Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Η σκέψη του Λένιν



Η επικαιρότητα της επανάστασης

Στο έργο τούτο του Ούγγρου μαρξιστή Γκέοργκ Λούκατς (1885-1971) γραμμένο το 1924, αμέσως μετά το θάνατο του Λένιν, αναλύονται θεμελιακά ζητήματα της πνευματικής προσωπικότητας του Λένιν, με σκοπό, όπως ο ίδιος γράφει στον επίλογό του (1967), να δείξει «τις κινητήριες δυνάμεις, αντικειμενικές και υποκειμενικές, που επέτρεψαν αυτή τη συστηματοποίηση, την ενσάρκωσή τους στο πρόσωπο και τη δράση του» (ΠΓ).

του Γκέοργκ Λούκατς


Περιεχόμενα

Πρόλογος

1. Η επικαιρότητα της επανάστασης

2. Το προλεταριάτο σαν ηγετική τάξη

3. Το ηγετικό κόμμα του προλεταριάτου

4. Ο ιμπεριαλισμός: Παγκόσμιος πόλεμος και εμφύλιος πόλεμος

5. Το κράτος σαν όπλο

6. Επαναστατική «ρεαλιστική πολιτική»

Επίλογος


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Οι λίγες παρατηρήσεις που ακολουθούν δεν είχαν ποτέ την απαίτηση να πραγματευτούν διεξοδικά τη θεωρία και την πράξη του Λένιν. Επιχειρούν απλά να δείξουν σε αδρές γραμμές την αλληλουχία ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη του, ξεκινώντας από την αίσθηση ότι αυτή ακριβώς η αλληλουχία δεν υπάρχει σε όλη της τη σαφήνεια ακόμη και στη συνείδηση πολλών κομμουνιστών. Μια πραγματική εξέταση όλων αυτών των προβλημάτων δεν θα απαιτούσε μόνο μια εντελώς διαφορετική έκταση απ' αυτές τις λίγες σελίδες, αλλά επιπλέον δεν υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή και πλήρη υλικά για μια τέτοια παρουσίαση ολόκληρου του έργου του Λένιν, ιδιαίτερα για όσους δεν έχουν πρόσβαση στη ρώσικη βιβλιογραφία παρά μόνο από μεταφράσεις. Η ιστορία του Λένιν πρέπει να τοποθετηθεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο των περασμένων 30 ή 40 τουλάχιστον ετών. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα καθυστερήσει για πολύ ακόμη μια επάξια παρουσίαση αυτής της ιστορίας. Ο συγγραφέας αυτών των υπαινικτικών παρατηρήσεων αισθάνεται ο ίδιος τη μεγάλη πίεση της δυσκολίας που υπάρχει ως προς την εξέταση επιμέρους προβλημάτων, προτού να έχει αποσαφηνιστεί το σύνολο του οποίου αποτελούν μέρος˙ τη δυσκολία που υπάρχει να εκλαϊκευτεί κάτι, προτού αυτό που πρέπει να εκλαϊκευτεί να έχει ήδη καταγραφεί με επιστημονική πληρότητα. Γι’ αυτόν το λόγο δεν επιχειρήθηκε εδώ η πλήρης παρουσίαση των προβλημάτων που γέμισαν τη ζωή του Λένιν, μια με ιστορική ακρίβεια διαδοχή της εμφάνισής τους. Η επιλογή των προβλημάτων αυτών, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αλληλοδιαδέχονται και απορρέουν τα μεν από τα δε, καθορίστηκαν απλά από την άποψη να αναδειχθούν στην αλληλουχία τους όσο το δυνατό πιο καθαρά. Είναι αυτονόητο ότι η επιλογή των αποσπασμάτων υπαγορεύεται επίσης απ' αυτή την άποψη και όχι από εκείνη της χρονολογικής ακρίβειας.

Βιέννη, Φλεβάρης 1924


1. Η επικαιρότητα της επανάστασης

Ο ιστορικός υλισμός είναι η θεωρία της προλεταριακής επανάστασης. Κι αυτό γιατί η ουσία του είναι η εννοιολογική περίληψη εκείνου του κοινωνικού Είναι που δημιουργεί το προλεταριάτο, που καθορίζει ολόκληρο το Είναι του προλεταριάτου. Γιατί το προλεταριάτο που αγωνίζεται για την απελευθέρωσή του βρίσκει σ' αυτόν την καθαρή συνείδηση του εαυτού του. Το μέγεθος ενός προλεταριακού διανοητή, ενός εκπροσώπου του ιστορικού υλισμού, μετριέται επομένως από το βάθος και το εύρος της θεώρησης από μέρους του αυτών των προβλημάτων. Μετριέται επίσης: από την ένταση με την οποία είναι σε θέση να αντιληφθεί ορθά, πίσω από τα φαινόμενα της αστικής κοινωνίας, εκείνες τις τάσεις της προλεταριακής επανάστασης που ενυπάρχουν στα φαινόμενα αυτά και διαμέσου αυτών μετασκευάζονται σε αποτελεσματικό Είναι και σε διαυγή συνείδηση.

Σύμφωνα μ' αυτό το μέτρο, ο Λένιν είναι ο μεγαλύτερος διανοητής που ανέδειξε το εργατικό επαναστατικό κίνημα μετά τον Μαρξ. Φυσικά, οι οπορτουνιστές, που δεν μπορούν πλέον να εξαφανίσουν με τη φλυαρία ή να αποκρύψουν το γεγονός της σημασίας του, λένε ότι ο Λένιν υπήρξε ένας μεγάλος ρώσος πολιτικός, αλλά ότι του έλειπε, για να είναι ο ηγέτης του παγκόσμιου προλεταριάτου, η κατανόηση της διαφοράς ανάμεσα στη Ρωσία και τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού και ότι γενίκευσε -και αυτό αποτελεί το όριό του σε ιστορική κλίμακα- άκριτα τα προβλήματα και τις λύσεις της ρώσικης πραγματικότητας για να τα εφαρμόσει σε ολόκληρο τον κόσμο.

Λησμονούν -αυτό που δικαιολογημένα λησμονιέται σήμερα- ότι, στην εποχή του, ο Καρλ Μαρξ είχε δεχτεί την ίδια επίκριση. Έλεγαν ότι ο Μαρξ είχε διατυπώσει άκριτα σαν γενικούς νόμους για την εξέλιξη της κοινωνίας τις παρατηρήσεις του πάνω στην οικονομική ζωή της Αγγλίας και των αγγλικών εργοστασίων. Όσο κι αν οι παρατηρήσεις αυτές καθαυτές ήταν απόλυτα ορθές, γίνονταν εσφαλμένες επειδή ακριβώς διαστρεβλώνονταν σε γενικούς νόμους. Είναι άσκοπο σήμερα να αποκρουστεί αυτή η πλάνη και να εξηγηθεί το γεγονός ότι ο Μαρξ σε καμιά περίπτωση δεν «γενίκευσε» μεμονωμένες και περιορισμένες στο χώρο και το χρόνο εμπειρίες. Αντίθετα -σύμφωνα με τον τρόπο εργασίας των αυθεντικών ιστορικών και πολιτικών διανοιών- διέκρινε τόσο από θεωρητική όσο και από ιστορική άποψη το μακρόκοσμο του καπιταλισμού γενικά, μέσα από το μικρόκοσμο του αγγλικού εργοστασίου, από τις προϋποθέσεις του, από τις κοινωνικές συνθήκες και συνέπειές του, καθώς και μέσα από τις ιστορικές τάσεις που οδηγούν στη γέννησή του κι εκείνες που καθιστούν την ύπαρξή του προβληματική.

Γιατί αυτό είναι που ξεχωρίζει τη μεγαλοφυΐα από τον επιστήμονα ή τον πολιτικό της ρουτίνας. Αυτοί μπορούν να καταλάβουν και να διακρίνουν μόνο τα άμεσα δεδομένα και μεταξύ τους διαχωρισμένα συνθετικά στοιχεία του κοινωνικού γίγνεσθαι. Και όταν θέλουν να φτάσουν σε γενικά συμπεράσματα, δεν κάνουν στην πραγματικότητα τίποτα άλλο από το να αντιλαμβάνονται, με τρόπο πραγματικά αφηρημένο, ορισμένες πλευρές ενός περιορισμένου στο χώρο και το χρόνο φαινομένου σαν «γενικούς νόμους» και να τους εφαρμόζουν σαν τέτοιους. Αντίθετα, η μεγαλοφυΐα που έχει κατανοήσει την αληθινή ουσία, την πραγματική, τη ζωτική κύρια τάση μιας εποχής, τη βλέπει ακριβώς να δρα πίσω από το σύνολο των γεγονότων του καιρού της. Πραγματεύεται τα αποφασιστικής σημασίας θεμελιώδη προβλήματα ολόκληρης της εποχής, έστω κι αν ο ίδιος θεωρεί ότι αναφέρεται μόνο σε ζητήματα επικαιρότητας.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι σ’ αυτό έγκειται το μεγαλείο του Μαρξ. Με βάση τη δομή του αγγλικού εργοστασίου συνέλαβε όλες τις καθοριστικές τάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού και τις ερμήνευσε. Είχε πάντοτε κατά νου το σύνολο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτός είναι ο λόγος που μπόρεσε να διακρίνει, ταυτόχρονα, μέσα από κάθε φαινόμενο αυτής της ανάπτυξης, την ολότητά της και, μέσα από τη διάρθρωσή της, την κίνησή της.

Ωστόσο, υπάρχουν πολύ λίγοι άνθρωποι σήμερα που γνωρίζουν ότι ο Λένιν επιτέλεσε για την εποχή μας το ίδιο που επιτέλεσε ο Μαρξ για τη γενική εξέλιξη του καπιταλισμού. Διέκρινε πάντοτε τα προβλήματα ολόκληρης της εποχής μέσα από τα προβλήματα εξέλιξης της σύγχρονης Ρωσίας, από τα ζητήματα της γένεσης του καπιταλισμού μέσα σ’ έναν μισοφεουδαρχικό απολυταρχισμό, μέχρι τα προβλήματα της πραγμάτωσης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη αγροτική χώρα: την είσοδο στην τελευταία φάση του καπιταλισμού και τις δυνατότητες να στραφεί η κρίσιμη πάλη, που είχε καταστεί αναπόφευκτη, ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο προς όφελος του προλεταριάτου για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.

Ο Λένιν, ακριβώς όπως και ο Μαρξ, δεν γενίκευσε ποτέ τοπικές - ρωσικές εμπειρίες, περιορισμένες στο χώρο και το χρόνο. Αλλά, με μια ιδιοφυή διορατικότητα, διέκρινε, στο χώρο και το χρόνο των πρώτων επιδράσεών του, το θεμελιώδες πρόβλημα της εποχής μας: την επανάσταση που πλησίαζε. Και, μέσα απ' αυτή την προοπτική, την προοπτική της επικαιρότητας της επανάστασης, κατανόησε όλα τα φαινόμενα, τόσο τα ρωσικά όσο και τα διεθνή και τα κατέστησε κατανοητά.

Η επικαιρότητα της επανάστασης: αυτή είναι η θεμελιώδης σκέψη του Λένιν, καθώς και το καθοριστικό σημείο που τον συνδέει με τον Μαρξ. Γιατί ο ιστορικός υλισμός, σαν έκφραση που ορίζει τον προλεταριακό απελευθερωτικό αγώνα, δεν μπορούσε να συλληφθεί και να διατυπωθεί θεωρητικά παρά μόνο στην ιστορική εκείνη στιγμή που η πρακτική του επικαιρότητα είχε ήδη μπει στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας. Σε μια στιγμή όπου, σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, δεν εμφανίζεται πια μέσα στην αθλιότητα του προλεταριάτου μόνο η ίδια η αθλιότητα, αλλά η επαναστατική πλευρά «που θα ανατρέψει την παλιά κοινωνία». Φυσικά, και τότε ήταν σίγουρα αναγκαία η τολμηρή θεώρηση από τη μεγαλοφυΐα για να γίνει αντιληπτή η επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης. Γιατί η προλεταριακή επανάσταση δεν είναι ορατή για τον κοινό θνητό παρά μόνο όταν οι μάζες των εργατών μάχονται ήδη στα οδοφράγματα. Και ούτε καν τότε, εφόσον αυτοί οι κοινοί θνητοί έχουν διαπαιδαγωγηθεί με μια χυδαία μαρξιστική παιδεία. Γιατί, τα θεμέλια της αστικής κοινωνίας φαίνονται στα μάτια του χυδαίου μαρξιστή τόσο ακλόνητα που ακόμη και την ώρα του πιο εξόφθαλμου κλονισμού τους δεν εύχεται παρά την επιστροφή της «ομαλής» κατάστασης. Δεν βλέπει στις κρίσεις της παρά μόνο περαστικά επεισόδια και θεωρεί, ακόμη και σε τέτοιες εποχές, τον αγώνα σαν τον αδικαιολόγητο ξεσηκωμό κάποιων επιπόλαιων ενάντια στον παρ’ όλ' αυτά ακατανίκητο καπιταλισμό, θεωρεί επομένως τους μαχητές των οδοφραγμάτων σαν κάποιους ξεστρατημένους. Την ηττημένη επανάσταση σαν «λάθος». Και εκείνους που οικοδομούν το σοσιαλισμό στα πλαίσια μιας νικηφόρας επανάστασης -που για τους οπορτουνιστές δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή- σαν εγκληματίες.

Ο ιστορικός υλισμός λοιπόν, ήδη σαν θεωρία, έχει σαν προϋπόθεση την παγκόσμια ιστορική επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης. Με αυτή την έννοια αποτελεί τον πυρήνα της διδασκαλίας του Μαρξ σαν αντικειμενικό θεμέλιο όλης της εποχής και ταυτόχρονα σαν κλειδί για την κατανόησή της. Ωστόσο, πέρα απ' αυτόν τον περιορισμό, που εκφράστηκε με την κατηγορηματική απόρριψη όλων των αβάσιμων ψευδαισθήσεων, με την αυστηρή καταδίκη κάθε πραξικοπηματικής απόπειρας, η οπορτουνιστική ερμηνεία πιάνεται αμέσως από τα δήθεν επιμέρους λάθη των προβλέψεων του Μαρξ, με σκοπό να αφανίσει απόλυτα και ριζικά, μ' αυτόν τον πλάγιο τρόπο, την επανάσταση από ολόκληρο το οικοδόμημα του μαρξισμού. Κι έτσι οι «ορθόδοξοι» υπερασπιστές του Μαρξ ανταμώνουν στα μισά του δρόμου με τους «επικριτές» του. Άλλωστε, ο Κάουτσκι δήλωσε στον Μπέρνσταϊν ότι μπορούμε ήσυχα ν’ αφήσουμε για το μέλλον την απόφαση για τη δικτατορία του προλεταριάτου (για ένα πολύ μακρινό μέλλον).

Ο Λένιν στο σημείο αυτό αποκατάστησε την καθαρότητα της διδασκαλίας του Μαρξ. Και, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, τη συνέλαβε σαφέστερα και πιο συγκεκριμένα. 'Όχι πως θέλησε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να διορθώσει τον Μαρξ. Απλά επεξεργάσθηκε σ' αυτή τη διδασκαλία την παραπέρα πορεία της ιστορικής διαδικασίας μετά το θάνατο του Μαρξ. Και αυτό σημαίνει πως η επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης δεν είναι πλέον μόνο ένας ορίζοντας της παγκόσμιας ιστορίας που απλώνεται πάνω από την εργατική τάξη, η οποία βρίσκεται στο δρόμο για την απελευθέρωσή της, αλλά πως η επανάσταση έχει ήδη γίνει καθημερινό θέμα του εργατικού κινήματος. Ο Λένιν μπόρεσε χωρίς δυσκολία να υπομείνει την κατηγορία του μπλανκισμού κτλ., που του είχε στοιχίσει αυτή η θεμελιακή θέση, όχι μόνο γιατί είχε την καλή μαρτυρία του Μαρξ, με τον οποίο (με «ορισμένες πλευρές» του Μαρξ) συμμεριζόταν αυτή την κατηγορία, αλλά και γιατί βρέθηκε επάξια κοντά στον Μαρξ. Από τη μια, τόσο ο Μαρξ όσο κι ο Λένιν δεν φαντάστηκαν ποτέ την επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης και των τελικών της στόχων, σαν να ήταν δυνατή πια η πραγματοποίησή της οποτεδήποτε, με οποιονδήποτε τρόπο. Από την άλλη πλευρά όμως, τόσο ο ένας όσο και ο άλλος, απέκτησαν με την επικαιρότητα της επανάστασης το σίγουρο κριτήριο για τις αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν για όλα τα καθημερινά θέματα. Η επικαιρότητα της επανάστασης καθορίζει την κυρίαρχη νότα μιας ολόκληρης εποχής. Μόνο ο συσχετισμός των μεμονωμένων πράξεων μ' αυτόν τον κεντρικό πυρήνα, που δεν μπορεί να βρεθεί παρά μόνο με τη συγκεκριμένη ανάλυση του κοινωνικού - ιστορικού όλου, κάνει τις μεμονωμένες πράξεις να είναι επαναστατικές ή αντεπαναστατικές. Η επικαιρότητα της επανάστασης σημαίνει κατά συνέπεια: χειρισμός κάθε ιδιαίτερου καθημερινού ζητήματος σε συγκεκριμένη σχέση με την κοινωνική - ιστορική ολότητα, θεώρηση των ζητημάτων αυτών σαν συνθετικών στοιχείων για την απελευθέρωση του προλεταριάτου. Η παραπέρα διαμόρφωση που γνώρισε ο μαρξισμός μ' αυτόν τον τρόπο από τον Λένιν συνίσταται απλά -απλά!- στη στενότερη, εμφανέστερη και με μεγαλύτερες συνέπειες σύνδεση των μεμονωμένων πράξεων με τη γενική μοίρα, την επαναστατική μοίρα ολόκληρης της εργατικής τάξης. Σημαίνει απλά ότι κάθε καθημερινό ζήτημα -σαν θέμα ημερήσιας διάταξης- έχει ταυτόχρονα καταστεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα της επανάστασης.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού κατέστησε την προλεταριακή επανάσταση θέμα ημερήσιας διάταξης. Ο Λένιν δεν είναι ο μόνος που είδε το πλησίασμα αυτής της επανάστασης. Ξεχωρίζει ωστόσο για το κουράγιο, την αφοσίωση και την αυταπάρνησή του όχι μόνο από εκείνους που κρύβονται δειλά -όταν η διακηρυγμένη θεωρητικά από τους ίδιους προλεταριακή επανάσταση έγινε πρακτικά επίκαιρη- αλλά ξεχωρίζει επίσης, χάρη στη θεωρητική του διαύγεια, από τους καλύτερους σύγχρονους του επαναστάτες, τους πιο φωτισμένους και τους πιο αφοσιωμένους. Γιατί ακόμη κι αυτοί δεν αναγνώρισαν την επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης παρά με τον τρόπο που κι ο ίδιος ο Μαρξ την αντιλήφθηκε στην εποχή του: σαν θεμελιώδες πρόβλημα ολόκληρης της εποχής. Όμως στάθηκαν ανίκανοι να καταστήσουν την ορθή αυτή γνώση -ορθή ως προς την προοπτική της παγκόσμιας ιστορίας, αλλά μόνο σαν προοπτική- σε σίγουρο καθοδηγητικό νήμα για την επίλυση όλων των καθημερινών ζητημάτων, τόσο των πολιτικών όσο και των οικονομικών, των ζητημάτων θεωρίας και τακτικής, ζύμωσης και οργάνωσης. Μόνο ο Λένιν έκανε το βήμα προς τη συγκεκριμενοποίηση του μαρξισμού που είχε γίνει πλέον εντελώς πρακτικός. Να γιατί είναι, σε παγκόσμια ιστορική κλίμακα, ο μόνος θεωρητικός στο ύψος του Μαρξ που έχει αναδείξει μέχρι σήμερα ο αγώνας για την απελευθέρωση του προλεταριάτου.


2. Το προλεταριάτο σαν ηγετική τάξη

Η αδυναμία διατήρησης της κατάστασης στη Ρωσία εκδηλώθηκε πολύ πριν από την πραγματική ανάπτυξη του καπιταλισμού, πολύ πριν από την ύπαρξη ενός βιομηχανικού προλεταριάτου. Η κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος και η αποσύνθεση του γραφειοκρατικού απολυταρχισμού είχαν ήδη προ πολλού καταστεί αδιαμφισβήτητα γεγονότα της ρώσικης πραγματικότητας, δημιούργησαν όμως επιπλέον -μέσα από την αναταραχή των αγροτών και την επαναστατικοποίηση της κοινωνικά υποβαθμισμένης διανόησης- κοινωνικά στρώματα που ξεσηκώθηκαν κατά καιρούς ενάντια στον τσαρισμό, αν και με συγκεχυμένο, ασαφή και καθαρά στοιχειώδη τρόπο. Είναι φανερό ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού ενίσχυσε σημαντικά αυτή την αντικειμενική αναταραχή και τις επαναστατικές ιδεολογικές συνέπειές της, παρ' όλο που το γεγονός αυτής της ανάπτυξης καθώς και το μέγεθός της παρέμειναν συγκαλυμμένα ακόμη και για τους πιο οξυδερκείς. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, έγινε όλο και πιο πολύ εμφανές ότι η Ρωσία, που στα 1848 ήταν το προπύργιο της ευρωπαϊκής αντίδρασης, προχωρούσε βαθμιαία προς την κατεύθυνση μιας επανάστασης. Το ερώτημα ήταν απλά το ακόλουθο: ποιος θα ήταν ο χαρακτήρας αυτής της επανάστασης; Και, σε στενή σχέση μ' αυτό, ποια τάξη θα έπαιζε σ' αυτή τον ηγετικό ρόλο;

Είναι ευνόητο ότι αυτά τα ερωτήματα δεν απασχόλησαν τις πρώτες γενιές των επαναστατών παρά μόνο κατά έναν πολύ συγκεχυμένο ακόμη τρόπο. Έβλεπαν κυρίως τις ομάδες που ξεσηκώνονταν κατά του τσαρισμού σαν ένα ομοιογενές σύνολο: το λαό. Η διάκριση ανάμεσα σε διανοούμενους και σε χειρώνακτες δεν μπορούσε βέβαια να παραμείνει συγκαλυμμένη έστω και σ' αυτό το επίπεδο ανάπτυξης, δεν είχε όμως κανένα ιδιαίτερο βάρος, αφού ο «λαός» δε μπορούσε ακόμη να έχει παρά μια ελάχιστα σαφή φυσιογνωμία από ταξική άποψη και αφού από τους διανοούμενους μόνο οι πραγματικά ειλικρινείς επαναστάτες είχαν ενταχθεί στο κίνημα. Επαναστάτες για τους οποίους ίσχυε ακλόνητα η ενσωμάτωσή τους με το «λαό» και η εξυπηρέτηση αποκλειστικά των συμφερόντων του.

Όπως και να 'χει το θέμα, η εξέλιξη της Ευρώπης δεν ήταν δυνατό, ακόμη και σ' αυτή την κατάσταση του επαναστατικού κινήματος, να μην επηρεάσει την πορεία των γεγονότων και, κατά συνέπεια, την ιστορική προοπτική με βάση την οποία οι επαναστάτες έκριναν τα γεγονότα. Και εδώ τέθηκε αναπόφευκτα το ερώτημα: Αποτελεί η εξέλιξη της Ευρώπης, η ανάπτυξη του καπιταλισμού, και για τη Ρωσία την ανελέητη μοίρα της; Πρέπει και η Ρωσία να περάσει από την κόλαση του καπιταλισμού για να βρει τη λύτρωσή της στο σοσιαλισμό; Ή μήπως είναι σε θέση να υπερπηδήσει αυτό το στάδιο ανάπτυξης, εξαιτίας της ιδιομορφίας των συνθηκών της, εξαιτίας του αγροτικού κοινοτικού συστήματος που είναι ακόμα υπαρκτό και να βρει κατευθείαν, με αφετηρία τον πρωτόγονο κομμουνισμό, το δρόμο για τον αναπτυγμένο κομμουνισμό;

Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα δεν ήταν τότε σε καμιά περίπτωση τόσο αυτονόητη όσο μας φαίνεται σήμερα. Ο ίδιος ο Φρίντριχ ‘Ένγκελς το 1882 έδωσε την ακόλουθη απάντηση: αν μια επανάσταση στη Ρωσία προκαλέσει ταυτόχρονα μια προλεταριακή επανάσταση στην Ευρώπη, «τότε η σημερινή ρώσικη κοινοτική ιδιοκτησία μπορεί να χρησιμεύσει σαν σημείο εκκίνησης για μια κομμουνιστική ανάπτυξη».

Δεν είναι εδώ ο χώρος ούτε καν για σκιαγράφηση του ιστορικού των θεωρητικών φιλονικιών γύρω απ' αυτό το ζήτημα. Επιλέξαμε μόνο σαν αφετηρία μας αυτό το πρόβλημα, γιατί μ' αυτό είχε τεθεί για τη Ρωσία το ζήτημα της ηγετικής τάξης στην επερχόμενη επανάσταση. Γιατί είναι φανερό ότι η αναγνώριση του κομμουνισμού του χωριού σαν αφετηρίας και σαν οικονομικής βάσης της επανάστασης καθιστά κατ' ανάγκη τους αγρότες ηγετική τάξη της κοινωνικής ανατροπής. Και σύμφωνα μ' αυτή την κοινωνικοοικονομική βάση της επανάστασης, διαφορετική από αυτή της Ευρώπης, η επανάσταση θα έπρεπε επίσης να αναζητήσει μια διαφορετική θεωρητική θεμελίωση από εκείνη του ιστορικού υλισμού, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εννοιολογική έκφραση του αναγκαίου περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, που πραγματοποιεί η κοινωνία κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης. Η διαμάχη που αφορά το γεγονός αν η Ρωσία είναι σε θέση να αναπτυχθεί με καπιταλιστικό τρόπο, αν ο καπιταλισμός μπορεί να αναπτυχθεί στη Ρωσία, από την άλλη, η επιστημονικομεθοδολογική διαμάχη σχετικά με το αν ο ιστορικός υλισμός είναι μια θεωρία της κοινωνικής εξέλιξης με γενική ισχύ, και, τέλος, η συζήτηση γύρω από το ποια κοινωνική τάξη καλείται να γίνει η πραγματική κινητήρια δύναμη της ρώσικης επανάστασης, όλα αυτά περιστρέφονται γύρω από το ίδιο πρόβλημα. Όλα αποτελούν μορφές ιδεολογικής έκφρασης της ανάπτυξης του ρώσικου προλεταριάτου: συνθετικά στοιχεία της ανάπτυξης της ιδεολογικής (και κατά συνέπεια τακτικής, οργανωτικής κτλ.) αυτοτέλειάς του απέναντι στις άλλες τάξεις της κοινωνίας.

Είναι μια μακρόχρονη και επίπονη διαδικασία που πρέπει να ξεπεράσει κάθε εργατικό κίνημα. Ιδιαίτερα ρώσικο δεν είναι εδώ παρά μόνο τα επιμέρους προβλήματα, με βάση τα οποία εκφράζονται η ιδιομορφία της ταξικής κατάστασης και η αυτοτέλεια των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου (στη Γερμανία η εργατική τάξη βρισκόταν σ' αυτό το στάδιο στην περίοδο των Λασάλ, Μπέμπελ και Σβάιτσερ, και η γερμανική ενότητα υπήρξε ένα θέμα αποφασιστικής σημασίας). Αλλά ακριβώς, αυτά τα ιδιαίτερα τοπικά προβλήματα πρέπει να βρίσκουν σαν τέτοια μια πραγματική λύση, όταν πρέπει να κατακτηθεί για το προλεταριάτο η αυτοτέλεια της ταξικής δράσης. Η καλύτερη θεωρητική κατάρτιση δεν χρησιμεύει εδώ σε τίποτα απολύτως, αν περιορίζεται στο γενικό. Για να καταστεί αποτελεσματική στην πράξη, πρέπει ακριβώς να εκφραστεί στην επίλυση αυτών των ιδιαίτερων προβλημάτων, (Έτσι, για παράδειγμα, ο ένθερμος διεθνιστής Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, ο άμεσος μαθητής του Μαρξ, δεν κατόρθωσε ούτε πιο συχνά ούτε με μεγαλύτερη βεβαιότητα, σε τέτοια επιμέρους ζητήματα, να πάρει τη σωστή απόφαση, απ' ό,τι οι οπαδοί του Λασάλ, που, από καθαρά θεωρητική άποψη, ήταν πολύ πιο συγκεχυμένοι). Υπάρχει όμως επίσης σχετικά μ' αυτό το θέμα το χαρακτηριστικά ρώσικο γεγονός ότι αυτή η θεωρητική διαμάχη σε σχέση με την αυτοτέλεια του προλεταριάτου, σε σχέση με την κατανόηση του ηγετικού του ρόλου στην επερχόμενη επανάσταση δεν βρήκε πουθενά αλλού μια τόσο καθαρή και σαφή λύση όσο ακριβώς στη Ρωσία. Έτσι το ρώσικο προλεταριάτο κατάφερε ν' αποφύγει σε μεγάλο βαθμό τις ταλαντεύσεις και τις μεταπτώσεις, που μπορούμε να παρατηρήσουμε σ' όλες ανεξαίρετα τις αναπτυγμένες χώρες, όχι τόσο σε σχέση με την επιτυχία της ταξικής πάλης όπου είναι αναπόφευκτες, αλλά στη θεωρητική διαύγεια και την τακτική - οργανωτική σιγουριά του εργατικού κινήματος. Κατόρθωσε -το πιο συνειδητοποιημένο τουλάχιστον τμήμα του- να αναπτυχθεί θεωρητικά και οργανωτικά τόσο ευθύγραμμα και καθαρά, όπως και η αντικειμενική ταξική του θέση αναπτύχθηκε από τις οικονομικές δυνάμεις του ρωσικού καπιταλισμού.

Ο Λένιν δεν ήταν ο πρώτος που ανέλαβε αυτόν τον αγώνα. Είναι ωστόσο ο μόνος που μελέτησε ριζικά και διεξοδικά όλα τα ζητήματα, ο μόνος που εφάρμοσε ριζικά στην πράξη τη θεωρητική του κατανόηση.

Ο Λένιν δεν ήταν παρά ένας από τους θεωρητικούς εκπροσώπους στον αγώνα κατά του «αυτόχθονα» ρώσικου σοσιαλισμού, κατά των ναρόντνικων. Αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό, γιατί ο θεωρητικός του αγώνας είχε σαν σκοπό να αποδείξει τον αυτοτελή και ηγετικό ρόλο του προλεταριάτου στην επερχόμενη μοίρα της Ρωσίας. Καθώς όμως η πορεία και τα μέσα αυτής της συζήτησης δεν μπορούσαν παρά ν' αποτελέσουν την απόδειξη ότι η τυπική πορεία της ανάπτυξης του καπιταλισμού που χάραξε ο Μαρξ (η πρωταρχική συσσώρευση) ίσχυε επίσης και για τη Ρωσία, ότι μπορούσε κι έπρεπε να προκύψει στη Ρωσία ένας βιώσιμος καπιταλισμός, αυτές οι διαμάχες έμελλαν να οδηγήσουν προσωρινά τους εκπροσώπους του ταξικού προλεταριακού αγώνα και τους ιδεολόγους του πρωτοεμφανιζόμενου ρώσικου καπιταλισμού σ' ένα κοινό πεδίο. Η θεωρητική απόσπαση του προλεταριάτου από το χυλό που αποτελεί ο «λαός» δεν οδήγησε καθόλου αυτόματα στην κατανόηση και αναγνώριση της αυτοτέλειάς του, του ηγετικού του ρόλου. Αντίθετα. Η απλή, μηχανική και όχι διαλεκτική συνέπεια της απόδειξης ότι οι τάσεις ανάπτυξης της οικονομικής ζωής στη Ρωσία προχωρούν στην κατεύθυνση του καπιταλισμού, φαίνεται να είναι η πλήρης αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας, η προώθηση του ερχομού της. Και βέβαια αυτό ισχύει όχι μόνο για την προοδευτική αστική τάξη, της οποίας η ιδεολογία –εφήμερα- «μαρξιστική» μπορεί να γίνει κατανοητή, αν θεωρήσει κανείς ότι ο μαρξισμός είναι η μόνη οικονομική θεωρία που δείχνει την αναγκαστική γένεση του καπιταλισμού από την αποσύνθεση του προκαπιταλιστικού κόσμου. Αυτή η συμπόρευση φαίνεται ακόμη περισσότερο αναγκαία σε όλους τους «προλεταριακούς» μαρξιστές που αντιλαμβάνονται το μαρξισμό με τρόπο μηχανικό και όχι διαλεκτικό. Σε όσους δεν καταλαβαίνουν -εκείνο που ο Μαρξ έμαθε από τον Χέγκελ και επεξεργάσθηκε στη θεωρία του αφού το απάλλαξε από κάθε μυθολογία και κάθε ιδεαλισμό- ότι η αναγνώριση ενός γεγονότος ή μιας τάσης σαν κάτι το πραγματικά υπαρκτό δεν σημαίνει αναγκαστικά πως πρέπει να θεωρηθεί και σαν καθοριστική πραγματικότητα της δράσης μας. Πως το ιερό καθήκον κάθε γνήσιου μαρξιστή είναι βέβαια ν' αντικρίζει στα ίσια τα γεγονότα χωρίς φόβους και ψευδαισθήσεις˙ ωστόσο υπάρχει πάντοτε για τον γνήσιο μαρξιστή κάτι που είναι πιο αληθινό, άρα και πιο σημαντικό, από τα μεμονωμένα γεγονότα ή τις τάσεις: η πραγματικότητα του συνολικού προτσές, το σύνολο της κοινωνικής εξέλιξης. Να γιατί ο Λένιν γράφει: «Έργο της αστικής τάξης είναι να αναπτύσσει τα τραστ, να σπρώχνει τα γυναικόπαιδα στις φάμπρικες, να τα βασανίζει εκεί, να τα διαφθείρει και να τα καταδικάζει στην έσχατη φτώχεια. Εμείς δεν “διεκδικούμε” μια τέτοια ανάπτυξη, δεν την “υποστηρίζουμε”, παλεύουμε ενάντιά της. Μα πώς παλεύουμε; Ξέρουμε ότι τα τραστ και η δουλειά των γυναικών στα εργοστάσια αποτελούν πρόοδο. Δεν θέλουμε να πάμε πίσω, στη χειροτεχνία, στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, στη σπιτική δουλειά των γυναικών. Εμπρός μέσω των τραστ κτλ. και πέρα απ' αυτά προς το σοσιαλισμό!»

Με αυτά δόθηκε το πρίσμα κάτω από το οποίο ο Λένιν λύνει όλο αυτό το σύνολο ζητημάτων. Και συνεπάγεται ότι η αναγνώριση της αναγκαιότητας μιας καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Ρωσία, η αναγνώριση της ιστορικής προόδου που έγκειται σ' αυτήν, δεν σημαίνουν σε καμιά περίπτωση ότι το προλεταριάτο θα έπρεπε να υποστηρίξει αμέσως αυτή την ανάπτυξη. Θα πρέπει πάντως να τη χαιρετήσει γιατί μόνο αυτή η ανάπτυξη δημιουργεί το έδαφος για τη γένεση του προλεταριάτου σαν αποφασιστικού παράγοντα δύναμης. Πρέπει όμως να τη χαιρετήσει, και σαν όρο, σαν προϋπόθεση για τον δικό του αδυσώπητο αγώνα ενάντια στον πραγματικό φορέα αυτής της ανάπτυξης: ενάντια στην αστική τάξη.

Μόνο αυτή η διαλεκτική αντίληψη για την αναγκαιότητα των ιστορικών τάσεων ανάπτυξης δημιουργεί τον θεωρητικό χώρο για την αυτοτελή εμφάνιση του προλεταριάτου στον ταξικό αγώνα. Γιατί όταν υποστηρίζεται απλά η αναγκαιότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ρωσίας, όπως έκαναν οι ιδεολογικοί πρωταγωνιστές της ρώσικης αστικής τάξης και αυτοί που αργότερα ονομάστηκαν μενσεβίκοι, τότε βγαίνει το συμπέρασμα ότι η Ρωσία πρέπει πριν απ' όλα να ολοκληρώσει την καπιταλιστική της ανάπτυξη. Φορέας αυτής της ανάπτυξης είναι η αστική τάξη. Μόνο όταν η ανάπτυξη αυτή θα έχει προχωρήσει πολύ, μόνο όταν η αστική τάξη θα έχει σαρώσει τα οικονομικά και πολιτικά υπολείμματα της φεουδαρχίας και θα έχει εγκαθιδρύσει μια σύγχρονη, καπιταλιστική, δημοκρατική κτλ. χώρα, θα μπορέσει ν' αρχίσει ο αυτοτελής ταξικός αγώνας του προλεταριάτου. Η πρόωρη προβολή αυτοτελών ταξικών στόχων του προλεταριάτου θα ήταν άσκοπη όχι μόνο γιατί το προλεταριάτο σαν ιδιαίτερος παράγοντας δύναμης έχει ελάχιστη σημασία σ' αυτή την πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και τον τσαρισμό, αλλά και γιατί είναι ολέθρια για το προλεταριάτο. Γιατί φοβίζει την αστική τάξη, εξασθενίζει τη δύναμη κρούσης της έναντι του τσαρισμού και τη ρίχνει κατευθείαν στην αγκαλιά του. Το προλεταριάτο λοιπόν δεν λαμβάνεται –προς το παρόν- υπόψη παρά μόνο σαν επικουρική δύναμη της προοδευτικής αστικής τάξης στον αγώνα για μια σύγχρονη Ρωσία.

