Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Αστική και σοσιαλιστική δημοκρατία



Το έργο τούτο του Γκέοργκ Λούκατς είναι το τελευταίο που κληροδότησε στο μαρξιστικό κίνημα. Κεντρικό του ζήτημα αποτελεί η σοσιαλιστική δημοκρατία, ο εκδημοκρατισμός, μια δημοκρατία που δεν αποτελεί μια στατική κατάσταση πραγμάτων αλλά μια δυναμική διαδικασία που συμπεριλαμβάνει και τις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων. Παράλληλα με την απόρριψη της αστικής δημοκρατίας ως εναλλακτική επιλογή στη σοσιαλιστική, ο Λούκατς καταδικάζει ως αντιμαρξιστική και την προσπάθεια να αιτιολογηθεί το σταλινικό φαινόμενο με τα επιφαινόμενά του, δηλαδή την προσωπολατρία και τις παραβιάσεις της σοσιαλιστικής νομιμότητας (ΠΓ).

του Γκέοργκ Λούκατς


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μεθοδολογικές προσημειώσεις

Μέρος I: Η αστική δημοκρατία ως ψευδής εναλλακτική επιλογή για τη μεταρρύθμιση μέσα στο σοσιαλισμό

1. Πολλαπλότητα των οικονομικών βάσεων των δημοκρατιών

2. Οι αναγκαίες τάσεις εξέλιξης της αστικής δημοκρατίας

3. Η αστική δημοκρατία σήμερα

Μέρος II: Η γνήσια εναλλακτική επιλογή: Σταλινισμός ή σοσιαλιστική δημοκρατία

1. Θεωρητικές και ιστορικές προϋποθέσεις για μια συγκεκριμένη τοποθέτηση του ζητήματος

2. Η νίκη του Στάλιν πάνω στους ανταγωνιστές του

3. Η μέθοδος του Στάλιν

4. Το 20ό Συνέδριο και τα αποτελέσματά του

Βιβλιογραφικές παραπομπές



ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ένα από τα σπουδαιότερα στοιχεία του μαρξισμού που γοήτευσαν, (και συχνά, βέβαια, απώθησαν) ακόμα και πλατιούς κύκλους της μη σοσιαλιστικής διανόησης είναι η μνημειώδης αναγωγή της ιστορικής εξέλιξης στην ανάπτυξη των ταξικών αγώνων που γίνεται στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» [1].

«Λεύτερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με δυο λόγια καταπιεστές και καταπιεζόμενοι, βρισκόντανε σε μια παντοτινή αντίθεση μεταξύ τους, σ' έναν αγώνα χωρίς τελειωμό, αγώνα που τελείωνε κάθε φορά μ' ένα επαναστατικό μετασχηματισμό όλης της κοινωνίας είτε με την κοινή καταστροφή και των δύο τάξεων που ανταγωνίζονταν η μια την άλλη».

Με εξαίρεση την τελική εναλλακτική πρόταση, η εικόνα αυτή της ιστορίας έδινε την κατεύθυνση στους οπαδούς του μαρξισμού που ήταν -συνειδητά ή ασυνείδητα- στην αφηρημένη κοινωνιολογία προσανατολισμένοι, και αποτέλεσε για τους αντιπάλους του το κύριο σημείο διαμάχης. Οι απόπειρες να μπουν στο προσκήνιο θεωρίες της απόλυτης «μοναδικότητας» κάθε κοινωνικού φαινομένου, που δεν αποδέχονται γενικούς κανόνες και αποκλείουν γενικές έννοιες, έχουν βαθμιαία απωθηθεί. Και δικαιολογημένα. Γιατί μια τέτοια άκαμπτα αποκλειστική αντιπαράθεσή του ως έχει και της νομοτέλειας στην ιστορία οδηγεί αναγκαστικά προς μια ιρασιοναλιστική θεωρία και στην πράξη προς μια ανόητη και ανίδεη «πραγματιστική πολιτική», που όχι μόνο στέκεται εμπόδιο σε κάθε σοσιαλιστική προσπάθεια αντιμετώπισης της ιστορικής πραγματικότητας αλλά ακόμα και σε νεοθετικιστικά υποστηριγμένες διαχειριστικές τάσεις. Η επιστήμη και εκείνες οι πολιτικές θεωρίες που, τουλάχιστον στη μορφή που εμφανίζονταν, επηρεάζονταν ιδεολογικά απ' αυτή συνήθισαν όλο και περισσότερο να πραγματεύονται σαν κοινωνικές πραγματικότητες τα πολιτεύματα και τις κοινωνικές δυνάμεις και τάσεις με αυτούς τους γνωσιολογικά και λογικά γενικευμένους τύπους.

Τέτοιες μεθοδολογικές προσαρμογές μπορούν να μεταβληθούν εύκολα σε πηγαίους εθισμούς μια και συχνά θεωρείται δεδομένο ότι στηρίζονται σε πολύ σεβάσμιες παραδόσεις. Ο Αριστοτέλης και ο Ρουσσώ π.χ. φαίνεται να απαιτούν μια τέτοιου είδους, αυτής της γενικότητας, αντίληψη του προβλήματός μας, δηλ. της δημοκρατίας, σαν κατάλληλη μορφή παρουσίασης. Και πράγματι: Αρχίζοντας από τις συζητήσεις περί δικτατορίας και δημοκρατίας κατά τη διάρκεια και μετά τα γεγονότα του 1917 και συνεχίζοντας με τη διαμάχη «ολοκληρωτισμός-δημοκρατία» μέχρι σήμερα, οι αποφασιστικές εναλλακτικές επιλογές, στην τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων αναζητούνται σ' αυτό το μεθοδολογικό επίπεδο.

Κατά τη γνώμη μας μ' ένα ασφαλώς μη μαρξιστικό και, γενικά τουλάχιστον, προτρέχοντα τρόπο. Στη θεωρία των κλασικών του μαρξισμού, το ως έχει των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων και οι γενικά διατυπώσιμες νομοτέλειές τους ουδέποτε αποτελούν μεθοδολογικές αντιθέσεις αλλά ακριβώς το αντίθετο: μια ξεχωριστή διαλεκτική ενότητα. Το ως έχει είναι προπαντός μια κοινωνική και ιστορική κατηγορία, ο αναγκαίος τρόπος εμφάνισης της αντιφατικής αλληλοεπίδρασης των κατά περίπτωση δρώντων οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων στο πλαίσιο ενός κοινωνικού αγώνα που βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα της ιστορικής ανάπτυξής του. Για τη θεωρία και την πράξη επομένως, η αναγνώριση της ιδιαίτερης νομοτέλειας ενός τέτοιου ως έχει είναι εξίσου σημαντική με την αναγνώριση των γενικών του όρων και νομοτελειών. Για την πράξη μάλιστα, που είναι υλικά πραγματοποιήσιμη μόνο στο συγκεκριμένο hic και nunc (εδώ και τώρα) μιας κοινωνικής και ιστορικής κατάστασης, η κατάλληλη σύλληψη αυτού του ως έχει έχει μια ανυπέρβλητη προτεραιότητα. Οι χειραγωγοί και φετιχιστές πιστοί αφηρημένα γενικών αναγκαιοτήτων σφάλλουν αν νομίζουν ότι μπορούν να αναφέρονται στον Μαρξ. Αρκεί να σκεφτούμε ένα έργο σαν την «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», για να διαπιστώσουμε ξεκάθαρα ότι εκεί όλες οι τάξεις και οι εξελίξεις των τάξεων, όλες οι μεταρρυθμίσεις σε κράτος και κυβέρνηση εμφανίζονται πάντοτε με το συγκεκριμένο ως έχει που γέννησε την επανάσταση του 1848, ειδικά στη Γαλλία. Και πέρα από τέτοια συγκεκριμένα παραδείγματα, η θεώρηση τούτη προϋποθέτει, σύμφωνα με τον Μαρξ, ότι, επειδή κάθε οικονομικός σχηματισμός είναι οντολογικά ταυτόχρονα και νομοτελειακή αναγκαιότητα και ιστορικό ως έχει, πρέπει και οι μορφές του εποικοδομήματος, όπως στην περίπτωσή μας η δημοκρατία, να είναι παρόμοιες όσον αφορά το κοινωνικό τους Είναι. Γι' αυτό το λόγο αναλαμβάνεται εδώ η προσπάθεια ιστορικής θεώρησης της δημοκρατίας (καλύτερα: του εκδημοκρατισμού, μια και πρόκειται και στην περίπτωση αυτή οντολογικά κυρίως περί διαδικασίας και όχι περί καταστάσεως), ως συγκεκριμένης πολιτικής διευθετικής δύναμης του εκάστοτε οικονομικού σχηματισμού, πάνω στο έδαφος του οποίου δημιουργείται, δρα, παρακμάζει και εξαφανίζεται. Η αποϊστορικοποίηση δημιουργεί, και σ' αυτή την περίπτωση όπως πάντοτε, φετίχ, που αξιολογούνται θετικά ή αρνητικά, δεν διευκρινίζουν όμως τα συγκεκριμένα κοινωνικά κινήματα (και τους νόμους που τα προξενούν) αλλά αντίθετα τα συσκοτίζουν και συγχέουν. Συχνά επίσης, όταν εξετάζονται αυτά τα ζητήματα, η δημοκρατία αναφέρεται σαν κατάσταση και παραλείπεται η θεώρηση των πραγματικών κατευθύνσεων εξέλιξης των χαρακτηριστικών αυτής της εκάστοτε κατάστασης, παρότι μόνο έτσι είναι δυνατό να προκύψει μια προσήκουσα εικόνα. Για να υπογραμμίσουμε τούτο, προτιμούμε την έκφραση «εκδημοκρατισμός» από την έκφραση «δημοκρατία».


ΜΕΡΟΣ I: Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΩΣ ΨΕΥΔΗΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

1. Πολλαπλότητα των οικονομικών βάσεων των δημοκρατιών

Θα κάναμε φυσικά μια απλοποίηση που θα έδινε λαβή σε συγχύσεις αν υποθέταμε ότι οι σημαντικοί θεωρητικοί ερευνητές του ζητήματος, ήδη από τον Αριστοτέλη, προσπέρασαν χωρίς να δώσουν καμιά προσοχή, το πρόβλημα της πολλαπλότητας. Οι παρατηρήσεις τους όμως, οι ταξινομήσεις και προπάντων οι αξιολογήσεις τους, δεν είναι δυνατό να προέρχονται, όπως είναι φυσικό, ούτε από την ανάλυση της αλληλεξάρτησης οικονομικής βάσης και δημοκρατίας ως πολιτικού εποικοδομήματος ούτε πολύ περισσότερο από μια αποτίμηση του ιστορικού χαρακτήρα των σχηματισμών αλλά από σχεδόν φυσιοκρατικούς ακόμα όρους (μέγεθος του κράτους) ή από νομικούς συλλογισμούς (ποιος είναι εκάστοτε πολίτης του κράτους;). Μ' αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να προκύψουν απλώς γενικές ταξινομήσεις ή έστω γενικοί ορισμοί. Δεν είναι ποτέ όμως δυνατό να προκύψει μια αντίληψη, που ν' ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το ως έχει διαφορετικών δημοκρατιών πηγάζει από τις εκάστοτε πρωτογενείς κοινωνικές εξελίξεις. Και, ακόμη περισσότερο από την πραγματική γενεσιουργό αιτία, παραμένει αιωρούμενη η εκτίμηση των τάσεων ακμής και παρακμής μέσα σ’ έναν οικονομικά θεμελιωμένο τύπο δημοκρατίας, που μένει μια αφηρημένη γενίκευση και είναι αδύνατο να κατανοηθεί ως ενεργά δρων αποτέλεσμα του «ιδίου του πράγματος», της ιδίας κίνησης ιδιότυπων κοινωνικών συμπλεγμάτων.

Πρώτος ο Μαρξ ξεκινάει από αυτά τα στοιχειώδη ουσιαστικά πραγματικά δεδομένα της κοινωνικής ζωής. Όταν αναφέρεται στη δημοκρατία του άστεως, την πρώτη μορφή της δημοκρατίας, που δια μέσου πολλών αιώνων άσκησε ιδιαίτερη ιδεολογική επίδραση και μάλιστα θεωρήθηκε σαν πρότυπο, ο θεμελιώδης ορισμός που δίνει είναι οικονομικός:[2] «Η κοινότητα -ως κράτος- είναι από τη μια η σχέση των ελεύθερων αυτών και ίσων ατομικών ιδιοκτητών μεταξύ τους, ο σύνδεσμός τους προς τα έξω και ταυτόχρονα η εγγύηση αυτής της σχέσης. Η συγκρότηση της κοινωνίας βασίζεται τόσο πάνω στο γεγονός ότι τα μέλη της αποτελούνται από εργαζόμενους ιδιοκτήτες γης, κληρούχους αγρότες, όσο και στο γεγονός ότι η αυτονομία τους υφίσταται μέσω της σχέσης τους ως μελών της κοινότητας, δηλ. εξασφάλιση του ager publicus (δημόσια γη) για τις κοινές ανάγκες και την κοινή δόξα κ.λπ. Προϋπόθεση της ιδιοποίησης της γης παραμένει η ιδιότητα του μέλους της κοινότητας ενώ σαν μέλος της κοινότητας ο καθένας είναι ατομικός ιδιοκτήτης. Ο καθένας ενδιαφέρεται στην ατομική του ιδιοκτησία ως γη αλλά ταυτόχρονα και ως τρόπο ύπαρξής του σαν μέλους της κοινότητας και η διατήρηση της ιδιοκτησίας του μ' αυτή τη μορφή είναι επίσης και διατήρηση της κοινότητας όπως και αντίστροφα κ.λπ.». Η δημοκρατία που προκύπτει από μια τέτοια οικονομική συγκρότηση δεν βασίζεται επομένως απλά και μόνο στη γενική βάση των μορφών της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλ. της ανθρώπινης πράξης -αυτό ισχύει σε κάθε κοινωνία-  αλλά συμπλέκεται αξεχώριστα, σαν ένας συγκεκριμένα μη αναιρέσιμος τρόπος ύπαρξης, με την ιδιαίτερη ατομική οντότητα εκείνων που συμμετέχουν ενεργά σ' αυτή. Ο πολίτης του άστεως, ενεργός μέτοχος της δημοκρατίας του άστεως δεν είναι απλά και μόνο μια κατηγορία του πολιτικού εποικοδομήματος αλλά ταυτόχρονα από την ιδιότητά του αυτή εξαρτάται αξεχώριστα για τον καθένα η οικονομική θεμελίωση του κοινωνικού του είναι, ο υλικός του τρόπος ζωής.

Τούτο έχει σημαντικές επιπτώσεις στη συνολική ζωή των ανθρώπων αυτού του σχηματισμού που σήμερα φαίνονται συχνά παράδοξες. Ολόκληρη η ιδιωτική κυρίως ζωή τους υποβιβάζεται σ' ένα κατώτερο, κοινωνικά πιο ασήμαντο επίπεδο. Το πραγματικό είναι όλων των πολιτών, η σύμπραξή τους στα προκύπτοντα καθήκοντα δημοκρατικής ύπαρξης και πράξης, συνδέεται αξεχώριστα με τις οικονομικές βάσεις που αναφέραμε. Μόλις αυτές αποσυντεθούν -κι αυτό είναι αναγκαίο επακόλουθο του τρόπου της μόνο έτσι δυνατής και αναγκαίας ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων-  αποσυντίθεται αναγκαστικά και η ύπαρξη και η λειτουργική ικανότητα της δημοκρατίας του άστεως. Η μεγάλη υπόληψη, η ιδεολογική έξαρση, η φωτεινή υποδειγματικότητα που αποδόθηκαν σ' αυτή τη μορφή δημοκρατίας, ιδιαίτερα στις «κλασικές» μορφές της Αθήνας και της Ρώμης, είναι ταυτόχρονα με οικονομική αναγκαιότητα το αίτιο της αυτοδιάλυσής τους. Ο Μαρξ διαπίστωσε με σαφήνεια την οικονομική τους βάση: η δουλοκτησία είναι η βάση αυτών των δημοκρατικών κοινωνικών δομών. Οι δημοκρατικοί αγώνες διεξάγονται πάντοτε απλά και μόνο στο εσωτερικό μιας προνομιούχου μειοψηφίας. Οι μεγάλες, στην ουσία παραγωγικές, μάζες αποκλείονται κατ' αρχήν απ' αυτούς όπως και από κάθε άλλη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή. Μόλις η αρχική οικονομική βάση ύπαρξης, η σχετική ισότητα της κληρουχικής ιδιοκτησίας αναιρεθεί, δημιουργείται ένα προλεταριάτο, που όπως λέει ο Sismondi, ζει απλά σε βάρος της κοινωνίας, ενώ αντίθετα στον καπιταλισμό η κοινωνία ζει σε βάρος του. Η κατανομή εργασίας και ιδιοκτησίας, η βάση κάθε δημοκρατίας άστεως, είναι, εκ γενετής, σχεδόν αυτοφυής, συχνά πρωτόγονη, -η ιδιοκτησία αυτή, κατά τον Μαρξ, ταυτίζεται με τη συμμετοχή στη φυλή- και υποχρεωτικά υποχωρεί μόλις αρχίσει η «υποχώρηση των ορίων της φύσης». Κατ' αυτό τον τρόπο, η δημοκρατία αυτή χάνει, ακριβώς κατά την περίοδο της οικονομικής της ανέλιξης, του εντονότερου εκπολιτισμού, όλες τις ανθρώπινες, υποδειγματικά εμφανιζόμενες, ιδιαιτερότητες: το άτομο που λειτουργεί μέσα της δεν έχει ακόμα «σημαντικότητα» με τη σύγχρονη έννοια -ακριβώς επειδή οι ιδιότητες του πολίτη του άστεως, της ιδιοκτησίας κλήρου, της συμμετοχής στη φυλή κ.λπ. είναι οι συγκλίνουσες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής του. Για τον ελεύθερο πολίτη η ατομικότητά του ταυτίζεται υπαρξιακά στην ουσία με τη συμμετοχή του στο άστυ. Η κοινωνική υποβάθμιση της ιδιωτικής ζωής του πολίτη του άστεως είναι απλά η άλλη ιστορικά υπαρξιακή όψη του γεγονότος ότι η ανθρώπινη ιδιότητα, η ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου ταυτίζεται δυναμικά, σαν τάση, με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τα καθήκοντα του πολίτη στη δημοκρατία, με τους τρόπους πραγμάτωσης της δημοκρατίας. Η πολιτικά κλασική μορφή της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας, από τη μεγάλη γαλλική επανάσταση, γεννήθηκε και λειτούργησε καθορισμένη έντονα –συνειδησιακά- από το πρότυπο αυτό. Από οικονομική και κοινωνική άποψη ωστόσο είναι ο απόλυτος αντίποδας. Ο Μαρξ, τονίζοντας την αντίθεση αυτή, υπογραμμίζει ταυτόχρονα ότι η ελευθερία και η ισότητα, οι κεντρικοί ιδεολογικοί τρόποι έκφρασης των σύγχρονων δημοκρατιών, είναι δυνατό μεν να πάρουν, ιδιαίτερα στην ιδεολογία, πολύ διαφορετικές μορφές, όσον αφορά την οικονομική και κοινωνική τους ουσία όμως «όχι μόνο είναι σεβαστές κατά την ανταλλαγή, που βασίζεται σε ανταλλακτικές αξίες αλλά η ανταλλαγή ανταλλακτικών αξιών είναι η παραγωγική, πραγματική βάση κάθε ελευθερίας και ισότητας» [3].

Η δεδομένη αυτή πραγμάτωση της κυριαρχίας της ελευθερίας και της ισότητας σημαίνει -μ' όλες τις αντιφατικότητες- μια πελώρια πρόοδο στην προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας. Μαζί της μόνο γεννήθηκε η πραγματική κοινωνικότητα, το αντικειμενικά πραγματικό θεμέλιο της ανθρωποποίησης του ανθρώπου. Όλοι οι κανόνες που συνδέονται λίγο ή πολύ με τα φυσικά όρια του κοινωνικού όντος εμφανίζονται να απωθούνται. Η κοινωνική πάλη, μέσω της οποίας αυτά συντελούνται, στρέφεται, στην άμεση μορφή της, ενάντια στην ταξική διάρθρωση της κοινωνίας που διαμορφώθηκε κατά και από το φεουδαρχισμό. Η φεουδαρχία, που ο νεαρός Μαρξ κάπου ονομάζει «δημοκρατία της ανελευθερίας», δίνει στην κοινωνική δομή «άμεσα πολιτικό χαρακτήρα», επειδή, «τα στοιχεία της αστικής ζωής π.χ. η ιδιοκτησία, η οικογένεια ή ο τρόπος της εργασίας εξυψώθηκαν με τη μορφή της γαιοκτημοσύνης, της τάξης και της συντεχνίας σε στοιχεία της κρατικής ζωής». «Καθορίζουν, μ' αυτή τη μορφή, τη σχέση του κάθε ατόμου με το σύνολο του κράτους δηλ. την πολιτική του σχέση» [4].

Η γαλλική επανάσταση συνέτριψε λοιπόν ριζικά ολόκληρη τούτη την κοινωνική δομή και πραγματοποίησε έτσι, για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, με καθαρά κοινωνικό τρόπο, τη σχέση μεταξύ κράτους και αστικής κοινωνίας. Ο Μαρξ υποδείχνει δικαίως ότι τότε μόνο έγινε δυνατό να συνενωθεί στην πράξη η πολιτική ζωή από τη διασκόρπιση της ουσίας της στο φεουδαρχισμό και να αρθεί, άμεσα απελευθερωμένη από τους όρους της αστικής κοινωνίας, σε γενική υπόθεση του λαού με ιδανική ανεξαρτησία από τα επιμέρους στοιχεία του. Ο σκοπός, έτσι, ενός μακραίωνου ιδεολογικού αγώνα, για το «βασίλειο του λόγου» στην ανθρώπινη ζωή, έγινε η βάση της κοινωνικής ζωής.

Όμως, όπως διατύπωσε αργότερα ορθά ο Ένγκελς, το βασίλειο αυτό του λόγου αποδείχτηκε να είναι το εξιδανικευμένο βασίλειο της αστικής τάξης. Εξιδανικευμένο εδώ όχι με την έννοια πολιτικής και ιδεολογικής καταγγελίας αλλά σαν αντικειμενική επιστημονική διαπίστωση για την κοινωνική δομή που προέκυψε στην πράξη. Ο ίδιος ο Μαρξ, στο θεωρητικό συμπέρασμα από τις πιο πάνω έρευνες, σχετικά με την πραγματική μεταβολή όλης της κοινωνικής δομής, αναφέρει ότι η ιδεατότητα του κράτους και της πολιτικής ζωής, που προκύπτει έτσι, ορισμένη σαν υπέρβαση του φεουδαρχισμού, προϋποθέτει, σαν αντιθετική βάση, την ολοκλήρωση του υλισμού της αστικής κοινωνίας. Ο Μαρξ δείχνει αυτή την αντιφατική ενότητα κράτους και αστικής κοινωνίας, ενότητα ιδεατότητας και υλικότητας στη ζωή της κοινωνίας, στη ζωή καθενός ανθρώπου, αναλύοντας τα πρώτα πρακτικά επίσημα έγγραφα του μετασχηματισμού αυτού: τα κείμενα των συνταγμάτων της γαλλικής επανάστασης.

Η αφετηρία τους είναι η συνεκτική αντίθεση μεταξύ ανθρώπου (αστού) και πολίτη. Όπου πολίτης σημαίνει αυτονόητα τον «εξιδανικευμένο» πολίτη του κράτους, πέρα από κάθε υλική δέσμευση της οικονομικής και κοινωνικής ύπαρξης, ενώ ο άνθρωπος είναι το μέλος της αστικής κοινωνίας. Και ο Μαρξ δεν παραλείπει να επισημάνει ότι, μ' αυτό τον αξεχώριστο δεσμό (μια και κάθε πολίτης είναι και άνθρωπος), τα επαναστατικά συντάγματα υποβιβάζουν το σώμα των πολιτών σε υπηρέτη των λεγομένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αναγνωρίζουν έτσι την, στην πράξη, κοινωνική υπεροχή του υλικού, οικονομικά δρώντος (ιδιώτη) ανθρώπου πάνω στον ιδανικό πολίτη.

Ορίζεται όμως έτσι ταυτόχρονα με ακρίβεια η θέση αυτής της δημοκρατίας στη μεγάλη διαδικασία εξέλιξης της ανθρωπότητας, της γέννησης του ανθρώπινου γένους, της ανθρωποποίησης του ανθρώπου. Για την πιο γενική μορφή της κοινωνικής κατάστασης του ανθρώπου στην αστική κοινωνία, που, μ' αυτό τον τρόπο, καθίσταται και αναγνωρίζεται ως συγκεκριμένος, ο Μαρξ λέγει ότι, γι' αυτόν, οι άλλοι άνθρωποι δεν αποτελούν την πραγμάτωση αλλά αντίθετα τον φραγμό της ελευθερίας του [5]. Αυτή είναι η θεμελιώδης κοινωνική πραγματικότητα του καπιταλισμού: ο εγωιστικός, και γι' αυτό μόνο εξατομικευμένος άνθρωπος, είναι το υποκείμενο της πραγματικής πράξης στην κοινωνία. Και ενώ, σαν αναγκαία συνιστώσα αυτής της εξελικτικής βαθμίδας, ο ανθρωπισμός του ανθρώπου εξυψώνεται σε μια κοινωνική στάθμη αντικειμενικά ανώτερη από κάθε προηγούμενο, λιγότερο καθαρά κοινωνικό, σχηματισμό, παράλληλα ο πραγματωμένος ανθρωπισμός, η πραγματική ζωή του ανθρώπου ως μέλους της ανθρωπότητας εμφανίζεται «σαν αντίθεση στην υλική του ζωή» [6].

Όλα αυτά φυσικά διατυπώνονται με μεγαλύτερο πάθος και υπερβολή στις θυελλώδεις ημέρες της μεγάλης ανατροπής παρά αργότερα στους πεζούς καιρούς της πρακτικής πραγματοποίησης. Στις υπερβολές αυτές περιλαμβάνεται και η -από την εποχή της αναγέννησης συνεχώς επίκαιρη- αναφορά στο πρότυπο της αρχαίας δημοκρατίας του άστεως. Αυτό δεν ήταν κάποια φιλολογική ή φιλοσοφική παραξενιά. Χρειαζόταν, όπως είπε ο Μαρξ για τη μεγάλη γαλλική επανάσταση, ηρωισμός για να γεννηθεί. Οι συντελεστές της είχαν ανάγκη από ιδανικά, ακόμα και από αυταπάτες, «για ν' αποκρύψουν από τους ίδιους τους εαυτούς τους το περιορισμένο αστικό περιεχόμενο των αγώνων τους και για να συγκρατήσουν το πάθος τους στο ύψος της μεγάλης ιστορικής τραγωδίας» [7]. Από την άλλη μεριά, οι ηρωικές αυτές υπερβολές συχνά οδηγούσαν στην ιστορικά λαθεμένη ταύτιση των δύο μεγάλων, αλλά βαθύτατα αντιθετικών, μορφών του εκδημοκρατισμού, στην απρόσεκτη παράβλεψη της κοινωνικής τους αντιθετικότητας. Παρόλα αυτά: η επανάσταση νίκησε και έθεσε σε κίνηση μια πραγματική διαδικασία, όπου οι υπαρκτοί κανόνες της αστικής δημοκρατίας έγιναν κυρίαρχες μορφές του κόσμου των καπιταλιστικών κρατών, του καπιταλιστικού πολιτισμού. Το αρχαιοπρεπές φιλοσοφικό φόρεμα του άστεως έπρεπε να χάσει κάθε αντιστοιχία με την κοινωνική πραγματικότητα. Παρότι ήταν αναγκαίο σαν ιδεολογικό μέσο μετά τη νίκη της επανάστασης, πήρε τη μορφή ψεύδους, γελοιογραφίας και όχι σπάνια και συνειδητής παραπλάνησης: η οικονομική υλικότητα των δημοκρατών του άστεως, που ζούσαν και δρούσαν ως κληρούχοι, ουδέποτε μπορεί να αναγεννηθεί. Το κοινωνικό τους είναι δεν έχει τίποτε το κοινό με το υποκείμενο της ανταλλαγής εμπορευμάτων, με την ελευθερία και την ισότητα, που το χαρακτηρίζουν στην πράξη του, υλικά μέσα στην ίδια την κυκλοφορία εμπορευμάτων, ιδεατά μέσα στο κρατικό της εποικοδόμημα.


2. Οι αναγκαίες τάσεις ανάπτυξης της αστικής δημοκρατίας

Μέχρις εδώ μπορέσαμε απλά και μόνο να δείξουμε την πιο γενική οικονομική αρχή της αντίθεσης στις δυο αυτές μορφές δημοκρατίας. Η δομή όμως δεν είναι, αντίθετα με τις σημερινές θεωρίες της μόδας, μια στατική, στην ουσία της επομένως αντιιστορική, αρχή αλλά αντίθετα το οντολογικό και ακριβώς γι' αυτό πρωταρχικά δυναμικό θεμέλιο της εξέλιξης κάθε σχηματισμού. Είδαμε με ποιον τρόπο, σε αναγκαία συνάρτηση με την οικονομική εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, έπρεπε να καταστραφεί η ισότητα της κληρουχικής ιδιοκτησίας, η οικονομική βάση της δημοκρατίας του άστεως. Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στις δυναμικές τάσεις ανάπτυξης που γεννά σαν κινητήριες δυνάμεις, η αντίθεση ανάμεσα στην υλικότητα της αστικής κοινωνίας και την ιδεατότητα του κράτους της.

Η υλικά προπάντων ορισμένη πρακτική του homme (ανθρώπου) στην αστική κοινωνία έχει καθολικά δυναμικό χαρακτήρα, εμπεριέχει δηλαδή την τάση να υποτάσσει στα συμφέροντά της όλα τα φαινόμενα του σχηματισμού με τα οποία πρέπει να περιέλθει σε πραγματική σχέση. Ο Μαρξ, σε συμφωνία με όλες τις αμερόληπτες και ορθές παρατηρήσεις αυτής της περιόδου, περιγράφει ως εξής την έτσι δημιουργημένη διαδικασία επίδρασης του homme (ανθρώπου) της καπιταλιστικής κοινωνίας πάνω στους θεσμούς της, το πραγματικό της εποικοδόμημα: [8] «Ο αστός συμπεριφέρεται στους θεσμούς του καθεστώτος του όπως ο Εβραίος προς το νόμο. Τους παρακάμπτει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που του είναι δυνατό, θέλει όμως και να τον τηρούν όλοι οι άλλοι».

Το εν γένει γεγονός δεν είναι κάτι καινούριο αν ιδωθεί ιστορικά. Το κράτος κάθε κοινωνίας είναι ιδεολογικό όπλο στις διαμάχες των ταξικών συγκρούσεων. Μόλις όμως ένα συγκεκριμένο στρώμα των πολιτών του άστεως συμβάλλει στην αναίρεση της κληρουχικής κοινότητας, π.χ. αγοράζοντας την ιδιοκτησία των πτωχευμένων, ενισχύει αντικειμενικά στην πράξη, άσχετα με τις προθέσεις του, την αποσύνθεση της ίδιας της δημοκρατίας του άστεως, ενώ αντίθετα η συμπεριφορά που περιγράφηκε προηγουμένως από τον Μαρξ και άλλους (έντιμους διανοούμενους, ιδιαίτερα συγγραφείς) ενίσχυσε οικονομικά την εξέλιξη του καπιταλισμού αλλά ταυτόχρονα προσάρμοσε το κρατικό εποικοδόμημα στις έτσι αναπτυσσόμενες οικονομικές ανάγκες. Το δημοκρατικό εποικοδόμημα πρέπει μεν, όσον αφορά τη γενική οντολογία της κοινωνίας, να διατηρήσει τον «ιδανικό» του χαρακτήρα, από την άλλη όμως, τα περιεχόμενά του και οι μορφές των ενεργειών που τα επιβάλλουν, περιπλέκονται, όλο και περισσότερο, γύρω από τις ανάγκες του homme. Το γεγονός ότι, κατ' αυτό τον τρόπο, αποκτούν γενική κοινωνική ισχύ προπάντων τα περιεχόμενα εκείνα που εκπροσωπούνται από οικονομικά βαρύνουσες ομάδες δεν αλλάζει σε τίποτε τις βασικές αρχές αυτής της υπόθεσης. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τις παρατηρήσεις μας, όπου σημασία έχουν μόνο εκείνα τα κοινωνικά κινήματα που έχουν επαρκή ισχύ ώστε, προκαλώντας μεταβολές στην οικονομική βάση, να επιδράσουν στη δυναμική και δομική σχέση της με το «ιδανικό» εποικοδόμημα. Όσοι όμως προσπαθούν να παρακολουθήσουν τέτοιες τάσεις με μη φετιχιστικό τρόπο, δεν πρέπει ποτέ να χάνουν από την οπτική τους το γεγονός ότι κάθε μαζικό κίνημα δεν είναι δυνατό να είναι παρά μόνο ένας ιδιαίτερος τύπος σύνθεσης τέτοιων πρακτικά προσωπικών ενεργειών. Η αναδρομή του Μαρξ στην ατομική υπαρξιακή εσωτερική παραμόρφωση του ανθρώπου σε κάθε τέτοια συμπεριφορά είναι επομένως, ιδιαίτερα όσον αφορά στο είναι, δικαιολογημένη σε βάθος από την άποψη της οντολογίας της κοινωνίας. Η ορθότητα της διαπίστωσης ότι, έτσι, η παραμόρφωση της ιδιότητας της συμμετοχής του ανθρώπου στο ανθρώπινο γένος (άμεσα και ατομικά: η σχέση του με το συνάνθρωπό του) βρίσκεται στη βάση όλων των ενεργειών αυτού του είδους, επαληθεύεται ιδιαίτερα σ' αυτό το σημείο.

Όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό από την άποψη της τυπικής λογικής ή της γνωσιολογίας: η όσο το δυνατό καθαρότερη κοινωνική συντέλεση της «ιδεατότητας», του εποικοδομήματος είναι το αποτελεσματικότερο μέσο για να γίνει δυνατό να επικρατήσουν χωρίς τριβές οι υλικά εγωιστικές τάσεις στην κοινωνική ζωή. Δεν είναι τυχαίο ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες ευδοκιμεί άριστα και απολαμβάνει τη μεγαλύτερη υπόληψη, η αφηρημένη τυπολατρία του δικαίου. Δεν είναι επίσης τυχαίο -επιστρέφοντας στο κύριο πρόβλημά μας- ότι η πιο καθαρή, η πιο αναπτυγμένη αφηρημένη «ιδεατότητα» των μορφών κρατικής διακυβέρνησης είναι το καταλληλότερο όργανο για να επιβληθούν χωρίς τριβές τα εγωιστικά καπιταλιστικά ατομικά συμφέροντα κάτω από το μανδύα ιδανικών γενικών συμφερόντων. Με δυο λόγια: όσο καθαρότερα ο κοινοβουλευτισμός, η κεντρική και τυπικότερη πραγμάτωση αυτής της κρατικής ιδεατότητας, αυτονομείται φαινομενικά, στους τύπους, από την πραγματική ζωή της κοινωνίας, όσο περισσότερο του δίνεται η ικανότητα να εμφανίζεται σαν καθαρό όργανο της ιδανικής λαϊκής θέλησης, τόσο περισσότερο γίνεται πιο κατάλληλο όργανο για να δοθεί ισχύς στα εγωιστικά συμφέροντα καπιταλιστικών ομάδων και μάλιστα κάτω από την επίφαση απεριόριστης ελευθερίας και ισότητας. Γι' αυτό το λόγο ίσως η έκφραση «επίφαση» να μην είναι εντελώς ακριβής. Γιατί, στην περίπτωση αυτή, δεν επιβάλλεται απλά μια επίφαση ελευθερίας και ισότητας αλλά αντίθετα η οικονομική τους ουσία, αυτό που πράγματι αντιπροσωπεύουν στην καπιταλιστική εμπορευματική κυκλοφορία.

Ο αγώνας για την καθαρή μορφή του κοινοβουλευτισμού (π.χ. γενικό και ίσο δικαίωμα ψήφου), για τη νομοθετική και ελεγκτική της κρατικής ζωής παντοδυναμία του, γεμίζει πράγματι την πολιτική ζωή από την εποχή των μεγάλων επαναστάσεων του 17ου και 18ου αιώνα. Για ένα μέρος αυτών των αγώνων, που αφορά στην απώθηση των υπολειμμάτων της φεουδαρχικής ταξικής δομής, δεν αξίζει να μιλήσουμε εδώ αναλυτικά: στα ουσιαστικά τους σημεία, τουλάχιστο στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες, ανήκουν στο παρελθόν. Αντίθετα θεωρούμε σημαντικό να επισύρουμε την προσοχή στο γεγονός ότι τα αποφασιστικά βήματα στις προσπάθειες να γεννηθεί μια δημοκρατία στο πνεύμα της μεγάλης επανάστασης ήταν αποτελέσματα μαζικών αγώνων, κατά τους οποίους πάντοτε έμπαινε ο στόχος δημοκρατικής διάρθρωσης του «καθαρού» αυτοδύναμου κοινοβουλευτισμού. Οι πληβειακοί-ριζοσπάστες δημοκράτες που υπηρετούσαν κατά μάζες στη στρατιά του Κρόμγουελ την εποχή της αγγλικής επανάστασης, οι πληβειακοί επαναστάτες των παρισινών συνοικιών, άσκησαν πίεση και όταν χρειάστηκε διέλυσαν ή αποδεκάτισαν τα κοινοβούλια για να δημιουργήσουν όργανα που να είναι σε θέση να εκφράσουν τα πραγματικά συμφέροντα του εργαζόμενου λαού. Η «ένδοξη επανάσταση» στην Αγγλία και το καθεστώς του Λουδοβίκου-Φιλίππου για πρώτη φορά και η τρίτη δημοκρατία αργότερα ήταν σε θέση να αποκλείσουν τέτοιου είδους «αναρμόδιες» παρεμβάσεις και να εξασφαλίσουν στα κοινοβούλια την τυπική ελευθερία και ισότητα που αντιστοιχεί στα συμφέροντα των καθοριστικών καπιταλιστικών ομάδων. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι σε εποχές κρίσης -αρκεί να αναλογιστούμε την υπόθεση Dreyfuss- αναδύονται στον πολιτικό ορίζοντα, βέβαια αποδυναμωμένες πια, οι δυνατότητες πληβειακών-δημοκρατικών διορθώσεων. Στην πολιτική θεωρία του 19ου αιώνα επίσης εμφανίζεται κάθε τόσο η αντίθεση αυτή ανάμεσα στον λαϊκά θεμελιωμένο δημοκρατισμό και τον κοινοβουλευτικό φιλελευθερισμό. Και δεν χρειάζεται να τονιστεί ιδιαίτερα: με την πρακτικά αδιαφιλονίκητη νίκη της δεύτερης κατεύθυνσης.

Ακόμα και σήμερα, μετά από μια μακρόχρονη και αναμφισβήτητη κυριαρχία του χειραγωγούντος και χειραγωγούμενου φιλελευθερισμού, βλέπουμε προβλαστήματα τέτοιων αντικινημάτων. Τίποτα δεν είναι φθηνότερο από το να... για την απούσα μαζική βάση και...

(Σ.τ.μ. ασυμπλήρωτο χειρόγραφο).


3. Η αστική δημοκρατία σήμερα

Δεν είναι δυνατό εδώ να δώσουμε έστω και ένα βιαστικό σχεδίασμα των διακυμάνσεων σ' αυτές τις διαμάχες. Εκείνο που έχει σημασία είναι μόνο οι βασικές τάσεις, που σπέρματά τους αποκάλυψε ο Μαρξ στα συντάγματα ήδη της μεγάλης γαλλικής επανάστασης και που από τότε έφτασαν να κυριαρχούν απεριόριστα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτό που σήμερα συνηθίζεται να ονομάζεται ελευθερία είναι το αποτέλεσμα της αδιαμφισβήτητης νίκης των εσώτερων δυνάμεων του καπιταλισμού. Είναι απλώς ένα αυτονόητο γεγονός ότι ανάλογα με τις ποιοτικές μεταβολές που διέτρεξε ο καπιταλισμός από τις αρχές του μέχρι σήμερα ήταν αναγκαίες και ορισμένες αλλαγές στο πολιτικό του εποικοδόμημα, την ελευθερία της αστικής δημοκρατίας, χωρίς βέβαια ο καπιταλισμός να απεκδύεται ουσιαστικά τη βασική του δομή όπως δείχτηκε εδώ στο πνεύμα του Μαρξ. Αντίθετα μπορούμε και πρέπει να πούμε ότι κατά τη διάρκεια αυτής της εξέλιξης ιδιαίτερα οι βασικοί όροι επέβαλαν την ουσία τους, την ίδια εσωτερική τους ζωή με τρόπο πιο σαφή και καθαρό απ' όσο ήταν δυνατό στις γεμάτες αυταπάτες αρχές της επανάστασης.

Όταν λοιπόν θέλουμε να μιλήσουμε σήμερα για αστική δημοκρατία, για την ελευθερία που πραγματώνεται σ' αυτή, πρέπει να στηριχτούμε στα περιεχόμενα και τις μορφές που χαρακτηρίζουν ειδικά τον καπιταλισμό του παρόντος. Ένας πολιτικός ή θεωρητικός της πολιτικής με αφηρημένη ιδεολογική τοποθέτηση μπορεί να φαντάζεται ότι θέλει να ζωντανέψει κάποια παλαιότερη ή κάποια ουτοπικά τακτοποιημένη για το μέλλον ελευθερία. Όταν οι προσπάθειές τους έχουν οποιεσδήποτε πραγματικές, πρακτικές συνέπειες δεν είναι δυνατό σήμερα πια, παρά να υποστηρίζουν τη δημοκρατία που αντιστοιχεί, που ταιριάζει στην παρούσα καπιταλιστική οικονομία. Αυτό αφορά -και μάλιστα ιδιαίτερα- εκείνους τους ιδεολόγους που βλέπουν στην αστική δημοκρατία μια γνήσια εναλλακτική επιλογή προς τον σοσιαλισμό του παρόντος. Ας πετούν τα όνειρά τους από τον Κιγκινάτο στον Ρουσσώ και από τον Κρόμγουελ στον Ροβεσπιέρο. Στην πραγματικότητα θα αποδειχτεί ότι σήμερα είναι πραγματοποιήσιμη μόνο μια αστική δημοκρατία αλά Νίξον ή Στράους. Θα επανέλθουμε σύντομα στις αναγκαίες συνέπειες αυτών των σήμερα πλατειά διαδεδομένων ψευδοεναλλακτικών επιλογών. Στο σημείο αυτό έπρεπε να υποδειχτεί με συντομία η απόλυτη προτεραιότητα του Είναι του παρόντος σε σχέση με ένα οσοδήποτε ποθητό και ελκυστικό παρελθόν.

Η σημερινή δημοκρατία είναι η επίκαιρη κορύφωση μιας μακραίωνης εξέλιξης ενός χειραγωγημένου, μέσω χειραγώγησης κυρίαρχου ιμπεριαλισμού. Έχω επίγνωση ότι παραβιάζω κάθε πρωτόκολλο αυτού που θεωρείται σήμερα αξιοσέβαστη επιστημοσύνη όταν γράφω λέξεις όπως ιμπεριαλισμός ή αποικιοκρατία χωρίς εισαγωγικά. Η περιφρόνηση προς τον 19ο αιώνα, που επικρατεί γενικά στις κοινωνικές επιστήμες, η κυριαρχία του δόγματος ότι το παρόν αντιπροσωπεύει σε σχέση με τον 19ο αιώνα κάτι το ποιοτικά νέο και από κάθε άποψη καλύτερο, έχει, ιδιαίτερα ιδεολογικά πρώτα απ' όλα την αποστολή (σαν κατά τον Μαρξ διανοητική συνειδητοποίηση και διεξαγωγή των συγκρούσεων που θέτει η οικονομική εξέλιξη) να εμφανίσει την οικονομική κατάσταση του παρόντος σε ποιοτική αντίθεση με τις καταστάσεις του παρελθόντος. Έτσι κυκλοφορήθηκε και προπαγανδίστηκε πλατειά η έννοια της «πλουραλιστικής» κοινωνίας σε αντίθεση με τον «ολοκληρωτισμό» που προσπαθεί να κάνει την δήθεν εσωτερική συνάφεια του φασισμού και του κομμουνισμού κοινό πνευματικό αγαθό. Έτσι προπαγανδίστηκε η μεγαλοκαπιταλιστική ανάπτυξη της βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών και των υπηρεσιών και το οικονομικά συνεπαγόμενο ενδιαφέρον των καπιταλιστών για το προλεταριάτο ως αγοραστή εμπορευμάτων σαν δήθεν απαρχαίωση της θεωρίας της υπεραξίας. Ενώ, από οικονομική άποψη, πρόκειται απλούστατα για υποχώρηση της απόλυτης υπεραξίας σε όφελος της σχετικής, για μια διαδικασία που όχι μόνο έχει προβλεφθεί στη μαρξική θεωρία της υπεραξίας αλλά και έχει οριστεί σαν αντικατάσταση της απλώς τυπικής υποταγής της παραγωγής σε καπιταλιστικές κατηγορίες με την πραγματική υποταγή. Έτσι δήθεν, εξαφανίστηκε από τη σύγχρονη «βιομηχανική κοινωνία», κάθε ίχνος των παλαιότερων ταξικών αγώνων από τη σύγχρονη «βιομηχανική κοινωνία», με την αρωγή και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, που γύρισαν στην πράξη ριζικά την πλάτη τους στο μαρξισμό για να γίνουν ενεργοί μέτοχοι του χειραγωγούντος κατεστημένου. Για το ρόλο που έπαιξαν σ' αυτό [sic] η σταλινική και μετασταλινική κομμουνιστική θεωρία και πράξη θα μιλήσουμε αργότερα. Εν πάση περιπτώσει τα συνδικάτα εμφανίζονται σήμερα συχνά να βρίσκονται σχεδόν παντού στ' αριστερά των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και, όπως προδίνουν ορισμένες μεγάλες απεργίες, ουδέποτε πράγματι εγκαταλείφθηκε εντελώς η οικονομική ταξική πάλη. Έτσι αποκαλύπτει δήθεν η απελευθέρωση των παλαιών αποικιών την εξαφάνιση κάθε παλαιότερης εκμετάλλευσης και καταπίεσης, ενώ η αλήθεια είναι ότι η νέα πολιτική, που αρνείται κάθε σκέψη αποικιοποίησης, δεν είναι στην πραγματική ουσία της παρά η συνέχιση της παλαιάς με νέα τεχνικά μέσα. Συνεχίζει ουσιαστικά τις παραδόσεις του Γουώρεν Χάστιγκς, του γερμανικού ιμπεριαλισμού κ.λπ. να συντηρεί, με όλα τα οικονομικά και στρατιωτικά μέσα, παντού στον «τρίτο κόσμο», την κυριαρχία των κοινωνικά αντιδραστικών στρωμάτων, να καταπιέζει με βάναυση βία κάθε προσπάθεια ακόμα και αστικοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης. Το γεγονός ότι οι μορφές εξουσίας, που προκύπτουν μ' αυτό τον τρόπο, παίρνουν από την προπαγάνδα την επιγραφή «Ελευθερία» δεν αλλάζει σε τίποτε, όπως δείχνουν τα παραδείγματα του Αγίου Δομίνικου, της Ινδονησίας, του Βιετνάμ κ.ά., τη συνέχεια της κοινωνικής –ιμπεριαλιστικής- υπόστασης.

Εδώ ενδιαφερόμαστε να αναδείξουμε την παραμένουσα δραστικότητα των καπιταλιστικά θεμελιωδών οικονομικοκοινωνικών τάσεων. Υπενθυμίζουμε κύρια τα ζητήματα της συμφωνίας με το ανθρώπινο γένος, όπου η αρχή αυτή της ανθρώπινης και κοινωνικής εξέλιξης πήρε, μέσα στους ταξικούς αγώνες που προκάλεσε ο καπιταλισμός, μια νέα -και ας προσθέσουμε: πιο προοδευτική σε σχέση με προηγούμενες κοινωνίες- μορφή. Ο Μαρξ, όπως θυμόμαστε αναφέρθηκε στην αντίθεση της ζωής του ανθρώπου ως μέλους του γένους με την υλική του ζωή. Για να γίνει αντιληπτή η κεντρική θεωρητική και πρακτική σημασία της ρήσης αυτής πρέπει να αναδράμουμε στις προβληματικές που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη θεωρητική θεμελίωση του μαρξικού υλισμού. Στην 4η θέση για τον Φόιερμπαχ ο Μαρξ κριτικάρει την αντίληψη του Φόιερμπαχ για την ουσία του ανθρώπου με τα επιχειρήματα: «... η ανθρώπινη ουσία δεν είναι κάτι αφηρημένο που ενυπάρχει σε κάθε συγκεκριμένο άτομο. Στην υλική της πραγματικότητα είναι το ensemble (ενιαίο σύνολο) των κοινωνικών σχέσεων». «Και επειδή ο Φόιερμπαχ δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη σύνδεση της ανθρώπινης ουσίας με την πραγματική ολότητα των κοινωνικών σχέσεων, είναι πρώτον αναγκασμένος ''να κάνει αφαίρεση της κοινωνικής ροής" και να προϋποθέσει τον άνθρωπο αφηρημένα απομονωμένο άτομο και δεύτερον δεν είναι δυνατό ''να αντιληφθεί" την ουσία παρά μόνο σαν "γένος", σαν εσωτερική, βουβή γενικότητα που συνδέει με το φυσικό τρόπο τα διάφορα άτομα». Πώς το αφηρημένο και βωβό, του γένους δεν ενέχουν πραγματικό ανθρωποκοινωνικό περιεχόμενο, το γεγονός ότι και αυτός, όπως κάθε μόνο γνωσιολογικός και λογικός (και όχι οντολογικός) ορισμός, παραμένει αναγκαστικά «βουβός», ο Μαρξ το εκφράζει αναγνωρίζοντας το Φοϊερμπαχιανό γένος σαν πραγματικότητα μόνο όσον αφορά στην οργανική φύση, όπου είναι δυνατό κανείς να την «αντιληφθεί σαν εσωτερική, βουβή γενικότητα που συνδέει με φυσικό τρόπο τα διάφορα άτομα» [9]. Η κοινωνικά υπαρκτή ουσία του ανθρώπου, η πραγματική του μετοχή στο ανθρώπινο γένος έγκειται επομένως στην –ιστορική- υπέρβαση αυτής ακριβώς της «βωβότητας».

Για τον Μαρξ επαρκούσε, σ' αυτό το σημείο, αυτή η αφοριστική αντιπαράθεση. Γιατί από την αρχή προσπαθούσε να συλλάβει με ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο αυτή την πραγματική, όχι πλέον αφηρημένη και ως εκ τούτου όχι πλέον βουβή μετοχή στο γένος. Η διαπίστωση από την οποία ξεκινήσαμε, ότι δηλ. στην αστική κοινωνία η ζωή του ανθρώπου σαν μέλους του ανθρώπινου γένους βρίσκεται σε αντίθεση προς την υλική του ζωή προϋποθέτει ήδη μια οντολογική και ως εκ τούτου κοινωνικοϊστορική αλληλοσυσχέτιση ανάμεσα στο άτομο και το γένος. Η θέση αυτή συγκεκριμενοποιείται ακόμη περισσότερο, με μεγάλη σημασία, στα «Οικονομικοφιλοσοφικά Χειρόγραφα»: [10] «Πρέπει προπάντων να αποφύγουμε να προσδιορίσουμε πάλι την ''κοινωνία" σαν αφαίρεση σε σχέση με το άτομο. Το άτομο είναι το κοινωνικό ον. Η βιοτική του έκφραση -ακόμα και όταν δεν εμφανίζεται με την άμεση μορφή μιας κοινής βιοτικής έκφρασης, που συντελείται από κοινού με άλλους- είναι επομένως έκφραση και επιβεβαίωση της κοινωνικής ζωής». Η ενότητα που προκύπτει έτσι μεταξύ ατομικότητας και μετοχής στο γένος δεν είναι προφανώς φυσικό δεδομένο. Αντίθετα, είναι το προϊόν μιας ιστορικοκοινωνικής διαδικασίας που πρέπει να δημιουργήσει και να υπερβεί πολλές μεταβάσεις πριν εξαφανισθούν οι σχεδόν φυσιολογικοί όροι που θέτουν φυσικούς φραγμούς, στη γέννηση και τη συγκεκριμένη διαμόρφωση μιας τέτοιας γενικής ενότητας του ανθρώπινου είναι και της μετοχής στο ανθρώπινο γένος. Η κοινωνία πρέπει να κοινωνικοποιηθεί ριζικά, οι φυσικοί φραγμοί της κοινωνικής ζωής πρέπει να απωθηθούν για να γίνει δυνατή αυτή η μετοχή του ανθρώπου στο ανθρώπινο γένος, η γνήσια έξοδός του από το ζωικό βασίλειο απ' όπου κατάγεται. Τη διαδικασία αυτή επιτελεί ο καπιταλισμός στην οικονομία και μέσω αυτής στο όλο της κοινωνίας.

Η διαδικασία πάντως που το επιφέρει είναι αιτιοκρατικά αναγκαία χωρίς -σαν συνολική διαδικασία- να είναι προκαθορισμένη από οποιαδήποτε τελεολογία. Προκύπτει έτσι μεν στον καπιταλισμό μια γνήσια κοινωνικοποιημένη κοινωνία, που μπορεί όμως, από την άλλη, να διατηρείται σε κίνηση μόνο από ανυπέρβατες εσωτερικές αντιθέσεις, κοινωνία όπου ο άνθρωπος, από οικονομική αναγκαιότητα, δεν μπορεί να αποκτήσει την ικανότητα να εξυψωθεί σε γνήσιο μέλος του ανθρώπινου γένους, σε γνήσιο ανθρώπινο είναι. Τέτοια αντίθεση είναι εκείνη που υπογραμμίστηκε προηγουμένως μεταξύ της ζωής του γένους και της υλικής ζωής καθενός ανθρώπου, καθώς και του συνόλου τους. Η μετοχή του ανθρώπου στο γένος πραγματώνεται ακριβώς μέσω της ταυτόχρονης καταστροφής της αυτοδημιουργούμενης ενότητας μέσα στα επιμέρους γεγονότα και στη συνολική διαδικασία που αυτά σχηματίζουν, μέσω της μεταστροφής στο αντίθετό της. Κοινωνία σημαίνει συνεργασία των ανθρώπων και ουδέποτε προηγουμένως έχει βρεθεί από πρακτική και τεχνική άποψη στο ύψος της πραγματοποίησης που έφτασε στον σημερινό καπιταλισμό. Οι ίδιες οικονομικοκοινωνικές δυνάμεις όμως που αντικειμενικά παράγουν και αναπαράγουν αυτή την άνευ προηγουμένου αλληλεξάρτηση, δεν συνεπιφέρουν τη «συνένωση του ανθρώπου με τον άνθρωπο» αλλά το αντίθετό της τον «διαχωρισμό του ανθρώπου από τον άνθρωπο». Η ατομική ελευθερία ως προϋπόθεση και προϊόν της κοινωνίας «δεν επιτρέπει να βρίσκει κάθε άνθρωπος στον άλλο την πραγμάτωση αλλά αντίθετα το φραγμό της ελευθερίας του», «το ανθρώπινο δικαίωμα στην ελευθερία δεν βασίζεται στη συνένωση του ανθρώπου με τον άνθρωπο αλλά αντίθετα στο διαχωρισμό του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Είναι το δικαίωμα σ' αυτό το διαχωρισμό, το δικαίωμα του περιορισμένου, περιορισμένου στον εαυτό του, ατόμου» [11].

Ο χαρακτηρισμός αυτής της διαδικασίας με τον όρο «φραγμός» είναι ήπιος και συγκρατημένος. Ο Χομπς έκφρασε την υπαρκτή κατάσταση με το βάναυσο «homo homini lupus» (ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος) και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα ιδιαίτερα από τις πιο διαφορετικές πλευρές προβάλλεται σαν πρότυπο ιδεολόγου αυτής της μεταβατικής κατάστασης ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ. Το σεξουαλικό είναι σ' αυτόν κυρίαρχο το πολύ-πολύ με άμεση έννοια. Γιατί, το σημαντικό στη θεωρία του Σαντ είναι ότι ακόμα και κατά τη σεξουαλική πράξη δεν πρόκειται για συνεργασία δύο ανθρώπων, για την κοινή ζωή τους αλλά ότι αντίθετα η γυναίκα δε θεωρείται κατά κανένα τρόπο άνθρωπος από τον άντρα παραμένοντας καθαρά αντικείμενο. Η αλήθεια, που, παρόλη την ακρότητα της επίτασής του, ενυπάρχει σ' αυτό τον προσδιορισμό, φαίνεται και στον ορισμό που δίνει ο Καντ στο γάμο, μόνο που αυτός μετασχηματίζει τον σαδικό κυνικό εγωισμό της συνείδησης στη γλώσσα της καπιταλιστικής οικονομίας, στη γλώσσα της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Ο Καντ λέει: [12] Γάμος είναι «η συνένωση δύο προσώπων διαφορετικού φύλου με σκοπό την ισόβια αμοιβαία νομή των ιδιοτήτων του φύλου τους».

Η υποκειμενική και παράλληλα αντικειμενική κατηγορία που προσδιορίζει το άτομο και συγχρόνως την κοινωνία, που ενεργεί ταυτόχρονα σ' όσα δείχτηκαν προηγουμένως, που ενσαρκώνει κοινωνικά τις προϋποθέσεις και τις συνέπειές τους είναι η κατηγορία του Έχειν. Ο Μαρξ λέει πάνω σ' αυτό: [13] «Η ατομική ιδιοκτησία, μας έχει κάνει τόσο ανόητους και μονόπλευρους ώστε ένα αντικείμενο είναι δικό μας μόνο όταν το έχουμε, υπάρχει δηλ. για μας με τη μορφή κεφαλαίου, είτε όταν άμεσα το κατέχουμε, το τρώμε, το πίνουμε, το φοράμε, το κατοικούμε κ.λπ. με δυο λόγια όταν το χρησιμοποιούμε.,. Όλες οι φυσικές και πνευματικές αισθήσεις έχουν υποκατασταθεί επομένως από την απλή αποξένωση όλων αυτών των αισθήσεων, την αίσθηση του έχειν». Και θα ήταν γελοίο να φανταστούμε ότι αυτοί οι οικονομικοί και συγχρόνως ανθρώπινοι, καθολικά ενεργοί, κοινωνικοί όροι του καπιταλισμού εξαφανίστηκαν δήθεν μαζί με το 19ο αιώνα. Αντίθετα. Στη «βιομηχανική κοινωνία» του παρόντος ιδιαίτερα φτάνουν στη μέγιστη ανάπτυξή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταυτόχρονα οικονομική, κοινωνική και ατομική ανθρώπινη σχέση της αποξένωσης, που την πρώτη θεωρία της διατύπωσε ο Μαρξ, πριν από ενάμισι σχεδόν αιώνα, και φάνηκε να χάνεται κατά το 19ο αιώνα σχεδόν ολοκληρωτικά πίσω από τα ζητήματα της υλικής εκμετάλλευσης, έγινε στις δικές μας μέρες ένα καθολικό κοινωνικό-ανθρώπινο πρόβλημα. Την καθολικότητα αυτή, το γεγονός δηλ. ότι στην αποξένωση περιλαμβάνονται εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι του καπιταλισμού, έχει υποδείξει επίσης από τότε ήδη ο Μαρξ. Για πρώτη φορά σήμερα ωστόσο αυτή η κοινωνική συνέπεια του καπιταλισμού βιώνεται σα γενικευμένο πρόβλημα της ανθρωπότητας. Αυτό δείχνει ότι οι όροι της ανθρώπινης ύπαρξης στον καπιταλισμό, που αποκαλύφθηκαν τότε από το Μαρξ, εξουσιάζουν το σύνολο της ανθρώπινης ζωής τόσο εκτατικά όσο και εντατικά με άλλες φαινομενικές μορφές μεν αλλά ακόμη ισχυρότερα στην ουσία τους. Ο σημερινός καπιταλισμός επομένως δεν είναι υπέρβαση αλλά επαύξηση, επέκταση και εκβάθυνση της προβληματικής της γνωστής ως σήμερα ουσίας του.

Πώς εμφανίζεται τώρα ο καπιταλισμός από την άποψη του προβλήματός μας, του εκδημοκρατισμού; Εξωτερικά σαν επαύξηση, σαν καθολική διάδοση του.  Ποιο είναι όμως το νέο κοινωνικό περιεχόμενο της έτσι προκύπτουσας σταθεροποίησης και διάδοσής του; Επιφανειακά κυριαρχεί άμεσα η εκλεπτυσμένη χειραγώγηση της καθολικά πια καπιταλιστικής αγοράς. Η διαφήμιση της κατανάλωσης έγινε, με τη βοήθεια των, σε ανήκουστο βαθμό, διογκωμένων μέσων μαζικής επικοινωνίας, το πρότυπο της πολιτικής «διαφώτισης». (Αυτό, ειρήσθω εν παρόδω, το είχε ήδη δει σαφώς και ο Χίτλερ, που θεωρούσε την καλή διαφήμιση για σαπούνι το πρότυπο κάθε πολιτικής προπαγάνδας). Εδώ φυσικά δεν πρόκειται για άμεση προτυποποίηση, αντίθετα πρόκειται άμεσα για αυστηρή αντίθεση. Γιατί η πολιτική προπαγάνδα του Χίτλερ ήταν ανοιχτά ιδεολογική (περιττεύει να μιλήσουμε εδώ για την ποιότητα των περιεχομένων της, της επιχειρηματολογίας της κ.λπ.). Η πολιτική ζωή μετά τη νίκη κατά του Χίτλερ, η εποχή του «ψυχρού πολέμου», της πολιτικής του «roll back» (πισωγύρισμα) εφεύρε ενάντια στον «ολοκληρωτισμό» (που υπονοεί κυρίως το σοσιαλισμό) τη νέα ιδεολογία της αποϊδεολογικοποίησης. Δεν θα μιλήσουμε καθόλου για την εσωτερική σαθρότητα, την αυτοαντίφαση αυτού του πολιτικού μέσου. Απαντήσαμε κιόλας στο ερώτημα χαρακτηρίζοντάς το ιδεολογία. Με τη μαρξική έννοια κάθε ιδεολογία χρησιμοποιείται σα μαχητικό μέσο διεξαγωγής συγκρούσεων που προκύπτουν οικονομικοκοινωνικά. Και μια και κάθε ταξική κοινωνία παράγει πάντοτε τέτοιες συγκρούσεις δεν μπορεί να ανταπεξέλθει χωρίς τη μόνιμη ιδεολογική διεξαγωγή τους. Μέσα σ' αυτή την κατ' αρχή ανοησία του όμως, ο όρος αποϊδεολογικοποίηση έχει μια πολύ συγκεκριμένη σημασιολογική απόχρωση: πρόκειται για την καθιέρωση της αγοράς σε καθολικό πρότυπο. Όπως οι άνθρωποι εξωθούνται, με τη βοήθεια της διαφημιστικής προπαγάνδας, να αγοράσουν «ελεύθερα» το εμπόρευμα που ανταποκρίνεται, δήθεν κατά τον καλύτερο τρόπο, στις καταναλωτικές τους ανάγκες, έτσι πρέπει να συμπεριφέρονται και στην πολιτική ζωή, σε εκλογές, δημοψηφίσματα κ.λπ. Αναφέροντας την αγορά βάλαμε τη λέξη ελεύθερα σε εισαγωγικά. Επειδή οι κοινωνικές συνθήκες του χειραγωγημένου καπιταλισμού, η κατανάλωση χάριν κύρους που γεννιέται αναγκαστικά μέσα του, κάνουν μια τέτοια σχέση πολύ προβληματική ακόμα και για την αγορά. Η εκλεπτυσμένη χειραγώγηση συνίσταται δε ακριβώς στο γεγονός ότι ενώ στους αγοραστές των εμπορευμάτων υποβάλλεται η απόκτηση ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος αυτοί φαντάζονται ότι η κτήση του είναι αποτέλεσμα ελεύθερης απόφασης που εκφράζει την προσωπικότητά τους.

