιάμεσων στρωμάτων που βρίσκονται ανάμεσα στο προλεταριάτο και στο χρηματιστικό κεφάλαιο» και συγκεκριμένα: της «διανόησης, των μικροαστών. Ακόμη και των μικρών καπιταλιστών»)… «Ο πόλεμος όμως μπορεί να τελειώσει και διαφορετικά. Μπορεί να οδηγήσει στο δυνάμωμα των αδύνατων εμβρύων του υπεριμπεριαλισμού. Τα διδάγματά του» (σημειώστε το αυτό!) «μπορούν να επιταχύνουν αυτή την ανάπτυξη, που σε ειρηνική περίοδο θα χρειαζόταν να την περιμένουμε πολύν καιρό. Αν τα πράγματα φτάσουν ως αυτό το σημείο, ως το σημείο που να πραγματοποιηθεί μια συμφωνία μεταξύ των εθνών, ως τον αφοπλισμό, ως μια μακρόχρονη ειρήνη, τότε μπορούν να εξαλειφθούν οι χειρότερες αιτίες, που πριν από τον πόλεμο οδηγούσαν όλο και περισσότερο στην ηθική απονέκρωση του καπιταλισμού». Εννοείται ότι η νέα φάση θα φέρει «νέες συμφορές» για το προλεταριάτο, «μπορεί και χειρότερες», «προσωρινά» όμως «ο υπεριμπεριαλισμός» «θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εποχή νέων ελπίδων και προσδοκιών μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού» (σελ. 145).

Πως απ΄ αυτή τη «θεωρία» συνάγεται η δικαιολόγηση του σοσιαλσοβινισμού;

Με τρόπο αρκετά περίεργο –για έναν «θεωρητικό»- και συγκεκριμένα με τον παρακάτω:

Οι αριστεροί σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας λένε ότι ο ιμπεριαλισμός και οι πόλεμοι που γεννάει δεν είναι κάτι το τυχαίο, αλλά αναγκαίο προϊόν του καπιταλισμού, που οδήγησε στην κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Γι΄ αυτό, επειδή η εποχή της σχετικά ειρηνικής ανάπτυξης έχει ξεπεραστεί, είναι αναγκαίο οι μάζες να περάσουν σε επαναστατική πάλη. Οι «δεξιοί» σοσιαλδημοκράτες δηλώνουν ωμά: μια και ο ιμπεριαλισμός είναι «αναγκαίος» κι΄ εμείς πρέπει να είμαστε ιμπεριαλιστές. Ο Κάουτσκι, παίζοντας το ρόλο του «κέντρου», προτείνει μια συμβιβαστική λύση:

«Οι άκροι αριστεροί –γράφει στην μπροσούρα του: «Εθνικό κράτος, ιμπεριαλιστικό κράτος και συμμαχία των κρατών» (Νυρεμβέργη, 1915)- θέλουν να «αντιπαραθέσουν» στον αναπόφευκτο ιμπεριαλισμό το σοσιαλισμό, δηλ. «όχι απλώς την προπαγάνδιση του σοσιαλισμού, που στη διάρκεια μισού αιώνα την αντιπαραθέτουμε σε όλες τις μορφές της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά την άμεση πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. Αυτό φαίνεται πολύ ριζοσπαστικό, το μόνο όμως που μπορεί να κάνει είναι να σπρώξει στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού τον καθένα που δεν πιστεύει στην άμεση πρακτική πραγματοποίηση του σοσιαλισμού» (σελ. 17, οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).

Μιλώντας για άμεση πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, ο Κάουτσκι «πραγματοποιεί» μια διαστρέβλωση, επωφελούμενος από το γεγονός ότι στη Γερμανία, ιδιαίτερα στις συνθήκες της στρατιωτικής λογοκρισίας, δεν μπορεί να μιλάει κανείς για επαναστατική δράση. Ο Κάουτσκι ξέρει πολύ καλά ότι οι αριστεροί απαιτούν από το κόμμα την άμεση προπαγάνδιση και την προετοιμασία της επαναστατικής δράσης και καθόλου την «άμεση πρακτική πραγματοποίηση του σοσιαλισμού».

Από την αναγκαιότητα του ιμπεριαλισμού οι αριστεροί βγάζουν το συμπέρασμα για την αναγκαιότητα της επαναστατικής δράσης. Η «θεωρία του υπεριμπεριαλισμού» χρησιμεύει στον Κάουτσκι για να δικαιολογήσει τους οπορτουνιστές, για να παρουσιάσει τα πράγματα με τρόπο που να νομιστεί πως οι οπορτουνιστές δεν πέρασαν καθόλου με το μέρος της αστικής τάξης, αλλά απλώς «δεν πιστεύουν» στην άμεση πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, περιμένοντας ότι «μπορεί» να παρουσιαστεί μια νέα «εποχή» αφοπλισμού και μακρόχρονης ειρήνης. Η «θεωρία» συνοψίζεται στο ότι και μόνο στο ότι με την ελπίδα για μια νέα ειρηνική εποχή του καπιταλισμού ο Κάουτσκι προσπαθεί να δικαιολογήσει την προσχώρηση των οπορτουνιστών και των επίσημων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην αστική τάξη, καθώς και την παραίτησή τους –παρά τις επίσημες διακηρύξεις της απόφασης της Βασιλείας- από την επαναστατική (δηλ. την προλεταριακή) τακτική στη σημερινή θυελλώδη εποχή!

Σημειώστε ότι ο Κάουτσκι στην περίπτωση αυτή όχι μόνο δεν δηλώνει ότι η νέα φάση απορρέει και θα προκύψει από τα τάδε και τάδε περιστατικά και από τις τάδε και τάδε συνθήκες, αλλά, αντίθετα, δηλώνει απερίφραστα: δεν μπορώ ούτε καν να λύσω το ζήτημα, αν η νέα φάση είναι «πραγματοποιήσιμη». Και πραγματικά, ρίξτε μια ματιά στις «τάσεις» για νέα εποχή, που ανάφερε ο Κάουτσκι. Είναι εκπληκτικό ότι ο συγγραφέας κατατάσσει στη σειρά των οικονομικών γεγονότων την «τάση για αφοπλισμό»! Αυτό σημαίνει να κρύβεσαι κάτω από τη σκιά αθώων μικροαστικών συζητήσεων και ονειροπολήσεων, από τα αναμφισβήτητα γεγονότα που δεν συμβιβάζονται καθόλου με τη θεωρία της άμβλυνσης των αντιθέσεων. Ο «υπεριμπεριαλισμός» του Κάουτσκι –με την ευκαιρία αυτή πρέπει να πούμε ότι η λέξη δεν εκφράζει καθόλου εκείνο που θέλει να πει ο συγγραφέας- σημαίνει τεράστια άμβλυνση των αντιθέσεων του καπιταλισμού. «Εξασθένιση του προστατευτισμού στην Αγγλία και στην Αμερική» -μας λένε. Που υπάρχει εδώ έστω και η ελάχιστη τάση για νέα εποχή; Ο προστατευτισμός της Αμερικής, αφού έφτασε ως τα έσχατα όρια, εξασθένισε, παρέμεινε όμως ο προστατευτισμός, όπως παρέμειναν και τα προνόμια και τα προνομιακά δασμολόγια των αγγλικών αποικιών προς όφελος της Αγγλίας. Ας θυμηθούμε που στηρίζεται η αντικατάσταση της προηγούμενης, της «ειρηνικής» εποχής του καπιταλισμού από τη σύγχρονη, την ιμπεριαλιστική εποχή: στηρίζεται στο ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός παραχώρησε τη θέση του στις μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών και στο ότι όλη η γήινη σφαίρα έχει μοιραστεί. Είναι ολοφάνερο ότι και τα δυό αυτά γεγονότα (και παράγοντες) έχουν πραγματικά παγκόσμια σημασία: το ελεύθερο εμπόριο και ο ειρηνικός ανταγωνισμός ήταν δυνατά και αναγκαία όσο το κεφάλαιο μπορούσε ν΄ αυξάνει ανεμπόδιστα τις αποικίες του και να αρπάζει στην Αφρική κτλ. Μη κατεχόμενα εδάφη˙ κοντά σ΄ αυτά η συγκέντρωση του κεφαλαίου ήταν ακόμη αδύνατη και δεν υπήρχαν ακόμη μονοπωλιακές επιχειρήσεις, δηλ. τόσο τεράστιες, ώστε να κυριαρχούν σ΄ έναν ολόκληρο βιομηχανικό κλάδο. Η εμφάνιση και η ανάπτυξη τέτοιων μονοπωλιακών επιχειρήσεων (προφανώς αυτό το προτσές δεν έχει σταματήσει ούτε στην Αγγλία ούτε στην Αμερική˙ κι΄ ούτε και ο Κάουτσκι θα τολμούσε να αμφισβητήσει ότι ο πόλεμος επιτάχυνε και όξυνε αυτό το προτσές) κάνει αδύνατο τον προηγούμενο ελεύθερο συναγωνισμό, του αφαιρεί το έδαφος, ενώ το μοίρασμα της γήινης σφαίρας επιβάλλει το πέρασμα από την ειρηνική επέκταση στην ένοπλη πάλη για το ξαναμοίρασμα των αποικιών και των σφαιρών επιρροής. Είναι γελοίο και να σκεφτεί κανείς ότι η εξασθένιση του προστατευτισμού σε δυό χώρες θα μπορούσε ν΄ αλλάξει οτιδήποτε απ΄ αυτή την άποψη.

Πιο κάτω, ο περιορισμός της εξαγωγής κεφαλαίων, που σημειώνεται σε δυό χώρες μερικά χρόνια. Οι δυό αυτές χώρες, η Γαλλία και η Γερμανία, σύμφωνα με τη στατιστική λόγου χάρη του Χαρμς του 1912, είχαν η καθεμιά στο εξωτερικό κεφάλαια αξίας 35 περίπου δισεκατομμυρίων μάρκων (17 περίπου δισεκατομμύρια ρούβλια), ενώ η Αγγλία είχε μόνη της τα διπλάσια [4*]. Η αύξηση της εξαγωγής κεφαλαίων μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού ποτέ δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι ισόμετρη. Ο Κάουτσκι δεν μπορεί καν να ισχυριστεί ότι η συσσώρευση κεφαλαίου αδυνάτισε, ή ότι η ικανότητα της εσωτερικής αγοράς άλλαξε σοβαρά, λόγου χάρη, με μια μεγάλη καλυτέρευση της κατάστασης των μαζών. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες, από την ελάττωση της εξαγωγής κεφαλαίων, που σημειώθηκε σε μερικά χρόνια σε δυό χώρες, δεν μπορεί καθόλου να βγει το συμπέρασμα ότι πλησιάζει μια νέα εποχή.

«Η όλο και εντεινόμενη σύμπλεξη των κλικών του χρηματιστικού κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα». Αυτή είναι η μοναδική τάση, πραγματικά γενική και αναμφισβήτητη, που δεν εμφανίζεται μόνο για μερικά χρόνια και για δυό χώρες, αλλά αποτελεί τάση όλου του κόσμου, όλου του καπιταλισμού. Γιατί όμως από την τάση αυτή πρέπει να πηγάσει η τάση για αφοπλισμό και όχι για εξοπλισμούς όπως μέχρι σήμερα; Ας πάρουμε οποιαδήποτε από τις παγκόσμιες εταιρίες «πυροβόλων» (και γενικά εταιρίες που παράγουν είδη εξοπλισμού), λόγου χάρη, την εταιρία «Άρμστρονγκ». Τελευταία το αγγλικό περιοδικό «Εκόνομιστ» (της 1 του Μάη 1915) έγραφε ότι τα κέρδη αυτής της εταιρίας από 606000 λίρες στερλίνες (περίπου 6 εκατομμύρια ρούβλια) που ήταν το 1905/6 ανέβηκαν σε 856000 το 1913 και στις 940000 (9 εκατομμύρια ρούβλια) το 1914. Εδώ η σύμπλεξη του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι πολύ μεγάλη και ολοένα αυξάνει˙ οι γερμανοί καπιταλιστές «συμμετέχουν» στις εργασίες της αγγλικής εταιρίας˙ οι αγγλικές εταιρίες ναυπηγούν υποβρύχια για την Αυστρία κτλ. Το κεφάλαιο που περιπλέκεται σε διεθνή κλίμακα κάνει θαυμάσιες δουλειές με τους εξοπλισμούς και τους πολέμους. Το να βγάζει κανείς από την ένωση και τη σύμπλεξη των διαφόρων εθνικών κεφαλαίων σε ένα ενιαίο διεθνικό σύνολο το συμπέρασμα ότι υπάρχει οικονομική τάση για αφοπλισμό, σημαίνει να υποκαθιστά την πραγματική όξυνση των ταξικών αντιθέσεων με τους ευσεβείς μικροαστικούς πόθους για άμβλυνση αυτών των αντιθέσεων.


V

Ο Κάουτσκι μιλά για τα «διδάγματα» του πολέμου με απόλυτα φιλισταϊκό πνεύμα, παρουσιάζοντας τα διδάγματα αυτά με την έννοια κάποιας ηθικής φρίκης μπροστά στις συμφορές του πολέμου. Να, λόγου χάρη, ο συλλογισμός του στην μπροσούρα «Εθνικό κράτος» κτλ:

«Δεν χωράει αμφιβολία και δεν χρειάζονται αποδείξεις ότι υπάρχουν στρώματα που ενδιαφέρονται με τον πιο επιτακτικό τρόπο για την παγκόσμια ειρήνη και τον αφοπλισμό. Οι μικροαστοί και οι μικροαγρότες, ακόμη και πολλοί καπιταλιστές και διανοούμενοι, δεν είναι δεμένοι με τον ιμπεριαλισμό με συμφέροντα που να είναι πιο δυνατά από τη ζημιά που παθαίνουν αυτά τα στρώματα από τον πόλεμο και τους εξοπλισμούς» (σελ. 21).

Τα λόγια αυτά γράφτηκαν το Φλεβάρη του 1915! Τα γεγονότα δείχνουν ότι όλες οι εύπορες τάξεις, μαζί και οι μικροαστοί και η «διανόηση», έχουν περάσει μαζικά με το μέρος των ιμπεριαλιστών, ο Κάουτσκι όμως σαν άνθρωπος που είναι κλεισμένος στο καβούκι του προσπαθεί με ύφος εξαιρετικής αυτοϊκανοποίησης να ξεφύγει από τα γεγονότα με απατηλά λόγια. Τα συμφέροντα της μικροαστικής τάξης δεν τα κρίνει από την άποψη της διαγωγής της, αλλά από τα λόγια ορισμένων μικροαστών, αν και τα λόγια αυτά σε κάθε βήμα διαψεύδονται από τις πράξεις τους. Είναι ακριβώς το ίδιο σαν να κρίναμε τα «συμφέροντα» της αστικής τάξης γενικά όχι από τα έργα της, αλλά από τα γεμάτα αγάπη λόγια των αστών παπάδων, που ορκίζονται σε όλους τους αγίους ότι το σύγχρονο καθεστώς είναι διαποτισμένο με τα ιδανικά του χριστιανισμού. Ο Κάουτσκι εφαρμόζει το μαρξισμό με τέτοιο τρόπο, ώστε εξανεμίζεται κάθε περιεχόμενό του και μένει μόνο η λεξούλα «συμφέρον» με κάποια υπερφυσική, ιδεαλιστική σημασία, γιατί δεν παίρνει υπόψη την πραγματική οικονομία, αλλά τους ευσεβείς πόθους για το γενικό καλό.

Ο μαρξισμός κρίνει τα «συμφέροντα» με βάση τις ταξικές αντιθέσεις και την ταξική πάλη, που εκδηλώνονται σε εκατομμύρια γεγονότα της καθημερινής ζωής. Η μικροαστική τάξη ονειροπολεί και φλυαρεί για άμβλυνση των αντιθέσεων, προβάλλοντας το «επιχείρημα» ότι η όξυνσή τους θα έχει «βλαβερά επακόλουθα». Ιμπεριαλισμός σημαίνει υποταγή όλων των στρωμάτων των εύπορων τάξεων στο χρηματιστικό κεφάλαιο και μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα σε 5-6 «μεγάλες» Δυνάμεις, από τις οποίες οι περισσότερες παίρνουν σήμερα μέρος στον πόλεμο. Το μοίρασμα του κόσμου από τις μεγάλες Δυνάμεις σημαίνει ότι όλα τα εύπορα στρώματα αυτών των χωρών ενδιαφέρονται για την κατοχή αποικιών και σφαιρών επιρροής, για την καταπίεση ξένων εθνών, για τις λίγο-πολύ προσοδοφόρες θεσούλες και τα προνόμια που συνδέονται με την ιδιότητα του ν΄ ανήκει κανείς σε μια «μεγάλη» Δύναμη και σ΄ ένα έθνος που καταπιέζει [5*].

Δεν μπορεί να ζει κανείς όπως παλιά μέσα στις σχετικά ήσυχες, πολιτισμένες και ειρηνικές συνθήκες ενός καπιταλισμού που εξελίσσεται ομαλά και επεκτείνεται βαθμιαία σε νέες χώρες, γιατί έχει αρχίσει μια άλλη εποχή. Το χρηματιστικό κεφάλαιο εκτοπίζει και θα εκτοπίσει τη δοσμένη χώρα από τη σειρά των μεγάλων Δυνάμεων, θα αφαιρέσει τις αποικίες της και τις σφαίρες επιρροής της (όπως απειλεί να κάνει η Γερμανία που κήρυξε τον πόλεμο κατά της Αγγλίας), θα αφαιρέσει από τη μικροαστική τάξη τα προνόμια που έχει, επειδή ανήκει σε «μεγάλη Δύναμη» και τα πρόσθετα εισοδήματά της. Αυτό είναι γεγονός που το αποδείχνει ο πόλεμος. Εκεί οδήγησε στην πράξη η όξυνση των αντιθέσεων, όξυνση που την έχει αναγνωρίσει εδώ και πολύν καιρό όλος ο κόσμος, μαζί και ο ίδιος ο Κάουτσκι στην μπροσούρα του «Ο δρόμος προς την εξουσία».

Και να, τώρα που ο ένοπλος αγώνας για τα προνόμια των μεγαλοκρατικών εθνών αποτελεί πια γεγονός, ο Κάουτσκι προσπαθεί να πείσει τους καπιταλιστές και τους μικροαστούς ότι ο πόλεμος είναι φρικτό πράγμα, ενώ ο αφοπλισμός είναι κάτι το καλό, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και με τα ίδια αποτελέσματα σαν τον χριστιανό παπά που από τον άμβωνα προσπαθεί να πείσει τους καπιταλιστές ότι η φιλανθρωπία είναι εντολή του θεού και ροπή της ψυχής και ηθικός νόμος του πολιτισμού. Εκείνο που ο Κάουτσκι ονομάζει οικονομικές τάσεις για «υπεριμπεριαλισμό», στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από μια μικροαστική προσπάθεια να πειστούν οι χριστιανοί να μην κάνουν κακό.

Εξαγωγή κεφαλαίων; Κεφάλαια όμως εξάγονται, περισσότερα απ΄ ό,τι στις αποικίες, στις ανεξάρτητες χώρες, όπως λόγου χάρη στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Κατάκτηση αποικιών; Μα οι αποικίες έχουν ήδη κατακτηθεί όλες και σχεδόν όλες τείνουν προς την απελευθέρωσή τους: «Η Ινδία ίσως πάψει να είναι πια αγγλική κτήση, ποτέ όμως η αυτοκρατορία αυτή δεν θα υποπέσει σαν σύνολο σε άλλη ξένη κυριαρχία» (σελ. 49 της προαναφερόμενης μπροσούρας). «Κάθε τάση οποιουδήποτε βιομηχανικού καπιταλιστικού κράτους ν΄ αποκτήσει αποικιακή αυτοκρατορία, που να είναι ανεξάρτητη από το εξωτερικό ως προς τον εφοδιασμό της με πρώτες ύλες, δεν θα έκανε τίποτε άλλο παρά να ενώσει εναντίον του όλα τα άλλα καπιταλιστικά κράτη, να το μπλέξει σε ατέλειωτους, εξαντλητικούς πολέμους, χωρίς να το οδηγήσει πιο κοντά στο σκοπό του. Η πολιτική αυτή θα ήταν ο πιο σίγουρος δρόμος για τη χρεοκοπία όλης της οικονομικής ζωής του κράτους» (σελ. 72-73).