Είναι σαφές, έστω και αν αυτό δεν είχε ξεκαθαριστεί διεξοδικά στις τότε συζητήσεις, ότι το ζήτημα της επικαιρότητας της επανάστασης βρισκόταν στη βάση όλης αυτής της διαμάχης. Ότι διαχωρίζονταν πάνω σ’ αυτό το ζήτημα οι δρόμοι εκείνων που έπαιρναν μέρος σ' αυτή τη διαμάχη, που δεν ήταν πια λιγότερο ή περισσότερο συνειδητοί ιδεολόγοι της αστικής τάξης, για το αν η επανάσταση έπρεπε να θεωρηθεί σαν ένα επίκαιρο πρόβλημα, σαν ένα θέμα στην ημερήσια διάταξη του εργατικού κινήματος, ή αν, σαν μακρινός «τελικός σκοπός», φαινόταν ακατάλληλη ν' ασκήσει μια καθοριστική επίδραση πάνω στις αποφάσεις της στιγμής. Είναι ωστόσο κάτι παραπάνω από αμφίβολο αν η μενσεβίκικη άποψη, έστω κι αν ήταν δυνατό να θεωρηθεί σωστή η ιστορική της προοπτική, θα ήταν αποδεκτή για το προλεταριάτο. Αν μια τόσο πιστή ακολουθία της αστικής τάξης δεν θα συσκότιζε την ταξική συνείδηση του προλεταριάτου, σε βαθμό ώστε μια απόσπαση από την αστική τάξη, μια αυτοτελής δράση του προλεταριάτου ακόμη και σε μια ιστορική στιγμή που θα θεωρούσε κατάλληλη και η μενσεβίκικη θεωρία, θα γινόταν ιδεολογικά αδύνατη ή τουλάχιστον θα δυσκολευόταν πολύ. (Ας αναλογιστεί κανείς το αγγλικό εργατικό κίνημα). Φυσικά αυτή η υπόθεση είναι περιττή στην πράξη. Γιατί η διαλεκτική της ιστορίας, που οι οπορτουνιστές προσπαθούν να αποβάλουν από το μαρξισμό, πρέπει ωστόσο να επιδρά πάνω στους ίδιους παρά τη θέλησή τους. Τους σπρώχνει στο στρατόπεδο της αστικής τάξης, και η στιγμή της αυτοτελούς εμφάνισης του προλεταριάτου απωθείται απ' αυτούς στο μακρινό νεφέλωμα ενός μέλλοντος που δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πραγματικότητα.

Η ιστορία δικαίωσε τον Λένιν και τους ολιγάριθμους κήρυκες της επικαιρότητας της επανάστασης. Η συμμαχία με την προοδευτική αστική τάξη, που, ήδη από την εποχή των αγώνων για τη γερμανική ενότητα, είχε αποδειχθεί σαν αυταπάτη, δεν θα ήταν καρποφόρα παρά μόνο εφόσον μπορούσε να είναι δυνατό για το προλεταριάτο, σαν τάξη, ν' ακολουθήσει την αστική τάξη μέχρι και σε μια συμμαχία με τον τσαρισμό. Γιατί από την επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης απορρέει ότι η αστική τάξη έπαψε να είναι επαναστατική τάξη. Το οικονομικό προτσές, του οποίου παρέμεινε ο φορέας και ο επικαρπωτής, αποτελεί ασφαλώς μια πρόοδο σε σχέση με τον απολυταρχισμό και τη φεουδαρχία. Όμως, αυτός ο προοδευτικός χαρακτήρας της αστικής τάξης έγινε με τη σειρά του διαλεκτικός. Αυτό σημαίνει ότι εξασθένησε ο αναγκαίος δεσμός των οικονομικών όρων ύπαρξης της αστικής τάξης με τις απαιτήσεις της πολιτικής δημοκρατίας, του συνταγματικού κράτους κτλ., που πραγματοποιήθηκαν, αν και μερικά, από τη μεγάλη γαλλική επανάσταση πάνω στα συντρίμμια του φεουδαρχικού απολυταρχισμού. Το ολοένα και πιο έντονο πλησίασμα της προλεταριακής επανάστασης καθιστά, από τη μια πλευρά, εφικτή μια συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τον φεουδαρχικό απολυταρχισμό που, στη βάση της εξασφάλισης των οικονομικών όρων ύπαρξης και ανάπτυξης της αστικής τάξης, αφήνει την πολιτική κυριαρχία στις παλιές δυνάμεις. Από την άλλη πλευρά, η αστική τάξη που κατ’ αυτόν τον τρόπο ξεπέφτει ιδεολογικά, αφήνει στην προλεταριακή επανάσταση την πραγματοποίηση των παλιών της επαναστατικών αιτημάτων. Όσο και αν αυτή η συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τις παλιές δυνάμεις είναι πολύ προβληματική, εφόσον πρόκειται για ένα συμβιβασμό που πηγάζει από τον κοινό φόβο μιας πιο μεγάλης συμφοράς, και όχι για μια ταξική συμμαχία βασισμένη σε μια θετική κοινότητα συμφερόντων, αποτελεί ωστόσο ένα καινούργιο και σημαντικό γεγονός. Γεγονός, απέναντι στο οποίο η μηχανική και σχηματική «απόδειξη» του «αναγκαίου δεσμού» ανάμεσα στην καπιταλιστική ανάπτυξη και τη δημοκρατία, αποκαλύπτεται απόλυτα σαν αυταπάτη. Ο Λένιν λέει: «Γενικά η πολιτική δημοκρατία είναι απλώς μια από τις πιθανές μορφές του εποικοδομήματος πάνω από τον καπιταλισμό (αν και από θεωρητική άποψη η δημοκρατία είναι η κανονική για τον “καθαρό” καπιταλισμό μορφή). Και ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός, όπως δείχνουν τα γεγονότα, αναπτύσσονται κάτω από οποιεσδήποτε πολιτικές μορφές, υποτάσσοντάς τες όλες». Στη Ρωσία ιδιαίτερα αυτή η γρήγορη μεταστροφή της αστικής τάξης, που πέρασε από μια –φαινομενικά- ριζική αντιπολίτευση σε μια υποστήριξη του τσαρισμού, βασίζεται κύρια στο γεγονός ότι ο μεταφυτευμένος στη Ρωσία καπιταλισμός, που δεν αναπτύχθηκε «οργανικά», έδειχνε ήδη από την αρχή έναν έντονο μονοπωλιακό χαρακτήρα (υπερίσχυση των μεγάλων επιχειρήσεων, ρόλος του χρηματιστικού κεφαλαίου κτλ.). Απ΄ αυτό συνεπάγεται ότι η αστική τάξη εμφανίστηκε εκεί σαν ένα αριθμητικά μικρότερο και κοινωνικά ασθενέστερο κοινωνικό στρώμα απ' ό,τι σε άλλες χώρες όπου πραγματοποιήθηκε μια πιο «οργανική» καπιταλιστική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα όμως δημιουργούνται μέσα στις μεγάλες επιχειρήσεις οι απαραίτητες υλικές βάσεις για την ανάπτυξη ενός επαναστατικού προλεταριάτου κι αυτό πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι θα ήταν δυνατό να υποτεθεί από τη –σχηματικά αριθμητική- ερμηνεία του ρυθμού ανάπτυξης του ρώσικου καπιταλισμού.

Αν όμως η συμμαχία με την προοδευτική αστική τάξη αποδεικνύεται σαν αυταπάτη, αν το προλεταριάτο που αποκτούσε ενεργά την αυτοτέλειά του είχε ξεκόψει οριστικά από τη χαώδη έννοια «λαός», μήπως δεν θα βρεθεί τότε οριστικά, εξαιτίας ακριβώς αυτής της δύσκολα κατακτημένης αυτοτέλειάς του, σε μια απομόνωση χωρίς ελπίδα, δεν θα οδηγηθεί σ΄ έναν από τα πριν καταδικασμένο σε βέβαιη αποτυχία αγώνα; Αυτή η ευνόητη αντίρρηση, που συχνά έχει διατυπωθεί ενάντια στην ιστορική προοπτική που είχε ο Λένιν, θα ίσχυε, αν η απόρριψη της αγροτικής θεωρίας των ναρόντνικων, η κατανόηση της αναγκαίας διάλυσης των κοινοτικών αγροτικών καταλοίπων δεν ήταν εξίσου μια διαλεκτική κατανόηση. Η διαλεκτική αυτής της διαδικασίας διάλυσης -γιατί η διαλεκτική γνώση δεν είναι πάντοτε παρά η εννοιολογική διατύπωση μιας de facto πραγματικής-διαλεκτικής κατάστασης- συνίσταται στο ότι η αναγκαιότητα της διάλυσης αυτών των μορφών δεν έχει σαφώς καθορισμένη κατεύθυνση παρά μόνο αρνητικά, σαν διαδικασία διάλυσης. Ωστόσο δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να καθοριστεί από την ίδια τη διαδικασία η τροπή που θα πάρει αυτή σε θετική κατεύθυνση. Αυτό εξαρτάται από την εξέλιξη του κοινωνικού περίγυρου, από το μέλλον του ιστορικού όλου. Πιο συγκεκριμένα: η από οικονομική άποψη αναπόφευκτη διαδικασία διάλυσης των παλιών αγροτικών μορφών –και μάλιστα τόσο της τσιφλικάδικης όσο και της μικροαγροτικής- μπορεί να ακολουθήσει δύο δρόμους. Όπως έλεγε ο Λένιν, «οι δύο μορφές λύσης διευκολύνουν, η καθεμία με τον τρόπο της, το πέρασμα σ ' έναν ανώτερο βαθμό τεχνικής και οι δύο βρίσκονται στην τροχιά της προόδου της γεωργίας.» Ο ένας δρόμος είναι το σάρωμα από τη ζωή των αγροτών όλων των μεσαιωνικών (και παλαιότερων) κατάλοιπων. Ο άλλος -ο Λένιν τον ονομάζει πρωσικό δρόμο- «χαρακτηρίζεται απ' το ότι οι μεσαιωνικές σχέσεις γαιοκτησίας δεν εξαλείφονται αμέσως, μα προσαρμόζονται αργά στον καπιταλισμό». Και οι δύο δρόμοι είναι πιθανοί, και οι δύο αποτελούν πρόοδο -από οικονομική άποψη- σε σύγκριση με την υπάρχουσα κατάσταση. Εφόσον όμως και οι δύο αυτές τάσεις είναι εξίσου πιθανές και, κατά κάποιο τρόπο, εξίσου προοδευτικές, τι θα καθορίσει την πραγμάτωση της μιας από τις δύο; Η απάντηση του Λένιν σ ' αυτό το ερώτημα, όπως και σ’ όλα τ' άλλα, είναι σαφής και ξεκάθαρη: η ταξική πάλη.

Έτσι διαγράφεται σαφέστερα και πιο συγκεκριμένα το περίγραμμα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο το προλεταριάτο προορίζεται να κάνει την εμφάνισή του με αυτοτέλεια σαν πρωτοπόρα τάξη. Γιατί η καθοριστική δύναμη σ' αυτόν τον ταξικό αγώνα, που για τη Ρωσία σημαίνει την πορεία της μετάβασης από το Μεσαίωνα στη σύγχρονη εποχή, δεν μπορεί παρά να είναι το προλεταριάτο. Οι αγρότες, όχι μόνο εξαιτίας του φοβερά καθυστερημένου πολιτιστικού επιπέδου τους, αλλά κυρίως της αντικειμενικής ταξικής τους θέσης, δεν είναι ικανοί παρά για μια στοιχειώδη εξέγερση κατά της ολοένα και πιο ανυπόφορης κατάστασής τους. Εξαιτίας της αντικειμενικής ταξικής τους θέσης προορίζονται να παραμείνουν ένα κοινωνικό στρώμα που ταλαντεύεται, σαν μια τάξη της οποίας η μοίρα καθορίζεται σε τελική ανάλυση από τον ταξικό αγώνα στις πόλεις, τη μοίρα της πόλης, της μεγάλης βιομηχανίας, του κρατικού μηχανισμού κτλ.

Μονάχα μέσα απ' αυτή τη σχέση η απόφαση βρίσκεται στα χέρια του προλεταριάτου. Ο αγώνας του κατά της αστικής τάξης θα είχε ίσως, στη δοσμένη ιστορική στιγμή, λιγότερες προοπτικές, αν η αστική τάξη κατάφερνε ν' απαλλάξει με τη δική της έννοια τον ρώσικο αγροτικό κόσμο από τη φεουδαρχία. Το γεγονός ότι ο τσαρισμός κατέστησε το έργο της δύσκολο είναι ένας από τους κύριους λόγους της περιστασιακά επαναστατικής ή τουλάχιστον αντιπολιτευτικής στάσης της. Όσο όμως το πρόβλημα αυτό δεν έχει λυθεί είναι πιθανό σε κάθε στιγμή, ένα στοιχειώδες ξέσπασμα εκατομμυρίων υποδουλωμένων και απομυζωμένων αγροτών. Ένα στοιχειώδες ξέσπασμα, στο οποίο μόνο το προλεταριάτο μπορεί να δώσει έναν προσανατολισμό, που οδηγεί τότε αυτό το μαζικό κίνημα σ' ένα σκοπό πραγματικά επωφελή για τις αγροτικές μάζες. Ένα στοιχειώδες ξέσπασμα που δημιουργεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το προλεταριάτο μπορεί να αναλάβει τον αγώνα κατά του τσαρισμού και της αστικής τάξης, έχοντας όλες τις πιθανότητες της νίκης.

Επομένως, η οικονομική και κοινωνική διάρθρωση της Ρωσίας δημιούργησε τις αντικειμενικές βάσεις για τη συμμαχία ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτιά. Οι ταξικοί τους στόχοι είναι διαφορετικοί Γι' αυτό έπρεπε να σπάσει η χαώδης συνένωσή τους στη συγκεχυμένη και λαϊκίστικη έννοια του «λαού». Δεν μπορούν όμως να πραγματοποιήσουν τους διαφορετικούς αυτούς ταξικούς στόχους παρά μέσα από τον κοινό αγώνα. Οπότε επανέρχεται στη λενινιστική αντίληψη του χαρακτήρα της ρώσικης επανάστασης διαλεκτικά μετασχηματισμένη η παλιά ιδέα των ναρόντνικων. Η συγκεχυμένη και αφηρημένη έννοια του «λαού» χρειάστηκε να παραμεριστεί, μονάχα όμως για ν' αφήσει, με βάση τη συγκεκριμένη κατανόηση των συνθηκών μιας προλεταριακής επανάστασης, να δημιουργηθεί η επαναστατικά διαφοροποιημένη έννοια του λαού, δηλαδή η επαναστατική συμμαχία όλων των καταπιεσμένων. Γι' αυτόν το λόγο το κόμμα του Λένιν θεωρείται δίκαια ο κληρονόμος των γνήσια επαναστατικών παραδόσεων των ναρόντνικων. Επειδή όμως η συνείδηση και μαζί μ' αυτήν η ικανότητα να καθοδηγείς αυτόν τον αγώνα -ταξικά αντικειμενικά- βρίσκονται μόνο στην ταξική συνείδηση του προλεταριάτου, αυτό μπορεί και οφείλει στην επερχόμενη επανάσταση να γίνει η ηγετική τάξη της κοινωνικής ανατροπής.


3. Το ηγετικό κόμμα του προλεταριάτου

Η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου είναι λοιπόν να αποσπαστεί από κάθε ιδεολογική συμφωνία με τις άλλες τάξεις και να βρει την καθαρή ταξική συνείδησή του, με βάση την ιδιαιτερότητα της ταξικής του κατάστασης και την αυτοτέλεια των ταξικών του συμφερόντων που απορρέουν απ' αυτή. Μονάχα με αυτόν τον τρόπο θα είναι ικανό να οδηγήσει όλους όσους υποφέρουν από την καταπίεση και εκμετάλλευση στην αστική κοινωνία στον κοινό αγώνα κατά των οικονομικών και πολιτικών εξουσιαστών τους. Η αντικειμενική βάση αυτού του ηγετικού ρόλου του προλεταριάτου είναι η θέση του στην παραγωγική διαδικασία του καπιταλισμού. Ωστόσο θα ήταν μηχανιστική εφαρμογή του μαρξισμού και, κατά συνέπεια, εντελώς ανιστόρητη αυταπάτη, αν φανταζόμασταν ότι πια η σωστή και ικανή για καθοδήγηση ταξική συνείδηση μπορεί να γεννηθεί μέσα στο προλεταριάτο προοδευτικά, χωρίς συγκρούσεις και πισωγυρίσματα, σαν να μπορούσε ιδεολογικά το προλεταριάτο να μεταλλάξει τον ταξικά επαναστατικό του προορισμό. Οι διαμάχες γύρω απ' τις θέσεις του Μπέρνσταϊν απέδειξαν καθαρά το αδύνατο της οικονομικής μεταλλαγής του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό. Ο ιδεολογικός αντίποδας αυτής της θεωρίας επιβίωσε ωστόσο αναμφίβολα στη σκέψη πολλών ειλικρινών επαναστατών στην Ευρώπη, χωρίς καν να θεωρηθεί σαν πρόβλημα και κίνδυνος. 'Όχι πως οι καλύτεροι απ’ αυτούς παραγνώρισαν τελείως την ύπαρξη και τη σημασία αυτού του προβλήματος, πως δεν είδαν ότι η οριστική νίκη του προλεταριάτου πρέπει να περάσει μέσα από έναν μακρύ δρόμο και από πολλές ήττες και πως είναι αναπόφευκτα όχι μόνο υλικά αλλά και ιδεολογικά πισωγυρίσματα σ' ένα κατώτερο από το ήδη κατακτημένο επίπεδο. Γνώριζαν -για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση της Ρόζας Λούξεμπουργκ- ότι η προλεταριακή επανάσταση δεν μπορούσε πλέον να έρθει «πρόωρα» από την άποψη των κοινωνικών προϋποθέσεων, αλλά αντίθετα ότι θα ερχόταν αναγκαστικά «πρόωρα», όσον αφορά τη διατήρηση της εξουσίας (δηλαδή ιδεολογικά). Όταν όμως, στα πλαίσια αυτής της ιστορικής προοπτικής σχετικά με το δρόμο του προλεταριάτου για την απελευθέρωσή του υποστηρίζεται η άποψη ότι μια αυθόρμητη επαναστατική αυτοδιαπαιδαγώγηση των προλεταριακών μαζών (από μαζικές εκδηλώσεις και τα διδάγματά τους), υποστηριγμένη από μια θεωρητικά ορθή ζύμωση, προπαγάνδα κτλ. του Κόμματος, αρκεί για να εξασφαλίσει την αναγκαία εξέλιξη, αυτό κατά κάποιον τρόπο δείχνει ότι έχουμε παραμείνει στην ιδεολογική μεταλλαγή του προλεταριάτου στον επαναστατικό του προορισμό.

Ο Λένιν ήταν ο πρώτος -και για πολύ καιρό ο μόνος- σημαντικός ηγέτης και θεωρητικός που καταπιάστηκε με αυτό το πρόβλημα από θεωρητικά κεντρική και επομένως πρακτικά αποφασιστική πλευρά: δηλαδή από την πλευρά της οργάνωσης. Η διαμάχη σχετικά με την πρώτη παράγραφο του καταστατικού της οργάνωσης στο Συνέδριο Βρυξελλών - Λονδίνου στα 1903 είναι τώρα πια γενικά γνωστή. Περιστρεφόταν γύρω από το ζήτημα αν μπορεί να είναι μέλος του Κόμματος αυτός που το υποστηρίζει και δουλεύει κάτω από τον έλεγχό του (όπως ήθελαν οι μενσεβίκοι) ή αν ήταν αναγκαία γι' αυτό η συμμετοχή στις παράνομες οργανώσεις, η απορρόφηση ολόκληρου του ατόμου από την κομματική δουλειά, η πλήρης υποταγή στην κομματική πειθαρχία, ιδωμένη με πολύ αυστηρό τρόπο. Τα άλλα οργανωτικά προβλήματα, για παράδειγμα ο συγκεντρωτισμός, δεν είναι παρά οι αναγκαίες αντικειμενικές συνέπειες αυτής της τοποθέτησης.

Και αυτή η διαμάχη δεν γίνεται κατανοητή παρά μόνο μέσα από τη διαφωνία των δύο βασικών απόψεων σχετικά με τη δυνατότητα, την πιθανή διεξαγωγή και το χαρακτήρα της επανάστασης. Παρ’ όλο που μόνο ο Λένιν είχε διαβλέψει εκείνη την εποχή όλες αυτές τις αλληλουχίες.

Το μπολσεβίκικο οργανωτικό σχέδιο προάγει, μέσα από τη λίγο-πολύ χαώδη μάζα του συνόλου της τάξης, μια ομάδα επαναστατών που έχουν συνείδηση του σκοπού και είναι έτοιμοι για όλες τις θυσίες. Αλλά δεν υπάρχει έτσι ο κίνδυνος να ξεκόψουν αυτοί οι «επαγγελματίες επαναστάτες» από την πραγματική ζωή της τάξης και εξαιτίας αυτού του διαχωρισμού να καταντήσουν μια ομάδα συνωμοτών, μια κλίκα; Το οργανωτικό αυτό σχέδιο δεν είναι απλά η πρακτική συνέπεια εκείνου του «μπλανκισμού» που οι «διορατικοί» ρεβιζιονιστές υποστήριζαν ότι είχαν ανακαλύψει ακόμα και στον Μαρξ; Δεν είναι δυνατό να μελετήσουμε εδώ σε ποιο βαθμό η επίκριση αυτή είναι ανακριβής ακόμη και σε ό,τι αφορά τον Μπλανκί. Πάντως, δεν θίγει την ουσία της θεωρίας της οργάνωσης του Λένιν, γιατί, σύμφωνα με τον Λένιν, η ομάδα των επαγγελματιών επαναστατών δεν είχε σε καμιά περίπτωση για αποστολή να «κάνει» την επανάσταση, ή να παρασύρει μαζί της την ανενεργό μάζα με την αυτοτελή και θαρραλέα δράση της, να τη βάλει μπροστά σ' ένα επαναστατικό τετελεσμένο γεγονός. Η ιδέα της οργάνωσης του Λένιν προϋποθέτει την πραγματικότητα της επανάστασης, την επικαιρότητα της επανάστασης. Αν οι μενσεβίκοι είχαν δίκιο στην ιστορική τους πρόβλεψη, αν είχαμε προχωρήσει σε μια –σχετικά- ήρεμη περίοδο ευμάρειας και προοδευτικής εξάπλωσης της δημοκρατίας, στη διάρκεια της οποίας τα υπολείμματα της φεουδαρχίας θα είχαν το πολύ-πολύ σαρωθεί στις καθυστερημένες χώρες από το «λαό» και από τις «προοδευτικές» τάξεις, τότε οι ομάδες των επαγγελματιών επαναστατών θα είχαν παραμείνει προσκολλημένες στο σεκταρισμό ή θα είχαν καταντήσει απλοί κύκλοι προπαγάνδας. Το Κόμμα σαν ισχυρά συγκεντρωτική οργάνωση των πιο συνειδητών στοιχείων του προλεταριάτου -και μονάχα αυτών- νοείται σαν όργανο της ταξικής πάλης σε μια επαναστατική περίοδο. «Δεν μπορούμε», έλεγε ο Λένιν, «να διαχωρίσουμε μηχανιστικά τα πολιτικά ζητήματα από τα οργανωτικά ζητήματα», και αυτός που επιδοκιμάζει ή απορρίπτει την μπολσεβίκικη κομματική οργάνωση ανεξάρτητα από το ερώτημα αν ζούμε στην εποχή των προλεταριακών επαναστάσεων, δεν έχει καταλάβει απολύτως τίποτα από την ουσία αυτής της οργάνωσης.

Όμως, από μια εντελώς αντίθετη οπτική γωνία, θα μπορούσε να προκύψει η ακόλουθη αντίρρηση: η επικαιρότητα της επανάστασης καθιστά ακριβώς περιττή μια τέτοια οργάνωση. Στην περίοδο στασιμότητας του επαναστατικού κινήματος μπορεί να ήταν χρήσιμη η οργανωτική συγκέντρωση των επαγγελματιών επαναστατών. Ωστόσο, την εποχή της ίδιας της επανάστασης, τότε που οι μάζες βρίσκονται σε βαθιά αναστάτωση, τότε που συγκεντρώνουν περισσότερες επαναστατικές εμπειρίες και ωριμάζουν πιο γρήγορα σε μερικές βδομάδες, καμιά φορά και σε μερικές μέρες απ' ό,τι σε δεκαετίες, τότε που παρουσιάζονται σαν επαναστατικά μέχρι και τα στοιχεία εκείνα της τάξης που διαφορετικά δεν συμμετέχουν στο κίνημα ούτε καν όταν πρόκειται για τα πιο άμεσα καθημερινά συμφέροντά τους, τότε μια τέτοιου είδους οργάνωση είναι ανώφελη και παράλογη. Σπαταλάει χρήσιμες δυνάμεις. Στέκεται εμπόδιο, όταν αποκτάει επιρροή, στην αυθόρμητη επαναστατική παραγωγικότητα των μαζών.

Είναι εμφανές ότι η αντίρρηση αυτή μας παραπέμπει πάλι στο πρόβλημα της ιδεολογικής μεταλλαγής. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο χαρακτηρίζει πολύ καθαρά τη σχέση του επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου με το σύνολο της τάξης. «Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα εργατικά κόμματα μονάχα κατά τούτο: ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων, τονίζουν και επιβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ' όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του. Στην πράξη λοιπόν οι κομμουνιστές είναι το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα μπρος. Θεωρητικά, πλεονεκτούν από την υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου με τη σωστή αντίληψη για τις συνθήκες, για την πορεία και για τα γενικά αποτελέσματα του προλεταριακού κινήματος». Μ' άλλα λόγια, αποτελούν την ορατή μορφή που έχει αποκτήσει η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου. Και το ζήτημα της οργάνωσής τους εξαρτάται από τον πιθανό τρόπο με τον οποίο το προλεταριάτο θα κατακτήσει πραγματικά τη δική του ταξική συνείδηση και θα την κάνει απόλυτα δική του. Οποιοσδήποτε δεν αμφισβητεί έτσι κι αλλιώς την επαναστατική λειτουργία του Κόμματος αναγνωρίζει ότι αυτό δεν γίνεται από μόνο του κάτω από τη μηχανιστική επίδραση των οικονομικών δυνάμεων της καπιταλιστικής παραγωγής, ούτε από την απλή οργανική ανάπτυξη του αυθορμητισμού των μαζών. Η διαφορά ανάμεσα στη λενινιστική αντίληψη του Κόμματος και τις άλλες αντιλήψεις βρίσκεται κυρίως στο ότι από τη μια μεριά η οικονομική διαφοροποίηση στους κόλπους του προλεταριάτου (η εμφάνιση της εργατικής αριστοκρατίας κτλ.) αναλύεται περισσότερο βαθιά και σ' όλες τις συνέπειές της, και ότι από την άλλη η επαναστατική σύμπραξη του προλεταριάτου με τις άλλες τάξεις εξετάζεται στη νέα ιστορική προοπτική που απεικονίζεται. Απ’ αυτό προκύπτει μια αυξημένη σημασία του προλεταριάτου στην προετοιμασία και καθοδήγηση της επανάστασης και επομένως του ηγετικού ρόλου του Κόμματος απέναντι στην εργατική τάξη.

Η δημιουργία και η όλο και μεγαλύτερη σημασία της εργατικής αριστοκρατίας καταλήγει απ' αυτή την άποψη στο ακόλουθο γεγονός: η διαρκής –σχετική- διάσταση των άμεσων καθημερινών συμφερόντων ορισμένων εργατικών στρωμάτων από τα πραγματικά συμφέροντα όλης της τάξης αυξάνεται συνεχώς και παγιώνεται στα πλαίσια αυτής της αύξησης. Η καπιταλιστική ανάπτυξη που, στην αρχή, εξίσωσε και ενοποίησε βίαια τη διαιρεμένη γεωγραφικά, συντεχνιακά κτλ. εργατική τάξη, δημιουργεί τώρα μια νέα διαφοροποίηση. Και αυτή η διαφοροποίηση δεν έχει μόνο σαν συνέπεια ότι το προλεταριάτο δεν αντιτίθεται πλέον στην αστική τάξη με απόλυτα ενιαία εχθρότητα. Αλλά επιπλέον προβάλλει ο κίνδυνος αυτά τα στρώματα να είναι ικανά να επηρεάσουν ιδεολογικά ολόκληρη την τάξη σε οπισθοδρομική κατεύθυνση, εισχωρώντας σ' έναν μικροαστικό τρόπο ζωής, καταλαμβάνοντας θέσεις στην κομματική και συνδικαλιστική γραφειοκρατία, καμιά φορά δημοτικές θέσεις κτλ, -παρ' όλη ή ακριβώς λόγω- της αστικοποιημένης ιδεολογίας τους, της έλλειψης ωριμότητας της προλεταριακής ταξικής συνείδησης, αποκτώντας υπεροχή σ' ό,τι αφορά την τυπική μόρφωση, τη διοικητική ρουτίνα κτλ. σε σχέση με τα άλλα προλεταριακά στρώματα. Μ' άλλα λόγια, με την επιρροή τους στις οργανώσεις του προλεταριάτου, βοηθάνε στη συσκότιση της ταξικής συνείδησης όλων των εργατών, βοηθάνε να επηρεαστούν στην κατεύθυνση μιας σιωπηλής συμμαχίας με την αστική τάξη.

Μπροστά σ' έναν τέτοιο κίνδυνο, η απλή θεωρητική διαύγεια, η αντίστοιχη ζύμωση και προπαγάνδα των επαναστατικά ξεκάθαρων ομάδων δεν επαρκούν. Γιατί για πολύ καιρό, αυτή η αντίθεση συμφερόντων δεν εκφράζεται με ξεκάθαρη μορφή για όλους τους εργάτες, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που μερικές φορές οι ιδεολογικοί τους εκπρόσωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι έχουν ήδη αποκλίνει από το δρόμο της τάξης στο σύνολό της. Γι' αυτό, τέτοιου είδους διαφορές είναι πολύ εύκολο να συγκαλυφθούν απέναντι στους εργάτες σαν «θεωρητικές διχογνωμίες», σαν απλές «διαφορές τακτικής». Και το επαναστατικό ένστικτο των εργατών, που απελευθερώνεται κατά καιρούς σε μεγάλες αυθόρμητες μαζικές κινητοποιήσεις, παραμένει ανίκανο να διατηρήσει σαν διαρκές αγαθό για ολόκληρη την τάξη το επίπεδο της ταξικής συνείδησης που δρα ασυνείδητα.

Και μόνο γι' αυτόν το λόγο, είναι απαραίτητη η οργανωτική αυτοτέλεια των απόλυτα συνειδητών στοιχείων της τάξης. Όμως αυτός ο τρόπος σκέψης μας δείχνει ότι η μορφή οργάνωσης είναι για τον Λένιν αδιάρρηκτα δεμένη με την πρόβλεψη της επερχόμενης επανάστασης. Γιατί μονάχα μέσα σ' αυτό το πλαίσιο φαίνεται μοιραία και ανεπανόρθωτη κάθε απόκλιση απ' τον σωστό δρόμο της εργατικής τάξης. Μονάχα σ' αυτό το πλαίσιο μπορεί να αποκτήσει η απόφαση για ένα φαινομενικά μικρό καθημερινό ζήτημα τεράστια βαρύτητα για όλη την εργατική τάξη. Μονάχα σ' αυτό το πλαίσιο αποκτά ζωτική σημασία για το προλεταριάτο να έχει ξεκάθαρα μπροστά στα μάτια του τη σκέψη και τη δράση που πραγματικά αντιστοιχούν στην ταξική του θέση.

Όμως η επικαιρότητα της επανάστασης σημαίνει ταυτόχρονα ότι ο αναβρασμός της κοινωνίας, το γκρέμισμα των παλιών της δομών δεν περιορίζονται μονάχα στο προλεταριάτο, αλλά περιλαμβάνουν όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Το αληθινό κριτήριο μιας επαναστατικής κατάστασης είναι πράγματι, σύμφωνα με τον Λένιν, ότι «τα “κατώτερα στρώματα” δεν θέλουν να ζήσουν με τον παλιό τρόπο και τα “ανώτερα στρώματα” δεν μπορούν να ζήσουν με τον παλιό τρόπο». «Η επανάσταση δεν είναι δυνατή χωρίς κρίση ολόκληρου του έθνους, που να θίγει τόσο τους εκμεταλλευόμενους όσο και τους εκμεταλλευτές». ‘Όσο πιο βαθιά είναι η κρίση τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες της επανάστασης. Όμως, όσο πιο βαθιά είναι, όσο πιο πολλά κοινωνικά στρώματα περιλαμβάνει, τόσο περισσότερο διαφορετικά, στοιχειώδη κινήματα διασταυρώνονται σ' αυτήν, τόσο πιο συγκεχυμένοι και μεταλλασσόμενοι γίνονται οι συσχετισμοί των δυνάμεων ανάμεσα στις δυο τάξεις από τις οποίες σε τελική ανάλυση εξαρτάται η έκβαση της πάλης, την αστική τάξη και το προλεταριάτο. Αν το προλεταριάτο θέλει να νικήσει σ΄ αυτόν τον αγώνα, πρέπει να προωθήσει και να υποστηρίξει κάθε ρεύμα που συμβάλλει στην αποσύνθεση της αστικής κοινωνίας, πρέπει να επιδιώξει να εντάξει στο γενικό επαναστατικό κίνημα κάθε στοιχειώδες κίνημα οσοδήποτε ασαφές κι αν είναι, κάθε κατά κάποιον τρόπο καταπιεσμένο στρώμα. Και η προσέγγιση μιας επαναστατικής περιόδου χαρακτηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι όλοι οι δυσαρεστημένοι της παλιάς κοινωνίας επιδιώκουν να ενωθούν με το προλεταριάτο, ή, τουλάχιστον, να συμμαχήσουν μαζί του. Όμως εδώ ακριβώς μπορεί να βρίσκεται ένας σοβαρός κίνδυνος. Γιατί αν το κόμμα του προλεταριάτου δεν είναι οργανωμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να εγγυάται την ταξικά σωστή κατεύθυνση της πολιτικής του, αυτοί οι σύμμαχοι, που έχουν πάντοτε την τάση να πολλαπλασιάζονται σε επαναστατική περίοδο, αντί να προσφέρουν βοήθεια φέρνουν μόνο αναστάτωση. Γιατί φυσικά τα άλλα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα (αγρότες, μικροαστοί. διανοούμενοι) δεν έχουν τους ίδιους στόχους με το προλεταριάτο. Το προλεταριάτο -αν ξέρει τι θέλει και τι πρέπει να θέλει από ταξική άποψη- μπορεί να φέρει τη σωτηρία από την κοινωνική μιζέρια όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τα άλλα κοινωνικά στρώματα. Αν, ωστόσο, το Κόμμα, ο αγωνιζόμενος φορέας της ταξικής του συνείδησης, είναι αβέβαιο για το δρόμο που πρέπει ν' ακολουθήσει η εργατική τάξη, αν ακόμη ο προλεταριακός του χαρακτήρας δεν είναι εξασφαλισμένος οργανωτικά, τότε αυτά τα στρώματα εισβάλλουν στο κόμμα του προλεταριάτου, το βγάζουν απ’ το δρόμο του, και η συμμαχία τους, που με μια ταξικά ξεκάθαρη οργάνωση του προλεταριακού κόμματος θα είχε προωθήσει την επανάσταση, μπορεί να καταστεί ο πιο σοβαρός κίνδυνος γι' αυτήν.

Η σκέψη του Λένιν όσον αφορά την οργάνωση έχει, κατά  συνέπεια, σαν απαραίτητους πόλους την πιο αυστηρή επιλογή των κομματικών μελών σε σχέση με την προλεταριακή ταξική συνείδηση και την ολόπλευρη αλληλεγγύη και υποστήριξη όλων όσων υφίστανται καταπίεση και εκμετάλλευση στην καπιταλιστική κοινωνία. Συνενώνει επομένως με διαλεκτικό τρόπο τη σαφή αποκλειστικότητα του σκοπού και την καθολικότητα, την καθοδήγηση της επανάστασης με την αυστηρά προλεταριακή έννοια και τον γενικό εθνικό (και διεθνή) χαρακτήρα της επανάστασης. Η μενσεβίκικη οργάνωση εξασθενίζει αυτούς τους δύο πόλους, τους αναμειγνύει, τους υποβιβάζει σε συμβιβασμό και τους συνενώνει μ' αυτόν τον τρόπο στο ίδιο το Κόμμα. Ξεκόβει από πλατιά στρώματα που υφίστανται εκμετάλλευση (από τους αγρότες, για παράδειγμα), αλλά συγκεντρώνει στο Κόμμα τις ομάδες με τα πιο διαφορετικά συμφέροντα που του απαγορεύουν την ενιαία σκέψη και δράση. Συνεπώς, αντί να βοηθήσει στη δημιουργία, με την απαιτούμενη διαύγεια, ενός αποφασιστικού μετώπου για τη νίκη, το μέτωπο του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, μέσα στην κυματώδη πάλη και το χάος των τάξεων που αγωνίζονται -γιατί κάθε επαναστατική κατάσταση εκφράζεται ακριβώς με μια βαθιά χαώδη αναταραχή όλης της κοινωνίας- αντί να συσπειρώσει γύρω από το προλεταριάτο τις συγκεχυμένες ομάδες των άλλων καταπιεσμένων, ένα τέτοιου είδους κόμμα μεταβάλλεται το ίδιο σ’ ένα συγκεχυμένο μείγμα ομάδων με διαφορετικά συμφέροντα. Δεν μπορεί να δράσει παρά μόνο με εσωτερικούς συμβιβασμούς, οπότε και σύρεται από πιο ξεκάθαρες ομάδες ή από ομάδες που δρουν πιο στοιχειωδώς, ή πάλι δεν του μένει πλέον παρά να παρακολουθεί μοιρολατρικά τα γεγονότα.

Η σκέψη του Λένιν όσον αφορά την οργάνωση σημαίνει, επομένως, μια διπλή ρήξη με τον μηχανιστικό φαταλισμό: τόσο μ’ εκείνον που αντιλαμβάνεται την ταξική συνείδηση του προλεταριάτου σαν ένα μηχανιστικό προϊόν της ταξικής του θέσης, όσο και μ' εκείνον που στην ίδια την επανάσταση βλέπει μόνο τη μηχανιστική επίδραση των οικονομικών δυνάμεων που μοιραία απελευθερώνονται και που θα οδηγούσαν σχεδόν αυτόματα το προλεταριάτο στη νίκη, όταν οι αντικειμενικοί όροι της επανάστασης θα είναι αρκετά «ώριμοι». Γιατί αν έπρεπε να περιμένουμε να μπει το προλεταριάτο στον αποφασιστικό αγώνα ενιαία και ξεκάθαρα, δεν θα υπήρχε ποτέ επαναστατική κατάσταση. Από τη μια, θα υπάρχουν πάντοτε προλεταριακά στρώματα που θα παρακολουθούν παθητικά τον απελευθερωτικό αγώνα της ίδιας τους της τάξης και που μάλιστα θα προσχωρήσουν στο αντίπαλο στρατόπεδο (κι αυτό τόσο περισσότερο όσο πιο αναπτυγμένος είναι ο καπιταλισμός). Από την άλλη, η στάση του ίδιου του προλεταριάτου, η αποφασιστικότητά του και ο βαθμός ταξικής συνείδησής του δεν είναι σε καμιά περίπτωση κάτι που απορρέει από την οικονομική κατάσταση σαν μοιραία αναγκαιότητα.