Η μέθοδος αυτή χειραγώγησης εφαρμόζεται εύκολα και στη συμμετοχή του ανθρώπου στο «ιδανικό» πεδίο της κρατικής ζωής μια και η δυναμική της καπιταλιστικής εξέλιξης, ο αρχικά τραχύς εμφανιζόμενος δυϊσμός, αποτέλεσμα της εξέλιξης του ανθρώπινου είναι, της σχέσης του ανθρώπου προς τους συνανθρώπους του και προς τους δικούς του θεσμούς κοινωνικότητας, έχει μετατραπεί σε δυναμική αλληλεπίδραση όπου ο υλισμός της αστικής κοινωνίας έγινε, με οικονομική αναγκαιότητα, η κυρίαρχη κινητήρια δύναμη. Ο Μαρξ, σε αρμονία με όλα τα προηγούμενα, διατυπώνει τα αποτελέσματα αυτής της σχέσης πάνω στην πρακτική του ατόμου ως εξής: «Ο αστός συμπεριφέρεται στους θεσμούς του καθεστώτος του όπως ο Εβραίος προς το νόμο. Τους παρακάμπτει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που του είναι δυνατό, θέλει όμως και να τους τηρούν όλοι οι άλλοι». Αυτός ο ατομικιστικός τρόπος συμπεριφοράς καταλήγει, με την αναγκαία του κοινωνική γενίκευση και μαζοποίηση, να μετατρέπει στην πράξη όλο και περισσότερο τον «ιδανικό» κόσμο των πολιτών σε απλό όργανο αυτού του εγωισμού των αστών. Φυσικά δεν επικυρώνεται κάθε τέτοιου είδους συμπεριφορά από το κράτος. Η ταξική πάλη επιβάλλει, αντίθετα, μια ολόκληρη κλίμακα διαφοροποιήσεων που αρχίζει από την απλή απαγόρευση τέτοιων αστικών τρόπων συμπεριφοράς, συνεχίζεται με τη σιωπηρή ή ρητή ανοχή και καταλήγει στην επικύρωση ορισμένων μορφών παράβασης των νόμων. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα που τείνει συνεχώς να γίνει καθολικό. Κατά πόσον πρόκειται για την ίδια τη νομοθεσία ή «μόνο» για τάσεις στη διοίκηση, τη νομολογία κ.λπ. έχει εδώ -κατά τη διαπίστωση του βασικού γεγονότος- δευτερεύουσα σημασία. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι να ιδωθεί με σαφήνεια η καθολικότητα με την οποία ο εγωιστικός υλισμός της αστικής κοινωνίας διαπερνάει την «ιδανική» σφαίρα της ελευθερίας και της ισότητας.

Δεν είναι εδώ ο στόχος μας να αναλύσουμε λεπτομερώς αυτή τη συγκεκριμένη και σε μεγάλο βαθμό πολυσχιδή διαδικασία διείσδυσης. Σημασία έχει ότι κατά τη διαδικασία αυτή ουδέποτε αμφισβητείται ο «ιδανικός» τύπος της ελευθερίας και της ισότητας, αλλά αντίθετα ότι αυτοί οι τύποι ακριβώς γίνονται φορείς των –ταξικών- εγωιστικών αστικών συμφερόντων (υπεράσπιση της νομιμότητας της φυλετικής διάκρισης των «εγχρώμων» εν ονόματι της συνταγματικής αυτονομίας των πολιτειών στις ΗΠΑ κ.λπ.). Η ελευθερία (και η ισότητα) δεν εξαφανίζονται επομένως, κατά κανέναν τρόπο, σ' αυτή τη διαδικασία, που γεμίζει τους όλο και περισσότερο κενούμενους τύπους με το περιεχόμενο όλο και πιο συγκεκριμένων αστικών συμφερόντων. Αντίθετα: Όσο λιγότερο συνδέεται η ελευθερία, σύμφωνα με την ποιότητα της, με τα αρχικά ιδανικά (και αυταπάτες), τόσο περισσότερο δοξολογείται το κούφιο φετίχ της ελευθερίας. Όσο περισσότερο τα συμφέροντα των μεγάλων λόμπυ εξουσιάζουν την πραγματική ζωή, τόσο πιο ευυπόληπτο είναι αυτό το φετίχ σαν ενέχυρο και επιστέγασμα κάθε προπαγανδιστικής έκφρασης. Η αποϊδεολογικοποίηση ως πρακτικό δήθεν υποκατάστατο της ιδεολογίας και η ιδεολογική εξύμνηση μιας στερημένης περιεχομένου ελευθερίας αποτελούν μεν εν ταυτώ μια πραγματική και άρα και νοητική αντίθεση, πρακτικά όμως είναι παρ' όλα αυτά αλληλοσυμπληρούμενες μεθοδολογίες της πράξης.

Ασφαλώς όχι μόνο σ' αυτή την αφηρημένα νοητική αντιθετικότητα. Το φετίχ της ελευθερίας, για να μην καταντήσει, από ιδεολογικά αποτελεσματικό, και γι' αυτό κοινωνικά σημαντικό, κόσμημα, σε κούφια κενολογία, έχει ανάγκη κοινωνικά ουσιαστικών και ισχυρών καθοδηγητικών και εκτελεστικών οργάνων. Το εκτελεστικό αυτό όργανο, που η δραστηριότητά του υποβοηθά, στην ανάγκη, τα εκάστοτε αποφασιστικά συμφέροντα των σπουδαιότερων μονοπωλιακών ομάδων στην επιτυχία στην πράξη είναι η C.I.A. Αυτή διευθύνει σε τελευταία ανάλυση -από τη Νότιο Αμερική μέχρι το Βιετνάμ- την «υπεράσπιση της ελευθερίας» από τις Η.Π.Α. Αυτή και εξασφαλίζει και στην εσωτερική πολιτική τη νίκη αυτών των συμφερόντων της ελευθερίας. Ας αναλογιστούμε για παράδειγμα τις δολοφονίες των δύο Κέννεντυ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Η διαλεύκανση των δύο τελευταίων ακόμη εκκρεμεί. Αλλά και η δικαστική έρευνα της πρώτης δεν κατέληξε να διαλευκάνει οτιδήποτε. Δεν έγινε δυνατό να διαφωτιστεί ούτε καν πώς πραγματικά διαδραματίστηκε η δολοφονία του Κέννεντυ. Μόνο που κάθε άνθρωπος, που δεν έχει υποστεί μια 100% νοητική χειραγώγηση, ξέρει ότι είναι αδύνατο να διαδραματίστηκε όπως το παρουσιάζει η έκθεση Γουώρεν. Καθώς επίσης δεν ήταν δυνατό να μείνει κρυμμένο ότι η θνησιμότητα των πιθανών μαρτύρων ξεπερνάει κατά πολύ το γενικό μέσο όρο. Τέτοιου είδους «μυστικά» φαίνεται να βρίσκονται σε χαώδη αντίθεση με την απεριόριστη δύναμη της κοινής γνώμης στον «ελεύθερο κόσμο». Η ισορροπία αποκαθίσταται εν μέρει με τη βάναυση βία, με τον άμεσο θανάσιμο κίνδυνο που απειλεί όποιον προσπαθεί να γνωστοποιήσει έστω και τα γυμνά γεγονότα. Εν μέρει δημιουργεί ο ιδεολογικός μηχανισμός των μέσων μαζικής επικοινωνίας μια γενική, πλατειά διαδεδομένη, συναινετική ατμόσφαιρα για τη θεμιτή μυστικοπάθεια που περιβάλλει τη ζωή και τη δράση των «μεγάλων ανδρών» των μυστικών οργανώσεων στα βιβλία μεγάλης κυκλοφορίας, στα επιτυχημένα κινηματογραφικά έργα κ.λπ. Όποιος έχει διατρέξει ιστορικά την εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας θα γνωρίζει ότι η ισχύς των εκλεγμένων δημόσιων οργάνων ελαττώνεται σταθερά σε σύγκριση με τις στρατιωτικές και πολιτικές γραφειοκρατίες που εργάζονται κάτω από τη σκέπη του «υπηρεσιακού απορρήτου». Συγκρίνοντας τη σχέση των δημοκρατικών οργάνων της επαναστατικής περιόδου μ' αυτά που συμβαίνουν στο στρατό ακόμα και στην 3η Δημοκρατία, παίρνουμε μια πολύ διδακτική εικόνα της κοινωνικής μετάβασης που στο τέρμα της βρίσκεται –σήμερα- η C.I.A. Και σ' αυτή την περίπτωση πρόκειται μόνο από σχετική και συγκεκριμένη άποψη για ένα ριζικά καινούριο φαινόμενο. Δεν είναι παρά η ριζική κορύφωση μιας μακρόχρονης αναγκαίας διαδικασίας.

Ας αναφέρουμε εν παρόδω ότι τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται σημάδια αρχής κρίσης του συστήματος.  Τα αντιπολιτευτικά κινήματα δεν έχουν αναπτυχθεί για την ώρα ούτε υλικά ούτε ιδεολογικά. Κι αυτό δεν είναι παράξενο. Σε κάθε κοινωνία όπου αρχίζει να αναφαίνεται η εσωτερική της αντιφατικότητα, η αντιπολίτευση παρεμβάλλεται αρχικά μ' ένα αφηρημένο Όχι, μ' ένα Όχι που δεν είναι ακόμα σε θέση να συνειδητοποιηθεί σε Ναι της διαφορετικής προοπτικής, να συγκεκριμενοποιηθεί. Είναι πολύ φτηνό να κατηγορείται περιφρονητικά η αντιπολίτευση γι' αυτό το λόγο. Ακόμα και οι μακαρίτες οι καταστροφείς των μηχανών δεν ξεπέρασαν το όχι ενός βίαιου χάπενινγκ και μολοντούτο ήσαν η πρώτη αναγγελία του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Όσοι χαμογελούν σήμερα περιφρονητικά ας αναλογιστούν αυτά τα συχνά επανερχόμενα στην ιστορία παραδείγματα. Κύρια όμως ας αναλογιστούν για ποιο λόγο ο, σαν κορυφή και τέλος της ιστορίας, παινεμένος αιώνας της χειραγώγησης αναγκάζεται τώρα τόσο συχνά -όπως στο Βιετνάμ, όπως στο ζήτημα των νέγρων- να αποκαλύπτει την εσωτερική του αφασία για μια έστω και κατά προσέγγιση απόκριση στα ερωτήματα που ο ίδιος έχει θέσει.

Έπρεπε τελικά να ρίξουμε μια έστω μακρινή και σχηματική ματιά σ' αυτό το πλέγμα της κρίσης επειδή ολόκληρη η θεώρησή μας της σημερινής μορφής της δημοκρατίας κατευθυνόταν προς ένα μόνο γνωστικό στόχο: Είναι αυτή η δημοκρατία, όπως πολλοί, και μέσα στο σοσιαλιστικό κόσμο, πιστεύουν, μια κοινωνικά πραγματική εναλλακτική επιλογή στις περιπτώσεις όπου εμφανίζονται κρίσεις ανάπτυξης του σοσιαλισμού; Η απάντησή μας είναι ένα βοερό, αποφασισμένο όχι! Ποτέ! Ένα μέρος των βαθύτερων λόγων μπορεί να βγει στο φως συγκεκριμένα μόνο στην έκθεση που ακολουθεί και αναφέρεται στην προβληματική της σταλινικής εποχής και στις συνέπειές της. Εδώ ας ειπωθεί μόνο πολιτικά -χοντρικά και απλά: Αν σ' ένα κράτος, που οδηγήθηκε από τους επιγόνους του Στάλιν σε κατάσταση οικονομικής και κοινωνικής κρισιμότητας, επικρατούσε η εναλλακτική επιλογή της αστικής δημοκρατίας, θα μπορούσε κανείς -χωρίς να είναι προφήτης- να προβλέψει με μεγάλη πιθανότητα το μέλλον. Η C.I.A. θα κατάφερνε σε μικρό χρονικό διάστημα μια νέα Ελλάδα. Ας μην ανατρέξουμε στην έντιμη πεποίθηση ορισμένων ιδεολογικά συμμέτοχων. Αυτή δεν είναι καθόλου ανάγκη να αμφισβητηθεί. Όσο πιστοί και να είναι στην πεποίθησή τους δεν μπορούν καθώς και αυτοί που τους βοηθούν όντας οπαδοί τους, παρά να φέρουν στη ζωή μια σημερινή αστική δημοκρατία. (Το τι σκέπτονται στο βάθος της ψυχής τους είναι αντικειμενικά αδιάφορο.). Ας πάμε λοιπόν μόνο 50 χρόνια πίσω: Ποιος αμφιβάλλει ότι ο Λόυντ Τζωρτζ στην Αγγλία, ο Κλεμανσώ στη Γαλλία ήσαν πεπεισμένοι, και μάλιστα αριστεροί δημοκράτες; Μολοντούτο οργάνωσαν το 1919 επεμβατικές στρατιές ενάντια στην Ουγγρική Δημοκρατία των Συμβουλίων και κατάργησαν τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, που οι ίδιοι είχαν προτείνει (και που οι ηγέτες της ήσαν επίσης πεπεισμένοι αστοί δημοκράτες), βάζοντας έτσι τα θεμέλια της εξουσίας του Χόρτυ. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται στη μορφή των φαινομένων της. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε επεμβατικός στρατός. Υπήρξε μόνο η C.I.A. στο παρασκήνιο και οι αξιωματικοί που -έτσι ή αλλιώς, με ή χωρίς άμεση συμμετοχή- αυτή χειραγωγούσε. Οι συγκεκριμένες μορφές δεν είναι ποτέ συγκεκριμένα προβλέψιμες, μόνο η γενική γραμμή της κοινωνικής αναγκαιότητας. Και υπό αυτή την έννοια μπορεί κανείς να πει: η αστική δημοκρατία σαν εναλλακτική επιλογή κατά την εποχή κρίσης ενός σοσιαλιστικού κράτους σημαίνει ελληνική προοπτική.


ΜΕΡΟΣ II: Η ΓΝΗΣΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ: ΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟΣ Ή ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

1. Θεωρητικές και ιστορικές προϋποθέσεις για μια συγκεκριμένη τοποθέτηση του ζητήματος

Απορρίψαμε την αστική δημοκρατία ως εναλλακτική επιλογή στη σοσιαλιστική κύρια και άμεσα για πρακτικούς πολιτικούς λόγους, συγκεφαλαιώνοντας εμπειρίες του παρόντος που υποδείχνουν σαφώς ότι κάθε τέτοια προσπάθεια να πραγματοποιηθεί αυτή η εναλλακτική επιλογή θα καταλήξει αναπόφευκτα στον εκμηδενισμό του σοσιαλισμού και πιθανότατα και της ίδιας της δημοκρατίας. Προσπαθώντας τώρα να διευκρινίσουμε νοητικά, σαν αναγκαία ολοκλήρωση αυτής της άρνησης, την αληθινή εναλλακτική επιλογή, πρέπει να προσεγγίσουμε το ζήτημα αυτό με παρόμοια μεθοδολογικά μέσα: Είναι αδύνατο να θέσουμε αβλεπτί το σοσιαλισμό εν γένει (ή τις ιδέες που κυριαρχούν σήμερα ως προς την ουσία του), με δογματικό - δηλωτικό τρόπο σαν αντίθετο σκέλος. Οφείλουμε αντίθετα να επιδιώξουμε να συλλάβουμε κοινωνικά και ιστορικά, πρωταρχικά τον παρόντα πραγματικό τρόπο ύπαρξης του σοσιαλισμού, το σημερινό του ως έχει, για να αποπειραθούμε από κει και πέρα να διατυπώσουμε τα προβλήματα του εκδημοκρατισμού.

Το πραγματικό κοινωνικό Είναι του σημερινού σοσιαλισμού είναι το σύμπλεγμα εκείνο υποκατάστατων, τάσεων, θεωριών, τακτικών κ.λπ. που προήλθε από την κρίση της σταλινικής περιόδου. Η κρίση αυτή πήρε την πρώτη της θεωρητική και πρακτική έκφραση στο 20ό Συνέδριο (1956) και τα θεωρητικά και πρακτικά του επιφαινόμενα. Το μεταρρυθμιστικό έργο ωστόσο δεν είναι δυνατό να γίνει κατανοητό ως προς τη θεωρητική και πρακτική του δομή, κατεύθυνση, αξία κ.λπ. αν δεν αρχίσουμε από το τι, από ποιόν, με ποιο τρόπο κ.λπ. έπρεπε να μεταρρυθμιστεί και μεταρρυθμίστηκε.

Είναι αναπόφευκτο λοιπόν να ασχοληθούμε έστω και σύντομα με τα καθεαυτά χαρακτηριστικά της σταλινικής περιόδου. Το 20ό Συνέδριο χαρακτήρισε την περίοδο αυτή της σοσιαλιστικής ανάπτυξης σαν περίοδο της «προσωπολατρίας». Ενάντια σ' αυτή τη διατύπωση και τα κοινωνικά περιεχόμενα που συγκεφαλαίωνε σαν συνθετικά της κρίσης, υπόβαλαν ενστάσεις ορισμένοι διορατικοί άνθρωποι. Ιδιαίτερα ο Τολιάτι, που αρνήθηκε να θεωρήσει στη δομή της προσωπικότητας του Στάλιν το ύστατο αίτιο μιας τόσο βαθιάς και τόσο σημαντικής για την εξέλιξη της σοσιαλιστικής κοινωνίας κρίσης. Απαίτησε μια σοβαρή και λεπτομερειακή οικονομική, κοινωνική και ιστορική ανάλυση ολόκληρης της προηγούμενης περιόδου. Γιατί, χωρίς μια παρόμοια διερεύνηση, θα ήταν αδύνατο να συλλάβουμε και να διευκρινίσουμε, στο πνεύμα της μαρξιστικής-λενινιστικής μεθόδου, το θετικό ή αρνητικό μερίδιο του Στάλιν κατά τη φάση αυτή του σοσιαλισμού. Οφείλουμε δυστυχώς να διαπιστώσουμε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει ανάλυση που να ικανοποιεί αυτές τις απαιτήσεις.

Η σύντομη και αναγκαστικά παντού εξαιρετικά σχηματική παρουσίασή μας δεν έχει φυσικά την απαίτηση να ικανοποιήσει τις δικαιολογημένες ανάγκες για μια πραγματικά επιστημονική ανάλυση της σταλινικής περιόδου. Αλλά και η αξίωση του Τολιάτι δεν επιδίωκε οπωσδήποτε μια ακαδημαϊκή τελειότητα της έρευνας. Αντίθετα στόχευε να διαφωτίσει τις κατευθυντήριες αρχές αυτής της σημαντικής, μοιραίας μάλιστα, περιόδου της σοσιαλιστικής ανάπτυξης σε βαθμό που να γίνει πρακτικά δυνατό, με σωστές μεταρρυθμιστικές αποφάσεις, να ξαναϊσιωθούν τα στραβά και να αναρρώσουν τα αρρωστημένα.

Αν θέλουμε να ικανοποιήσουμε τη δικαιολογημένη αυτή αξίωση πρέπει ν' αρχίσουμε από την αρχή: η προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία δεν ήταν -με τη μαρξική έννοια- «κλασική» υλοποίηση μιας τέτοιας κοσμοϊστορικής μετάβασης. Κατά την πρόβλεψη του Μαρξ, μια τέτοια επανάσταση θα ξέσπαγε πρώτα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Η θεωρία του Μαρξ υπόθετε επί πλέον ότι μια προλεταριακή επανάσταση θα ήταν, στην ουσία της, ένα διεθνές γεγονός του πολιτισμένου κόσμου. Αν παρακάμψουμε –προσωρινά- το δεύτερο χαρακτηριστικό μιας «κλασικής» μορφής της επανάστασης, απομένει να μας απασχολήσει κατ' αρχήν το ζήτημα της πραγματοποίησης του σοσιαλισμού σε μια οικονομικά και ως εκ τούτου και κοινωνικά καθυστερημένη χώρα. Ο Λένιν ουδέποτε αμφέβαλε ότι όσον αφορά τη ρωσική επανάσταση έχουμε να κάνουμε με κάτι ασυνήθιστο που δεν αντιστοιχεί εντελώς στις διαγνώσεις του μαρξισμού. Στο σημείο της εργασίας του για τις «παιδικές αρρώστιες του κομμουνισμού», που αναφέρεται στη διεθνή σημασία της ρωσικής επανάστασης, τονίζει σωστά με δραστικότητα τη βαρύτητά της. Δεν παραλείπει όμως να προσθέσει αμέσως [14]: «Φυσικά... θα ήταν πολύ σοβαρό λάθος να υπερβάλλουμε αυτή την αλήθεια και να την επεκτείνουμε πιο πέρα από μερικά βασικά χαρακτηριστικά της επανάστασής μας. Επίσης θα ήταν λάθος να παραβλέψουμε ότι, μετά τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης έστω και σε μια αναπτυγμένη χώρα θα εμφανιστεί κατά πάσα πιθανότητα μια απότομη μεταστροφή και λίγο μετά η Ρωσία δεν θα είναι πια πρότυπη αλλά και πάλι καθυστερημένη χώρα (με το νόημα του σοσιαλισμού και του σοβιετικού συστήματος)».

Δεν είναι και δύσκολο να διακρίνουμε τι σκεπτόταν ο Λένιν στην αποστροφή που υπογραμμίσαμε. Ο μετασχηματισμός μιας καπιταλιστικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική φαίνεται κύρια και κατ' αρχή να είναι οικονομικό ζήτημα. Όσο πιο αναπτυγμένος είναι ο καπιταλισμός στη χώρα μιας νικηφόρας επανάστασης τόσο πιο άμεσα, πιο αποφασιστικά και πιο κατάλληλα μπορούν να πραγματοποιηθούν γρήγορα και δραστικά στην οικονομία του τα ιδιαίτερα έργα του σοσιαλισμού. Σε μια χώρα, αντίθετα, που ήταν από αυτή την άποψη, καθυστερημένη μπαίνουν αναγκαστικά στην ημερήσια διάταξη μια σειρά ζητήματα, που από καθαρά οικονομική άποψη, δηλ. κατά κανόνα, θα ήσαν στην ουσία τους απλά και μόνο έργο της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Πρόκειται -τα δύο ζητήματα αποτελούν στην οικονομική πραγματικότητα ένα συνεκτικό σύμπλεγμα- από τη μια για το ποσοτικό και ποιοτικό επίπεδο ανάπτυξης της μεγάλης βιομηχανίας στα εκάστοτε αποφασιστικά πεδία της μαζικής παραγωγής και από την άλλη για μια τέτοια κατανομή του πληθυσμού στους αποφασιστικούς παραγωγικούς κλάδους που να είναι σε θέση να εξασφαλίσει την αναγκαία δυναμική ισορροπία, την αλληλεπίδραση και ανάπτυξη σε ανώτερο επίπεδο, την ομαλή λειτουργία γεωργίας και βιομηχανίας στους διάφορους τομείς της οικονομικής ζωής. Κανείς λοιπόν δεν αμφέβαλε το 1917, ότι η καπιταλιστική παραγωγή της ρωσικής αυτοκρατορίας απείχε ακόμα πολύ από τη βαθμίδα αυτή.

Η αναγνώριση αυτού του αντικειμενικού γεγονότος συνεπάγεται λοιπόν ότι η βίαιη ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος τις μεγάλες μέρες του Οκτώβρη ήταν ένα «λάθος», όπως επιδίωξε από την αρχή να την εμφανίσει η σοσιαλδημοκρατική θεωρία; Νομίζουμε πως όχι. Τις μεγάλες ιστορικές επιλογές, τις επαναστατικές αποφάσεις δεν τις σοφίζονται ποτέ, «καθαρά θεωρητικά», κάποιοι λόγιοι στα σπουδαστήριά τους. Είναι, αντίθετα, απαντήσεις σε εναλλακτικές επιλογές που επιβάλλονται, στην πραγματικότητα, από ένα λαό που έχει μπει σε κίνηση, στην καθημερινότητα αλλά μέχρι και τις ύψιστες πολιτικές αποφάσεις των κομμάτων και των ηγετών τους. Το συγκεκριμένο ως έχει των καταστάσεων όπου παίρνονται τέτοιες αποφάσεις τέθηκε επί τάπητος από τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Παρόλο που όλες οι αποφάσεις της 2ης Διεθνούς αναφέρονταν σε αντίσταση κατά του πολέμου και στην αγωνιστική κατάκτηση του σοσιαλισμού μέσα από την κρίση που γεννά ο πόλεμος, τα σοσιαλιστικά κόμματα υποστήριζαν στην πράξη, με λίγες εξαιρέσεις, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Η γραμμή αυτή δεν άλλαξε ούτε με την επανάσταση του Φλεβάρη και την πτώση του τσαρισμού. Αντίθετα η συνέχιση του πολέμου έγινε κεντρικό καθήκον των κομμάτων αυτών, μενσεβίκων και σοσιαλεπαναστατών. Ο αγώνας των μπολσεβίκων για την κρατική εξουσία ενώθηκε επομένως φυσιολογικά με τον καυτό πόθο εκατομμυρίων μαζών για τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Αυτό το πραγματικό, καυτά επίκαιρο ζήτημα που συγκινούσε καίρια την πλειοψηφία του πληθυσμού έγινε, έτσι, αποφασιστικό στοιχείο στις συγκεκριμένες εναλλακτικές επιλογές του Οκτώβρη: Κάτω από τις τότε υφιστάμενες συνθήκες τον άμεσο τερματισμό του πολέμου μπορούσε να επιφέρει μόνο η ανατροπή του αστικοδημοκρατικού καθεστώτος. (Τις κοινωνικές συνέπειες της αναβολής αυτής της απόφασης μέχρι την οριστική στρατιωτική ήττα δείχνει όλη η ιστορία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης μέχρι την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ.).

Αλλά και από άποψη εσωτερικής πολιτικής η εναλλακτική απόφαση του Οκτώβρη δεν βασίζεται μόνο στο ναι ή όχι για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Το κεντρικό πρόβλημα της κοινωνικής εξέλιξης της Ρωσίας του 19ου αιώνα, ο εκμηδενισμός των για πολύ καιρό κυριαρχικών καταλοίπων της φεουδαρχίας, η γένεση μιας όχι τόσο φεουδαρχικά όσο καπιταλιστικά εκμεταλλευμένης αγροτιάς, έφτασε κι αυτό τότε την ύψιστη όξυνσή του: παρά την σκληροτράχηλη αντίσταση του «δημοκρατικού» καθεστώτος, πλήθαιναν αδιάκοπα οι αγροτικές εξεγέρσεις και η αυθόρμητη διανομή της γης. Και σ' αυτό το σημείο λοιπόν έμπαινε συγκεκριμένα το ζήτημα ότι χωρίς την πτώση του αστικοδημοκρατικού καθεστώτος ήταν πρακτικά αδύνατη η πραγματική λύση του αγροτικού ζητήματος. Υπήρχαν λοιπόν δύο μέχρις εκρήξεως ώριμα ζωτικά ζητήματα της ρωσικής κοινωνίας που, ενώ δεν είχαν από καθαρά θεωρητική άποψη άμεσο σοσιαλιστικό χαρακτήρα, δεν ήταν δυνατό να καταλήξουν, κάτω από τις τότε συγκεκριμένες συνθήκες σε μια ικανοποιητική, για τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων μαζών, λύση παρά μόνο με την ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης. Τον Οκτώβρη του 1917 προέκυψε λοιπόν μια, με την πιο πλατειά έννοια της λέξης, επαναστατική κατάσταση: Οι κυρίαρχες τάξεις δεν μπορούσαν πια να κυβερνήσουν με τον παλιό τρόπο και οι καταπιεζόμενες, εκμεταλλευμένες μάζες δεν ήθελαν πια να συνεχίσουν να ζουν με τον παλιό τρόπο (Ορισμός της επαναστατικής κατάστασης από τον Λένιν). Η απόφαση του 1917 δεν επιτρέπεται γι' αυτό να τίθεται σε συζήτηση χωρίς αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο.

Δεν υπάρχει έτσι καμιά αμφιβολία ότι η απόφαση για μια μη κλασική λύση της μετάβασης στο σοσιαλισμό είναι πολιτικά δικαιολογημένη. Αλλά και η πιο αιτιολογημένη δικαιολογία των κινήτρων δεν μπορεί να βγάλει από τη μέση τις οικονομικές συνέπειες. Οι συνέπειες αυτές αναδείχτηκαν όμως σε κεντρικά ζητήματα της περαιτέρω ανάπτυξης μόνο μετά από μερικά χρόνια. Προηγούμενα αναγκάστηκε η νεαρή σοβιετική δημοκρατία να δώσει μια μάχη ζωής και θανάτου ενάντια στο γερμανικό ιμπεριαλισμό και κατόπιν ενάντια στις επεμβατικές στρατιές. Στον αγώνα αυτό αποκάλυψε μια δύναμη, μια αποφασιστικότητα των μαζών, μια ικανότητα υπέρτερης πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας, που εξύψωσαν και βάθυναν σε πλατειούς κύκλους στον κόσμο την ελκτική δύναμη του νεαρού σοσιαλιστικού κράτους. Μόνο μετά τον επιτυχημένο τερματισμό του εμφυλίου πολέμου βγήκε στο προσκήνιο της σοβιετικής ζωής η οικονομική προβληματική του μη κλασικού τύπου της μετάβασης.

Όταν ο Λένιν προσέγγισε θεωρητικά αυτό το σύμπλεγμα προβλημάτων δεν παράλειψε να υπογραμμίσει ότι πρόκειται για κάτι ουσιωδώς καινούριο: [15] «Ούτε καν ο Μαρξ δεν είχε την ιδέα να γράψει έστω και μια λέξη γι' αυτό» λέει το 1922. Το ίδιο το πρόβλημα φαίνεται από μια άποψη να είναι άμεσα καθαρά οικονομικό και ο Λένιν επισύρει κάθε τόσο την προσοχή σ' όλες τις πρακτικές συνέπειες που προκύπτουν από το γεγονός αυτό. Αποφασιστικό κεντρικό του σημείο όμως θεωρεί ότι, μέσα στην οικονομική κατάσταση που άφησε πίσω του ο εμφύλιος πόλεμος, κλονίστηκε, ακόμα και καταστράφηκε η συνένωση του προλεταριάτου και των εκατομμυρίων μαζών των αγροτών. Λέει: [16] «το θεμελιώδες..., αποφασιστικό, υπέρτερο όλων των άλλων έργο της νέας οικονομικής πολιτικής είναι η αποκατάσταση της συνένωσης ανάμεσα στη νέα οικονομία, που έχουμε αρχίσει να οικοδομούμε (πολύ άσχημα, πολύ αδέξια, αλλά που αρχίσαμε πάντως πάνω στη βάση μιας εντελώς νέας σοσιαλιστικής οικονομίας, μιας νέας παραγωγής, μιας νέας διανομής), και την αγροτική οικονομία που είναι η οικονομία εκατομμυρίων και εκατομμυρίων αγροτών».

Και μόνο αυτή η στοχοθέτηση δείχνει ότι ο Λένιν, παρόλο που ποτέ δεν εκφράστηκε γενικά –θεωρητικά σχετικά μ' αυτόν, είχε συλλάβει καθαρά στην ουσία, μ' ένα πρακτικό- ενστικτώδη τρόπο, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του σοσιαλισμού ως σχηματισμού. Ενώ στους προηγούμενους σχηματισμούς η αλλαγή της οικονομικής δομής γινόταν, από κοινωνική άποψη, με αυτοφυή αναγκαιότητα -πράγμα που βέβαια δεν αποκλείει να εμφανίζονται οι επιμέρους οικονομικές στοχεύσεις των ατόμων σαν συνειδητές (συχνά βέβαια με ψευδή συνείδηση) πράξεις- η πρώτη μεγάλη πράξη προς τη σοσιαλιστική μετάβαση, η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η συγκέντρωσή τους στα χέρια της εργατικής τάξης, συνεπάγεται υποχρεωτικά την ανάγκη κοινωνικής συνειδητοποίησης των κοινωνικών πράξεων που αναφέρονται στην ολότητα της οικονομίας. Γιατί μόνο έτσι πρόκειται, οι πράξεις αυτές, να υπηρετούν αντί να εξουσιάζουν την κοινωνική εξέλιξη των ανθρώπων. Η εκάστοτε κοινωνική δομή, οι μετασχηματισμοί της, θα προκύψουν, από την μ' αυτό τον τρόπο διευθυνόμενη οικονομία, με κοινωνική συνειδητότητα, αντίστοιχα με τις λειτουργίες του σοσιαλισμού σαν φάση προετοιμασίας του κομμουνισμού, προετοιμάζοντάς τες σε είναι και συνείδηση. Ο Λένιν διαβλέπει λοιπόν πολύ καθαρά ότι στο φαινόμενο της ταραγμένης αμοιβαίας σχέσης μεταξύ πόλης και χωριού, που ο ίδιος σωστά διάγνωσε, πρόκειται στ' αλήθεια για την παρεμβολή μιας νέας περιόδου κοινωνικής δραστηριότητας των ανθρώπων που αρχίζει με την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο και την εξαφάνιση της καπιταλιστικής ή μισοφεουδαρχικής παραδοσιακής ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Η τρίτη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ, ότι «ο ίδιος ο παιδαγωγός πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί» αποκτά, από το γεγονός, ότι η απλώς αυθόρμητη αύξηση της οικονομικής ζωής του ανθρώπου πρέπει πια να ρυθμίζεται, να ελέγχεται αντικειμενικά οικονομικά από τον ίδιο τον άνθρωπο, μια ανεκτόπιστη πια επικαιρότητα.