Αυτό δεν είναι μήπως φιλισταϊκή προσπάθεια να πειστούν οι χρηματιστές να απαρνηθούν τον ιμπεριαλισμό; Να φοβερίζεις τους καπιταλιστές με χρεοκοπία είναι το ίδιο σαν να συμβουλεύεις τους χρηματιστές να μην παίζουν στο χρηματιστήριο, γιατί «πολλοί χάνουν έτσι όλη την περιουσία τους». Μα το κεφάλαιο έχει να κερδίσει από τη χρεοκοπία του ανταγωνιζόμενου καπιταλιστή και του ανταγωνιζόμενου έθνους, γιατί συγκεντρώνεται ακόμη πιο πολύ˙ γι΄ αυτό όσο πιο οξυμένος και «στριμωγμένος» είναι ο οικονομικός ανταγωνισμός, δηλ. το οικονομικό σπρώξιμο στη χρεοκοπία, τόσο πιο δυνατή είναι και η τάση των καπιταλιστών να προσθέσουν σ΄ αυτό και το σπρώξιμο του αντιπάλου στη χρεοκοπία με μεθόδους στρατιωτικές. Όσο λιγότερες χώρες μένουν, όπου μπορεί να γίνει εξαγωγή κεφαλαίων σε συνθήκες εξίσου επικερδείς, όπως και στις αποικίες και σε εξαρτημένα κράτη σαν την Τουρκία –γιατί στις περιπτώσεις αυτές ο χρηματιστής έχει τριπλάσιο κέρδος σε σύγκριση με την εξαγωγή κεφαλαίων σε μια ελεύθερη, αυτοτελή και πολιτισμένη χώρα, όπως οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής –τόσο πιο σκληρός είναι ο αγώνας για την καθυπόταξη και το μοίρασμα της Τουρκίας, της Κίνας κτλ. Αυτό λέει η οικονομική θεωρία της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Αυτό λένε και τα γεγονότα. Ο Κάουτσκι όμως μετατρέπει τα πάντα σε πρόστυχη μικροαστική «ηθική»: δεν αξίζει, λέει, να εξάπτεται κανείς τόσο και πολύ περισσότερο να πολεμάει για το μοίρασμα της Τουρκίας, ή για την κατάκτηση της Ινδίας, γιατί «οπωσδήποτε αυτό δεν θα είναι για πολύν καιρό» και γενικά θα ήταν καλύτερα η ανάπτυξη του καπιταλισμού να γίνεται ειρηνικά… Εννοείται ότι θα ήταν ακόμη καλύτερα να αναπτύσσεται ο καπιταλισμός και να επεκτείνονται οι αγορές, χρησιμοποιώντας την αύξηση του μισθού εργασίας: αυτό είναι πέρα για πέρα «νοητό» και η παρότρυνση που γίνεται στους χρηματιστές σ΄ αυτό το πνεύμα είναι το καταλληλότερο θέμα για κήρυγμα ενός παπά… Ο καλός μας Κάουτσκι κατατόπισε σχεδόν τελείως κι΄ έπεισε τους γερμανούς χρηματιστές ότι δεν αξίζει να πολεμούν με την Αγγλία για τις αποικίες, γιατί έτσι είτε αλλιώς οι αποικίες αυτές πολύ γρήγορα θα απελευθερωθούν!...

Από το 1872 ως το 1912 οι εξαγωγές και οι εισαγωγές της Αγγλίας από την Αίγυπτο αυξάνονταν σε μικρότερο βαθμό απ΄ ό,τι οι συνολικές εξαγωγές και εισαγωγές της Αγγλίας. Το ηθικό συμπέρασμα του «μαρξιστή» Κάουτσκι είναι: «δεν έχουμε κανένα λόγο να νομίζουμε ότι χωρίς τη στρατιωτική κατοχή της Αιγύπτου το εμπόριο μαζί της θα είχε αναπτυχθεί λιγότερο κάτω από την απλή επίδραση του βάρους των οικονομικών παραγόντων» (72). «Οι τάσεις του κεφαλαίου για επέκταση», «μπορούν καλύτερα από καθετί να πραγματοποιηθούν όχι με τις βίαιες μεθόδους του ιμπεριαλισμού, αλλά με μια ειρηνική δημοκρατία» (70).

Πόσο εξαιρετικά σοβαρή, επιστημονική, «μαρξιστική» ανάλυση! Ο Κάουτσκι «διόρθωσε» περίφημα αυτή την παράλογη ιστορία, «απόδειξε» ότι οι Άγγλοι δεν είχαν καθόλου ανάγκη να αφαιρέσουν την Αίγυπτο από τους Γάλλους και ότι οι γερμανοί χρηματιστές δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο ν΄ αρχίσουν τον πόλεμο και να οργανώσουν, εκτός από τα άλλα μέτρα, και την εκστρατεία της Τουρκίας, για να διώξουν τους Άγγλους από την Αίγυπτο! Όλα αυτά είναι παρεξήγηση και τίποτε παραπάνω –δεν το κατάλαβαν ακόμη οι Άγγλοι ότι το «καλύτερο» που έχουν να κάνουν είναι να παραιτηθούν από τη χρησιμοποίηση βίας ενάντια στην Αίγυπτο και να περάσουν (προς το συμφέρον της επέκτασης της εξαγωγής κεφαλαίων με τον τρόπο του Κάουτσκι!) στην «ειρηνική δημοκρατία»…

«Εννοείται πως, όταν οι αστοί οπαδοί του ελεύθερου εμπορίου σκέπτονται ότι η ελευθερία του εμπορίου παραμερίζει ολότελα τις οικονομικές αντιθέσεις που γεννάει ο καπιταλισμός, αυτό δεν είναι παρά αυταπάτη. Ούτε το ελεύθερο εμπόριο, ούτε η δημοκρατία μπορούν να τις παραμερίσουν. Εμείς όμως ενδιαφερόμαστε από κάθε άποψη ώστε οι αντιθέσεις αυτές να ξεπερνιούνται σε μια πάλη με μορφές τέτοιες, που να προξενούν στις εργαζόμενες μάζες όσο το δυνατό λιγότερα βάσανα και λιγότερες θυσίες» (73)…

Ο θεός να δώσει! Κύριε ελέησον! Τι είναι φιλισταίος –ρωτούσε ο Λασσάλ- και απαντούσε με το γνωστό απόφθεγμα του ποιητή: «φιλισταίος είναι ένα άδειο έντερο, γεμάτο φόβο κι΄ ελπίδα ότι ο θεός θα το λυπηθεί» [4].

Ο Κάουτσκι οδήγησε το μαρξισμό σε μια πρωτάκουστη εκπόρνευση και ο ίδιος μετατράπηκε σε αληθινό παπά. Ο παπάς προσπαθεί να πείσει τους καπιταλιστές να περάσουν σε μια ειρηνική δημοκρατία κι΄ αυτό το ονομάζει διαλεκτική: αν στις αρχές υπήρχε ελεύθερο εμπόριο και έπειτα μονοπώλια και ιμπεριαλισμός, τότε γιατί να μη γίνει «υπεριμπεριαλισμός» και ξανά ελεύθερο εμπόριο; Ο παπάς παρηγορεί τις καταπιεζόμενες μάζες, περιγράφοντας τα αγαθά αυτού του «υπεριμπεριαλισμού», αν και ο παπάς αυτός δεν είναι σε θέση να πει αν αυτός ο «υπεριμπεριαλισμός» είναι «πραγματοποιήσιμος»! Ο Φόιερμπαχ είχε δίκιο όταν, σε όσους υπεράσπιζαν τη θρησκεία με το επιχείρημα ότι παρηγορεί τον άνθρωπο, έδειχνε τον αντιδραστικό χαρακτήρα κάθε παρηγόριας: όποιος παρηγορεί το δούλο, αντί να τον ξεσηκώνει ενάντια στη δουλεία, αυτός βοηθάει τους δουλοκτήτες.

Όλες οι τάξεις που καταπιέζουν έχουν ανάγκη, για να περιφρουρήσουν την κυριαρχία τους, από δυό κοινωνικά λειτουργήματα: από το λειτούργημα του δήμιου και από το λειτούργημα του παππά. Ο δήμιος πρέπει να καταπνίγει τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση των καταπιεζόμενων. Ο παπάς πρέπει να παρηγορεί τους καταπιεζόμενους, να τους περιγράφει τις προοπτικές (αυτό είναι πολύ βολικό να γίνεται, όταν δεν προσφέρεται καμιά εγγύηση ότι οι προοπτικές αυτές είναι «πραγματοποιήσιμες»…) μετριασμού των συμφορών και των θυσιών με τη διατήρηση της ταξικής κυριαρχίας κι΄ έτσι να τους συμφιλιώνει μ΄ αυτή την κυριαρχία, να τους αποτρέπει από την επαναστατική δράση, να εξαλείφει τις επαναστατικές τους διαθέσεις, να εξουθενώνει την επαναστατική τους αποφασιστικότητα. Ο Κάουτσκι μετάτρεψε το μαρξισμό στην πιο αποκρουστική και την πιο κουτή αντεπαναστατική θεωρία, στον πιο βρωμερό παπαδισμό.

Το 1909, στην μπροσούρα του «Ο δρόμος προς την εξουσία» αναγνωρίζει την όξυνση των αντιθέσεων του καπιταλισμού, την προσέγγιση μιας εποχής πολέμων και επαναστάσεων, μιας νέας «επαναστατικής περιόδου» -πράγμα που κανείς δεν το διέψευσε και ούτε μπορεί να το διαψεύσει. Μια επανάσταση δεν μπορεί να είναι «πρόωρη», δηλώνει σ΄ αυτή την μπροσούρα και διακηρύσσει ότι είναι «ανοιχτή προδοσία της υπόθεσής μας» το ν΄ αρνείται κανείς να πάρει υπόψη τη δυνατότητα νίκης κατά την εξέγερση, αν και πριν από την πάλη δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο ήττας.

Ήρθε ο πόλεμος. Οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο οι αντιθέσεις. Οι συμφορές των μαζών πήραν γιγάντιες διαστάσεις. Ο πόλεμος παρατείνεται και το πεδίο δράσης του όλο και επεκτείνεται. Ο Κάουτσκι γράφει τη μια μπροσούρα ύστερα από την άλλη, εφαρμόζει πειθήνια τις εντολές του λογοκριτή, δεν αναφέρει στοιχεία για την καταλήστευση των εδαφών και τις φρίκες του πολέμου, για τα σκανδαλώδη κέρδη των προμηθευτών πολεμικού υλικού, για την ακρίβεια, για τη «στρατιωτική δουλεία» των στρατευμένων εργατών, σε αντάλλαγμα όμως δεν παύει να παρηγορεί το προλεταριάτο –το παρηγορεί με παραδείγματα από τους πολέμους που έγιναν όταν η αστική τάξη ήταν επαναστατική ή προοδευτική, όταν ο «ίδιος ο Μαρξ» ευχόταν τη νίκη της μιας ή της άλλης αστικής τάξης, το παρηγορεί με σειρές και στήλες από αριθμούς, που τείνουν ν΄ αποδείξουν «τη δυνατότητα» να υπάρχει καπιταλισμός χωρίς αποικίες και ληστείες, χωρίς πολέμους και εξοπλισμούς και που αποδείχνουν ότι είναι προτιμότερη μια «ειρηνική δημοκρατία». Ο Κάουτσκι, μη τολμώντας να αρνηθεί ότι μεγαλώνουν οι συμφορές των μαζών και ότι επέρχεται, στην πραγματικότητα, μπροστά στα μάτια μας μια επαναστατική κατάσταση (γι΄ αυτό το πράγμα δεν επιτρέπεται να μιλάει κανείς! Το απαγορεύει η λογοκρισία…), παίζει το ρόλο του λακέ απέναντι στην αστική τάξη και απέναντι στους οπορτουνιστές με το να περιγράφει την «προοπτική» (δεν εγγυάται αν είναι «πραγματοποιήσιμη») τέτοιων μορφών πάλης στη νέα φάση όπου θα είναι «λιγότερες οι θυσίες και τα βάσανα»… έχουν απόλυτα δίκιο ο Φρ. Μέρινγκ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ που γι΄ αυτό αποκαλούν τον Κάουτσκι πόρνη (Mädchen für alle).

* * *

Στη Ρωσία τον Αύγουστο του 1905 είχαμε επαναστατική κατάσταση. Ο τσάρος για να «παρηγορήσει» τις μάζες που βρίσκονταν σε αναβρασμό υποσχέθηκε τη Δούμα του Μπουλίγκιν [5]. Αν η παραίτηση των χρηματιστών από τους εξοπλισμούς και μια συμφωνία μεταξύ τους για μακρόχρονη ειρήνη μπορούν να ονομαστούν «υπεριμπεριαλισμός», τότε το νομοθετικό συμβουλευτικό καθεστώς του Μπουλίγκιν θα μπορούσε να ονομαστεί «υπεραπολυταρχία». Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι αύριο εκατό από τους μεγαλύτερους χρηματιστές του κόσμου, που είναι «συμπλεγμένοι» σε εκατοντάδες κολοσσιαίες επιχειρήσεις, υπόσχονται στους λαούς ότι ύστερα από τον πόλεμο θα είναι υπέρ του αφοπλισμού (κάνουμε για μια στιγμή αυτή την υπόθεση, για να παρακολουθήσουμε τα πολιτικά συμπεράσματα της ανόητης θεωρίας του Κάουτσκι). Ακόμη και τότε το ν΄ αποτρέπει κανείς το προλεταριάτο από την επαναστατική δράση –που χωρίς αυτήν όλες οι υποσχέσεις και όλες οι αγαθές προοπτικές δεν είναι παρά οπτική απάτη- θα ήταν ανοιχτή προδοσία του προλεταριάτου.

Ο πόλεμος δεν έφερε στην τάξη των καπιταλιστών μόνο κολοσσιαία κέρδη και υπέροχες προοπτικές για καινούργιες ληστείες (Τουρκία, Κίνα κτλ), καινούργιες παραγγελίες αξίας δισεκατομμυρίων, καινούργια δάνεια με αυξημένα επιτόκια. Έφερε κάτι περισσότερο: έφερε στην τάξη των καπιταλιστών ακόμη μεγαλύτερα πολιτικά οφέλη, διασπώντας και διαφθείροντας το προλεταριάτο. Ο Κάουτσκι βοηθάει αυτή τη διαφθορά, καθαγιάζει αυτή τη διεθνή διάσπαση των αγωνιζόμενων προλεταρίων στο όνομα της ενότητας με τους οπορτουνιστές του έθνους «του», με τους διάφορους Ζύντεκουμ! Και βρίσκονται άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν ότι το σύνθημα της ενότητας των παλιών κομμάτων σημαίνει «ενότητα» του εθνικού προλεταριάτου με τη δική του εθνική αστική τάξη και διάσπαση του προλεταριάτου των διαφόρων εθνών…


VI

Οι παραπάνω γραμμές είχαν ήδη γραφτεί, όταν βγήκε το τεύχος της «Neue Zeit» της 28 του Μάη (αρ. 9) με τα συμπεράσματα του Κάουτσκι για τη «χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας» (§ 7 των αντιρρήσεών του στον Κούνοφ). Ο ίδιος ο Κάουτσκι συνόψισε και ανήγαγε όλα τα παλιά σοφίσματα καθώς και ένα καινούργιο σόφισμα υπέρ του σοσιαλσοβονισμού στα παρακάτω:

«Απλούστατα δεν είναι αλήθεια ότι ο πόλεμος είναι καθαρά ιμπεριαλιστικός, ότι με το ξέσπασμά του έμπαινε το δίλημμα: ιμπεριαλισμός ή σοσιαλισμός, ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα και οι προλεταριακές μάζες της Γερμανίας, της Γαλλίας και από πολλές απόψεις και της Αγγλίας, ρίχτηκαν χωρίς να το σκεφτούν, μόνο με την έκκληση μιας χούφτας κοινοβουλευτικών ανδρών, στην αγκαλιά του ιμπεριαλισμού, πρόδωσαν το σοσιαλισμό κι΄ έτσι προκάλεσαν μια χρεοκοπία χωρίς προηγούμενο σ΄ όλη την ιστορία».

Καινούργιο σόφισμα και καινούργια εξαπάτηση των εργατών: ο πόλεμος, λέει, δεν είναι «καθαρά» ιμπεριαλιστικός!

Στο ζήτημα του χαρακτήρα και της σημασίας του σύγχρονου πολέμου ο Κάουτσκι ταλαντεύεται καταπληκτικά και ο κομματικός αυτός ηγέτης παρακάμπτει συνεχώς τις συγκεκριμένες και επίσημες δηλώσεις των συνεδρίων της Βασιλείας και του Χέμνιτς με την ίδια προσοχή που ένας κλέφτης παρακάμπτει τον τόπο της τελευταίας κλεψιάς του. Στην μπροσούρα του «Εθνικό κράτος κτλ», που την έγραψε το Φλεβάρη του 1915, ο Κάουτσκι υποστήριζε ότι ο πόλεμος «σε τελευταία ανάλυση είναι πάντως ιμπεριαλιστικός» (σελ. 64). Τώρα εισάγεται μια καινούργια μικρή επιφύλαξη: δεν είναι καθαρά ιμπεριαλιστικός -τι είναι λοιπόν ακόμη;

Αποδείχνεται πως είναι και εθνικός! Ο Κάουτσκι κατάντησε να υποστηρίζει με ένα ομοίωμα διαλεκτικής αλά Πλεχάνοφ αυτά τα εξωφρενικά πράγματα:

«Ο σημερινός πόλεμος είναι γέννημα όχι μόνο του ιμπεριαλισμού, αλλά και της ρωσικής επανάστασης». Αυτός, ο Κάουτσκι, ακόμη από το 1904 πρόβλεψε ότι η ρωσική επανάσταση θα κάνει να αναγεννηθεί ο πανσλαβισμός σε καινούργια μορφή, ότι «μια δημοκρατική Ρωσία δεν μπορεί παρά να ανάψει έντονα τον πόθο των Σλάβων της Αυστρίας και της Τουρκίας να πετύχουν εθνική ανεξαρτησία… Τότε και το πολωνικό πρόβλημα θα γίνει οξύ… Η Αυστρία τότε θα διαλυθεί, γιατί με την κατάρρευση του τσαρισμού θα πέσει το σιδερένιο στεφάνι που συνδέει σήμερα τα στοιχεία που τείνουν να απομακρυνθούν το ένα από το άλλο» (την τελευταία περικοπή την παραθέτει σήμερα ο ίδιος ο Κάουτσκι από το άρθρο του τού 1904)… «Η ρωσική επανάσταση… έδωσε μια νέα ισχυρή ώθηση στους εθνικούς πόθους της Ανατολής, πρόσθεσε στα ευρωπαϊκά προβλήματα και τα ασιατικά. Όλα αυτά τα προβλήματα στη διάρκεια του σημερινού πολέμου εκδηλώνονται με θυελλώδη τρόπο και αποκτούν πολύ αποφασιστική σημασία για τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, μαζί και των προλεταριακών, ενώ μέσα στις κυρίαρχες τάξεις επικρατούν ιμπεριαλιστικές τάσεις» (σελ. 273˙ οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).