Είναι αυτονόητο ότι το μεγαλύτερο και το καλύτερο κόμμα του κόσμου δεν μπορεί να «κάνει» την επανάσταση. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά το προλεταριάτο σε μια δεδομένη κατάσταση εξαρτάται κατά πολύ απ' τη διαύγεια και την ενεργητικότητα που το Κόμμα είναι σε θέση να δώσει για τους ταξικούς στόχους του. Έτσι, στην εποχή της επικαιρότητας της επανάστασης, το παλιό πρόβλημα του αν η επανάσταση μπορεί να γίνει ή όχι αποκτά μια εντελώς νέα σημασία. Και με αυτή την αλλαγή της σημασίας αλλάζει επίσης και η σχέση ανάμεσα στο Κόμμα και την τάξη, καθώς και η σημασία των οργανωτικών ζητημάτων για το Κόμμα και το σύνολο του προλεταριάτου. Το να βάζεις το παλιό πρόβλημα του «κάνω» την επανάσταση ισοδυναμεί με το να διαχωρίζεις κατά άκαμπτο και αντιδιαλεκτικό τρόπο την αναγκαιότητα της ιστορικής εξέλιξης και τη δραστηριότητα του δρώντος Κόμματος. Σ' αυτό το επίπεδο, όπου «κάνω» την επανάσταση σημαίνει την κάνω να ξεπροβάλει μαγικά από το τίποτα, δεν μπορούμε παρά να αποδοκιμάσουμε αυτό το «κάνω». Όμως, η δραστηριότητα του Κόμματος στον αιώνα της επανάστασης σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Γιατί, αν ο βασικός χαρακτήρας της εποχής είναι επαναστατικός, τότε την οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να παρουσιαστεί μια έντονα επαναστατική κατάσταση. Σχεδόν ποτέ δεν μπορεί να καθοριστεί από τα πριν με ακρίβεια η στιγμή και οι περιστάσεις της εμφάνισής της. Αντίθετα, όμως, είναι δυνατό να καθοριστούν οι τάσεις εκείνες που οδηγούν στην εμφάνισή της, καθώς και οι κατευθυντήριες γραμμές της σωστής δράσης όταν εμφανιστεί. Πάνω σ’ αυτή την ιστορική αντίληψη είναι θεμελιωμένη η δραστηριότητα του Κόμματος. Το Κόμμα πρέπει να προετοιμάζει την επανάσταση. Πρέπει, δηλαδή από τη μια να προσπαθεί να επιταχύνει την ωρίμανση των τάσεων εκείνων που οδηγούν στην επανάσταση, με την ίδια του τη δράση και με την επιρροή του πάνω στη δράση του προλεταριάτου, καθώς και των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων. Από την άλλη, οφείλει να προετοιμάζει ιδεολογικά, τακτικά, υλικά και οργανωτικά το προλεταριάτο για την απαιτούμενη δράση κατά τη διάρκεια μιας οξυμένης επαναστατικής κατάστασης.

Έτσι, τα εσωτερικά οργανωτικά ζητήματα του Κόμματος τοποθετούνται σε μια νέα προοπτική. Τόσο η παλιά αντίληψη -που υποστηριζόταν και από τον Κάουτσκι- ότι η οργάνωση αποτελεί προϋπόθεση της επαναστατικής δράσης, όσο και εκείνη της Ρόζας Λούξεμπουργκ ότι η οργάνωση αποτελεί προϊόν του επαναστατικού μαζικού κινήματος, μοιάζουν μονόπλευρες και αντιδιαλεκτικές. Το Κόμμα, που έχει για καθήκον την προετοιμασία της επανάστασης, γίνεται ταυτόχρονα και στον ίδιο βαθμό έντασης παραγωγός και προϊόν, προϋπόθεση και καρπός των επαναστατικών μαζικών κινημάτων. Γιατί η συνειδητή δράση του Κόμματος βασίζεται στην ξεκάθαρη αναγνώριση της αντικειμενικής αναγκαιότητας της οικονομικής ανάπτυξης. Η αυστηρή οργανωτική του οριοθέτηση υπάρχει στα πλαίσια της μόνιμης, καρποφόρας αλληλεπίδρασης με τους στοιχειώδεις αγώνες και τα βάσανα των μαζών. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έφτασε μερικές φορές πολύ κοντά σ' αυτή την αλληλεπίδραση. Παραγνωρίζει, όμως, σ' αυτή το συνειδητό και ενεργό στοιχείο. Γι’ αυτό δεν στάθηκε ικανή ν' αναγνωρίσει το κεντρικό σημείο της λενινιστικής αντίληψης για το Κόμμα, την ιδιότητα του Κόμματος να προετοιμάζει. Γι’ αυτό παραγνώρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό όλες τις οργανωτικές αρχές που απορρέουν απ’ αυτήν.

Φυσικά, η ίδια η επαναστατική κατάσταση δεν μπορεί να είναι προϊόν της δραστηριότητας του Κόμματος. Το καθήκον του είναι να προβλέπει την κατεύθυνση που παίρνει η ανάπτυξη των αντικειμενικών, οικονομικών δυνάμεων, στην οποία βασίζεται ο αντίστοιχος τρόπος συμπεριφοράς της εργατικής τάξης απέναντι στις καταστάσεις που δημιουργούνται. Σύμφωνα μ’ αυτή την πρόβλεψη, πρέπει να προετοιμάζει όσο το δυνατό περισσότερο πνευματικά, υλικά και οργανωτικά τις μάζες του προλεταριάτου για τις επερχόμενες εξελίξεις και για το συμφέρον τους. Ωστόσο, τα γεγονότα και οι καταστάσεις που απορρέουν απ' αυτά είναι προϊόντα των οικονομικών δυνάμεων της καπιταλιστικής παραγωγής που δρουν τυφλά και σαν φυσικοί νόμοι. Ωστόσο, αυτό δεν γίνεται ούτε κι εδώ με μηχανιστικό και μοιραίο τρόπο. Γιατί μπορέσαμε ήδη να δούμε με μόνο το παράδειγμα της οικονομικής αποσύνθεσης της φεουδαρχικής γαιοκτησίας στη Ρωσία ότι η ίδια η διαδικασία της οικονομικής αποσύνθεσης είναι σίγουρα προϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά ότι οι επιδράσεις της από ταξική άποψη, οι νέες ταξικές ανακατατάξεις που απορρέουν απ' αυτή δεν μπορούν να είναι θεμελιωμένες πάνω σ' αυτή την ίδια τη διαδικασία, εφόσον τη δει κανείς απομονωμένη, και δεν μπορούν επομένως να γίνουν κατανοητές απλά απ' αυτό. Εξαρτώνται από το περιβάλλον στο οποίο θα πραγματοποιηθούν. Ο προορισμός ολόκληρης της κοινωνίας, της οποίας τα τμήματα αποτελούν αυτή τη διαδικασία, είναι σε τελική ανάλυση η αποφασιστική σημασία της τάσης της. Όμως, μέσα σ' αυτό το σύνολο, αποφασιστικό ρόλο παίζουν οι ενέργειες των τάξεων, είτε αυτές ξεσπάνε αυθόρμητα και στοιχειωδώς, είτε καθοδηγούνται συνειδητά. Και όσο περισσότερο μια κοινωνία βρίσκεται σε αναστάτωση, όσο περισσότερο η «κανονική» δομή της έχει πάψει να λειτουργεί σωστά, όσο περισσότερο έχει διαταραχθεί η κοινωνικοοικονομική της ισορροπία, με λίγα λόγια, όσο περισσότερο επαναστατική είναι η κατάσταση, τόσο περισσότερο καθοριστικός είναι ο ρόλος τους. Συνεπάγεται ότι η συνολική ανάπτυξη της κοινωνίας στην εποχή του καπιταλισμού δεν συντελείται, σε καμιά περίπτωση σε μια απλή και ευθεία κατεύθυνση. Απορρέουν μάλλον καταστάσεις από την αλληλεπίδραση αυτών των δυνάμεων στο κοινωνικό σύνολο, όπου μπορεί να πραγματοποιηθεί μια ορισμένη τάση, όταν η κατάσταση κατανοηθεί σωστά και εκτιμηθεί ανάλογα. Η ανάπτυξη, όμως, των οικονομικών δυνάμεων που κατά τα φαινόμενα οδήγησαν αμετάκλητα σ' αυτή την κατάσταση σε καμιά περίπτωση δεν ακολουθεί με τον ίδιο αμετάκλητο τρόπο τη μέχρι τώρα γραμμή, αν χαθεί αυτή η κατάσταση, χωρίς να βγουν τα ανάλογα συμπεράσματα. Αντίθετα, πολύ συχνά μετατρέπεται στο αντίθετό της. (Ας φανταστούμε την κατάσταση στη Ρωσία αν, το Νοέμβρη του 1917, οι μπολσεβίκοι δεν είχαν πάρει την εξουσία, αν δεν είχαν ολοκληρώσει την αγροτική επανάσταση. Μια «πρωσική» λύση στο αγροτικό πρόβλημα δεν θα είχε σίγουρα εντελώς αποκλειστεί, κάτω από ένα αντεπαναστατικό καθεστώς, που όμως, σε σύγκριση με τον προεπαναστατικό τσαρισμό, θα είχε χαρακτηριστικά σύγχρονου καπιταλισμού).

Μόνο όταν γνωρίζουμε το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να δράσει το κόμμα του προλεταριάτου μπορούμε πραγματικά να κατανοήσουμε την οργάνωσή του. Αυτή στηρίζεται πάνω στα τεράστια ιστορικά καθήκοντα που βάζει στο προλεταριάτο η εποχή της παρακμής του καπιταλισμού, πάνω στις τεράστιες ιστορικές ευθύνες που αυτά τα καθήκοντα επιβάλλουν στο συνειδητό πρωτοποριακό στρώμα του προλεταριάτου. Αντιπροσωπεύοντας τα συμφέροντα του συνόλου του προλεταριάτου (και αντιπροσωπεύοντας έτσι έμμεσα τα συμφέροντα όλων των καταπιεσμένων, το μέλλον της ανθρωπότητας), με βάση τη γνώση του συνόλου της κοινωνίας, το Κόμμα πρέπει να συγκεντρώσει στους κόλπους του όλες τις αντιθέσεις με τις οποίες εκφράζονται τα καθήκοντα που επιβάλλει το ίδιο το κέντρο του κοινωνικού συνόλου. Τονίσαμε ήδη ότι η πιο αυστηρή επιλογή των κομματικών μελών σ' ό,τι αφορά την καθαρότητα της ταξικής συνείδησης και την αδιαμφισβήτητη αφοσίωση στην υπόθεση της επανάστασης πρέπει να συμβαδίζει με την ακατάπαυστη συγχώνευση στη ζωή των μαζών που υποφέρουν και παλεύουν. Και όλες οι προσπάθειες να εκπληρωθεί η μία πλευρά αυτών των απαιτήσεων, χωρίς τον αντίποδά της, κατέληγαν αναγκαστικά σε μια σεκταριστική σκλήρυνση των ομάδων ακόμη κι όταν αυτές απαρτίζονταν από καλούς επαναστάτες. (Αυτή είναι η βάση του αγώνα που ο Λένιν διεξήγαγε κατά του «αριστερισμού», από τον οτζοβισμό μέχρι το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας κι ακόμα πιο πέρα). Γιατί η αυστηρότητα των απαιτήσεων απέναντι στα κομματικά μέλη δεν είναι παρά ένα μέσο για να αποκτήσει συνείδηση ολόκληρη η τάξη του προλεταριάτου (και κατ' επέκταση όλα τα στρώματα που υφίστανται την εκμετάλλευση στον καπιταλισμό) των πραγματικών της συμφερόντων, για καθετί που βρίσκεται πραγματικά στη βάση των ασυνείδητων ενεργειών της, των ασαφών σκέψεων και συγκεχυμένων αισθημάτων της.

Οι μάζες, όμως, μόνο μέσα στη δράση μαθαίνουν, μέσα στον αγώνα συνειδητοποιούν τα συμφέροντά τους. Σ' έναν αγώνα, όπου οι κοινωνικοοικονομικές βάσεις βρίσκονται σε συνεχή αλλαγή και γι' αυτό αλλάζουν αδιάκοπα οι συνθήκες και τα μέσα της πάλης. Το ηγετικό κόμμα του προλεταριάτου μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή του μόνο αν σ' αυτή την πάλη προπορεύεται πάντοτε κατά ένα βήμα των μαζών που αγωνίζονται, ώστε να τους δείχνει το δρόμο. Ωστόσο, πρέπει πάντοτε να προπορεύεται κατά ένα μόνο βήμα, ώστε να μένει πάντοτε επικεφαλής της πάλης τους. Η θεωρητική του διαύγεια έχει επομένως αξία μόνο όταν δεν παραμένει στη γενική, την απλή ορθότητα της θεωρίας, όταν δεν είναι δηλαδή μονάχα θεωρητική, αλλά αφήνει πάντοτε τη θεωρία να φτάσει στο αποκορύφωμα της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, όταν η θεωρητική ορθότητα αντιστοιχεί πάντοτε στο νόημα της συγκεκριμένης κατάστασης. Το Κόμμα, επομένως, πρέπει από τη μια μεριά να διαθέτει τη θεωρητική διαύγεια και σταθερότητα ώστε να παραμένει στον σωστό δρόμο, σε πείσμα όλων των ταλαντεύσεων των μαζών, ακόμη και διακινδυνεύοντας να απομονωθεί παροδικά. Από την άλλη, όμως, πρέπει να παραμένει ευέλικτο και δεκτικό για να διδάσκεται από κάθε εκδήλωση των μαζών, όσο συγκεχυμένη κι αν είναι, και να ανακαλύπτει στις μάζες τις επαναστατικές δυνατότητες που δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει.

Μια τέτοιου είδους προσαρμογή στη ζωή του συνόλου είναι αδύνατη χωρίς την πιο αυστηρή πειθαρχία μέσα στο Κόμμα. Αν το Κόμμα δεν είναι ικανό να προσαρμόζει αμέσως τη γνώση του για την κατάσταση στην αδιάκοπα μεταβαλλόμενη κατάσταση, μένει πίσω από τα γεγονότα, από ηγετικό γίνεται καθοδηγούμενο, χάνει την επαφή του με τις μάζες και αποδιοργανώνεται. Αυτό έχει σαν επακόλουθο ότι η οργάνωση πρέπει πάντοτε να λειτουργεί με τη μεγαλύτερη επιμέλεια και αυστηρότητα ώστε να εφαρμόζει στην πράξη αυτή την προσαρμογή αμέσως μόλις χρειαστεί. 'Όμως, αυτό σημαίνει ταυτόχρονα ότι αυτή η απαίτηση για ευελιξία πρέπει να εφαρμόζεται επίσης αδιάκοπα στην ίδια την οργάνωση. Μια μορφή οργάνωσης που φάνηκε χρήσιμη για συγκεκριμένους στόχους, σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, μπορεί, κάτω από διαφορετικές συνθήκες πάλης, να μετατραπεί σε πραγματικό εμπόδιο.

Γιατί είναι μέσα στη φύση της ιστορίας να παράγει πάντοτε κάτι νέο. Αυτό το νέο δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί από τα πριν με κάποια αλάνθαστη θεωρία: πρέπει να το αναγνωρίσουμε μέσα στον αγώνα, στην εμβρυακή του κατάσταση και να το προωθήσουμε συνειδητά σε γνώση. Καθήκον του Κόμματος δεν είναι να επιβάλλει στις μάζες έναν οποιονδήποτε αφηρημένο τρόπο συμπεριφοράς. Απεναντίας πρέπει να μαθαίνει αδιάκοπα από τον αγώνα και τις μεθόδους πάλης των μαζών. Όμως, ενώ προετοιμάζει τις επόμενες επαναστατικές ενέργειες, πρέπει να είναι δραστήριο και στη μάθηση. Πρέπει να καθιστά συνειδητό και να συνδέει με το σύνολο των επαναστατικών αγώνων αυτό που οι μάζες επινόησαν αυθόρμητα χάρη στο σωστό ταξικό τους ένστικτο. Πρέπει, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Μαρξ, να εξηγεί στις μάζες τις ίδιες τους τις ενέργειες, ώστε όχι μονάχα να εξασφαλίζει τη συνέχεια των επαναστατικών εμπειριών του προλεταριάτου, αλλά και να προωθεί συνειδητά και δραστήρια την παραπέρα ανάπτυξη αυτών των εμπειριών. Η οργάνωση πρέπει να προσαρμόζεται σαν εργαλείο στο σύνολο αυτών των γνώσεων και των ενεργειών που απορρέουν από αυτές. Διαφορετικά, θα αποσυντεθεί από την εξέλιξη των πραγμάτων που δεν κατανόησε και που γι' αυτό δεν μπόρεσε να ελέγξει. Γι' αυτόν το λόγο, κάθε δογματισμός στη θεωρία και κάθε απολίθωση στην οργάνωση είναι καταστροφικά για το Κόμμα. Γιατί όπως λέει ο Λένιν, «κάθε νέα μορφή πάλης, που συνεπάγεται νέους κινδύνους και θυσίες, “αποδιοργανώνει” αναπόφευκτα τις οργανώσεις που δεν είναι προετοιμασμένες γι' αυτή τη νέα μορφή πάλης». Καθήκον του Κόμματος είναι -κυρίως σ' αυτό το ζήτημα- να διανύει αυτόν τον αναγκαίο δρόμο ελεύθερα και συνειδητά, να ανανεώνεται προτού ο κίνδυνος της αποδιοργάνωσης καταστεί επίκαιρος και χάρη σ' αυτή του την αναδιαμόρφωση, να επιδρά στις μάζες διαπαιδαγωγώντας και προωθώντας τις.

Γιατί τακτική και οργάνωση δεν αποτελούν παρά τις δύο όψεις ενός αδιαίρετου συνόλου. Δεν μπορούμε να έχουμε πραγματικά αποτελέσματα παρά μόνο και στις δύο συγχρόνως. Αν θέλουμε να έχουμε αποτελέσματα, πρέπει να είμαστε και στα δύο ταυτόχρονα συνεπείς και ευέλικτοι, να εμμένουμε αποφασιστικά στις αρχές και να παραμένουμε ανοικτοί στις καθημερινές μεταβολές. Δεν υπάρχει τίποτα σε επίπεδο τακτικής ή οργάνωσης που να είναι από μόνο του καλό ή κακό. Η σχέση του ακριβώς με το σύνολο, με την τύχη της προλεταριακής επανάστασης, κάνει σωστή ή λαθεμένη μια ιδέα, ένα μέτρο κτλ. Γι’ αυτό ο Λένιν, για παράδειγμα, μετά την πρώτη ρώσικη επανάσταση, πολέμησε το ίδιο αμείλικτα τόσο εκείνους που ήθελαν να εγκαταλείψουν την παρανομία σαν δήθεν ανώφελη και σεκταριστική, όσο και εκείνους που παραδομένοι ολοκληρωτικά στην παρανομία απέρριπταν τις δυνατότητες που προσφέρει η νομιμότητα. Γι’ αυτό είχε την ίδια οργισμένη περιφρόνηση και για την ολική απορρόφηση από τον κοινοβουλευτισμό όσο και για τον εξαρχής αντικοινοβουλευτισμό.

Ο Λένιν όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός ουτοπιστής, αλλά δεν έτρεφε ποτέ του ψευδαισθήσεις για το ανθρώπινο υλικό της εποχής του. «Θέλουμε», έλεγε στην πρώτη ηρωική περίοδο της νικηφόρας προλεταριακής επανάστασης, «να εγκαθιδρύσουμε το σοσιαλισμό με ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει, βρομιστεί και διαφθαρεί απ' τον καπιταλισμό, που γι' αυτό ακριβώς όμως έχουν ατσαλωθεί απ' αυτόν για τον αγώνα». Οι τεράστιες απαιτήσεις που η λενινιστική ιδέα για την οργάνωση επιβάλλει στους επαγγελματίες επαναστάτες, δεν έχουν στην πραγματικότητα τίποτα το ουτοπικό. Ούτε, φυσικά, και τίποτα από τον επιφανειακό χαρακτήρα της καθημερινής ζωής, της δοσμένης πραγματικότητας, που κολλάει στον εμπειρισμό. Η λενινιστική οργάνωση είναι η ίδια διαλεκτική, επομένως όχι μόνο προϊόν μιας διαλεκτικής ιστορικής εξέλιξης, αλλά ταυτόχρονα είναι και ο συνειδητός της πρωτεργάτης, καθώς και η ίδια είναι ταυτόχρονα προϊόν και παραγωγός του ίδιου του εαυτού της. Οι άνθρωποι κάνουν οι ίδιοι το κόμμα τους. Χρειάζεται να έχουν έναν υψηλό βαθμό ταξικής συνείδησης και αφοσίωσης για να θέλουν και να μπορούν να συμμετάσχουν στην οργάνωση. Πραγματικοί επαγγελματίες επαναστάτες, όμως, θα γίνουν μόνο μέσα στην οργάνωση και μέσω της οργάνωσης. Ο ιακωβίνος που συμμαχεί με την επαναστατική τάξη, δίνει μορφή και διαύγεια στις ενέργειες της τάξης με την αποφασιστικότητά του, την ικανότητά του για δράση, τις γνώσεις και τον ενθουσιασμό του. Είναι όμως πάντοτε το κοινωνικό Είναι της τάξης, η ταξική συνείδηση που απορρέει απ' αυτό, που καθορίζουν το περιεχόμενο και την κατεύθυνση των πράξεών του. Δεν πρόκειται για την εκπροσώπηση της τάξης, αλλά για το αποκορύφωμα της δράσης της ίδιας της τάξης. Το Κόμμα που καλείται να ηγηθεί της προλεταριακής επανάστασης δεν παρουσιάζεται πανέτοιμο να εκπληρώσει την αποστολή του: ούτε κι αυτό είναι, αλλά γίνεται. Και η διαδικασία της γόνιμης αλληλεπίδρασης μεταξύ Κόμματος και τάξης επαναλαμβάνεται -φυσικά αλλαγμένη- στη σχέση του Κόμματος και των μελών του. Γιατί όπως λέει ο Μαρξ στις θέσεις του για τον Φόιερμπαχ: «Η υλιστική διδασκαλία ότι οι άνθρωποι είναι προϊόντα των συνθηκών και της αγωγής και ότι επομένως οι άνθρωποι που έχουν αλλάξει είναι προϊόντα άλλων συνθηκών και αλλαγμένης αγωγής ξεχνά ότι τις συνθήκες τις αλλάζουν ακριβώς οι άνθρωποι και ότι πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί κι ο ίδιος ο διαπαιδαγωγητής.» Η λενινιστική αντίληψη για το Κόμμα είναι η πιο βίαιη ρήξη με τον μηχανιστικό και μοιραίο εκχυδαϊσμό του μαρξισμού. Αποτελεί την πρακτική εφαρμογή της πιο γνήσιας ουσίας του, της πιο βαθιάς τάσης του: «Οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάζουμε».


4. Ο ιμπεριαλισμός: Παγκόσμιος πόλεμος και εμφύλιος πόλεμος

Έχουμε μπει, όμως, στην περίοδο των αποφασιστικών επαναστατικών αγώνων; Έχει έρθει πια η ώρα που το προλεταριάτο πρέπει να εκπληρώσει, με τίμημα την ίδια του την εξαφάνιση, την αποστολή του να μετασχηματίσει τον κόσμο; Γιατί χωρίς καμιά αμφιβολία δεν είναι η ιδεολογική ή οργανωτική ωριμότητα του προλεταριάτου, που μπορεί να οδηγήσει σ' αυτή την απόφαση, αν αυτή η ωριμότητα, αυτή η αποφασιστικότητα για αγώνα δεν αποτελούν συνέπεια της αντικειμενικής οικονομικοκοινωνικής κατάστασης του κόσμου, που ωθεί σ' αυτή την απόφαση. Και ένα γεγονός όποιο κι αν είναι, νίκη ή ήττα, είναι αδύνατο να αποφασίσει για αυτό το πρόβλημα. Δεν μπορούμε καν να διαπιστώσουμε αν πρόκειται για νίκη ή για ήττα όταν κοιτάζουμε το γεγονός μεμονωμένα: μόνο η σχέση του με το σύνολο της κοινωνικοϊστορικής ανάπτυξης σφραγίζει ένα μεμονωμένο γεγονός σαν νίκη ή ήττα σε παγκόσμια ιστορική κλίμακα.

Γι' αυτό, η συζήτηση που ξέσπασε στους κόλπους της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας (που την εποχή εκείνη περιλάμβανε τόσο τους μενσεβίκους όσο και τους μπολσεβίκους) ήδη στη διάρκεια της πρώτης επανάστασης για να φτάσει στο αποκορύφωμά της μετά την ήττα της επανάστασης, η συζήτηση σχετικά με το αν έπρεπε να γράφουμε μιλώντας για την επανάσταση του 1847 (πριν από την αποφασιστική επανάσταση) ή του 1848 (μετά την ήττα της επανάστασης), ξεφεύγει αναγκαστικά από το στενό πλαίσιο των ρώσικων προβλημάτων. Η λύση δεν μπορεί να βρεθεί παρά μόνο αν έχει λυθεί το πρόβλημα του βασικού χαρακτήρα της εποχής μας. Το ακόμη πιο στενό, ουσιαστικά ρώσικο ερώτημα αν, δηλαδή, η επανάσταση του 1905 ήταν αστική ή προλεταριακή επανάσταση, και αν η προλεταριακή επαναστατική συμπεριφορά των εργατών ήταν σωστή ή «λαθεμένη», δεν μπορεί επίσης να απαντηθεί παρά μόνο σ' αυτό το πλαίσιο. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι αυτό το ερώτημα διατυπώθηκε τόσο δυναμικά δείχνει σε ποια κατεύθυνση πρέπει να ψάξουμε για την απάντηση. Γιατί ο διαχωρισμός ανάμεσα στα δεξιά και τα αριστερά στο εργατικό κίνημα αρχίζει όλο και πιο πολύ, ακόμα κι έξω από τη Ρωσία, να παίρνει τη μορφή μιας συζήτησης γύρω από τον γενικό χαρακτήρα της εποχής. Μιας συζήτησης σχετικά με το αν ορισμένα οικονομικά φαινόμενα που εκδηλώνονται όλο και πιο καθαρά (συσσώρευση του κεφαλαίου, αυξανόμενη σπουδαιότητα των μεγάλων τραπεζών, αποικιοποίηση κτλ.) είναι μονάχα ποσοτικές βαθμίδες της «φυσιολογικής» ανάπτυξης του καπιταλισμού ή αν προοιωνίζουν τον ερχομό μιας νέας εποχής του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού. Για το αν οι πόλεμοι που γίνονται όλο και πιο συχνοί μετά από μια περίοδο σχετικής ειρήνης (πόλεμος των Μπόερς, ισπανοαμερικάνικος και ρωσοϊαπωνικός πόλεμος κτλ.) πρέπει να θεωρούνται σαν «τυχαίοι» ή «επεισοδιακοί», ή αν εμφανίζονται σαν τα πρώτα δείγματα μιας περιόδου όλο και πιο βίαιων πολέμων. Για το αν, τελικά, η ανάπτυξη του καπιταλισμού μπαίνει μ' αυτόν τον τρόπο σε μια νέα φάση: οι παλιές μέθοδοι πάλης του προλεταριάτου αρκούν για την προώθηση των ταξικών του συμφερόντων σ' αυτές τις διαφορετικές συνθήκες; Μήπως γι’ αυτό οι νέες μορφές της προλεταριακής ταξικής πάλης, που εμφανίστηκαν πριν και κατά τη διάρκεια της ρώσικης επανάστασης (μαζική απεργία, ένοπλη εξέγερση) είναι γεγονότα απλά τοπικής, ειδικής σημασίας, ίσως μάλιστα και «λάθη» και «αποκλίσεις», ή πρέπει να τα θεωρήσει κανείς σαν τις πρώτες, αυθόρμητες απόπειρες των μαζών, που επιχειρούν, με ένα σωστό ταξικό ένστικτο, να προσαρμόσουν τη δράση τους στην παγκόσμια κατάσταση;

Είναι γνωστή η πρακτική απάντηση του Λένιν σ' αυτό το συναφές σύνολο ερωτημάτων. Εκφράζεται με τον πιο καθαρό τρόπο στο ακόλουθο γεγονός: μόλις μετά τη συντριβή της ρώσικης επανάστασης, όταν οι θρήνοι των μενσεβίκων που κατηγορούσαν τους ρώσους εργάτες ότι το είχαν «παρακάνει» δεν είχαν ακόμη κοπάσει, ο Λένιν άρχισε στο συνέδριο της Στουτγάρδης τον αγώνα για την καθαρότητα και τη σαφήνεια των θέσεων της Β’ Διεθνούς μπροστά στον επικείμενο κίνδυνο ενός ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου πολέμου και προσπάθησε να τις επηρεάσει προς την κατεύθυνση του τι έπρεπε να γίνει ενάντια σ' αυτόν τον πόλεμο. Οι τροποποιήσεις των Λένιν-Ρόζα Λούξεμπουργκ έγιναν δεκτές στη Στουτγάρδη και αργότερα επικυρώθηκαν από το συνέδρια της Κοπεγχάγης και της Βασιλείας. Αυτό σημαίνει ότι η Β’ Διεθνής παραδέχθηκε επίσημα τον κίνδυνο ενός ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου πολέμου που πλησίαζε και την ανάγκη να αγωνιστεί το προλεταριάτο επαναστατικά ενάντιά του. Απ’ ό,τι φαίνεται, λοιπόν, ο Λένιν δεν υπήρξε μόνος του σ' αυτό το ζήτημα. Ούτε όταν θεωρεί τον ιμπεριαλισμό, από οικονομική άποψη, σαν νέα φάση του καπιταλισμού. Ολόκληρη η Αριστερά, ακόμη και τμήματα του Κέντρου και της δεξιάς πτέρυγας της Β' Διεθνούς αναγνώρισαν την ύπαρξη των οικονομικών πραγματικοτήτων που αποτελούν τη βάση του ιμπεριαλισμού. Ο Χίλφερντινγκ προσπάθησε να δώσει μια οικονομική θεωρία αυτών των νέων φαινομένων, και η Ρόζα Λούξεμπουργκ κατάφερε, μάλιστα, να αναπαραστήσει το οικονομικό συνολικό σύμπλεγμα του ιμπεριαλισμού σαν αναγκαία συνέπεια του προτσές αναπαραγωγής στον καπιταλισμό. Κατάφερε να περιλάβει οργανικά τον ιμπεριαλισμό στη θεωρία της ιστορίας του ιστορικού υλισμού και να δώσει, έτσι, ένα συγκεκριμένο οικονομικό θεμέλιο στη «θεωρία της κατάρρευσης». Κι ωστόσο, όταν τον Αύγουστο του 1914 -και πολύ αργότερα ακόμη- ο Λένιν βρέθηκε μόνος του με την άποψή του απέναντι στον παγκόσμιο πόλεμο, αυτό δεν έγινε τυχαία. Η απομόνωσή του εξηγείται ακόμη λιγότερο με ψυχολογικά ή ηθικά επιχειρήματα, ότι, τάχα, πολλοί άλλοι που είχαν προηγούμενα κρίνει κι αυτοί σωστά τον ιμπεριαλισμό, ταλαντεύονταν τώρα από «δειλία» κτλ. Όχι. Οι τοποθετήσεις των διαφόρων σοσιαλιστικών ρευμάτων τον Αύγουστο του 1914 υπήρξαν οι άμεσες και αντικειμενικές συνέπειες της μέχρι τότε θεωρητικής, τακτικής κτλ. στάσης τους.

Η λενινιστική αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό είναι, κατά παράδοξο φαινομενικά τρόπο, από τη μια ένα σημαντικό θεωρητικό κατόρθωμα κι από την άλλη περιέχει, σαν καθαρά οικονομική θεωρία, λίγα πραγματικά νέα στοιχεία. Στηρίζεται στον Χίλφερντινγκ κατά κάποιον τρόπο και, από καθαρά οικονομική άποψη, δεν αντέχει, όσον αφορά το βάθος και το μεγαλείο στη σύγκριση με τη θαυμάσια συνέχιση από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ της θεωρίας της αναπαραγωγής του Μαρξ. Η ανωτερότητα του Λένιν συνίσταται στο ότι κατάφερε –κι αυτό αποτελεί ένα θεωρητικό επίτευγμα που δεν έχει όμοιό του- να συνδέει μόνιμα και συγκεκριμένα την οικονομική θεωρία του ιμπεριαλισμού με όλα τα πολιτικά προβλήματα της σημερινής εποχής και να καθιστά το περιεχόμενο της οικονομίας αυτής της νέας φάσης καθοδηγητικό νήμα όλων των συγκεκριμένων πράξεων στον περίγυρο που διαμορφωνόταν με αυτόν τον τρόπο. Γι' αυτό απορρίπτει, για παράδειγμα, στη διάρκεια του πολέμου ορισμένες ακραία αριστερές αντιλήψεις πολωνών κομμουνιστών σαν αντιλήψεις «ιμπεριαλιστικού οικονομισμού». Γι’ αυτό κορυφώνεται ο αγώνας του ενάντια στην αντίληψη του Κάουτσκι για τον «υπερ-ιμπεριαλισμό», μια θεωρία που έλπιζε στη δημιουργία ενός παγκόσμιου ειρηνικού τραστ του κεφαλαίου, όπου ο παγκόσμιος πόλεμος είναι ένας δρόμος «τυχαίος» και μάλιστα ούτε καν «σωστός», καθώς ο Κάουτσκι χωρίζει την οικονομία του ιμπεριαλισμού από την πολιτική του. Σίγουρα η θεωρία του ιμπεριαλισμού της Ρόζας Λούξεμπουργκ (και του Πάνεκουκ καθώς και άλλων αριστερών) δεν είναι οικονομίστικη με τη στενή, κυριολεκτική σημασία του όρου. Όλοι, και ιδιαίτερα η Ρόζα Λούξεμπουργκ, υπογραμμίζουν ακριβώς τις στιγμές εκείνες της οικονομίας του ιμπεριαλισμού, όπου γυρνάει αναγκαστικά στο πολιτικό (αποικιοποίηση, πολεμική βιομηχανία κτλ.). Ωστόσο, ο συνδυασμός αυτός δεν συγκεκριμενοποιείται. Δηλαδή, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δείχνει με ασύγκριτο τρόπο ότι, σαν επακόλουθο της διαδικασίας συσσώρευσης, το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό, την εποχή της πάλης για τις αποικιακές αγορές και τις πρώτες ύλες, για τις δυνατότητες εξαγωγής κεφαλαίου κτλ., έχει καταστεί αναπόφευκτο, ότι αυτή η εποχή -η τελευταία φάση του καπιταλισμού- πρέπει να είναι εποχή παγκόσμιων πολέμων.

Έτσι, όμως, θεμελιώνει μονάχα τη θεωρία ολόκληρης της εποχής, τη θεωρία αυτού του σύγχρονου ιμπεριαλισμού γενικά. Δεν κατόρθωσε να βρει ούτε εκείνη τη μετάβαση από αυτή τη θεωρία στις συγκεκριμένες απαιτήσεις της στιγμής. Η μπροσούρα της του «Ιουνίου» δεν είναι σε καμιά περίπτωση, στα συγκεκριμένα τμήματά της, αναγκαία συνέπεια της «συσσώρευσης του κεφαλαίου». Η θεωρητική ορθότητα με την οποία έκρινε ολόκληρη την εποχή δεν συγκεκριμενοποιείται σε καθαρή γνώση εκείνων των συγκεκριμένων κινητήριων δυνάμεων που η μαρξιστική θεωρία έχει καθήκον να εκτιμήσει και να εκμεταλλευτεί με επαναστατικό τρόπο.

'Όμως, η ανωτερότητα του Λένιν σ' αυτό το σημείο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξηγηθεί με το σύνθημα μιας «πολιτικής ιδιοφυΐας», μιας «πρακτικής διορατικότητας» κτλ. Πρόκειται περισσότερο για μια καθαρά θεωρητική ανωτερότητα ως προς την εκτίμηση του συνολικού προτσές. Γιατί δεν υπάρχει ούτε μια πρακτική απόφαση σ' ολόκληρη τη ζωή του που να μην ήταν ακριβώς η αντικειμενική και λογική συνέπεια της θεωρητικής του τοποθέτησης. Και το γεγονός ότι το θεμελιώδες αξίωμα αυτής της τοποθέτησης είναι η απαίτηση της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης μόνο στα μάτια των μη διαλεκτικά σκεπτόμενων παραπέμπει το ζήτημα στην πρακτική της «ρεαλιστικής πολιτικής». Για το μαρξιστή η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης δεν αποτελεί αντίθεση στην «καθαρή» θεωρία, αντίθετα, μάλιστα, αποτελεί το αποκορύφωμα της γνήσιας θεωρίας, σημείο όπου η θεωρία βρίσκει την πραγματική της εκπλήρωση, όπου γι' αυτό μετατρέπεται σε πράξη.