Το όργανο αυτής της αυτοδιαπαιδαγώγησης του ανθρώπου -από κοσμοϊστορική άποψη: αυτοδιαπαιδαγώγηση στην πραγματική ανθρωπιά στο πνεύμα του Μαρξ- είναι η σοσιαλιστική δημοκρατία. Η οικονομικοκοινωνική εξέλιξη του ανθρώπινου γένους έβαλε έτσι επί τάπητος ένα ζήτημα που μόνο ο Λένιν μέχρι τώρα από τους διαδόχους έθεσε σαν κεντρικό ζήτημα της μετάβασης στη βάση των στοχοθετήσεών του. Το γεγονός ότι ο παιδαγωγός, το κοινωνικό ηγετικό στρώμα της σοσιαλιστικής επανάστασης, πρέπει ο ίδιος να διαπαιδαγωγηθεί απευθύνεται αφενός ενάντια σε κάθε ουτοπισμό που θεωρεί ότι η εξέλιξη της ανθρωπότητας θα μπορούσε να αρθεί σε μια τέλεια, πέρα από κάθε προβληματική, κατάσταση με κάποια σοφιστική δήθεν υπέρτερη ενόραση. Αφετέρου απευθύνεται ενάντια στη μηχανιστική αντίληψη του υλισμού που θέλει να παρουσιάζει κάθε λύση απλώς σαν αυτοφυές αναγκαίο προϊόν της εξέλιξης της παραγωγής. Για το Μαρξ ο κόσμος της οικονομίας («το βασίλειο της αναγκαιότητας») είναι, κατά μηδέποτε αναιρέσιμο τρόπο, η βάση της αυτοδημιουργίας του ανθρώπινου είδους που ο Μαρξ χαρακτήρισε «βασίλειο της ελευθερίας». Ορίζοντας το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτού του βασιλείου με την «ανάπτυξη της ανθρώπινης δύναμης που έχει ισχύ αυτοσκοπού» αποσαφήνισε ταυτόχρονα ότι μια τέτοια πρακτική διαφέρει αναγκαστικά κατά ποιότητα από την (ακόμα και υπό την ευρύτερη έννοια) οικονομική και επομένως είναι αδύνατο να γεννηθεί σαν απλό, αυτοφυώς αναγκαίο προϊόν της, παρόλο που -και τούτο είναι μια ζωντανή, γενεσιουργός του νέου, αντίφαση της κοινωνικής ζωής- μια τέτοιου είδους βιοτική πρακτική «μπορεί ν' ανθίσει μόνο πάνω στη βάση εκείνου του βασιλείου της αναγκαιότητας» [16].

Ο μη κλασικός χαρακτήρας της επανάστασης του 1917 έγκειται λοιπόν κυρίως στο ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να πραγματωθεί σε μια φάση όπου το πρακτικά δεδομένο οικονομικό επίπεδο παραγωγής και διανομής απέχει πολύ από το να χρησιμεύσει σα βάση έστω και για τη συγκεκριμένη προετοιμασία του «βασιλείου της ελευθερίας». Πρέπει να παρεμβληθεί λοιπόν μια ενδιάμεση περίοδος κατά την οποία ξεπερνιέται αυτή η οικονομική καθυστέρηση, μια ενδιάμεση περίοδος όπου η ταχεία και ριζική ανάπτυξη της οικονομίας σε ανώτερο επίπεδο πρέπει να πάρει την κεντρική θέση στη συνειδητή πια διεύθυνση της κοινωνικής ζωής. Προφανώς αυτή την τοποθέτηση που δείξαμε έχει εμπρός του ο Λένιν όταν αναφέρει ότι, όταν νικήσει ο σοσιαλισμός σε μια οικονομικά αναπτυγμένη χώρα, τότε αυτή η χώρα θα αναλάβει, αντί της Ρωσίας, τον ηγετικό και κατευθυντήριο ρόλο στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Το μεγάλο κεντρικό πρόβλημα, που κανείς ακόμα -ούτε ο Λένιν- δεν έχει διατυπώσει θεωρητικά, μιας τέτοιας μη κλασικής οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μιας τέτοιας προετοιμασίας του κομμουνισμού έγκειται λοιπόν στο εξής: πώς πρέπει να δομηθεί, σε μια τέτοια εποχή μετάβασης, η σχέση μεταξύ της καθαρά οικονομικής πρακτικής που έχει απλώς σκοπό να ξεπεράσει την καθυστέρηση και τις ενέργειες, θεσμούς κ.λπ. που ενδυναμώνουν άμεσα το σοσιαλιστικό περιεχόμενο και προωθούν την προλεταριακή δημοκρατία. Είναι σαφές -και ο Λένιν ποτέ δεν το έχασε από την οπτική του- ότι η μέχρι τώρα θεωρία, ακόμη και οι Μαρξ και Ένγκελς, δεν έδωσε, και δεν μπορούσε να δώσει, θεωρητική λύση σ' αυτό το ζήτημα αναλογίας. Αυτό που διαπίστωσε -και τούτο έχει κοινωνικά- οντολογικά αποφασιστικό βάρος- είναι ότι ο προς επιτυχία στόχος, το «βασίλειο της ελευθερίας» είναι μεν κάτι ποιοτικά διαφορετικό από το οικονομικό «βασίλειο της αναγκαιότητας», μπορεί όμως να δομηθεί μόνο πάνω σ' αυτή τη βάση. Στη διασαφήνιση αυτή εκφράζεται τόσο η κοινωνική εξάρτηση στη σχέση μεταξύ «εποικοδομήματος» και βάσης όσο και η ποιοτική διαφορά αυτών των όρων. Μια και το «βασίλειο της ελευθερίας» είναι ήδη κάτι πολύ περισσότερο από ό,τι στις ταξικές κοινωνίες εκπλήρωνε τις λειτουργίες του εποικοδομήματος. Το οντολογικό άλμα προετοιμάζεται ήδη στο γεγονός ότι στο σοσιαλισμό πρέπει οι τελεολογικές στοχοθετήσεις, όπου βασίζεται η οικονομική πρακτική, να παίρνουν έναν όλο και πιο αποφασιστικά ενιαίο και άμεσο κοινωνικό χαρακτήρα.

Ο σοσιαλισμός (και ακόμη περισσότερο ο κομμουνισμός) είναι επομένως σχηματισμοί, όπου το όλον της κοινωνίας και η εξέλιξή της υπόκειται όλο και πιο έντονα σε ενιαία τελεολογική διεύθυνση και χάνει όλο και περισσότερο τη δομή του καπιταλισμού, κατά την οποία από σε αύξοντα βαθμό κοινωνικά συγκεντρωμένες αυθόρμητες στοχοθετήσεις τέτοιου είδους προκύπτει τελικά μια κανονικά λειτουργούσα αιτιοκρατία του όλου. Δεν υφίσταται αμφιβολία ότι στο σημείο αυτό υπάρχουν και μεταβατικές καταστάσεις: ο Ένγκελς, ήδη τις διαπίστωσε στις ανώνυμες εταιρείες και ο Λένιν επεξέτεινε αυτή την παρατήρηση και στα μονοπώλια. Οι μεταβατικές αυτές καταστάσεις δεν επιτρέπεται εντούτοις -όσο ορθές και να είναι- να συσκοτίζουν το άλμα μεταξύ των δύο σχηματισμών: το ουσιωδώς νέο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας είναι ότι η κίνηση της οικονομίας ρυθμίζεται πια ενιαία τελεολογικά, ότι δηλ. η τελεολογία από απλό στοιχείο της αιτιοκρατικής και νομοτελειακής κοινωνικής εξέλιξης πρέπει να γίνει η κεντρικά καθοριστική κατηγορία της. Ότι μια τέτοια ρύθμιση χαρακτηρίζεται ακόμη, από τον ίδιο τον Μαρξ σαν «βασίλειο της αναγκαιότητας» είναι ασφαλώς ακόμη και σ' αυτή την αλληλουχία ορθά αιτιολογημένο από κοινωνική-οντολογική άποψη. Γιατί η οικονομία είναι και παραμένει η υλική διαδικασία αναπαραγωγής της κοινωνίας και των ανθρώπων μέσα σ' αυτή, όπου το άτομο παραμένει τελικά αντικείμενο της, όπου ο ρόλος της νοητικής του αντίληψης παραμένει αναγκαστικά περιορισμένος στην κατά το μέγιστο ορθή σύλληψη των αντικειμενικά βέλτιστων δυνατοτήτων. Δεν υπάρχει περιθώριο για δραστηριότητες που εξυπηρετούν σαν αυτοσκοποί το ανθρώπινο είδος.

Τούτο δεν αποδυναμώνει φυσικά ούτε κατά το ελάχιστο τον χαρακτήρα του άλματος που επιτελείται με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής: Πρώτον, εξαλείφεται έτσι το κοινωνικό φαινόμενο να έχουν τη δυνατότητα άτομα ή ομάδες να θέτουν τις κοινωνικές λειτουργίες της οικονομίας στην υπηρεσία των εγωιστικών ιδιωτικών τους συμφερόντων. Δεύτερον, και σε στενή συνάρτηση με το προηγούμενο, αναφύεται η αντικειμενική δυνατότητα να τεθεί η οικονομική ανάπτυξη συνειδητά στην υπηρεσία των ανώτερων συμφερόντων του είδους, πράγμα που με ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν μπορεί παρά να είναι το πολύ ένα παραπροϊόν της.

Είναι λοιπόν μαρτυρία της βαθιάς αντίληψης που είχε ο Λένιν για τους συσχετισμούς αυτούς, του πάθους του να θέσει τη γνώση ακόμα και τη διαίσθηση της δομής τους στην υπηρεσία του ερχόμενου «βασιλείου της ελευθερίας», το γεγονός ότι υπότασσε πάντοτε τον προβληματισμό του, ακόμα και στην προσπάθεια να ξεπεραστεί καθαρά οικονομικά η καθυστέρηση της Ρωσίας, που πήρε καταστροφικές διαστάσεις εξ αιτίας του παγκόσμιου και του εμφυλίου πολέμου, στα μέτρα που ενίσχυαν τη γενική σοσιαλιστική κοινωνικότητα στο σοσιαλισμό. Σ' αυτή την αντίληψή του βασιστήκαμε όταν αναφέραμε ότι έβλεπε τον κλονισμό, ακόμα και την απλή χαλάρωση της σχέσης προλεταριάτου και αγροτιάς να είναι ο βασικός κίνδυνος σ' αυτή τη μεταβατική κρίση. Ο σοσιαλισμός ήταν, στα μάτια του, κοινωνική, κοινωνικά συνειδητή (και συνειδητοποιημένη) ενότητα όλων των εργαζομένων με σκοπό να εξυψωθεί, με τη δική τους εργασία, με τις δικές τους εμπειρίες, η υλική και πνευματική τους ύπαρξη στην κοινωνική σπουδαιότητα μιας σημαίνουσας συνεργασίας.

Αν και κατά πόσον τα σχέδια του Λένιν ήσαν πρακτικά πραγματοποιήσιμα έχει σήμερα δευτερεύουσα σημασία: Ας μην ξεχνάμε ότι κατά τη διάρκεια της συγκεκριμενοποίησης της ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική), πολύ σύντομα εμφανίστηκε η θανάσιμη αρρώστια του μαζί με αύξουσα αδυναμία για μόνιμη και τακτική οργανωτική δουλειά. Τα περισσότερα, έτσι, που γνωρίζουμε για τη δραστηριότητά του εκείνης της περιόδου, έχουν χαρακτήρα προτάσεων για πειράματα. Ο Λένιν δεν είχε επίσης αυταπάτες σχετικά με το χαρακτήρα των αποφάνσεών του. Έτσι κι αλλιώς ήταν όλο και λιγότερο σε κατάσταση να παρακολουθεί με πρακτικό και συγκεκριμένο τρόπο την εκτέλεσή τους και να την καθοδηγεί ή να την ελέγχει με την από την πράξη επιβαλλόμενη αυτοκριτική. Ο ίδιος τις θεωρούσε απόπειρες να συλληφθεί μια αναφυόμενη κοινωνική πραγματικότητα στις πιο εσωτερικές τάσεις της και να αξιοποιηθεί η γνώση αυτή για την προετοιμασία της σοσιαλιστικής ύπαρξης των εργαζομένων. Ο πειραματικός χαρακτήρας όλων των μέτρων που σχεδίαζε φαίνεται και μόνο από το γεγονός ότι στις τότε συλλήψεις του, η σχεδιασμένη οικονομία, που αργότερα κατέστη κεντρική, έπαιζε έναν εντελώς υποδεέστερο ρόλο. Η, αργότερα συχνά αναφερόμενη, ρήση του ότι ο σοσιαλισμός θα προέλθει από σοβιέτ συν εξηλεκτρισμό εντυπωσιάζει με την σπάνια για εκείνον εμφανιζόμενη αφοριστική αφαίρεση των γυμνών προοπτικών. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ήθελε να πραγματοποιήσει το συγκεκριμένα επιδιωκόμενο δείχνει μια ορισμένη μεθοδολογία που ακόμα και σήμερα δεν έχει χάσει τη θεωρητική της σημασία. Τη συνειδητότητα του σκεπτόμενου πειραματισμού μέσα σε περιστάσεις που ο θεωρητικός-νομοτελειακός τους χαρακτήρας απέχει πολύ ακόμα από το να είναι επαρκώς γνωστός. Πιστεύουμε σχετικά ότι το απόφθεγμα του Ναπολέοντα I, που συχνά ανέφερε ο Λένιν: «on s'engage et puis on voie» (συμπλεκόμαστε και μετά βλέπουμε) μπορεί να είναι, ακόμα και σήμερα, ένα υγιές μεθοδολογικό αντίβαρο για πολλές σχεδιαστικές φαντασιώσεις, που, εξαιτίας της αφηρημένης τους αξιωματικότητας -που συχνά βασίζεται σε ελάχιστα θεμελιωμένες προεκβολές- απέχουν στην επιτήδευσή τους μίλια ολόκληρα από την πραγματική πρόβλεψη των αντικειμενικών τάσεων της κοινωνικής πραγματικότητας.

Ο Λένιν πρόβλεψε, σε μια ορισμένη έκταση, τον κίνδυνο. Δεν είναι τυχαίο ότι, κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου της αρρώστιας του, η κύρια έγνοια του ήταν η αύξουσα γραφειοκρατικοποίηση της σοβιετικής ζωής στο κράτος και στο κόμμα. Όποιος μελετήσει προσεκτικά τα γραπτά του της εποχής της προετοιμασίας της επανάστασης αντιλαμβάνεται εύκολα ότι η αυτενέργεια των εργαζόμενων από την καθημερινή ζωή μέχρι τη μεγάλη πολιτική ήταν για εκείνον ένα κύριο χαρακτηριστικό σημάδι της ωρίμανσής τους για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Και όμως αναγκάστηκε όχι μόνο να είναι θεατής αλλά ακόμα και να υποβοηθήσει, κατά τον εμφύλιο πόλεμο, ώστε να πάρουν τα αναγκαία άμεσα καθήκοντα, κυρίως τα στρατιωτικά αλλά λόγω της πρακτικής προτεραιότητας αυτών και τα πολιτικά που τα υποστήριζαν, όλο και εντονότερες γραφειοκρατικοποιημένες μορφές. Μια από τις κυριότερες έγνοιες του μετά το νικηφόρο τέλος της εποχής του εμφυλίου πολέμου ήταν επομένως και η κατεδάφιση της γραφειοκρατίας με την επιστροφή της κοινωνίας στην κανονική ζωή. Επειδή είχε από παλιά την άποψη ότι μια από τις βασικές αιτίες της γραφειοκρατικοποίησης της Ρωσίας ήταν η πολιτιστική της καθυστέρηση, ο Λένιν ήθελε να συνδέσει την ανάπτυξη της ΝΕΠ με μια πολιτιστική πολιτική μεγάλης κλίμακας, με τον ολοκληρωτικό εκμηδενισμό του αναλφαβητισμού. Όπως παντού έτσι και σ' αυτό το σημείο διακρίνεται η βασική τάση του Λένιν να... με... (ασυμπλήρωτο χειρόγραφο) κάθε μεταρρύθμιση που εισάγεται για την ενίσχυση των σοσιαλιστικών στοιχείων της κοινωνίας. Η τάση αυτή εκφράστηκε με το σαφέστερο τρόπο στα διλήμματα σχετικά με το ζήτημα των συνδικάτων. Ενώ ο Τρότσκι προπαγάνδιζε το σχέδιο ενός είδους κρατικοποίησης των συνδικάτων, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι οργανωτικές τους δυνατότητες υπέρ της αύξησης της παραγωγής, πράγμα που του φαινότανε και σωστό να γίνει, μια και, κατά τη γνώμη του, σ' ένα εργατικό κράτος περιττεύει η ιδιαίτερη προστασία των εργατών από το δικό τους κράτος, ο Λένιν τόνιζε ότι το κράτος στην πραγματικότητα ήταν «ένα εργατικό κράτος με γραφειοκρατικά εκτρώματα». Συνοψίζει, γι' αυτό το λόγο, την άποψη του γι' αυτό το ζήτημα ως εξής: [17] «Η φύση του σημερινού μας κράτους είναι τέτοια που το οργανωμένο στην ολότητά του προλεταριάτο πρέπει να αυτοπροστατεύεται και εμείς πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις εργατικές οργανώσεις για την προστασία των εργατών απέναντι στο κράτος τους για να προστατεύσουν οι εργάτες το κράτος μας.»

Και όποιος γνωρίζει τα γραπτά και τα γράμματα των τελευταίων χρόνων της ζωής του ξέρει πόσο σκληρά και αποφασισμένα έδωσε αυτή τη μάχη σε όλα τα πεδία της κρατικής και κοινωνικής ζωής, πως ήθελε να διαγράψει από το κόμμα συνεργάτες που κατά τα άλλα εκτιμούσε (π.χ. τον Ορτζονικίτζε), επειδή ανατρέχοντας σε κάποιες διαδικαστικές μεθόδους του εμφυλίου πολέμου παραβίασαν τις αρχές αυτές του προλεταριακού δημοκρατισμού.

Αλλά ο Λένιν είχε από πολύ παλιότερα πάρει γι' αυτό το ζήτημα μια θεωρητικά σωστή αποφασιστική θέση. Στο βασικό έργο του για το θέμα του εκδημοκρατισμού, στο «Κράτος και επανάσταση» αναφέρεται στην αντίληψη του «μαρασμού» του κράτους. Ο «μαρασμός» μπορεί να συμβεί μόνο [18] «επειδή οι απελευθερωμένοι από τις αναρίθμητες φρικαλεότητες, βαναυσότητες, ανοησίες και χυδαιότητες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης άνθρωποι θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να τηρούν τους στοιχειωδέστατους, γνωστούς από παλιά και επαναλαμβανόμενους από χιλιετηρίδες σε όλα τα παραγγέλματα, κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης, χωρίς καταναγκασμό, χωρίς υποταγή, χωρίς ιδιαίτερο μηχανισμό καταναγκασμού που ονομάζεται κράτος».

Ο Λένιν συγκεντρώνει και εδώ, όπως πάντοτε, την προσοχή του στο συγκεκριμένο έργο που έχει εμπρός του. Αυτό σημαίνει ότι δεν απασχολείται καθόλου με το απώτερο πρόβλημα του Μαρξ («βασίλειο της ελευθερίας») και συγκεντρώνεται αποκλειστικά στο μαρασμό του κράτους. Η τοποθέτησή του ωστόσο –από εντελώς γενική μεθοδολογική άποψη- απευθύνεται προς το συνολικό σύμπλεγμα. Προπάντων είναι σημαντικό ότι έχει εμπρός στα μάτια του τη συνολική καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Απέχει πολύ από το να θέλει να επιβάλλει στη δημοκρατία μέσα στο σοσιαλισμό κάτι σαν χαρακτήρα citoyen (πολίτη –πολιτείας- της δημοκρατίας που γέννησε η γαλλική επανάσταση). Αμέσως προηγουμένως τοποθετείται αρνητικά –βέβαια αναφερόμενος σε άλλες απόψεις του ζητήματος- στο κατά πόσον η δημοκρατία στο σοσιαλισμό θα είναι απλά και μόνο μια «διεύρυνση της δημοκρατίας» (υπονοείται η αστική). Ίσα-ίσα που είναι το αντίθετό της. Κυρίως γιατί δεν πρόκειται να είναι ένα ιδεαλιστικό εποικοδόμημα στον αυτοφυή υλισμό της αστικής κοινωνίας αλλά αντίθετα υλικός κινητήριος παράγοντας του ίδιου του κοινωνικού κόσμου. Βέβαια όχι πια επάνω στη βάση των πολλαπλών φυσικών φραγμών όπως στο άστυ αλλά επάνω στη βάση του δικού της τελειωμένου κοινωνικού-υλικού είναι. Γι' αυτό το λόγο είναι έργο της δημοκρατίας να διαπερνάει πραγματικά το σύνολο της υλικής ζωής όλων των ανθρώπων, να δίνει έκφραση στην κοινωνικότητά της σαν προϊόν της ίδιας της δραστηριότητας όλων των ανθρώπων από την καθημερινότητα μέχρι το πιο αποφασιστικό ζήτημα της κοινωνίας. Σε κρίσιμες επαναστατικές εποχές το κίνημα αυτό αναφύεται από κάτω προς τα επάνω και από επάνω προς τα κάτω με εκρηκτικό αυθορμητισμό. Ας θυμηθούμε πώς τα μεγάλα ζητήματα στη ζωή των ρωσικών σοβιέτ, τόσο εκείνα της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής, μπόρεσαν να συγκινήσουν την κοινή γνώμη σε όλο τον κόσμο, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Αυτό αλλάζει σε «πιο σταθεροποιημένες» περιόδους, όταν αναγκαστικά πρέπει σε μεγάλο βαθμό να μην τίθενται υπόψη ακόμα και της εγχώριας κοινής γνώμης π.χ. η μυστική διπλωματία ή τα απόρρητα στρατιωτικών προετοιμασιών. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε αργότερα σε άλλο συνειρμό. Εδώ βρίσκεται για μας στο κέντρο το ερώτημα πώς είναι δυνατό να επιβληθεί η σοσιαλιστική δημοκρατία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ο Λένιν αποκαλεί τον εθισμό σπουδαιότερο κινητήρα του μαρασμού του κράτους, μια και κάνει τους ανθρώπους ικανούς να διακανονίζουν την κοινή με τους συνανθρώπους τους ζωή «χωρίς βία, χωρίς καταναγκασμό, χωρίς υποταγή». Ο εθισμός είναι βέβαια μια εντελώς γενική «κοινωνιολογική» κατηγορία που αναγκαστικά παίζει ένα σημαντικό ρόλο σε κάθε λειτουργούσα κοινωνία, ειδωμένος όμως τόσο γενικά είναι εντελώς ουδέτερος σε σχέση με το αντικείμενό του και επομένως και στον τρόπο που επενεργεί στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Αυτό που εννοεί εδώ ο Λένιν πάει πολύ πιο πέρα από μια τέτοια αφηρημένη κοινωνιολογική γενικότητα. Υποδηλεί μια κοινωνική τελεολογική διαδικασία όπου όλες οι πράξεις, θεσμοί κ.λπ. κράτους και κοινωνίας σχεδιάζονται με το σκοπό να συνηθίσουν τους ανθρώπους στους τρόπους συμπεριφοράς που περιγράφει. Ορισμένα στοιχεία μιας τέτοιας τελεολογίας υπάρχουν φυσικά σε κάθε κοινωνία. Αλλά, π.χ. ολόκληρη η δομή του δικαίου στις ταξικές κοινωνίες έχει αντικειμενικά υποχρεωτικά μια υφή ώστε οι άνθρωποι να συνηθίζουν σε μια συμπεριφορά, που έχουμε όμως περιγράψει, ακολουθώντας τον Μαρξ, ότι συνίσταται στο να περιορίζουν οι επιταγές και απαγορεύσεις του νόμου τη δραστηριότητα των άλλων όχι όμως και τις δικές μας, που παραμένουν υποκείμενες στον «οικονομικό εγωισμό» του ατόμου. Ο εθισμός στη σωστή δραστηριότητα ενισχύει επομένως αναγκαστικά τον εγωισμό του κοινού ανθρώπου και τη θεώρηση του συνανθρώπου του σαν απλού φραγμού της δικιάς του ύπαρξης και πράξης. Γνωρίζουμε επίσης ότι, κατά τον Μαρξ, το αστικό δίκαιο, όχι βέβαια χωρίς κάποιες τροποποιήσεις, παραμένει σε ισχύ και στην περίοδο του σοσιαλισμού. Πρέπει επομένως να μπει στην κοινωνική πραγματικότητα κάτι που δεν προκύπτει απλά αυτοφυώς έτσι ώστε ο εθισμός στην έτσι πια σχηματισμένη και έτσι λειτουργούσα κοινωνία να ξυπνά στον άνθρωπο -προοπτικά: σε όλους τους ανθρώπους- ακριβώς τέτοιες συνήθειες. Δεν είναι μόνο η ιδεολογία λοιπόν αλλά κυρίως η υλική ύπαρξη και δράση στην καθημερινή ζωή που πρέπει να επαναστικοποιηθεί ριζικά. Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ήδη αντιπαρατίθενται η αστική κοινωνία και ο κομμουνισμός κατά το ότι στην αστική κοινωνία κυριαρχεί το παρελθόν πάνω στο παρόν ενώ στον κομμουνισμό το παρόν πάνω στο παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι στην αστική κοινωνία η ύστατη θεμελίωση της ανθρώπινης πράξης δεν επιτρέπει στις αποφάσεις των ανθρώπων, παρά μόνο ένα αντικειμενικά αναγκαίο περιγεγραμμένο περιθώριο μέσα στην αυτοκίνηση της υλικής της βάσης, ενώ στον κομμουνισμό πρέπει να είναι πραγματικά δυνατές στοχοθετήσεις για τη βάση της ζωής τους που να είναι ικανές να πετύχουν τον ποιοτικό μετασχηματισμό της.

Η εσωτερική διαλεκτική της θεωρίας του Λένιν για τον εθισμό έχει λοιπόν σα μια από τις βασικές της προθέσεις να βοηθήσει να πραγματοποιηθεί αυτή η κυριαρχία του παρόντος πάνω στο παρελθόν. Γι' αυτό παρακολουθούσε και υποστήριζε, ακόμα και την εποχή του πολεμικού κομμουνισμού, με στοργική και κριτική προσοχή, κάθε κοινωνική κίνηση αυτού του είδους. Η παθιασμένη καταπολέμηση από μέρους του των αστικών τάσεων δεν έχει σα μόνη αιτία της το γεγονός ότι παρατήρησε, εξαιρετικά κριτικά, από πολύ νωρίς, την, σε τελευταία ανάλυση, αδυναμία των γραφειοκρατικών χειρισμών αλλά και -υποκειμενικά ίσως: κυρίως- την αντίληψη ότι κάθε γραφειοκρατικοποίηση κρύβει αναγκαστικά μέσα της την τάση να στερεώνει την κυριαρχία του παρελθόντος πάνω στο παρόν μέσα από τη ρουτίνα που πηγάζει από μια τέτοια πρακτική. Γι' αυτό βλέπει στο κίνημα που γέννησαν τα λεγόμενα Κομμουνιστικά Σάββατα τέτοιες προθέσεις που μπορούν να οδηγήσουν σ' εκείνη την αυτενέργεια των ανθρώπων μέσα στην κοινωνική δράση, που ξεπερνάει την κυριαρχία του παρελθόντος, να οδηγήσουν στη σοσιαλιστική δημοκρατία, στην προετοιμασία του «βασιλείου της ελευθερίας» και στην πραγματοποίησή του μέσα από μια αναγκαστικά μακρόχρονη και γεμάτη αντιφάσεις και πισωγυρίσματα διαδικασία. Αυτές οι τάσεις έχουν μεν την εκάστοτε οικονομία σαν απαραίτητο βάθρο τους, σαν αναγκαίο σημείο εκκίνησης, και είναι αντίστοιχα μ' αυτή καθορισμένες, δεν είναι όμως τα υποχρεωτικά προϊόντα της από το παρελθόν αναφυόμενης οικονομικής κατάστασης αλλά σπέρματα της με τον καιρό πραγματοποίησης της κυριαρχίας του παρόντος πάνω στο παρελθόν. Γι' αυτό το λόγο ο Λένιν αναφέρεται έτσι στην κοινωνική ουσία των Κομμουνιστικών Σαββάτων: [19] «Όμως, το οικονομικό μας σύστημα δεν έχει ακόμα τίποτα το κομμουνιστικό. Το ''κομμουνιστικό" πρωταρχίζει εκεί που ξεφυτρώνουν οι σουμπότνικοι δηλ. εκεί που υπάρχει σε πλατειά κλίμακα ατομική εργασία για χάρη και προς όφελος της κοινότητας, που δεν αμείβεται και δεν ρυθμίζεται από υπηρεσίες και κράτος».

Είναι σαφές ότι αν τέτοιου τύπου κινήματα σχεδιαστούν και εκτελεστούν γραφειοκρατικά χάνουν αυτόν ακριβώς το χαρακτήρα και ξαναμετατρέπονται σε συνηθισμένα συστατικά της εκάστοτε συνηθισμένης οικονομίας. Και είναι από την άποψη αυτή αδιάφορο αν θεωρούνται πληρωμένες ή απλήρωτες «υπερωρίες». Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες ιδιαίτερα τοποθετήσεις του Λένιν ξεσήκωσαν ένα παγκόσμιο ενθουσιασμό και ένα παγκόσμιο μίσος για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Η απελπιστική κατάσταση της οικονομίας στη νεαρή σοβιετική χώρα ήταν ωστόσο οφθαλμοφανής. Ο τρόπος όμως της αντίδρασης του Λένιν, ο οποίος ενώ αποκάλυπτε, με ασυμβίβαστο ρεαλισμό, τις ελλείψεις, τις καθυστερήσεις της κ.λπ. δεν έχανε ευκαιρία να αντιδράσει με βαθιά κατανόηση και στις ασθενέστερες κινήσεις για απόπειρες πραγματοποίησης μελλοντικών σοσιαλιστικών τάσεων, αυτός ο τρόπος αντίδρασης ακριβώς ήταν η ανθρώπινη βάση της υποκίνησης αυτών των παθών. Είναι οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτο ότι η τάση του Λένιν -παρόλο που η νέα δημοκρατική του τάση δεν έγινε πάντοτε κατανοητή- με τον προσανατολισμό της στην ανθρωποποίηση του ανθρώπου άσκησε μια πολύ υψηλή και βαθειά επίδραση και έξω από τη Ρωσία. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω το δοκίμιό μου «Η ηθική αποστολή του κομμουνιστικού κόμματος», που πραγματεύεται αυτές ακριβώς τις απόψεις του Λένιν για τα Κομμουνιστικά Σάββατα, παρόλο που ο Μαρξισμός ερμηνεύεται με κάποιες ιδεαλιστικές συγχύσεις. Επειδή ο Λένιν, σαν μαρξιστής, τόνιζε πάντοτε, απέναντι στις εκχυδαΐζουσες θεωρίες της σοσιαλδημοκρατίας, ότι με το μαρασμό του κράτους μαραίνεται και η δημοκρατία, ότι ο πραγματοποιημένος κομμουνισμός είναι ένας σχηματισμός όπου το ζήτημα της δημοκρατίας δεν είναι πια επίκαιρο, έχει ξεχαστεί σε μεγάλο βαθμό η βαθύτατα δημοκρατική -σοσιαλιστικά δημοκρατική- τοποθέτησή του σχετικά με τη μετάβαση. Εδώ παίζει βέβαια ένα σημαντικό ρόλο και το ενδιαφέρον της αστικής ιδεολογίας να αναγάγει τις σταλινικές παραμορφώσεις της δημοκρατίας στο Λένιν. Τόσο οι γραφειοκρατικές συντηρητικές τάσεις των αρχών του Στάλιν όσο και οι ενάντιές τους του ιδεολογικού «ψυχρού πολέμου» έχουν κοινή την προσπάθεια αναγωγής στο Λένιν της θεωρίας και πρακτικής του Στάλιν. Μόνο η μαρξιστική κριτική της δράσης του Στάλιν μπορεί να διευκρινίσει την μεταξύ τους πράγματι υπάρχουσα θεωρητική και πρακτική ασυνέχεια. Θα απόδειχνε επίσης ιστορικά ότι ο Στάλιν δεν εκπροσωπούσε στα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα τη λενινιστική γραμμή κατά κανένα τρόπο σε μεγαλύτερο βαθμό από τους αργότερα αντιπάλους του. Ο Λένιν, για παράδειγμα, υποχρεώθηκε να κριτικάρει με τον ίδιο τρόπο τον Κάμενεφ και τον Στάλιν, μετά την επιστροφή του στη Ρωσία, επειδή είχαν παρεξηγήσει όμοια το χαρακτήρα της επανάστασης.