Να ακόμη ένα μικρό δείγμα εκπόρνευσης του μαρξισμού! Επειδή μια «δημοκρατική Ρωσία» θα άναβε τους πόθους των εθνών της Ανατολικής Ευρώπης για ελευθερία (αυτό είναι αναμφισβήτητο), γι΄ αυτό ο σημερινός πόλεμος, που δεν απελευθερώνει κανένα έθνος, μα ανεξάρτητα από την έκβασή του υποδουλώνει πολλά έθνη, δεν είναι «καθαρά» ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Επειδή η «κατάρρευση του τσαρισμού» θα σήμαινε διάλυση της Αυστρίας, λόγω της έλλειψης δημοκρατίας στην εθνική της συγκρότηση, γι΄ αυτό ο αντεπαναστατικός τσαρισμός, που δυνάμωσε προσωρινά, ληστεύοντας την Αυστρία και εντείνοντας ακόμη περισσότερο την καταπίεση των εθνών της Αυστρίας, έδωσε στο «σημερινό πόλεμο» όχι καθαρά ιμπεριαλιστικό, μα ως ένα βαθμό εθνικό χαρακτήρα. Επειδή οι «κυρίαρχες τάξεις» κοροϊδεύουν τους στενοκέφαλους μικροαστούς και τους αποβλακωμένους αγρότες με τα παραμύθια για εθνικούς σκοπούς του ιμπεριαλιστικού πολέμου, γι΄ αυτό ένας άνθρωπος της επιστήμης, μια αυθεντία του «μαρξισμού», ένας εκπρόσωπος της ΙΙ Διεθνούς έχει το δικαίωμα να ενεργεί έτσι, ώστε να συμβιβάζονται οι μάζες μ΄ αυτή την απάτη, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τη «φόρμουλα»: οι κυρίαρχες τάξεις έχουν ιμπεριαλιστικές τάσεις, ενώ ο «λαός» και οι προλεταριακές μάζες έχουν «εθνικές» τάσεις.

Η διαλεκτική μετατρέπεται στην πιο χυδαία, στην πιο τιποτένια σοφιστική!

Στο σημερινό πόλεμο το εθνικό στοιχείο εκπροσωπείται μόνο από τον πόλεμο της Σερβίας κατά της Αυστρίας (πράγμα που τονίστηκε, ανάμεσα στ΄ άλλα, στην απόφαση της σύσκεψης του κόμματός μας στην Βέρνη). Μόνο στη Σερβία και μέσα στους Σέρβους έχουμε ένα μακρόχρονο εθνικό απελευθερωτικό κίνημα, που αγκαλιάζει εκατομμύρια «λαϊκές μάζες» και που «συνέχειά» του είναι ο πόλεμος της Σερβίας κατά της Αυστρίας. Αν ο πόλεμος αυτός ήταν απομονωμένος, δηλ. αν δεν συνδεόταν με τον πανευρωπαϊκό πόλεμο, με τους ιδιοτελείς και ληστρικούς σκοπούς της Αγγλίας, της Ρωσίας κτλ., τότε όλοι οι σοσιαλιστές θα είχαν την υποχρέωση να εύχονται την επιτυχία της σερβικής αστικής τάξης –αυτό είναι το μοναδικά σωστό και απόλυτα αναγκαίο συμπέρασμα που βγαίνει από το εθνικό στοιχείο του σημερινού πολέμου. Ο σοφιστής όμως Κάουτσκι, που σήμερα βρίσκεται στην υπηρεσία των αστών, των κληρικών και των στρατηγών της Αυστρίας, δεν βγάζει αυτό ακριβώς το συμπέρασμα!

Παρακάτω. Η διαλεκτική του Μαρξ, όντας η τελευταία λέξη της επιστημονικής-εξελικτικής μεθόδου, απαγορεύει ακριβώς την απομονωμένη, δηλ. τη μονόπλευρη και τερατωδώς διαστρεβλωμένη εξέταση ενός αντικειμένου. Το εθνικό στοιχείο του σερβοαυστριακού πολέμου δεν έχει και δεν μπορεί να έχει καμιά σοβαρή σημασία στον πανευρωπαϊκό πόλεμο. Αν νικήσει η Γερμανία, θα πνίξει το Βέλγιο και ένα μέρος επίσης της Πολωνίας, ίσως και ένα μέρος της Γαλλίας κτλ. Αν νικήσει η Ρωσία, θα πνίξει τη Γαλικία κι΄ ένα μέρος επίσης της Πολωνίας, ίσως και ένα μέρος της Γαλλίας κτλ. Αν νικήσει η Ρωσία, θα πνίξει τη Γαλικία κι΄ ένα μέρος επίσης της Πολωνίας, την Αρμενία κτλ. Αν έχουμε «ισοπαλία» θα μείνει η παλιά εθνική καταπίεση. Για τη Σερβία, δηλ. για το ένα περίπου εκατοστό απ΄ όσους παίρνουν μέρος στο σημερινό πόλεμο, ο πόλεμος είναι η «συνέχιση της πολιτικής» του αστικοαπελευθερωτικού κινήματος. Για τα 99/100 ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής της ιμπεριαλιστικής, δηλ. της γερασμένης αστικής τάξης, που είναι ικανή να διαφθείρει, όχι όμως και να απελευθερώσει τα έθνη. Η τριπλή συνεννόηση, «απελευθερώνοντας» τη Σερβία, ξεπουλάει τα συμφέροντα της σερβικής ελευθερίας στον ιταλικό ιμπεριαλισμό για τη βοήθεια που προσφέρει στην καταλήστευση της Αυστρίας.

Όλα αυτά είναι πασίγνωστα και όλα αυτά τα διαστρέβλωσε αναίσχυντα ο Κάουτσκι, για να δικαιολογήσει τους οπορτουνιστές. «Καθαρά» φαινόμενα δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρχουν ούτε στη φύση ούτε στην κοινωνία –αυτό ακριβώς διδάσκει η διαλεκτική του Μαρξ, που μας δείχνει ότι η ίδια η έννοια της καθαρότητας κλείνει μέσα της μια ορισμένη στενότητα, μια μονομέρεια της ανθρώπινης γνώσης, που δεν αγκαλιάζει το αντικείμενο ως το τέλος σ΄ όλη του τη συνθετότητα. Δεν υπάρχει στον κόσμο και δεν μπορεί να υπάρξει «καθαρός» καπιταλισμός, αλλά πάντα υπάρχουν μίγματα, πότε φεουδαρχίας, πότε μικροαστισμού, πότε κάτι άλλου. Γι΄ αυτό το να λες ότι ο πόλεμος δεν είναι «καθαρά» ιμπεριαλιστικός, ενώ πρόκειται για κραυγαλέα εξαπάτηση των «λαϊκών μαζών» από τους ιμπεριαλιστές, που φανερά συγκαλύπτουν τους πραγματικά ληστρικούς σκοπούς τους με «εθνική» φρασεολογία, σημαίνει ότι είσαι εξαιρετικά στενοκέφαλος σχολαστικός ή στρεψόδικος και απατεώνας. Όλη η ουσία του ζητήματος είναι ακριβώς ότι ο Κάουτσκι υποστηρίζει την εξαπάτηση του λαού από τους ιμπεριαλιστές, όταν λέει ότι «για τις λαϊκές μάζες, μαζί και για τις προλεταριακές, είχαν αποφασιστική σημασία» τα εθνικά προβλήματα, ενώ για τις κυρίαρχες τάξεις οι «ιμπεριαλιστικές τάσεις» (σελ. 273) και όταν θέλει να το «στηρίξει» αυτό, προσφεύγοντας σε μια ψευτοδιαλεκτική για την «ατέλειωτα ποικιλόμορφη πραγματικότητα» (σελ. 274). Αναμφισβήτητο είναι ότι η πραγματικότητα είναι ατελείωτα ποικιλόμορφη –αυτό είναι ιερή αλήθεια! Είναι όμως εξίσου αναμφισβήτητο ότι σ΄ αυτή την ατέλειωτη ποικιλομορφία υπάρχουν δυό κύρια και θεμελιακά ρεύματα: το αντικειμενικό περιεχόμενο του πολέμου είναι η «συνέχιση της πολιτικής» του ιμπεριαλισμού, δηλ. της ληστείας ξένων εθνών από τη γερασμένη αστική τάξη των «μεγάλων Δυνάμεων» (και από τις κυβερνήσεις τους), ενώ η «υποκειμενική» κυρίαρχη ιδεολογία δεν είναι παρά «εθνικές» φράσεις που διαδίδονται για την εξαπάτηση των μαζών.

Το παλιό σόφισμα του Κάουτσκι, που το επαναλαμβάνει ατέλειωτες φορές, ότι δήθεν οι «αριστεροί» παρουσίασαν τα πράγματα με τέτοιο τρόπο, λες και το δίλημμα «με το ξέσπασμα του πολέμου» ήταν: ιμπεριαλισμός ή σοσιαλισμός, το έχουμε ήδη εξετάσει. Είναι μια ξεδιάντροπη διαστρέβλωση, γιατί ο Κάουτσκι ξέρει πολύ καλά ότι οι αριστεροί έβαζαν ένα άλλο δίλημμα: προσχώρηση του κόμματος στην ιμπεριαλιστική ληστεία και απάτη ή κήρυγμα και προετοιμασία της επαναστατικής δράσης. Ο Κάουτσκι ξέρει επίσης ότι μόνο εξαιτίας της προστασίας που του παρέχει η λογοκρισία, δεν ξεσκεπάζεται από τους «αριστερούς» της Γερμανίας το ανόητο παραμύθι που διαδίδει από δουλικότητα απέναντι στους Ζύντεκουμ.

Όσο για τη σχέση ανάμεσα στις «προλεταριακές μάζες» και σε μια «χούφτα κοινοβουλευτικούς άνδρες», ο Κάουτσκι προβάλλει εδώ μια από τις τριμμένες αντιρρήσεις:

«Ας αφήσουμε κατά μέρος τους Γερμανούς κι΄ αυτό για να μην υπερασπίσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας˙ ποιος όμως θα μπορούσε να υποστηρίξει στα σοβαρά ότι οι άνθρωποι σαν τον Βαγιάν και τον Γκεντ, τον Χάιντμαν και τον Πλεχάνοφ, έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη ιμπεριαλιστές και πρόδωσαν το σοσιαλισμό; Ας αφήσουμε κατά μέρος τους βουλευτές και την «ηγεσία»… (Ο Κάουτσκι υπαινίσσεται καθαρά το περιοδικό της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Φρ. Μέρινγκ «Η Διεθνής» που κρίνει με την περιφρόνηση που της αξίζει την πολιτική της ηγεσίας, δηλ. των επίσημων κορυφών του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας, της ΚΕ του, δηλ. του «φόρσταντ», της κοινοβουλευτικής του ομάδας κτλ) –«… ποιος όμως θα τολμήσει να υποστηρίξει ότι για τα 4 εκατομμύρια των συνειδητών γερμανών προλετάριων αρκεί μόνο η διαταγή μιας χούφτας βουλευτών, για να κάνουν μέσα σε 24 ώρες στροφή 180ο προς τα δεξιά, προς μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη από τους προηγούμενους σκοπούς τους; Αν αυτό ήταν σωστό, θα έδειχνε βέβαια μια τρομερή χρεοκοπία, όχι όμως μόνο του κόμματός μας, μα και της μάζας (η υπογράμμιση είναι του Κάουτσκι). Αν η μάζα ήταν ένα τέτοιο άβουλο κοπάδι από πρόβατα, τότε θα μπορούσαμε ν΄ αφήσουμε να μας θάψουν» (σελ. 274).

Ο Καρλ Κάουτσκι, που είναι μεγάλη πολιτική και επιστημονική αυθεντία έθαψε κιόλας τον εαυτό του με τη στάση του και τις αξιοθρήνητες υπεκφυγές στις οποίες καταφεύγει. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό ή τουλάχιστο δεν το νιώθει, είναι χαμένος για το σοσιαλισμό και ακριβώς γι΄ αυτό η μοναδικά σωστή στάση είναι αυτή που πήραν στη «Διεθνή» ο Μέρινγκ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και οι οπαδοί τους, όταν περιφρονούν τον Κάουτσκι και Σία σαν τα πιο άθλια υποκείμενα.

Σκεφτείτε μονάχα: σ΄ ό,τι αφορά τον πόλεμο μπορούσαν να εκφραστούν κάπως ελεύθερα (δηλ. χωρίς να κινδυνεύουν κυριολεκτικά να τους αρπάξουν και να τους οδηγήσουν σε στρατώνα, χωρίς να βρίσκονται μπροστά σε άμεση απειλή τουφεκισμού) αποκλειστικά και μόνο «μια χούφτα βουλευτές» (αυτοί ψήφισαν ελεύθερα, σύμφωνα με το δικαίωμα που είχαν, μπορούσαν πολύ καλά και να καταψηφίσουν –γι΄ αυτό το πράγμα ακόμη και στη Ρωσία δεν τους χτύπησαν, δεν τους τσάκισαν, ούτε και τους έπιασαν), μια χούφτα δημόσιοι υπάλληλοι, δημοσιογράφοι κτλ. Τώρα ο Κάουτσκι ρίχνει μεγαλόψυχα στις μάζες την προδοσία και την έλλειψη χαρακτήρα αυτού του κοινωνικού στρώματος που για τη σύνδεσή του με την τακτική και την ιδεολογία του οπορτουνισμού ο ίδιος ο Κάουτσκι έχει γράψει δεκάδες φορές επί αρκετά χρόνια! Ο πρωταρχικός και βασικός κανόνας της επιστημονικής έρευνας γενικά και της διαλεκτικής του Μαρξ ειδικά απαιτεί από έναν συγγραφέα να εξετάσει τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στη σημερινή πάλη των διαφόρων κατευθύνσεων του σοσιαλισμού –της κατεύθυνσης που μιλάει και φωνάζει για προδοσία και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου απ΄ αφορμή αυτή την προδοσία και της κατεύθυνσης που δεν βλέπει την προδοσία- και στην πάλη που διεξαγόταν πριν επί ολόκληρες δεκαετίες. Ο Κάουτσκι δεν βγάζει τσιμουδιά γι΄ αυτό, δεν θέλει καν να βάλει ζήτημα κατευθύνσεων και ρευμάτων. Ως τα σήμερα υπήρχαν ρεύματα, τώρα δεν υπάρχουν πια! Τώρα υπάρχουν μόνο τα ηχηρά ονόματα των «αυθεντιών», που πάντα τα χρησιμοποιούν σαν ατού οι δουλικές ψυχές. Και είναι πολύ βολικό να παραπέμπει ο ένας στον άλλον και να σκεπάζει ο καθένας φιλικά τις «αμαρτίες» του σύμφωνα με τον κανόνα: τόνα χέρι τρίβει τ΄ άλλο. Μα τι οπορτουνισμός είναι αυτός –αναφωνούσε ο Λ. Μάρτοφ στη διάλεξή του στη Βέρνη (βλ. τη «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», αρ. φύλ. 36), όταν… ο Γκεντ, ο Πλεχάνοφ, ο Κάουτσκι! Πρέπει να είναι κανείς πιο προσεκτικός, όταν κατηγορεί για οπορτουνισμό ανθρώπους σαν τον Γκεντ, -έγραφε ο Αξελρόντ («Γκόλος», αρ. φύλ. 86 και 87). Δεν πρόκειται να υπερασπίσω τον εαυτό μου –επαναλαμβάνει ο Κάουτσκι στο Βερολίνο- όμως… ο Βαγιάν και ο Γκεντ, ο Χάιντμαν και ο Πλεχάνοφ! Ο κούκος επαινεί τον κόκορα, γιατί κι΄ ο κόκορας επαινεί τον κούκο.

Με ζήλο λακέ ο Κάουτσκι έφτασε στο σημείο να φιλήσει το χέρι ακόμη και του Χάιντμαν, παρ΄ όλο που μόλις μια μέρα πριν τον παρουσίαζε ότι είναι με το μέρος του ιμπεριαλισμού. Και όμως η ίδια η «Neue Zeit» και δεκάδες σοσιαλδημοκρατικές εφημερίδες όλου του κόσμου έχουν ήδη γράψει εδώ και πολλά χρόνια για τον ιμπεριαλισμό του Χάιντμαν! Αν ο Κάουτσκι ενδιαφερόταν κατά τρόπο ευσυνείδητο για την ανάλυση της πολιτικής βιογραφίας των προσώπων που αναφέρθηκαν, θα μπορούσε να θυμηθεί: η βιογραφία αυτή περιέχει ή όχι ορισμένα χαρακτηριστικά και γεγονότα που προετοίμαζαν το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό όχι «μέσα σε μια μόνο μέρα», αλλά στη διάρκεια δεκαετίας; Ο Βαγιάν ήταν ή όχι αιχμάλωτος των ζωρεσιστών [6] και ο Πλεχάνοφ των μενσεβίκων και των λικβιταριστών; Η κατεύθυνση του Γκεντ [7] πέθανε ή όχι μπροστά στα μάτια όλων στο περιοδικό του Γκεντ «Ο σοσιαλισμός» [8] που αποτελεί υπόδειγμα έλλειψης ζωής και ταλέντου και δεν είναι σε θέση να πάρει ανεξάρτητη θέση σε κανένα σπουδαίο ζήτημα; και ο ίδιος ο Κάουτσκι είχε δείξει ή όχι (θα προσθέταμε για εκείνους που τον τοποθετούν –πολύ δικαιολογημένα- δίπλα στον Χάιντμαν και τον Πλεχάνοφ) έλλειψη χαρακτήρα στο ζήτημα του μιλλερανισμού, στην αρχή της πάλης ενάντια στην μπενρσταϊνιάδα κτλ;

Δεν βλέπουμε όμως ούτε το ελάχιστο ίχνος ενδιαφέροντος για μια επιστημονική ανάλυση της βιογραφίας των παραπάνω ηγετών. Δεν γίνεται ούτε καν προσπάθεια να εξεταστεί, αν οι ηγέτες αυτοί υπερασπίζουν τώρα τον εαυτό τους με δικά τους επιχειρήματα ή με την επανάληψη των επιχειρημάτων των οπορτουνιστών και των αστών. Οι πράξεις αυτές των ηγετών απόκτησαν μήπως σοβαρή πολιτική σημασία λόγω της μεγάλης επιρροής τους ή επειδή προσχώρησαν σ΄ ένα ξένο ρεύμα με πραγματική «επιρροή», που υποστηρίζεται από τη στρατιωτική οργάνωση και συγκεκριμένα στο αστικό ρεύμα. Ο Κάουτσκι ούτε καν καταπιάνεται με τη μελέτη του ζητήματος˙ φροντίζει μόνο να ρίξει στάχτη στα μάτια των μαζών, να τις ζαλίσει με τον ήχο ονομάτων αυθεντιών, να τις εμποδίσει να βάλουν καθαρά το επίμαχο ζήτημα και να το αναλύσουν ολόπλευρα [6*].

«… η μάζα των 4 εκατομμυρίων με διαταγή μιας χούφτας βουλευτών έκανε στροφή 180ο προς τα δεξιά…»

Εδώ κάθε λέξη είναι κι΄ ένα ψέμα. Η κομματική οργάνωση των Γερμανών δεν είχε 4, αλλά 1 εκατομμύριο μέλη. Την ενιαία θέληση αυτής της οργάνωσης των μαζών (όπως και κάθε οργάνωσης) την έκφραζε μόνο το ενιαίο πολιτικό κέντρο της, μια «χούφτα» άνθρωποι που πρόδωσαν το σοσιαλισμό. Τη χούφτα αυτή τη συμβουλεύτηκαν, την κάλεσαν να ψηφίσει, μπορούσε να ψηφίσει, μπορούσε να γράψει άρθρα κτλ. Τις μάζες όμως δεν τις συμβουλεύτηκαν. Όχι μόνο δεν τις επέτρεπαν να ψηφίσουν, μα και τις διαιρούσαν και τις οδηγούσαν όχι «με διαταγή» μιας χούφτας βουλευτών, αλλά με διαταγή των στρατιωτικών αρχών. Η στρατιωτική οργάνωση ήταν εκεί μπροστά, σ΄ αυτή δεν υπήρχε προδοσία ηγετών, αυτή καλούσε τις «μάζες» ατομικά, βάζοντάς τους το τελεσίγραφο: ή πας στο στρατό (όπως σου συσταίνουν οι ηγέτες σου) ή έχει τουφέκι. Η μάζα δεν μπορούσε να ενεργήσει οργανωμένα, γιατί η οργάνωσή της, που είχε δημιουργηθεί προηγούμενα, η οργάνωση που ενσαρκωνόταν στη «χούφτα» των διαφόρων Λέγκιν, Κάουτσκι, Σάιντεμαν πρόδωσε τη μάζα και για να δημιουργηθεί μια νέα οργάνωση χρειάζεται καιρός, απαιτείται αποφασιστικότητα για να πεταχτεί η παλιά, η σάπια οργάνωση που έφαγε τα ψωμιά της.