Αυτή η θεωρητική ανωτερότητα στηρίζεται στο γεγονός ότι, ανάμεσα σ' όλους τους διαδόχους του Μαρξ, ο Λένιν υπήρξε αυτός του οποίου η αντίληψη παραμορφώθηκε λιγότερο από τις φετιχιστικές κατηγορίες του καπιταλιστικού του περιβάλλοντος. Γιατί η αποφασιστική ανωτερότητα της οικονομίας του Μαρξ σε σχέση μ' όλες εκείνες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν έγκειται στο ότι ακόμη και για τα πιο περίπλοκα ζητήματα, όπου κανείς πρέπει να δουλέψει με πρώτη ματιά με τις πιο καθαρές οικονομικές κατηγορίες (άρα και τις πιο φετιχιστικές), αυτή κατόρθωσε μεθοδικά να δώσει στο πρόβλημα μια τέτοια τροπή που, πίσω από τις «καθαρά οικονομικές», κατηγορίες να εμφανίζονται στις διαδικασίες ανάπτυξής τους εκείνες οι τάξεις, των οποίων εκφράζουν αυτό το κοινωνικό Είναι. (Ας σκεφτεί κανείς τη διαφορά ανάμεσα στο σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο σε αντίθεση με την κλασική διάκριση ανάμεσα σε πάγιο και κυκλοφορούν κεφάλαιο. Μονάχα μ' αυτές τις διακρίσεις προβάλλει η ταξική διάρθρωση της αστικής κοινωνίας. Η διατύπωση του προβλήματος της υπεραξίας από τον Μαρξ αποκάλυψε ήδη την ταξική διαστρωμάτωση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου δείχνει αυτή τη σχέση μέσα στη δυναμική συνάρτηση του προτσές ανάπτυξης ολόκληρης της κοινωνίας και αποκαλύπτει ταυτόχρονα την πάλη των διαφόρων ομάδων του κεφαλαίου για το μοίρασμα της υπεραξίας).

Η θεωρία του ιμπεριαλισμού του Λένιν είναι λιγότερο θεωρία της οικονομικά αναγκαίας δημιουργίας και των οικονομικών της φραγμών -όπως είναι για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Είναι η θεωρία των συγκεκριμένων ταξικών δυνάμεων που εξαπολύονται από τον ιμπεριαλισμό και δρουν σ' αυτόν. Είναι η θεωρία της συγκεκριμένης παγκόσμιας κατάστασης που δημιουργήθηκε από τον ιμπεριαλισμό. 'Όταν αναλύει την ουσία του μονοπωλιακού καπιταλισμού, τον ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο αυτή η συγκεκριμένη παγκόσμια κατάσταση και η ταξική διάταξη των στρωμάτων που απορρέουν απ' αυτή: πώς μοιράστηκε de facto ο κόσμος από τις μεγάλες αποικιακές δυνάμεις, πώς αλλάζει η εσωτερική ταξική διαστρωμάτωση της αστικής τάξης και του προλεταριάτου μέσα από την κίνηση συγκέντρωσης του κεφαλαίου (καθαρά παρασιτικά στρώματα εισοδηματιών, εργατική αριστοκρατία κτλ.) και κυρίως πώς η εσωτερική κίνηση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, εξαιτίας του ακανόνιστου ρυθμού στις διάφορες χώρες, καθιστά και πάλι ξεπερασμένα τα πρόσκαιρα ειρηνικά μοιράσματα των «περιοχών συμφερόντων» και άλλους συμβιβασμούς και ωθεί σε συγκρούσεις που μόνο με τη βία, με τον πόλεμο μπορούν να λυθούν.

Ενώ καθορίζεται η ουσία του ιμπεριαλισμού σαν μονοπωλιακού καπιταλισμού και ο πόλεμός του σαν αναγκαία εξέλιξη και έκφραση αυτής της τάσης για πιο μεγάλη συγκέντρωση, για το απόλυτο μονοπώλιο, γίνεται ξεκάθαρη η διάταξη των στρωμάτων της κοινωνίας στη σχέση τους μ' αυτόν τον πόλεμο. Αποδείχνεται ότι είναι αφελής αυταπάτη να φαντάζεται κανείς, όπως ο Κάουτσκι, ότι τμήματα της αστικής τάξης που δεν «ενδιαφέρονται» άμεσα για τον ιμπεριαλισμό και που καμιά φορά μάλιστα «αδικούνται» απ' αυτόν, είναι δυνατό να κινητοποιηθούν εναντίον του. Η μονοπωλιακή ανάπτυξη παρασύρει μαζί της όλη την αστική τάξη και βρίσκει μάλιστα στηρίγματα όχι μόνο μέσα στους μικροαστούς, που έτσι κι αλλιώς ταλαντεύονται πάντα, αλλά ακόμη και σε τμήματα του προλεταριάτου (αν και μόνο παροδικά). Ωστόσο δεν είναι σωστό να ισχυρίζεται κανείς, όπως κάνουν οι επαγγελματίες σκεπτικιστές, ότι το επαναστατικό προλεταριάτο θα απομονώνονταν στην κοινωνία επειδή απορρίπτει αμείλικτα τον ιμπεριαλισμό. Η εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι πάντοτε αντιφατική, κινείται μέσα από τις αντιθέσεις. Για πρώτη φορά στην ιστορία, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός δημιουργεί μια παγκόσμια οικονομία με την πραγματική έννοια του όρου. Ο πόλεμός του, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, είναι επομένως ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος με την πιο αυστηρή σημασία της λέξης. Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι για πρώτη φορά στην ιστορία, τα έθνη που υφίστανται την καταπίεση και την εκμετάλλευση από τον καπιταλισμό δεν βρίσκονται πια απομονωμένα στον αγώνα κατά των καταπιεστών τους, αλλά ότι παρασύρονται, με όλη τους την ύπαρξη, στο στρόβιλο του παγκόσμιου πολέμου. Η αναπτυγμένη καπιταλιστική αποικιακή πολιτική δεν εκμεταλλεύεται τους αποικιοκρατούμενους λαούς μόνο με ληστρικό τρόπο, όπως συνέβαινε στην αρχή της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά ανατρέπει συγχρόνως την κοινωνική τους διάρθρωση, την καθιστά καπιταλιστική. Εννοείται φυσικά ότι αυτό συμβαίνει για χάρη μιας ακόμη πιο αυξημένης εκμετάλλευσης (εξαγωγή κεφαλαίου κτλ.), έχει όμως σαν συνέπεια, πράγμα που βέβαια δεν θέλει ο ιμπεριαλισμός, το ξεκίνημα μιας αστικής ανάπτυξης των ίδιων των αποικιοκρατούμενων χωρών, καθώς εμφανίζεται σαν αναγκαία ιδεολογική συνέπεια ο αγώνας για την εθνική αυτοτέλεια. Αυτό αυξάνει ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος κινητοποιεί όλα τα διαθέσιμα ανθρώπινα αποθέματα των ιμπεριαλιστικών χωρών και παρασύρει ενεργά τους αποικιοκρατούμενους λαούς στον αγώνα από τη μια, και φροντίζει για τη γρηγορότερη ανάπτυξη της βιομηχανίας τους από την άλλη. Επιταχύνει, δηλαδή, αυτή τη διαδικασία οικονομικά και ιδεολογικά.

Η κατάσταση των αποικιοκρατούμενων λαών είναι ωστόσο μια ακραία περίπτωση της σχέσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού μ' εκείνους που εκμεταλλεύεται. Το ιστορικό πέρασμα από μια εποχή στην άλλη δεν πραγματοποιείται ποτέ με μηχανικό τρόπο: ένας τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να εμφανιστεί και να γίνει ιστορικά αποτελεσματικός, όταν ο προηγούμενος τρόπος παραγωγής που ξεπέρασε έχει ήδη εκπληρώσει παντού την αποστολή του μετασχηματισμού της κοινωνίας. Οι τρόποι παραγωγής που αλληλοξεπερνιούνται και οι κοινωνικές μορφές και η ταξική διαστρωμάτωση που τους αναλογεί, διασταυρώνονται και αλληλεπιδρούν στην ιστορία. Έτσι, εξελίξεις, που, αν ειδωθούν αφηρημένα, φαίνεται να μοιάζουν μεταξύ τους (για παράδειγμα το πέρασμα από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό), εξαιτίας του εντελώς διαφορετικού ιστορικού περιβάλλοντος στο οποίο πραγματοποιούνται, αποκτούν εντελώς διαφορετική σχέση απέναντι στο κοινωνικό ιστορικό σύνολο και έχουν έτσι, έστω και αν τις δει κανείς μόνες τους, μια εντελώς νέα λειτουργία και σημασία.

Ο ανερχόμενος καπιταλισμός εμφανίστηκε σαν παράγοντας που ευνοούσε το σχηματισμό των εθνών. Από τη μεσαιωνική πληθώρα των μικρών φεουδαρχικών ηγεμονιών, μετά από σκληρούς επαναστατικούς αγώνες, διαμόρφωσε σε μεγάλα έθνη το καπιταλιστικά πιο αναπτυγμένο τμήμα της Ευρώπης. Οι αγώνες για την ενότητα της Γερμανίας και της Ιταλίας, αν τους δει κανείς αντικειμενικά, ήταν οι τελευταίοι από αυτούς τους επαναστατικούς αγώνες. Αλλά το γεγονός ότι σ' αυτά τα κράτη ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε παραπέρα σε ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό καπιταλισμό, ότι ακόμη και σε μεμονωμένες καθυστερημένες χώρες (Ρωσία, Ιαπωνία) άρχισε να παίρνει τέτοια μορφή, όλα αυτά δεν σημαίνουν ωστόσο ότι έχασε τη σημασία του να διαμορφώνει έθνη σ' όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Αντίθετα. Η καπιταλιστική ανάπτυξη που προχωρά δημιούργησε εθνικά κινήματα σ' όλους τους μέχρι τότε «χωρίς ιστορία» λαούς της Ευρώπης. Μόνο που ο «εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας» τους δεν διεξάγεται πλέον απλά και μόνο σαν αγώνας ενάντια στην εσωτερική φεουδαρχία ή τον φεουδαρχικό απολυταρχισμό, οπότε και είναι οπωσδήποτε προοδευτικός, αλλά πρέπει να τεθεί στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού συναγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Η ιστορική του σημασία, η εκτίμησή του, εξαρτάται, επομένως, από τη συγκεκριμένη λειτουργία που τους αναλογεί μέσα σ' αυτό το συγκεκριμένο σύνολο.

Ήδη ο Μαρξ έχει αναγνωρίσει πολύ καθαρά τη σημασία αυτού του ζητήματος. Σίγουρα, στην εποχή του ήταν κυρίως αγγλικό πρόβλημα, δηλαδή πρόβλημα της σχέσης Αγγλίας και Ιρλανδίας. Και ο Μαρξ τονίζει με τη μεγαλύτερη σαφήνεια ότι «πέρα από το διεθνές δίκαιο, ο πρωταρχικός όρος της απελευθέρωσης της αγγλικής εργατικής τάξης συνίσταται στην αντικατάσταση της ένωσης που σήμερα διατηρείται με τη δύναμη, δηλαδή της υποδούλωσης της Ιρλανδίας, από μια ελεύθερη και ισότιμη συμμαχία αν αυτό μπορεί να καταστεί δυνατό ή από έναν πλήρη διαχωρισμό, αν δεν μπορεί να γίνει αλλιώς». Γιατί είδε καθαρά ότι, από τη μια μεριά η εκμετάλλευση της Ιρλανδίας είναι ένα καθοριστικό ατού για τον αγγλικό καπιταλισμό, που ήδη εκείνη την εποχή, μόνος τότε, είχε μονοπωλιακό χαρακτήρα, και ότι, από την άλλη, η συγκεχυμένη τοποθέτηση της αγγλικής εργατικής τάξης πάνω σ' αυτό το ζήτημα είναι η αιτία μιας διάσπασης ανάμεσα στους καταπιεσμένους, μια πάλη εκμεταλλευομένων ενάντια σ' άλλους εκμεταλλευόμενους, αντί για έναν ενιαίο αγώνα κατά των κοινών τους εκμεταλλευτών. Κατάλαβε, λοιπόν, ότι μόνο ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση της Ιρλανδίας μπορεί να χρησιμεύσει σαν πραγματικά αποτελεσματικό μέτωπο στον αγώνα του αγγλικού προλεταριάτου ενάντια στην αγγλική αστική τάξη.

Η αντίληψη αυτή του Μαρξ δεν παρέμεινε μόνο αναποτελεσματική για το αγγλικό εργατικό κίνημα εκείνης της εποχής, αλλά ούτε καν ζωντάνεψε στη θεωρία και την πρακτική της Β’ Διεθνούς. Για άλλη μια φορά ο Λένιν ήταν αυτός που ανέλαβε να δώσει μια νέα ζωή στη θεωρία, μια ζωή όμως πιο δραστήρια και πιο συγκεκριμένη απ' όσο της είχε δώσει ο ίδιος ο Μαρξ. Γιατί από μια απλά διεθνή ιστορική επικαιρότητα μπήκε στην ημερήσια διάταξη και, επομένως, στον Λένιν δεν προβάλλει πιο θεωρητικά, αλλά καθαρά πρακτικά. Γιατί ο καθένας οφείλει να δει καθαρά σ' αυτή τη σχέση ότι το τεράστιο πρόβλημα που παρουσιάζεται σ' εμάς, δηλαδή ο ξεσηκωμός σε παγκόσμια κλίμακα όλων των καταπιεσμένων, και όχι μόνο των εργατών, είναι το ίδιο πρόβλημα μ' αυτά που ο Λένιν δεν έπαψε να διατυμπανίζει ευθύς εξαρχής σαν επίκεντρο του αγροτικού ζητήματος στη Ρωσία ενάντια στους ναρόντνικους, τους «νόμιμους» μαρξιστές, τους οικονομιστές κτλ. Πρόκειται σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις γι ' αυτό που η Ρόζα Λούξεμπουργκ ονόμασε «εξωτερική» αγορά του καπιταλισμού, όπου εννοεί τη μη καπιταλιστική αγορά, είτε βρίσκεται μέσα είτε έξω από τα πολιτικά σύνορα. Ο καπιταλισμός που εξαπλώνεται από τη μια, δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς αυτήν, από την άλλη, η κοινωνική του λειτουργία απέναντι σ' αυτή την αγορά έγκειται στη διάλυση της αρχικής κοινωνικής δομής της, στην καπιταλιστικοποίησή της, στη μετατροπή της σε μια καπιταλιστική «εσωτερική» αγορά, όπου, όμως, αποκτάει, έτσι, τάσεις για ανεξαρτησία κτλ. Κι εδώ η σχέση είναι διαλεκτική. Μόνο που η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μέσα απ' αυτή τη σωστή και θαυμάσια ιστορική προοπτική, δεν βρήκε το δρόμο για τη συγκεκριμένη λύση των συγκεκριμένων ζητημάτων του παγκόσμιου πολέμου. Παρέμεινε στο έργο της μια ιστορική προοπτική, ένα σωστό και θαυμάσιο χαρακτηριστικό ολόκληρης της εποχής. Αλλά μόνο της εποχής σαν σύνολο. Και ο Λένιν ήταν αυτός που έκανε το βήμα από τη θεωρία στην πράξη. Ωστόσο το βήμα αυτό αποτελεί ταυτόχρονα -και δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε αυτό- θεωρητική πρόοδο. Γιατί είναι ένα βήμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.

Το πέρασμα από την αφηρημένη σωστή εκτίμηση της σύγχρονης ιστορικής πραγματικότητας, από την απόδειξη της γενικά επαναστατικής ουσίας ολόκληρης της ιμπεριαλιστικής εποχής στο συγκεκριμένο, κορυφώνεται στο ζήτημα του ιδιαίτερου χαρακτήρα αυτής της επανάστασης. Ένα από τα μεγαλύτερα θεωρητικά επιτεύγματα του Μαρξ ήταν ότι ξεχώρισε επακριβώς την αστική από την προλεταριακή επανάσταση. Αυτή η διαφοροποίηση είχε μπροστά στις ανώριμες ψευδαισθήσεις των συγχρόνων του, από τη μια μεριά τεράστια σημασία από πρακτική τακτική άποψη, και από την άλλη πρόσφερε τη μοναδική μέθοδο για να γίνουν καθαρά αντιληπτά τα πραγματικά νέα, πραγματικά προλεταριακά επαναστατικά στοιχεία των επαναστατικών κινημάτων της εποχής. Ωστόσο, στον χυδαίο μαρξισμό, αυτή η διαφοροποίηση παγιώθηκε, σ' έναν μηχανιστικό διαχωρισμό. Αυτός ο διαχωρισμός έχει στους οπορτουνιστές για πρακτική συνέπεια μια σχηματική γενίκευση σχετικά με την εμπειρικά σωστή παρατήρηση ότι σχεδόν κάθε επανάσταση της σύγχρονης εποχής ξεκινάει σαν αστική επανάσταση, έστω κι αν είναι διαποτισμένη από προλεταριακές ενέργειες, διεκδικήσεις κτλ. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, για τους οπορτουνιστές η επανάσταση είναι απλά αστική. Το καθήκον του προλεταριάτου είναι να υποστηρίζει αυτή την επανάσταση. Από αυτόν το διαχωρισμό της αστικής και της προλεταριακής επανάστασης προκύπτει ότι το προλεταριάτο πρέπει να αρνηθεί τους δικούς του επαναστατικούς ταξικούς στόχους.

Ωστόσο και η υπερ-αριστερή αντίληψη που διαβλέπει καθαρά τα μηχανιστικά σοφίσματα αυτής της θεωρίας και έχει συνείδηση του προλεταριακού επαναστατικού χαρακτήρα της εποχής μας, πέφτει από την άλλη μεριά στην ίδια επικίνδυνη μηχανιστική αντίληψη. Αφού αναγνωρίζει ότι η αστική τάξη έχει πάψει να παίζει τον ιστορικά επαναστατικό της ρόλο στην εποχή του ιμπεριαλισμού, καταλήγει -και πάλι με βάση έναν μηχανιστικό διαχωρισμό αστικής και προλεταριακής επανάστασης- ότι έχουμε μπει πια στην εποχή της καθαρά προλεταριακής επανάστασης. Αυτή η στάση έχει σαν επικίνδυνη πρακτική συνέπεια ότι όλα εκείνα τα κινήματα αναβρασμού και αποσύνθεσης που δημιουργούνται αναγκαστικά στην εποχή του ιμπεριαλισμού (αγροτικό, αποικιακό, εθνικό πρόβλημα) και που σε σχέση με την προλεταριακή επανάσταση είναι αντικειμενικά επαναστατικά, παραβλέπονται, καμιά φορά μάλιστα περιφρονούνται και απορρίπτονται. Επιπλέον, αυτοί οι θεωρητικοί της καθαρά προλεταριακής επανάστασης παραιτούνται εκούσια από τους πιο αληθινούς και σπουδαίους συμμάχους του προλεταριάτου. Παραμελούν εκείνο το επαναστατικό πλαίσιο που δίνει συγκεκριμένες προοπτικές στην προλεταριακή επανάσταση και περιμένουν έτσι τη «γνήσια» προλεταριακή επανάσταση, σε κάποιον αφηρημένο χώρο, πιστεύοντας ότι την προετοιμάζουν. «Εκείνος που περιμένει μια γνήσια κοινωνική επανάσταση», λέει ο Λένιν, «δεν θα τη γνωρίσει ποτέ και είναι επαναστάτης μόνο στα λόγια, ένας επαναστάτης που δεν καταλαβαίνει την πραγματική επανάσταση».

Γιατί η πραγματική επανάσταση είναι η διαλεκτική μετατροπή της αστικής επανάστασης σε προλεταριακή. Το αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός ότι η τάξη εκείνη που υπήρξε πρωτοπορία και καρπωτής των προηγούμενων μεγάλων αστικών επαναστάσεων, έχει γίνει πια αντικειμενικά αντεπαναστατική, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι έτσι έχουν λυθεί κοινωνικά εκείνα τα αντικειμενικά προβλήματα, γύρω από τα οποία περιστράφηκαν αυτές οι επαναστάσεις, ούτε ότι έχουν ικανοποιηθεί τα στρώματα εκείνα της κοινωνίας, τα οποία είχαν ζωτικό συμφέρον στην επαναστατική επίλυσή τους. Αντίθετα. Η αντεπαναστατική στροφή της αστικής τάξης δεν εκφράζει μόνο την εχθρότητά της απέναντι στο προλεταριάτο, αλλά ταυτόχρονα και την εγκατάλειψη των ίδιων των επαναστατικών της παραδόσεων. Παραχωρεί στο προλεταριάτο την κληρονομιά του επαναστατικού της παρελθόντος. Το προλεταριάτο είναι πια η μόνη τάξη που είναι ικανή να οδηγήσει με συνέπεια στο τέρμα της την αστική επανάσταση. Δηλαδή, από τη μια μεριά οι ακόμη επίκαιρες διεκδικήσεις της αστικής επανάστασης μπορούν να εκπληρωθούν μόνο στα πλαίσια μιας προλεταριακής επανάστασης και από την άλλη, η συνεπής πραγμάτωση αυτών των διεκδικήσεων της αστικής επανάστασης οδηγεί αναγκαστικά στην προλεταριακή επανάσταση. Η προλεταριακή επανάσταση σημαίνει, επομένως, σήμερα πραγμάτωση και κατάργηση ταυτόχρονα της αστικής επανάστασης.

Η σωστή γνώση αυτής της κατάστασης πραγμάτων ανοίγει μια τεράστια προοπτική για τις πιθανότητες και δυνατότητες της προλεταριακής επανάστασης. Ταυτόχρονα, όμως, θέτει το επαναστατικό προλεταριάτο και το ηγετικό κόμμα του μπροστά σε τεράστιες απαιτήσεις. Γιατί για να εκπληρώσει τη διαλεκτική αυτή μετάβαση, το προλεταριάτο δεν πρέπει μονάχα να διαθέτει μια σωστή γνώση της σωστής αλληλουχίας, αλλά επίσης να ξεπεράσει στην πράξη τις μικροαστικές εκείνες τάσεις, τις συνήθειες ως προς τη σκέψη κτλ., που το εμπόδιζαν να δει καθαρά αυτές τις αλληλουχίες (οι εθνικές συγχύσεις, για παράδειγμα). Προκύπτει, επομένως, για το προλεταριάτο η ανάγκη να ξεπεράσει τον εαυτό του και να γίνει, έτσι, ο ηγέτης όλων των καταπιεσμένων. Ο αγώνας πριν απ' όλα των καταπιεσμένων λαών για την εθνική ανεξαρτησία είναι ένα θαυμάσιο έργο της επαναστατικής αυτοδιαπαιδαγώγησης, τόσο για το προλεταριάτο του καταπιεστή λαού που ξεπερνάει τον ίδιο του τον εθνικισμό με την πραγμάτωση της ολοκληρωτικής εθνικής ανεξαρτησίας, όσο και για το προλεταριάτο του καταπιεσμένου λαού που προχωράει πάλι πέρα από τον εθνικισμό του μέσα από τα ανάλογα συνθήματα του φεντεραλισμού και της διεθνούς προλεταριακής αλληλεγγύης. Γιατί όπως λέει ο Λένιν, «το προλεταριάτο παλεύει για το σοσιαλισμό και ενάντια στις δικές του αδυναμίες». Ο αγώνας για την επανάσταση, η χρησιμοποίηση των αντικειμενικών πιθανοτήτων της διεθνούς κατάστασης καθώς και η εσωτερική πάλη για την ίδια την ωριμότητα της επαναστατικής ταξικής συνείδησης είναι αναπόσπαστες στιγμές ενός και του αυτού διαλεκτικού προτσές.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δημιουργεί, επομένως, παντού συμμάχους για το προλεταριάτο, όταν αυτό παλεύει επαναστατικά ενάντια στην αστική τάξη. Όταν όμως δεν συνειδητοποιεί την κατάστασή του και τα καθήκοντά του, το αναγκάζει να σέρνεται πίσω από την αστική τάξη σε μια φοβερή αυτοκατακρεούργηση. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δημιουργεί μια διεθνή κατάσταση, όπου το προλεταριάτο μπορεί να μπει επικεφαλής όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευομένων, όπου ο αγώνας του για την απελευθέρωση μπορεί να γίνει το σύνθημα και ο οδηγός για την απελευθέρωση όλων εκείνων που ο καπιταλισμός κρατάει σκλαβωμένους. Δημιουργεί, όμως, ταυτόχρονα μια διεθνή κατάσταση, όπου εκατομμύρια προλετάριοι αναγκάζονται να δολοφονούν με ιδιαίτερα ραφιναρισμένη ωμότητα εκατομμύρια άλλους προλετάριους, ώστε να στερεώσουν και να ισχυροποιήσουν τη μονοπωλιακή θέση των εκμεταλλευτών τους. Το τι επιφυλάσσει η μοίρα στο προλεταριάτο εξαρτάται από την κατανόηση από μέρους του της ιστορικής του κατάστασης, από την ταξική του συνείδηση. Γιατί «οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία». Όχι, όμως, «μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν». Το ζήτημα που μπαίνει εδώ δεν είναι αν το προλεταριάτο θέλει να αγωνιστεί ή όχι, αλλά μόνο για την επιλογή για τα συμφέροντα ποιανού οφείλει να αγωνιστεί, για τα δικά του ή για εκείνα της αστικής τάξης. Το ζήτημα που θέτει η ιστορική κατάσταση στο προλεταριάτο δεν συνίσταται στην επιλογή ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη, αλλά στην επιλογή ανάμεσα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τον πόλεμο ενάντια σ' αυτόν τον πόλεμο, δηλαδή τον εμφύλιο πόλεμο.

Η αναγκαιότητα του εμφύλιου πολέμου, σαν μέσο άμυνας του προλεταριάτου απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, γεννιέται, όπως όλες οι μορφές πάλης του προλεταριάτου, από τις συνθήκες πάλης που η ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής, της αστικής κοινωνίας επιβάλλει στο προλεταριάτο. Η δραστηριότητα του Κόμματος, η σημασία της ορθής θεωρητικής διορατικότητας δεν χρησιμεύουν παρά να δώσουν στο προλεταριάτο την απαιτούμενη εκείνη δύναμη αντίστασης ή επίθεσης που διαθέτει αντικειμενικά στη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση τον ταξικό διαχωρισμό, που ωστόσο, λόγω θεωρητικής και οργανωτικής ανωριμότητας, δεν την ανεβάζει στο ύψος των δοσμένων αντικειμενικών δυνατοτήτων. Έτσι, πριν ακόμα από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, εμφανίστηκε η μαζική απεργία σαν αυθόρμητη αντίδραση του προλεταριάτου στην ιμπεριαλιστική φάση του καπιταλισμού, και αυτή η σχέση που η Δεξιά και το Κέντρο της Β' Διεθνούς προσπάθησαν με όλα τα μέσα να καλύψουν έγινε σιγά-σιγά το θεωρητικό κτήμα της ριζοσπαστικής πτέρυγας.

Κι εδώ, όμως, ο Λένιν υπήρξε ο μόνος που αναγνώρισε πολύ νωρίς, ήδη στα 1905, πως δεν αρκεί η μαζική απεργία σαν όπλο του αποφασιστικού αγώνα. Εκτιμώντας την αποτυχημένη εξέγερση της Μόσχας σαν αποφασιστικό στάδιο και προσπαθώντας να καθορίσει τις συγκεκριμένες εμπειρίες του απέναντι στον Πλεχάνοφ που υποστήριζε την άποψη ότι «δεν έπρεπε να είχαμε πάρει τα όπλα», θεμελίωσε έτσι ήδη θεωρητικά την αναγκαία τακτική ταυ προλεταριάτου στον παγκόσμιο πόλεμο. Γιατί η ιμπεριαλιστική φάση του καπιταλισμού και ιδιαίτερα το αποκορύφωμά της στον παγκόσμιο πόλεμο δείχνει ότι ο καπιταλισμός έχει μπει στην κατάσταση που πρέπει να αποφασίσει τη διατήρησή του ή την εξαφάνισή του. Και με το σωστό ταξικό ένστικτο μιας τάξης συνηθισμένης να κυριαρχεί, που έχει συνείδηση ότι, με τη διεύρυνση των περιοχών κυριαρχίας της, με την ανάπτυξη της εξουσιαστικής της μηχανής, στενεύει ταυτόχρονα η πραγματική κοινωνική βάση της κυριαρχίας της, προσπαθεί όσο το δυνατό πιο ενεργά και να διευρύνει αυτή τη βάση (παρασύροντας τα μεσαία στρώματα στο να την ακολουθήσουν, διαφθείροντας την εργατική αριστοκρατία κτλ.), και να συνθλίψει αποφασιστικά τους θανάσιμους εχθρούς της, προτού αυτοί συσπειρωθούν ώστε να προβάλουν πραγματική αντίσταση. Γι' αυτό η αστική τάξη είναι εκείνη που παντού εξαλείφει τις «ειρηνικές» μορφές της ταξικής πάλης, των οποίων η πρόσκαιρη, έστω και τόσο προβληματική λειτουργικότητα, αποτελεί τη βάση ολόκληρης της θεωρίας του ρεβιζιονισμού και που προτιμάει πιο «ενεργητικά» μέσα πάλης (βλέπε Αμερική). Καταφέρνει όλο και πιο πολύ να παίρνει ενεργά στα χέρια της την κρατική μηχανή, να ταυτίζεται τόσο έντονα μ' αυτή, που ακόμη και οι φαινομενικά οικονομικές μόνο διεκδικήσεις της εργατικής τάξης προσκρούουν όλο και πιο δυνατά σ' αυτό το τείχος, που οι εργάτες είναι αναγκασμένοι να αρχίσουν την πάλη με την κρατική εξουσία (άρα, έστω και ασυνείδητα, την πάλη για την κρατική εξουσία), όταν θέλουν απλά και μόνο να αποτρέψουν την επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης, την απώλεια των μέχρι τώρα κεκτημένων θέσεων. Έτσι, αυτή η εξέλιξη επιβάλλει στο προλεταριάτο την τακτική της μαζικής απεργίας, όπου ο οπορτουνισμός είναι πάντα έτοιμος από φόβο προς την επανάσταση, να εγκαταλείψει τα ήδη κεκτημένα παρά να αντλήσει τις επαναστατικές συνέπειες της κατάστασης. Η μαζική απεργία είναι, όμως, σύμφωνα με την αντικειμενική της ουσία, ένα επαναστατικό μέσο. Κάθε μαζική απεργία δημιουργεί μια επαναστατική κατάσταση, όπου η αστική τάξη, με τη βοήθεια της κρατικής μηχανής της, αντλεί τις απαραίτητες γι’ αυτή συνέπειες, όσο είναι δυνατό. Απέναντι σ’ αυτά τα μέσα, όμως, το προλεταριάτο είναι ανίσχυρο. Και το όπλο της μαζικής απεργίας αποτυχαίνει αναγκαστικά, αν μπροστά στα όπλα της αστικής τάξης, δεν πάρει κι αυτό τα όπλα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθεί να εξοπλίζεται το ίδιο, να αποδιοργανώνει το στρατό της αστικής τάξης που απαρτίζεται στην πλειοψηφία του από εργάτες και αγρότες, να στρέφει ενάντια στην αστική τάξη τα ίδια της το όπλα. (Η επανάσταση του 1905 δείχνει πολλά παραδείγματα ενός πολύ σωστού ταξικού ενστίκτου, αλλά που απ' αυτή την άποψη δεν είναι παρά μόνο ένστικτο).

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος οξύνει, λοιπόν, αυτή την κατάσταση στο έπακρο. Η αστική τάξη βάζει το προλεταριάτο μπροστά στην επιλογή ή να σκοτώνει τους ταξικούς του συντρόφους στις άλλες χώρες προς όφελος των μονοπωλιακών της συμφερόντων, να πεθαίνει για τα συμφέροντα αυτά, ή να ανατρέψει την κυριαρχία της αστικής τάξης με τη βία των όπλων. Όλα τα άλλα μέσα πάλης απέναντι σ ' αυτή την υπέρτατη βία είναι ανίσχυρα, γιατί όλα, χωρίς εξαίρεση, θα συντριβούν απέναντι στη στρατιωτική μηχανή των ιμπεριαλιστικών κρατών. Αν λοιπόν το προλεταριάτο θέλει να ξεφύγει απ' αυτή την ακραία βία, πρέπει να αναλάβει το ίδιο την πάλη ενάντια σ' αυτή τη στρατιωτική μηχανή, να τη διαλύσει από τα μέσα και να στρέψει τα όπλα, που η ιμπεριαλιστική αστική τάξη αναγκάστηκε να δώσει σ' όλον το λαό, ενάντια στην αστική τάξη, να τα χρησιμοποιήσει για να εκμηδενίσει τον ιμπεριαλισμό.

Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα το θεωρητικά πρωτάκουστο και σ' όλα αυτά. Αντίθετα: Η ουσία της κατάστασης έγκειται στην ταξική σχέση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Ο πόλεμος, σύμφωνα με τον ορισμό του Κλαούζεβιτς, δεν είναι παρά η συνέχιση της πολιτικής, αλλά πραγματικά απ ' όλες τις απόψεις. Δηλαδή ο πόλεμος δεν σημαίνει μόνο για την εξωτερική πολιτική ενός κράτους ότι η γραμμή που ακολουθήθηκε μέχρι τότε από τη χώρα σε καιρό «ειρήνης» οδηγείται ενεργά μέχρι το τέλος, αλλά και ότι ο πόλεμος ενισχύει και οξύνει στο έπακρο και για την εσωτερική ταξική διαστρωμάτωση μιας χώρας (και ολόκληρου του κόσμου) τις τάσεις εκείνες που, ήδη σε καιρό «ειρήνης», εκδηλώθηκαν ενεργά στους κόλπους της κοινωνίας. Ο πόλεμος, επομένως, δεν δημιουργεί σε καμιά περίπτωση μια απόλυτα νέα κατάσταση, ούτε για μια χώρα ούτε για μια τάξη μέσα σ' ένα έθνος. Το νέο σ' αυτόν συνίσταται απλά στην ποιοτική μετατροπή της πρωτάκουστης ποσοτικής αύξησης όλων των προβλημάτων και, μ' αυτόν τον τρόπο -και μόνο μ' αυτόν τον τρόπο- δημιουργείται μια νέα κατάσταση.

Από κοινωνικοοικονομική άποψη, επομένως, ο πόλεμος δεν είναι παρά ένα στάδιο της ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Γι’ αυτό δεν είναι, αναγκαστικά, παρά ένα στάδιο στην ταξική πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη. Η σημασία της θεωρίας του ιμπεριαλισμού του Λένιν έγκειται, επομένως, στο γεγονός ότι ο Λένιν -πράγμα που κανείς άλλος δεν κατόρθωσε- καθόρισε με συνεπή θεωρητικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στον παγκόσμιο πόλεμο και τη συνολική εξέλιξη και ότι το απέδειξε καθαρά με βάση τα συγκεκριμένα προβλήματα του πολέμου. 'Όπως όμως ο ιστορικός υλισμός είναι η θεωρία της προλεταριακής ταξικής πάλης, ο καθορισμός αυτής της σχέσης θα παρέμενε ελλιπής, αν η θεωρία του ιμπεριαλισμού δεν ήταν ταυτόχρονα θεωρία των ρευμάτων του εργατικού κινήματος την εποχή του ιμπεριαλισμού. Το θέμα δεν ήταν λοιπόν μονάχα να γίνει σαφές πώς έπρεπε να ενεργήσει το προλεταριάτο σύμφωνα με τα ταξικά του συμφέροντα σ' αυτή τη νέα διεθνή κατάσταση που δημιούργησε ο πόλεμος, αλλά συγχρόνως να αποδειχθεί πού βασίζονται θεωρητικά οι άλλες «προλεταριακές» τοποθετήσεις για τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμό του, ποια στρώματα του προλεταριάτου ακολουθούν αυτές τις θεωρίες και, επομένως, τις μετατρέπουν σε πολιτικά ρεύματα.

Έπρεπε πρώτα απ' όλα να αποδειχθεί ότι αυτά τα ρεύματα υπάρχουν γενικά σαν ρεύματα. Να αποδειχθεί ότι η τοποθέτηση της σοσιαλδημοκρατίας σχετικά με τον πόλεμο δεν υπήρξε η συνέπεια μιας στιγμιαίας απόκλισης, ενός δειλιάσματος κτλ., αλλά το αναγκαίο επακόλουθο της μέχρι τώρα εξέλιξής της. Επομένως ότι αυτή η τοποθέτηση έπρεπε να γίνει κατανοητή μέσα από την ιστορία του εργατικού κινήματος και ότι έπρεπε να εξεταστεί σε σχέση με τις μέχρι τώρα «διαφωνίες» μέσα στη σοσιαλδημοκρατία (ρεβιζιονισμός κτλ.). Αυτή η άποψη, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη για τη μαρξιστική μέθοδο (βλέπε τον τρόπο με τον οποίο κρίνονται τα σύγχρονα ρεύματα στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο), με δυσκολία κατάφερε να υπερισχύσει, ακόμη και στην επαναστατική πτέρυγα του εργατικού κινήματος. Ακόμη και η ομάδα της «Διεθνούς», δηλαδή η ομάδα της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Φραντς Μέρινγκ, δεν στάθηκε ικανή να ολοκληρώσει και να εφαρμόσει με συνέπεια αυτή τη μεθοδολογική άποψη. Είναι όμως φανερό ότι κάθε καταδίκη του οπορτουνισμού και της θέσης του απέναντι στον πόλεμο που δεν αντιλαμβάνεται τον οπορτουνισμό σαν ένα ιστορικά αναγνωρίσιμο ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα και που δεν θεωρεί το παρόν του σαν οργανικό καρπό του παρελθόντος του, δεν μπορεί ούτε να φτάσει σ' ένα πραγματικό ύψος στις αρχές της μαρξιστικής συζήτησης, ούτε να βγάλει τα συγκεκριμένα πρακτικά, αναγκαία για τη στιγμή της δράσης και τακτικά - οργανωτικά συμπεράσματα από αυτή την καταδίκη.

Για τον Λένιν, και για άλλη μια φορά μονάχα γι’ αυτόν, ήταν ήδη από τη στιγμή που ξέσπασε ο παγκόσμιος πόλεμος σαφές ότι η στάση των Σάιντεμαν, Πλεχάνοφ, Βαντερβέλντε κτλ., απέναντι στον πόλεμο δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά η λογική εφαρμογή των αρχών του ρεβιζιονισμού στην τωρινή κατάσταση.