Μια και αναφερθήκαμε εδώ στο πρόβλημα της συνέχειας, είναι διδακτικό να διαπιστώσουμε πού και σε ποια αλληλουχία υφίσταται στο Λένιν μια θετικά αξιολογούμενη αντίληψη της συνέχειας. Ορισμένοι αναγνώστες της παραπομπής μας σχετικά με τον εθισμό πρόσεξαν ασφαλώς ότι ο Λένιν δεν θεωρεί καθόλου τους κανόνες της ανθρώπινης κοινής ζωής και κοινής δράσης που χαρακτηρίζουν τη σοσιαλιστική δημοκρατία σαν ριζικά νέες αρχές, που μόλις εμφανίστηκαν στην εξέλιξη, αλλά σαν στοιχειακές δυνάμεις, ενεργές από χιλιετηρίδες, που μπορούν όμως να φτάσουν την κοινωνική τους γενίκευση μόνο στο σοσιαλισμό. Εδώ φαίνεται στη μεθοδολογία του Λένιν τι τον συνδέει τόσο βαθιά με τον Μαρξ και τον χωρίζει εξίσου ριζικά από τον Στάλιν και τους διαδόχους του: η οργανική σύνδεση μεταξύ της αναγνώρισης της συνέχειας ορισμένων ιστορικών τάσεων εξέλιξης και της αναγκαίας ριζικής μεταβολής της λειτουργίας τους στις μεγάλες επαναστατικές μεταβάσεις και ανατροπές. Η γνήσια μεθοδολογική αναίρεση κάθε ουτοπισμού βασίζεται ακριβώς σ' αυτή την αντίληψη της ιστορικής συνέχειας: Στους ουτοπιστές γεννιέται λογοκρατικά κάτι ριζικά νέο, ενώ στο μαρξισμό αντίθετα η ίδια η κοινωνικοϊστορική εξέλιξη μεταλλάζει στο νέο σε ορισμένα σημεία μεταστροφής, όπου υπό την βαθύτερη ανθρώπινη έννοια δεν γεννιέται τίποτε το μέχρι τότε ανύπαρκτο αλλά «απλά» ορισμένες ανθρώπινες προσαρμογές, τρόποι συμπεριφοράς κ.λπ. που μέχρι τότε μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αναποτελεσματικά μόνο σαν «εξαιρέσεις» γενικεύονται για το σύνολο της κοινωνίας. Και εδώ συμβαίνει ένα άλμα, και εδώ διαδραματίζεται μια επαναστατική μεταλλαγή, που ανεβάζει όμως «απλώς» ήδη υπάρχοντα και δρώντα στοιχεία της κοινωνικής ύπαρξης των ανθρώπων -ακριβώς με την κοινωνική τους γενίκευση- σε ένα σχεδόν ανύποπτο μέχρι τότε επίπεδο. Αυτή τη διαδικασία εκθέτει ο Λένιν στους διαλογισμούς του για τον εθισμό. Αυτή όμως είναι η γενική του μεθοδολογία του μαρξισμού. Ο Λένιν λέει σχετικά: [20] «Ο μαρξισμός απόκτησε την κοσμοϊστορική του σημασία σαν ιδεολογία του επαναστατικού προλεταριάτου επειδή όχι μόνο δεν απόρριψε τις πολυτιμότερες κατακτήσεις της αστικής εποχής αλλά αντίθετα αφομοίωσε και επεξεργάστηκε κάθε τι πολύτιμο από την πάνω από δισχιλιετή εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης και του ανθρώπινου πολιτισμού».

Δεν ήταν ίσως περιττή η υπογράμμιση, έστω και υπαινικτικά, και αυτής της πλευράς του μαρξισμού του Λένιν. Μια και εδώ επίσης φαίνεται αμφίπλευρα η αντίθεση στα κυριότερα σύγχρονα εσφαλμένα ρεύματα. Από τη μια ενάντια σ' εκείνα που θεωρούν ότι ιστορικά υπάρχει μόνο η εναλλακτική επιλογή μεταξύ παλιού και νέου, μεταξύ στασιμότητας και δημιουργίας κάτι ριζικά νέου. (Οι παρατηρήσεις του Λένιν κατευθύνονται άμεσα ενάντια σε τέτοιου είδους τάσεις, όπως τότε το «Προλέτκουλτ»: Δεν είναι περιττό να εκφραστεί εδώ ότι και η ζντανωφική θεωρία χαρακτηρίζει ιστορικά το μαρξισμό σαν κάτι ριζικά νέο και επομένως δε βρίσκεται, από γενική μεθοδολογική άποψη, μακριά από τις φουτουριστικές αντιλήψεις για την εξέλιξη της τέχνης). Από την άλλη είναι ταυτόχρονα πολύ διαδεδομένος, στο Στάλιν και τους θεωρητικούς του διαδόχους, που συχνά φαντάζονται σήμερα ότι έχουν συvτελέσει τη ρήξη τους με την «προσωπολατρία», ένας φετιχισμός της συνέχειας. Πιστεύουν (ή τουλάχιστον υποστηρίζουν) ότι οι ορισμένες, ασυζητητί υπαρκτές, πραγματικές κατακτήσεις εκείνης της περιόδου (στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα επίσης) αποκλείουν αναγκαστικά μια ριζική ρήξη με τις μεθόδους της. Η άποψη αυτή είναι εξίσου αντιιστορική και αντιμαρξιστική όπως και η προηγούμενη.

Κλείνοντας το μέρος αυτό των δυστυχώς πολύ ακροθιγών παρατηρήσεών μας, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Λένιν δεν κληροδότησε πουθενά κάποια αλάθητη συνταγή για τη συστηματική λύση των προβλημάτων της μετάβασης, όπως και δεν μπόρεσε να πάρει καμιά κληρονομώντας τους Μαρξ και Ένγκελς. Είναι επομένως άσκοπο να φαντασιοκοπούμε, αν θα ήταν σε θέση να καταφέρει να λύσει συγκεκριμένα τη μεταβατική προβληματική, στην περίπτωση που θα ζούσε περισσότερο όντας ικανός προς εργασία, κατά πόσο θα του δινόταν η αντικειμενική δυνατότητα να βρει και να πραγματοποιήσει πρότυπες λύσεις για την προβληματική που πήγαζε από την μη κλασική υφή της ρωσικής επανάστασης. Μολοντούτο πιστεύουμε ότι η απόπειρά μας να διαφωτίσουμε τις σπουδαιότερες αξιωματικές και μεθοδολογικές βάσεις της τότε πρακτικής του δεν ήταν εντελώς άχρηστες. Αφού μάλιστα δεν ενδιαφέρει εδώ η ιστορία όλης αυτής της περιόδου. (Που φυσικά θα ήταν σήμερα εξαιρετικά επιθυμητή). Αυτό που έχει όμως σήμερα καυτή σημασία είναι η σαφής γνώση της ριζικής ρήξης που συντελέσθηκε από τους διαδόχους του στα θεμέλια της μεθόδου, πώς τούτο κατέληξε αναγκαστικά και σε πολλαπλή ρήξη με τον μαρξισμό, παρόλο που η συντριπτική πλειοψηφία των ηγετικά δρώντων εκείνης της περιόδου ήταν βαθειά πεπεισμένη ότι εφάρμοζε την πραγματική μαρξιστική μέθοδο στην παρούσα πραγματικότητα. Πράγμα που συνεπάγεται βέβαια και την επίσης όχι λιγότερο λαθεμένη αυταπάτη ότι συνέχιζαν τις βαθύτερες προθέσεις του Λένιν.


2. Η νίκη του Στάλιν πάνω στους ανταγωνιστές του

Η περίοδος αμέσως μετά το θάνατο του Λένιν, των αγώνων για την ηγεσία και το ιδεολογικοπολιτικό της περιεχόμενο, ανήκει στα πεδία εκείνα ολόκληρης της μέχρι τώρα εξέλιξης του σοσιαλισμού που έχουν ελάχιστα διερευνηθεί λεπτομερειακά από ιστορική άποψη. Επειδή, κατά την εποχή των μεγάλων δικών και την εποχή που ακολούθησε, αποσύρθηκε από την κυκλοφορία η πλειοψηφία των θεωρητικών και πολιτικών ντοκουμέντων, ιδιαίτερα εκείνων που αντιτίθενταν στο Στάλιν και οι συγγραφείς τους κηρύχτηκαν ανύπαρκτοι, έγιναν σχεδόν εντελώς αδύνατες ιστορικά αντικειμενικές παρουσιάσεις, θεωρητικά θεμελιωμένες πραγματείες κ.λπ. για εκείνη τη μεταβατική περίοδο.

Αυτά που μας είναι διαθέσιμα γι' αυτό το σκοπό έχουν στις περισσότερες περιπτώσεις έναν βασικά μονόπλευρα προκατειλημμένο απολογητικό χαρακτήρα έτσι ώστε να είναι αμφίβολη η χρησιμότητά τους έστω και σαν πρωτογενούς υλικού. Όσα δημοσιεύτηκαν από την αντίπαλη πλευρά, στηριγμένα συχνά σε ντοκουμέντα, παραβλέπουν επίσης για λόγους μονόπλευρα προκατειλημμένης πολεμικής, με αντίθετο βέβαια πρόσημο, τους αντικειμενικούς ιστορικούς συσχετισμούς, το ίδιο όπως και οι επίσημες παρουσιάσεις. Ακόμα και τα ενδιαφέροντα έργα του I. Ντώυτσερ δεν είναι απαλλαγμένα από αυτή τη μονόπλευρα προκατειλημμένη διαστρέβλωση των γεγονότων. Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν δεν είναι επομένως δυνατόν να απαιτηθεί να συμπληρώνουν αυτό το κενό στην έρευνά μας. Επειδή όμως ο συγγραφέας αυτών των γραμμών παρακολούθησε εκείνη την εποχή με μεγάλο ενδιαφέρον αυτές τις δημόσιες συζητήσεις μπορεί εντούτοις ίσως να τοποθετηθεί -διατηρώντας όλες τις προηγούμενες επιφυλάξεις- απέναντι στα πιο γενικά μεθοδολογικά και αξιωματικά προβλήματα εκείνης της μεταβατικής εποχής.

Η λεγόμενη διαθήκη του Λένιν, που περιέχει την εκτίμησή του για τους κύριους ήρωες, ανήκει στα πιο απαισιόδοξα ντοκουμέντα που γνωρίζουμε. Ο Λένιν χαρακτηρίζει σ' αυτή έξι κομμουνιστές ηγέτες, από τη συλλογική συνεργασία των οποίων προσδοκά -με μεγάλο σκεπτικισμό- την μελλοντική εξέλιξη της μετάβασης στο σοσιαλισμό. Στην αξιολόγηση της τοποθέτησης των Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ σχετικά με την Οκτωβριανή Επανάσταση σαν όχι τυχαίου παραπτώματος διαφαίνονται σαφώς οι αμφιβολίες του για τη σταθερότητα των αρχών τους σε όλα τα ζητήματα. Για τρεις άλλους που αναφέρει υπογραμμίζει -ρητά για τον Τρότσκι και τον Πιατακώφ, κάπως πιο έμμεσα για τον Στάλιν- την κλίση τους να διεκπεραιώνουν ζητήματα αρχών με διοικητικό τρόπο (ακόμα και με βίαια μέσα, ιδιαίτερα ο Στάλιν), σαν σοβαρό κίνδυνο για τη μελλοντική εξέλιξη. Για τον Μπουχάριν, τον μόνο στον οποίον αναγνωρίζει ικανότητες θεωρητικού, εκφράζεται με μεγάλη επιφυλακτικότητα όσον αφορά τον γνήσιο μαρξιστικό χαρακτήρα των απόψεών του. Μια και ο Λένιν έβλεπε στις έξι αυτές πολιτικές προσωπικότητες τον πυρήνα που όφειλε και μπορούσε να εξασφαλίσει με την κοινή δράση του το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της συνέχισης του έργου της ζωής του, η επιστολή αυτή πρέπει να θεωρηθεί σαν έκφραση πολύ βαθιάς απαισιοδοξίας.

Η απαισιοδοξία αυτή γρήγορα αποδείχτηκε πολύ δικαιολογημένη. Οι διαφορές απόψεων που ανέκυψαν, στα αμέσως μετά το θάνατο του Λένιν χρόνια, μέσα στην ηγεσία του κόμματος και του σοβιετικού κράτους, δείχνουν κυρίως, με τον ίδιο τρόπο από κάθε πλευρά, μια, παρ΄ όλες τις συγκεκριμένα αντικειμενικές αντιθέσεις, βαθιά ριζωμένη ομοιότητα των συμμετεχόντων στις θεμελιώδεις θεωρητικές-μεθοδολογικές αντιλήψεις τους ώστε να μην παραμείνει πουθενά πράγματι ζωντανή η ζέουσα επιδίωξη του Λένιν για πραγματικές εγγυήσεις σοσιαλιστικής εξέλιξης με τη μεγέθυνση και ενίσχυση των υφισταμένων καταβολών σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Η επιδίωξη αυτή υποκαταστάθηκε από συγκεκριμένες διαφορές πάνω σε καθαρά οικονομικά ζητήματα που ήταν όμως άμεσα στενά συνδεδεμένες με βαρύνουσες συνέπειες για την άμεση πολιτική εξουσία. Αυτή η μετατόπιση του βάρους στις στοχοθετήσεις είχε σοβαρά αποτελέσματα για τις μεθόδους των αγώνων. Ο ίδιος ο Λένιν όταν τύχαινε κάποιας παραδοχής -ιδιαίτερα από τον αστικό κόσμο και τη σοσιαλδημοκρατία- ήταν κύρια για την οξυδερκή του τακτική. Τούτο όμως ήταν πάντοτε, ακόμα και όταν είχε το νόημα επιδίωξης δικαιοσύνης, μια λαθεμένη εκτίμηση. Γιατί οι τακτικές αποφάσεις δεν ήσαν για το Λένιν, ποτέ κάτι πρωτεύον. Ήταν βέβαια οπωσδήποτε ασυνήθιστα οξυδερκής αναλυτής των εκάστοτε συγκεκριμένων καταστάσεων και των συγκεκριμένων εναλλακτικών αποφάσεων που προέκυπταν από αυτές. Δεν απαιτούσε χωρίς λόγο πάντοτε την συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, δεν μιλούσε χωρίς λόγο συχνά και εμφατικά για τη σημασία της μαρξικής ανισόμετρης εξέλιξης. Οι αποφάσεις τακτικής ήταν ωστόσο στα μάτια του –γνήσια μαρξιστικά- πάντοτε μόνο μερικά στοιχεία της μεγάλης ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπινου γένους και μόνο λόγω της επιστημονικής τους αποσαφήνισης, του έγινε δυνατόν να συμπυκνώσει τις ιστορικές τάσεις του παρόντος του σε βάσεις μιας καθοριστικής για την πράξη στρατηγικής. Μόνο μέσα σ' αυτό το ιστορικά και θεωρητικά-επιστημονικά αποσαφηνισμένο πλαίσιο διείσδυσε στη θεμελίωση εκείνης της ρεαλιστικής τακτικής, της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης.

Από τους διαδόχους του έλειψε προπάντων αυτή η πρωτοκαθεδρία της επιστημονικής ιστορικής και στρατηγικής αντίληψης. Όλοι θεωρούσαν ότι αντιμετώπιζαν συγκεκριμένες επίκαιρες επιλογές όπου έπρεπε να παρθούν τακτικές αποφάσεις σε μεγάλο βαθμό έξω από θεωρητικές και ιστορικές προοπτικές. Όταν οι τακτικές αποφάσεις συσχετίζονταν με μια προοπτική πέρα από την καθημερινότητα έμενε και εκείνη ουσιαστικά στο επίπεδο της τακτικής, συνήθως χωρίς γνήσια μαρξιστική θεωρητική και ιστορική υποδομή. Η τάση διαμορφωνόταν ωστόσο στην κατεύθυνση της απόλυτης προτεραιότητας της εκάστοτε επίκαιρης πραγματικής εξέλιξης. Πάνω σ' αυτή κατασκευαζόταν εκ των υστέρων μια στρατηγική και μια ιστορική θεωρία της συνολικής εξέλιξης, που, σύμφωνα μ' αυτό το δευτερεύοντα υποβοηθητικό και συμπληρωματικό χαρακτήρα της, ήταν δυνατό να τροποποιηθεί ανάλογα ακόμα και να διαστραφεί στο αντίθετό της για μια ετεροειδή νέα τακτική απόφαση. Αυτή είναι μια ιδεολογικοδομική μετατόπιση που συντελέσθηκε ήδη από μακρού στη σοσιαλδημοκρατία. Εκεί όμως με εντελώς αντίθετες πολιτικοκοινωνικές τάσεις, που διαγράφονται κιόλας καθαρά στον Μπέρνσταϊν και κατάληξαν αργότερα, στα νέα προγράμματα, σε ανοιχτή ρήξη με τις θεωρίες του Μαρξ, σε μια πνευματική και πρακτική προσαρμογή στην χειραγωγική τεχνική των αστικών κομμάτων. Η λενινιστική κατεύθυνση ήταν αντίθετα, ήδη από το συνέδριο του 1903, προσανατολισμένη σε μια αντίληψη πράξης και τακτικής στο πνεύμα του Μαρξ. Η απόκλιση των διαδόχων του Λένιν από αυτό το δρόμο εξετράπη ως εκ τούτου αναγκαστικά, από αυτή την άποψη, στην αντίθετη κατεύθυνση, όμοια με της σοσιαλδημοκρατίας: η πρακτική προτεραιότητα της τακτικής πήρε τη μορφή της εξύψωσής της στη θέση της ουσιαστικής μαρξιστικής θεωρίας. Παρόλο που, σε αντίθεση με τον Μαρξ και τον Λένιν, η θεωρία δεν ήταν πια το πνευματικό βάθρο των πρωταρχικά τακτικών αποφάσεων αλλά αντίθετα η εκ των υστέρων, μόνο θεωρητικά μηχανευμένη και συχνά απλά σοφιστική «αιτιολόγηση», έπρεπε το σύμπλεγμα αυτό των απόψεων να εμφανίζεται σαν να ήταν η ευθύγραμμη συνέχιση, εφαρμογή, ανάπτυξη κ.λπ. κ.λπ. της μαρξιστικής θεωρίας.

Η ιδιότυπη αυτή «ανάπτυξη» της μαρξικής μεθόδου δεν είναι απλώς κάποια εφεύρεση ή σόφισμα. Αντίθετα πηγάζει άμεσα, αλλά κολλώντας στην αμεσότητα, από την πραγματική κατάσταση, στην οποία βρισκόταν την εποχή εκείνη το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Κατά την πρώτη φάση της ίδρυσης και οργανωτικής του αποκρυστάλλωσης ήταν δηλαδή χαρακτηριστικό το γεγονός ότι επικεφαλής του βρισκόταν διεθνώς αναμφισβήτητα ο Μαρξ, που στην προσωπικότητά του συνενώνονταν οργανικά η θεωρητική και πρακτική-τακτική ηγετική ικανότητα. Όταν, μετά το θάνατό του, οι λειτουργίες αυτές μεταβιβάστηκαν στον Ένγκελς δεν συνέβη ακόμα κάποια ποιοτική διαφοροποίηση. Μόνο μετά το θάνατο του Ένγκελς ανέκυψε στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα το πρόβλημα: Πώς είναι δυνατό να ενοποιηθεί οργανωτικά η σχέση ανάμεσα στη μαρξιστική θεωρία και την καθημερινή πρακτική; Επί μεγάλο διάστημα φαινόταν να λύνει αυτό το πρόβλημα η σχέση Κάουτσκι-Μπέμπελ, μέχρις ότου, σε εποχές σοβαρών μεταβολών, αποδείχτηκε ότι η καθοδήγηση ήταν de facto (εκ των πραγμάτων) ουσιαστικά τακτική και η θεωρία εξυπηρετούσε μόνο την εκ των υστέρων δικαιολόγηση όσων, ανεξάρτητα από εκείνη, εφαρμόζονταν στην πράξη. Θεωρητικοί όπως ο Μέρινγκ ή η Λούξεμπουργκ παρέμειναν ουσιαστικά χωρίς επιρροή. Ακόμη πιο αποφασιστικά κυριαρχούσε στην ηγεσία της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας ο καθαρά τακτικιστής Βίκτορ Άντλερ, παρά τον σχετικά μεγάλο αριθμό ικανών θεωρητικών που διέθετε. Στην αρχή φαινόταν ότι η θέση του Πλεχάνωφ στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία θα παρουσίαζε κάτι ουσιαστικά διαφορετικό. Και εκεί όμως επικράτησε, φυσικά με πολλές παραλλαγές, η «ευρωπαϊκή» γραμμή. Μόνο βαθμηδόν πήρε ο Λένιν στο μπολσεβίκικο κίνημα μια θέση που θύμιζε τον Μαρξ και τον Ένγκελς και υψώθηκε σε διεθνές επίπεδο λόγω της επανάστασης του 1917.

Πρόκειται λοιπόν και εδώ για το πραγματικό ζήτημα μιας πραγματικής εξέλιξης ότι η πάλη για την ηγεσία του ρωσικού κομμουνισμού πήρε τη μορφή της αναζήτησης ενός διαδόχου του Λένιν, που να μπορεί να αναλάβει στο κομμουνιστικό κίνημα ολόπλευρα, θεωρητικά και πρακτικά-τακτικά, τη λειτουργία του καθοδηγητή στο πνεύμα των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν. Ο δεινός λαϊκός ρήτορας των περιόδων επαναστατικής ανόδου, ο Τρότσκι, ήταν πρακτικά ακατάλληλος γι' αυτό το ρόλο, εξ αιτίας της συχνά ολοκληρωτικής τύφλωσής του σε σχέση με την τακτικά ορθή δράση, όπως αποδείχνει ακριβέστατα και ο ασφαλώς θερμός θαυμαστής και βιογράφος του I. Ντώυτσερ. Αν εξαιρέσει κανείς πραγματικά στοιχεία, στα οποία θα επανέλθουμε, η νίκη του Στάλιν επί του Τρότσκι ήταν νίκη του πανούργου, υπολογιστή, υπέρτερου τακτικιστή. Στην τακτική του Στάλιν, όμως, ανήκε επίσης ότι φαινόταν να είναι σε θέση να εμφανίσει αυτή τη νίκη σαν νίκη της ορθής θεωρίας του Λένιν πάνω στις διαστρεβλώσεις της. Και υπάγεται στην ουσία της προσωπικότητάς του το γεγονός ότι, μετά τη νίκη του, δεν περιορίστηκε στο δημόσιο ρόλο του πιστού ερμηνευτή και μαθητή του Λένιν αλλά βαθμιαία --και συχνά με μεγάλη τακτική επιδεξιότητα- προκαλούσε καταστάσεις όπου η δημόσια συνείδηση τον δέχονταν κιόλας σαν το γνήσιο διάδοχο της από κάθε άποψη υπέρτερης προσωπικότητας του μεγάλου προκατόχου του, ότι ήταν σε θέση να προπαγανδίσει στο επαναστατικό εργατικό κίνημα μια γραμμή Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν - Στάλιν.

Ο Στάλιν στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος και εξαιρετικά πολυμήχανος τακτικιστής. (Θα δούμε ότι η πολιτική του σταδιοδρομία αποκαλύπτει και θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά του τόσο μονόπλευρου ταλέντου του). Ήξερε από τον πρώτο κιόλας καιρό μετά το θάνατο του Λένιν να ελίσσεται με μεγάλη επιδεξιότητα, συχνά χωρίς να παίρνει ο ίδιος αποφασιστικά θέση, παριστάνοντας όμως την αναμονή του σαν τοποθέτηση αρχών, και να αφήνει έτσι να φθείρονται αμοιβαία οι διάφορες τάσεις που πρόβαλλαν τότε στο προσκήνιο, για να ιδιοποιηθεί πάντοτε από κάθε τάση ό,τι νόμιζε κάθε φορά κατάλληλο για να ενισχύσει τη δική του ηγετική θέση. Η κυριότερη πρακτική βάση αυτής της τακτικής ήταν η βαθμιαία συγκέντρωση κάθε εξουσιαστικού μηχανισμού (κόμμα, κράτος και μαζικά μέσα της ενημέρωσης κοινής γνώμης) στα δικά του χέρια. Έτσι εμφανίζεται -και αυτό είναι το χαρακτηριστικό στοιχείο του μετέπειτα τρόπου του διακυβέρνησης- να είναι σε θέση, χωρίς να καταστρέψει τυπικά τη λειτουργία οποιουδήποτε οργάνου της δημοκρατίας, να προβάλει κάθε απόφασή του σαν να είναι σύμφωνη με κάποιο λενινιστικό δημοκρατισμό.

Προσπαθήσαμε να αποδείξουμε προηγούμενα ότι για τον Λένιν το κεντρικό στρατηγικό πρόβλημα ήταν η διαφύλαξη και προώθηση της λαϊκής επανάστασης (συμμαχία προλεταριάτου και αγροτιάς). Η ανασυγκρότηση της βιομηχανικής παραγωγής, σαν άμεσα αποφασιστικό ζήτημα της πολιτικής της ΝΕΠ, ήταν για κείνον προπάντων ένα απαραίτητο όργανο για την αποκατάσταση αυτής της συμμαχίας που αποτελούσε το κεντρικό σημείο της πολιτικής του στις επαναστάσεις του 1905 και 1917. Θεωρούσε πάντοτε σ' αυτή την προοπτική την διαδικασία δημιουργίας της βιομηχανίας που την περίμενε μακροχρόνια, πολύπλοκη και αντιφατική. Είναι μάλιστα γνωστό ότι ήταν γι' αυτό έτοιμος ακόμα και να επιτρέψει στο ξένο κεφάλαιο μια προσωρινή συμμετοχή στην οικονομική διαδικασία οικονομικής ανασυγκρότησης της ρωσικής βιομηχανίας. Δεν οφειλόταν σ' αυτόν ότι το σχέδιο αυτό έμεινε απλώς σχέδιο. Μετά το θάνατό του, τοποθετήθηκε στο κέντρο το ζήτημα ποιο θα είναι το επωφελούμενο μέρος της διαδικασίας οικονομικής ανασυγκρότησης και ποιος θα χρεωθεί την πρακτική της εκτέλεση. Η αριστερή πτέρυγα (Τρότσκι, Πρεομπραζένσκι) απαιτούσε «πρωτογενή σοσιαλιστική συσσώρευση» δηλ. δραστική και γρήγορη οικοδόμηση της μεγάλης βιομηχανίας σε βάρος των αγροτικών νοικοκυριών. Η δεξιά (Μπουχάριν), αντίθετα, έβλεπε το κεντρικό οικονομικό ζήτημα της ανασυγκρότησης και ανάπτυξης στην τροφοδότηση της υπαίθρου από τη βιομηχανία με τα αναγκαία εμπορεύματα. (Σύνθημα: «Πλουτίστε!») Και οι δύο πτέρυγες περιόριζαν λοιπόν στην ουσία το πρόβλημα σ' ένα καθαρά οικονομικό ζήτημα, που είχε όμως αναγκαστικά τις πιο εκτεταμένες πολιτικές συνέπειες, και οι δύο όμως απέκλειαν σε μεγάλο βαθμό τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά τις απόψεις ειδικά που ο Λένιν θεωρούσε κεντρικές. Και μόνο γι' αυτό το λόγο οι αγώνες των τάσεων συγκεντρώνονταν αναγκαστικά σε ουσιαστικά τακτικές εναλλακτικές επιλογές, πράγμα που αντιστοιχούσε και περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία της αποφασιστικής ηγετικής προσωπικότητας -πάλι σε αντίθεση με τον Λένιν. Ο Στάλιν δεν διαφέρει από αυτούς στο θεωρητικό επίπεδο του θέματος, είναι όμως τακτικά πολύ υπέρτερος όλων: Ο Στάλιν, που ενδιαφερόταν προπάντων από τακτική άποψη να εμποδίσει την ανάδειξη του Τρότσκι στην ηγεσία, ελισσόταν πολύ επιδέξια μεταξύ των δύο άκρων, τα άφηνε να φθείρονται αμοιβαία, για να πραγματοποιήσει ο ίδιος μετά την πολιτική καταστροφή και των δύο πτερύγων, την «πρωτογενή σοσιαλιστική συσσώρευση» με μεγάλη ενεργητικότητα, χρησιμοποιώντας εξαιρετικά βάναυσα μέσα.

Οι αγώνες αυτοί των τάσεων γίνονταν πιο περίπλοκοι και δύσκολοι εξαιτίας ενός προβλήματος, που μπήκε αποφασιστικά στο προσκήνιο μόνο μετά το θάνατο του Λένιν: το πρόβλημα «σοσιαλισμός σε μια χώρα». Ο Λένιν είχε πάντοτε την πεποίθηση, πάνω στη βάση του προβλήματος της ανισόμετρης ανάπτυξης, ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν αδύνατο να ξεσπάσει και να νικήσει παντού ταυτόχρονα. Αλλά, όπως και πάρα πολλοί άλλοι τότε, είχε αρχικά επίσης βαθειά πεποίθηση ότι η ρωσική επανάσταση αποτελούσε μόνο την αρχή του κύματος που θα πλημμύριζε σύντομα τις σπουδαιότερες καπιταλιστικές χώρες σαν λύση της κρίσης του πολέμου. Μόνο κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του και ιδιαίτερα μετά το θάνατό του φάνηκε ότι, παρά τις αντικειμενικά επαναστατικές καταστάσεις και σποραδικές, σύντομης διάρκειας, επιτυχίες σε μεμονωμένες χώρες, η αποτυχία του υποκειμενικού παράγοντα είχε καταστήσει αδύνατη τη γενίκευση της σοσιαλιστικής νίκης. Στα κεντρικά προβλήματα της ρωσικής επανάστασης για την υπέρβαση του μη κλασικού χαρακτήρα της προστέθηκε τώρα και το ζήτημα: πώς θα μπορέσει να διατηρηθεί μέσα σ' αυτή την κατάσταση και να ανοίξει μόνη της το δρόμο της προς την σοσιαλιστική τελειοποίηση. Τα δύο αυτά συμπλέγματα προβλημάτων αποτελούν στην αντικειμενική κοινωνικοϊστορική πραγματικότητα μια αδιαίρετη ενότητα. Γιατί η πρακτική υπέρβαση της ανωμαλίας του κοινωνικού σημείου εκκίνησης οξυνόταν ποιοτικά σημαντικά από τη μοναδικότητα. Η ρωσική σοβιετική δημοκρατία μπορούσε πια να βασίζεται για να λύσει το πρόβλημα αυτό αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις. Η ιδεολογική επιρροή στις εργαζόμενες μάζες των καπιταλιστικών χωρών παραμένει βέβαια ένας εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας, που δεν επενεργεί μόνο ιδεατά αλλά συχνά, ιδιαίτερα σε επικίνδυνες στιγμές, μπορεί να επιταθεί σε πρακτική βοήθεια. Για τη λύση όμως του κεντρικού, εσωτερικού οικονομικού ζητήματος δεν μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε πρακτικά αποφασιστικό. Το ζήτημα λοιπόν είναι, αν το βασισμένο στις δικές του δυνάμεις σοβιετικό κράτος θα είναι σε θέση όχι μόνο να διατηρηθεί αλλά και να ανοίξει το δρόμο του σ' έναν κανονικά αναπτυγμένο σοσιαλισμό.