Ο Κάουτσκι προσπαθεί να κατατροπώσει τους αντιπάλους του, τους αριστερούς, αποδίδοντάς τους μια ανοησία, ότι βάζουν τάχα το ζήτημα έτσι: «σε απάντηση» στον πόλεμο οι «μάζες» έπρεπε «μέσα σε 24 ώρες» να κάνουν επανάσταση, να φέρουν το «σοσιαλισμό» ενάντια στον ιμπεριαλισμό, διαφορετικά οι «μάζες» θα έδειχναν «έλλειψη χαρακτήρα και προδοσία». Μα αυτό είναι απλώς ανοησία, με την οποία «κατατρόπωναν» ως τα σήμερα τους επαναστάτες οι συντάκτες των αγράμματων αστικών και αστυνομικών παλιοφυλλάδων και με την οποία κάνει σήμερα επίδειξη ο Κάουτσκι. Οι αριστεροί αντίπαλοι του Κάουτσκι ξέρουν πολύ καλά ότι η επανάσταση «δεν γίνεται», ότι οι επαναστάτες αναπτύσσονται μέσα από τις αντικειμενικά (ανεξάρτητα από τη θέληση των κομμάτων και των τάξεων) ώριμες κρίσεις και στροφές της ιστορίας, ότι οι μάζες χωρίς οργάνωση δεν έχουν ενιαία θέληση, ότι η πάλη ενάντια στην ισχυρή, τρομοκρατική, στρατιωτική οργάνωση των συγκεντρωτικών κρατών είναι δύσκολο και μακρόχρονο έργο. Στην κρίσιμη στιγμή οι μάζες, προδομένες από τους αρχηγούς τους δεν μπορούσαν τίποτε να κάνουν, ενώ οι «χούφτες» αυτών των ηγετών μπορούσαν θαυμάσια και θα έπρεπε να ψηφίσουν ενάντια στις πιστώσεις, να αγωνιστούν ενάντια στην «ταξική ειρήνη» και τη δικαιολόγηση του πολέμου, να ταχθούν υπέρ της ήττας των κυβερνήσεών τους, να οργανώσουν ένα διεθνή μηχανισμό για την προπαγάνδιση της συναδέλφωσης στα χαρακώματα, να οργανώσουν την έκδοση παράνομων εντύπων [7*], που να κηρύσσουν την ανάγκη του περάσματος σε επαναστατική δράση κτλ.

Ο Κάουτσκι ξέρει περίφημα ότι οι «αριστεροί» της Γερμανίας έχουν υπόψη τους ακριβώς αυτή ή πιο σωστά μια παρόμοια δράση και ότι σε συνθήκες στρατιωτικής λογοκρισίας δεν μπορεί να μιλά κανείς απροκάλυπτα, ανοιχτά γι΄ αυτή τη δράση. Η επιθυμία του Κάουτσκι να υπερασπίσει με κάθε θυσία τους οπορτουνιστές τον οδηγεί σε μια πρωτοφανή προστυχιά: κρύβεται πίσω από τις πλάτες των στρατιωτικών λογοκριτών και αποδίδει στους αριστερούς μια ολοφάνερη ανοησία, επειδή είναι βέβαιος ότι οι λογοκριτές θα τον προστατεύσουν από το ξεσκέπασμα. 


VII

Ένα σοβαρό επιστημονικό και πολιτικό ζήτημα που ο Κάουτσκι το παρέκαμψε συνειδητά, με κάθε λογής τεχνάσματα, προκαλώντας έτσι τεράστια ευχαρίστηση στους οπορτουνιστές, είναι τούτο δω: πως μπόρεσαν οι πιο επιφανείς εκπρόσωποι της ΙΙ Διεθνούς να προδώσουν το σοσιαλισμό;

Εννοείται ότι το ζήτημα δεν πρέπει να το βάζουμε με την έννοια της ατομικής βιογραφίας της μιας ή της άλλης αυθεντίας. Οι μελλοντικοί βιογράφοι τους θα υποχρεωθούν να εξετάσουν το πρόβλημα κι΄ απ΄ αυτή την πλευρά, σήμερα όμως το σοσιαλιστικό κίνημα δεν ενδιαφέρεται καθόλου γι΄ αυτό το πράγμα, αλλά για τη μελέτη της ιστορικής προέλευσης, των όρων, της σημασίας και της δύναμης του σοσιαλσοβινιστικού ρεύματος. 1) Από πού προήλθε ο σοσιαλσοβινισμός; 2) τι είναι εκείνο που του έδωσε δύναμη; 3) πώς να τον πολεμήσουμε; Μόνο ο τρόπος αυτός τοποθέτησης του προβλήματος παρουσιάζει σοβαρότητα, ενώ η μετάθεση του ζητήματος στο επίπεδο των «προσωπικοτήτων» στην πράξη δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά απλή υπεκφυγή, τέχνασμα σοφιστή.

Για να απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να εξετάσουμε, πρώτο, μήπως το ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο του σοσιαλσοβινισμού συνδέεται με κανένα προηγούμενο ρεύμα του σοσιαλισμού; δεύτερο, ποια σχέση υπάρχει, από την άποψη των πραγματικών πολιτικών διαιρέσεων, ανάμεσα στη σημερινή διαίρεση των σοσιαλιστών σε αντιπάλους και υπερασπιστές του σοσιαλσοβινισμού και στην πλατιά διαίρεση, που προηγήθηκε ιστορικά;

Λέγοντας σοσιαλσοβινισμό, εννοούμε την παραδοχή υπεράσπισης της πατρίδας στο σημερινό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τη δικαιολόγηση της συμμαχίας των σοσιαλιστών με την αστική τάξη και τις κυβερνήσεις των χωρών «τους» σ΄ αυτό τον πόλεμο, την άρνηση προπαγάνδισης και υποστήριξης των προλεταριακών-επαναστατικών εκδηλώσεων ενάντια στη «δική τους» αστική τάξη κτλ. Είναι εντελώς ολοφάνερο ότι το βασικό ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο του σοσιαλσοβινισμού συμπίπτει απόλυτα με τις βάσεις του οπορτουνισμού. Είναι ένα και το ίδιο ρεύμα. Ο οπορτουνισμός μέσα στις συνθήκες του πολέμου του 1914-1915 γεννάει ακριβώς το σοσιαλσοβινισμό. Το κύριο ζήτημα στον οπορτουνισμό είναι η ιδέα της συνεργασίας των τάξεων. Ο πόλεμος οδηγεί ως το τέλος αυτή την ιδέα, προσθέτοντας ταυτόχρονα στους συνηθισμένους παράγοντες και στα συνηθισμένα κίνητρά της μια ολόκληρη σειρά από έκτακτους παράγοντες και κίνητρα, εξαναγκάζοντας με τις απειλές και τη βία τη μικροαστική και σκόρπια μάζα να συνεργαστεί με την αστική τάξη: το περιστατικό αυτό μεγαλώνει, όπως είναι φυσικό, τον κύκλο των οπαδών του οπορτουνισμού και εξηγεί απόλυτα το πέρασμα πολλών χτεσινών ριζοσπαστών σ΄ αυτό το στρατόπεδο.

Οπορτουνισμός σημαίνει να θυσιάζονται τα ζωτικά συμφέροντα των μαζών στα προσωρινά συμφέροντα μιας ασήμαντης μειοψηφίας εργατών ή, μ΄ άλλα λόγια, σημαίνει συμμαχία μιας μερίδας εργατών με την αστική τάξη ενάντια στη μάζα του προλεταριάτου. Ο πόλεμος κάνει αυτή τη συμμαχία πεντακάθαρη και αναγκαστική. Ο οπορτουνισμός γεννήθηκε μέσα σε δεκαετίες από τις ιδιομορφίες μιας εποχής ανάπτυξης του καπιταλισμού, όπου η σχετικά ειρηνική και πολιτισμένη ζωή ενός στρώματος προνομιούχων εργατών «αστοποιούσε» αυτούς τους εργάτες, τους έδινε ορισμένα ψίχουλα από τα κέρδη του δικού τους, του εθνικού κεφαλαίου και τους αποσπούσε από τις συμφορές, από τα βάσανα και τις επαναστατικές διαθέσεις της μάζας, που ήταν καταδικασμένη στην καταστροφή και στην αθλιότητα. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η άμεση συνέχιση και η ολοκλήρωση της κατάστασης αυτής πραγμάτων, γιατί είναι πόλεμος για τα προνόμια των κυρίαρχων εθνών, για το ξαναμοίρασμα των αποικών μεταξύ τους, για την κυριαρχία τους πάνω στα άλλα έθνη. Η υπεράσπιση και η στερέωση της προνομιακής θέσης των μικροαστών ή της αριστοκρατίας (και της γραφειοκρατίας) της εργατικής τάξης σαν «στρώματος ανώτερου» -αυτή είναι η φυσιολογική συνέχεια των μικροαστικών-οπορτουνιστικών ελπίδων και της αντίστοιχης τακτικής στον καιρό του πολέμου, αυτή είναι η οικονομική βάση του σοσιαλιμπεριαλισμού των ημερών μας [8*]. Και, εννοείται, η δύναμη της συνήθειας, η ρουτίνα μιας σχετικά ειρηνικής εξέλιξης, οι εθνικές προλήψεις, ο φόβος των απότομων στροφών και η έλλειψη πίστης σ΄ αυτές τις στροφές –όλα αυτά έπαιξαν το ρόλο τους σαν πρόσθετοι παράγοντες και έκαναν να δυναμώσει και ο οπορτουνισμός και ο υποκριτικός και δειλός συμβιβασμός μαζί του, συμβιβασμός δήθεν για λίγο μόνο καιρό, για ειδικές μόνο αιτίες και αφορμές. Ο πόλεμος άλλαξε τη μορφή του οπορτουνισμού που τον έθρεψαν δεκαετίες, τον ανέβασε σε υψηλότερο σκαλοπάτι, αύξησε τον αριθμό και την ποικιλομορφία των αποχρώσεών του, πλήθυνε τις γραμμές των οπαδών του, πλούτισε τα επιχειρήματά τους μ΄ ένα σωρό καινούργια σοφίσματα, συγχώνεψε, μπορούμε να πούμε, με το βασικό ρεύμα του οπορτουνισμού πολλά καινούργια ρεύματα και ρευματάκια, το βασικό όμως ρεύμα δεν εξαφανίστηκε. Κάθε άλλο.

Ο σοσιαλσοβινισμός είναι ένας οπορτουνισμός που έχει ωριμάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε έγινε αδύνατο να εξακολουθεί να υπάρχει αυτό το αστικό απόστημα μέσα στα σοσιαλιστικά κόμματα με την προηγούμενη μορφή του.

Οι άνθρωποι που δεν θέλουν να δουν τη στενότατη και αδιάσπαστη σύνδεση του σοσιαλσοβινισμού με τον οπορτουνισμό, πιάνονται από ξεχωριστές περιπτώσεις και «περιστατικά» -όπως λ.χ. ο τάδε οπορτουνιστής έγινε διεθνιστής και ο τάδε ριζοσπάστης έγινε σοβινιστής. Αυτό όμως δεν μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελέσει σοβαρό επιχείρημα στο ζήτημα για την ανάπτυξη των ρευμάτων. Πρώτο, η οικονομική βάση του σοβινισμού και του οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα είναι μια και η αυτή: συμμαχία των ολιγάριθμων ανώτερων στρωμάτων του προλεταριάτου και των μικροαστών, που απολαμβάνουν τα ψίχουλα από τα προνόμια του εθνικού «τους» κεφαλαίου ενάντια στη μάζα των προλεταρίων, στη μάζα των εργαζομένων και των καταπιεζομένων γενικά. Δεύτερο, το ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο και των δυό ρευμάτων είναι ένα και το αυτό. Τρίτο, γενικά και στο σύνολο η παλιά διαίρεση των σοσιαλιστών σε οπορτουνιστικό και επαναστατικό ρεύμα, διαίρεση χαρακτηριστική για την εποχή της ΙΙ Διεθνούς (1889-1914), αντιστοιχεί στην καινούργια διαίρεση σε σοβινιστές και διεθνιστές.

Για να πειστούμε για την ορθότητα αυτής της τελευταίας θέσης, πρέπει να θυμηθούμε τον κανόνα ότι τις κοινωνικές επιστήμες (όπως και γενικά σε κάθε επιστήμη) πρόκειται για μαζικά φαινόμενα και όχι για ξεχωριστές περιπτώσεις. Ας πάρουμε 10 χώρες της Ευρώπης: τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Ρωσία, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Σουηδία, τη Βουλγαρία, την Ελβετία, τη Γαλλία και το Βέλγιο. Στις πρώτες 8 χώρες η καινούργια διαίρεση των σοσιαλιστών (με βάση το διεθνισμό) αντιστοιχεί στην παλιά (με βάση τον οπορτουνισμό): στη Γερμανία το φρούριο του οπορτουνισμού, το περιοδικό Μηνιαία «Σοσιαλιστική Επιθεώρηση» («Sozialistische Monatshefte» έγινε φρούριο του σοβινισμού. Τις ιδέες του διεθνισμού τις υποστηρίζουν οι άκροι αριστεροί. Στην Αγγλία, στο Βρετανικό σοσιαλιστικό κόμμα περίπου τα 3/7 είναι διεθνιστές (66 ψήφοι υπέρ του διεθνιστικού σχεδίου απόφασης έναντι 84, σύμφωνα με τους τελευταίους υπολογισμούς) και στο συνασπισμό των οπορτουνιστών (Εργατικό κόμμα + Φαβιανοί + Ανεξάρτητο εργατικό κόμμα) λιγότεροι από το 1/7 είναι διεθνιστές [9*]. Στη Ρωσία ο βασικός πυρήνας των οπορτουνιστών, το περιοδικό «Νάσα Ζαριά» των λικβινταριστών, έγινε ο βασικός πυρήνας των σοβινιστών. Ο Πλεχάνοφ με τον Αλέξινσκι κάνουν περισσότερο θόρυβο, εμείς όμως ξέρουμε, έστω και μόνο από την πείρα της πενταετίας 1910-1914, ότι είναι ανίκανοι να κάνουν συστηματική προπαγάνδα μέσα στις μάζες της Ρωσίας. Ο βασικός πυρήνας των διεθνιστών της Ρωσίας είναι ο «πραβντισμός» και η Ρωσική σοσιαλδημοκρατική εργατική κοινοβουλευτική ομάδα, σαν εκπρόσωπος των πρωτοπόρων εργατών, που αναδημιούργησαν το κόμμα το Γενάρη του 1912.

Στην Ιταλία το κόμμα του Μπισσολάτι και Σία, καθαρά οπορτουνιστικό, έγινε σοβινιστικό. Ο διεθνισμός εκπροσωπείται από το εργατικό κόμμα. Οι μάζες των εργατών είναι υπέρ αυτού του κόμματος˙ οι οπορτουνιστές, οι κοινοβουλευτικοί άνδρες, οι μικροαστοί είναι υπέρ του σοβινισμού. Στην Ιταλία η εκλογή μπορούσε για πολλούς μήνες να είναι ελεύθερη και η εκλογή δεν έγινε τυχαία, αλλά σύμφωνα με τη διαφορά της ταξικής θέσης του προλεταριάτου που δουλεύει στις μάζες και των μικροαστικών στρωμάτων.

Στην Ολλανδία το οπορτουνιστικό κόμμα του Τρούλστρα συμβιβάζεται με το σοβινισμό γενικά (δεν πρέπει να μας ξεγελάει το γεγονός ότι στην Ολλανδία οι μικροαστοί, όπως και οι μεγαλοαστοί, μισούν εξαιρετικά τη Γερμανία, που θα ήταν ικανή μάλλον να τους «καταπιεί»). Συνεπείς, ειλικρινείς, φλογερούς διεθνιστές από πεποίθηση έδωσε το μαρξιστικό κόμμα με επικεφαλής τον Γκόρτερ και τον Πάννεκουκ. Στη Σουηδία ο οπορτουνιστής ηγέτης Μπράντινγκ αγανακτεί, γιατί κατηγορούνται οι γερμανοί σοσιαλιστές για προδοσία και ο ηγέτης των αριστερών Χέγκλουντ δηλώνει ότι μέσα στους οπαδούς του υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ακριβώς έτσι τα πράγματα (βλ. τη «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», αρ. φύλ. 36). Στη Βουλγαρία οι αντίπαλοι του οπορτουνισμού, οι «τεσνιάκοι» κατηγορούν από τον Τύπο, στο όργανό τους («Νόρο Βρέμε» [11]) τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες ότι «έκαναν βρωμιά». Στην Ελβετία οι οπαδοί του οπορτουνιστή Γκρόιλιχ έχουν την τάση να δικαιολογήσουν τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες (βλ. το όργανό τους «Λαϊκό Δίκαιο» της Ζυρίχης), ενώ οι οπαδοί τού ασύγκριτα πιο ριζοσπαστικού Ρ. Γκριμ έκαναν την εφημερίδα της Βέρνης («Berner Tagwacht») όργανο των γερμανών αριστερών. Εξαίρεση αποτελούν μόνο οι δυό χώρες από τις 10, η Γαλλία και το Βέλγιο κι΄ εδώ όμως παρατηρούμε, κυρίως, όχι ανυπαρξία διεθνιστών, αλλά υπερβολική (εν μέρει για λόγους πολύ ευνόητους) αδυναμία και κατάπτωσή τους˙ ας μη ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Βαγιάν ομολόγησε στη «LHumanité» πως έχει πάρει από αναγνώστες του γράμματα με διεθνιστικό πνεύμα, από τα οποία δεν δημοσίευσε κανένα αυτούσιο!

Παίρνοντας κανείς τα ρεύματα και τις κατευθύνσεις στο σύνολό τους, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι η οπορτουνιστική ακριβώς πτέρυγα του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού είναι εκείνη που πρόδωσε το σοσιαλισμό και πέρασε στο σοβινισμό. Από πού προέρχεται η δύναμή της, η φαινομενική της παντοδυναμία μέσα στα επίσημα κόμματα; Ο Κάουτσκι που ξέρει πολύ θαυμάσια να βάζει ιστορικά προβλήματα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την αρχαία Ρώμη και για παρόμοια θέματα που δεν βρίσκονται πολύ κοντά στην τρέχουσα ζωή, τώρα που η υπόθεση αφορά τον ίδιο, προσποιείται υποκριτικά πως δεν το καταλαβαίνει. Το πράγμα όμως είναι πεντακάθαρο. Η τεράστια δύναμη που διαθέτουν οι οπορτουνιστές και οι σοβινιστές προέρχεται από τη συμμαχία τους με την αστική τάξη, με τις κυβερνήσεις και τα γενικά επιτελεία. Σε μας στη Ρωσία πολύ συχνά το ξεχνούν αυτό και παίρνουν τα πράγματα έτσι: οι οπορτουνιστές είναι ένα τμήμα των σοσιαλιστικών κομμάτων, πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν δυό πτέρυγες των άκρων σ΄ αυτά τα κόμματα, όλο το ζήτημα είναι να αποφεύγονται οι «ακρότητες» κτλ κτλ., όπως γράφουν σ΄ όλες τις συνταγές τους οι φιλισταίοι.

Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι οι οπορτουνιστές ανήκουν τυπικά στα εργατικά κόμματα δεν αποκλείει καθόλου το ότι είναι –αντικειμενικά- πολιτικό απόσπασμα της αστικής τάξης, διοχετευτές της επιρροής της, πράκτορές της μέσα στο εργατικό κίνημα. Όταν ο οπορτουνιστής Ζύντεκουμ, που απόκτησε δόξα Ηρόστρατου, έδειξε παραστατικά την κοινωνική, την ταξική αυτή αλήθεια, πολλοί αφελείς έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Οι γάλλοι σοσιαλιστές και ο Πλεχάνοφ άρχισαν να δείχνουν με το δάκτυλο τον Ζύντεκουμ, αν και θα ήταν αρκετό ο Βαντερβέλντε, ο Σαμπά και ο Πλεχάνοφ να ρίξουν μια ματιά στον καθρέφτη, για να δουν ακριβώς τον Ζύντεκουμ με λιγάκι διαφορετική εθνική όψη. Τα μέλη της ΚΕ του γερμανικού κόμματος («Φόρσταντ»), που επαινούν τον Κάουτσκι και που τους επαινεί ο Κάουτσκι, βιάστηκαν να δηλώσουν προσεκτικά, σεμνά και ευγενικά (χωρίς να κατονομάζουν τον Ζύντεκουμ) ότι «δεν συμφωνούν» με τη γραμμή του Ζύντεκουμ.

Αυτό είναι γελοίο, γιατί στην πραγματικότητα στην τρέχουσα πολιτική του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας ο Ζύντεκουμ, και μόνο αυτός, αποδείχτηκε στην αποφασιστική στιγμή πιο ισχυρός από εκατό Χάαζε και Κάουτσκι (όπως μόνο του το περιοδικό «Νάσα Ζαριά» είναι πιο ισχυρό απ΄ όλα τα ρεύματα του συνασπισμού των Βρυξελλών που φοβούνται τη διάσπαση μαζί του).

Γιατί; Ακριβώς γιατί πίσω από τις πλάτες του Ζύντεκουμ στέκεται η αστική τάξη, η κυβέρνηση και το γενικό επιτελείο μιας μεγάλης Δύναμης. Αυτοί υποστηρίζουν την πολιτική του Ζύντεκουμ με χίλιους δυό τρόπους, ενώ την πολιτική των αντιπάλων του την καταπολεμούν με όλα τα μέσα, μέχρι τη φυλακή και τις εκτελέσεις. Η φωνή του Ζύντεκουμ ακούγεται χάρη στον αστικό Τύπο που τη μεταδίνει με εκατομμύρια αντίτυπα εφημερίδων (όπως και η φωνή του Βαντερβέλντε, του Σαμπά, του Πλεχάνοφ), ενώ η φωνή των αντιπάλων του δεν μπορεί ν΄ ακουστεί από το νόμιμο Τύπο, γιατί υπάρχει στον κόσμο στρατιωτική λογοκρισία!

Όλοι είναι σύμφωνοι πως ο οπορτουνισμός δεν είναι κάτι το τυχαίο, δεν είναι σφάλμα, δεν είναι αστοχία, δεν είναι προδοσία ορισμένων ατόμων, αλλά κοινωνικό προϊόν μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής. Δεν εμβαθύνουν όμως όλοι στη σημασία αυτής της αλήθειας. Τον οπορτουνισμό τον έθρεψε ο λεγκαλισμός. Τα εργατικά κόμματα της εποχής του 1889-1914 όφειλαν να χρησιμοποιήσουν την αστική νομιμότητα. Όταν ήρθε η κρίση, όφειλαν να περάσουν στην παράνομη δουλειά (και ένα τέτοιο πέρασμα δεν μπορεί να γίνει παρά με την μεγαλύτερη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα συνδυασμένη με σειρά από στρατηγήματα). Για να εμποδιστεί αυτό το πέρασμα, αρκεί ένας μόνο Ζύντεκουμ, γιατί τον Ζύντεκουμ τον ακολουθεί, για να μιλήσουμε ιστορικοφιλοσοφικά, όλος ο «παλιός κόσμος», γιατί αυτός, ο Ζύντεκουμ, πάντα πρόδινε και πάντα θα προδίνει στην αστική τάξη, για να μιλήσουμε πρακτικά-πολιτικά, όλα τα στρατιωτικά σχέδια του ταξικού της εχθρού.

Είναι γεγονός ότι ολόκληρο το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (το ίδιο αφορά και τους Γάλλους κτλ) κάνει μόνο ό,τι είναι αρεστό στον Ζύντεκουμ, ή ό,τι μπορεί να είναι ανεκτό από τον Ζύντεκουμ. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να γίνει νόμιμα. Ό,τι τίμιο, πραγματικά σοσιαλιστικό, γίνεται μέσα στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας, γίνεται ενάντια στα κέντρα του, παρακάμπτοντας την ΚΕ του και το Κεντρικό Όργανό του, γίνεται κατά παράβαση της οργανωτικής πειθαρχίας, γίνεται φραξιονιστικά εξ΄ ονόματος των ανώνυμων νέων κέντρων του νέου κόμματος, όπως είναι ανώνυμη λόγου χάρη η έκκληση των γερμανών «αριστερών» που δημοσιεύτηκε στη «Berner Tagwacht» της 31 του Μάη αυτού του χρόνου [12]. Στην πραγματικότητα αναπτύσσεται, δυναμώνει και οργανώνεται ένα νέο κόμμα, κόμμα πραγματικά εργατικό, πραγματικά επαναστατικό-σοσιαλδημοκρατικό κι΄ όχι το παλιό, σαπισμένο, εθνικοφιλελεύθερο κόμμα των Λέγκιν – Ζύντεκουμ – Κάουτσκι – Χάαζε – Σάιντεμαν και Σία [10*].

Γι΄ αυτό ο οπορτουνιστής Monitor στα συντηρητικά «Πρωσικά Χρονικά» [13] είπε χωρίς να το θέλει μια βαθιά ιστορική αλήθεια, όταν δήλωσε ότι θα ήταν επιζήμιο για τους οπορτουνιστές (διάβαζε: την αστική τάξη), αν η σημερινή σοσιαλδημοκρατία τραβούσε δεξιά, γιατί τότε οι εργάτες θα την εγκατέλειπαν. Οι οπορτουνιστές (και η αστική τάξη) χρειάζονται ακριβώς το σημερινό κόμμα που συνενώνει τη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα και εκπροσωπείται επίσημα από τον Κάουτσκι, ο οποίος ξέρει να συμβιβάζει τα πάντα στον κόσμο με φράσεις στρωτές και «εντελώς μαρξιστικές». Στα λόγια σοσιαλισμός και επαναστατικότητα για το λαό, για τη μάζα, για τους εργάτες˙ στην πράξη όμως ζυντεκουμισμός, δηλ. προσχώρηση στην αστική τάξη σε στιγμές κάθε σοβαρής κρίσης. Λέμε: κάθε κρίσης, γιατί όχι μόνο σε περίπτωση πολέμου, μα και σε περίπτωση οποιασδήποτε σοβαρής πολιτικής απεργίας και η «φεουδαρχική» Γερμανία και η «ελευθεροκοινοβουλευτική» Αγγλία ή Γαλλία θα επιβάλλουν αμέσως, με το ένα ή το άλλο όνομα, το στρατιωτικό νόμο. Γι΄ αυτό το πράγμα δεν μπορεί ν΄ αμφιβάλει κανένας που είναι στα λογικά του και έχει γερή μνήμη.

Από δω βγαίνει η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε παραπάνω: πώς να παλέψουμε ενάντια στο σοσιαλσοβινισμό; Ο σοσιαλσοβινισμός είναι ένας οπορτουνισμός που έχει τόσο ωριμάσει, τόσο δυναμώσει και αποθρασυνθεί στη μακρόχρονη περίοδο του σχετικά «ειρηνικού» καπιταλισμού, τόσο καθαρά έχει διαγραφεί η ιδεολογικοπολιτική του φυσιογνωμία και έχει τόσο στενά συνδεθεί με την αστική τάξη και τις κυβερνήσεις, ώστε δεν μπορεί να γίνει ανεκτή η ύπαρξη ενός τέτοιου ρεύματος μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά εργατικά κόμματα. Αν μπορείς επιτέλους να ανέχεσαι λεπτές και αδύνατες σόλες, όταν βαδίζεις στα πολιτισμένα πεζοδρόμια μιας μικρής επαρχιακής πόλης, δεν μπορείς να κάνεις χωρίς χοντρές σόλες με καρφιά, όταν ανεβαίνεις σε βουνό. Ο σοσιαλισμός της Ευρώπης πέρασε το σχετικό ειρηνικό στάδιό του, το περιορισμένο σε στενά εθνικά πλαίσια. Με τον πόλεμο του 1914-1915 μπήκε στο στάδιο της επαναστατικής δράσης και η πλήρης ρήξη με τον οπορτουνισμό, το διώξιμό του από τα εργατικά κόμματα έχουν αναμφισβήτητα ωριμάσει.

Εννοείται ότι απ΄ αυτό τον καθορισμό των καθηκόντων, που βάζει μπροστά στο σοσιαλισμό η νέα εποχή της παγκόσμιας ανάπτυξής του, δεν προκύπτει ακόμη άμεσα με ποιαν ακριβώς ταχύτητα και με ποιες ακριβώς μορφές θα εξελιχθεί σε κάθε χώρα το προτσές του χωρισμού των εργατικών επαναστατικών-σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων από τα μικροαστικά-οπορτουνιστικά κόμματα. Από δω όμως προκύπτει η ανάγκη να κατανοηθεί καθαρά ότι ένας τέτοιος χωρισμός είναι αναπόφευκτος και να κατευθύνεται όλη η πολιτική των εργατικών κομμάτων ακριβώς μ΄ αυτό το πρίσμα. Ο πόλεμος του 1914-1915 αποτελεί μια τόσο μεγάλη καμπή της ιστορίας, ώστε η στάση απέναντι στον οπορτουνισμό δεν μπορεί να παραμείνει η παλιά. Δεν μπορείς να σβήσεις εκείνο που υπήρξε, δεν μπορείς να εξαλείψεις ούτε από τη συνείδηση των εργατών, ούτε από την πείρα της αστικής τάξης, ούτε από τις πολιτικές κατακτήσεις της εποχής μας γενικά, το γεγονός ότι μέσα στα εργατικά κόμματα οι οπορτουνιστές τη στιγμή της κρίσης αποδείχτηκαν ο πυρήνας των στοιχείων που πέρασαν με το μέρος της αστικής τάξης. Ο οπορτουνισμός –αν τον κρίνουμε σε πανευρωπαϊκή κλίμακα- ήταν πριν από τον πόλεμο σαν να λέμε σε εφηβική ηλικία. Με τον πόλεμο ανδρώθηκε οριστικά και δεν μπορείς να τον ξανακάνεις «αθώο» και έφηβο. Ωρίμασε ένα ολόκληρο κοινωνικό στρώμα από κοινοβουλευτικούς άνδρες, δημοσιογράφους, υπαλλήλους του εργατικού κινήματος, προνομιούχους υπαλλήλους και ορισμένες ομάδες του προλεταριάτου, στρώμα που αναπτύχθηκε σαν ένα σώμα μαζί με την εθνική του αστική τάξη και που ήξερε να το εκτιμήσει όσο το δυνατό καλύτερα και να το «προσαρμόσει» στον εαυτό της αυτή η αστική τάξη. Ο τροχός της ιστορίας δεν μπορεί ούτε να γυρίσει προς τα πίσω, ούτε να σταματήσει –μπορεί και πρέπει να τραβάει κανείς άφοβα μπροστά, από τις προπαρασκευαστικές, νόμιμες, αιχμάλωτες στον οπορτουνισμό οργανώσεις της εργατικής τάξης στις επαναστατικές οργανώσεις του προλεταριάτου, που ξέρουν να μην περιορίζονται στη νομιμότητα και είναι ικανές να εξασφαλίσουν τον εαυτό τους από την οπορτουνιστική προδοσία, στις οργανώσεις του προλεταριάτου που ορθώνεται στον «αγώνα για την εξουσία», στον αγώνα για την ανατροπή της αστικής τάξης.

Από δω φαίνεται, ανάμεσα στ΄ άλλα, πόσο λαθεμένα βλέπουν τα πράγματα όσοι τυφλώνουν τη συνείδησή τους και τη συνείδηση των εργατών με το ερώτημα: τι θα γίνει με τις διάσημες αυθεντίες της ΙΙ Διεθνούς, με τον Γκεντ, τον Πλεχάνοφ, τον Κάουτσκι κτλ. Στην πραγματικότητα αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα: αν τα πρόσωπα αυτά δεν καταλάβουν τα καινούργια καθήκοντα, είναι υποχρεωμένα να μείνουν στην άκρη ή να παραμείνουν αιχμάλωτοι των οπορτουνιστών, όπως είναι αυτή τη στιγμή. Αν πάλι απαλλαγούν από την «αιχμαλωσία», ζήτημα είναι αν θα συναντήσουν πολιτικά εμπόδια για την επιστροφή τους στο στρατόπεδο των επαναστατών. Πάντως είναι ανόητο να αντικαθιστά κανείς το ζήτημα της πάλης των ρευμάτων και της εναλλαγής των εποχών του εργατικού κινήματος με το ζήτημα του ρόλου ορισμένων χωριστών ατόμων.


VIII

Οι νόμιμες μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης είναι ίσως το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα των σοσιαλιστικών κομμάτων της εποχής της ΙΙ Διεθνούς. Το γερμανικό κόμμα είναι το κόμμα που διέθετε τις πιο ισχυρές οργανώσεις˙ ε, λοιπόν, εδώ ακριβώς ο πόλεμος του 1914-1915 δημιούργησε στροφή πιο απότομη από οποιοδήποτε άλλο μέρος και έβαλε το ζήτημα με τον οξύτερο τρόπο. Είναι ξεκάθαρο ότι το πέρασμα σε επαναστατική δράση σήμαινε διάλυση των νόμιμων οργανώσεων από την αστυνομία και το παλιό κόμμα –από τον Λέγκιν ως τον Κάουτσκι μαζί- θυσίασε τους επαναστατικούς σκοπούς του προλεταριάτου για να διατηρήσει τις σημερινές νόμιμες οργανώσεις. Όσο κι αν το αρνούνται αυτό, το γεγονός παραμένει γεγονός. Πούλησαν το δικαίωμα του προλεταριάτου για επανάσταση αντί πινακίου φακής που τους πρόσφεραν με τη μορφή των οργανώσεων που επιτρέπει ο σημερινός αστυνομικός νόμος.

Πάρτε την μπροσούρα του Καρλ Λέγκιν, ηγέτη των σοσιαλδημοκρατικών συνδικάτων της Γερμανίας: «Γιατί τα συνδικαλιστικά στελέχη πρέπει να συμμετέχουν πιο πολύ στην εσωκομματική ζωή;» (Βερολίνο, 1915). Είναι μια διάλεξη που έκανε ο συντάκτης της μπροσούρας στις 27 του Γενάρη 1915 σε συγκέντρωση στελεχών του συνδικαλιστικού κινήματος. Ο Λέγκιν παρουσίασε στη διάλεξή του και αναδημοσίευσε στην μπροσούρα του ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκουμέντο, που διαφορετικά δεν θα το άφηνε ποτέ να περάσει η στρατιωτική λογοκρισία. Το ντοκουμέντο αυτό –το λεγόμενο «υλικό για διαλέξεις για την περιφέρεια του Νιντερμπάρνιμ» (προάστιο του Βερολίνου)- είναι μια έκθεση των απόψεων των αριστερών γερμανών σοσιαλδημοκρατών, η διαμαρτυρία τους ενάντια στο κόμμα. Οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες –λέει αυτό το ντοκουμέντο- δεν πρόβλεψαν και δεν μπορούν να προβλέψουν ένα μόνο παράγοντα και συγκεκριμένα:

«Ότι όλη η οργανωμένη δύναμη του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Γερμανίας και των συνδικάτων πέρασε με το μέρος της κυβέρνησης που διεξάγει τον πόλεμο, όλη αυτή η δύναμη χρησιμοποιήθηκε για την κατάπνιξη της επαναστατικής δραστηριότητας των μαζών» (σελ. 34 της μπροσούρας του Λέγκιν).

Αυτή είναι μια αδιαφιλονίκητη αλήθεια. Αλήθεια είναι και η παρακάτω βεβαίωση του ίδιου ντοκουμέντου:
«Η ψήφος της 4ης Αυγούστου της σοσιαλδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας απόδειξε ότι κάθε άλλη άποψη κι΄ αν ακόμη είχε ριζώσει βαθιά στις μάζες, θα μπορούσε ν΄ ανοίξει το δρόμο της, όμως όχι με την καθοδήγηση του δοκιμασμένου αυτού κόμματος, αλλά μόνο ενάντια στη θέληση της κομματικής ιεραρχίας, μόνο με τον όρο της υπερνίκησης της αντίστασης του κόμματος και των συνδικάτων» (στο ίδιο).

Αυτή είναι μια αδιαφιλονίκητη αλήθεια.

«Αν στις 4 Αυγούστου η σοσιαλδημοκρατική κοινοβουλευτική ομάδα εκπλήρωνε το χρέος της, τότε ίσως να είχε εκμηδενιστεί η εξωτερική μορφή της οργάνωσης, θα έμενε όμως το πνεύμα, το πνεύμα που εμψύχωνε το κόμμα τον καιρό του έκτακτου νόμου και το βοηθούσε να υπερνικήσει όλες τις δυσκολίες» (στο ίδιο).

Ο Λέγκιν σημειώνει στην μπροσούρα του ότι η παρέα των «ηγετών» που συγκέντρωσε για να ακούσουν τη διάλεξή του και που ονομάζονται καθοδηγητές, στελέχη των συνδικάτων, έσκασε στα γέλια, ακούγοντας αυτό το πράγμα. Τους φαίνεται γελοία η σκέψη ότι μπορεί και πρέπει να ιδρυθούν παράνομες (όπως στον καιρό του έκτακτου νόμου) επαναστατικές οργανώσεις τη στιγμή της κρίσης. Και ο Λέγκιν, σαν το πιο πιστό μαντρόσκυλο της αστικής τάξης χτυπούσε τα στήθια του και αναφωνούσε:

«Αυτή είναι μια καθαρά αναρχική σκέψη: να τινάξει κανείς στον αέρα τις οργανώσεις για να προκαλέσει τη λύση του ζητήματος από τις μάζες. Εγώ δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η ιδέα αυτή είναι αναρχική».

«Σωστά!» φώναξαν με μια φωνή (στο ίδιο, σελ. 37) οι λακέδες της αστικής τάξης που αυτοονομάζονται ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων της εργατικής τάξης.

Διδακτική εικόνα. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν τόσο διαφθαρεί και αποβλακωθεί από την αστική νομιμότητα, ώστε δεν μπορούν ούτε να καταλάβουν τη σκέψη για την ανάγκη δημιουργίας άλλων οργανώσεων, παράνομων, με σκοπό την καθοδήγηση του επαναστατικού αγώνα. Οι άνθρωποι αυτοί έφτασαν σε σημείο να φανταστούν ότι τα νόμιμα συνδικάτα, που υπάρχουν με την άδεια των αστυνομικών αρχών, είναι ένα όριο που δεν μπορείς να το ξεπεράσεις, να φανταστούν ότι είναι γενικά νοητή η διατήρηση αυτών των συνδικάτων σαν καθοδηγητικών συνδικάτων σε εποχή κρίσης! Αυτή είναι η ζωντανή διαλεκτική του οπορτουνισμού: η απλή ανάπτυξη των νόμιμων συνδικάτων, η απλή συνήθεια ορισμένων στενοκέφαλων, μα ευσυνείδητων φιλισταίων να περιορίζονται στην τήρηση των βιβλίων του γραφείου, έκαναν ώστε τη στιγμή της κρίσης οι ευσυνείδητοι αυτοί μικροαστοί να αποδειχτούν προδότες, αποστάτες, στραγγαλιστές της επαναστατικής θέλησης των μαζών. Κι΄ αυτό δεν είναι τυχαίο. Το πέρασμα σε επαναστατική οργάνωση είναι αναγκαίο, αυτό επιβάλλει η ιστορική κατάσταση που άλλαξε, αυτό επιβάλλει η εποχή της επαναστατικής δράσης του προλεταριάτου, το πέρασμα όμως αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο πάνω από τα κεφάλια των παλιών ηγετών, των στραγγαλιστών της επαναστατικής θέλησης, πάνω από το κεφάλι του παλιού κόμματος, με την καταστροφή του.