Σε τι όμως συνίσταται, περιληπτικά, η ουσία του ρεβιζιονισμού; Πρώτα ότι προσπαθεί να ξεπεράσει τη «μονόπλευρη άποψη» του ιστορικού υλισμού που εξετάζει όλα τα φαινόμενα του ιστορικοκοινωνικού γίγνεσθαι αποκλειστικά από την ταξική άποψη του προλεταριάτου. Διαλέγει σαν άποψη το συμφέροντα «ολόκληρης της κοινωνίας». Επειδή όμως, συγκεκριμένα, αυτά τα γενικά συμφέροντα δεν υπάρχουν, και επειδή αυτό που θα μπορούσε να φανεί σαν γενικό συμφέρον δεν είναι τίποτε άλλο από τη στιγμιαία συνιστώσα της αγωνιστικής αλληλεπίδρασης των διαφόρων ταξικών δυνάμεων, ο αναθεωρητής αντιλαμβάνεται το πάντοτε μεταβαλλόμενο αποτέλεσμα της ιστορικής διαδικασίας σαν μια πάντοτε ίδια μεθοδολογική αφετηρία. Έτσι αναποδογυρίζει και θεωρητικά τα πράγματα. Από πρακτική άποψη, η ουσία του παραμένει πάντα και αναγκαστικά ένας συμβιβασμός, λόγω ακριβώς αυτής της θεωρητικής αφετηρίας. Ο ρεβιζιονισμός είναι πάντοτε εκλεκτικός: προσπαθεί, δηλαδή, να αμβλύνει και να εξισώσει ήδη θεωρητικά τις ταξικές αντιθέσεις για να καταστήσει την ενότητά τους, που την έχει αναποδογυρίσει και που δεν υπάρχει παρά μόνο στο κεφάλι του, σαν το μέσο για την εκτίμηση των γεγονότων.

Γι΄ αυτόν το λόγο ο αναθεωρητής απορρίπτει, κατά δεύτερο λόγο, τη διαλεκτική. Γιατί η διαλεκτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εννοιολογική έκφραση του γεγονότος ότι η εξέλιξη της κοινωνίας κινείται στην πραγματικότητα μέσα από τις αντιθέσεις, ότι αυτές οι αντιθέσεις (οι αντιθέσεις των τάξεων, η ανταγωνιστική ουσία της οικονομικής ύπαρξής τους κτλ.) αποτελούν τη βάση και τον πυρήνα κάθε γεγονότος και ότι μια «ενότητα» της κοινωνίας, όσο αυτή στηρίζεται στη διαίρεση σε τάξεις, δεν μπορεί παρά να είναι πάντα μια αφηρημένη έννοια, ένα πάντοτε πρόσκαιρο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης αυτών των αντιθέσεων. Καθώς όμως η διαλεκτική, σαν μέθοδος, δεν είναι παρά η θεωρητική διατύπωση του κοινωνικού γεγονότος ότι η κοινωνία αναπτύσσεται παραπέρα μέσα από αντιθέσεις, από το πέρασμα από τη μια αντίθεση στην άλλη, επομένως με επαναστατικό τρόπο, η θεωρητική απόρριψη της διαλεκτικής σημαίνει ρήξη αρχών με κάθε επαναστατική συμπεριφορά.

Τρίτο, αφού οι αναθεωρητές μ' αυτόν τον τρόπο αρνούνται ν' αναγνωρίσουν την ύπαρξη της διαλεκτικής με την κίνησή της μέσα από τις αντιθέσεις, που παράγει έτσι πάντα κάτι νέο, σαν κάτι που υπάρχει πραγματικά, χάνεται από τη σκέψη τους το ιστορικό, το συγκεκριμένο, το νέο. Η πραγματικότητα που ζουν υπόκειται σε σχηματικούς μηχανιστικούς, «αιώνιους χαλύβδινους νόμους» που, σύμφωνα με την ουσία τους, δημιουργούν αδιάκοπα το ίδιο πράγμα και στους οποίους ο άνθρωπος είναι μοιραία υποταγμένος, όπως και στους νόμους της φύσης. Αρκεί λοιπόν να γνωρίσει κανείς μια για πάντα αυτούς τους νόμους, για να μάθει πώς θα εξελιχθεί η μοίρα του προλεταριάτου. Η υπόθεση ότι μπορεί να υπάρξουν νέες καταστάσεις που να μην υπόκεινται σ' αυτούς τους νόμους ή ακόμη καταστάσεις των οποίων η κατάληξη εξαρτάται από την απόφαση του προλεταριάτου, είναι για τον αναθεωρητή αντεπιστημονική. (Η υπερεκτίμηση των μεγάλων προσωπικοτήτων, της ηθικής κτλ. δεν είναι παρά οι αναγκαίοι αντίποδες αυτής της αντίληψης).

Τέταρτο, αυτοί οι νόμοι είναι, όμως, οι νόμοι της καπιταλιστικής ανάπτυξης και η επιμονή στην αιώνια και υπεριστορική ισχύ τους σημαίνει ότι για τον αναθεωρητή η καπιταλιστική κοινωνία είναι η πραγματικότητα που ουσιαστικά δεν μπορεί να αλλάξει, όπως και για την αστική τάξη. Ο αναθεωρητής δεν θεωρεί πια την αστική κοινωνία σαν ένα προϊόν της ιστορίας που γι’ αυτό είναι ιστορικά καταδικασμένη να εξαφανιστεί, ούτε την επιστήμη σαν ένα μέσο για τη γνώση της εποχής της πτώσης της και την επιτάχυνσή της, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, σαν μέσο για τη βελτίωση της θέσης του προλεταριάτου μέσα στην αστική κοινωνία. Κάθε σκέψη που ξεπερνάει πρακτικά τον ορίζοντα της αστικής κοινωνίας είναι μια ψευδαίσθηση, μια ουτοπία, για το ρεβιζιονισμό.

Πέμπτο, γι' αυτό ο ρεβιζιονισμός έχει μια θέση «ρεαλιστικής» πολιτικής, θυσιάζει πάντοτε τα πραγματικά συμφέροντα του συνόλου της τάξης (και χαρακτηρίζει ουτοπική κάθε συνεπή υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων) στην υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων μεμονωμένων ομάδων. Με βάση αυτές ακόμη τις λίγες παρατηρήσεις είναι σαφές ότι ο ρεβιζιονισμός μπόρεσε να γίνει ένα πραγματικό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα μονάχα επειδή η νέα ανάπτυξη του καπιταλισμού επέτρεψε παροδικά σε ορισμένα στρώματα των εργατών να αποκτήσουν από αυτήν την κατάσταση οικονομικά οφέλη. Καθώς επίσης και γιατί η μορφή οργάνωσης των εργατικών κομμάτων εξασφαλίζει μεγαλύτερη επιρροή σ' αυτά τα στρώματα και στους διανοητικούς εκπροσώπους τους παρά στις -έστω και συγκεχυμένα και ενστικτώδικα- επαναστατικές πλατιές μάζες του προλεταριάτου.

Το κοινό στοιχείο όλων των οπορτουνιστικών ρευμάτων να μην κοιτάζουν ποτέ τα γεγονότα από την ταξική σκοπιά του προλεταριάτου και γι' αυτό να πέφτουν σε μια αντιιστορική και αντιδιαλεκτική εκλεκτική «ρεαλιστική πολιτική», συνδέει τις διαφορετικές τους αντιλήψεις για τον πόλεμο και τις κάνει να φαίνονται όλες, χωρίς εξαίρεση, σαν αναγκαστική συνέπεια του μέχρι τώρα οπορτουνισμού. Η χωρίς όρους υποταγή της δεξιάς πτέρυγας στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της «ίδιας» της της χώρας προέρχεται οργανικά από την άποψη που θεωρεί την αστική τάξη -έστω και με μερικούς δισταγμούς στην αρχή- σαν την ηγέτιδα τάξη της ιστορικής εξέλιξης και αναθέτει στο προλεταριάτο την υποστήριξη «του προοδευτικού της ρόλου». Και όταν ο Κάουτσκι χαρακτηρίζει τη Διεθνή σαν απλό όργανο ειρήνης άχρηστο για τον πόλεμο, τι το διαφορετικό λέει από ό,τι ο ρώσος μενσεβίκος Τσερεβάνιν, όταν ξεσπάει σε θρήνους μετά την πρώτη ρώσικη επανάσταση: «Ωστόσο, μέσα στη φωτιά της επανάστασης, τη στιγμή που οι επαναστατικοί στόχοι πλησιάζουν τόσο στην πραγμάτωσή τους, είναι δύσκολο ν' ανοιχτεί ο δρόμος για μια λογική μενσεβίκικη τακτική» κτλ.

Ο οπορτουνισμός διαφοροποιείται σύμφωνα με τα στρώματα της αστικής τάξης στα οποία γυρεύει να στηριχτεί και στην υποταγή των οποίων προσπαθεί να παρασύρει το προλεταριάτο. Αυτά μπορεί να είναι, όπως στην περίπτωση της δεξιάς πτέρυγας, η βαριά βιομηχανία και το τραπεζικό κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή, ο ιμπεριαλισμός αναγνωρίζεται χωρίς όρους σαν αναγκαίος. Το προλεταριάτο πρέπει να βρει την πραγμάτωση των συμφερόντων του στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στο μεγαλείο, στη νίκη του «δικού» του έθνους. Ή μπορεί ν' αναζητηθεί η προσάρτηση σ’ εκείνα τα στρώματα της αστικής τάξης που είναι μεν αναγκασμένα να συμμετάσχουν στην εξέλιξη, αλλά νιώθουν ότι παραμερίζονται σε δεύτερο πλάνο και που υποτάσσονται γι' αυτό πρακτικά στον ιμπεριαλισμό (και πρέπει να υποταχθούν), ωστόσο όμως γκρινιάζουν ενάντια σ' αυτόν τον εξαναγκασμό και «εύχονται» τα πράγματα να πάρουν μια άλλη τροπή. Αυτός είναι ο λόγος που αναζητούν γρήγορα την ειρήνη, το ελεύθερο εμπόριο, την επιστροφή «ομαλών» καταστάσεων κτλ. Ωστόσο, είναι αυτονόητο ότι ποτέ δεν θα είναι ικανά να προβάλουν σαν ενεργός αντίπαλος του ιμπεριαλισμού. Αντίθετα, δεν διεξάγουν παρά έναν –μάταιο- αγώνα για να έχουν το μερίδιό τους από την ιμπεριαλιστική λεία (τμήματα της ελαφριάς βιομηχανίας, τα μικροαστικά στρώματα κτλ.). Κάτω απ' αυτή την προοπτική, ο ιμπεριαλισμός παρουσιάζεται σαν «τυχαίος». Επιχειρείται να βρεθεί μια ειρηνική λύση, να αμβλυνθούν οι αντιθέσεις. Και το προλεταριάτο, που το Κέντρο θέλει να υποτάξει σ' αυτά τα στρώματα, δεν πρέπει ούτε να αγωνίζεται ενεργά κατά του πολέμου. (Αλλά το να μην αγωνίζεσαι σημαίνει πρακτικά να παίρνεις μέρος στον πόλεμο.) Πρέπει απλά να διαλαλεί την αναγκαιότητα μιας «δίκαιης» ειρήνης κτλ.

Η Διεθνής είναι η οργανωτική έκφραση της κοινότητας συμφερόντων ολόκληρου του παγκόσμιου προλεταριάτου. Από τη στιγμή που αναγνωρίζουμε σαν θεωρητικά δυνατή την πάλη των εργατών ενάντια σε εργάτες στην υπηρεσία της αστικής τάξης, η Διεθνής έχει πρακτικά πάψει να υπάρχει. Και από τη στιγμή που πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η αιματηρή αυτή πάλη εργατών ενάντια σε εργάτες που ακολουθούν τις αντιμαχόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι αναγκαία συνέπεια της στάσης που κράτησαν μέχρι τώρα τα καθοριστικά στοιχεία της Διεθνούς, δεν μπορεί πια να γίνεται λόγος για την επανασύστασή της, για την επαναφορά της στο σωστό δρόμο, την επανίδρυσή της. Η αναγνώριση του οπορτουνισμού σαν ρεύματος σημαίνει ότι ο οπορτουνισμός είναι ο ταξικός εχθρός του προλεταριάτου στο ίδιο του το στρατόπεδο. Η απομάκρυνση των οπορτουνιστών από το εργατικό κίνημα αποτελεί, λοιπόν, την πρώτη, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του αγώνα κατά της αστικής τάξης. Για να προετοιμάσουν την προλεταριακή επανάσταση είναι, λοιπόν, απόλυτα αναγκαίο να απελευθερωθούν οι εργάτες από αυτή την καταστρεπτική, στο πνευματικό και οργανωτικό πεδίο, επιρροή. Και καθώς ο αγώνας αυτός είναι ακριβώς ο αγώνας ολόκληρης της τάξης ενάντια στην παγκόσμια αστική τάξη, από την πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό σαν ρεύμα, βγαίνει σαν αναγκαίο συμπέρασμα η δημιουργία μιας νέας προλεταριακής επαναστατικής Διεθνούς.

Το βούλιαγμα της παλιάς Διεθνούς στο βάλτο του οπορτουνισμού είναι η συνέπεια μιας εποχής της οποίας ο επαναστατικός χαρακτήρας δεν ήταν ορατός στην επιφάνεια. Η κατάρρευσή της, η αναγκαιότητα μιας νέας Διεθνούς αποτελούν σημάδι της αναπόφευκτης πλέον εισόδου στην εποχή των εμφύλιων πολέμων. Όμως αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι από τώρα και πέρα θα πρέπει καθημερινά να δίνονται μάχες στα οδοφράγματα. Σημαίνει, όμως, ότι αυτή η αναγκαιότητα μπορεί να προβάλει από αύριο κιόλας, ότι η ιστορία έβαλε τον εμφύλιο πόλεμο στην ημερήσια διάταξη. Και ένα προλεταριακό κόμμα, και πολύ περισσότερο μια Διεθνής, δεν μπορούν να είναι βιώσιμα παρά μόνο αν αναγνωρίζουν καθαρά αυτή την αναγκαιότητα και είναι αποφασισμένα να προετοιμάσουν το προλεταριάτο γι’ αυτή την αναγκαιότητα και τις συνέπειές της, πνευματικά και υλικά, θεωρητικά και οργανωτικά.

Αυτή η προετοιμασία πρέπει να έχει σαν αφετηρία την κατανόηση του χαρακτήρα αυτής της εποχής. Μόνο όταν η εργατική τάξη θεωρήσει τον παγκόσμιο πόλεμο σαν την αναγκαία συνέπεια της ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, μόνο όταν καταλάβει ότι ο εμφύλιος πόλεμος είναι η μόνη δυνατή αντίσταση ενάντια στην κατάρρευσή της που εξυπηρετεί τον ιμπεριαλισμό, τότε μόνο μπορεί να αρχίσει η υλική και οργανωτική προετοιμασία αυτής της αντίστασης. Και μόνο όταν αυτή η αντίσταση γίνει αποτελεσματική, τότε μόνο ο υπόκωφος αναβρασμός όλων των καταπιεσμένων θα μετατραπεί σε σύμμαχο του προλεταριάτου που απελευθερώνεται. Το προλεταριάτο πρέπει, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα να έχει καθαρά μπροστά στα μάτια του τη σωστή ταξική συνείδηση, ώστε με τη βοήθειά της να γίνει ο ηγέτης του πραγματικού απελευθερωτικού αγώνα, της πραγματικής παγκόσμιας επανάστασης. Η Διεθνής που γεννιέται απ' αυτόν και γι' αυτόν τον αγώνα είναι κατά συνέπεια η θεωρητικά ξεκάθαρη, αγωνιστική ένωση των γνήσια επαναστατικών στοιχείων της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, όμως, είναι το όργανο και το κέντρο του απελευθερωτικού αγώνα όλων των καταπιεσμένων ολόκληρου του κόσμου. Είναι το μπολσεβίκικο κόμμα, η λενινιστική αντίληψη για το κόμμα σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι όπως ο ίδιος ο παγκόσμιος πόλεμος έδειξε στο μακρόκοσμο μιας γιγάντιας παγκόσμιας καταστροφής τις δυνάμεις εκείνες του καπιταλισμού που καταρρέει και τις δυνατότητες πάλης εναντίον του, που ο Λένιν είχε ήδη διακρίνει πολύ καθαρά στο μικρόκοσμο του ρώσικου καπιταλισμού που γεννιόταν, στις δυνατότητες της ρώσικης επανάστασης.


5. Το κράτος σαν όπλο

Η επαναστατική ουσία μιας εποχής εκδηλώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο στο γεγονός ότι η πάλη των τάξεων και των κομμάτων δεν παρουσιάζει πλέον τα χαρακτηριστικά μιας πάλης στο εσωτερικό μιας συγκεκριμένης κρατικής οργάνωσης, αλλά στο γεγονός ότι αρχίζει να αποτινάζει τα σύνορά της και να επεκτείνεται πέρα απ' αυτά. Παρουσιάζεται από τη μια σαν μια πάλη για την κρατική εξουσία, ενώ ταυτόχρονα από την άλλη το κράτος το ίδιο συμμετέχει φανερά σ' αυτή την πάλη. Ο αγώνας δεν γίνεται μόνο κατά του κράτους, αλλά το κράτος το ίδιο αποκαλύπτει το χαρακτήρα του σαν όπλο της ταξικής πάλης, σαν ένα από τα κυριότερα όργανα για τη διατήρηση της ταξικής κυριαρχίας.

Ο Μαρξ και ο 'Ένγκελς αναγνώριζαν πάντα το χαρακτήρα αυτό του κράτους και τον έχουν εξετάσει σε όλες του τις σχέσεις με την ιστορική εξέλιξη και την προλεταριακή επανάσταση. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έθεσαν με πολύ σαφή τρόπο τις θεωρητικές βάσεις μιας θεωρίας του κράτους στα πλαίσια του ιστορικού υλισμού. Όμως εδώ είναι που ο οπορτουνισμός απομακρύνθηκε με συνέπεια πιο πολύ από τους Μαρξ και Ένγκελς. Γιατί σε κάθε άλλο σημείο ήταν δυνατό να παρουσιαστεί είτε η «αναθεώρηση» ιδιαίτερων οικονομικών θεωριών σαν να συμφωνούσε η βασική τους αρχή με την ουσία της μεθόδου του Μαρξ (τάση Μπέρνσταϊν), είτε να δοθεί στα οικονομικά δόγματα που διατηρούνταν στην «ορθοδοξία» μια στροφή μηχανιστική - φαταλιστική, αντιδιαλεκτική και αντεπαναστατική (τάση Κάουτσκι). Όμως, και το απλό γεγονός ότι μπαίνουν σε συζήτηση αυτά τα προβλήματα που ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν σαν τα θεμελιώδη ζητήματα της θεωρίας τους για το κράτος, δείχνει ήδη την αναγνώριση της επικαιρότητας της προλεταριακής επανάστασης. Ο οπορτουνισμός όλων των τάσεων που κυριαρχούσαν στη Β' Διεθνή εκδηλώνεται με τον πιο σαφή τρόπο στο γεγονός ότι καμιά τους δεν καταπιάστηκε σοβαρά με το πρόβλημα του κράτους. Κι εδώ, στο κρίσιμο σημείο, δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στους Κάουτσκι και Μπέρνσταϊν. Όλοι, χωρίς εξαίρεση, δέχτηκαν απλά το κράτος της αστικής κοινωνίας. Και όταν το κριτίκαραν, αυτό ήταν μονάχα για να πολεμήσουν απλά μεμονωμένες και για το προλεταριάτο επιζήμιες μορφές και εκφράσεις του κράτους. Το κράτος το είδαν αποκλειστικά από τη σκοπιά ιδιαίτερων άμεσων συμφερόντων, αλλά η ουσία του δεν εξετάστηκε ούτε εκτιμήθηκε ποτέ από τη σκοπιά ολόκληρης της τάξης του προλεταριάτου. Και η επαναστατική ανωριμότητα και ασάφεια της αριστερής πτέρυγας της Β’ Διεθνούς φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν στάθηκε ικανή να βάλει καθαρά το ζήτημα του κράτους. Μερικές φορές έφτασε μέχρι το πρόβλημα της επανάστασης, μέχρι το πρόβλημα της πάλης κατά του κράτους, χωρίς όμως να είναι ικανή να βάλει το ζήτημα συγκεκριμένα -έστω και καθαρά θεωρητικά- άσε πια να καταδείξει πρακτικά τις συγκεκριμένες της συνέπειες στη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα.

Κι εδώ ακόμη ο Λένιν υπήρξε ο μόνος που έφτασε για άλλη μια φορά το θεωρητικό επίπεδο της αντίληψης του Μαρξ, την καθαρότητα της προλεταριακής επαναστατικής τοποθέτησης απέναντι στο πρόβλημα του κράτους. Και αν ακόμη η συμβολή του συνίστατο μονάχα σ' αυτό, θα ήταν ήδη ένα πολύ σημαντικό θεωρητικό επίτευγμα. Αλλά η αποκατάσταση της θεωρίας του Μαρξ για το κράτος δεν αποτελεί για τον Λένιν φιλολογική αποκατάσταση της αρχικής διδασκαλίας ούτε φιλοσοφική συστηματοποίηση των γνήσιων αρχών της, αλλά, όπως σ' όλες τις περιπτώσεις, αποτελεί το προχώρημά της στο συγκεκριμένο, τη συγκεκριμενοποίησή της στη σύγχρονη πρακτική. Ο Λένιν είδε και παρουσίασε το ζήτημα του κράτους σαν επίκαιρο ζήτημα του μαχόμενου προλεταριάτου. 'Ήδη απ' αυτό -για να μείνουμε καταρχήν στη σημασία αυτού μόνο του ζητήματος- ακολούθησε το δρόμο της αποφασιστικής συγκεκριμενοποίησης του ζητήματος. Γιατί η οπορτουνιστική συγκάλυψη της θεωρίας για το κράτος του ιστορικού υλισμού, που ήταν διαυγής σαν το γάργαρο νερό, έγινε αντικειμενικά δυνατή γιατί πριν από τον Λένιν η θεωρία αυτή γινόταν αντιληπτή μονάχα σαν γενική θεωρία, σαν ιστορική, οικονομική, φιλοσοφική κτλ. εξήγηση της ουσίας του κράτους. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ερμήνευσαν βέβαια με βάση τα συγκεκριμένα επαναστατικά φαινόμενα της εποχής τους την πραγματική πρόοδο της προλεταριακής ιδέας για το κράτος (Κομμούνα). Τόνισαν βέβαια έντονα τα λάθη που αποτελούν οι λαθεμένες θεωρίες για το κράτος για την καθοδήγηση της προλεταριακής ταξικής πάλης (Κριτική του προγράμματος της Γκότα). Ωστόσο, ακόμα και οι πιο άμεσοι μαθητές τους, οι καλύτεροι ηγέτες εκείνης της εποχής, δεν αντιλήφθηκαν τη σχέση ανάμεσα στο πρόβλημα του κράτους και την άμεση καθημερινή τους δουλειά. Γι' αυτό χρειαζόταν τότε ακριβώς η θεωρητική ιδιοφυία των Μαρξ και Ένγκελς, για να γίνει αντιληπτή αυτή η επικαιρότητα μονάχα μέσα από μια οικουμενική θεώρηση των πραγμάτων σε σχέση με τους μικρούς καθημερινούς αγώνες. Και είναι αυτονόητο ότι το προλεταριάτο ήταν ακόμη λιγότερο σε θέση να συνδέσει οργανικά το θεμελιώδες αυτό πρόβλημα με τα άμεσα προβλήματα των καθημερινών αγώνων του. Το πρόβλημα έπαιρνε όλο και περισσότερο τον τόνο ενός «τελικού σκοπού», του οποίου η λύση μπορεί να εναποτεθεί στο μέλλον.

Μόνο με τον Λένιν αυτό το «μέλλον» μετατράπηκε και θεωρητικά σε παρόν. Αλλά μόνο από τη στιγμή που το ζήτημα του κράτους αναγνωριστεί σαν επίκαιρο πρόβλημα, είναι δυνατό για το προλεταριάτο να μη θεωρεί πλέον το καπιταλιστικό κράτος συγκεκριμένα σαν το αναλλοίωτο φυσικό περιβάλλον του, σαν τη μοναδική δυνατή κατάσταση πραγμάτων για την τωρινή ύπαρξή του. Μονάχα αυτή η τοποθέτηση για το αστικό κράτος δίνει στο προλεταριάτο τη θεωρητική αμεροληψία απέναντι στο κράτος και κάνει τη στάση του απέναντι σ' αυτό καθαρά ζήτημα τακτικής. Είναι για παράδειγμα φανερό ότι, τόσο πίσω από την τακτική της πάση θυσία νομιμότητας όσο και πίσω από το ρομαντισμό της παρανομίας, κρύβεται η ίδια έλλειψη θεωρητικής αμεροληψίας απέναντι στο αστικό κράτος. Το αστικό κράτος δεν θεωρείται σαν όργανο της ταξικής πάλης της αστικής τάξης, το οποίο πρέπει να λογαριάσουμε σαν έναν πραγματικό παράγοντα ισχύος, και μόνο σαν τέτοιο, ο σεβασμός του οποίου δεν είναι πλέον παρά ένα ζήτημα απλής σκοπιμότητας.

Όμως η ανάλυση από τον Λένιν του κράτους σαν όπλου της ταξικής πάλης συγκεκριμενοποιεί ακόμη πιο πολύ το ζήτημα. Γιατί δεν επεξεργάζεται μονάχα τις άμεσα πρακτικές (τακτικές, ιδεολογικές κτλ.) συνέπειες της σωστής ιστορικής γνώσης του αστικού κράτους, αλλά ταυτόχρονα εμφανίζει συγκεκριμένα και οργανικά δεμένα με τα άλλα μέσα πάλης του προλεταριάτου το περίγραμμα του προλεταριακού κράτους. Η παραδοσιακή διαίρεση του εργατικού κινήματος (κόμμα, συνδικάτο, συνεταιρισμός) αποδείχνεται σήμερα ανεπαρκής για την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου. Προβάλλει σαν απαραίτητη η δημιουργία οργάνων που να είναι σε θέση να συγκεντρώσουν όλο το προλεταριάτο κι ακόμη πέρα από αυτό, τις μεγάλες μάζες όλων όσων υποφέρουν από την εκμετάλλευση της καπιταλιστικής κοινωνίας (αγρότες, στρατιώτες) για να τους οδηγήσει στον αγώνα. Αυτά τα όργανα, τα σοβιέτ, είναι ωστόσο από τη φύση τους ήδη και μέσα στην αστική κοινωνία όργανα του προλεταριάτου που οργανώνεται σε τάξη. Έτσι, όμως, μπαίνει η επανάσταση στην ημερήσια διάταξη. Γιατί όπως λέει ο Μαρξ: «Η οργάνωση των επαναστατικών στοιχείων σε τάξη προϋποθέτει την ολοκληρωμένη ύπαρξη όλων των παραγωγικών δυνάμεων που μπορούσαν ακόμη ν' αναπτυχθούν στους κόλπους της παλιάς κοινωνίας».

Αυτή η οργάνωση ολόκληρης της τάξης -είτε το θέλει είτε όχι- πρέπει να αναλάβει τον αγώνα κατά της κρατικής μηχανής της αστικής τάξης. Δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής: ή τα προλεταριακά συμβούλια αποδιοργανώνουν την αστική κρατική μηχανή ή αυτή κατορθώνει να διαφθείρει τα συμβούλια σε φαινομενικά μόνο υπαρκτά όργανα και να τα αφήσει έτσι να πεθάνουν. Δημιουργείται μια κατάσταση όπου ή η αστική τάξη καταφέρνει να συντρίψει αντεπαναστατικά το μαζικό κίνημα και να αποκαταστήσει τις «ομαλές» συνθήκες, την «τάξη», ή δημιουργείται από τα συμβούλια, τις οργανώσεις πάλης του προλεταριάτου, η οργάνωση της κυριαρχίας του, η κρατική μηχανή του που είναι κι αυτή μια οργάνωση της ταξικής πάλης. Τα εργατικά συμβούλια φανερώνουν ακόμη από τις πρώτες τους υπανάπτυκτες μορφές ήδη από το 1905 αυτόν το χαρακτήρα: είναι αντικυβέρνηση. Ενώ άλλα όργανα της ταξικής πάλης προσαρμόζονται τακτικά, και σε μια εποχή όπου η κυριαρχία της αστικής τάξης είναι αδιαμφισβήτητη, δηλαδή κάτω από αυτές τις συνθήκες μπορούν να δουλεύουν επαναστατικά, είναι στη φύση του εργατικού συμβουλίου να βρίσκεται με την κρατική εξουσία σε μια σχέση διπλής κυριαρχίας που την ανταγωνίζεται. Όταν κατά συνέπεια ο Μάρτοφ αναγνωρίζει τα συμβούλια σαν όργανα πάλης, αλλά αρνείται την ιδιότητά τους να γίνουν κρατική μηχανή, απομακρύνει ακριβώς από τη θεωρία την επανάσταση, την πραγματική κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο. Αντίθετα, όταν μερικοί υπεραριστεροί θεωρητικοί μετατρέπουν τα εργατικά συμβούλια σε μια μόνιμη ταξική οργάνωση του προλεταριάτου και θέλουν να αντικαταστήσουν το Κόμμα και το συνδικάτο μ' αυτά, δείχνουν ότι δεν κατάλαβαν τη διαφορά ανάμεσα σε επαναστατική και μη επαναστατική κατάσταση, και ότι δεν έχουν ξεκαθαρίσει την πραγματική λειτουργία των εργατικών συμβουλίων. Δεν ξέρουν ότι η απλή και μόνο αναγνώριση της συγκεκριμένης δυνατότητας των εργατικών συμβουλίων ξεπερνάει τα πλαίσια της αστικής κοινωνίας, είναι μια προοπτική της προλεταριακής επανάστασης (ότι κατά συνέπεια το εργατικό συμβούλιο πρέπει να διαδίδεται αδιάκοπα στους κόλπους του προλεταριάτου και το προλεταριάτο να προετοιμάζεται αδιάκοπα γι' αυτό το καθήκον), και ότι η πραγματική παρουσία τους σημαίνει ήδη -αν δεν θέλει να είναι μια απλή κωμωδία- τη σοβαρή πάλη για την κρατική εξουσία, τον εμφύλιο πόλεμο.

Το εργατικό συμβούλιο σαν κρατική μηχανή σημαίνει το κράτος σαν όπλο στην ταξική πάλη του προλεταριάτου. Η αντιδιαλεκτική και επομένως αντιιστορική και αντεπαναστατική αντίληψη του οπορτουνισμού, από το γεγονός ότι το προλεταριάτο παλεύει κατά της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, απ' το γεγονός ότι προσπαθεί να οδηγήσει σε μια αταξική κοινωνία, έβγαλε το συμπέρασμα ότι το προλεταριάτο, σαν αντίπαλος της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, πρέπει να είναι αντίπαλος κάθε άλλης ταξικής κυριαρχίας και, γι' αυτό, οι δικές του μορφές κυριαρχίας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να είναι όργανα ταξικής κυριαρχίας, όργανα ταξικής καταπίεσης. Αυτή η βασική άποψη, αν ειδωθεί αφηρημένα, είναι ουτοπία, γιατί μια τέτοια κυριαρχία του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να εμφανιστεί πραγματικά. Μόλις όμως τη συλλάβουμε πιο συγκεκριμένα και σε σχέση με την τωρινή κατάσταση, αποδείχνεται σαν ιδεολογική συνθηκολόγηση μπροστά στην αστική τάξη. Η πιο αναπτυγμένη μορφή κυριαρχίας της αστικής τάξης, η δημοκρατία, φαίνεται στο πλαίσια αυτής της αντίληψης τουλάχιστον σαν μια προμορφή μιας προλεταριακής δημοκρατίας, αλλά πολύ συχνά σαν αυτή η ίδια η δημοκρατία στην οποία θα χρειαζόταν απλά να φροντίζει κανείς να κερδίζει την πλειοψηφία του πληθυσμού, με ειρηνική ζύμωση, για τα «ιδεώδη» της σοσιαλδημοκρατίας. Επομένως, η μετάβαση από την αστική δημοκρατία στην προλεταριακή δημοκρατία δεν είναι αναγκαστικά επαναστατική. Επαναστατική είναι μόνο η μετάβαση από καθυστερημένες κρατικές μορφές στη δημοκρατία. Κάτω από ορισμένες συνθήκες, η επαναστατική υπεράσπιση της δημοκρατίας κατά της κοινωνικής αντίδρασης είναι αναγκαία. (Το πόσο λαθεμένος και αντεπαναστατικός είναι αυτός ο μηχανιστικός διαχωρισμός της προλεταριακής επανάστασης από την αστική φαίνεται ουσιαστικά στο γεγονός ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν αντέταξε πουθενά σοβαρή αντίσταση στη φασιστική αντίδραση και δεν υπεράσπισε επαναστατικά τη δημοκρατία).

Σαν συνέπεια αυτής της αντίληψης όχι μόνο η επανάσταση απομακρύνεται από την ιστορική εξέλιξη και παρουσιάζεται με κάθε είδους χοντροκομμένες ή καλοφτιαγμένες μεταβάσεις σαν μια «μεταλλαγή στο σοσιαλισμό», αλλά πρέπει να συσκοτιστεί και ο αστικός ταξικός χαρακτήρας της δημοκρατίας για το προλεταριάτο. Η στιγμή της εξαπάτησης βρίσκεται στην αντιδιαλεκτική έννοια της πλειοψηφίας. Αφού, δηλαδή, η κυριαρχία της εργατικής τάξης, από τη φύση της, εκπροσωπεί τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, δημιουργείται σε πολλούς εργάτες πολύ εύκολα η αυταπάτη ότι μια καθαρή, τυπική δημοκρατία, όπου η φωνή κάθε πολίτη αποκτά την ίδια αξία, θα ήταν το πιο κατάλληλο όργανο για να εκφραστούν και να εκπροσωπηθούν τα συμφέροντα του συνόλου. Όμως δεν λαμβάνεται εδώ υπόψη η απλή -απλή!- μικρολεπτομέρεια ότι, δηλαδή, οι άνθρωποι δεν είναι αφηρημένα όντα, αφηρημένοι πολίτες, μεμονωμένα άτομα ενός κρατικού συνόλου, αλλά, όλοι, χωρίς εξαίρεση, συγκεκριμένοι άνθρωποι που κατέχουν μια καθορισμένη θέση στην κοινωνική παραγωγή και των οποίων το κοινωνικό Είναι (και μέσα από αυτό η σκέψη τους κτλ.) καθορίζεται από αυτή τη θέση. Η καθαρή δημοκρατία της αστικής κοινωνίας αποκλείει αυτή τη μεσολάβηση, συνδέοντας απευθείας το απλό, το αφηρημένο άτομο με το κρατικό σύνολο που, από αυτή την άποψη, φαίνεται εξίσου αφηρημένο. Ήδη από αυτόν τον τυπικό θεμελιώδη χαρακτήρα της γνήσιας δημοκρατίας, κονιορτοποιείται πολιτικά η αστική κοινωνία. Πράγμα που δεν είναι ένα απλό πλεονέκτημα για την αστική τάξη, αλλά ακριβώς η καθοριστική προϋπόθεση της ταξικής κυριαρχίας της.

Γιατί όσο και κάθε ταξική κυριαρχία να οικοδομείται σε τελική ανάλυση στη βία, ωστόσο δεν υπάρχει ταξική κυριαρχία που να μπορεί μακροπρόθεσμα να κρατηθεί μονάχα με τη βία. Ο Ταλεϊράν έλεγε από τότε ότι «μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε με τις ξιφολόγχες, όμως δεν μπορούμε να κάτσουμε πάνω τους». Κάθε κυριαρχία από μια μειοψηφία είναι κοινωνικά οργανωμένη μ' έναν τρόπο που συγκεντρώνει την κυρίαρχη τάξη, την καθιστά ικανή για μια ενοποιημένη δράση και ταυτόχρονα αποδιοργανώνει και διασπάει τις καταπιεσμένες τάξεις. Στην περίπτωση της μειοψηφικής κυριαρχίας της σύγχρονης αστικής τάξης θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού δεν ανήκει σε καμιά απ’ τις καθοριστικές τάξεις της ταξικής πάλης, ούτε στο προλεταριάτο ούτε στην αστική τάξη κι ότι κατά συνέπεια η καθαρή δημοκρατία έχει για κοινωνικό καθήκον, σύμφωνα με τα ταξικά της συμφέροντα, να εξασφαλίσει στην αστική τάξη την καθοδήγηση αυτών των ενδιάμεσων στρωμάτων. (Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για την ιδεολογική αποδιοργάνωση του προλεταριάτου. 'Όσο πιο παλιά είναι η δημοκρατία σε μια χώρα, όσο πιο καθαρά έχει αναπτυχθεί, τόσο μεγαλύτερη είναι η ιδεολογική αυτή αποδιοργάνωση, όπως μπορούμε να το διαπιστώσουμε στην Αγγλία και την Αμερική). Φυσικά, μια τέτοια πολιτική δημοκρατία δεν θα επαρκούσε μονάχα γι’ αυτόν το σκοπό. Αλλά δεν αποτελεί παρά το πολιτικό αποκορύφωμα ενός κοινωνικού συστήματος του οποίου τα άλλα στοιχεία είναι ο ιδεολογικός διαχωρισμός ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική, η δημιουργία μιας γραφειοκρατικής κρατικής μηχανής που να κινεί υλικά και ηθικά το ενδιαφέρον ενός μεγάλου μέρους των μικροαστικών στρωμάτων για τη διατήρηση του κράτους, το σύστημα των αστικών κομμάτων, ο τύπος, το σχολείο, η θρησκεία κτλ. Μέσα από μια λίγο-πολύ συνειδητή κατανομή των καθηκόντων, έχουν όλοι τους για σκοπό να εμποδίσουν τη γένεση μιας αυτόνομης ιδεολογίας στους κόλπους των καταπιεσμένων τάξεων του πληθυσμού που θα έκφραζε τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα. ’Έχουν για σκοπό να συνδυάσουν με το αφηρημένο κράτος, που στέκεται επιβλητικά πάνω από τις τάξεις, τα μεμονωμένα μέλη αυτών των τάξεων σαν χωριστά άτομα, σαν απλούς «πολίτες» κτλ., τέλος, έχουν για σκοπό να αποδιοργανώσουν αυτές τις τάξεις σαν τάξεις, να τις ισοπεδώσουν σε εύκολα πιόνια για την αστική τάξη.

Η κατανόηση του ρόλου των συμβουλίων (τα συμβούλια των εργατών και των αγροτών και των στρατιωτών) σαν κρατική εξουσία του προλεταριάτου σημαίνει την προσπάθεια του προλεταριάτου σαν πρωτοπόρας τάξης της επανάστασης να αγωνιστεί ενάντια σ' αυτές τις διαδικασίες αποδιοργάνωσης. Πρέπει πρώτα απ' όλα να συγκροτηθεί το ίδιο σε τάξη. Αλλά, παράλληλα θέλει να οργανώσει τα δραστήρια στοιχεία των ενδιάμεσων στρωμάτων που ξεσηκώνονται ενστικτώδικα κατά της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Όμως ταυτόχρονα πρέπει να σπάσει υλικά και ιδεολογικά η επιρροή της αστικής τάξης πάνω στα άλλα τμήματα αυτών των τάξεων. Πιο διορατικοί οπορτουνιστές, όπως για παράδειγμα ο 'Οτο Μπάουερ, αντιλήφτηκαν επίσης ότι το κοινωνικό νόημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, της δικτατορίας των συμβουλίων συνίσταται ουσιαστικά στο εξής: να αποσπαστεί ριζικά από την αστική τάξη η δυνατότητα μιας ιδεολογικής καθοδήγησης αυτών των τάξεων, ιδιαίτερα των αγροτών, και να εξασφαλιστεί η καθοδήγηση αυτή στη μεταβατική περίοδο για το προλεταριάτο. Η καταπίεση της αστικής τάξης, το τσάκισμα της κρατικής της μηχανής, η εξάλειψη του τύπου της κτλ., όλα αυτά είναι ζωτικής σημασίας αναγκαιότητες για την προλεταριακή επανάσταση, γιατί η αστική τάξη μετά τις πρώτες ήττες της στον αγώνα για την κρατική εξουσία δεν παραιτείται με κανέναν τρόπο από την επανάκτηση του οικονομικά και πολιτικά ηγετικού της ρόλου και, μάλιστα, γιατί παραμένει ακόμη για πολύ καιρό η πιο ισχυρή τάξη στην ταξική πάλη που διεξάγεται κάτω από νέες συνθήκες.

Το προλεταριάτο συνεχίζει, λοιπόν, με τη βοήθεια του συστήματος των συμβουλίων σαν κράτος, τον ίδιο αγώνα που είχε διεξαγάγει προηγούμενα για την κρατική εξουσία, ενάντια στην καπιταλιστική κρατική εξουσία. Πρέπει να εξαλείψει οικονομικά την αστική τάξη, να την απομονώσει πολιτικά, να την αποσυνθέσει, να την υποτάξει ιδεολογικά. Όμως ταυτόχρονα πρέπει να γίνει για όλα τα άλλα στρώματα της κοινωνίας που τράβηξε από την καθοδήγηση της αστικής τάξης ένας οδηγός προς την ελευθερία. Μ' άλλα λόγια, δεν αρκεί να αγωνίζεται το προλεταριάτο αντικειμενικά για τα συμφέροντα των άλλων στρωμάτων που ήταν θύματα της εκμετάλλευσης. Η κρατική του μορφή πρέπει επίσης να χρησιμεύσει στο ξεπέρασμα με τη διαπαιδαγώγηση της απάθειας και της διάσπασης αυτών των στρωμάτων, στη διαπαιδαγώγησή τους στη δράση, την αυτόνομη συμμετοχή στην κρατική ζωή. Αποτελεί ένα από τα πιο ευγενικά καθήκοντα του συστήματος των συμβουλίων η σύνδεση εκείνων των στιγμών της κοινωνικής ζωής που ο καπιταλισμός αποκόβει. Εκεί όπου η αποκοπή αυτή βρίσκεται μονάχα στη συνείδηση των καταπιεσμένων τάξεων, πρέπει να τους γίνει συνειδητή η σύνδεση αυτών των στιγμών. Το σύστημα των συμβουλίων, για παράδειγμα, αποτελεί μια αδιάσπαστη ενότητα οικονομίας και πολιτικής. Συνδέει, έτσι, την άμεση ύπαρξη των ανθρώπων, τα άμεσα καθημερινά τους συμφέροντα κτλ., με τα καθοριστικά ζητήματα του συνόλου. Μέσα στην αντικειμενική πραγματικότητα, αποκαθιστά επίσης την ενότητα εκεί όπου τα ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης πραγματοποίησαν έναν «καταμερισμό της εργασίας». Κυρίως την ενότητα ανάμεσα «στο μηχανισμό εξουσίας (στρατό, αστυνομία, διοίκηση, δικαστήρια κτλ.) και το «λαό». Οι οπλισμένοι αγρότες και εργάτες σαν κρατική εξουσία είναι ταυτόχρονα προϊόντα της πάλης των συμβουλίων και προϋπόθεση για την ύπαρξή τους. Το σύστημα των συμβουλίων επιδιώκει παντού να συνδέσει τη δραστηριότητα των ανθρώπων με τα γενικά ζητήματα του κράτους, της οικονομίας, της κουλτούρας κτλ., παλεύοντας συγχρόνως ώστε η διαχείριση όλων αυτών των προβλημάτων να μην καταντήσει το προνόμιο ενός κλειστού στρώματος, ξεκομμένου από τη συνολική ζωή της κοινωνίας, γραφειοκρατικού. Καθιστώντας έτσι συνειδητή για την κοινωνία την πραγματική σχέση όλων των στιγμών της κοινωνικής ζωής (και σ' ένα κατοπινό στάδιο συνενώνοντας αντικειμενικά ό,τι σήμερα χωρίζεται αντικειμενικά, για παράδειγμα πόλη και ύπαιθρος, πνευματική και χειρωνακτική εργασία κτλ.), το σύστημα των συμβουλίων είναι καθοριστικός παράγοντος στην οργάνωση του προλεταριάτου σε τάξη. ‘Ό,τι υπήρχε μονάχα σαν δυνατότητα στο προλεταριάτο μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, φτάνει έτσι στην πραγματική ύπαρξη. Η πραγματική παραγωγική  ενέργεια του προλεταριάτου μόνο μετά την κατάληψη της κρατικής εξουσίας μπορεί να αφυπνισθεί. Ό,τι όμως ισχύει για το προλεταριάτο, ισχύει και για τα άλλα καταπιεσμένα στρώματα της αστικής κοινωνίας. Και αυτά δεν μπορούν να αναπτυχθούν και να ζήσουν παρά μόνο μέσα σ ' αυτή τη σχέση, με τη μόνη διαφορά ότι είναι εξίσου καθοδηγούμενα και σ' αυτή την κρατική οργάνωση. Βέβαια, η καθοδήγησή τους στον καπιταλισμό σήμαινε ότι δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν την ίδια τους την οικονομικοκοινωνική αποσύνθεση, εκμετάλλευση και καταπίεση. Αντίθετα, τώρα μπορούν -κάτω από την καθοδήγηση του προλεταριάτου- να ζήσουν όχι μόνο σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, αλλά ακόμη να αναπτύξουν την ενέργειά τους που είχε παραμείνει μέχρι τώρα κρυφή και σακατεμένη. Το γεγονός ότι καθοδηγούνται εκφράζεται μονάχα στο ότι το πλαίσιο και η κατεύθυνση αυτής της ανάπτυξης καθορίζονται από το προλεταριάτο σαν πρωτοπόρα τάξη της επανάστασης.

Η καθοδήγηση των ενδιάμεσων μη προλεταριακών στρωμάτων στο προλεταριακό κράτος υλικά διαφέρει, λοιπόν, ουσιαστικά από την καθοδήγησή τους στην αστική κοινωνία. Υπάρχει όμως επιπλέον μια σαφής και ουσιαστική διαφορά: το προλεταριακό κράτος είναι το πρώτο ταξικό κράτος στην ιστορία που ομολογεί τελείως ανοιχτά και χωρίς υποκρισία ότι είναι ταξικό κράτος, μηχανισμός καταπίεσης, όργανο της ταξικής πάλης. Μονάχα αυτή η απόλυτη ειλικρίνεια, αυτή η έλλειψη υποκρισίας καθιστούν δυνατή την πραγματική συνεννόηση ανάμεσα στο προλεταριάτο και τα άλλα στρώματα της κοινωνίας. Όμως, πέρα απ' αυτό, είναι ένα πολύ σπουδαίο μέσο αυτοδιαπαιδαγώγησης για το προλεταριάτο. Γιατί όσο εξαιρετικά σημαντικό υπήρξε το να συνειδητοποιήσει το προλεταριάτο ότι βρισκόταν στη φάση των αποφασιστικών επαναστατικών αγώνων, ότι ο αγώνας, για την κρατική εξουσία, για την καθοδήγηση της κοινωνίας είχε ήδη ξεσπάσει, άλλο τόσο επικίνδυνο θα ήταν να αφεθεί η αλήθεια αυτή να παγιωθεί αντιδιαλεκτικά. Θα ήταν λοιπόν πολύ επικίνδυνο αν το προλεταριάτο, ενώ απελευθερώνεται από την ιδεολογία του φιλειρηνισμού στην ταξική πάλη, ενώ καταλαβαίνει την ιστορική σημασία, την αναγκαιότητα της βίας, φανταζόταν ότι όλα τα προβλήματα της κυριαρχίας του προλεταριάτου μπορούν να τακτοποιούνται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες με τη βία. 'Όμως θα ήταν ακόμη πιο επικίνδυνο αν περνούσε από το μυαλό του προλεταριάτου ότι η ταξική πάλη τελειώνει με την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, ή τουλάχιστον ότι φτάνει σε στασιμότητα. Το προλεταριάτο πρέπει να καταλάβει ότι η κατάκτηση της κρατικής εξουσίας δεν είναι παρά μια φάση αυτού του αγώνα. Μετά την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, ο αγώνας γίνεται ακόμα πιο σκληρός, και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ισχυριστεί κανείς ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων έχει μετατοπισθεί αμέσως και καθοριστικά προς όφελος του προλεταριάτου. Ο Λένιν επαναλαμβάνει ακούραστα ότι η αστική τάξη παραμένει και στην αρχή της σοβιετικής δημοκρατίας, ακόμη και μετά την οικονομική της απαλλοτρίωση και στη διάρκεια της πολιτικής της υποταγής η πιο ισχυρή τάξη. Όμως ο συσχετισμός των δυνάμεων έχει μετατοπισθεί στο μέτρο που το προλεταριάτο έχει κατακτήσει για την ταξική πάλη του ένα νέο, ισχυρό όπλο: το κράτος. Φυσικά, η αξία αυτού του όπλου, η ικανότητά του να διαλύσει, να απομονώσει, να εξαλείψει την αστική τάξη, να κερδίσει με το μέρος του και να διαπαιδαγωγήσει τα άλλα στρώματα της κοινωνίας στη συμμετοχή στο κράτος των εργατών και αγροτών, να οργανώσει το ίδιο το προλεταριάτο πραγματικά σε πρωτοπόρο τάξη, όλα αυτά δεν αποκτιούνται αυτόματα με την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας μόνο, ούτε και το κράτος αναπτύσσεται αναγκαστικά σαν μέσο πάλης από το γεγονός μόνο της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Η αξία του κράτους σαν όπλου του προλεταριάτου εξαρτάται από το τι θα μπορέσει το προλεταριάτο να κάνει μ' αυτό.

Για το προλεταριάτο, η επικαιρότητα της επανάστασης εκφράζεται μέσα από την επικαιρότητα του προβλήματος του κράτους. Έτσι. Όμως, το πρόβλημα του ίδιου του σοσιαλισμού από μακρινή προοπτική, για έναν τελικό σκοπό μόνο, μετατρέπεται σε άμεσο ζήτημα ημερήσιας διάταξης για το προλεταριάτο. Το χειροπιαστό πλησίασμα της πραγμάτωσης του σοσιαλισμού αποτελεί με τη σειρά του μια διαλεκτική σχέση και θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο για το προλεταριάτο, αν -με μηχανιστικό και ουτοπικό τρόπο- αντιλαμβανόταν το πλησίασμα αυτό του σοσιαλισμού σαν την πραγμάτωσή του μέσα από την κατάληψη της εξουσίας μόνο (απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, κοινωνικοποίηση κτλ.). Ο Μαρξ ανέλυσε με εξαίρετη διορατικότητα τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και υπέδειξε τις διάφορες αστικές μορφές δομής που μπορούν μόνο να εξαλειφθούν σιγά – σιγά μέσα από μια μακρόχρονη εξέλιξη. Ο Λένιν χαράζει κι εδώ όσο το δυνατό πιο καθαρά τη διαχωριστική γραμμή από την ουτοπία. Λέει: «Ούτε ένας κομμουνιστής, νομίζω, δεν έχει κατά τα άλλα αμφισβητήσει ότι η έκφραση “σοσιαλιστική δημοκρατία των σοβιέτ” σημαίνει ότι η σοβιετική δύναμη είναι αποφασισμένη να πραγματοποιήσει το πέρασμα στο σοσιαλισμό και σε καμιά περίπτωση ότι αναγνωρίζει σαν σοσιαλιστικές τις δοσμένες οικονομικές συνθήκες». Η επικαιρότητα της επανάστασης σημαίνει, λοιπόν, ότι ο σοσιαλισμός είναι ζήτημα ημερήσιας διάταξης για το εργατικό κίνημα, μονάχα όμως με την έννοια ότι πρέπει να παλεύει καθημερινά για τη δημιουργία των συνθηκών του και ότι μερικά από τα συγκεκριμένα μέτρα της ημέρας σημαίνουν ήδη συγκεκριμένα βήματα προς την πραγμάτωσή του.

Ο οπορτουνισμός αποκαλύπτει σ' αυτό ακριβώς το σημείο, στην κριτική του στις σχέσεις ανάμεσα στα σοβιέτ και το σοσιαλισμό, ότι έχει οριστικά περάσει στο στρατόπεδο της αστικής τάξης, ότι έχει γίνει ταξικός εχθρός του προλεταριάτου. Γιατί από τη μια θεωρεί όλες τις δήθεν παραχωρήσεις που μια προς στιγμή τρομοκρατημένη ή αποδιοργανωμένη αστική τάξη κάνει προς το προλεταριάτο, για να τις ξαναπάρει μετά πίσω, σαν ουσιαστικά βήματα προς το σοσιαλισμό. (Βλέπε «επιτροπές κοινωνικοποίησης» του 1918-1919 στη Γερμανία και την Αυστρία, που έχουν διαλυθεί εδώ και πολύ καιρό). Από την άλλη, ειρωνεύεται τη σοβιετική δημοκρατία γιατί δεν πραγματοποιεί αμέσως και πραγματικά το σοσιαλισμό, γιατί κάτω από προλεταριακές μορφές, κάτω από προλεταριακή καθοδήγηση, κάνει μόνο αστική επανάσταση. («Η Ρωσία σαν δημοκρατία αγροτών», «επανεισαγωγή του καπιταλισμού» κτλ.). Και στις δυο περιπτώσεις φαίνεται ότι για τον οπορτουνισμό κάθε απόχρωσης ο πραγματικός εχθρός που πρέπει πραγματικά να καταπολεμηθεί είναι ακριβώς η ίδια η προλεταριακή επανάσταση. Αυτό επίσης δεν αποτελεί παρά τη λογική εξέλιξη της τοποθέτησής τους απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η λογική συνέχιση της κριτικής στον οπορτουνισμό πριν και στη διάρκεια του πολέμου, όταν ο Λένιν στη σοβιετική δημοκρατία μεταχειρίζεται τους οπορτουνιστές πραγματικά σαν εχθρούς της εργατικής τάξης. Ο οπορτουνισμός αποτελεί επίσης μέρος της αστικής τάξης της οποίας η πνευματική και υλική μηχανή πρέπει να καταστραφεί, της οποίας η δομή πρέπει να αποδιοργανωθεί από τη δικτατορία, ώστε η επιρροή της να μην πιάσει τα ασταθή λόγω της αντικειμενικής ταξικής τους θέσης στρώματα. Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού ακριβώς καθιστά αυτόν τον αγώνα πολύ πιο τραχύ απ' ό,τι ήταν για παράδειγμα την εποχή της διαμάχης με τον Μπέρνσταϊν. Το κράτος σαν όπλο του προλεταριάτου στον αγώνα για το σοσιαλισμό, στην καταπίεση της αστικής τάξης, είναι ταυτόχρονα ένα όπλο στο ξερίζωμα του οπορτουνιστικού κινδύνου για την ταξική πάλη του προλεταριάτου που πρέπει να συνεχιστεί με αμείωτη ορμητικότητα στη διάρκεια της δικτατορίας.


6. Επαναστατική «ρεαλιστική πολιτική»

Το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία και εγκαθιδρύει την επαναστατική του δικτατορία: αυτό σημαίνει ότι η πραγμάτωση του σοσιαλισμού έχει γίνει θέμα ημερήσιας διάταξης. Είναι ένα πρόβλημα για το οποίο το προλεταριάτο δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένο ιδεολογικά. Γιατί η «ρεαλιστική πολιτική» της σοσιαλδημοκρατίας που χειρίστηκε πάντοτε τα καθημερινά ζητήματα σαν απλά καθημερινά ζητήματα, χωρίς να τα συσχετίζει με τη συνολική εξέλιξη, χωρίς να τα συνδέει με τα τελικά προβλήματα της ταξικής πάλης, άρα χωρίς ποτέ να ξεπεράσει πραγματικά και συγκεκριμένα τον ορίζοντα της αστικής κοινωνίας, έδωσε έτσι πάλι στο σοσιαλισμό το χαρακτήρα μιας ουτοπίας στα μάτια των εργατών. Ο διαχωρισμός του τελικού στόχου από το κίνημα δεν παραποιεί μονάχα τη σωστή προοπτική απέναντι στα καθημερινά ζητήματα, στο κίνημα, αλλά μετατρέπει ταυτόχρονα τον τελικό στόχο σε ουτοπία. Αυτό το πισωγύρισμα στον ουτοπισμό εκφράζεται με διάφορες μορφές. Πρώτα απ' όλα στο γεγονός ότι ο σοσιαλισμός δεν φαίνεται στα μάτια των ουτοπιστών σαν διαδικασία σε εξέλιξη, αλλά σαν κάτι το δοσμένο. Μ' άλλα λόγια, τα προβλήματα του σοσιαλισμού δεν εξετάζονται -στο βαθμό που εξετάζονται- παρά μόνο σε σχέση με το ποια οικονομικά, πολιτιστικά κτλ. ζητήματα και ποιες ευνοϊκές τεχνικές κτλ. λύσεις είναι δυνατές, όταν ο σοσιαλισμός έχει ήδη μπει στο στάδιο της πρακτικής εφαρμογής. Όμως δεν τίθεται ούτε το ερώτημα για το πώς μια τέτοια κατάσταση είναι κοινωνικά δυνατή, πώς μπορεί να επιτευχθεί, ούτε το ερώτημα για το πώς μια τέτοια κατάσταση πραγματοποιείται κοινωνικά συγκεκριμένα, ποιους ταξικούς συσχετισμούς, ποιες οικονομικές μορφές βρίσκει το προλεταριάτο την ιστορική στιγμή όπου αναλαμβάνει το καθήκον της πραγμάτωσης του σοσιαλισμού. (Με τον ίδιο τρόπο που ο Φουριέ στον καιρό του ανέλυσε με μεγάλη ακρίβεια την εγκαθίδρυση των φαλανστηρίων, χωρίς να μπορέσει να δείξει τον συγκεκριμένο δρόμο που επιτρέπει την πραγματοποίησή τους). Ο οπορτουνιστικός εκλεκτικισμός, η απομάκρυνση της διαλεκτικής από τη μέθοδο της σοσιαλιστικής σκέψης, αποκόβει. λοιπόν, τον ίδιο το σοσιαλισμό από το ιστορικό προτσές της ταξικής πάλης. Αυτοί που έχουν προσβληθεί από το δηλητήριο αυτής της σκέψης πρέπει επομένως, να αντιλαμβάνονται τόσο τις προϋποθέσεις της πραγμάτωσης του σοσιαλισμού όσο και τα προβλήματα της πραγμάτωσής του μέσα από μια αλλοιωμένη προοπτική. Το σφάλμα αυτής της βασικής θέσης πάει τόσο βαθιά που κυριεύει όχι μόνο τη σκέψη των οπορτουνιστών για τους οποίους ο σοσιαλισμός παραμένει πραγματικά πάντοτε ένας μακρινός τελικός στόχος, αλλά οδηγεί επίσης ειλικρινείς επαναστάτες σε διαστρεβλωμένες αντιλήψεις. Αυτοί, ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς της Β’ Διεθνούς, εκτίμησαν βέβαια την ίδια την επαναστατική διαδικασία, την πάλη για την εξουσία σαν διαδικασία, σε σχέση με τα καθημερινά πρακτικά ζητήματα, στάθηκαν όμως ανίκανοι να συμπεριλάβουν σ' αυτή τη σχέση την κατάσταση του προλεταριάτου μετά την κατάληψη της εξουσίας και τα συγκεκριμένα προβλήματα που απορρέουν από αυτή την κατάσταση. Εδώ πάλι κατάντησαν ουτοπιστές.

Ο θαυμάσιος ρεαλισμός με τον οποίο ο Λένιν χειρίστηκε όλα τα προβλήματα του σοσιαλισμού στη διάρκεια της δικτατορίας, με τον οποίο κέρδισε την εκτίμηση ακόμα και των αστών και μικροαστών αντιπάλων του, δεν είναι λοιπόν τίποτε παραπάνω από τη συνεπή εφαρμογή του μαρξισμού, του ιστορικοδιαλεκτικού τρόπου θεώρησης των επίκαιρων πλέον προβλημάτων του σοσιαλισμού. Στα γραπτά και τους λόγους του Λένιν -όπως εξάλλου και στα έργα του Μαρξ- πολύ λίγο γίνεται λόγος για το σοσιαλισμό σαν κατάσταση. Αντίθετα, όμως, γίνεται πολύ λόγος για τα βήματα που μπορούν να οδηγήσουν στην πραγμάτωση του. Γιατί μας είναι αδύνατο να φανταστούμε συγκεκριμένα το σοσιαλισμό σαν κατάσταση σ' όλες του τις λεπτομέρειες. Όσο σημαντική κι αν είναι η θεωρητικά ακριβής γνώση της βασικής δομής του, η σημασία αυτής της γνώσης βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι αποτελεί μέτρο για την ορθότητα των βημάτων που κάνουμε προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Η συγκεκριμένη γνώση του σοσιαλισμού είναι, όπως ο ίδιος ο σοσιαλισμός άλλωστε, το αποτέλεσμα της πάλης που διεξάγεται γι' αυτόν. Δεν αποκτιέται παρά μόνο μέσα στην πάλη για το σοσιαλισμό και μόνο με αυτή. Και κάθε προσπάθεια για να φτάσουμε σε μια γνώση για το σοσιαλισμό που δεν θα ακολουθούσε το δρόμο της διαλεκτικής αλληλεπίδρασής του με τα καθημερινά προβλήματα της ταξικής πάλης, μετατρέπει αυτή τη γνώση σε μεταφυσική, σε ουτοπία, κάτι το καθαρά διανοητικό και όχι πρακτικό.

Ο ρεαλισμός του Λένιν, η «ρεαλιστική πολιτική» του αποτελεί λοιπόν την οριστική συντριβή κάθε ουτοπισμού, τη συγκεκριμένη εκπλήρωση του περιεχομένου του προγράμματος του Μαρξ. Δηλαδή, μια θεωρία που έγινε πρακτική, μια θεωρία της πράξης. Ο Λένιν έκανε το ίδιο πράγμα με το πρόβλημα του σοσιαλισμού, με εκείνο που είχε κάνει με το πρόβλημα του κράτους: το απόσπασε από τη μέχρι τώρα μεταφυσική απομόνωση, την αστικοποίηση, για να το συμπεριλάβει στο σύνολο των προβλημάτων της ταξικής πάλης. Δοκίμασε μέσα στη συγκεκριμένη ζωή της ιστορικής διαδικασίας τις μεγαλοφυείς υποδείξεις που ο Μαρξ έδωσε στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα και σε άλλα έργα, τις κατέστησε στην ιστορική πραγματικότητα πιο συγκεκριμένες και πιο ολοκληρωμένες απ' όσο ήταν δυνατό να γίνει στην εποχή του Μαρξ, έστω κι από μια ιδιοφυΐα όπως ο Μαρξ.

Τα προβλήματα του σοσιαλισμού είναι κατά συνέπεια τα προβλήματα της οικονομικής δομής και των ταξικών συσχετισμών τη στιγμή που το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία. Απορρέουν απευθείας από την κατάσταση κάτω από την οποία το προλεταριάτο εγκαθιδρύει τη δικτατορία του. Γι' αυτό μόνο μέσα από αυτά τα προβλήματα μπορούν να κατανοηθούν και να επιλυθούν. Περιλαμβάνουν όμως, για τον ίδιο λόγο, σε σχέση με αυτή την κατάσταση και με όλες τις προηγούμενες καταστάσεις παρ' όλα αυτά ένα νέο από άποψη αρχών στοιχείο. Ας απορρέουν από το παρελθόν, όλα τα στοιχεία τους, ο συνδυασμός τους με τη διατήρηση και εδραίωση της κυριαρχίας του προλεταριάτου γεννάει προβλήματα που δεν μπορούσαν να περιέχονται ούτε στον Μαρξ ούτε σε άλλες προηγούμενες θεωρίες και δεν είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτά και να επιλυθούν παρά μέσα σ' αυτή την ουσιαστικά νέα κατάσταση.

Αν ανατρέξει κανείς στη σχέση της και στα θεμέλιά της, η «ρεαλιστική πολιτική» του Λένιν αποκαλύπτεται σαν το απόγειο, μέχρι στιγμής της υλιστικής διαλεκτικής. Από τη μια μεριά, είναι μια αυστηρά μαρξιστική, λιτή και νηφάλια ανάλυση, που φτάνει βαθιά στα συγκεκριμένα ζητήματα της δοσμένης κατάστασης, της οικονομικής δομής και των ταξικών συσχετισμών. Από την άλλη μεριά, είναι μια ξεκάθαρη άποψη απέναντι σ' όλες τις νέες τάσεις που προκύπτουν από αυτή την κατάσταση, και που δεν παραποιείται από καμιά θεωρητική προκατάληψη, καμιά ουτοπική επιθυμία. Όμως, αυτή η απαίτηση που είναι φαινομενικά απλή και στην πραγματικότητα απορρέει από την ουσία της υλιστικής διαλεκτικής -που είναι, βέβαια, θεωρία της ιστορίας- δεν είναι εύκολο να ικανοποιηθεί. Οι συνήθειες, ως προς τον τρόπο σκέψης, του καπιταλισμού έχουν εμφυτέψει σ' όλους τους ανθρώπους και ιδιαίτερα σ' όσους είναι προσανατολισμένοι στις επιστήμες, την τάση να θέλουν να εξηγήσουν το νέο αποκλειστικά και μόνο από το παλιό, το σήμερα εξολοκλήρου από το χτες. (Ο ουτοπισμός των επαναστατών είναι μια προσπάθεια σαν του πνιγμένου που πιάνεται από τα μαλλιά του, μια προσπάθεια να μεταφερθούν μ' ένα πήδημα σ' έναν εντελώς νέο κόσμο, αντί να αντιληφθούν με τη βοήθεια της διαλεκτικής, τη διαλεκτική εμφάνιση του νέου μέσα από το παλιό). «Γι΄ αυτό το λόγο», λέει ο Λένιν, «ο όρος κρατικός καπιταλισμός κάνει πολλούς, πάρα πολλούς να τα χάνουν. Για να μη γίνεται αυτό, πρέπει να θυμόμαστε το βασικό, δηλαδή ότι καμιά θεωρία, καμιά φιλολογία δεν αναλύει τον κρατικό καπιταλισμό με τη μορφή που υπάρχει σε μας, για τον απλούστατο λόγο, ότι όλες οι συνηθισμένες έννοιες που συνδέονται μ' αυτές τις λέξεις, αναφέρονται στην αστική εξουσία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ενώ η δική μας κοινωνία βγήκε από την καπιταλιστική τροχιά και δεν μπήκε ακόμη σε καινούργια τροχιά [...]».

Όμως, ποιο συγκεκριμένο, πραγματικό περιβάλλον βρίσκει για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού το ρώσικο προλεταριάτο που έχει καταφέρει να κυριαρχήσει; Πρώτα έναν σχετικά αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό που καταρρέει λόγω του παγκόσμιου πολέμου, σε μια καθυστερημένη αγροτική χώρα της οποίας η αγροτιά δεν μπορούσε να απελευθερωθεί από τα δεσμά των φεουδαρχικών υπολειμμάτων παρά σε σχέση με την προλεταριακή επανάσταση. Δεύτερο, έξω από τη Ρωσία, ένα εχθρικά διακείμενο καπιταλιστικό περιβάλλον που εννοεί φυσικά να πέσει με όλα τα μέσα που διαθέτει πάνω στο νεοϊδρυμένο κράτος των εργατών και αγροτών και που θα ήταν αρκετά ισχυρό για να συντρίψει το κράτος αυτό στρατιωτικά ή οικονομικά, αν δεν ήταν το ίδιο βαθιά διασπασμένο από τις πάντοτε αυξανόμενες επιδράσεις των αντιθέσεων του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, έτσι που το προλεταριάτο έχει πάντοτε ευκαιρίες να εκμεταλλευτεί αυτούς τους ανταγωνισμούς κτλ. προς όφελός του. (Δεν επισημάναμε, βέβαια, εδώ παρά μόνο τα δύο σύνολα θεμελιωδών προβλημάτων. Σε μερικές όμως σελίδες ούτε καν αυτά τα δύο δεν μπορούν να εξεταστούν με ολοκληρωμένο τρόπο).

Η υλική βάση του σοσιαλισμού σαν ανώτερης οικονομικής μορφής που αντικαθιστά τον καπιταλισμό, δεν μπορούν παρά να είναι η αναδιοργάνωση, η ανώτερη ανάπτυξη της βιομηχανίας, η προσαρμογή της στις ανάγκες των εργαζομένων τάξεων, ο μετασχηματισμός της στην κατεύθυνση μιας ζωής που αποκτάει όλο και περισσότερο νόημα (κατάργηση της αντίθεσης πόλη-ύπαιθρος, πνευματική και χειρωνακτική εργασία κτλ.). Η κατάσταση αυτής της υλικής βάσης του σοσιαλισμού προϋποθέτει έτσι τις δυνατότητες και τους δρόμους της συγκεκριμένης πραγμάτωσής του. Ήδη από το 1917, πριν από την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, ο Λένιν καθόρισε σαφώς την οικονομική κατάσταση και τα καθήκοντα που απορρέουν απ' αυτή για το προλεταριάτο. «Αυτή ακριβώς είναι η διαλεκτική της ιστορίας: ότι ο πόλεμος επιτάχυνε σε εξαιρετικό βαθμό τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και έφερε έτσι την ανθρωπότητα πάρα πολύ κοντά στο σοσιαλισμό. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Κι αυτό όχι μόνο γιατί ο πόλεμος γεννάει με τις φρίκες του την προλεταριακή εξέγερση -καμιά εξέγερση δεν θα δημιουργήσει το σοσιαλισμό, αν δεν έχει ωριμάσει οικονομικά- αλλά και γιατί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη ολική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, είναι το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας, που ανάμεσα σ' αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός, δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια». Κατά συνέπεια, «ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το κρατικό-καπιταλιστικό μονοπώλιο, που χρησιμοποιείται, προς όφελος όλου του λαού και γι' αυτό το λόγο έπαψε να είναι καπιταλιστικό μονοπώλιο». Και προσθέτει στις αρχές του 1918, ότι «ο κρατικός καπιταλισμός θα ήταν ένα βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με την κατάσταση πραγμάτων που υπάρχει σήμερα στη Σοβιετική μας Δημοκρατία. Αν, λ.χ., ύστερα από έξι μήνες εγκαθιδρυόταν στη χώρα μας ο κρατικός καπιταλισμός, αυτό θα ήταν τεράστια επιτυχία και η πιο σίγουρη εγγύηση ότι ύστερα από ένα χρόνο θα εδραιωθεί στη χώρα μας οριστικά και θα γίνει ακατανίκητος ο σοσιαλισμός».

Έπρεπε να αναφερθούν λεπτομερειακά αυτά τα αποσπάσματα για να αντικρουστεί ο πλατιά διαδομένος αστικός και σοσιαλδημοκρατικός μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Λένιν, μετά την αποτυχία της «δογματικής μαρξιστικής» προσπάθειας να εισαγάγει τον κομμουνισμό «μεμιάς», είχε δήθεν κάνει ένα συμβιβασμό από «ρεαλιστική σύνεση» και είχε απομακρυνθεί από την αρχική γραμμή της πολιτικής του. Η ιστορική αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο λεγόμενος πολεμικός κομμουνισμός που ο Λένιν αποκαλεί «προσωρινό μέτρο» που «επέβαλε ο πόλεμος και η καταστροφή» και που «δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι μια πολιτική που ανταποκρίνεται στα οικονομικά καθήκοντα του προλεταριάτου» ήταν η παρέκκλιση από τη γραμμή με την οποία πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις θεωρητικές προβλέψεις του, η εξέλιξη προς το σοσιαλισμό. Ήταν σίγουρα ένα μέτρο που επέβαλε ο εσωτερικός και εξωτερικός εμφύλιος πόλεμος, άρα αναπόφευκτο, αλλά ωστόσο προσωρινό. Όμως, σύμφωνα με τον Λένιν, θα είχε αποβεί μοιραίο για το επαναστατικό προλεταριάτο αν είχε παραγνωρίσει το χαρακτήρα αυτό του πολεμικού κομμουνισμού και μάλιστα αν τον είχε αξιολογήσει -όπως έγινε από πολλούς τίμιους επαναστάτες που, όμως, δεν ήταν στο θεωρητικό ύψος του Λένιν-  σαν ένα πραγματικό βήμα στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, για το πόσο καθαρά σοσιαλιστικό χαρακτήρα έχουν οι εξωτερικές μορφές της οικονομικής ζωής, αλλά αποκλειστικά για το πόσο καταφέρνει το προλεταριάτο να κυριαρχήσει πραγματικά σ' εκείνον τον οικονομικό μηχανισμό που πήρε στα χέρια του με την κατάληψη της εξουσίας και που ταυτόχρονα είναι η βάση του κοινωνικού του Είναι, τη μεγάλη βιομηχανία, και να θέτει αυτή την κυριαρχία πραγματικά στην υπηρεσία των ταξικών του στόχων. Όμως το περιβάλλον αυτών των ταξικών στόχων και επομένως τα μέσα της πραγμάτωσής τους όσο κι αν μεταβάλλονται, η γενική τους βάση πρέπει ωστόσο να παραμένει η ίδια, δηλαδή η συνέχιση της ταξικής πάλης, καθοδηγώντας τα πάντοτε ασταθή ενδιάμεσα στρώματα (κυρίως τους αγρότες) στο αποφασιστικό μέτωπο, στο μέτωπο ενάντια στην αστική τάξη. Και σ' αυτό το σημείο δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι παρά την πρώτη του νίκη το προλεταριάτο παραμένει ακόμα η πιο αδύναμη τάξη, και θα παραμένει για μεγάλο ακόμα χρονικό διάστημα, μέχρι τη νίκη της επανάστασης σε παγκόσμια κλίμακα. Ο αγώνας του πρέπει, λοιπόν, να διέπεται οικονομικά από δύο αρχές: από τη μια να συγκρατήσει όσο το δυνατό γρηγορότερα και πληρέστερα τη διάλυση της μεγάλης βιομηχανίας από τον πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο, γιατί χωρίς αυτή τη βάση το προλεταριάτο σαν τάξη θα εξαφανιστεί. Από την άλλη, να ρυθμίσει με τέτοιο τρόπο όλα τα προβλήματα της παραγωγής και διανομής, ώστε η αγροτιά, που με την επαναστατική λύση του αγροτικού ζητήματος έχει μεταβληθεί σε σύμμαχο του προλεταριάτου, να παραμείνει σ' αυτή τη συμμαχία χάρη στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη ικανοποίηση των υλικών της συμφερόντων. Τα μέσα για την πραγμάτωση αυτών των στόχων αλλάζουν ανάλογα με τις συνθήκες. Αλλά η σταδιακή εφαρμογή αυτών των στόχων είναι ο μοναδικός δρόμος για τη διατήρηση της κυριαρχίας του προλεταριάτου, η πρώτη προϋπόθεση του σοσιαλισμού.

Η ταξική πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο συνεχίζεται, λοιπόν, με αμείωτη ορμητικότητα στο εσωτερικό μέτωπο της οικονομίας. Η μικρή επιχείρηση που είναι εντελώς ουτοπικό να την καταργήσει, να την «κοινωνικοποιήσει» κανείς σ' αυτό το στάδιο, «παράγει τον καπιταλισμό και την αστική τάξη αδιάκοπα, κάθε μέρα, κάθε ώρα, με στοιχειώδη τρόπο και σε μαζική κλίμακα». Εκείνο που έχει σημασία είναι ποιος θα νικήσει σ' αυτόν τον αγώνα, η αστική τάξη που αναδιαμορφώνεται και συσσωρεύει και πάλι ή η κρατική μεγάλη βιομηχανία που ελέγχεται από το προλεταριάτο. Το προλεταριάτο πρέπει να ρισκάρει αυτόν τον αγώνα αν δεν θέλει να ρισκάρει μακροπρόθεσμα, με το στραγγαλισμό των μικρών επιχειρήσεων, του εμπορίου κτλ. (του οποίου η πραγματική εφαρμογή είναι έτσι κι αλλιώς απατηλή), να χαλαρώσει τη συμμαχία με τους αγρότες. Επιπλέον, η αστική τάξη μπαίνει ακόμη στον αγώνα με τη μορφή του ξένου κεφαλαίου, των παραχωρήσεων κτλ. Εδώ προκύπτει η παράδοξη κατάσταση να μπορεί αυτό το κίνημα -όποιες κι αν είναι οι προθέσεις του- να γίνει αντικειμενικά και οικονομικά σύμμαχος του προλεταριάτου, εφόσον μέσα απ' αυτό ενισχύεται η οικονομική δύναμη της μεγάλης βιομηχανίας. Έτσι γεννιέται «μια συμμαχία κατά των στοιχείων της μικρής επιχείρησης». Αλλά, από την άλλη μεριά, πρέπει να καταπολεμηθεί δραστήρια η φυσική τάση του κεφαλαίου εκχώρησης να μετατρέψει σταδιακά το προλεταριακό κράτος σε καπιταλιστική αποικία (όροι εκχώρησης, μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου κτλ.).