Μα οι αντεπαναστάτες μικροαστοί, εννοείται, ουρλιάζουν: «αναρχισμός!» -όπως ο οπορτουνιστής Έντ. Ντάβιντ ούρλιαζε για «αναρχισμό», βρίζοντας τον Καρλ Λήμπκνεχτ. Όπως φαίνεται, στη Γερμανία δεν έμειναν τίμιοι σοσιαλιστές, εκτός μόνο από τους ηγέτες εκείνους που οι οπορτουνιστές τούς βρίζουν και τους λένε αναρχικούς…

Ας πάρουμε το σύγχρονο στρατό. Να ένα καλό πρότυπο οργάνωσης. Και η οργάνωση αυτή είναι καλή μόνο γιατί είναι ευλύγιστη, ενώ παράλληλα ξέρει να εμπνέει σε εκατομμύρια ανθρώπους μια ενιαία θέληση. Σήμερα τα εκατομμύρια αυτά κάθονται στα σπίτια τους, σε διάφορες γωνιές της χώρας. Αύριο δίνεται διαταγή για επιστράτευση και συγκεντρώνονται στα καθορισμένα σημεία. Σήμερα κάθονται στα χαρακώματα, κάποτε κάθονται μήνες. Αύριο, σε άλλη διάταξη, τραβάνε στην έφοδο. Σήμερα κάνουν θαύματα προφυλαγμένοι από τις σφαίρες και τις οβίδες. Αύριο κάνουν θαύματα σε ανοιχτή μάχη. Σήμερα τα προχωρημένα τμήματά τους ναρκοθετούν το έδαφος, αύριο μετακινούνται δεκάδες βέρτσια μακριά, σύμφωνα με τις υποδείξεις των αεροπόρων από τον αέρα. Αυτό ακριβώς λέγεται οργάνωση, όταν στο όνομα ενός σκοπού, εμψυχωμένοι με μια ενιαία θέληση, εκατομμύρια άνθρωποι αλλάζουν τη μορφή της επικοινωνίας τους και της δράσης τους, αλλάζουν τον τόπο και τις μεθόδους δράσης, αλλάζουν τα μέσα και τα όπλα ανάλογα με την αλλαγή των συνθηκών και τις απαιτήσεις του αγώνα.

Το ίδιο ισχύει και για την πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική τάξη. Σήμερα δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση, δεν υπάρχουν οι όροι που προκαλούν αναβρασμό μέσα στις μάζες, οι όροι για το ανέβασμα της δραστηριότητάς τους, σήμερα σου δίνουν στο χέρι εκλογικό ψηφοδέλτιο –πάρτο, έχε την ικανότητα να οργανώνεσαι, για να χτυπήσεις μ΄ αυτό τους εχθρούς σου και όχι για να στείλεις στο κοινοβούλιο, σε ζεστές θεσούλες, ανθρώπους που γαντζώνονται από την κοινοβουλευτική έδρα, γιατί φοβούνται τη φυλακή. Αύριο σου αφαιρούν το εκλογικό ψηφοδέλτιο, σου δίνουν στο χέρι όπλο και ένα υπέροχο ταχυβόλο κατασκευασμένο με την τελευταία λέξη της τεχνικής –πάρε αυτά τα όπλα του θανάτου και της καταστροφής, μην ακούς τους συναισθηματικούς κλαψιάρηδες που φοβούνται τον πόλεμο˙ στον κόσμο υπάρχουν ακόμη πάρα πολλά πράγματα που πρέπει να αφανιστούν με τη φωτιά και το σίδερο, για να απελευθερωθεί η εργατική τάξη κι΄ αν μέσα στις μάζες μεγαλώνει η οργή και η απόγνωση, αν υπάρχει επαναστατική κατάσταση, ετοιμάσου να ιδρύσεις νέες οργανώσεις και να χρησιμοποιήσεις τα τόσο ωφέλιμα όπλα του θανάτου και της καταστροφής ενάντια στη δική σου αστική τάξη.

Αυτό, ούτε συζήτηση, δεν είναι εύκολο. Θα απαιτήσει δύσκολες προπαρασκευαστικές ενέργειες. Θα απαιτήσει μεγάλες θυσίες. Είναι μια καινούργια μορφή οργάνωσης και πάλης, που επίσης πρέπει να τη μάθουμε και η επιστήμη δεν προσφέρεται χωρίς λάθη και ήττες. Ανάμεσα σ΄ αυτή τη μορφή ταξικής πάλης και τη συμμετοχή στις εκλογές υπάρχει η ίδια σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην έφοδο και τα γυμνάσια, τις πορείες ή το ξάπλωμα στα χαρακώματα. Στην ιστορία η μορφή αυτή πάλης μπαίνει πολύ σπάνια στην ημερήσια διάταξη, σε αντάλλαγμα όμως η σημασία και οι συνέπειές της εκτείνονται σε δεκαετίες. Οι μέρες, όπου μπορεί και πρέπει να μπουν στην ημερήσια διάταξη τέτοιες μέθοδοι πάλης, ισοδυναμούν με εικοσαετίες άλλων ιστορικών εποχών.

… Συγκρίνετε τώρα τον Κ. Κάουτσκι με τον Κ. Λέγκιν:

«Όσο το κόμμα ήταν μικρό –γράφει- κάθε διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο είχε, από προπαγανδιστική άποψη, την έννοια ηρωικής πράξης… η στάση των Ρώσων και των Σέρβων συντρόφων τελευταία επιδοκιμάστηκε γενικά από όλους. Όσο πιο ισχυρό γίνεται το κόμμα, τόσο περισσότερο στις αποφάσεις του περιπλέκονται τα προπαγανδιστικά κίνητρα με τον υπολογισμό των πρακτικών συνεπειών, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να δοθεί η ίδια και η πρέπουσα προσοχή και στα δυό κίνητρα, παρ΄ όλα αυτά όμως δεν μπορεί να περιφρονεί κανείς ούτε τα πρώτα ούτε τα δεύτερα. Γι΄ αυτό, όσο πιο ισχυροί γινόμαστε, τόσο πιο εύκολα εμφανίζονται διαφωνίες μεταξύ μας μέσα σε κάθε νέα, περίπλοκη κατάσταση» («Διεθνισμός και πόλεμος», σελ. 30).

Οι συλλογισμοί αυτοί του Κάουτσκι διαφέρουν από τους συλλογισμούς του Λέγκιν μόνο σε υποκρισία και δειλία. Ουσιαστικά ο Κάουτσκι υποστηρίζει και δικαιολογεί την άθλια παραίτηση των Λέγκιν από την επαναστατική δράση, το κάνει όμως αυτό ύπουλα, χωρίς να εκφράζεται συγκεκριμένα, αρκούμενος σε υπαινιγμούς, περιοριζόμενος σε υποκλίσεις και μπροστά στον Λέγκιν και μπροστά στην επαναστατική στάση των Ρώσων. Τέτοια στάση απέναντι στους επαναστάτες εμείς, οι Ρώσοι συνηθίσαμε να τη βλέπουμε μόνο στους φιλελεύθερους: οι φιλελεύθεροι είναι πάντα έτοιμοι να αναγνωρίσουν την «παλικαριά» των επαναστατών, παράλληλα όμως δεν παραιτούνται σε καμιά περίπτωση από την αρχιοπορτουνιστική τακτική τους. Οι επαναστάτες που σέβονται τον εαυτό τους δεν θα δεχτούν την «έκφραση ευγνωμοσύνης» του Κάουτσκι, αλλά θα απορρίψουν με αγανάκτηση αυτό τον τρόπο τοποθέτησης του ζητήματος. Αν δεν υπήρχε επαναστατική κατάσταση, αν δεν ήταν υποχρεωτικό να κηρύσσει κανείς την επαναστατική δράση, τότε η στάση των Ρώσων και των Σέρβων δεν θα ήταν σωστή, τότε η τακτική τους θα ήταν λαθεμένη. Αν έχουν λοιπόν οι ιππότες τύπου Λέγκιν και Κάουτσκι τουλάχιστον το θάρρος της γνώμης τους, ας το πουν αυτό ανοιχτά.

Αν όμως η τακτική των Ρώσων και των Σέρβων σοσιαλιστών είναι άξια «αναγνώρισης», τότε είναι απαράδεκτο και εγκληματικό να δικαιολογείται η αντίθετη τακτική των «ισχυρών» κομμάτων, του γερμανικού και του γαλλικού κτλ. Με τη σκόπιμα ασαφή έκφραση: «πρακτικές συνέπειες», ο Κάουτσκι συγκάλυψε την απλή αλήθεια ότι τα μεγάλα και ισχυρά κόμματα φοβήθηκαν τη διάλυση των οργανώσεών τους, την κατάληψη των ταμείων τους, τη σύλληψη των ηγετών τους από την κυβέρνηση. Συνεπώς ο Κάουτσκι με τα επιχειρήματά του για «δυσάρεστες πρακτικές συνέπειες» της επαναστατικής τακτικής δικαιολογεί την προδοσία απέναντι στο σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει μήπως εκπόρνευση του μαρξισμού;

Λένε ότι στο Βερολίνο, σε μια εργατική συγκέντρωση, ένας από τους σοσιαλδημοκράτες βουλευτές που ψήφισαν στις 4 Αυγούστου τις πιστώσεις δήλωσε: Θα μας έπιαναν. Και οι εργάτες σε απάντηση του φώναξαν: «ε, και τι μ΄ αυτό, τι το άσχημο;».

Αν δεν υπάρχει άλλο σήμα για να μεταδοθούν στις εργατικές μάζες και της Γερμανίας και της Γαλλίας οι επαναστατικές διαθέσεις και η σκέψη ότι είναι ανάγκη να προετοιμαστεί η επαναστατική δράση, η σύλληψη ενός βουλευτή για τον τολμηρό λόγο του θα έπαιζε ωφέλιμο ρόλο, σαν προσκλητήριο σάλπισμα για ένωση μέσα στην επαναστατική δουλειά των προλετάριων των διαφόρων χωρών. Μια τέτοια ένωση δεν είναι εύκολο πράγμα: γι΄ αυτό το λόγο επιβαλλόταν περισσότερο οι βουλευτές που βρίσκονται ψηλά και βλέπουν όλη την πολιτική να αναλάβουν την πρωτοβουλία.

Όχι μόνο στις συνθήκες του πολέμου, αλλά αναμφισβήτητα και σε κάθε όξυνση της πολιτικής κατάστασης, χωρίς να μιλάμε ακόμη για την επαναστατική δράση των μαζών, η κυβέρνηση και της πιο ελεύθερης αστικής χώρας θα απειλεί πάντα τις νόμιμες οργανώσεις με διάλυση, με κατάληψη των ταμείων τους, με σύλληψη των ηγετών τους και με άλλες παρόμοιες «πρακτικές συνέπειες». Τι πρέπει να γίνει λοιπόν; Να δικαιολογούμε πάνω σ΄ αυτή τη βάση τους οπορτουνιστές, όπως κάνει ο Κάουτσκι; Μα αυτό σημαίνει ότι καθαγιάζουμε τη μετατροπή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε εθνικοφιλελεύθερα εργατικά κόμματα.

Για το σοσιαλιστή το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι παρά μόνο ένα: ο καθαρός λεγκαλισμός, ο αποκλειστικός λεγκαλισμός των «ευρωπαϊκών» κομμάτων έφαγε τα ψωμιά του και μετατράπηκε, λόγω της εξέλιξης του καπιταλισμού του προϊμπεριαλιστικού σταδίου, σε βάση της αστικής εργατικής πολιτικής. Είναι απαραίτητο ο λεγκαλισμός αυτός να συμπληρωθεί με τη δημιουργία παράνομης βάσης, παράνομης οργάνωσης, παράνομης σοσιαλδημοκρατικής δουλειάς, χωρίς να εγκαταλείπεται ταυτόχρονα καμιά νόμιμη θέση. Πως συγκεκριμένα θα γίνει, αυτό θα το δείξει η πείρα, φτάνει να υπάρχει η θέληση να πάρει κανείς αυτό το δρόμο, φτάνει να έχει κανείς επίγνωση αυτής της ανάγκης. Οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες της Ρωσίας το 1912-1914 έδειξαν ότι το καθήκον αυτό είναι πραγματοποιήσιμο. Ο βουλευτής των εργατών Μουράνοφ, που κράτησε την καλύτερη στάση απ΄ όλους στο δικαστήριο και στάλθηκε από τον τσαρισμό στη Σιβηρία, έδειξε παραστατικά ότι εκτός από τον υπουργοποιήσιμο κοινοβουλευτισμό (που αρχίζει από τον Χέντερσον, τον Σαμπά, τον Βαντερβέλντε και φτάνει ως τον Ζύντεκουμ και τον Σάιντεμαν, που επίσης είναι πέρα για πέρα «μινιστεριαλιστές», μόνο που δεν τους αφήνουν να περάσουν πέρα από τον προθάλαμο!) υπάρχει και ένας κοινοβουλευτισμός παράνομος και επαναστατικός. Οι διάφοροι Κοσόβσκι και Πότρεσοφ ας θαυμάζουν τον «ευρωπαϊκό» κοινοβουλευτισμό των λακέδων ή ας συμβιβάζονται μαζί του –εμείς δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε στους εργάτες ότι ένας τέτοιος λεγκαλισμός, μια τέτοια σοσιαλδημοκρατία σαν κι΄ αυτή των Λέγκιν, Κάουτσκι και Σάιντεμαν δεν αξίζει παρά μόνο περιφρόνηση. 


IX

Ας συνοψίσουμε.

Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς βρήκε την πιο ζωντανή έκφρασή της στην έκδηλη προδοσία των περισσότερων επίσημων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης απέναντι στις πεποιθήσεις τους και τις πανηγυρικές διακηρύξεις της Στουτγάρδης και της Βασιλείας. Η χρεοκοπία όμως αυτή, που σημαίνει πλήρη νίκη του οπορτουνισμού, μετατροπή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε εθνικοφιλελεύθερα εργατικά κόμματα, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα ολόκληρης ιστορικής περιόδου της ΙΙ Διεθνούς, το αποτέλεσμα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Οι αντικειμενικοί όροι αυτής της περιόδου –μεταβατικής από την ολοκλήρωση στη Δυτική Ευρώπη των αστικών και εθνικών επαναστάσεων προς την αρχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων- γέννησαν κι΄ έθρεψαν τον οπορτουνισμό. Σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης παρατηρούμε σ΄ αυτό το διάστημα διάσπαση μέσα στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, που γενικά και συνολικά ακολουθεί ακριβώς τη γραμμή του οπορτουνισμού (Αγγλία, Ιταλία, Ολλανδία, Βουλγαρία, Ρωσία) και σε άλλες χώρες μια μακρόχρονη και πεισματική πάλη των ρευμάτων πάνω στην ίδια γραμμή (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Σουηδία, Ελβετία). Η κρίση που δημιούργησε ο μεγάλος πόλεμος ξέσχισε το πέπλο, σάρωσε τις συμβατικότητες, αποκάλυψε το απόστημα που ήταν από καιρό πια ώριμο και έδειξε τον οπορτουνισμό στον αληθινό του ρόλο, ρόλο συμμάχου της αστικής τάξης. Έγινε πια ανάγκη να πραγματοποιηθεί πλήρης οργανωτικός χωρισμός αυτού του στοιχείου από τα εργατικά κόμματα. Η ιμπεριαλιστική εποχή δεν συμβιβάζεται με τη συνύπαρξη μέσα σ΄ ένα και το ίδιο κόμμα των πρωτοπόρων του επαναστατικού προλεταριάτου και της μικροαστικής αριστοκρατίας της εργατικής τάξης που απολαμβάνει τα ψίχουλα από τα προνόμια που απορρέουν από την «κυρίαρχη» θέση του έθνους «της». Η παλιά θεωρία ότι ο οπορτουνισμός είναι «νόμιμη απόχρωση» ενός ενιαίου κόμματος ξένου προς τις «ακρότητες» έχει γίνει σήμερα ο καλύτερος τρόπος εξαπάτησης των εργατών και το μεγαλύτερο εμπόδιο για το εργατικό κίνημα. Δεν είναι τόσο τρομερός και επιζήμιος ο απροκάλυπτος οπορτουνισμός, που απωθεί αμέσως την εργατική μάζα, όσο αυτή η θεωρία του χρυσού μέσου δρόμου, που προσπαθεί να δικαιολογήσει με μαρξιστικές λέξεις την οπορτουνιστική πράξη, να αποδείξει με μια σειρά σοφίσματα το άκαιρο της επαναστατικής δράσης κτλ. Ο πιο επιφανής εκπρόσωπος αυτής της θεωρίας και ταυτόχρονα η πιο διάσημη αυθεντία της ΙΙ Διεθνούς, ο Κάουτσκι, αποδείχτηκε πρώτης γραμμής υποκριτής και δεξιοτέχνης στο έργο της εκπόρνευσης του μαρξισμού. Το γερμανικό κόμμα με το ένα εκατομμύριο μέλη του δεν έμεινε ούτε ένας κάπως τίμιος και συνειδητός και επαναστάτης σοσιαλδημοκράτης που να μην γύρισε με αγανάκτηση τις πλάτες του σ΄ αυτή την «αυθεντία», που την υπερασπίζουν τόσο ένθερμα οι διάφοροι Ζύντεκουμ και Σάιντεμαν.

Οι προλεταριακές μάζες, που από τις γραμμές τους τα 9/10 ίσως του παλιού καθοδηγητικού στρώματος έχουν περάσει στην αστική τάξη, βρέθηκαν κομματιασμένες και ανίσχυρες μπροστά στο όργιο του σοβινισμού, μπροστά στην πίεση του στρατιωτικού νόμου και της στρατιωτικής λογοκρισίας. Η αντικειμενική όμως επαναστατική κατάσταση, που δημιούργησε ο πόλεμος και που όλο και απλώνεται, όλο και βαθαίνει, δημιουργεί αναπόφευκτα επαναστατικές διαθέσεις, ατσαλώνει και διαφωτίζει τους καλύτερους και τους πιο συνειδητούς προλετάριους. Στις διαθέσεις των μαζών όχι μόνο είναι δυνατή, μα γίνεται όλο και πιο πιθανή μια γρήγορη αλλαγή, όμοια μ΄ εκείνη που έγινε στη Ρωσία στις αρχές του 1905 σαν συνέπεια της «γκαπονάδας» [14], τότε που από τα καθυστερημένα προλεταριακά στρώματα μέσα σε μερικούς μήνες και κάποτε και εβδομάδες γεννήθηκε μια στρατιά από εκατομμύρια που ακολουθούσε την επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα αναπτυχθεί ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα λίγο ύστερα απ΄ αυτό τον πόλεμο ή στη διάρκειά του κτλ., αλλά πάντως μόνο η δράση προς αυτή την κατεύθυνση αξίζει να ονομαστεί σοσιαλδημοκρατική δράση. Το σύνθημα που γενικεύει και κατευθύνει αυτή τη δράση, που βοηθάει στη συνένωση και στη συσπείρωση εκείνων που θέλουν να βοηθήσουν την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην κυβέρνησή του και την αστική του τάξη, είναι το σύνθημα του εμφυλίου πολέμου.

Στη Ρωσία ο πλήρης χωρισμός των επαναστατικών-σοσιαλδημοκρατικών προλεταριακών στοιχείων από τα μικροαστικά-οπορτουνιστικά στοιχεία προετοιμάστηκε απ΄ όλη την ιστορία του εργατικού κινήματος. Τη χειρότερη υπηρεσία σ΄ αυτό το κίνημα την προσφέρουν εκείνοι που προσπαθούν να παρακάμψουν αυτή την ιστορία με επιδεικτικές διακηρύξεις ενάντια στο «φραξιονισμό», εκείνοι που χάνουν μόνοι τους τη δυνατότητα να καταλάβουν το πραγματικό προτσές του σχηματισμού του προλεταριακού κόμματος στη Ρωσία, που διαμορφώθηκε μέσα σε μακρόχρονη πάλη ενάντια στα διάφορα είδη οπορτουνισμού. Απ΄ όλες τις «μεγάλες» Δυνάμεις, που παίρνουν μέρος στο σημερινό πόλεμο, μόνο η Ρωσία έζησε τον τελευταίο καιρό μια επανάσταση: το αστικό της περιεχόμενο δεν μπορούσε παρά να γεννήσει, παίρνοντας υπόψη τον αποφασιστικό ρόλο του προλεταριάτου, τη διάσπαση των αστικών και προλεταριακών ρευμάτων μέσα στο εργατικό κίνημα. Μέσα σ΄ όλη την εικοσάχρονη σχεδόν περίοδο (1894-1914), που υπάρχει η σοσιαλδημοκρατία της Ρωσίας σαν οργάνωση συνδεμένη με το μαζικό εργατικό κίνημα (και όχι μόνο με τη μορφή ενός ιδεολογικού ρεύματος όπως στην περίοδο 1883-1894), δεν έπαψε να διεξάγεται πάλη ανάμεσα στα προλεταριακά-επαναστατικά και τα μικροαστικά-οπορτουνιστικά ρεύματα. Ο «οικονομισμός» της εποχής του 1894-1902 ήταν αναμφισβήτητα ένα ρεύμα της τελευταίας αυτής κατηγορίας [15]. Μια ολόκληρη σειρά επιχειρήματα και γνωρίσματα της ιδεολογίας του –η «στρουβιστική» διαστρέβλωση του μαρξισμού, οι παραπομπές στη «μάζα» για να δικαιολογηθεί ο οπορτουνισμός κτλ- θυμίζουν καταπληκτικά το σημερινό, εκχυδαϊσμένο μαρξισμό του Κάουτσκι, του Κούνοφ, του Πλεχάνοφ κτλ. Θα ήταν πολύ ευγενικό καθήκον να θυμίσουμε στη σημερινή γενιά της σοσιαλδημοκρατίας την παλιά «Ραμπότσαγια Μισλ» και το «Ραμπότσεγε Ντιέλο» [16] για να γίνει ένας παραλληλισμός με τον σημερινό Κάουτσκι.

Ο «μενσεβικισμός» της επόμενης περιόδου (1903-1908) ήταν ο άμεσος, όχι μόνο ιδεολογικός αλλά και οργανωτικός, διάδοχος του «οικονομισμού». Τον καιρό της ρωσικής επανάστασης εφάρμοζε μια τακτική που αντικειμενικά σήμαινε εξάρτηση του προλεταριάτου από τη φιλελεύθερη αστική τάξη και έκφραζε τις μικροαστικές οπορτουνιστικές τάσεις. Όταν στην αμέσως επόμενη περίοδο (1908-1914) το κύριο ρεύμα της μενσεβίκικης κατεύθυνσης γέννησε το λικβινταρισμό, η ταξική σημασία του ρεύματος αυτού έγινε τόσο έκδηλη, ώστε οι καλύτεροι εκπρόσωποι του μενσεβικισμού διαμαρτύρονταν συνεχώς ενάντια στην πολιτική της ομάδας «Νάσα Ζαριά». Και η ομάδα αυτή –η μόνη που έκανε τα τελευταία 5-6 χρόνια συστηματική δουλειά μέσα στις μάζες ενάντια στο επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα της εργατικής τάξης- έγινε στον πόλεμο του 1914-1915 σοσιαλσοβινιστική! Κι΄ αυτό σε μια χώρα όπου είναι ζωντανή η απολυταρχία, όπου η αστική επανάσταση απέχει ακόμη πολύ από την ολοκλήρωσή της, όπου τα 43% του πληθυσμού καταπιέζουν την πλειοψηφία των «αλλογενών» εθνών. Ο «ευρωπαϊκός» τύπος εξέλιξης, όπου ορισμένα στρώματα μικροαστών, ιδιαίτερα της διανόησης και μια ασήμαντη μερίδα της εργατικής αριστοκρατίας μπορούν «να απολαμβάνουν» τα προνόμια που απορρέουν από την «κυρίαρχη» θέση του έθνους «τους», δεν μπορούσε παρά να εκδηλωθεί και στη Ρωσία. 

Η εργατική τάξη και το εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ρωσίας έχουν προετοιμαστεί απ΄ όλη την ιστορία τους για μια «διεθνιστική», δηλ. πραγματικά επαναστατική και συνεπή επαναστατική τακτική.

* * *

P.S. Το άρθρο αυτό είχε στοιχειοθετηθεί, όταν δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες η «διακήρυξη» του Κάουτσκι και του Χάαζε, που είναι γραμμένη σε συνεργασία με τον Μπέρνσταϊν. Τώρα που είδαν ότι οι μάζες τραβάνε αριστερά, είναι έτοιμοι «να συμφιλιωθούν» με τους αριστερούς, διατηρώντας φυσικά την «ειρήνη» με τους διάφορους Ζύντεκουμ [17]. Αλήθεια, Mädchen für alle!
___________

[1*] Εξαιρετικά διδακτικό είναι το βιβλίο του άγγλου πασιφιστή Μπρέιλσφορντ που δεν έχει αντίρρηση να παριστάνει ακόμη και το σοσιαλιστή: «Ο πόλεμος του ατσαλιού και του χρυσού» (Λονδίνο, 1914˙ στο βιβλίο αναγράφεται: Μάρτης 1914!). Ο συγγραφέας κατανοεί θαυμάσια ότι τα εθνικά ζητήματα έχουν γενικά ξεπεραστεί, ότι έχουν ήδη λυθεί (35), ότι σήμερα δεν πρόκειται γι΄ αυτό, ότι «τυπικό πρόβλημα της σύγχρονης διπλωματίας» (36) είναι ο σιδηρόδρομος της Βαγδάτης, η προμήθεια σιδηροτροχιών γι΄ αυτόν, τα μεταλλεία του Μαρόκου κτλ. Ο συγγραφέας θεωρεί με το δίκιο του σαν ένα από τα πιο «διδακτικά επεισόδια της νεότερης ιστορίας της ευρωπαϊκής διπλωματίας» την πάλη των γάλλων πατριωτών και των άγγλων ιμπεριαλιστών ενάντια στις προσπάθειες του Καγιό (1911 και 1913) να τα ταιριάξει με τη Γερμανία με βάση μια συμφωνία για το μοίρασμα των αποικιακών σφαιρών επιρροής και για την εισαγωγή των γερμανικών τίτλων στο χρηματιστήριο του Παρισιού. Η αγγλική και η γαλλική αστική τάξη ματαίωσαν αυτή τη συμφωνία (38-40). Σκοπός του ιμπεριαλισμού είναι η εξαγωγή κεφαλαίων στις πιο αδύνατες χώρες (74). Το κέρδος που πραγματοποιήθηκε απ΄ αυτό το κεφάλαιο ήταν στην Αγγλία 90-100 εκατομμύρια λίρες στερλίνες το 1899 (Τζίφεν), 140 εκατομμύρια το 1909 (Πέις), ενώ ο Λόυντ Τζωρτζ σε πρόσφατο λόγο του το υπολογίζει, θα προσθέταμε εμείς, σε 200 εκατομμύρια λίρες στερλίνες, δηλ. σχεδόν σε 2 δισεκατομμύρια ρούβλια. –Βρομοδουλειές και εξαγορά της τουρκικής αριστοκρατίας, ζεστές θεσούλες για τους χαϊδεμένους γιους στην Ινδία και την Αίγυπτο- αυτή είναι η ουσία του ζητήματος (85-87). Από τους εξοπλισμούς και τους πολέμους κερδίζει μια ασήμαντη μειοψηφία, αυτήν όμως τη μειοψηφία την υποστηρίζει η κοινωνία και οι χρηματιστές, ενώ τους οπαδούς της ειρήνης τους υποστηρίζει ένας σκόρπιος πληθυσμός (93). Ο πασιφιστής, που μιλά σήμερα για ειρήνη και αφοπλισμό, γίνεται αύριο μέλος ενός κόμματος που εξαρτάται απόλυτα από τους εμπόρους του πολέμου (161). Αν αποδειχτεί πιο ισχυρή η τριπλή συνεννόηση, θα πάρει το Μαρόκο και θα μοιράσει την Περσία –αν η τριπλή συμμαχία αποδειχτεί πιο ισχυρή, θα πάρει την Τρίπολη, θα στερεώσει τις θέσεις της στη Βοσνία, θα υποτάξει την Τουρκία (167). Το Μάρτη του 1906 το Λονδίνο και το Παρίσι έδωσαν δισεκατομμύρια στη Ρωσία, βοηθώντας έτσι τον τσαρισμό να πνίξει το απελευθερωτικό κίνημα (225-228)˙ η Αγγλία βοηθάει σήμερα τη Ρωσία να πνίξει την Περσία (229). Η Ρωσία άναψε το βαλκανικό πόλεμο (230). Όλα αυτά δεν είναι κάτι το καινούριο, δεν είναι έτσι; Όλα αυτά είναι πασίγνωστα και τα έχουν επαναλάβει χιλιάδες φορές οι σοσιαλδημοκρατικές εφημερίδες όλου του κόσμου, έτσι δεν είναι; Στις παραμονές του πολέμου ο άγγλος αστός τα βλέπει όλα αυτά πεντακάθαρα. Πόσο όμως άπρεπη ανοησία, πόσο ανυπόφορη υποκρισία, πόσο απατηλό ψέμα αποδείχνονται μπροστά σ΄ αυτές τις απλές και πασίγνωστες αλήθειες οι θεωρίες του Πλεχάνοφ και του Πότρεσοφ για υπαιτιότητα της Γερμανίας ή του Κάουτσκι για τις «προοπτικές» ενός αφοπλισμού και μιας διαρκούς ειρήνης μέσα στον καπιταλισμό!

[2*] Karl von Clausewitz: «Vom Kriege», Werke, Bd. I, S. 28. Σύγκρ. τόμ. ΙΙΙ, σελ. 139-140: «Όλοι ξέρουν ότι οι πόλεμοι προκαλούνται μόνο από τις πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις και ανάμεσα στους λαούς˙ συνήθως όμως ο κόσμος νομίζει ότι με την έναρξη του πολέμου οι σχέσεις αυτές παύουν τάχα να υπάρχουν και ότι δημιουργείται μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, που υποτάσσεται μόνο στους δικούς της ιδιαίτερους νόμους. Εμείς, αντίθετα, υποστηρίζουμε ότι ο πόλεμος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η συνέχιση των πολιτικών σχέσεων με χρησιμοποίηση άλλων μέσων».

[3*] Με την ευκαιρία αυτή, ας πούμε ότι ο κ. Γκαρντένιν στη «Ζιζν» ονομάζει «επαναστατικό σοβινισμό», πάντως όμως σοβινισμό, από μέρους του Μαρξ το γεγονός ότι το 1848 υποστήριζε τον επαναστατικό πόλεμο ενάντια στους λαούς εκείνους της Ευρώπης, που έδειξαν στην πράξη ότι είναι αντεπαναστατικοί και συγκεκριμένα τον πόλεμο «ενάντια στους Σλάβους και τους Ρώσους ιδιαίτερα». Μια τέτοια μορφή κατά του Μαρξ δείχνει ακόμη μια φορά τον οπορτουνισμό (ή –πιο σωστά και- την πλήρη έλλειψη σοβαρότητας) αυτού του «αριστερού» σοσιαλεπαναστάτη. Εμείς οι μαρξιστές πάντα υπερασπίζαμε και υπερασπίζουμε τον επαναστατικό πόλεμο ενάντια στους αντεπαναστατικούς λαούς. Λόγου χάρη, αν ο σοσιαλισμός νικήσει στην Αμερική ή στην Ευρώπη το 1920 και η Ιαπωνία με την Κϊνα, ας υποθέσουμε, κινήσουν τότε εναντίον μας –στην αρχή έστω και με διπλωματικό τρόπο- τους δικούς τους Βίσμαρκ, θα είμαστε υπέρ ενός επιθετικού, επαναστατικού πολέμου εναντίον τους. Σας φαίνεται παράξενο, κ. Γκαρντένιν; Είστε επαναστάτης τύπου Ρόψιν!

[4*] Βλ. Bernhard Harms. «Probleme der Weltwirtschaft», Jena, 1912 (Μπέρνχαρντ Χαρμς. «Προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας», Ιένα, 1912. Η Σύντ.). George Paish. «Great Britain’s Capital Investments in Colonies etc.», στη «Journal of the Royal Statist. Soc.», vol. LXXIV, 1910/II, p. 167. (Τζωρτζ Πέις, «Επενδύσεις αγγλικών κεφαλαίων στις αποικίες», στο «Περιοδικό της Βασιλικής Στατιστικής Εταιρίας», τόμ. LXXIV, 1910/II, σελ. 167. Η Σύντ.). Ο Λόυντ Τζωρτζ σ΄ ένα λόγο του που εκφώνησε στις αρχές του 1915 υπολόγιζε ότι τα αγγλικά κεφάλαια στο εξωτερικό ανέρχονται σε 4 δισεκατομμύρια λίρες στερλίνες, δηλ. περίπου σε 80 δισεκατομμύρια μάρκα.

[5*] Ο Ε. Σούλτσε μας πληροφορεί ότι το 1915 το σύνολο των τίτλων και αξιών σ΄ όλο τον κόσμο ανερχόταν σε 732 δισεκατομμύρια φράγκα, υπολογίζοντας και τα κρατικά και τα δημοτικά δάνεια και τις υποθήκες και τις αξίες των εμποροβιομηχανικών εταιριών κτλ. Από το ποσό αυτό στην Αγγλία αναλογούσαν 130 δισεκατομμύρια φράγκα, στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής 115, στη Γαλλία 100 και στη Γερμανία 75, συνεπώς σε όλες αυτές τις τέσσερις μεγάλες Δυνάμεις μαζί αναλογούσαν 420 δισεκατομμύρια φράγκα, δηλ. πάνω από το μισό του συνολικού ποσού. Μπορεί απ΄ αυτό να κρίνει κανείς πόσο μεγάλα είναι τα κέρδη και τα προνόμια των προηγμένων, κυρίαρχων εθνών, που ξεπέρασαν τους άλλους λαούς, τους καταπιέζουν και τους ληστεύουν (Dr. Ernst Schultze. «Das französische Kapital in Russland», στο «Finanz-Archiv». Berlin, 1915, Jahrg. 32, S. 127) (Δρ. Ερνστ Σούλτσε. «Το γαλλικό κεφάλαιο στη Ρωσία», στο «Χρηματιστικό Αρχείο», Βερολίνο 1915, χρόνος 32ος, σελ. 127. Η Σύντ.). Η «υπεράσπιση της πατρίδας» των κυρίαρχων εθνών είναι υπεράσπιση του δικαιώματος λείας από την καταλήστευση των ξένων εθνών. Όπως είναι γνωστό, στη Ρωσία ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός είναι πιο αδύνατος, από το άλλο μέρος όμως είναι πιο ισχυρός ο στρατιωτικός-φεουδαρχικός ιμπεριαλισμός.

[6*] Η παραπομπή του Κάουτσκι στον Βαγιάν και στον Γκεντ, στον Χάιντμαν και στον Πλεχάνοφ είναι χαρακτηριστική και από μιαν άλλη άποψη. Οι απροκάλυπτοι ιμπεριαλιστές, σαν τον Λεντς και τον Χένις (χωρίς να μιλάμε για τους οπορτουνιστές), αναφέρονται ίσα-ίσα στον Χάιντμαν και τον Πλεχάνοφ, για να δικαιολογήσουν την πολιτική τους. Κι΄ έχουν δίκιο να αναφέρονται σ΄ αυτούς και λένε την αλήθεια με την έννοια ότι πρόκειται πραγματικά για μια και την ίδια πολιτική. Ο Κάουτσκι όμως μιλάει με περιφρόνηση για τον Λεντς και τον Χένις, γι΄ αυτούς τους ριζοσπάστες που πέρασαν με το μέρος του ιμπεριαλισμού. Ο Κάουτσκι ευχαριστεί το θεό που δεν μοιάζει μ΄ αυτούς τους τελώνες, που δεν συμφωνάει μαζί τους, που έμεινε επαναστάτης –όχι αστεία! Στην πραγματικότητα όμως η θέση του Κάουτσκι είναι η ίδια. Ο υποκριτής σοβινιστής Κάουτσκι, με τις απατηλές του φράσεις, είναι πολύ πιο απαίσιος από τους απλοϊκούς σοβινιστές Ντάβιντ και Χάινε, Λεντς και Χένις.

[7*] Θα πρέπει ανάμεσα στ΄ άλλα να ειπωθεί ότι γι΄ αυτό το πράγμα δεν ήταν καθόλου υποχρεωτικό να κλείσουν όλες οι σοσιαλδημοκρατικές εφημερίδες, σαν απάντηση στην απαγόρευση να γράφουν για ταξικό μίσος και ταξική πάλη. Να δεχτεί κανείς τον όρο να μη γράφει για όλα αυτά, όπως έκανε η «Vorwärts», κάνοντάς το αυτό πέθανε πολιτικά. Ο Λ. Μάρτοφ είχε δίκιο, όταν το είπε αυτό. Θα μπορούσαν όμως να κρατηθούν οι νόμιμες εφημερίδες, κάνοντας τη δήλωση πως δεν είναι κομματικές, ούτε σοσιαλδημοκρατικές, αλλά απλώς εξυπηρετούν τις τεχνικές ανάγκες μιας μερίδας εργατών, δηλ. ότι δεν είναι πολιτικές εφημερίδες. Παράνομα σοσιαλδημοκρατικά έντυπα με εκτίμηση του πολέμου και νόμιμα εργατικά έντυπα που να μη δίνουν αυτή την εκτίμηση, που να μη λένε αναλήθειες, μα να αποσιωπούν την αλήθεια –γιατί δεν θα ήταν δυνατό να γίνει αυτό το πράγμα;

[8*] Μερικά παραδείγματα για να φανεί πιο καθαρά πως οι ιμπεριαλιστές και οι αστοί δίνουν μεγάλη σημασία στα προνόμια του «κυρίαρχου έθνους» και στα εθνικά προνόμια για τη διάσπαση των εργατών και την απόσπασή τους από το σοσιαλισμό. Ο άγγλος ιμπεριαλιστής Λούκας στο έργο του: «Η Μεγάλη Ρώμη και η Μεγάλη Βρετανία» (Οξφόρδη, 1912) αναγνωρίζει την ανισοτιμία των ερυθρόδερμων μέσα στη σύγχρονη Βρετανική Αυτοκρατορία (σελ. 96-97) και παρατηρεί: «στην Αυτοκρατορία μας, όταν οι λευκοί εργάτες δουλεύουν δίπλα στους ερυθρόδερμους, δεν δουλεύουν σαν σύντροφοι, μα ο λευκός είναι μάλλον επιστάτης του ερυθρόδερμου» (98). – Ο Έρβιν Μπέλγκερ, πρώην γραμματέας της αυτοκρατορικής ένωσης ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες, στην μπροσούρα του: «Η σοσιαλδημοκρατία μετά τον πόλεμο» (1915) επαινεί τη στάση των σοσιαλδημοκρατών, δηλώνοντας ότι πρέπει να γίνουν «καθαρά εργατικό κόμμα» (43), «εθνικό», «γερμανικό εργατικό κόμμα» (45), χωρίς «διεθνιστικές, ουτοπικές» «επαναστατικές» ιδέες (44). – Ο γερμανός ιμπεριαλιστής Σαρτόριους φον Βάλτερσχάουζεν στο έργο του για την τοποθέτηση κεφαλαίων στο εξωτερικό (1907) [9] επιπλήττει τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, γιατί αγνοούν το «εθνικό αγαθό» (438) –που συνίσταται στην αρπαγή αποικιών- και επαινεί τους άγγλους εργάτες για το «ρεαλισμό» τους, λόγου χάρη, για την πάλη τους ενάντια στη μετανάστευση. Ο γερμανός διπλωμάτης Ρυντόρφερ στο βιβλίο του για τις βάσεις της παγκόσμιας πολιτικής [10] υπογραμμίζει το πασίγνωστο γεγονός ότι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν εξαλείφει καθόλου την οξυμένη πάλη των εθνικών κεφαλαίων για την εξουσία, για την επιρροή, για την «πλειοψηφία των μετοχών» (161) και σημειώνει ότι η οξυμένη αυτή πάλη τραβάει τους εργάτες (175). Στο βιβλίο αναγράφεται η χρονολογία: Οκτώβρης 1913 και ο συγγραφέας μιλάει με μεγάλη σαφήνεια για τα «συμφέροντα του κεφαλαίου» (157), που τα θεωρεί αιτία των σύγχρονων πολέμων και αναφέρει ότι το ζήτημα της «εθνικής τάσης» γίνεται το «βασικό ζήτημα» του σοσιαλισμού (176) και ότι δεν υπάρχει λόγος οι κυβερνήσεις να φοβούνται τις διεθνιστικές εκδηλώσεις των σοσιαλδημοκρατών (177), που στην πράξη γίνονται όλο και πιο εθνικές (103, 110, 176). Ο διεθνής σοσιαλισμός θα νικήσει, αν αποσπάσει τους εργάτες από την επιρροή της εθνότητας, γιατί μόνο με τη βία δεν γίνεται τίποτε, θα υποστεί όμως ήττα, αν το εθνικό αίσθημα επικρατήσει (173-174).