Δεν είναι δυνατό με αυτές τις λίγες παρατηρήσεις να σκιαγραφήσουμε έστω και σε αδρές γραμμές την οικονομική πολιτική του Λένιν. Ό,τι αναφέρουμε εδώ θα πρέπει μονάχα να χρησιμεύσει σαν παράδειγμα για να φανούν κάπως καθαρά οι αρχές της πολιτικής του Λένιν, η θεωρητική βάση τους. Και η αρχή αυτή είναι: διατήρηση, πάση θυσία, της κυριαρχίας του προλεταριάτου σ' έναν κόσμο δηλωμένων και αδήλωτων εχθρών και ασταθών συμμάχων. Όπως και η βασική αρχή της πολιτικής του πριν από την κατάληψη της εξουσίας ήταν μέσα από τη σύγχυση και τη διασταύρωση κοινωνικών τάσεων του καπιταλισμού που βούλιαζε, να βρεθούν εκείνες οι στιγμές που, αν το προλεταριάτο τις εκμεταλλευόταν, θα μπορούσε να γίνει η πρωτοπόρα κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας. Ο Λένιν έμεινε ακλόνητα πιστός όλη του τη ζωή σ' αυτήν την αρχή, χωρίς παραχωρήσεις. Έμεινε, όμως, πιστός σ’ αυτή την αρχή -και πάλι χωρίς την παραμικρή παραχώρηση- σαν διαλεκτική αρχή. Με την έννοια ότι «η αρχή τής μαρξιστικής διαλεκτικής συνίσταται στο ότι όλα τα όρια της φύσης και της ιστορίας υπάγονται σε συνθήκες και ταυτόχρονα είναι κινητά, ότι δεν υπάρχει ούτε ένα φαινόμενο που να μη μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να μετατραπεί στο αντίθετό του». Γι' αυτό η διαλεκτική «απαιτεί ολοκληρωμένη εξέταση του προκείμενου κοινωνικού φαινομένου, στην εξέλιξή του, καθώς και τον περιορισμό των εξωτερικών και έκδηλων ροπών στις βασικές δρώσες δυνάμεις, στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην ταξική πάλη». Το μεγαλείο του Λένιν σαν διαλεκτικού έγκειται στο γεγονός ότι συνέλαβε καθαρά τις βασικές αρχές της διαλεκτικής, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την ταξική πάλη πάντοτε σύμφωνα με τη βαθιά τους ουσία, συγκεκριμένα, χωρίς αφηρημένες προκαταλήψεις, αλλά και χωρίς φετιχιστική σύγχυση από επιφανειακά φαινόμενα. Ότι συνέδεσε πάντοτε όλα τα φαινόμενα με τα οποία ασχολήθηκε με την τελική τους βάση: τη συγκεκριμένη δράση συγκεκριμένων ανθρώπων (δηλαδή που εξαρτιόνταν από την ταξική τους τοποθέτηση) πάνω στη βάση των πραγματικών τους ταξικών συμφερόντων. Με βάση αυτή την αρχή καταρρέει ο μύθος του «έξυπνου ρεαλιστή πολιτικού» Λένιν, του «μάστορα των συμβιβασμών» και αποκαλύπτεται μπροστά μας ο πραγματικός Λένιν, ο συνεπής συνεχιστής της διαλεκτικής του Μαρξ.

Πρώτα απ' όλα πρέπει να απορρίψουμε καθορίζοντας την έννοια του συμβιβασμού κάθε νόημα που αποδίνεται σαν να πρόκειται για τέχνασμα, για καπατσοσύνη, για ραφιναρισμένη εξαπάτηση. «Οι άνθρωποι», έλεγε ο Λένιν, «που εννοούν σαν πολιτική μικρά ταχυδακτυλουργικά κόλπα που αγγίζουν καμιά φορά τα όρια της αισχροκέρδειας, πρέπει να προσκρούουν πάνω στην πιο κατηγορηματική μας άρνηση. Οι τάξεις δεν είναι δυνατόν να εξαπατηθούν». Ο συμβιβασμός σημαίνει, λοιπόν, για τον Λένιν το εξής: να εκτιμηθούν οι πραγματικές τάσεις εξέλιξης των τάξεων (ενδεχομένως των εθνών, όπως για παράδειγμα στους καταπιεσμένους λαούς), που, κάτω από ορισμένες συνθήκες, για κάποιο χρονικό διάστημα, σε ορισμένα ζητήματα, ακολουθούν ένα δρόμο παράλληλο με τα ζωτικά συμφέροντα του προλεταριάτου, γι' αυτόν το σκοπό και προς όφελος των δύο.

Ωστόσο κάποιοι συμβιβασμοί μπορούν επίσης να αποτελέσουν μια μορφή της ταξικής πάλης με τον αποφασιστικό εχθρό της εργατικής τάξης, την αστική τάξη. (Βλέπε, για παράδειγμα, τις σχέσεις της σοβιετικής Ρωσίας με τα ιμπεριαλιστικά κράτη). Και οι θεωρητικοί του οπορτουνισμού αρπάζονται και από αυτή την ιδιαίτερη μορφή των συμβιβασμών, εν μέρει για να εγκωμιάσουν ή να υποβιβάσουν τον Λένιν σαν «μη δογματικό ρεαλιστή πολιτικό», και εν μέρει για να βρουν έτσι κάλυψη για τους δικούς τους συμβιβασμούς. Τονίσαμε ήδη πόσο αστήρικτο είναι το πρώτο επιχείρημα. Για την εκτίμηση του δεύτερου πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως και σε κάθε ζήτημα της διαλεκτικής, το σύνολο εκείνο που αποτελεί το συγκεκριμένο πλαίσιο του συμβιβασμού. Και αμέσως γίνεται φανερό το γεγονός ότι ο συμβιβασμός του Λένιν και ο συμβιβασμός των οπορτουνιστών ξεκινούν από διαμετρικά αντίθετες προϋποθέσεις. Ομολογημένη ή ασυνείδητη, η σοσιαλδημοκρατική τακτική βασίζεται στο ότι η πραγματική επανάσταση είναι ακόμη μακριά. Οι αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνικής επανάστασης δεν υπάρχουν ακόμη. Το προλεταριάτο δεν είναι ακόμη ιδεολογικά ώριμο για την επανάσταση. Το Κόμμα και τα συνδικάτα είναι ακόμη πολύ αδύνατα κτλ. Γι' αυτόν το λόγο το προλεταριάτο πρέπει να κάνει συμβιβασμούς με την αστική τάξη. Όσο περισσότερο υπάρχουν οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις της κοινωνικής επανάστασης, τόσο πιο «καθαρά» θα μπορέσει το προλεταριάτο να πραγματοποιήσει τους ταξικούς του στόχους. Έτσι ώστε ο συμβιβασμός έχει συχνά στην πράξη σαν άλλη όψη έναν μεγάλο ριζοσπαστισμό, μια τάση να «διατηρηθούν αγνές οι αρχές σε σχέση με τους «τελικούς στόχους». (Είναι αυτονόητο ότι σε σχέση μ' αυτό μπορούμε γενικά να λάβουμε υπόψη μας μόνο εκείνες τις σοσιαλδημοκρατικές θεωρίες που, μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο, θεωρούν ότι πρέπει να εξακολουθήσουν να εμμένουν στη θεωρία της ταξικής πάλης. Γιατί για τις άλλες απόψεις, ο συμβιβασμός δεν είναι πλέον συμβιβασμός, αλλά φυσική συνεργασία των διαφόρων επαγγελματικών στρωμάτων για το καλό του συνόλου).

Αντίθετα για τον Λένιν ο συμβιβασμός απορρέει απευθείας και λογικά από την επικαιρότητα της επανάστασης. Αν ο βασικός χαρακτήρας όλης της εποχής είναι η επικαιρότητα της επανάστασης, αν αυτή η επανάσταση μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, τόσο σε κάθε ξεχωριστή χώρα όσο και σε παγκόσμια κλίμακα, χωρίς ποτέ η στιγμή αυτή να μπορεί να καθοριστεί από τα πριν, και αν ο επαναστατικός χαρακτήρας ολόκληρης της εποχής εκδηλώνεται με την όλο και μεγαλύτερη αποσύνθεση της αστικής κοινωνίας, πράγμα που έχει σαν αναγκαία συνέπεια να εναλλάσσονται και να διασταυρώνονται ασταμάτητα οι πιο διαφορετικές τάσεις, όλα αυτά σημαίνουν, λοιπόν, ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να αρχίσει και να ολοκληρώσει την επανάστασή του κάτω από τις «πιο ευνοϊκές» συνθήκες που θα έχει επιλέξει το ίδιο, και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να εκμεταλλευτεί σε κάθε περίπτωση κάθε τάση που, έστω και προσωρινά, μπορεί να προωθήσει την επανάσταση ή τουλάχιστον να αποδυναμώσει τους εχθρούς της. Παραθέσαμε προηγούμενα μερικά αποσπάσματα του Λένιν που δείχνουν πόσο λίγες αυταπάτες έτρεφε -πριν ακόμα από την κατάληψη της εξουσίας- όσον αφορά το ρυθμό πραγμάτωσης του σοσιαλισμού. Οι φράσεις που ακολουθούν, παρμένες από ένα απ' τα τελευταία άρθρα που έγραψε μετά την περίοδο των «συμβιβασμών», δείχνουν το ίδιο καθαρά ότι αυτή η πρόβλεψη δεν σήμανε ποτέ για εκείνον μετάθεση της επαναστατικής δραστηριότητας: «Ο Ναπολέων έγραφε: “Ξεκινάμε και μετά βλέπουμε”. Σε ελεύθερη μετάφραση αυτό πάει να πει: “Πρέπει πρώτα να ξεκινήσουμε σοβαρά τον αγώνα κι έπειτα θα δούμε τη συνέχεια”. Έτσι ξεκινήσαμε έναν πρώτο σοβαρό αγώνα τον Οκτώβρη του 1917 κι έπειτα μερικές λεπτομέρειες μας φάνηκαν ήδη καθαρά (απ' την άποψη της παγκόσμιας ιστορίας δεν αποτελούν προφανώς παρά λεπτομέρειες), όπως η ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ ή η “Νέα Οικονομική Πολιτική” κτλ.» Η λενινιστική θεωρία και τακτική των συμβιβασμών δεν αποτελούν επομένως παρά την αντικειμενική - λογική συνέπεια της μαρξιστικής, της διαλεκτικής ιστορικής αντίληψης σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι φτιάχνουν βέβαια οι ίδιοι την ιστορία τους, αλλά δεν μπορούν να τη φτιάξουν κάτω από συνθήκες επιλεγμένες απ' αυτούς. Αποτελεί συνέπεια της αντίληψης ότι η ιστορία δημιουργεί πάντοτε κάτι νέο, ότι, επομένως, οι ιστορικές αυτές στιγμές, στιγμιαίες αλληλοδιασταυρώσεις τάσεων, δεν επανέρχονται ποτέ με την ίδια μορφή, ότι σήμερα μπορεί να αξιολογηθούν τάσεις υπέρ της επανάστασης, που αύριο μπορεί να σημαίνουν θανάσιμο κίνδυνο γι' αυτήν και αντίστροφα. Έτσι, την 1η του Σεπτέμβρη 1917 πρότεινε στους μενσεβίκους και τους εσέρους μια κοινή δράση, έναν συμβιβασμό με βάση το παλιό μπολσεβίκικο σύνθημα: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Ωστόσο, ήδη στις 17 του Σεπτέμβρη, γράφει: «Τελικά, είναι ήδη πάρα πολύ αργά για να προταθεί ένας συμβιβασμός. Ίσως οι λίγες μέρες όπου μια ειρηνική εξέλιξη θα ήταν ακόμη δυνατή να έχουν ήδη παρέλθει. Πραγματικά, όλα δείχνουν φανερά ότι έχουν ήδη παρέλθει». Η εφαρμογή αυτής της θεωρίας στο Μπρεστ-Λιτόφσκ, στις παραχωρήσεις κτλ. είναι αυτονόητη.

Ίσως ακόμη πιο καθαρά φαίνεται στους θεωρητικούς αγώνες του Λένιν κατά της αριστερής πτέρυγας του ίδιου του του κόμματος (μετά την πρώτη επανάσταση και μετά την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ στα ρώσικα πλαίσια και στη διάρκεια των ετών 1920 και 1921 στα ευρωπαϊκά πλαίσια) σε ποιο βαθμό όλη του η θεωρία των συμβιβασμών στηρίζεται στη βασική του αντίληψη για την επικαιρότητα της επανάστασης. Σ' όλες αυτές τις διαμάχες το σύνθημα των αριστερών ριζοσπαστών ήταν η άρνηση κάθε συμβιβασμού για λόγους αρχών. Και η πολεμική του Λένιν αποβλέπει στο να αποδείξει ουσιαστικά ότι στην άρνηση κάθε συμβιβασμού υπάρχει αποφυγή των αποφασιστικών αγώνων, ότι σ' αυτή την αντίληψη υπάρχει ηττοπάθεια απέναντι στην επανάσταση. Γιατί η πραγματική επαναστατική κατάσταση -και αυτό για τον Λένιν είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας- εκφράζεται στο γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει πεδίο ταξικής πάλης χωρίς επαναστατικές δυνατότητες (ή αντεπαναστατικές). Επομένως, ο πραγματικός επαναστάτης, αυτός που ξέρει ότι ζούμε σε επαναστατική εποχή και που βγάζει συμπεράσματα απ’ αυτή τη γνώση πρακτικά, πρέπει πάντοτε να κοιτάζει το σύνολο της κοινωνικοϊστορικής πραγματικότητας μέσα απ' αυτό το πρίσμα και, για το συμφέρον της επανάστασης. να παίρνει υπόψη του ενεργά τα πάντα, το μεγαλύτερο και το μικρότερο, το συνηθισμένο, το ξαφνικό, ανάλογα με τη σπουδαιότητά του για την επανάσταση και μονάχα ανάλογα μ' αυτό. Αποκαλώντας καμιά φορά τον αριστερό ριζοσπαστισμό αριστερό οπορτουνισμό, ο Λένιν έδειξε πολύ σωστά και σε βάθος τις κοινές ιστορικές προοπτικές αυτών των δύο κατά τα άλλα τόσο αντίθετων ρευμάτων, από τα οποία το ένα απαγορεύει κάθε συμβιβασμό και το άλλο βλέπει στο συμβιβασμό την αρχή της «ρεαλιστικής πολιτικής» σε αντίθεση με την «άκαμπτη εμμονή σε δογματικές αρχές»: μια απαισιοδοξία σχετικά με το πλησίασμα και την επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης. Με τον τρόπο που, ξεκινώντας από την ίδια αρχή, απορρίπτει και τις δύο τάσεις, φαίνεται ότι στον Λένιν και τους οπορτουνιστές ο συμβιβασμός είναι μονάχα ίδια λέξη, που όμως, αναφέρεται σε μια ριζικά διαφορετική πραγματικότητα και, επομένως καλύπτει μια ριζικά διαφορετική έννοια στον καθένα τους.

Η σωστή κατανόηση αυτού που ο Λένιν αντιλαμβανόταν σαν συμβιβασμό και του τρόπου με τον οποίο θεμελίωνε θεωρητικά την τακτική των συμβιβασμών δεν είναι μόνο πρωταρχικής σημασίας για να κατανοηθεί ακριβώς η μέθοδός του, αλλά έχει και πρακτικά μεγάλη σπουδαιότητα. Ο συμβιβασμός στον Λένιν είναι δυνατός μονάχα στη διαλεκτική αλληλεπίδραση με την εμμονή στις αρχές και τη μέθοδο του μαρξισμού. Στο συμβιβασμό φαίνεται πάντα το επόμενο πραγματικό βήμα της πραγμάτωσης της θεωρίας του μαρξισμού. Όπως αυτή η θεωρία και τακτική διακρίνονται καθαρά από τη μηχανιστική ακαμψία μιας εμμονής σε «αγνές» αρχές, έτσι πρέπει να κρατηθούν αυστηρά μακριά από κάθε χωρίς αρχές σχηματική «ρεαλιστική πολιτική». Μ' άλλα λόγια, δεν αρκεί για τον Λένιν, η αναγνώριση και εκτίμηση μέσα στην ύπαρξή τους, της συγκεκριμένης κατάστασης στα πλαίσια της οποίας ενεργεί κανείς, των συγκεκριμένων συσχετισμών δυνάμεων που καθορίζουν το συμβιβασμό, της τάσης της αναγκαίας παραπέρα ανάπτυξης του προλεταριακού κινήματος που καθορίζει την κατεύθυνσή του, αλλά θεωρεί ότι αυτό αποτελεί έναν τεράστιο πρακτικό κίνδυνο για το εργατικό κίνημα, όταν τέτοιες ακριβείς γνώσεις της πραγματικότητας δεν εντάσσονται στα πλαίσια της γενικά σωστής γνώσης ολόκληρης της ιστορικής διαδικασίας. Έτσι επιδοκίμασε την πρακτική στάση των γερμανών κομμουνιστών για μια «εργατική κυβέρνηση» μετά την κατάπνιξη του πραξικοπήματος του Καπ, τη λεγόμενη νόμιμη αντιπολίτευση, αλλά κατάκρινε με τον πιο αυστηρό τρόπο το γεγονός ότι αυτή η σωστή τακτική θεμελιώθηκε με θεωρητικά λαθεμένη, γεμάτη δημοκρατικές αυταπάτες ιστορική προοπτική.

Η διαλεκτικά ορθή ένωση του γενικού και του ειδικού, η αναγνώριση του γενικού (της γενικής βασικής τάσης της ιστορίας) μέσα στο ειδικό (μέσα στη συγκεκριμένη κατάσταση) και η συγκεκριμενοποίηση της θεωρίας κου πηγάζει από αυτό, αποτελούν επομένως, τη βασική ιδέα αυτής της θεωρίας των συμβιβασμών. Εκείνοι που διακρίνουν στον Λένιν απλά και μόνο έναν έξυπνο και ενδεχόμενα μάλιστα, μεγαλοφυή «ρεαλιστή πολιτικό», παραγνωρίζουν απόλυτα την ουσία της μεθόδου του. Εκείνοι, όμως, που πιστεύουν ότι βρίσκουν στις αποφάσεις του «συνταγές» που μπορούν να εφαρμοστούν παντού, «οδηγίες» για μια ορθή πρακτική δράση, τον παρεξηγούν ακόμη πιο πολύ. Ο Λένιν δεν διατύπωσε ποτέ «γενικούς κανόνες» που να μπορούν να «εφαρμοστούν» σε μια σειρά περιπτώσεων. Οι «αλήθειες» του απορρέουν από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης με τη βοήθεια της διαλεκτικής θεώρησης της ιστορίας. «Γενικεύοντας» μηχανικά τις σκέψεις και τις αποφάσεις του, μόνο μια καρικατούρα, ένας χυδαίος λενινισμός μπορεί να προκύψει. Όπως για παράδειγμα, εκείνοι οι ούγγροι κομμουνιστές που, με την απάντησή τους στη νότα του Κλεμανσό, το καλοκαίρι του 1919, προσπάθησαν να μιμηθούν σχηματικά την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση. Γιατί όπως επικρίνει αυστηρά ο Μαρξ μιλώντας στον Λασάλ: «Η διαλεκτική μέθοδος εφαρμόζεται λάθος. Ο Χέγκελ δεν αποκάλεσε ποτέ διαλεκτική την υπαγωγή ενός αριθμού “περιπτώσεων” under a general principle (κάτω από μια γενική αρχή)».

Το γεγονός ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι τάσεις που υπάρχουν στην κάθε συγκεκριμένη κατάσταση, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι τάσεις αυτές έχουν την ίδια βαρύτητα στη λήψη των αποφάσεων. Αντίθετα! Κάθε κατάσταση έχει ένα κεντρικό πρόβλημα και η απόφαση που θα παρθεί εξαρτάται τόσο απ' όλα τα άλλα ταυτόχρονα ζητήματα όσο και από την παραπέρα ανάπτυξη όλων των κοινωνικών τάσεων στο μέλλον. «Πρέπει», έλεγε ο Λένιν, «να είμαστε σε θέση να εντοπίζουμε κάθε στιγμή εκείνο τον συγκεκριμένο κρίκο της αλυσίδας, από τον οποίο πρέπει να γαντζωθούμε με όλες μας τις δυνάμεις για να κρατήσουμε όλη την αλυσίδα και να προετοιμάσουμε το σταθερό πέρασμα στον επόμενο κρίκο. Και, στην περίπτωση αυτή, η διαδοχή των κρίκων, η μορφή τους, η σύνδεσή τους, οι διαφορές ανάμεσά τους στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων δεν είναι τόσο απλές και χωρίς σημασία όσο σε μια συνηθισμένη αλυσίδα που κατασκευάζει ο σιδεράς». Ποια στιγμή της κοινωνικής ζωής στη δοσμένη κατάσταση θα αποκτήσει μια τέτοια σημασία, δεν μπορεί να καθοριστεί παρά μόνο με τη μαρξιστική διαλεκτική, τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Το καθοδηγητικό νήμα για να τη βρούμε είναι η επαναστατική θεώρηση της κοινωνίας σαν συνόλου που βρίσκεται σε εξέλιξη. Γιατί μόνο η σχέση αυτή προς το σύνολο δίνει στον κάθε φορά καθοριστικό κρίκο της αλυσίδας σπουδαιότητα: πρέπει να πιαστεί γιατί μόνο μ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να πιαστεί το σύνολο. Ο Λένιν υπογραμμίζει ιδιαίτερα έντονα και συγκεκριμένα αυτό το πρόβλημα και πάλι σ' ένα από τα τελευταία άρθρα του όπου αναφέρεται στους συνεταιρισμούς και τονίζει ότι «πολλά απ' αυτά που στα όνειρα των παλιών συνεταιριστών έμοιαζαν φανταστικά ή ακόμη μύριζαν ρομαντισμό, έχουν γίνει η πιο χειροπιαστή πραγματικότητα». Λέει: «Στην πραγματικότητα, δεν μας μένει παρά να κάνουμε ένα πράγμα, να “εκπολιτίσουμε” τον πληθυσμό μας με τέτοιο τρόπο που να κατανοήσει όλα τα προνόμια μιας προσωπικής συμμετοχής στο συνεταιρισμό και να προχωρήσει προς τη συμμετοχή αυτή. Δεν έχουμε παρά “μόνο” αυτό να κάνουμε. Δεν έχουμε σήμερα ανάγκη από άλλα τεχνάσματα για να περάσουμε στο σοσιαλισμό. Αλλά για να πραγματοποιηθεί το “μόνο” αυτό, χρειάζεται μια ολόκληρη μεταβολή, μια ολόκληρη ευθεία της πολιτιστικής ανάπτυξης όλων των λαϊκών μαζών». Δεν είναι δυστυχώς δυνατό να αναλύσουμε εδώ λεπτομερειακά όλο το άρθρο. Αυτή η ανάλυση -και μάλιστα η ανάλυση οποιασδήποτε τακτικής οδηγίας του Λένιν- θα έδειχνε πως το σύνολο περιέχεται πάντοτε σε καθέναν από τους κρίκους της αλυσίδας. Ότι το κριτήριο της σωστής μαρξιστικής πολιτικής συνίσταται πάντοτε στο να τονίζουμε εκείνες τις στιγμές από τη διαδικασία και στο να συγκεντρώνουμε σ' αυτές τη μεγαλύτερη δυνατή ενέργεια, στιγμές, που στη δοσμένη κατάσταση, στη δοσμένη φάση, κρύβουν μέσα τους αυτή τη σχέση προς το σύνολο του σήμερα και προς το κεντρικό πρόβλημα της εξέλιξης του μέλλοντος, επομένως και τη σχέση προς το μέλλον στο πρακτικά χειροπιαστό σύνολο. Το να πιάνουμε ενεργά τον επόμενο, τον αποφασιστικό κρίκο της αλυσίδας δεν σημαίνει επομένως με κανέναν τρόπο ότι αυτή η στιγμή πρέπει να αποκοπεί από το σύνολο και ότι οι άλλες στιγμές θα πρέπει να αγνοηθούν εξαιτίας της. Αντίθετα. Σημαίνει ότι όλες οι άλλες στιγμές πρέπει να συσχετιστούν μ' αυτό το κεντρικό πρόβλημα και να κατανοηθούν και επιλυθούν σωστά σε αυτή τη σχέση. Ο συσχετισμός όλων των προβλημάτων μεταξύ τους δεν χαλαρώνει με αυτή την αντίληψη, αντίθετα γίνεται πιο έντονος και συγκεκριμένος.

Οι στιγμές αυτές δημιουργούνται από την ιστορική διαδικασία, από την αντικειμενική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά εξαρτάται από το προλεταριάτο αν αυτό είναι ικανό και σε ποιο βαθμό να τις καταλάβει, να τις αντιληφθεί και κατά συνέπεια να επηρεάσει την παραπέρα εξέλιξή τους. Το θεμελιώδες μαρξιστικό αξίωμα που έχουμε συχνά αναφέρει ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν οι ίδιοι την ιστορία τους, αποκτά την εποχή της επανάστασης, μετά την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, μια όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα, έστω κι αν, όπως είναι αυτονόητο, είναι αναγκαίο το διαλεκτικό του συμπλήρωμα με τη σημασία των περιστάσεων που δεν διαλέγουμε οι ίδιοι, για να μείνει αληθινό. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο ρόλος του Κόμματος στην επανάσταση -η μεγάλη ιδέα του νεαρού Λένιν- γίνεται ακόμη πιο μεγάλος και πιο αποφασιστικός στην εποχή της μετάβασης στο σοσιαλισμό απ' ό,τι στην εποχή της προετοιμασίας. Γιατί όσο πιο πολύ μεγαλώνει η ενεργός επιρροή του προλεταριάτου που καθορίζει την πορεία της ιστορίας, όσο πιο μοιραίες -με την καλή και την κακή έννοια της λέξης- γίνουν οι αποφάσεις του προλεταριάτου για το ίδιο και για ολόκληρη την ανθρωπότητα, τόσο περισσότερο ζωτική σημασία έχει να κρατηθεί σε καθαρή μορφή η μόνη πυξίδα σ' αυτόν τον άγριο, θυελλώδη ωκεανό, η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου, και να διαμορφωθεί σε όλο και μεγαλύτερη διαύγεια αυτό το πνεύμα, μοναδικός οδηγός στον αγώνα. Αυτή η σπουδαιότητα του ενεργά ιστορικού ρόλου του προλεταριακού κόμματος είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της θεωρίας και επομένως της πολιτικής του Λένιν που δεν έπαψε ποτέ να τονίζει και να επιμένει στη σπουδαιότητά του όσον αφορά τις πρακτικές αποφάσεις. Έτσι, στο 11ο Συνέδριο του ΚΚΡ, λέει επιτιθέμενος στους αντιπάλους της ανάπτυξης του κρατικού καπιταλισμού: «Ο κρατικός καπιταλισμός είναι ο καπιταλισμός εκείνος που θα μπορέσουμε να τον περιορίσουμε, που θα μπορέσουμε να καθορίσουμε τα όριά του. Αυτός ο κρατικός καπιταλισμός συνδέεται με το κράτος, και το κράτος είναι οι εργάτες, είναι το πρωτοπόρο κομμάτι των εργατών, είναι η πρωτοπορία, είμαστε, εμείς. [...] Και από μας εξαρτάται τι είδους θα είναι αυτός ο κρατικός καπιταλισμός». Γι' αυτό, κάθε στροφή στην εξέλιξη προς το σοσιαλισμό είναι πάντοτε και με καθοριστικό τρόπο, ταυτόχρονα ένα εσωτερικό πρόβλημα του Κόμματος. Είναι μια αναδιοργάνωση των δυνάμεων, μια προσαρμογή των κομματικών οργανώσεων στο νέο καθήκον: να επηρεάσει την εξέλιξη της κοινωνίας με την έννοια που υπαγορεύεται από την προσεκτική και ακριβή ανάλυση του συνόλου από την ταξική άποψη του προλεταριάτου. Γι αυτό το Κόμμα βρίσκεται στην ανώτατη θέση στην ιεραρχία των αποφασιστικών δυνάμεων μέσα στο κράτος που είμαστε εμείς. Γι’ αυτό όμως, αυτό το ίδιο το Κόμμα -δεδομένου ότι η επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει παρά μόνο σε παγκόσμια κλίμακα και ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί πραγματικά να συγκροτηθεί σε τάξη παρά μόνο σαν παγκόσμιο προλεταριάτο- είναι ενταγμένο και υπάγεται σαν τμήμα στο ανώτατο όργανο της προλεταριακής επανάστασης, στην Κομμουνιστική Διεθνή. Η μηχανιστική ακαμψία της σκέψης, που χαρακτηρίζει όλους τους οπορτουνιστές και αστούς, θα βλέπει πάντοτε μέσα σε τέτοιους συσχετισμούς άλυτες αντιθέσεις. Δεν θα καταλάβει ποτέ πως οι μπολσεβίκοι, αφού «επέστρεψαν στον καπιταλισμό», εμμένουν ωστόσο στην παλιά διάρθρωση του Κόμματος, στην παλιά «αντιδημοκρατική» δικτατορία του Κόμματος. Δεν θα καταλάβει πώς η Κομμουνιστική Διεθνής δεν απαρνιέται ούτε για μια στιγμή την παγκόσμια επανάσταση, αντίθετα προσπαθεί να την προετοιμάσει και να την οργανώσει με όλα τα μέσα που διαθέτει, ενώ ταυτόχρονα το κράτος του ρώσικου προλεταριάτου προσπαθεί να προωθήσει την ειρήνη με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, την ενδεχόμενη συμμετοχή του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, στην οικονομική ανοικοδόμηση της Ρωσίας. Δεν θα καταλάβει πως το Κόμμα εμμένει αμείλικτα στον εσωτερικό αυστηρό χαρακτήρα του και προωθεί με τα πιο δραστήρια μέσα την ιδεολογική και οργανωτική του εδραίωση, ενώ η οικονομική πολιτική της σοβιετικής δημοκρατίας μεριμνά με ανησυχία ώστε η συμμαχία με τους αγρότες, στην οποία οφείλει την ύπαρξή της, να μη χαλαρώσει, ενώ η σοβιετική δημοκρατία γίνεται στα μάτια των οπορτουνιστών όλο και περισσότερο αγροτικό κράτος, χάνει όλο και πιο πολύ τον προλεταριακό του χαρακτήρα κτλ. Η μηχανιστική ακαμψία της αντιδιαλεκτικής σκέψης είναι ανίκανη να συλλάβει ότι αυτές οι αντιθέσεις είναι αντικειμενικές, υπαρκτές αντιθέσεις της σημερινής εποχής, ότι η πολιτική του ΚΚΡ (μπ), η πολιτική του Λένιν, είναι αντιφατική στο βαθμό που ψάχνει και βρίσκει τις διαλεκτικά σωστές απαντήσεις στις αντικειμενικές αντιθέσεις της ίδιας της της κοινωνικής ύπαρξης.

Έτσι, η ανάλυση της πολιτικής του Λένιν μας επαναφέρει πάντοτε στις βάσεις της διαλεκτικής μεθόδου. Ολόκληρο το έργο του είναι η συνεπής εφαρμογή της διαλεκτικής του Μαρξ στα φαινόμενα μιας γιγάντιας μεταβατικής εποχής που αλλάζουν αδιάκοπα και δημιουργούν πάντοτε το νέο. Αλλά καθώς η διαλεκτική δεν είναι μια θεωρία έτοιμη που μπορεί να εφαρμοστεί μηχανικά στα φαινόμενα της ζωής, αλλά που υπάρχει μόνο σ' αυτή την εφαρμογή, μέσα απ' αυτή την εφαρμογή σαν θεωρία, η διαλεκτική μέθοδος έγινε με την πράξη του Λένιν πιο διευρυμένη, πιο ολοκληρωμένη και θεωρητικά πιο αναπτυγμένη από εκείνη που κληρονόμησε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς.

Είναι λοιπόν, απόλυτα δικαιολογημένο να μιλάμε για το λενινισμό σαν νέα φάση στην ανάπτυξη της υλιστικής διαλεκτικής. Ο Λένιν όχι μόνο αποκατέστησε την καθαρότητα της διδασκαλίας του Μαρξ, μετά από δεκαετίες ισοπέδωσης και παραποίησης που είχε προξενήσει ο χυδαίος μαρξισμός, αλλά ανέπτυξε παραπέρα την ίδια τη μέθοδο, την έκανε πιο συγκεκριμένη και πιο ώριμη. Αν όμως το χρέος των κομμουνιστών είναι τώρα να προχωρήσουν παραπέρα στο δρόμο του λενινισμού, αυτό μπορεί να δώσει καρπούς μόνο αν προσπαθήσουν να κρατήσουν απέναντι στον Λένιν τη στάση που ο ίδιος κράτησε απέναντι στον Μαρξ. Η μορφή και το περιεχόμενο αυτής της στάσης καθορίζεται από την εξέλιξη της κοινωνίας, τα προβλήματα και τα καθήκοντα που οι ιστορικές διαδικασίες θέτουν στον μαρξισμό, η επιτυχία καθορίζεται από το επίπεδο της προλεταριακής ταξικής συνείδησης μέσα στο ηγετικό κόμμα του προλεταριάτου. Ο λενινισμός σημαίνει ότι η θεωρία του ιστορικού υλισμού έχει πλησιάσει ακόμη πιο κοντά στους καθημερινούς αγώνες του προλεταριάτου, ότι έχει γίνει ακόμη πιο πρακτική απ' ό,τι μπορούσε να είναι στην εποχή του Μαρξ. Η λενινιστική παράδοση δεν μπορεί επομένως να βρίσκεται παρά στη χωρίς παραποιήσεις και ακαμψία διατήρηση αυτής της ζωντανής και ζωογόνας λειτουργίας του ιστορικού υλισμού που αυξάνεται συνεχώς και οδηγεί σε μια άνοδο. Γι' αυτό, επαναλαμβάνουμε, πρέπει οι κομμουνιστές να μελετήσουν τον Λένιν, έτσι όπως ο Λένιν μελέτησε τον Μαρξ. Να τον μελετήσουν για να μάθουν να χειρίζονται τη διαλεκτική μέθοδο. Για να μάθουν πώς να βρίσκουν μέσα από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης στο γενικό το ειδικό και στο ειδικό το γενικό. Πώς να βρίσκουν στην καινούργια στιγμή μιας κατάστασης, εκείνο που τη συνδέει με τη μέχρι τώρα διαδικασία και στη νομοτέλεια του ιστορικού προτσές το κάθε φορά νέο. Να βρίσκουν στο σύνολο το μέρος και στο μέρος το σύνολο. Να βρίσκουν στην αναγκαιότητα της εξέλιξης τη στιγμή της ενεργού δράσης και στη δραστηριότητα το συνδυασμό με την αναγκαιότητα του ιστορικού προτσές. Ο λενινισμός σημαίνει ένα άφταστο μέχρι σήμερα επίπεδο της συγκεκριμένης, μη σχηματικής, μη μηχανιστικής και καθαρά στραμμένης προς την πράξη σκέψης. Καθήκον των λενινιστών, είναι να διατηρηθεί αυτό. Όμως, μέσα στο ιστορικό προτσές μπορεί να διατηρηθεί μονάχα ό,τι αναπτύσσεται ζωντανά. Και να διατηρηθεί με αυτόν τον τρόπο η παράδοση του λενινισμού αποτελεί σήμερα το πιο ευγενικό καθήκον καθενός που παίρνει στα σοβαρά τη διαλεκτική μέθοδο σαν όπλο στην ταξική πάλη του προλεταριάτου.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αυτό το βιβλιαράκι γράφτηκε αμέσως μετά το θάνατο του Λένιν, χωρίς καμιά προπαρασκευαστική εργασία, από την αυθόρμητη ανάγκη να διατυπωθεί θεωρητικά, ό,τι μου φαινόταν τότε ότι είναι η ουσία, ότι αποτελεί το κέντρο της πνευματικής προσωπικότητας του Λένιν. Γι' αυτό και ο τίτλος Η σκέψη του Λένιν. Δείχνει ότι δεν είχα σκοπό να αναπαραγάγω το αντικειμενικό, το θεωρητικό σύστημα του Λένιν, αλλά να δείξω τις κινητήριες δυνάμεις, αντικειμενικές και υποκειμενικές, που επέτρεψαν αυτή τη συστηματοποίηση, την ενσάρκωσή τους στο πρόσωπο και τη δράση του Λένιν. Σε καμιά περίπτωση, πάλι, δεν σκέφτηκα να επιχειρήσω μόνο να αναλύσω σε έκταση και με πληρότητα αυτή τη δυναμική ενότητα στη ζωή και στο έργο του.

Το σημερινό σχετικά μεγάλο ενδιαφέρον για γραπτά αυτού του είδους εξαρτάται κυρίως από την εποχή. Από τότε που ξεκίνησε η μαρξιστική κριτική στην περίοδο του Στάλιν, ξύπνησε το ενδιαφέρον για τις αντιπολιτευτικές τάσεις της δεκαετίας του 1920. Αυτό είναι κατανοητό έστω κι αν, θεωρητικά και αντικειμενικά, είναι πολλαπλά υπερβολικό. Γιατί όσο λάθος κι αν υπήρξε η λύση που έδωσε ο Στάλιν και οι οπαδοί του στην κρίση που περνούσε τότε η επανάσταση, άλλο τόσο λίγο μπορούμε να πούμε ότι κάποιος εκείνη την εποχή έκανε μια ανάλυση, έδωσε μια προοπτική, που να μπορούν να προσφέρουν έναν θεωρητικό προσανατολισμό για τα προβλήματα των μεταγενέστερων φάσεων. Όποιος θέλει σήμερα να συμβάλει με γόνιμο τρόπο στην αναγέννηση του μαρξισμού, πρέπει να θεωρήσει τη δεκαετία του 1920 καθαρά ιστορικά, σαν μια περασμένη κλεισμένη περίοδο του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Μονάχα έτσι θα μπορέσει να αξιολογήσει σωστά τις εμπειρίες της και τα διδάγματα για την ουσιαστικά νέα σημερινή φάση. Ακριβώς η μορφή του Λένιν, όπως είναι ο κανόνας για τους μεγάλους άντρες, ενσάρκωσε με τέτοιον τρόπο την εποχή του που τα αποτελέσματα και κυρίως η μέθοδος των λόγων και των έργων του διαθέτουν ακόμη μια κάποια επικαιρότητα και σε συνθήκες που έχουν από πολλές απόψεις αλλάξει.

Αυτό το κείμενο είναι καθαρό προϊόν των μέσων της δεκαετίας του είκοσι. Γι' αυτό, σαν ντοκουμέντο έχει σίγουρα ενδιαφέρον για το πώς έβλεπε τότε ένας όχι ασήμαντος αριθμός μαρξιστών την προσωπικότητα, την αποστολή και τη θέση του Λένιν κατά τη διάρκεια των παγκόσμιων γεγονότων. Δεν πρέπει ωστόσο ποτέ να ξεχνάμε ότι ο τρόπος σκέψης τους καθορίστηκε πολύ περισσότερο από τις τότε αντιλήψεις -συμπεριλαμβανομένων και αυταπατών και υπερβολών- παρά από το θεωρητικό έργο του ίδιου του Λένιν. Ήδη η πρώτη φράση αντανακλά την εποχή που γράφτηκε: «Ο ιστορικός υλισμός είναι η θεωρία της προλεταριακής επανάστασης». Αυτή η φράση εκφράζει σίγουρα έναν σημαντικό ορισμό του ιστορικού υλισμού. Αλλά δεν είναι λιγότερο βέβαιο ότι δεν είναι η μόνη, ότι δεν είναι ο ορισμός της ουσίας του. Και ο Λένιν, για τον οποίο η επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης αποτελούσε το καθοδηγητικό νήμα της σκέψης και της πράξης του, θα είχε διαμαρτυρηθεί με πάθος ενάντια σ' έναν τέτοιο «ορισμό», που περιορίζει μονόπλευρα τον πλούτο του περιεχομένου και της μεθοδολογίας, την κοινωνική καθολικότητα του ιστορικού υλισμού.

Πάρα πολλά αποσπάσματα αυτού του βιβλίου θα μπορούσαν να υποβληθούν σε κριτική σύμφωνα με το πνεύμα του Λένιν. Περιορίζομαι μόνο στο να υποδείξω την εγκυρότητα και τον προσανατολισμό μιας τέτοιας κριτικής, γιατί ελπίζω ότι οι νηφάλιοι αναγνώστες θα πάρουν από μόνοι τους μια κριτική απόσταση, θεωρώ σημαντικό να υπογραμμίσω το σημείο στο οποίο η στάση μου ξεκομμένη από το έργο του Λένιν, φτάνει σε συμπεράσματα που έχουν διατηρήσει και σήμερα μια κάποια μεθοδολογική εγκυρότητα σαν στιγμές της εξάλειψης του σταλινισμού, όπου, επομένως, η αφοσίωσή μου στο πρόσωπο και το έργο του Λένιν δεν παρεκτράπηκε. Πραγματικά, μερικές παρατηρήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του Λένιν περιέχουν μερικές φορές έμμεσα μια κατάλληλη κριτική της κατοπινής σταλινικής εξέλιξης, που μόλις εκδηλώνονταν τότε καλυμμένα, επεισοδιακά, στην καθοδήγηση της Κομιντέρν από τον Ζινόβιεφ. Ας αναλογιστούμε την αυξανόμενη απολίθωση όλων των οργανωτικών προβλημάτων επί Στάλιν. Ανεξάρτητα από την κατάσταση, ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις της πολιτικής, η οργάνωση του κόμματος κατάντησε ένα αναλλοίωτο φετίχ, και μάλιστα με συνεχείς αναφορές στον Λένιν! Πάνω σ' αυτό αναφέρεται η προειδοποίηση του Λένιν «Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε μηχανικά το πολιτικό απ' το οργανωτικό», που ακολουθήθηκε στο πνεύμα μιας τέτοιας λενινιστικής πολιτικής δυναμικής: «Γι’ αυτό κάθε δογματισμός στη θεωρία και κάθε απολίθωση στην οργάνωση είναι καταστροφική για το Κόμμα.» Γιατί όπως λέει ο Λένιν: «Κάθε νέα μορφή πάλης, που συνεπάγεται νέους κινδύνους και θυσίες, “αποδιοργανώνει” αναπόφευκτα τις οργανώσεις που δεν είναι προετοιμασμένες γι’ αυτή τη νέα μορφή πάλης. Καθήκον του Κόμματος είναι κυρίως σ' αυτό το ζήτημα να διανύει αυτόν τον αναγκαίο δρόμο ελεύθερα και συνειδητά, να ανανεώνεται προτού ο κίνδυνος της αποδιοργάνωσης καταστεί επίκαιρος και χάρη σ' αυτή του την αναμόρφωση, να επιδρά στις μάζες διαπαιδαγωγώντας και προωθώντας τις».

Ωστόσο σήμερα, αν η δογματική ισοπέδωση πρέπει να εξαλειφθεί με επιτυχία σ' όλους τους τομείς, οι εμπειρίες της δεκαετίας του είκοσι μπορούν να δώσουν γόνιμη ώθηση με έμμεσο τρόπο, αν αναγνωριστεί ο χαρακτήρας τους σαν παρελθόν. Γι' αυτό το σκοπό είναι απαραίτητο να διακρίνει κανείς ξεκάθαρα, με κριτικό πνεύμα, τη διαφορετικότητα της εποχής που ζούμε από τη δεκαετία του είκοσι. Είναι αυτονόητο ότι αυτή η κριτική διαύγεια πρέπει να ισχύει και απέναντι στο έργο του Λένιν. Και για όποιον αρνείται να μετατρέψει το έργο του σε μια συλλογή από «αλάνθαστα» δόγματα, μια τέτοιου είδους διαπίστωση δεν μειώνει καθόλου το εξαιρετικό μεγαλείο του. Σήμερα, για παράδειγμα, ξέρουμε ότι η θέση του Λένιν, σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού γεννά αναπόφευκτα παγκόσμιους πολέμους, έχει χάσει για τη σημερινή εποχή τη γενική ισχύ της. Φυσικά μόνο η αναγκαιότητα έχει ξεπεραστεί από την εξέλιξη. Αλλά το γεγονός ότι υποβιβάζεται σε δυνατότητα αλλάζει τόσο τη θεωρητική της σημασία όσο, κυρίως, τις πρακτικές της συνέπειες. Επίσης, ο Λένιν γενίκευσε τις εμπειρίες του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, «όσο μεγάλη κι αν είναι η κρύπτη όπου γεννιούνται οι πόλεμοι», και στους επερχόμενους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, ενώ το μέλλον παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Ανάφερα μερικά παραδείγματα αυτού του είδους ακριβώς για να φωτίσω την πραγματική ιδιαιτερότητα του Λένιν που δεν έχει τίποτα, απολύτως τίποτα το κοινό με το γραφειοκρατικό ιδεώδες ενός σταλινικού αδριάντα του αλάνθαστου. Είναι αυτονόητο ότι το βιβλίο αυτό απέχει πολύ από το να παρουσιάσει έναν χαρακτηρισμό του πραγματικού μεγαλείου του Λένιν. Είναι πολύ πιο πολύ δεμένο με την εποχή του απ' ό,τι το αντικείμενό του. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Λένιν πρόβλεψε το επερχόμενο τέλος της περιόδου που άρχισε στα 1917 με ασύγκριτα περισσότερη διαύγεια απ' όσο αυτή εδώ η βιογραφία.

Ωστόσο, βλέπουμε σ' αυτή να εμφανίζεται εδώ κι εκεί ένα προαίσθημα της αληθινής πνευματικής φυσιογνωμίας του Λένιν. Στις γραμμές που ακολουθούν θα πάρουμε σαν αφετηρία την αναζήτηση της αλήθειας που προχωρούσε τότε ψηλαφιστά. Διαπιστώναμε ότι ο Λένιν δεν ήταν ένας ερευνητής ειδικευμένος στην οικονομία όπως υπήρξαν, ανάμεσα στους συγχρόνου τους, ο Χίλφερντινγκ και κυρίως η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ωστόσο, η κρίση του για εκείνη την εποχή σαν σύνολο, τους ξεπερνούσε κατά πολύ. Αυτή η «ανωτερότητα συνίσταται σε τούτο: κατάφερε -κι αυτό αποτελεί ένα θεωρητικό επίτευγμα που δεν έχει όμοιό του- να συνδέει μόνιμα και συγκεκριμένα την οικονομική θεωρία του ιμπεριαλισμού με όλα τα πολιτικά ζητήματα της σημερινής εποχής και να καθιστά το περιεχόμενο της οικονομίας αυτής της νέας φάσης καθοδηγητικό νήμα όλων των συγκεκριμένων πράξεων στον περίγυρο που διαμορφωνόταν με αυτόν τον τρόπο». Αυτό το ένιωσαν πολλοί σύγχρονοί του που μίλησαν πολύ -τόσο οι εχθροί όσο και οι οπαδοί του- για την επιδεξιότητά του ως προς την τακτική, την αντίληψή του για τη «ρεαλιστική πολιτική».

Τέτοιες εκτιμήσεις απέχουν πολύ από την ουσία του ζητήματος. Πρόκειται μάλλον για «μια καθαρά θεωρητική ανωτερότητα ως προς την εκτίμηση του συνολικού προτσές». Στον Λένιν ήταν θεμελιωμένη θεωρητικά βαθιά και στέρεα. Η λεγόμενη «ρεαλιστική πολιτική» του δεν ήταν ποτέ η πολιτική ενός εμπειρικού ανθρώπου της δράσης, ήταν η πρακτική κορύφωση μιας ουσιαστικά θεωρητικής στάσης. Όμως έφτανε σ' αυτόν πάντοτε στο αποκορύφωμά της μέσα από τη σύλληψη των κοινωνικοϊστορικών δεδομένων της κάθε φορά κατάστασης στα πλαίσια της οποίας έπρεπε να δράσει. Για το μαρξιστή Λένιν «η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης δεν αποτελεί αντίθεση στην “καθαρή” θεωρία, αντίθετα, μάλιστα, αποτελεί το αποκορύφωμα της γνήσιας θεωρίας, σημείο όπου η θεωρία βρίσκει την πραγματική της εκπλήρωση, όπου γι' αυτό μετατρέπεται σε πράξη». Η τελευταία από τις θέσεις του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ, με την οποία και κλείνει, ότι οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν μέχρι τώρα τον κόσμο, ενώ το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε, βρήκε, θα μπορούσαμε να πούμε χωρίς καμιά υπερβολή, στο πρόσωπο και το έργο του Λένιν την πιο ολοκληρωμένη εκπλήρωσή της. Ο Μαρξ διατύπωσε αυτή την απαίτηση και την πραγματοποίησε στο πεδίο της θεωρίας. Έδωσε μια ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας, σαν κατάλληλη θεωρητική βάση για την αλλαγή της. Αλλά μονάχα με τον Λένιν -χωρίς να έχει καταργηθεί ή να έχει παραγκωνιστεί η θεωρία- αυτή η θεωρητικοπρακτική ουσία της νέας κοσμοθεωρίας έγινε δράση στην ιστορική πραγματικότητα.

Βέβαια, στο κείμενο αυτό υπάρχουν μόνο δειλές επισημάνσεις σχετικά με την πραγματική ιδιαιτερότητα του Λένιν. Λείπει η θεωρητικά βαθιά και πλατιά θεμελιωμένη βάση, καθώς και η εικόνα του Λένιν, σαν ανθρώπινου χαρακτήρα. Όλα αυτά δεν μπορούν παρά να σκιαγραφηθούν εδώ. Μέσα στην αλυσίδα των δημοκρατικών αναταραχών της σύγχρονης εποχής, ο τύπος του επαναστάτη ηγέτη προβάλλει πάντοτε με πολωμένη μορφή: φυσιογνωμίες όπως ο Νταντόν και ο Ροβεσπιέρος ενσαρκώνουν στην πραγματικότητα και στη μεγάλη λογοτεχνία (για παράδειγμα στον Γκέοργκ Μπίχνερ) και τους δύο πόλους. Ακόμη κι οι μεγάλοι λαϊκοί ρήτορες της εργατικής επανάστασης, όπως ο Λασάλ και ο Τρότσκι, παρουσιάζουν μερικά χαρακτηριστικά του Νταντόν.

Μόνο με τον Λένιν παρουσιάζεται κάτι το εντελώς νέο, ένα τρίτο στοιχείο σε σχέση με τα δύο άκρα. Μέχρι και στις αυθόρμητες νευρικές αντιδράσεις του, ο Λένιν διαθέτει την πίστη στις αρχές των περασμένων μεγάλων ασκητών της επανάστασης, χωρίς να αγγίζει το χαρακτήρα του ούτε ίχνος ασκητισμού. Αγαπάει τη ζωή, έχει χιούμορ, απολαμβάνει καθετί που μπορεί να του προσφέρει η ζωή, από το κυνήγι, το ψάρεμα και το σκάκι μέχρι το διάβασμα του Πούσκιν και του Τολστόι, μέχρι την αφοσίωση σε υπαρκτά πρόσωπα. Αυτή η πίστη στις αρχές μπορεί να φτάσει στον εμφύλιο πόλεμο μέχρι την αμείλικτη σκληρότητα, αλλά παραμένει χωρίς μίσος. Ο Λένιν πολεμάει τους θεσμούς -και φυσικά τους ανθρώπους που τους εκπροσωπούν- μέχρι τον πλήρη αφανισμό τους αν χρειάζεται. Όμως, το θεωρεί αυτό σαν λυπηρή για το ανθρώπινο επίπεδο αναγκαιότητα, αναπόφευκτα αντικειμενική αναγκαιότητα, την οποία είναι αδύνατο ν' αποφύγει στην κάθε φορά συγκεκριμένη κατάσταση. Ο Γκόρκι έχει σημειώσει τις πολύ χαρακτηριστικές κουβέντες που ο Λένιν είπε μια μέρα αφού είχε ακούσει την «Παθητική» του Μπετόβεν: «Δεν γνωρίζω τίποτα πιο ωραίο από την “Παθητική”, θα μπορούσα να την ακούω κάθε μέρα. Μια υπέροχη μουσική, μια μουσική που δεν είναι πλέον ανθρώπινη! Λέω πάντοτε στον εαυτό μου με μια ίσως αφελώς παιδική υπερηφάνεια: πώς μπορούν οι άνθρωποι να δημιουργούν τέτοια θαύματα!» Λέγοντας αυτά μισόκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε και συνέχισε χωρίς ευθυμία: «Αλλ' ωστόσο δεν μπορώ ν' ακούω πάρα πολύ συχνά μουσική. Επιδρά στα νεύρα, θα προτιμούσε κανείς να λέει ανοησίες και να χαϊδεύει το κεφάλι των ανθρώπων που ζουν σε μια σιχαμερή κόλαση και παρ' όλα αυτά δημιουργούν τέτοια ομορφιά. Αλλά στις μέρες μας δεν πρέπει να χαϊδεύεις το κεφάλι κανενός, διαφορετικά σου δαγκώνει το χέρι. Πρέπει να χτυπάς πάνω στα κεφάλια, να χτυπάς χωρίς οίκτο, αν και, σύμφωνα με τα ιδανικά μας, είμαστε ενάντια σε κάθε κακοποίηση των ανθρώπων. Χμ, χμ, το έργο μας είναι διαβολικά δύσκολο».

Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι ακόμα και μια τόσο αυθόρμητη συναισθηματική εκδήλωση δεν αποτελεί για τον Λένιν κάποιο ξέσπασμα των ενστίκτων του κατά του «τρόπου ζωής» του. Κι εδώ ακόμη ακολουθεί αυστηρά τις επιταγές της κοσμοαντίληψής του. Δεκαετίες πριν από αυτό το επεισόδιο, ο νεαρός Λένιν έγραψε άρθρα κάνοντας πολεμική κατά των ναρόντνικων και των «νόμιμων μαρξιστών» επικριτών τους. Σε μια ανάλυση αυτών των τελευταίων, καταδείχνει τον αντικειμενισμό τους αποδείχνοντας «την αναγκαιότητα μιας δοσμένης σειράς γεγονότων» και τον κίνδυνο που απορρέει από αυτή «να πέσει κανείς στην άποψη του απολογητή αυτών των γεγονότων». Η μοναδική διέξοδος που βλέπει είναι η μεγαλύτερη συνέπεια του μαρξισμού να αντιληφθεί την αντικειμενική πραγματικότητα, η αποκάλυψη των πραγματικών κοινωνικών βάσεων στο ίδια τα γεγονότα. Η ανωτερότητα του μαρξιστή πάνω στον απλό «αντικειμενιστή» στηρίζεται στην ακόλουθη λογική: ο μαρξιστής «εφαρμόζει τον αντικειμενισμό του πιο βαθιά και πιο ολοκληρωμένα». Μονάχα σ' αυτή την αυξημένη αντικειμενικότητα βγαίνει αυτό που ο Λένιν ονομάζει στρατευμένη τοποθέτηση: «Σε κάθε εκτίμηση ενός γεγονότος, να περνάει κανείς άμεσο και ανοικτά με την άποψη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας». Έτσι, η υποκειμενική τοποθέτηση απορρέει πάντοτε από την αντικειμενική πραγματικότητα και ξαναγυρίζει πίσω σ ' αυτήν.

Αυτό μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις, όταν οι αντιφάσεις της πραγματικότητας οξύνονται μέχρι του σημείου να γίνουν αλληλοαποκλειόμενες αντιθέσεις, και κάθε άνθρωπος που συμμετέχει έχει μέσα του τέτοιες συγκρούσεις. Υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική διαφορά, αν έρχονται σε σύγκρουση δύο πεποιθήσεις και συναισθήματα που βασίζονται στην πραγματικότητα, στις σχέσεις του ατόμου, ή αν ο άνθρωπος νιώθει ότι στη σύγκρουση αυτή κινδυνεύει η εσωτερική ανθρώπινη ύπαρξή του. Αυτό το τελευταίο δεν συμβαίνει ποτέ στον Λένιν. Ο Άμλετ λέει στον Οράτιο, με την έννοια του υψηλότερου εγκωμίου: «Ευτυχής εκείνος του οποίου το αίμα και η κρίση είναι τόσο καλά συγκερασμένα που δεν επιτρέπουν στη Μοίρα να παίξει στη φλογέρα της το σκοπό που τα δάχτυλά της θα ήθελαν να κάνουν ν' ακουστεί». Αίμα και κρίση: τόσο η αντίθεσή τους όσο και η ενότητά τους απορρέουν μόνο σαν άμεσο γενικό θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης από τη βιολογική σφαίρα. Αναπτυγμένα στον συγκεκριμένο κόσμο, εκφράζουν και τα δύο το κοινωνικό Είναι του: την αρμονία ή την παραφωνία της θέσης του στην ιστορική στιγμή, και μάλιστα και θεωρητικά και πρακτικά. Αίμα και κρίση είναι σωστά συγκερασμένα στον Λένιν, γιατί η γνώση του για την κοινωνία στόχευε σε κάθε στιγμή στην κοινωνικά αναγκαία δράση για τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή, γιατί η δράση του ήταν πάντοτε η αναγκαία συνέπεια του αθροίσματος και του συστήματος των συσσωρευμένων μέχρι τότε αληθινών γνώσεων.

Γι' αυτό ο Λένιν παραμένει ξένος σε οτιδήποτε θα έμοιαζε έστω κι από μακριά με ναρκισσισμό. Καμιά επιτυχία δεν του φουσκώνει τα μυαλά, καμιά αποτυχία δεν τον αποκαρδιώνει. Αρνείται ότι μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις στις οποίες ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να αντιδράσει πρακτικά. Ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων ανδρών που, στη ζωή τους πέτυχαν πάρα πολλά, τα ουσιαστικότερα. Ωστόσο, ή ακριβώς γι' αυτό, δεν υπάρχει σχεδόν κανείς που να έχει εκφραστεί τόσο νηφάλια και χωρίς πάθος για τα πιθανά ή πραγματικά λάθη: «Ο έξυπνος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που δεν κάνει κανένα λάθος. Τέτοια όντα δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν. Ο έξυπνος άνθρωπος είναι εκείνος που δεν κάνει πάρα πολύ σοβαρά λάθη και ξέρει να τα διορθώνει γρήγορα, με ευκολία». Αυτή η εξαιρετικά πεζή αντίληψη για τις δυνατότητες της δράσης εκφράζει την ουσιαστική στάση του πιο ολοκληρωμένα απ’ ό,τι οποιαδήποτε παθιασμένη δήλωση. Η ζωή του είναι μια συνεχής δράση, μια αδιάκοπη πάλη σ’ έναν κόσμο όπου είναι βαθιά πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει καμιά αδιέξοδη κατάσταση, ούτε για εκείνον ούτε για τον αντίπαλο. Γι' αυτό έχει σαν αρχή της ζωής, του να είναι πανέτοιμος για δράση, για σωστή δράση.

Η νηφάλια απλότητα του Λένιν άσκησε έτσι, τεράστια επίδραση στις μάζες. Σε αντίθεση και πάλι με τους μέχρι τότε μεγάλους επαναστάτες, είναι ένας ασύγκριτος ρήτορας, αλλά χωρίς να τον αγγίζει η σκιά της ρητορικής (εδώ επίσης ας αναλογιστούμε τους Λασάλ και Τρότσκι). Τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή του, ο Λένιν έχει βαθιά απέχθεια ενάντια σε κάθε κενή φρασεολογία, ενάντια σε κάθε κομπορρημοσύνη και κάθε υπερβολή. Όμως είναι πάλι χαρακτηριστικό ότι και αυτή η πολιτική, ανθρώπινη απέχθεια του κάθε «υπέρμετρου» αποκτά σ’ αυτόν μια αντικειμενική, φιλοσοφική θεμελίωση: «Γιατί κάθε αλήθεια [...] μπορεί να μετατραπεί σε παραλογισμό αν την υπερβάλουμε, αν ξεπεράσουμε τα όρια της πραγματικής εγκυρότητάς της. Μπορούμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι κάτω απ' αυτές τις συνθήκες μετασχηματίζεται αναπόφευκτα σε παραλογισμό».

Αυτό σημαίνει ότι και οι πιο γενικές φιλοσοφικές κατηγορίες δεν είχαν ποτέ γι' αυτόν μια αφηρημένη θεωρητική γενικότητα, αλλά ότι μπορούσαν κάθε στιγμή να χρησιμεύσουν σαν φορέας για την πρακτική, για τη θεωρητική της προετοιμασία. Όταν στη διαμάχη για τα συνδικάτα πολέμησε την ερμαφρόδιτη και εκλεκτική άποψη του Μπουχάριν, στηρίχτηκε στην κατηγορία της συνολικότητας. Εφαρμόζει μ' έναν πάρα πολύ χαρακτηριστικό τρόπο τη φιλοσοφική αυτή κατηγορία: «Για να γνωρίσουμε πραγματικά ένα αντικείμενο, πρέπει να συλλάβουμε και να εξετάσουμε όλες του τις όψεις, τις σχέσεις που διατηρεί μ' άλλα αντικείμενα, τις “διασυνδέσεις” που υπάρχουν μεταξύ τους. Δεν θα τα καταφέρουμε ποτέ ολότελα, ωστόσο αυτή η απαίτηση της ολότητας θα μας προφυλάξει απ' τα λάθη και το σεκταρισμό». Είναι πολύ διδακτικό να δει κανείς πώς εδώ μια αφηρημένη φιλοσοφική κατηγορία, συμπληρωμένη από γνωσιολογικές επιφυλάξεις όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της, χρησιμεύει σαν επιταγή για τη σωστή δράση.

Αυτή η στάση του Λένιν γίνεται ακόμη πιο ευέλικτη στις συζητήσεις σχετικά με την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Αποτελεί σήμερα κοινοτοπία να πούμε πως είχε δίκιο στο επίπεδο της ρεαλιστικής πολιτικής ενάντια στους αριστερούς κομμουνιστές που με διεθνιστική θεμελίωση ζητούσαν την υποστήριξη της επερχόμενης γερμανικής επανάστασης, έναν επαναστατικό πόλεμο, και ήταν έτοιμοι να διακινδυνεύσουν γι' αυτόν το λόγο την ύπαρξη της ρωσικής Δημοκρατίας των Σοβιέτ. Αυτή η σωστή πράξη στηριζόταν, ωστόσο, στον Λένιν, σε μια θεωρητικά βαθιά ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης στο συνολικό προτσές της ανάπτυξης της επανάστασης. Η προτεραιότητα της παγκόσμιας επανάστασης σε σχέση με όλα τα επιμέρους γεγονότα, λέει, είναι μια πραγματική (και γι' αυτό πρακτική) αλήθεια, «με τον όρο να μη χάνουμε απ' τα μάτια μας τον μακρύ και δύσκολο δρόμο που οδηγεί στην ολοκληρωτική νίκη του σοσιαλισμού». Αλλά εξετάζοντας τη θεωρητική κατάσταση, προσθέτει: «Κάθε αφηρημένη αλήθεια καταντάει κενή φράση όταν την εφαρμόζουμε σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατάσταση». Η αλήθεια σαν θεμέλιο της πρακτικής και ο επαναστατικός λόγος διαφέρουν, επομένως, ανάλογα με το αν ανταποκρίνονται ή όχι θεωρητικά στην πραγματικότητα της κάθε φορά αναγκαίας και πιθανής επαναστατικής κατάστασης. Το πιο υψηλό αίσθημα, η πιο ανιδιοτελής αυταπάρνηση μετατρέπονται σε κενή φρασεολογία, όταν η θεωρητική ουσία της κατάστασης (εκείνο που την κάνει να είναι αυτό που είναι) δεν επιτρέπει πραγματική επαναστατική δράση. Δεν χρειάζεται να είναι οπωσδήποτε επιτυχής. Στην πρώτη επανάσταση μετά την αποτυχία της ένοπλης εξέγερσης της Μόσχας, ο Λένιν καταπολεμά με πάθος την άποψη του Πλεχάνοφ ότι «δεν έπρεπε να πάρουμε τα όπλα», γιατί κι αυτή η αποτυχία προωθούσε τις συνολικές διαδικασίες. Το να παίζεις με τις αναλογίες, το να συγχέεις το αφηρημένο με το συγκεκριμένο, τα γεγονότα παγκόσμιας σημασίας με την επικαιρότητα, οδηγεί υποχρεωτικά στην κενή φρασεολογία. Όπως η σύγκριση ανάμεσα στη Γαλλία του 1792-93 και τη Ρωσία του 1918, που παρουσιαζόταν συχνά στη διάρκεια των συζητήσεων σχετικά με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Και ακόμη, όταν μετά το πραξικόπημα του Καπ (1920) οι γερμανοί κομμουνιστές παρουσίασαν πολύ έξυπνες, αυτοκριτικές θέσεις σαν κατευθυντήρια γραμμή για την περίπτωση της επανάληψής του, ο Λένιν τους ρώτησε: «Μα πού στηρίζετε ότι η γερμανική αντίδραση θα επαναλάβει αυτό το πραξικόπημα;» 

Για να μπορεί να δρα κατ' αυτόν τον τρόπο, ο Λένιν έκανε τη ζωή του μια αδιάκοπη διαδικασία μάθησης. Στα 1914, μετά την κήρυξη του πολέμου κι αφού γλίτωσε από διάφορες περιπέτειες με την αστυνομία, έφτασε στην Ελβετία. Αμέσως θεώρησε ότι το πρώτο του καθήκον ήταν να κάνει καλή χρήση αυτών των «διακοπών» και να μελετήσει τη Λογική του Χέγκελ. Ή πάλι, όταν μετά τα γεγονότα του Ιούλη του 1917 έμενε παράνομος στο σπίτι ενός εργάτη και τον άκουσε πριν από το φαγητό να εγκωμιάζει το ψωμί: «Τώρα δεν τολμούν να μας δώσουν πια άσχημο ψωμί». Ο Λένιν νιώθει έκπληξη και ικανοποίηση γι' αυτή την «ταξική εκτίμηση των ημερών του Ιούλη». Αναλογίζεται τις δικές του περίπλοκες αναλύσεις αυτών των γεγονότων και των καθηκόντων που απορρέουν απ’ αυτές. «Σαν άνθρωπος που δεν είχε περάσει ποτέ του πείνα δεν είχα σκεφτεί το ψωμί... Μέσα από την πολιτική ανάλυση, αφού έχει ακολουθήσει έναν ασυνήθιστα περίπλοκο και συγκεχυμένο δρόμο, η σκέψη προσεγγίζει αυτό που είναι η βάση όλων, την ταξική πάλη για το ψωμί». Έτσι ο Λένιν μαθαίνει σ' όλη του τη ζωή, παντού και πάντα, είτε από τη Λογική του Χέγκελ είτε από την κρίση ενός εργάτη για το ψωμί.

Η διαρκής μάθηση, η επιθυμία του να διδάσκεται πάντα για το καινούργιο από την πραγματικότητα, αποτελεί ουσιαστικό γνώρισμα της απόλυτης προτεραιότητας της πράξης στον τρόπο ζωής του Λένιν. Αυτό μόνο, αλλά ειδικότερα ο τρόπος της μάθησης δημιουργεί ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σ' αυτόν και όλους τους εμπειριστές και τους υποστηρικτές της «ρεαλιστικής πολιτικής». Γιατί δεν είναι μόνο με μια πολεμική και παιδαγωγική έννοια που ο Λένιν αναφέρεται στην ολότητα σαν βάση και κλίμακα, θέτει στον ίδιο του τον εαυτό πολύ πιο αυστηρές απαιτήσεις απ’ ό,τι στους οπαδούς του εκείνους, για τους οποίους τρέφει τη μεγαλύτερη εκτίμηση. Καθολικότητα, ολότητα και συγκεκριμένη μοναδικότητα αποτελούν αποφασιστικούς ορισμούς της πραγματικότητας, μέσα στην οποία πρέπει κανείς να δράσει. Η πραγματική αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε δράσης εξαρτάται λοιπόν από το βαθμό που πλησιάζει κανείς στη γνώση τους.

Φυσικά, η ιστορία μπορεί να δημιουργήσει καταστάσεις που αντιτίθενται στις μέχρι εκείνη τη στιγμή γνωστές θεωρίες. Μπορεί μάλιστα να προκύψουν καταστάσεις που καθιστούν αδύνατη μια δράση σύμφωνα με τις αληθινές και αναγνωρισμένες σαν αληθινές αρχές. Ο Λένιν για παράδειγμα, πρόβλεψε σωστά πριν ακόμα από τον Οκτώβρη του 1917 ότι στην οικονομικά καθυστερημένη Ρωσία θα είναι αναγκαία μία μεταβατική μορφή του είδους της κατοπινής ΝΕΠ. Ο Λένιν υποτάχτηκε στην αναγκαιότητα των γεγονότων, δίχως να εγκαταλείψει τις θεωρητικές του πεποιθήσεις. Εφάρμοσε όσο το δυνατό καλύτερα ό,τι από τον «πολεμικό κομμουνισμό» επέβαλε κατάσταση, χωρίς να θεωρεί ούτε για μια στιγμή -όπως η πλειοψηφία των συγχρόνων του- τον πολεμικό κομμουνισμό σαν γνήσια μορφή μετάβασης στο σοσιαλισμό, με την ακλόνητη αποφασιστικότητα να επιστρέψει αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο και την ξένη επέμβαση στη θεωρητικά γνωστή γραμμή της ΝΕΠ. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπήρξε ούτε εμπειριστής ούτε δογματικός, αλλά ένας θεωρητικός της πράξης, ένας πρακτικός της θεωρίας.

Όπως ο τίτλος Τι να κάνουμε; είναι συμβολικός για όλη τη συγγραφική δραστηριότητα του Λένιν, έτσι και η βασική, η θεωρητική σκέψη αυτού του έργου, αποτελεί μια προκαταρκτική σύνθεση της συνολικής του κοσμοαντίληψης. Διαπιστώνει ότι ο αυθόρμητος ταξικός αγώνας των απεργιών, ακόμη κι όταν είναι σωστά και καλά οργανωμένες, δεν σπέρνει μέσα στο προλεταριάτο παρά μόνο σπόρους της ταξικής συνείδησης. Απομένει «η γνώση της ασυμφιλίωτης αντίφασης που αντιπαραθέτει τα συμφέροντά τους [τα συμφέροντα των εργατών —Γκ.Λ.] σ' εκείνα του συνόλου του τωρινού πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος». Κι εδώ ακόμη η ολότητα δίνει τη σωστή κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η ταξική συνείδηση για να γεννήσει μια επαναστατική πράξη: δίχως αναφορά στην ολότητα δεν υπάρχει ιστορικά σωστή πράξη. Αλλά η γνώση της ολότητας δεν είναι ποτέ αυθόρμητη. Πρέπει να μεταδοθεί «από τα έξω», δηλαδή θεωρητικά, σ ' εκείνους που δρουν.

Η κυρίαρχη υπεροχή της πράξης μόνο στη βάση μιας θεωρίας που έχει σαν στόχο την ολότητα μπορεί να πραγματοποιηθεί. Όμως ο Λένιν ξέρει πολύ καλά ότι η αντικειμενικά αναπτυγμένη ολότητα του Είναι είναι άπειρη και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει ποτέ αντιληπτή με ολοκληρωμένο τρόπο. Μοιάζει, λοιπόν, να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος από την απεραντοσύνη της γνώσης και από την πάντα επίκαιρη εντολή της άμεσης σωστής δράσης. Όμως, εκείνο που είναι αφηρημένα θεωρητικά άλυτο, μπορεί πρακτικά να κοπεί όπως ο γόρδιος δεσμός. Το μοναδικό σπαθί που είναι κατάλληλο γι' αυτό είναι μια ανθρώπινη στάση που μόνο με τα λόγια του Σαίξπηρ μπορεί πάλι να φανεί σωστά: «Το παν είναι να είσαι πάντα σε ετοιμότητα». Ένα από τα πιο γόνιμα και χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Λένιν είναι ότι δεν έπαψε ποτέ να διδάσκεται θεωρητικά από την πραγματικότητα και ότι ταυτόχρονα ήταν πάντοτε έτοιμος να δράσει. Αυτό δείχνει έναν περίεργο, φαινομενικά παράδοξο τρόπο της θεωρητικής του στάσης: θεωρούσε ότι η μαθητεία του κοντά στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ τελειώσει, και ωστόσο ό,τι είχε κάνει κτήμα του με αυτόν τον τρόπο ήταν ταξινομημένο έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να δρα την οποιαδήποτε στιγμή.

Είχα την ευτυχία να είμαι μάρτυρας σε μια από τις πολλές στιγμές αυτού του είδους. Ήταν στο 1921. Συνεδρίαζε η τσέχικη επιτροπή του 3ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Τα ζητήματα ήταν εξαιρετικά περίπλοκα, οι γνώμες δεν μπορούσαν να συνταιριαστούν. Ξαφνικά μπήκε ο Λένιν. Όλοι τον παρακάλεσαν να πει τη γνώμη του για τα τσέχικα προβλήματα. Αρνήθηκε. Είχε προσπαθήσει να μελετήσει καλά το υλικό. Έπειτα όμως είχαν παρουσιαστεί τόσο επείγουσες κρατικές υποθέσεις που δεν είχε μπορέσει παρά να ρίξει μια πρόχειρη ματιά στις δύο εφημερίδες που είχε χώσει στην τσέπη του σακακιού του. Μετά από πολλά παρακάλια δήλωσε έτοιμος να τους πει τουλάχιστον τις εντυπώσεις του από τα άρθρα των δύο εφημερίδων. Τις τράβηξε από την τσέπη του κι άρχισε να τις αναλύει, μ' έναν καθόλου συστηματικό τρόπο, αυτοσχεδιάζοντας, αρχίζοντας από το κύριο άρθρο και τελειώνοντας με το νέα της ημέρας. Κι αυτή η σκιαγράφηση που έγινε στο πόδι υπήρξε η πιο βαθιά ανάλυση της κατάστασης που επικρατούσε τότε στην Τσεχοσλοβακία και των καθηκόντων του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Είναι αυτονόητο ότι σ' αυτή την αλληλεπίδραση θεωρίας και πράξης, ο Λένιν σαν άνθρωπος πάντοτε έτοιμος για δράση, έδινε πάντα προτεραιότητα στην πράξη. Αυτό το έδειξε με λαμπρό τρόπο όταν τελείωνε το κορυφαίο θεωρητικό έργο του της πρώτης περιόδου της επανάστασης. Κράτος και Επανάσταση. Το έγραψε στην παρανομία, μετά τις ημέρες του Ιούλη, και δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το τελευταίο κεφάλαιο για τις εμπειρίες από τις επαναστάσεις του 1905 και του 1917. Η ανάπτυξη της επανάστασης δεν του άφησε το χρόνο. Στον επίλογο, ο Λένιν γράφει: «Είναι πιο ευχάριστο και πιο χρήσιμο να πραγματοποιείς την “πείρα της επανάστασης”, παρά να γράφεις γι' αυτήν». Πρόκειται γi' αυτό που ειλικρινά σκεφτόταν. Ξέρουμε ότι προσπάθησε πάντοτε να συμπληρώσει αυτό το κενό. Αν δεν το κατόρθωσε, δεν φταίει γι' αυτό ο ίδιος, αλλά η πορεία των γεγονότων.

Μια σημαντική μεταβολή της ανθρώπινης συμπεριφοράς τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ότι το ιδανικό του στωικού επικούρειου «σοφού» σημάδεψε πολύ έντονα τις ηθικοπολιτικοκοινωνικές μας αντιλήψεις, πολύ πιο πέρα από την πανεπιστημιακή φιλοσοφία. Αυτή η επίδραση ήταν ταυτόχρονα και εσωτερικός μετασχηματισμός: ο ενεργός-κρακτικός συντελεστής σ' αυτό το πρότυπο ενισχύθηκε για να γίνει πολύ πιο σημαντικός απ' ό,τι ήταν στην αρχαιότητα. Το γεγονός ότι ο Λένιν ήταν πάντοτε έτοιμος αποτελεί το τελευταίο, το μέχρι σήμερα ανώτερο και πιο σημαντικό στάδιο αυτής της ανάπτυξης. Το γεγονός ότι σήμερα, όπου η χειραγώγηση καταβροχθίζει την πράξη, η αποϊδεολογικοποίηση τη θεωρία, η πλειοψηφία των «ειδικών» δεν έχει σε μεγάλη υπόληψη αυτό το ιδανικό, δεν είναι παρά ένα επεισόδιο μέσα στην πορεία της παγκόσμιας ιστορίας. Πέρα από τη σημασία των πράξεων και των έργων του, η μορφή του Λένιν, ενσαρκώνοντας την επιθυμία του να είναι πάντοτε έτοιμος, εκφράζει μια άφθαρτη αξία: αντιπροσωπεύει ένα νέο τύπο υποδειγματικής στάσης απέναντι στην πραγματικότητα.

Βουδαπέστη, Γενάρης 1967


Μετάφραση: Στάθης Σφακιανούδης

Από τις Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1990

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.