[9*] Συνήθως γίνεται σύγκριση μόνο του «Ανεξάρτητου εργατικού κόμματος» με το «Βρετανικό σοσιαλιστικό κόμμα». Αυτό δεν είναι σωστό. Δεν πρέπει να παίρνουμε τις οργανωτικές μορφές, αλλά την ουσία του ζητήματος. Πάρτε τις καθημερινές εφημερίδες: ήταν δυό –η μια («Daily Herald») του Βρετανικού σοσιαλιστικού κόμματος και η άλλη («Daily Citizen») του συνασπισμού των οπορτουνιστών. Οι καθημερινές εφημερίδες εκφράζουν την πραγματική δουλειά προπαγάνδας, ζύμωσης και οργάνωσης.

[10*] Είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό εκείνο που έγινε πριν από την ιστορική ψηφοφορία της 4ης Αυγούστου. Το επίσημο κόμμα σκέπασε αυτή την ψηφοφορία με τον πέπλο της γραφειοκρατικής υποκρισίας: η πλειοψηφία αποφάσισε και όλοι ψήφισαν σαν ένας άνθρωπος υπέρ. Ο Στρέμπελ όμως στο περιοδικό «Die Internationale» ξεσκέπασε την υποκρισία και είπε την αλήθεια. Στην κοινοβουλευτική ομάδα της σοσιαλδημοκρατίας υπήρχαν δυό ομάδες που ήρθαν με έτοιμο τελεσίγραφο, δηλ. με φραξιονιστικό, δηλ. με διασπαστικό σχέδιο απόφασης. Η μια ομάδα, η ομάδα των οπορτουνιστών, περίπου 30 άτομα, είχε αποφασίσει να ψηφίσει οπωσδήποτε υπέρ˙ η άλλη, η αριστερή, κάπου 15 άτομα, είχε αποφασίσει –λιγότερο σταθερά- να ψηφίσει κατά. Όταν το «κέντρο» ή ο «βάλτος», μην έχοντας καμιά σταθερή θέση, ψήφισε μαζί με τους οπορτουνιστές, οι αριστεροί κατατροπώθηκαν και… υποτάχθηκαν! Η «ενότητα» της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας είναι καθαρή υποκρισία, που καλύπτει στην πράξη την αναπόφευκτη υποταγή της στα τελεσίγραφα των οπορτουνιστών.
___________

Γράφτηκε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο
   του Μάη – πρώτο δεκαπενθήμερο
               του Ιούνη 1915

Δημοσιεύτηκε το 1915 στο περιοδικό
   «Κομμουνίστ», τεύχ. 1-2, Γενεύη
       Υπογραφή:  Ν.  Λ έ ν ι ν
                               Δημοσιεύεται σύμφωνα
με το κείμενο του περιοδικού


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 26, σ. 211-270, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981.

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας
___________

Σημειώσεις

[1] Πρόκειται για την απόφαση του συνεδρίου του Χέμνιτς της σοσιαλδημοκρατίας της Γερμανίας πάνω στο ζήτημα του ιμπεριαλισμού και της στάσης των σοσιαλιστών απέναντι στον πόλεμο, που ψηφίστηκε στις 20 του Σεπτέμβρη 1912. Στην απόφαση καταδικαζόταν η ιμπεριαλιστική πολιτική και υπογραμμιζόταν η σπουδαιότητα της πάλης υπέρ της ειρήνης: «Το συνέδριο του κόμματος διαδηλώνει την αποφασιστική του θέληση να κάνει το παν για την αποκατάσταση της αλληλοκατανόησης ανάμεσα στα έθνη και τη διαφύλαξη της ειρήνης. Το συνέδριο απαιτεί να μπει με διεθνείς συμφωνίες τέρμα στον έξαλλο ανταγωνισμό των εξοπλισμών που απειλεί την ειρήνη και με γρήγορα βήματα οδηγεί την ανθρωπότητα στην πιο φοβερή καταστροφή… Το συνέδριο περιμένει ότι όλα τα μέλη του κόμματος θα διαθέσουν ακούραστα όλες τις δυνάμεις τους… έτσι που με πολλαπλασιασμένη δραστηριότητα να διεξάγουν την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό ως την ανατροπή του» («Handbuch der sozialdemokratischen Parteitage von 1910 bis 1913», München, 1917, S. 243-244).

[2] Πρόκειται για την μπροσούρα του Ε. Ντάβιντ «Die Sozialdemokratie und die Vaterlandsverteidigung» («Η σοσιαλδημοκρατία και η υπεράσπιση της πατρίδας»), Βερολίνο, 1915.

[3] «Η θεωρία του Στρούβε», ο στρουβισμός –αστικο-φιλελεύθερη διαστρέβλωση του μαρξισμού που ονομάστηκε από το όνομα του κύριου εκπροσώπου του «νόμιμου μαρξισμού» στη Ρωσία Π. Μπ. Στρούβε. Ο «νόμιμος μαρξισμός» εμφανίστηκε σαν κοινωνικο-πολιτικό ρεύμα μέσα στην αστικο-φιλελεύθερη διανόηση της Ρωσίας στα 1890-1900. Οι «νόμιμοι μαρξιστές» με επικεφαλής τον Στρούβε προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν το μαρξισμό για τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Ο Λένιν τόνιζε ότι ο στρουβισμός παίρνει από το μαρξισμό ό,τι είναι παραδεκτό από τη φιλελεύθερη αστική τάξη και απορρίπτει τη ζωντανή ψυχή του μαρξισμού –την επαναστατικότητά του, τη διδασκαλία για το αναπόφευκτο της εξαφάνισης του καπιταλισμού, για την προλεταριακή επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ο Στρούβε εγκωμίαζε το καπιταλιστικό σύστημα, καλούσε «να διδαχτούμε από τον καπιταλισμό». Ο Λένιν στην εργασία του «Το οικονομικό περιεχόμενο του ναροντνικισμού και η κριτική του στο βιβλίο και η κριτική του στο βιβλίο του κ. Στρούβε» υπόβαλε σε αυστηρή κριτική το «νόμιμο μαρξισμό» και το χαρακτήρισε σαν αντανάκλαση του μαρξισμού στην αστική φιλολογία, ξεσκέπασε τους «νόμιμους μαρξιστές» σαν ιδεολόγους της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Ο χαρακτηρισμός των «νόμιμων μαρξιστών» από τον Λένιν επιβεβαιώθηκε αργότερα ολοκληρωτικά: πολλοί από αυτούς έγιναν επιφανείς καντέτοι και μετά φανατικοί λευκοφρουρίτες.

Η αποφασιστική πάλη του Λένιν ενάντια στο «νόμιμο μαρξισμό» στη Ρωσία ήταν ταυτόχρονα και πάλη ενάντια στο διεθνή αναθεωρητισμό και αποτέλεσε υπόδειγμα ιδεολογικής αδιαλλαξίας απέναντι στις διαστρεβλώσεις της μαρξιστικής θεωρίας.

[4] Το ρητό αυτό ανήκει στο μεγάλο γερμανό ποιητή Ι. Β. Γκαίτε.

[5] Πρόκειται για το διάγγελμα του τσάρου –το νόμο για την ίδρυση της Κρατικής δούμας και τον εκλογικό νόμο που δημοσιεύτηκαν στις 6 (19) του Αυγούστου 1905. Η Δούμα ονομάστηκε Δούμα του Μπουλίγκιν από το όνομα του υπουργού Εσωτερικών Α. Γκ. Μπουλίγκιν, που είχε πάρει από τον τσάρο εντολή να συντάξει το νομοσχέδιο για τη Δούμα. Εκλογικά δικαιώματα για τις εκλογές της Δούμας δόθηκαν μόνο στους τσιφλικάδες, στους καπιταλιστές και σ΄ ένα μικρό αριθμό αγροτονοικοκυραίων. Η πλειοψηφία του πληθυσμού –οι εργάτες, οι φτωχοί αγρότες, οι εργάτες γης, η δημοκρατική διανόηση- έμειναν χωρίς εκλογικά δικαιώματα˙ αποκλείονταν από τη συμμετοχή στις εκλογές οι γυναίκες, όσοι υπηρετούσαν στο στρατό, οι σπουδαστές, όσοι δεν είχαν συμπληρωμένα τα είκοσι χρόνια ηλικίας και μια σειρά καταπιεζόμενες εθνότητες της τσαρικής Ρωσίας. Η Κρατική δούμα δεν είχε το δικαίωμα να ψηφίζει κανένα νόμο, μπορούσε μόνο να συζητάει ορισμένα ζητήματα σαν συμβουλευτικό όργανο του τσάρου. Ο Λένιν, χαρακτηρίζοντας τη Δούμα του Μπουλίγκιν, έγραφε ότι αποτελεί «τον πιο ξετσίπωτο χλευασμό της “λαϊκής αντιπροσώπευσης”» (Άπαντα, 5η έκδ. τόμ. 11ος, σελ. 183).

Οι μπολσεβίκοι κάλεσαν τους εργάτες και τους αγρότες σε ενεργό αποχή από τις εκλογές για τη Δούμα του Μπουλίγκιν, συγκεντρώνοντας όλη τη διαφωτιστική καμπάνια γύρω από τα συνθήματα: ένοπλη εξέγερση, επαναστατικός στρατός, προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση. Οι μπολσεβίκοι χρησιμοποίησαν την καμπάνια της αποχής από τις εκλογές για τη Δούμα του Μπουλίγκιν για να κινητοποιήσουν όλες τις επαναστατικές δυνάμεις, να οργανώσουν μαζικές απεργίες και να προετοιμάσουν την ένοπλη εξέγερση.

Οι εκλογές για τη Δούμα του Μπουλίγκιν δεν έγιναν και η κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να τη συγκαλέσει˙ η αυξανόμενη άνοδος της επανάστασης και η Πανρωσική πολιτική απεργία του Οκτώβρη 1905 σάρωσαν τη Δούμα.

[6] Ζωρεσιστές –οπαδοί του γάλλου σοσιαλιστή Ζ. Ζωρές, που έκαναν αναθεώρηση των βασικών θέσεων του μαρξισμού και δίδασκαν την ταξική συνεργασία του προλεταριάτου με την αστική τάξη. Το 1902 οι ζωρεσιστές ίδρυσαν το Γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα, που ακολουθούσε ρεφορμιστικές θέσεις. Το 1905 το κόμμα αυτό μαζί με το γκεντικό Σοσιαλιστικό κόμμα της Γαλλίας ενώθηκε σε ένα κόμμα –το Γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα.

Στην περίοδο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου (1914-1918) οι ζωρεσιστές, αφού είχαν επικρατήσει στην καθοδήγηση του Γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος, υποστήριξαν ανοιχτά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ακολούθησαν σοσιαλσοβινιστικές θέσεις.

[7] Η κατεύθυνση του Γκεντ –γκεντιστές, γκεντιστικό ρεύμα– επαναστατικό μαρξιστικό ρεύμα στο σοσιαλιστικό κίνημα της Γαλλίας στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ου αιώνα, που επικεφαλής του ήταν ο Ζ. Γκεντ. Το 1901 οι οπαδοί της επαναστατικής ταξικής πάλης με επικεφαλής τον Ζ. Γκεντ ίδρυσαν το Σοσιαλιστικό κόμμα της Γαλλίας. Το 1905 οι γκεντιστές ενώθηκαν με το ρεφορμιστικό Γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα. Μέσα στο Γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα οι γκεντιστές κρατούσαν κεντριστική στάση. Στην περίοδο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου πέρασαν με το μέρος του σοσιαλσοβινισμού. Ο Ζ. Γκεντ και ο Μ. Σαμπά μπήκαν στην ιμπεριαλιστική κυβέρνηση της Γαλλίας.

[8] «Ο σοσιαλισμός»Le Socialisme» -περιοδικό˙ έβγαινε από το 1907 ως τον Ιούνη του 1914 στο Παρίσι˙ εκδότης και διευθυντής του ήταν ο γάλλος σοσιαλιστής Ζ. Γκεντ.

[9] Πρόκειται για το βιβλίο του A. Sartorius von Waltershausen. «Das Volkswirtschaftliche System der Kapitalanlage im Auslande», Berlin, 1907 (Α. Σαρτόριους φον Βαλτερσχάουζεν. «Εθνικοοικονομικό σύστημα επενδύσεων κεφαλαίου στο εξωτερικό». Βερολίνο 1907).

[10] Γίνεται λόγος για το βιβλίο του Ρυντόρφερ (Rietzler, K.) «Grundzüge der Weltpolitik in der Gegenwart» («Τα βασικά γνωρίσματα της σύγχρονης παγκόσμιας πολιτικής»). Το βιβλίο βγήκε στο Βερολίνο το 1913.

[11] «Νέοι Καιροί» («Νόρο Βρέμε») –περιοδικό, επιστημονικο-θεωρητικό όργανο της επαναστατικής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας της Βουλγαρίας («τεσνιάκοι»)˙ ιδρύθηκε από τον Ντ. Μπλαγκόεφ το 1897 στη Φιλιππούπολη˙ αργότερα η έκδοση του μεταφέρθηκε στη Σόφια. Από το 1903 το περιοδικό αυτό έγινε όργανο του Εργατικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Βουλγαρίας («τεσνιάκων»)˙ έβγαινε ως το Φλεβάρη του 1916. Κατόπιν το περιοδικό ξανάρχισε την έκδοσή του το 1919. Διευθυντής του περιοδικού ήταν ο Ντ. Μπλαγκόεφ και συνεργάτες οι Γκ. Γκεοργκίεφ, Γκ. Κίρκοφ, Χ. Καμπακτσίεφ, Β. Κολάροφ, Τ. Πετρόφ και άλλοι. Κλείστηκε το 1923 από την αντιδραστική κυβέρνηση της Βουλγαρίας. Από το 1947 το «Νόβο Βρέμε» είναι μηνιαίο θεωρητικό όργανο της ΚΕ του Κομμουνιστικού κόμματος της Βουλγαρίας.

[12] Πρόκειται για την έκκληση που έγραψε ο Κ. Λήμπκνεχτ «Der Hautfeind steht im eigenem Land!» («Ο κύριος εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα!»). Η έκκληση δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Berner Tagwacht» αρ. φύλ. 123 της 31 του Μάη 1915, με τίτλο «Ein kräftiger Mahnruf».

[13] «Πρωσικά Χρονικά»Preußische Jahrbücher» -μηνιαίο γερμανικό συντηρητικό περιοδικό για τα ζητήματα της πολιτικής, της ιστορίας και της φιλολογίας˙ έβγαινε στο Βερολίνο από το 1858 ως το 1935.

[14] «Γκαπονάδα» -από το όνομα του ιερωμένου Γκαπόν. Στις παραμονές της πρώτης ρωσικής επανάστασης ο Γκαπόν με εντολή της ασφάλειας έκανε την οργάνωση τύπου Ζουμπάτοφ «Σύνδεσμος των εργατών φάμπρικων και εργοστασίων της Ρωσίας» με σκοπό να αποσπάσει τους εργάτες από την επαναστατική πάλη. Στις 9 (22) του Γενάρη 1905 ο Γκαπόν παρέσυρε σκόπιμα τους εργάτες να οργανώσουν διαδήλωση προς τα Χειμερινά ανάκτορα, για να επιδώσουν στον τσάρο υπόμνημα. Με διαταγή του τσάρου η διαδήλωση πυροβολήθηκε. Ταυτόχρονα όμως πυροβολήθηκε και η αφελής πίστη των καθυστερημένων εργατών στον τσάρο. Τα γεγονότα της 9 του Γενάρη, που αποτέλεσαν την αρχή της πρώτης ρωσικής επανάστασης, έδωσαν ώθηση στο πολιτικό ξύπνημα των προλεταριακών μαζών της Ρωσίας˙ σε όλη τη χώρα ξέσπασε ένα κύμα απεργιών διαμαρτυρίας.

[15] «Οικονομισμός» -οπορτουνιστικό ρεύμα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία, που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, μια από τις παραλλαγές του διεθνούς οπορτουνισμού. Οι «οικονομιστές» περιόριζαν τα καθήκοντα της εργατικής τάξης στην οικονομική πάλη για την αύξηση του μισθού εργασίας, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας κτλ, ισχυρίζονταν ότι η πολιτική πάλη είναι υπόθεση της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Οι «οικονομιστές» υποκλινόμενοι μπροστά στο αυθόρμητο του εργατικού κινήματος, μείωναν τη σημασία της επαναστατικής θεωρίας, αρνούνταν την ανάγκη της εισαγωγής της σοσιαλιστικής συνείδησης στο εργατικό κίνημα απ΄ έξω, από το μαρξιστικό κόμμα, και έτσι άνοιγαν το δρόμο για την αστική ιδεολογία. Οι «οικονομιστές» υπεράσπιζαν τη διασπορά και το χειροτεχνικό τρόπο δουλειάς μέσα στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, τάσσονταν ενάντια στην ανάγκη δημιουργίας συγκεντρωτικού κόμματος της εργατικής τάξης.

[16] «Ραμπότσαγια Μισλ» («Εργατική Σκέψη») –εφημερίδα, που την έβγαζε η ομάδα των «οικονομιστών» στη Ρωσία˙ έβγαινε από τον Οκτώβρη του 1897 ως το Δεκέμβρη του 1902, με διευθυντή τον Κ.Μ. Ταχτάρεφ κ.α.

«Ραμπότσεγιε Ντιέλο» («Εργατική Υπόθεση») –περιοδικό, όργανο της «Ένωσης των ρώσων σοσιαλδημοκρατών του εξωτερικού». Έβγαινε στη Γενεύη από τον Απρίλη του 1899 ως το Φλεβάρη του 1902, με διευθυντές τον Μπ. Ν. Κριτσέβσκι, τον Π. Φ. Τεπλόφ (Σιμπιριάκ), τον Β. Π. Ιβάνσιν και κατόπιν τον Α. Σ. Μαρτίνοφ˙ βγήκαν 12 τεύχη (9 σώματα). Η Συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Εργατική Υπόθεση» ήταν το κέντρο των «οικονομιστών» στο εξωτερικό. Η «Εργατική Υπόθεση» υποστήριζε το μπερνσταϊνικό σύνθημα της «ελευθερίας κριτικής» του μαρξισμού, κρατούσε οπορτουνιστικές θέσεις στα ζητήματα της τακτικής και στα οργανωτικά καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας της Ρωσίας.

[17] Ο Β. Ι. Λένιν εδώ έχει υπόψη του το άρθρο-διακήρυξη «Ενάντια στις προσαρτήσεις» που δημοσιεύτηκε με την υπογραφή των Ε. Μπέρνσταϊν, Ο. Χάαζε, Κ. Κάουτσκι. Η διακήρυξη δημοσιεύτηκε στη ρωσική γλώσσα στην εφημερίδα «Νάσε Σλόβο» αρ. φύλ. 123 της 25 του Ιούνη 1915. Ο Β. Ι. Λένιν σε άρθρα και σε γράμματά του υπόβαλε σε κριτική τη διακήρυξη αυτή (βλ. Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 35ος, σελ. 146.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.