Ιδιαίτερα σ' αυτό το τόσο σφοδρά συζητημένο ζήτημα φαίνεται πως οι δυνάμεις που πάλευαν για την εξουσία εγκατέλειψαν τα δυναμικά ολιστικά μεθοδολογικά αιτήματα του Μαρξ και του Λένιν, πως κυριαρχούσαν σ' αυτές οι κυρίως τακτικές κινήσεις και αντικινήσεις της περιόδου μετά το θάνατο του Λένιν. Προπάντων, εξαφανίζεται όλο και περισσότερο από τις συζητήσεις το πρόβλημα της μη κλασικής γένεσης. Η γενική θεωρητική θεμελίωση περιορίζεται σε αύξοντα βαθμό στον ισχυρισμό ότι με την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής και με την κρατική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου έχουν κιόλας απαντηθεί όλα τα πράγματι ουσιαστικά ζητήματα αυτού του συμπλέγματος. Το ξεπέρασμα της οικονομικής καθυστέρησης παραμένει μεν για καιρό το κεντρικό οικονομικό πρόβλημα, επειδή όμως ο χειρισμός του γινόταν αποκλειστικά από την άποψη της οικονομίας, ξέφευγε αναγκαστικά, από τις τοποθετήσεις του θέματος και από τις απαντήσεις, η σειρά ιδιαίτερα των προβλημάτων που αναφέρονταν σ' αυτό το σύμπλεγμα. Το πρόβλημα του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» περιορίστηκε στο κατά πόσον είναι εν γένει δυνατή η διατήρηση και η ανάπτυξη κάτω από αυτές τις συνθήκες. Και έτσι μετατέθηκε και η απάντηση σ' αυτό το ζήτημα προς την κατεύθυνση των κυρίως τακτικών επιλογών. Έπρεπε να είναι σαφές στον καθένα ότι πρόκειται για μια διαδικασία και μάλιστα μακρόχρονη και πολύπλοκη. Όταν όμως έφτανε κανείς στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία αυτή μπορούσε να συντελεσθεί μόνο με τη βοήθεια σοσιαλιστικών επαναστάσεων στις αναπτυγμένες προπάντων χώρες, ετίθετο αναπότρεπτα το τακτικό και προπαγανδιστικό δίλημμα: Είτε να πρέπει να επιταχυνθεί η παγκόσμια επανάσταση με όλα τα μέσα (ακόμα και τα πιο τυχοδιωκτικά) είτε να αφοσιωθεί κανείς, με μεγάλες προσωπικές θυσίες, στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, χωρίς να είναι πραγματικά σε θέση να τον οικοδομήσει. Ασφαλώς, ακόμη και ο Τρότσκι, που πίστευε στη διεθνή προοπτική, απείχε προσωπικά πολύ από το να βλέπει το δίλημμα στη μορφή μιας τόσο χυδαία απλοποιημένης εναλλακτικής επιλογής. Ήταν όμως αναπόφευκτο, λόγω έλλειψης μιας γνήσια θεωρητικά θεμελιωμένης θεωρίας της επαναστατικής εξέλιξης, να παίξει αυτή η πλαστή εναλλακτική επιλογή ένα σημαντικό ρόλο στην κοινή γνώμη και στις δημόσιες συζητήσεις για τα ζητήματα αυτά.

Ο Στάλιν, γι' αυτό το λόγο, ώθησε, σαν παμπόνηρος τακτικιστής, ιδιαίτερα αυτά τα παραμορφωμένα συμπεράσματα στο κέντρο των συζητήσεων με την αφηρημένα προπαγανδιστικά πολύ δραστική αποστροφή ότι η πλήρης κατάφαση της δυνατότητας της ολοκληρωμένης οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα είναι δήθεν η μόνη δυνατή μαρξιστική απάντηση στο ζήτημα. Μετά από χρόνια, βέβαια, αυτή η αποκλειστικά τακτική και προπαγανδιστική λύση, που όπως φαίνεται την νόμιζε πια και ο ίδιος για θεωρητική, τον παράσυρε στην απροκάλυπτη ανοησία ότι δηλαδή όχι μόνο ο σοσιαλισμός, αλλά ακόμα και η μετάβαση στον κομμουνισμό είναι δυνατή σε μία χώρα. Όμως θα έπρεπε εξαιτίας της καπιταλιστικής περικύκλωσης να διατηρηθεί το κράτος με όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά του μέσα καταστολής. Σ' αυτό τον «κομμουνισμό» λοιπόν, όπως εξηγούσε ένα σύγχρονο ευφυολόγημα, θα μπορούσε ο καθένας, ανάλογα με τις ανάγκες του, να κλειστεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Χωρίς να επεκτείνουμε, για την ώρα, μεθοδολογικά, την πνευματική ουσία της κριτικής, που περιέχεται σ' αυτή την ειρωνική παρατήρηση, σε κριτική της σταλινικής απόλυτης προτεραιότητας της τακτικής (θα επανέλθουμε σ' αυτό αργότερα), είναι ίσως χρήσιμο να επισύρουμε από τώρα την προσοχή στο γεγονός ότι η προτεραιότητα της τακτικής παρέμεινε σε ισχύ και τον καιρό της υπέρβασης της «προσωπολατρίας». Ο Χρουστσώφ, που άσκησε συχνά σφοδρή κριτική στον Στάλιν, συνήγαγε επίσης από ορισμένα οικονομικά μέτρα προώθησης της παραγωγής, ότι σε κάποια βαθμίδα επιτυχίας τους (ξεπέρασμα των ΗΠΑ) θα γινόταν επίκαιρη η «εισαγωγή» του κομμουνισμού. Ο Χρουστσώφ πήρε υπόψη του τουλάχιστον τις οικονομικές προϋποθέσεις, το ζήτημα όμως ότι ο κομμουνισμός, ακόμα και με την πιο αναπτυγμένη παραγωγή, έχει και άλλες κοινωνικές προϋποθέσεις, ήταν επίσης έξω από τον ορίζοντα του ακριβώς όπως και στην περίπτωση του Στάλιν.

Για να επανέλθουμε στο παρόν θέμα μας: Ο Στάλιν, αφού διάλυσε βίαια και κατέστησε ανίσχυρη, με τη βοήθεια της ομάδας Μπουχάριν, τη φράξια Τρότσκι - Ζηνόβιεφ - Κάμενεφ, στράφηκε ενάντια στους πρώην συμμάχους του, υιοθετώντας το οικονομικό περιεχόμενο της «πρωτογενούς σοσιαλιστικής συσσώρευσης» (χωρίς όμως να χρησιμοποιήσει ποτέ αυτή την ορολογία), ώστε να εκμεταλλευθεί το νεοεισαχθέν σύνθημα για να αφανίσει και αυτή την ομάδα. Φτάσαμε έτσι στη μονοκρατορία του Στάλιν, στην κολχοζοποίηση και αποκουλακοποίηση του 1929, στην εξαναγκασμένη ανάπτυξη της βιομηχανίας κ.λπ. Οι λεπτομέρειες αυτής της διαδικασίας δεν μας ενδιαφέρουν εδώ (παρόλο που η ουσιαστική μαρξιστική διερεύνησή της θα ήταν ασφαλώς εξαιρετικά χρήσιμη), παρά μόνο να αναγάγουμε τις μεθόδους δράσης της έτσι γεννημένης εξουσίας του Στάλιν στις αξιωματικές αρχές της. Η μεθοδολογική βάση ήταν, όπως είδαμε, η απόλυτη κυριαρχία των τακτικών απόψεων με πλήρη υποταγή ακόμα και παραμέρισμα κάθε στρατηγικής και πολύ περισσότερο κάθε μαρξιστικής θεωρίας για το όλον της εξελικτικής διαδικασίας. Η νίκη του Στάλιν διευκολύνθηκε αντικειμενικά από το γεγονός ότι οι αντίπαλοί του απείχαν εξ ίσου από τη μαρξική και λενινιστική θεωρητική θεμελίωση της τακτικής τους όσο και ο ίδιος. Με τη διαφορά βέβαια ότι εκείνος δεν υπερείχε μόνο σαν οργανωτής του εξουσιαστικού μηχανισμού, αλλά και στις τακτικές ικανότητες. Ο Τρότσκι είχε πάντοτε σα σημείο εκκίνησης γενικές προοπτικές που έμεναν στην επαναστατική ρητορία, ενώ ο Μπουχάριν δογματικά σοφιστικούς και ουδέποτε πράγματι διαλεκτικά συγκροτημένους, μισοθετικιστικούς συλλογισμούς. Έτσι, όμως, οι τακτικές τους ικανότητες, έτσι κι αλλιώς υποδεέστερες του Στάλιν, αποδυναμώνονταν αντί να ενισχύονται. Προσλάμβαναν, χωρίς να κερδίζουν σε διορατικό βάθος, τάσεις που έκλιναν προς ακαμψία, οι οποίες, με τη σειρά τους, επενεργούσαν μειωτικά στις ήδη μικρότερες τακτικές τους ικανότητες. Η νίκη του Στάλιν δεν ήταν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, τυχαία και η χαρισματική ποιότητα των συμμετεχόντων δεν έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο από όσο παίζει συνήθως στους κοινωνικούς αγώνες των τάσεων. Η φαινομενική εικόνα περί των αντιθέτων οφείλεται από τη μια στο γεγονός ότι κανείς από τους ανταγωνιστές δεν διέθετε ένα πράγματι βασισμένο σε αρχές, μαρξιστικά - θεωρητικά θεμελιωμένο, πρόγραμμα και από την άλλη είναι η εκ των υστέρων αντανάκλαση του γεγονότος ότι ο Στάλιν ανήγαγε προπαγανδιστικά όλο και πιο απόλυτα την εξουσία του στον ισχυρισμό ότι ήταν ο μόνος νόμιμος συνεχιστής του έργου της ζωής του Λένιν, πράγμα που μετά την οριστική του νίκη σταθεροποιήθηκε επί δεκαετίες σαν πραγματικό γεγονός στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα και παρεμπόδισε, επιβιώνοντας μετά το θάνατό του, τη γνήσια ιστορική παρουσίαση της συγκεκριμένης γένεσης αυτού του συσχετισμού δυνάμεων.


3. Η μέθοδος του Στάλιν

Υπογραμμίσαμε προηγουμένως ότι στο κέντρο της μεθόδου του Στάλιν βρίσκεται, σαν ουσία της οντολογίας του κοινωνικού είναι, η προτεραιότητα της τακτικής από τη στρατηγική και ακόμη περισσότερο από τις συνολικές εξελικτικές τάσεις της ανθρωπότητας. Είδαμε όμως επίσης, ότι το θέμα δεν είναι κατά κανένα τρόπο μόνο η ατομική τοποθέτηση του Στάλιν απέναντι σ' αυτά τα προβλήματα. Είναι η κυριαρχούσα κατεύθυνση της εποχής που επικρατεί παντού με τις πιο διαφορετικές μορφές. Μιλήσαμε ήδη για τη σοσιαλδημοκρατία, όπου η μέθοδος αυτή φτάνει να κυριαρχεί με διαμετρικά αντίθετο ταξικό περιεχόμενο και ως εκ τούτου με αντίθετες επίσης στοχοθετήσεις και τρόπους εκτέλεσης. Πρέπει να προσθέσουμε μόνο ότι εδώ δεν πρόκειται για μία πρωτότυπη εφεύρεση, αλλά για την υιοθέτηση υπαρκτών και δραστικών τάσεων της εποχής. Πρόκειται για -συνειδητή ή ασυνείδητη- προσαρμογή στη λεγόμενη πραγματιστική πολιτική της αστικής τάξης, που κυριάρχησε στις πιο διαφορετικές χώρες με τις πιο διαφορετικές ιδεολογικές αιτιολογήσεις. Σε γενικές γραμμές, όσον αφορά τους διαδόχους του Λένιν, δεν πρόκειται κατά κανένα τρόπο για απλή προσαρμογή. Επισύραμε την προσοχή στο γεγονός ότι ο Μπουχάριν π.χ. είχε μια τέτοια κλίση εξαιτίας των θετικιστικών επιρροών στην αντίληψή του για το Μαρξ. Ας προσθέσουμε επιπλέον ότι στην πρακτική του Ζηνόβιεφ, πολύ πριν από το θάνατο του Λένιν, εμφανίστηκαν τάσεις που είχαν μεγάλη ομοιότητα με την εσωκομματική χειραγώγηση της σοσιαλδημοκρατίας.

Όλα αυτά θα πρέπει να διαφωτιστούν πράγματι συγκεκριμένα με ακριβή ιστορική έρευνα. Το αποφασιστικό ιδεατό κίνητρο πάντως διαπιστώνεται εύκολα: Είναι η εκτροπή από τη μαρξική σύλληψη του ρόλου της οικονομίας στη συνολική διαδικασία εξέλιξης της κοινωνίας, που ήταν τότε πλατιά διαδεδομένη σε ολόκληρο το εργατικό κίνημα. Πρόκειται άμεσα για την υιοθέτηση υπό διάφορες παραλλαγές από το εργατικό κίνημα του εργοκαταμεριστικού διαχωρισμού μεταξύ των επιστημών, της «αυτονομίας» μεταξύ των αντικειμένων και των νόμων τους. Η οικονομία μετατράπηκε από υλικό υπόβαθρο μιας ενιαίας ιστορικής διαδικασίας σε μία απλώς λίγο-πολύ «ακριβή» θεωρούμενη χωριστή επιστήμη, έτσι ώστε π.χ. να δηλώσει ο Χίλφερντινγκ ότι η μαρξιστική οικονομία, ιδωμένη απ' αυτή τη μεθοδολογική σκοπιά, είναι συμβατή με οποιαδήποτε «κοσμοθεωρία». Η οικονομία όμως σαν χωριστή επιστήμη, ακόμα και αν προσαρμοστεί μέσα σε μια συνολική αντίληψη που θέλει να θεωρείται μαρξιστική, έχει χάσει την οργανική της σύνδεση με το ιστορικό πεπρωμένο του ανθρώπινου γένους και μπορεί ως εκ τούτου, απομονωμένη επιστημονικά και εφαρμοσμένη πρακτικά κατ' αυτό τον τρόπο, να χρησιμοποιηθεί για καθαρά τακτικούς σκοπούς. Ο Λένιν, όσον αφορά τη διατήρηση της μαρξικής αντίληψης της οικονομίας, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό μόνος μεταξύ των συγχρόνων του -οπαδών και αντιπάλων.

Η μετατροπή της οικονομίας σε χωριστή επιστήμη δημιουργεί επομένως το μεθοδολογικό υπόβαθρο της χειραγώγησής της. Η εξέλιξη αυτή όμως είναι περιοριστική και όχι χωρίς τριβές. Γι' αυτό το λόγο μπορεί να φτάσει σε πλήρη ανάπτυξη μόνο μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα. Η σοσιαλδημοκρατία έφτασε τους χειρισμούς προσαρμογής στην αστική κοινωνία από το ρεβιζιονισμό στην ολοκληρωτική ρήξη με το μαρξισμό. Η παραμόρφωσή του σε εργαλείο της βάναυσης σταλινικής χειραγώγησης της σοσιαλιστικής εξέλιξης ολοκληρώνεται μόνο με τη θεωρητική δραστηριότητα του ίδιου του Στάλιν. Ας μην ξεχνάμε πάντως, ότι από πολύ νωρίτερα ο Μπουχάριν ανάμεσα στις θετικιστικής απόχρωσης προσπάθειες του μεταμόρφωσε π.χ. τη μαρξική έννοια της παραγωγικής δύναμης στην έννοια της τεχνολογίας. Δεν είναι δυνατό να πραγματευθούμε εδώ τη θεωρητική σφαλερότητα αυτής της αντίληψης. Υπογραμμίζω μόνο μια σημαντική θεωρητική και πρακτική συνέπειά της. Ο Μπουχάριν έχει τη γνώμη ότι η αρχαία δουλοκτησία ήταν οικονομική συνέπεια της μη ανάπτυξης της τεχνολογίας κατά την αρχαιότητα, ενώ ο ίδιος ο Μαρξ ανάγει αντίθετα τη μη ανάπτυξή της στο γεγονός ότι οι δούλοι αποτελούσαν το οικονομικό υπόβαθρο του σχηματισμού. Έτσι, είναι σαφές ότι το αδιέξοδο στο οποίο αναγκαστικά καταλήγει αυτός ο σχηματισμός έχει αίτιο ακριβώς αυτό τον οικονομικό φραγμό. Η άνοδος της τεχνολογίας σε ανώτερο επίπεδο ήταν οπωσδήποτε δυνατή με το επίπεδο εξέλιξης των αρχαίων φυσικών επιστημών και η τεχνολογία πράγματι αναπτύχθηκε εκεί όπου οι κοινωνικοί αυτοί φραγμοί δεν ήταν -ή ήταν πολύ λιγότερο- δραστικοί, δηλαδή στην πολεμική βιομηχανία [21]. Αναφέρουμε εδώ αυτή τη μεθοδολογική αντίληψη του Μπουχάριν αφενός επειδή σε γενικές γραμμές, αν και με κάποιες τροποποιήσεις, κυριάρχησε κατά τη μεταλενινιστική περίοδο και όσον αφορά τον Στάλιν -όπως θα δείξουμε αργότερα- και αφετέρου επειδή αυτή η μεθοδολογία (η οικονομία σαν «ακριβής» επιστήμη διαχωρισμένη από τη μεγάλη ιστορική διαδικασία της ανθρωποποίησης του ανθρώπου) πρόσφερε τη λαβή για την οικοδόμηση του συστήματος της γραφειοκρατικής χειραγώγησης της κοινωνίας στο σοσιαλισμό κάτω από το πρόσχημα της μαρξιστικής ορθοδοξίας.

Αυτό είναι εμφανέστερο στον ίδιο τον Στάλιν, παρά στον Μπουχάριν και τους άλλους: Σχετικά αργά (το 1952), σε μια εποχή εντελώς σταθεροποιημένης μονοκρατορίας του, ως θεωρητικού και πολιτικού ηγέτη του παγκόσμιου κομμουνισμού και δήθεν νόμιμου διαδόχου των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, δημοσίευσε ένα σύντομο κείμενο «Τα οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ». Το κείμενο αυτό είχε το βασικό τακτικό και προπαγανδιστικό σκοπό να θεραπεύσει την οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού από τις υποκειμενιστικές της αποκλίσεις, να την οδηγήσει πάλι στην πρωταρχική της μαρξιστική και υλιστική θεμελίωση, να κάνει πάλι, το μαρξικό νόμο της αξίας -στις συνθήκες του σοσιαλισμού- βάθρο της οικονομικής θεωρίας και πράξης. Υπό την έννοια «υποκειμενισμός» πάντως πρέπει να εννοήσουμε τη γραφειοκρατική χειραγώγηση της παραγωγής την εποχή του Στάλιν, που, μια για να εξοικονομήσει έξοδα, μια για να εμφανίσει συγκεκριμένες προβληματικές εξελίξεις (ακόμα και στασιμότητες) σαν προόδους, παρουσίαζε ορισμένες μεθόδους σαν γοργή ανάπτυξη και συκοφαντούσε κάθε κριτική αντίληψη. Φτάνει να σκεφτούμε ότι τη δεκαετία του '30 π.χ. απαγορευόταν σαν αστική απόκλιση ο υπολογισμός των μεγεθών της παραγωγής κατά κεφαλή του πληθυσμού. Σκοπός του μέτρου ήταν να μη δημοσιοποιηθεί ότι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής ήταν πίσω από τον καπιταλιστικό κόσμο. Με δοσμένο το μέγεθος της Σοβιετικής Ένωσης μπορούσε κανείς να αναφέρει μεγάλες αριθμητικές διαφορές συγκρίνοντας την παρούσα παραγωγή με εκείνη των προηγούμενων ετών και να υποθέσει -με την απαγόρευση του κριτικού υπολογισμού ελέγχου- ότι οι αμύητοι δεν θα είναι σε θέση να ελέγξουν τον πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης. Η αποκατάσταση του μαρξικού νόμου της αξίας είχε επομένως την -καθεαυτή σωστή- τάση να περιορίσει αυτή την υπερβολική γραφειοκρατική χειραγώγηση (δηλαδή τον «υποκειμενισμό»).

Ποια είναι η αληθινή εικόνα όμως αυτής της επιστροφής του Στάλιν στο νόμο της αξίας; Συγχέει προπάντων, λιγότερο ίσως από λάθος και περισσότερο με τακτικές προθέσεις, τον καθεαυτό νόμο της αξίας με τη μορφή που παίρνει στην εμπορευματική κυκλοφορία. Λέει έτσι για τη σημασία του νόμου της αξίας στην παραγωγή [22]: «Πρόκειται για το γεγονός ότι προϊόντα που προορίζονται για την κατανάλωση και είναι αναγκαία για την κάλυψη της φθοράς της εργατικής δύναμης στην παραγωγική διαδικασία παράγονται και πραγματώνονται σε μας με τη μορφή εμπορευμάτων, που υπόκεινται στο νόμο της αξίας. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο φαίνεται η επίδραση του νόμου της αξίας στην παραγωγή.»

Εμείς ενδιαφερόμαστε εδώ μόνο για τη μέθοδο, που γίνεται ακόμη εμφανέστερη όταν ο Στάλιν αναφέρεται σε άλλα στοιχεία κεντρικής σημασίας του νόμου της αξίας. Αναγνωρίζοντας τον, όπως είδαμε, επεισοδιακό ρόλο του νόμου της αξίας στη σχεδιασμένη οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης, για να ορίσει θεωρητικά την πραγματικά επίκαιρη ισχύ του, έρχεται σε εντελώς ανοιχτή αντίθεση με το Μαρξ, υπολογίζοντας βέβαια ότι, κάτω από τις τότε συνθήκες, θα ήταν πολύ επικίνδυνο για οποιονδήποτε να επισύρει την προσοχή στην αντίθεση αυτή. Θέτει το θέμα εντελώς ανοικτά και χωρίς διφορούμενα [23]: «Λένε ότι δήθεν ο νόμος της αξίας είναι νόμος μόνιμος και απαραίτητος σε όλες τις ιστορικές περιόδους και ότι, ακόμα και όταν ο νόμος της αξίας θα πάψει να ισχύει, στην περίοδο της δεύτερης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας, σαν ρυθμιστής των σχέσεων ανταλλαγής, θα εξακολουθεί ωστόσο να ισχύει, σ' αυτή τη φάση της εξέλιξης, σαν ρυθμιστής των σχέσεων μεταξύ των διάφορων παραγωγικών κλάδων, σαν ρυθμιστής του καταμερισμού της εργασίας μεταξύ των παραγωγικών κλάδων. Αυτό είναι απόλυτα λαθεμένο. Η αξία όπως και ο νόμος της αξίας είναι ιστορική κατηγορία που συναρτάται από την ύπαρξη της εμπορευματικής παραγωγής. Αν εξαφανιστεί η εμπορευματική παραγωγή, εξαφανίζεται και η αξία στις διάφορες μορφές της και ο νόμος της αξίας».

Αναφέραμε σ' αυτό το σημείο ένα εκτεταμένο απόσπασμα για να τονιστεί καθαρά η ιδέα του Στάλιν και η αντίθεσή της στο Μαρξ. Ο Μαρξ βέβαια μιλάει, και μάλιστα όχι σε κάποιο δυσκολοεύρετο σημείο, αλλά στην αρχή του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» [24] για τις διάφορες μορφές που παίρνει ο νόμος της αξίας, π.χ. στο Ροβινσώνα, στο μεσαίωνα, σε μια οικονομικά αυτοδύναμη αγροτική οικογένεια και στο τέλος στον ίδιο το σοσιαλισμό. Ο χρόνος εργασίας, δηλαδή ο εκάστοτε κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, η άμεση οικονομική αντικειμενοποίηση της αξίας έχει μια διπλή λειτουργία: «Ο κοινωνικά σχεδιασμένος καταμερισμός του ρυθμίζει τη σωστή αναλογία των διαφόρων λειτουργιών της εργασίας προς τις διάφορες ανάγκες».

Από την άλλη μεριά, προσθέτει ο Μαρξ, «ο χρόνος εργασίας χρησιμεύει και σαν μέτρο του ατομικού μεριδίου των παραγωγών στην κοινή εργασία και επομένως και του ατομικά καταναλώσιμου μέρους της κοινής παραγωγής».

Επομένως, δεν υπόκεινται στο νόμο της αξίας μόνο τα χωριστά εμπορεύματα, που εξυπηρετούν την ατομική κατανάλωση, όπως ισχυρίζεται ο Στάλιν, αλλά ολόκληρο το ατομικό μερίδιο του παραγωγού στη συνολική απολαβή, πράγμα που σημαίνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό. Ο Μαρξ προσθέτει ακόμα ότι η περίπτωση αυτή χρησιμεύει μόνο σαν παράδειγμα και χαρακτηρίζει την οικονομία του σοσιαλισμού όπου «το μερίδιο κάθε παραγωγού σε τρόφιμα» ορίζεται «...από το χρόνο της εργασίας του».
 
Επειδή όμως ο Στάλιν μιλάει επίσης για την ίδια τη φάση του κομμουνισμού -θεωρεί και τον κομμουνισμό καθεαυτό μια φάση- βέβαια, όπως είδαμε, σαν το κοντινό μέλλον του παρόντος σοσιαλισμού φαίνεται η αντιθετικότητα των αντιλήψεων στην ανάλυση του ίδιου ιστορικού σταδίου ανάπτυξης.

Βλέπουμε ότι κατά τον Μαρξ ο νόμος της αξίας δεν συνδέεται με την εμπορευματική παραγωγή. Όταν, όμως, ο Στάλιν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, δεν πρόκειται κατά κανένα τρόπο για απλή γλωσσική παραδρομή. Πρόκειται αντίθετα για την προπαγανδιστική παρουσίαση του, σε ουσιαστικά ζητήματα αποκλίνοντος από το μαρξισμό, δρόμου οικοδόμησης του σοσιαλισμού σαν να μην ήταν τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή της ορθά αντιληπτής θεωρίας του Μαρξ. Το σκοπό αυτό εξυπηρετεί, όπως είδαμε, και το τέχνασμα να παριστάνονται κατηγορίες, που κατά το Μαρξ ισχύουν για κάθε παραγωγή, σαν να πρόκειται απλά για ιστορικούς τρόπους εμφάνισης του καπιταλισμού, που δεν ισχύουν πια στο σοσιαλισμό. Μ' αυτό αποσκοπείται να εμφανισθούν οι σταλινικές μέθοδοι χειραγώγησης του σοσιαλισμού σαν θεωρητική και πολιτική εκπλήρωση του μαρξισμού-λενινισμού. Στις μεθόδους αυτές –και κάνουμε έτσι ένα βήμα στην απόδειξη της συσχέτισης ανάμεσα στη σταλινική αντίληψη του μαρξισμού και την παρεμπόδιση και μάλιστα τον αφανισμό, της σοσιαλιστικής δημοκρατίας- ανήκει και η ερμηνεία της μαρξικής έννοιας της υπερεργασίας στο ίδιο κείμενο [25] «Έχω υπόψη μου», λέει ο Στάλιν, «μεταξύ άλλων και έννοιες σαν την "αναγκαία" και ''υπέρ" εργασία, "αναγκαίο" και "υπέρ" προϊόν, "αναγκαίο" και "υπέρ", "επιπλέον" χρόνο εργασίας».

Κατά την άποψή του ο Μαρξ χρησιμοποίησε εντελώς δικαιολογημένα τις κατηγορίες αυτές στην ανάλυση της καπιταλιστικής παραγωγής. Όμως, μετά την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, έχουν χάσει το νόημά τους. «Εξίσου παράξενο», συνεχίζει, «είναι να γίνεται τώρα λόγος για "αναγκαία" και "υπέρ" εργασία: σαν να μην είναι, κάτω από τις δικές μας συνθήκες, η εργασία που προσφέρει ο εργάτης για την επέκταση της παραγωγής, για την ανάπτυξη της παιδείας και της πρόνοιας για την υγεία, για την οργάνωση της άμυνας κ.λπ. εξίσου αναγκαία για την κοινωνία, για την εργατική τάξη που είναι τώρα στην εξουσία, με την εργασία που προσφέρεται για την κάλυψη των προσωπικών αναγκών και των αναγκών της οικογένειας του εργάτη».

Ενάντια σ' αυτά πρέπει να ειπωθεί ότι η διαφορά μεταξύ της εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαία για την αναπαραγωγή του εργαζόμενου και εκείνης που παρέχεται επιπλέον από αυτόν δεν είναι κατά κανένα τρόπο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, αλλά αντίθετα ένα σημαντικό, ουσιώδες μάλιστα, οικονομικό χαρακτηριστικό της εξέλιξης της οικονομικής αναπαραγωγής εν γένει, από την προϊστορία της μέχρι τον κομμουνισμό. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι το οικονομικό υπόβαθρο της δουλοκτησίας σαν κοινωνικής προόδου σε σχέση με τον προηγούμενο φόνο ή και καταβρόχθιση των αιχμαλώτων εχθρών έχει το οικονομικό του αίτιο στο γεγονός ότι ο δούλος μπορεί να παρέχει μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας από όση χρειάζεται για την αναπαραγωγή του. Ο Μαρξ επισύρει την προσοχή στο γεγονός ότι στη δουλοκτησία -αντίθετα με τη δουλοπαροικία και τη μισθωτή εργασία- η αναγκαία για την αυτοαναπαραγωγή εργασία φαίνεται σαν να εξαφανίζεται όπως φαίνεται να εξαφανίζεται στην καπιταλιστική μισθωτή εργασία η επιπλέον αυτής εργασία, η υπερεργασία. Τούτο βέβαια είναι αναγκαία εμφανιζόμενο φαινόμενο, αλλά παρόλα αυτά μόνο φαινόμενο. Και οι τρεις οικονομικοί σχηματισμοί βασίζονται αντικειμενικά στην ιδιοποίηση υπεραξίας από την εκάστοτε κυρίαρχη τάξη, που έχει πάρει βέβαια ιστορικά πολύ διαφορετικές μορφές όσον αφορά στο ρόλο της άμεσης και γυμνής βίας ή του οικονομικού καταναγκασμού. Το βασικό οικονομικό γεγονός πάντως, δηλαδή η μόνιμη πτωτική τάση της για την αναπαραγωγή της ατομικής ζωής κοινωνικά αναγκαίας εργασίας και η επίσης μόνιμη αυξητική τάση της υπερεργασίας εκείνης, που αφενός μεν πέφτει άμεσα στο μερίδιο της εκμετάλλευσης, αφετέρου όμως -με διαφορετική διαμεσολάβηση στους διάφορους σχηματισμούς- μπορεί να εξυπηρετεί μαζί με τους γενικούς κοινωνικούς σκοπούς και την ανάπτυξη της προσωπικότητας σε ανώτερο επίπεδο, αυτό το βασικό οικονομικό γεγονός είναι επίσης για τον Μαρξ ένας απαράβατος νόμος της οικονομικοκοινωνικής προόδου.

Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής κάνει μεν αδύνατη την ιδιοποίηση υπερεργασίας μέσω της ατομικής της ιδιοκτησίας, κατά κανένα τρόπο όμως δεν αίρει τη βασική δομή της οικονομικής αναπαραγωγής, παρά μόνο εγκαθιδρύει ριζικά νέες μορφές διαμεσολάβησης για να κάνει δυνατή την κοινωνικά προοδευτική χρήση της υπερεργασίας. Ο Μαρξ περιγράφει την οικονομικά πολιτιστική ουσία αυτής της διαδικασίας, όταν οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης, ως εξής [26] «Αρχίζει λοιπόν η ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικότητας. Στο εξής το ζήτημα δεν είναι να μειωθεί ο αναγκαίος χρόνος εργασίας ώστε να αβγατίσει η υπερεργασία, αλλά να μειωθεί εν γένει η αναγκαία κοινωνική εργασία σ' ένα ελάχιστο, που ταιριάζει στην επιστημονική και καλλιτεχνική κατάρτιση των ατόμων χάρη στον ελεύθερο χρόνο και στα μέσα που δημιουργούνται για χάρη όλων». Στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» παίρνει ανάλογα σαφή θέση ενάντια στην εκχυδαϊστική άποψη του Λασσάλ ότι δήθεν ο σοσιαλισμός μπορεί να σημαίνει για τον εργάτη ιδιοποίηση της «πλήρους απολαβής από την εργασία». Τονίζει κατ' αρχήν ότι η υπερεργασία πρέπει προπάντων να καλύψει όλα τα έξοδα που απαιτούνται για την εξασφάλιση και την ανάπτυξη της ίδιας της παραγωγής. Αλλά πέρα από αυτό πρέπει να μεριμνήσει ώστε να καλυφθούν τα μη οικονομικά διαχειριστικά έξοδα της κοινωνίας, οι γενικές της ανάγκες (παιδεία, σύστημα υγείας κ.λπ. Εδώ ο Μαρξ υπογραμμίζει δικαιολογημένα ότι στο σοσιαλισμό οι ανάγκες αυτές θα ικανοποιούνται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από προηγούμενα). Το ίδιο ισχύει και για το αποθεματικό ταμείο για τους ανίκανους προς εργασία. Οι αναγκαιότητες αυτές ορίζουν κατά τον Μαρξ το οικονομικό πλαίσιο για την ατομική κατανάλωση, για την ατομική αυτοαναπαραγωγή των εργαζόμενων στο σοσιαλισμό. Ο Στάλιν απλώς αναποδογυρίζει την εντελώς λαθεμένη αντίληψη του Λασσάλ έτσι ώστε, αυτή τη φορά, να μπορέσει να κηρύξει ανύπαρκτη την κατηγορία της υπερεργασίας στο σοσιαλισμό. Έχουμε ήδη αναφέρει προηγούμενα τις αναλύσεις του. Όπως είδαμε, ο Λασσάλ κατεχόταν από την αυταπάτη ότι ο σοσιαλισμός σημαίνει τη μεταβίβαση του συνόλου των προϊόντων της εργασίας στη σφαίρα άμεσης αυτοαναπαραγωγής του κάθε εργαζόμενου χωριστά, ενώ ο Στάλιν ταύτιζε απλώς τα διαμεσολαβημένα οικονομικά στοιχεία της με τα άμεσα. Και οι δύο πλαστογραφούν τα θεμελιώδη οικονομικά πραγματικά συστατικά στοιχεία της κοινωνικής αυτοαναπαραγωγής. Αυτό το κάνουν με άμεσα αντίθετο τρόπο, αλλά η αντιθετικότητα αυτή βασίζεται και στους δύο στη συστηματική παραγνώριση των πραγματικών οικονομικοκοινωνικών διαμεσολαβήσεων.

Ας πάρουμε, για λόγους απλότητας, σαν παράδειγμα μόνο το στοιχείο της παιδείας. Στη διαδικασία της ατομικής αυτοαναπαραγωγής είναι βέβαιο ότι δεν περιλαμβάνεται άμεσα -τόσο, που στον καπιταλισμό η αναγκαιότητα της παραγωγής της να προκύπτει καθαρά από τις παραγωγικές ανάγκες του κεφαλαίου και έγινε απλώς υποχρεωτική για την εργατική τάξη, επειδή ορισμένες πράξεις εργασίας από τεχνική άποψη απλώς δεν είναι δυνατό να εκτελεσθούν από αναλφάβητους. Όταν τώρα ο σοσιαλισμός βάζει αυτό το ζήτημα στην ημερήσια διάταξη, με μια ένταση που ήταν αδιανόητη στις προηγούμενες ταξικές κοινωνίες, ούτε θέλει ούτε μπορεί να εξαφανίσει την καθαρά οικονομική διαμεσολάβηση αυτής της σφαίρας. Δημιουργεί όμως, σε σχέση με τον καπιταλισμό, κάτι εντελώς καινούριο, θέτοντας αυτή τη διαμεσολάβηση σαν πρόβλημα που καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό ιδεολογικά και πρέπει να λυθεί με την αυτενέργεια της εργατικής τάξης. Ας θυμηθούμε πως ο Λένιν έβαλε στην ημερήσια διάταξη, συγχρόνως με την εισαγωγή της ΝΕΠ, τον εκμηδενισμό του αναλφαβητισμού σαν κεντρικό πολιτικοϊδεολογικό πρόβλημα.

Η ιδεολογία φυσικά πρέπει να εννοηθεί με την ακριβή μαρξιστική έννοια. Στον πρόλογο του [27] «Επί της κριτικής της πολιτικής οικονομίας» ορίζονται οι ιδεολογικές μορφές σαν το κοινωνικό μέσο «όπου οι άνθρωποι συνειδητοποιούν και διεξάγουν αυτή τη διαμάχη». Στον ορισμό αυτό κάνει εντύπωση το διφυές της εσωτερικής της διαλεκτικής. Από τη μία οι προς λύση διαμάχες προκύπτουν από την αντικειμενικά αναγκαία νομοτέλεια, με την οποία γεννώνται από τις αντιφάσεις μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, από την άλλη και ταυτόχρονα κάθε ιδεολογία είναι ένα σύμπλεγμα μέσων με τα οποία οι ίδιοι άνθρωποι αποκτούν την ικανότητα να συνειδητοποιήσουν τις έτσι ανακύπτουσες διαμάχες και να τις διεξάγουν πρακτικά. Ο εκμηδενισμός του αναλφαβητισμού ήταν κατ' αναλογία στα μάτια του Λένιν ένα πρόβλημα που ξεπήδησε μεν αντικειμενικά από την οικονομική κατάσταση της Ρωσίας, αλλά η ιδεολογική του λύση, διαμεσολαβημένη από τη συνειδητότητα και δράση των εργαζομένων, έπρεπε να γίνει αντικείμενο της ίδιας τους της συνειδητοποιημένης πράξης. Μ' αυτό τον τρόπο, και αφού καταργήθηκε η εξουσία της εκμεταλλεύτριας τάξης με την κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής, άνοιξε ο δρόμος για να γίνει ο εργαζόμενος λαός ικανός να λύσει αυτενεργώντας όλα τα προβλήματα της καθημερινής του ζωής. Η παιδεία -για να μείνουμε στο παράδειγμά μας- μπορεί, κατά τον τρόπο αυτό, να γίνει, αντί εποικοδόμημα που παράγεται κατά κάποιο τρόπο αυτόματα από την οικονομική εξέλιξη, παράγοντας επέκτασης και εμβάθυνσης της ατομικής ζωής κάθε ανθρώπου χωριστά. Να γίνει κοινωνική δύναμη, δημιουργημένη από τον άνθρωπο για τον εαυτό του, που να εξυπηρετεί ιδιαίτερα με την προκείμενη κοινωνικότητα της, το σκοπό να είναι σε θέση ο καθένας να παράγει και να ιδιοποιείται αυτό που ο Μαρξ ονομάζει το «περιττό» για την εξύψωση και επέκταση του εαυτού του, μειώνοντας τον αναγκαίο για την αυτοαναπαραγωγή του χρόνο εργασίας. 

Φυσικά και εδώ αποφασιστικό στοιχείο είναι τελικά το κοινωνικό. Το επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγής ως μείωση της αναγκαίας εργασίας για την αυτοαναπαραγωγή των εργαζομένων και η ιδεολογική διεξαγωγή της πάλης για την έκταση και το περιεχόμενο του «περιττού» είναι κοινωνικά, αντικειμενικά ορισμένα φαινόμενα. Και το αποτέλεσμά τους επομένως πρέπει να είναι κάτι κοινωνικό. Ωστόσο και εδώ συναρτάται αυτό το σύμπλεγμα ζητημάτων με εκείνο του εκδημοκρατισμού — τα κοινωνικά αυτά αποτελέσματα είναι δυνατό να επιτευχθούν μόνο όταν τα άτομα που τα παράγουν με την κοινωνική τους δραστηριότητα αναπτύσσονται ταυτόχρονα σε προσωπικότητες, η ατομικότητά τους ταυτόχρονα προάγεται, πλουτίζεται, βαθαίνει. Αναφέραμε προηγούμενα τη ρήση του Μαρξ ότι το «βασίλειο της ελευθερίας» σημαίνει την ανάπτυξη της ανθρώπινης δύναμης που είναι αυτοσκοπός της. Αυτό σημαίνει ένα είδος πράξης που υπερβαίνει το οικονομικό (το ως βάση μη αιρέσιμο «βασίλειο της ελευθερίας»), ή όπως είναι διατυπωμένο στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», ότι η εργασία δεν είναι μόνο το μέσο προς το ζειν, αλλά έχει γίνει η πρώτη ζωτική ανάγκη. 

Σημαίνουν οι εκφράσεις αυτές -που ορίζουν το ίδιο αντικείμενο- ουτοπισμό; Έτσι νομίζουν πολλοί και έτσι είναι όσο αντιπαραθέτουμε άμεσα μια τέτοια «κατάσταση» σαν κατάσταση με τη σημερινή και φανταζόμαστε ότι είναι πιθανή ή ακόμα και κατά βούληση επιτελέσιμη μια άμεση μεταστροφή της μιας στην άλλη. Η υπόθεση εμφανίζεται αλλιώς αν θεωρήσουμε κάθε μια από τις δύο εδώ αντιδιαμετρικά αντιπαρατιθέμενες «καταστάσεις» σαν κοινωνική διαδικασία που την έχουν κινήσει άνθρωποι (πράγμα που ανταποκρίνεται αμφίπλευρα στην πραγματικότητα) και αποσαφηνίσουμε στους εαυτούς μας, όπως ο Λένιν, ότι αυτό που ονομάζουμε σοσιαλιστική ή προλεταριακή δημοκρατία είναι εκείνη ακριβώς η πραγματική διαδικασία που συνδέει τις δύο καταστάσεις της εξέλιξης του ανθρώπινου γένους μεταξύ τους με πραγματικά δημιουργικό τρόπο. Τότε ο σοσιαλισμός, η πρώτη φάση του κομμουνισμού, εμφανίζεται σαν ιδιόμορφος σχηματισμός, που η οικονομία του, η κοινωνικότητά του, μπορεί τότε μόνο να αναπτυχθεί όπως απαιτείται, όταν οι μέτοχοι της κοινωνικής πράξης, λειτουργούν τα κοινωνικά μορφώματα που αντιμετωπίζουν, κατά τα άλλα καθαρά αντικειμενικά, (μορφώματα που κατά την εσωτερική τους ουσία είναι πάντοτε και διαδικασίες και στα οποία ανήκουν επίσης οι σύγχρονοι συνάνθρωποί τους) με τρόπο, που ενώ δεν θα μπορέσει ποτέ να αποβάλει αντικειμενοποίησή τους, ωστόσο θα τα θεωρεί κατά την ουσία τους σαν προϊόντα ανθρώπινης δραστηριότητας που έχει αυτοσυνείδηση και συνείδηση της κοινωνικότητάς της.

Η κοινωνικότητα του ανθρώπου είναι δοσμένη από την αρχή της ανθρωποποίησής του. Μόνο στις ταξικές κοινωνίες βρίσκεται αντιμέτωπη με την όλο και περισσότερο αναπτυσσόμενη εσωτερικότητά της σαν ξένο προς αυτή αντικείμενο. Η σοσιαλιστική δημοκρατία -βασισμένη στον ενεργό, πραγματικό άνθρωπο, όπως πράγματι είναι, όπως εξαναγκάζεται να δρα στην καθημερινή του πράξη- μεταμορφώνει, στην εσωτερική και εξωτερική τους ανάπτυξη, τα προϊόντα που παράγει ασυνείδητα ο άνθρωπος σε αντικείμενα που παράγονται με συνείδηση του σκοπού τους, για τον ίδιο τον άνθρωπο και η παραγωγή τους επομένως προσδίδει νόημα και τελείωση στην υποκειμενική δραστηριότητα, μεταμορφώνοντας έτσι και τους συνεργαζόμενους συνανθρώπους από φραγμό της πράξης καθενός σε απαραίτητους και επομένως καλόδεχτους συνεργάτες και βοηθούς.

Φυσικά, η έκταση, η ένταση, το περιεχόμενο, η κατεύθυνση κ.λπ. μιας τέτοιας πρακτικής περιορίζονται και καθορίζονται από το εκάστοτε επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης της εκάστοτε κοινωνικής κατάστασης. Επειδή ακριβώς το μερίδιο της προς τούτο χρησιμοποιήσιμης υπερεργασίας, που αποδεσμεύτηκε κοινωνικά μετά την προλεταριακή επανάσταση, στο σύνολο του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας ήταν προϊόν της οικονομικής ανάπτυξης, βρέθηκε, η με μη κλασικό τρόπο γεννημένη ρωσική επανάσταση σε αντικειμενικά δύσκολη θέση. Όσο βρίσκονταν στο κέντρο της  επαναστατικής πράξης η μάχη για την επιτυχία της και η υπεράσπισή της, η προβληματική καλυπτόταν προσωρινά από το διαδεδομένο και ριζωμένο ενθουσιασμό των εξεγερμένων λαϊκών μαζών. Από την πράξη ξεφύτρωναν απαντήσεις τόσο για τα πιο τετριμμένα καθημερινά προβλήματα, όσο και για τα μεγαλύτερα προβλήματα της παγκόσμιας πολιτικής. Απαντήσεις που όχι μόνο έβαζαν τις ρωσικές μάζες σε θυελλώδη κίνηση, αλλά επηρέαζαν βαθιά και τις μάζες σ' όλο τον κόσμο. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα την ηχώ των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων στο Μπρεστ-Λιτόβσκ.

Ο αυθορμητισμός αυτός των μαζών, που φαινόταν ακαταμάχητος, συμπληρωνόταν, επιπλέον στερεωνόταν και κατευθυνόταν σε σταθερούς στόχους, με άμεσο οργανωτικό τρόπο, από το κίνημα των συμβουλίων. Το κίνημα αυτό, που γεννήθηκε στην Κομμούνα του 1871 και εμφανίστηκε πάλι αυθόρμητα το 1905, έγινε η νέα συνθετική σύνοψη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας κατά και μετά το 1917. Η δραματική του δύναμη πηγάζει από την ικανότητά του να ενσωματώνει συγκεκριμένα τους ανθρώπους πρώτα απ' όλα στην καθημερινή τους ζωή, στους τόπους της δουλειάς τους, στα σπίτια τους κ.λπ., να τους οργανώνει για άμεση δράση και από εκεί και πέρα -είτε βαθμιαία είτε απότομα, αλματικά- να τους εξυψώνει στο επίπεδο της επαναστατικής πράξης για όλα τα ουσιαστικά ζητήματα της κοινωνίας. Κατά την τελευταία εποχή της γέννησης του κινήματος των συμβουλίων (1917), η καθημερινή ζωή ήταν αντικειμενικά τόσο πολύ άμεσα δεμένη με το ζήτημα της γρήγορης σύναψης ειρήνης, ώστε να προκύψει πολύ πιο εύκολα και άμεσα η αυθόρμητη αλληλεπίδραση ανάμεσα στα ζητήματα της καθημερινότητας και της πιο μεγάλης πολιτικής από όσο θα ήταν δυνατό σε «συνηθισμένους» καιρούς.

Το κίνημα των συμβουλίων γεννήθηκε παντού αυθόρμητα και υψώθηκε βήμα προς βήμα σε όλο και ανώτερα επίπεδα συνειδητότητας. Η εποχή του Στάλιν, εκμεταλλευόμενη τη διαμάχη Λένιν-Λούξεμπουργκ, που παραμόρφωσε με δημαγωγικό και χειραγωγικό τρόπο, έβαλε αυτό που ονόμαζε συνειδητή δράση σε αμοιβαία αποκλειστική αντιθετικότητα με τον αυθορμητισμό, με σκοπό να υποβαθμίσει την κοινωνική του σημασία. Ο Λένιν ωστόσο, που η αυθεντία του συνηθίζεται να χρησιμοποιείται σαν ατού υπέρ αυτής της λαθεμένης γραφειοκρατικής αντίληψης, θεωρούσε τον αυθορμητισμό «τη σπερματική μορφή της συνείδησης του στόχου» [28]. Και οι επαναστάσεις, πράγματι, αναζήτησαν αυθόρμητα και συχνά βρήκαν τη μορφή εκείνη που ήταν δυνατό να είναι το πλαίσιο μιας πραγματικής δράσης των ανθρώπων, που να μετασχηματίζει ριζικά το περιβάλλον και να αυτομετασχηματίζεται σε όλο και ανώτερο επίπεδο. Η γνήσια γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας, όμως, των πραγματικών περιθωρίων που κινείται, δεν μπορεί να διαμορφωθεί στο μέγιστο των υποκειμενικών και αντικειμενικών δυνατοτήτων παρά μόνο μέσα από τέτοια αυθόρμητα κινήματα, για να μετασχηματισθεί, καθώς αυξάνει, σε συνειδητότητα του στόχου, όταν ο άνθρωπος της καθημερινότητας συλλάβει στην πράξη και τη ζωή το συσχετισμό των άμεσων καθημερινών του συμφερόντων με τα μεγάλα, γενικά προβλήματα που τον αφορούν. Οι επαναστατικές καταστάσεις διακρίνονται από τη συνηθισμένη καθημερινότητα ακριβώς επειδή οι συσχετισμοί αυτοί σπρώχνουν αυθόρμητα στη δράση χωρίς να χρειάζεται να γίνουν συνειδητοί μέσα από τη γνώση. Λέγοντας εδώ συνειδητοποίηση δεν εννοούμε φυσικά την απλή αντίληψη και κατανόηση μιας «πληροφορίας», αλλά τον εσώτερο μετασχηματισμό της σε κίνητρο για προσωπική δράση. Θα αναφερθούμε αργότερα, με αναλυτικό και εκτεταμένο τρόπο, σ' αυτή την κίνηση από τον αυθορμητισμό προς τη συνειδητότητα του στόχου της πράξης. Για την ώρα θα αρκεσθούμε να επισημάνουμε το γεγονός ότι η επανάσταση του 1917 -χάρη στην καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος από τον Λένιν- μπόρεσε να διανύσει αυτή τη διαδρομή από την καθημερινότητα μέχρι τα ουσιώδη προβλήματα της κοινωνίας και του κράτους και μάλιστα με τρόπο που να μη χάσει η τότε κυβέρνηση των συμβουλίων το ρίζωμα της στην καθημερινή ζωή του λαού.

Όμως, ενώ από τη μία τα στοιχεία αυτά του κινήματος των συμβουλίων υψώθηκαν σε σημαντικό επίπεδο από τον οξύ εμφύλιο πόλεμο, από την άλλη οι οικονομικοί παράγοντες, που πήγαζαν από την καθυστέρηση της ρωσικής αυτοκρατορίας, παρόλο που κατά περιόδους φαίνονταν να ξεχνιούνται, επιδρούσαν υπόγεια προς την κατεύθυνση της υπόσκαψής τους, της γραφειοκρατικής τους παραμόρφωσης. Ο Λένιν είδε εξαρχής αυτό τον κίνδυνο, όταν ξεκίνησε τη στροφή εισάγοντας τη ΝΕΠ και απορρίπτοντας θεωρητικά και πρακτικά τον πολεμικό κομμουνισμό. Έβλεπε –και εδώ ήταν ο κύριος κοινωνικός κίνδυνος της γραφειοκρατικοποίησης- ότι η αυθόρμητη επαναστατική ενότητα του λαού (που ασφαλώς το κόμμα την είχε συνειδητά και ορθά συλλάβει και προωθήσει), η συμμαχία εργατών και αγροτών για την κοινή τους απελευθέρωση από το ζυγό του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού έμπαινε σε ζώνη όπου κινδύνευε να κουρελιαστεί. Η απλή επάνοδος στην περίοδο της ορμητικής αυθόρμητης ανόδου του συστήματος των συμβουλίων κατά τους κρίσιμους καιρούς της επανάστασης, δεν ήταν αντικειμενικά δυνατή. Το έργο της ειρηνικής σταθεροποίησης και ανάπτυξης σε ανώτερο επίπεδο της σοσιαλιστικής δημοκρατίας έβαζε στις εργαζόμενες μάζες εντελώς νέους, από ποιοτική άποψη, στόχους, που για να εκπληρωθούν δεν αρκούσε πια κατά κανένα τρόπο ακόμα και ο ειλικρινέστερος και αποφασιστικότερος επαναστατικός ενθουσιασμός. (Ο Λένιν επέσυρε επανειλημμένα και πολύ δραστικά την προσοχή σ' αυτό το θέμα, στις ομιλίες και τα κείμενά του τα σχετικά με την εισαγωγή της ΝΕΠ).

Σ' αυτό το ούτως ή άλλως δύσκολο και πολύπλοκο πλέγμα καθηκόντων προστίθενταν και μια ιδιαίτερη επιπλοκή εξαιτίας του μη κλασικού τρόπου γένεσης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη χώρα. Φαινομενικά πρόκειται μόνο για ποσοτική διαφορά: ακόμα και σε μια πολύ αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, μετά τα χρόνια του πολέμου και του εμφυλίου και τις αναπόφευκτες καταστροφές τους θα ακολουθούσε αναγκαστικά μια περίοδος ανασυγκρότησης, όπου θα έπρεπε να μπει στο επίκεντρο κάθε κοινωνικής πρακτικής, με προστακτική επικυριαρχία, η καθαρά οικονομική αποκατάσταση και υπέρβαση του προπολεμικού επιπέδου. Όμως, όσον αφορά τη σοβιετική δημοκρατία, δεν επρόκειτο για την απλή αυτή οικονομική ανασυγκρότηση, αλλά για την προώθηση της οικονομίας σ' ένα απλησίαστο μέχρι τότε επίπεδο, που να μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για την ολόπλευρη οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Όταν στην περίπτωση μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας μιλάμε για μεταβατική περίοδο, ενώ στην περίπτωση της σοβιετικής δημοκρατίας για ολόκληρη εποχή, η διαφορά είναι απλά ποσοτική μόνο με άμεση και αφηρημένη έννοια. Στην κοινωνική πραγματικότητα είναι κάτι το ποιοτικά σαφέστατα διαφορετικό αν θα δεσμευτεί κεντρικά μια γενιά για χρόνια (που ίσως να φτάσουν τη δεκαετία) ή αν θα εξαναγκαστούν κάμποσες γενιές να συγκεντρώσουν τις κρίσιμες προσπάθειές τους όχι στην ουσιαστική, αυθεντική οικοδόμηση του σοσιαλισμού καθ' εαυτού, αλλά στην υλοποίηση των καθαρά οικονομικών προϋποθέσεών του.

Το πραγματικό δίλημμα που προκύπτει ορίζεται από το γεγονός ότι το καθήκον που περιγράφηκε προηγούμενα, η ανάπτυξη των ανύπαρκτων ακόμα αντικειμενικών οικονομικών υποβάθρων του σοσιαλισμού δεν τίθεται επιλεκτικά αλλά προστακτικά. Το γνήσιο ιστορικό δίλημμα για τα δρώντα πρόσωπα της εποχής εκείνης έπαιρνε την εξής συγκεκριμένη μορφή: Αν και πώς συνδυάζεται αυτό το αναπόφευκτο, μια και αντικειμενικά θεμελιώδες, κεντρικό για το σοσιαλισμό, πρόβλημα μ' εκείνες οι μορφές ανάπτυξης που αποτελούν τις κοινωνικές προϋποθέσεις μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας -με δοσμένο το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης που ορίζει και τα περιθώρια παραλλαγών τους- ή αν θα πρέπει για χάρη της οικονομικής προόδου αυτές οι μορφές ανάπτυξης είτε να γίνουν περιθωριακά στοιχεία είτε ακόμα και να παραμεληθούν εντελώς. Σημειώσαμε προηγούμενα, περιγράφοντας συνοπτικά τα προβλήματα που προκάλεσαν εσωτερικές διαμάχες ανάμεσα στους διαδόχους του Λένιν, ότι καμιά από τις ερίζουσες ομάδες δεν συνέλαβε και δεν έθεσε αυτό το δίλημμα αλλά, αντίθετα, μόνο οικονομικά ζητήματα που επιδέχονταν συγκεντρωτική κρατική ρύθμιση «από τα πάνω». Αντίθετα, για τον Λένιν, το δίλημμα αυτό, όπως επίσης αναφέραμε, ήταν πάντοτε στο κέντρο του «Τι να κάνουμε;», ακόμα και στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όσο ήταν σε θέση ακόμα να επηρεάζει θεωρητικά και πρακτικά τις εξελίξεις. Σημειώσαμε επίσης, και ίσως τώρα γίνεται σαφέστερο, ότι η απόλυτη επικέντρωση της ιδιαίτερης κοινωνικής και κρατικής πρακτικής πάνω στην τακτική ήταν αναγκαία συνέπεια της αντίληψης των κληρονόμων του Λένιν. Είδαμε επίσης ότι ο Στάλιν ανήκει, από αυτή την άποψη, ολοκληρωτικά σ' αυτή την ομάδα και σε κανένα σημείο αυτού του πλέγματος θεμάτων δεν επιτρέπεται να θεωρηθεί ως συνεχιστής των μεθόδων του Λένιν.

Το γεγονός ότι ο Στάλιν υπερτερούσε τακτικά κατά πολύ των ανταγωνιστών του, δεν αλλάζει σε τίποτε το βασικό πρόβλημα της μετέπειτα κατεύθυνσης της εξέλιξης, την απόκλιση από τη λενινική επιλογή, την οικοδόμηση μιας καθαρά τακτικά καθοδηγούμενης πολιτικής. Βέβαια, ο Στάλιν ήταν η υπέρτερη φυσιογνωμία ανάμεσα στους διεκδικητές της εξουσίας και από την άποψη ότι επιδίωκε, υπερέχοντας σε συνειδητότητα και επιδεξιότητα, να εμφανίζεται σαν μοναδικός γνήσιος και άξιος συνεχιστής του έργου της ζωής του Λένιν. Μια και στις δεκαετίες που ακολούθησαν αυτές τις συζητήσεις σφυρηλατήθηκε βαθιά στις συνειδήσεις των κομμουνιστών η από το Στάλιν προπαγανδιστικά διακηρυγμένη ενότητα του Στάλιν με το Λένιν, θα έπρεπε να είναι ένα από τα σπουδαιότερα ιδεολογικά καθήκοντα αυτής της μεταβατικής περιόδου των προσπαθειών μας για την αποκατάσταση του μαρξισμού να απογυμνώσουμε συστηματικά αυτό τον ιστορικό μύθο που οικοδόμησε ο Στάλιν και ο μηχανισμός του. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει για το σκοπό αυτό σχεδόν απολύτως τίποτε μ' όλο που το θέμα είναι εξαιρετικά σπουδαίο: η μετατροπή της λενινιστικής και από τον Λένιν διαμεσολαβημένης μαρξικής μεθόδου στο διαμετρικά αντίθετό της, προσέχοντας όμως παράλληλα με επιμέλεια να δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για ολοκληρωτικά ενιαία συνέχεια. Είναι ήδη αρκετά σημαντικό ότι έτσι στερεώθηκε ο σύγχρονος αστικός αντιμαρξισμός, αλλά πάλι όχι τόσο σημαντικό όσο το γεγονός ότι στις σοσιαλιστικές χώρες παραμορφώθηκε, από αυτό το είδος της ερμηνείας, μέσα στις γραμμές των κομμουνιστών η εικόνα του Μαρξ και του Λένιν, πράγμα που εμπόδισε αποτελεσματικά την αυτογνωσία ιδιαίτερα αφού τα γεγονότα της ζωής έκαναν επίκαιρο καθήκον την ιστορική επανεξέταση της σταλινικής περιόδου.

Φυσικά, το μεγάλο αυτό έργο δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί ανάλογα με τη σημασία του μέσα στο προκείμενο συνοπτικό σχεδιάγραμμα. Εδώ δεν πρόκειται παρά μόνο για μεθοδολογικά ερεθίσματα που θα έχουν εκπληρώσει την αποστολή τους όταν αρχίσουν βαθμιαία πραγματικές έρευνες. Οι έρευνες αυτές φυσικά δεν είναι δυνατό να επιτελεσθούν με τις μεθόδους που κυριαρχούν σήμερα. Ο Στάλιν οικοδόμησε σιγά-σιγά έναν ιδεολογικό μηχανισμό έτσι που τα κείμενά του είναι γεμάτα παραθέσεις από τον Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λένιν -που μάλιστα ορισμένες φορές δεν έχει αντιστραφεί το νόημά τους αν και έχει εκχυδαϊστεί. Πρέπει να συλλεγούν και να συναρμοσθούν σε συστηματική-μεθοδολογική ενότητα, οι θέσεις του Στάλιν που χαρακτηρίζουν την ουσία της νέας μεθόδου, έτσι που να δειχτεί με ποιον τρόπο θεμελιώθηκε και στερεώθηκε η κυριαρχία τους πάνω στη θεωρία, πάνω στο υπόβαθρο της απολυταρχίας της τακτικής. Το πρώτο βήμα σ' αυτή την κατεύθυνση είναι η απλούστευση, ακόμα και εκχυδαϊσμός, των αρχών των Μαρξ και Λένιν. Προς τούτο αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στον ορισμό της διαλεκτικής στο περίφημο 4ο κεφάλαιο της Ιστορίας του Κόμματος. Ενώ ο Λένιν κατά τον πρώτο καιρό του πολέμου, στην προετοιμασία του για τις διαμάχες σχετικά με τον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό και τη σοσιαλιστική επανάσταση, διαφοροποίησε και εμβάθυνε εξαιρετικά την αντίληψή του για τη διαλεκτική, στις παρατηρήσεις του πάνω στη Λογική του Χέγκελ, εκείνο το περίφημο και αναγορευμένο σε «κλασικό» κεφάλαιο δεν μας προσφέρει παρά απλουστευτικούς εκχυδαϊσμούς που βέβαια φιγουράριζαν, από τη δεκαετία του '30 κιόλας, σαν πλήρες υποκατάστατο του μαρξισμού και του λενινισμού. Και αυτό είναι φυσικό, αφού η κυριαρχία της κεντρικά κατευθυνόμενης τακτικής δυναμώνει με τον καλύτερο τρόπο, όταν ακόμα και στη θεωρία η εκχυδαϊσμένη αλλά βέβαια εντυπωσιακή συνθηματολογία υποκαθιστά την επιστημονική έρευνα, τον προσωπικό στοχασμό, ακόμα και μια κάπως πιο εμβαθύνουσα προπαγάνδα.

Για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε κι εδώ, που δεν είναι δυνατή μια πολύπλευρη και λεπτομερής ανάλυση, όσο το δυνατόν καλύτερα, το πρόβλημά μας του σοσιαλιστικού εκδημοκρατισμού, παραθέτω τον ορισμό της θεωρίας που δίνει ο Στάλιν στις διαλέξεις του για τις βάσεις του λενινισμού. Λέει [29]: «Θεωρία είναι η εμπειρία του εργατικού κινήματος όλων των χωρών στη γενικευμένη της μορφή». Αρκεί να υπενθυμίσουμε, για να κάνουμε την αντίφαση ορατή, τα αποσπάσματα από τον Λένιν, που παραθέσαμε προηγούμενα, όπου εντοπίζει τη σημασία του μαρξισμού στο γεγονός ακριβώς ότι στο μαρξισμό έχει ενσωματωθεί επεξεργασμένο το σύνολο των πολύτιμων κατακτήσεων στη μέχρι τώρα εξέλιξη του πολιτισμού. Η θεωρητική προσέγγιση επίσης του Λένιν στο «μαρασμό του κράτους», καθώς είδαμε, αφορά την ανακάλυψη μιας γενικής τάσης ολόκληρης της παγκόσμιας ιστορίας, ανακάλυψη που τα συμπεράσματά της ο γνήσιος μαρξισμός έχει τη δυνατότητα ανάλογα με την ιστορική βαθμίδα, τις δυνατότητες και απαιτήσεις της, να τα θέσει στην υπηρεσία της πραγματικής απελευθέρωσης του ανθρώπου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τη στιγμή που εξαφανίζονται από την πράξη οι μεγάλοι αυτοί στόχοι, που μπορεί να εμφανίζονται κάποτε και με την πιο ταπεινή μορφή, τότε δημιουργείται μια θεωρία που έχει σκοπό αυτήν ακριβώς την εξαφάνιση, σε τελευταία ανάλυση την αναίρεσή τους. Αυτό το σκοπό εξυπηρετεί η σταλινική προτεραιότητα της τακτικής και η αντίστοιχη και προσαρμοσμένη στις εκάστοτε ανάγκες αυτής της προτεραιότητας γενική εκχυδάιση της μεθόδου και των πορισμάτων του μαρξισμού. Κι όλα αυτά βέβαια μ' έναν τρόπο παρουσίασης που εμφανίζει ότι δήθεν διατηρεί και μάλιστα αναπτύσσει σε ανώτερο επίπεδο όλα τα ουσιαστικά στοιχεία του μαρξισμού.

Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στη γνωστή θεωρία του Ζντάνωφ, για την ουσία της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Για να επιβληθεί ολοκληρωτικά ο εκχυδαϊσμός της διαλεκτικής έπρεπε να σβήσει η θεμελιωτική και γόνιμη επιρροή του Χέγκελ στο μαρξισμό. Και αυτό ο Ζντάνωφ το «αιτιολογεί» εμφανίζοντας τη χεγκελιανή φιλοσοφία ως αντιδραστική αντανάκλαση στη γαλλική επανάσταση. Πρόκειται για την κορύφωση, σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο, της εκχυδαϊστικής τάσης: ο μαρξισμός επιχειρείται να εμφανιστεί σαν κάτι «ριζικά νέο» χωρίς προδρόμους, χωρίς συνάρτηση με την προηγούμενη κοσμοϊστορική εξέλιξη.

Αυτή η σταλινική «αναδόμηση» του μαρξισμού ήταν τόσο προφανής, ώστε να αποκαλυφθεί η σφαλερότητα ενός πολύ σπουδαίου στοιχείου της με την πρώτη κιόλας κριτική της δράσης του Στάλιν στο 20ό Συνέδριο. Αναφερόμαστε στη θέση ότι κατά την περίοδο της προλεταριακής δικτατορίας ο ταξικός αγώνας οξύνεται δήθεν αναγκαστικά όλο και περισσότερο. Για να γίνει όμως ο ορθός πυρήνας αυτής της κριτικής, αρχή μιας πράγματι συστηματικής μεθόδου, θα πρέπει να συμπληρωθεί και να γενικευτεί η απλή απόρριψη αυτής της θέσης με δύο μεθοδολογικές διαπιστώσεις. Πρώτον, δεν αποτελεί η θέση αυτή από μόνη της τη γνήσια θεωρητική θεμελίωση της σταλινικής πρακτικής, παρά μόνο την κάθε φορά εκ των υστέρων «θεωρητική» απολογητική της. Η περίοδος των βάναυσων καταπιεστικών μέτρων, της φυσικής εξολόθρευσης ακόμα και λανθανουσών δυνατοτήτων αντιπολίτευσης δεν ήταν συνέπεια αυτής της -έτσι κι αλλιώς αυθαίρετης-  θέσης. Το αντίθετο: όταν ο Στάλιν πήρε για λόγους τακτικής την απόφαση γι' αυτό το έργο της ριζικής εξολόθρευσης κάθε αντιπολίτευσης, ακόμα και κάθε «ύποπτου», τότε κατασκευάστηκε αυτή η θεωρία για να χρησιμεύσει σαν προπαγανδιστική προετοιμασία και δικαιολόγηση της, τακτικής σκοπιμότητας, απόφασης. Δεύτερον, πρέπει να γίνει σαφές ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για ένα τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γενικό τρόπο μεθόδευσης του Στάλιν. Αυτό αποδείχνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο από τις θεωρίες που εμφανίστηκαν συνακόλουθα με το σύμφωνο Χίτλερ και Στάλιν. Το σύμφωνο καθ' εαυτό, έχοντας καθαρά πολιτικό-τακτικό χαρακτήρα, μπορεί φυσικά να εκτιμηθεί έτσι ή αλλιώς. (Εγώ προσωπικά θεωρώ ότι ήταν ένας σωστός τότε τακτικός πολιτικός ελιγμός.) Όσον αφορά όμως το παρόν πρόβλημα, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο Στάλιν συνάρτησε αμέσως με το σύμφωνο αυτό θεωρητικούς προσδιορισμούς για το χαρακτήρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα τον ορισμό ότι ο εκκολαπτόμενος πόλεμος θα ήταν ιμπεριαλιστικός πόλεμος του ίδιου τύπου με τον προηγούμενο. Οι κομμουνιστές που υπόκεινταν σ' αυτόν, για παράδειγμα της Γαλλίας, όφειλαν επομένως να πολεμήσουν πρωταρχικά ενάντια στην κυβέρνησή τους και όχι ενάντια στο Χίτλερ. Μόνο όταν ο Χίτλερ έσπασε το σύμφωνο και επέδραμε κατά της Σοβιετικής Ένωσης έδωσε και ο Στάλιν στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το χαρακτήρα του αντιφασιστικού αγώνα. Ολόκληρη η σταλινική πρακτική είναι γεμάτη με τέτοιου είδους θεωρητικές επιλογές, τακτικής σκοπιμότητας. Τη βάση τους αποτελεί ακριβώς το γεγονός ότι παρέχουν στην εκάστοτε ανάγκη της τακτικής ένα γενικευμένο απολογητικό θεωρητικό υπόβαθρο που συχνά δεν έχει καμιά σχέση ούτε με τα αντικειμενικά γεγονότα ούτε με τη γενική γραμμή της ιστορικής εξέλιξης. Μ' αυτό τον τρόπο, όταν ο Στάλιν είχε, στο τέλος της δεκαετίας του '20, την τακτική ανάγκη να ξεσκεπάσει τους ανταγωνιστές του σαν εχθρούς της σοσιαλιστικής επανάστασης με την ευκαιρία και της παραμικρής θεωρητικής διαφοράς, γεννήθηκε η «θεωρία» ότι ακόμα και φαινομενικά ασήμαντες διαφωνίες αποτελούν μέγιστο ιδεολογικό κίνδυνο -επειδή είναι πανούργα μεταμφίεση του εχθρού. Η τακτική αυτή ανάγκη βρήκε τη σπουδαιότερη θεωρητική της υλοποίηση στο διεθνές εργατικό κίνημα με την κήρυξη των σοσιαλδημοκρατών σε «δίδυμους αδελφούς» των φασιστών και της αριστερής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας σε πιο επικίνδυνο ιδεολογικό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα. (Η κριτική αυτή της μεθόδου είναι σπουδαιότατη και επίκαιρη, μια και η μέθοδος αυτή εμφανίζεται σήμερα σχεδόν τόσο συχνά, όσο και την εποχή του Στάλιν.)

Τα παραδείγματα αυτά, που θα μπορούσαν να πληθύνουν κατά βούληση, δείχνουν σαφώς την εσωτερική συγκρότηση της σταλινικής μεθόδου: Σε οποιοδήποτε πλέγμα γεγονότων υπάρχει η οποιαδήποτε τακτική αντίδραση και η θεωρία έχει απλά και μόνο την αποστολή να εμφανίσει εκ των υστέρων την εκάστοτε τακτική επιλογή σαν αναγκαίο συμπέρασμα της μαρξιστικής-λενινιστικής μεθόδου. Ανάγεται έτσι η ιδεολογία σε πρωτεύον πεδίο της χειραγώγησης, χάνει εκείνη την τεράστια απλοχωριά της, εκείνη την αντιφατική πολλαπλότητα και πολυμορφία που της έδωσε ο Μαρξ σαν μέσο της διεξαγωγής των συγκρούσεων που γεννιώνται στην οικονομία και την κοινωνία. Εμφανίζεται από τη μια σαν μηχανιστικό προϊόν της εκάστοτε οικονομικής κατάστασης και από την άλλη σαν υλικό που δεν είναι αυθυπόστατο και το περιεχόμενό του μπορεί να αντιστραφεί κατά βούληση. Ανάλογος είναι και ο ορισμός που δίνει ο Στάλιν στο δοκίμιό του για τη γλώσσα, αν και εκεί δίνεται έμφαση κυρίως στη μηχανιστική υπόσταση της γένεσής της. Ο Στάλιν λέει εκεί [30]: «Ακόμα, το εποικοδόμημα είναι προϊόν μιας εποχής κατά τη διάρκεια της οποίας υπήρξε και λειτούργησε μια δοσμένη οικονομική βάση. Γι’ αυτό το εποικοδόμημα δεν κρατάει για πολύ. Το εποικοδόμημα διαλύεται και εξαφανίζεται με τη διάλυση και την εξαφάνιση της δοσμένης βάσης».

Ακόμα και στο ύφος είναι εμφανής η αντίθεση με τον Μαρξ: εκείνος θεωρούσε ότι η εξαφάνιση μιας ιδεολογίας είναι μεν μια κοινωνικά προκαθορισμένη διαδικασία που μέσα όμως στα πλαίσια αυτού του ορισμού από την κοινωνική εξέλιξη, κινείται συχνά με ακανόνιστο τρόπο, είναι δηλαδή –σχετικά- αυθύπαρκτη, ενώ κατά το Στάλιν αντίθετα απλά και μόνο «παραμερίζεται», είναι δηλαδή μόνο το αντικείμενο μιας κοινωνικής δραστηριότητας -εξυπονοείται της σταλινικής χειραγώγησης. Η τάση που ενυπάρχει σ' αυτή τη χειραγώγηση γίνεται εμφανέστατη στο σημαντικό, για μας, θέμα της κατεδάφισης από το Στάλιν της συμβουλιακής δομής του σοσιαλιστικού κράτους. Προσπαθήσαμε νωρίτερα να αποδείξουμε ότι ένα χαρακτηριστικό του συμβουλιακού συστήματος, που εμπεριείχε κάτι ουσιαστικά νέο, ήταν ακριβώς η κοινωνική υπέρβαση του ιδεαλισμού του πολίτη (citoyen) της αστικής κοινωνίας. Ο πολίτης, πρακτικά -δημοκρατικά ενεργοποιημένος για τα γενικά κοινωνικά ζητήματα, δεν θα έπρεπε πια -σύμφωνα με την ουσία του σοσιαλισμού- να είναι κάποιο «ιδανικό» ον ξεχωρισμένο από τον πραγματικό άνθρωπο (homme των δημοκρατικών συνταγμάτων), στο οποίο στην καθημερινότητα να αντιστοιχεί και να βασίζεται ταυτόχρονα ο εγωιστικός υλικός άνθρωπος της αστικής κοινωνίας, αλλά ένας άνθρωπος που να επιδιώκει να πραγματώσει την κοινωνικότητά του, υλικά και πραγματικά, στην καθημερινή ζωή, αρχίζοντας από τα άμεσα καθημερινά ζητήματα και τελειώνοντας στις γενικές και μεγάλες κρατικές υποθέσεις, σε συλλογική συνεργασία με τους ταξικούς συντρόφους του. Επισύραμε επίσης την προσοχή στον τρόπο με τον οποίο η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού ανέπτυξε, για τον προηγούμενο λόγο, σε πλάτος και βάθος, έναν ενθουσιασμό που άρχισε να διαπερνά στην πράξη όλα τα πεδία της καθημερινής ζωής. Η διεθνής γοητεία των πρώτων χρόνων της επανάστασης βασίζεται κυριότατα στην επίδραση αυτής της γιγάντιας εξόρμησης και ο ενθουσιασμός που ξεσήκωσε εκτεινόταν πολύ πιο πέρα και από τις γραμμές των κομμουνιστών. Αρκεί να αναφέρουμε από ένα πλήθος τέτοιων φωνών, το ποίημα «Οι δώδεκα» του Μπλοκ, για να φανεί πόσο οι άνθρωποι εβίωναν την εμπειρία ότι η ζωή τους ήταν δυνατό να αποκτήσει με τον αγώνα ένα εγκόσμιο πια, επίγειο και υλικό νόημα, πόσο κοντά έφτασαν να εκπληρωθούν στην πράξη αυτά που ονειρεύονταν για χιλιετηρίδες οι άριστοι των ανθρώπων σχετικά με την ανθρώπινη υπόσταση.

Σημειώσαμε επίσης ότι ο εμφύλιος πόλεμος προσέδωσε μεν στο κίνημα αυτό το χαρακτήρα ανώτερου ηρωισμού έφερε όμως από την άλλη αναγκαστικά στη ζωή ορισμένες γραφειοκρατικοποιήσεις, που μετά το τέλος της ηρωικής περιόδου προκάλεσαν τα προβλήματα εκείνα, που τα χαρακτηρίσαμε τυπικά της περιόδου μετά το θάνατο του Λένιν και προερχόμενα, από οικονομική άποψη, κύρια από τη μη κλασική γένεση του σοσιαλισμού στη Ρωσία. Η τακτική λύση του Στάλιν για τα τότε επίκαιρα προβλήματα συνίστατο στη ριζική κατεδάφιση κάθε τάσης που θα μπορούσε να προπαρασκευάσει τη σοσιαλιστική δημοκρατία. Το σύστημα των συμβουλίων πρακτικά έπαψε να υπάρχει. Στα ανώτατα κρατικά όργανα που παρέμειναν –στους τύπους- δημοκρατικά προσδόθηκε μια όψη που τα έφερνε, αν εξαιρέσει κανείς το μονοκομματικό σύστημα, πάρα πολύ κοντά στα κοινοβούλια της αστικής δημοκρατίας, Οι κατώτερες βαθμίδες του συστήματος των συμβουλίων περιορίστηκαν σε παρόμοια εκλεγμένα όργανα της τοπικής διοίκησης. Χάθηκαν έτσι όλες οι προσπάθειες των τελευταίων χρόνων της ζωής του Λένιν να οικοδομηθεί μια πραγματική σοσιαλιστική δημοκρατία. Η συμμετοχή στην πολιτική και γενικά την κοινωνική ζωή -στην καλύτερη περίπτωση- δεν προσέδινε στους φορείς της παρά μόνο έναν ιδεαλισμό του πολίτη (citoyen). Κυριάρχησε συνολικά η τάση γραφειοκρατικοποίησης της πολιτικής και διοικητικής πρακτικής στη ζωή των πολιτών. Επαναλαμβάνω: δεν είναι δυνατό να εκτεθεί εδώ ολόπλευρα, στην έκταση και το βάθος που απαιτείται, το συνολικό σύστημα της σταλινικής πρακτικής μαζί με όλες του τις θεωρητικές προϋποθέσεις και συνέπειες. Μου φαίνεται όμως ότι όσα σημειώσαμε ως εδώ είναι αρκετά για να κάνουν ορατό το γεγονός ότι η πρακτική αυτή απότρεψε κάθε απόπειρα να δοθεί συνέχεια στις προσπάθειες του Λένιν να ενισχυθούν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές τάσεις στην κατεύθυνση της ολόπλευρης οικοδόμησης της σοσιαλιστικής δημοκρατίας.

Πρέπει να τονισθεί: της σοσιαλιστικής δημοκρατίας και όχι του σοσιαλισμού εν γένει. Μπορούμε και οφείλουμε να διαπιστώσουμε και να επικρίνουμε τη στένωση του προβλήματος αυτού από όλους εκείνους που αισθάνονταν ότι καλούνταν να διεκδικήσουν τη λενινική κληρονομιά. Πρέπει όμως παράλληλα να διευκρινίσουμε ότι ο Στάλιν, που πήρε στα χέρια του, μετά τους εσωκομματικούς αγώνες, την ηγεσία για δεκαετίες, μπόρεσε να πετύχει πολύ σημαντικά αποτελέσματα σ' ένα ουσιώδες και αναπόφευκτο ζήτημα ανάπτυξης του σοσιαλισμού, το ζήτημα της οικοδόμησης της οικονομικής βάσης, με την οποία πετυχαίνεται να αρθούν τα μειονεκτήματα της μη «κλασικής» γένεσης του σοσιαλισμού. Είναι κοινός τόπος ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί, ακόμα και σήμερα, να θεωρηθεί εντελώς λυμένο. Είναι όμως επίσης κοινός τόπος ότι η Σοβιετική Ένωση έπαψε σε μεγάλο βαθμό να είναι οικονομικά καθυστερημένη χώρα, όπως αναμφίβολα ήταν αντικειμενικά στην αρχή αυτής της περιόδου ανάπτυξης. Οι αστοί επικριτές προτιμούν συνήθως σήμερα να ξεχνούν ότι, στην αρχή της υποχώρησης, σύμφωνα με το στρατηγικό χαρακτηρισμό του Λένιν για τη ΝΕΠ, μιλούσαν θριαμβευτικά για μερική ή γενική εξαναγκασμένη παλινόρθωση του καπιταλισμού. Τα γεγονότα όμως δηλώνουν κάτι διαμετρικά αντίθετο. Η Σοβιετική Ένωση έχει γίνει σήμερα, παρά την αναντίρρητη προβληματικότητα σημαντικών τομέων της οικονομικής ζωής, μια μεγάλη οικονομική δύναμη, η δεύτερη βιομηχανική χώρα στον κόσμο. Και έφτασε σ' αυτό το επίπεδο χωρίς να κάνει την παραμικρή παραχώρηση στο κεντρικό οικονομικό ζήτημα του δρόμου προς το σοσιαλισμό, την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής.

Η σημαντικότατη αυτή πλευρά του ζητήματος παραμελείται υπερβολικά συχνά και πάντοτε αδίκως, στις σημερινές συζητήσεις. Μια και, ιδιαίτερα όταν επικρίνει κανείς με οξύτητα τη σταλινική περίοδο στα κεντρικά της ζητήματα -μα και σε πολλά μεμονωμένα γεγονότα- όπως κάνουμε εμείς τώρα, δεν επιτρέπεται να χάνει από την οπτική του τα γενικά κοσμοϊστορικά επακόλουθα της συνεπούς διαφύλαξης και ανάπτυξης των αντικειμενικών οικονομικών βάσεων του σοσιαλισμού. Μπορεί κανείς π.χ. να διαπιστώσει δικαίως, όπως και το πράξαμε, ότι ο Στάλιν ήταν συνυπεύθυνος για τη νίκη του χιτλερισμού (θέση για τους «δίδυμους αδελφούς»), θα κατέληγε όμως σε εντελώς στρεβλή κρίση αν δεν διαπίστωνε παράλληλα πως ο κόσμος χρωστάει στη Σοβιετική Ένωση ότι η Ευρώπη δεν έγινε χιτλερικό «Ράιχ». Το Μόναχο και τα επακόλουθά του, ο τρόπος της διεξαγωγής του πολέμου από τη Γαλλία κ.λπ. έδειξαν ότι οι δημοκρατικές καπιταλιστικές δυνάμεις της Δυτ. Ευρώπης δεν διέθεταν ούτε τη θέληση ούτε την ικανότητα να αντιμετωπίσουν στα σοβαρά τα χιτλερικά σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας. Μόνο η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε για το Χίτλερ τον αντίπαλο εκείνο που θέλησε και μπόρεσε, κάνοντας τις μεγαλύτερες θυσίες με ακλόνητη αποφασιστικότητα, να πετύχει την ολοκληρωτική του συντριβή. Καθόλου δεν εξαντλούνται ωστόσο σ' αυτό οι υπηρεσίες που πρόσφερε στην εποχή μας η Σοβιετική Ένωση για τη διάσωση και τη διαφύλαξη του πολιτισμού. Ας αναλογιστούμε κυρίως την ατομική βόμβα και τις πιθανές της στρατιωτικές και πολιτικές προοπτικές. Για κάθε σοβαρά σκεπτόμενο άνθρωπο ήταν σαφές ότι η χρήση της ενάντια στην Ιαπωνία δεν ήταν καθόλου αναγκαία για τη νίκη, αλλά έγινε σαν πρόλογος της μελλοντικής παγκόσμιας κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ. Αμέτοχοι και ευφυείς άνθρωποι, για παράδειγμα ο Τόμας Μαν, αποφάνθηκαν ξεκάθαρα, χωρίς να είναι σοσιαλιστές, αμέσως μετά τη ρίψη της βόμβας ότι αφορούσε πολύ περισσότερο τη Σοβιετική Ένωση παρά την ίδια την Ιαπωνία. Το γεγονός τώρα, ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν ικανή να κατασκευάσει τη βόμβα μέσα σε απρόσμενα βραχύ χρονικό διάστημα και το ατομικό πατ, που προέκυψε έτσι, δεν έχει σημασία μόνο για την αποτροπή τρίτου παγκόσμιου πολέμου αλλά και για την αποτροπή της παγκόσμιας κυριαρχίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ακόμα και για ζητήματα τέτοιων διαστάσεων δεν είναι οι ηγετικές πολιτικές προσωπικότητες, στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις ο Στάλιν, οι ύστατες αιτίες των παγκόσμιων γεγονότων. Η προσωπική τους πολιτική δράση αντίθετα είναι κυρίως η πραγμάτωση τάσεων που πηγάζουν αναγκαία από μια δεδομένη οικονομική δομή. Η Σοβιετική Ένωση μπορεί σε τελευταία ανάλυση να επιτελεί ιστορικά με επιτυχία και συνέπεια, το ρόλο της διαφύλαξης της παγκόσμιας ειρήνης, της ανάσχεσης των ιμπεριαλιστικών προσπαθειών καθυπόταξης -παρά τα ορισμένα λάθη σε συγκεκριμένα περιστατικά- επειδή η οικονομική της δομή, η υψηλή ανάπτυξη της βιομηχανίας, παράλληλα με την εξαφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, της επιβάλλει προστακτικά να έχει ειρηνόφιλη πολιτική. Η αντιμετώπιση των πολέμων, κάποτε ακόμα και ενός παγκοσμίου πολέμου, καθορίζεται οικονομικά σε κάθε καπιταλιστική χώρα με μεγάλη αντιφατικότητα. Η κινητήρια δύναμη που πιέζει για κατακτήσεις και πολέμους είναι αναμφισβήτητα το τμήμα της βαριάς κύρια βιομηχανίας, που έχει άμεσα συμφέροντα σ' αυτούς. Όποιος έχει παρακολουθήσει, με κάποια προσοχή, την οικονομική εξέλιξη κατά την ιμπεριαλιστική περίοδο μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι σπουδαία στοιχεία της σύγχρονης βιομηχανικής ανάπτυξης είναι, ακόμα και άμεσα, προϊόντα των πολεμικών προπαρασκευών και των ίδιων των πολέμων. Ανεξάρτητα από το βαθμό που πετυχαίνει η καπιταλιστική χειραγώγηση της κοινής γνώμης να κινητοποιεί ιδεολογικά πλατιές μάζες προς την κατεύθυνση του πολέμου, συχνά αντίθετα με τα άμεσα συμφέροντά τους, η δύναμη που κρύβεται πίσω από τα φιλοπόλεμα λόμπυ είναι, τις περισσότερες φορές, αρκετά ισχυρή, ώστε να επιβάλει την εξαπόλυση ή τη συνέχιση των πολέμων ακόμα και ενάντια σε τυχόν αντιστάσεις τέτοιου είδους.

Κοινωνικά στρώματα, που να έχουν οικονομικά συμφέροντα στους πολέμους, δεν υπάρχουν πια στη Σοβιετική Ένωση αφότου αφαιρέθηκαν τα μέσα της παραγωγής από τα χέρια των ιδιωτών ή ιδιωτικών ομάδων. Η διάσπαση του λαού που προκαλούν οι πόλεμοι δεν έχει πια οικονομικό υπόβαθρο: κάθε πόλεμος δεν μπορεί παρά να επιφέρει καθαρά αρνητικές οικονομικές συνέπειες, δηλαδή την πτώση του υπαρκτού και εφικτού επιπέδου ζωής των εργαζομένων. Η αποφασιστική αυτή, αυτόματη οικονομική επίδραση της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, δημιουργεί την υλική βάση για την αυθόρμητη ειρηνόφιλη τοποθέτηση κάθε σοσιαλιστικής κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικό όμως για την οικονομική βάση της γενικά ειρηνόφιλης πολιτικής των σοσιαλιστικών κρατών ότι αυτή η απόλυτα ανασταλτική επίδραση της νέας οικονομίας, αφορά αποκλειστικά, μπορεί να πει κανείς, τον πόλεμο καθ' εαυτό. Κατά την οικονομοτεχνική προπαρασκευή της νέας οικονομίας εμφανίζονται έκδηλες αντίθετες τάσεις. Θα υποχρεωθούμε σύντομα να εξετάσουμε αναλυτικά τα αποτελέσματα που έχει η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής πάνω στην ομαλή λειτουργία του συνόλου της παραγωγής. Πριν όμως εξετάσουμε αναλυτικότερα την προκύπτουσα εξαιρετικά σημαντική προβληματική ας υπογραμμίσουμε το αξιοσημείωτο γεγονός ότι κάθε σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα, ακόμα και το σταλινικά χειραγωγημένο, ήταν και είναι σε θέση να αντιμετωπίσει ποιοτικά και ποσοτικά τον ανταγωνισμό του καπιταλιστικού συστήματος ιδιαίτερα στην παραγωγή που συνδέεται με τους εξοπλισμούς -και μόνο σ' αυτή. Ο λόγος είναι φανερός. Θα δούμε σύντομα πόσο δύσκολο είναι για τη σοσιαλιστική οικονομία, ιδιαίτερα στη σταλινική γραφειοκρατικοποιημένη μορφή του σχεδιασμού και της πρακτικής του εκτέλεσης, να πραγματοποιήσει συστηματικά εκείνος το συνεχή ποσοτικό και ποιοτικό έλεγχο της παραγωγής, που πετυχαίνει αυτόματα -μέσα σε κάποια όρια βέβαια- η καπιταλιστική εμπορευματική κυκλοφορία. Χωρίς να μπορούμε να εξετάσουμε αναλυτικά σ' αυτά τα πλαίσια τα ουσιώδη προβλήματα, μπορούμε ωστόσο να πούμε ότι και στο σοσιαλιστικό σύστημα είναι δυνατό να δημιουργηθεί ειδικά για την πολεμική παραγωγή -και μόνο γι' αυτή- ένα κατά κάποιο τρόπο αυτόματα ενεργό όργανο ελέγχου. Αυτό συμβαίνει δίνοντας στη στρατιωτική ηγεσία -και μόνο σ' αυτή-  τη δυνατότητα να ελέγχει τα προϊόντα που της είναι απαραίτητα κατά τη διαδικασία σχεδιασμού ήδη και να επιτρέπει την πρακτική κατασκευή μόνον εκείνων που είναι σε θέση να περάσουν στην πράξη τη δοκιμασία ότι λειτουργούν ορθά σαν αξίες χρήσης. Φυσικά και εδώ είναι αναπόφευκτες επιμέρους λανθασμένες επιλογές, όμως ο έλεγχος από τους πραγματικούς «καταναλωτές» σε επίπεδο πραγματικής αρμοδιότητας επιφέρει εδώ μια διαφορά επιπέδου σε σχέση με την υπόλοιπη παραγωγή που προορίζεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες της πολιτικής, μη στρατιωτικής, ζωής. Και σ' αυτή την περίπτωση επίσης δεν πρόκειται στην ουσία για ατομικές επιτυχίες ή αποτυχίες στις επιμέρους περιπτώσεις, αλλά για αντικειμενικές δομικές σχέσεις της ίδιας της παραγωγής που προέκυψαν αναγκαστικά για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους. Μόνο μέσα στα πλαίσια του ποιοτικού ως έχει της παραγωγής έχουμε καν τη δυνατότητα να μιλήσουμε λογικά για επιτυχία ή αποτυχία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Κατ' αυτόν τον τρόπο η σοσιαλιστική δομή της οικονομίας δεν επιτρέπει μόνο -από καθαρά οικονομική άποψη- να δημιουργηθεί το υλικό υπόβαθρο μιας γενικής ειρηνόφιλης πολιτικής, αλλά δημιουργεί ταυτόχρονα και τους συγκεκριμένους όρους, ώστε η πολιτική αυτή να μπορεί να είναι αποτελεσματική στον αιώνα του ανταγωνισμού των δυνάμεων της καπιταλιστικής περιόδου. Φυσικά, ο γραφειοκρατικά χειραγωγημένος ιδεολογικός τρόπος εμφάνισης αυτών των τάσεων αποτελεί έναν όχι ασήμαντο ανασταλτικό παράγοντα για τη διεθνώς επαναστατική επίδραση αυτής της πολιτικής. Ιδιαίτερα ο καθαρά τακτικιστικός προσδιορισμός της ιδεολογίας και η, γι αυτό το λόγο, κατευθυνόμενη χειραγώγηση υποβιβάζει άμεσα αυτές τις ενέργειες, ακόμα και όταν είναι από μόνες τους σωστές, κατά τα φαινόμενα στο επίπεδο της απλά και μόνο πολιτικής ισχύος. Και σ' αυτό το σημείο επίσης είναι σαφώς εμφανής η διαφορά με τη λενινιστική περίοδο, η αντίθεση κυρίως στην εμφάνιση και στην επίδραση. Όταν ο Λένιν υποστήριξε τον Κεμάλ Πασά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Τουρκίας, ενάντια στους όρους που επέβαλαν οι ιμπεριαλιστικές νικήτριες δυνάμεις, ήταν, αμέσως και για τον καθένα, ξεκάθαρο ποια ήταν η ουσία της υπόθεσης: Το κράτος των εργατών και αγροτών ήταν στο πλευρό των εξεγερμένων, σε κάθε εξέγερση ενάντια στην ιμπεριαλιστική αναδιανομή του κόσμου, εντελώς ανεξάρτητα από το κοινωνικό καθεστώς στο όνομα του οποίου εξεγείρονταν. Η υποστήριξη ήταν επομένως θεωρητικά ορθά αιτιολογημένη από τις αρχές του σοσιαλισμού, από τη θεωρία των Μαρξ και Λένιν για το ρόλο των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων στην ιστορία. Ο Στάλιν, εξαιτίας της καθαρά τακτικής του αντιμετώπισης όλων των μεγάλων ζητημάτων της ιστορίας, δεν ήταν πια ικανός να δώσει ούτε καν στην πολιτική του ενάντια στον Χίτλερ μια τόσο στέρεα και προφανή πνευματική και ηθική φυσιογνωμία. Οι διάδοχοί του, παίρνοντας π.χ. υπό την προστασία τους τα αραβικά κράτη ενάντια στο Ισραήλ και αιτιολογώντας αυτή την απόφαση με ιδεολογικά στρεβλωτικό τρόπο, κατά το πρότυπο του αφεντικού, προξένησαν κατ' ανάγκη ιδεολογική σύγχυση με το τακτικό σύνθημα περί «σοσιαλισμού» σ' αυτά τα κράτη και έδωσαν κατ' ανάγκη την εντύπωση ότι η πράξη τους, που σε τελευταία ανάλυση είχε αντικειμενικά κάποιο αντιιμπεριαλιστικό υπόβαθρο δεν ήταν παρά προϊόν πολιτικής μεγάλης δύναμης με κάποιο ιδεολογικό επίχρισμα. Θα επανέλθουμε στις διεθνώς τόσο σημαντικές ιδεολογικές συνέπειες που έχουν οι -μοιραία προκαλούμενες- παρανοήσεις τέτοιου είδους στην επιρροή της σοσιαλιστικής παγκόσμιας πολιτικής από τον καιρό του Στάλιν.


4. Το 20ό συνέδριο και τα αποτελέσματά του

Προσπαθήσαμε μέχρι εδώ να διαλευκάνουμε σε γενικές γραμμές μια ομάδα από τις συνέπειες που προέκυψαν άμεσα από την απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, ανεξάρτητα, σε μεγάλο βαθμό, από το συγκεκριμένο τρόπο που επιβλήθηκε η κατάσχεση αυτή, αρκεί να έγινε τελεσίδικα η βάση της παραγωγής. Εδώ φυσικά δεν μπορούμε να αποσκοπούμε στην επιστημονική εκτατική και εντατική παρουσίαση αυτού του πλέγματος ζητημάτων. Μπορούμε μόνο να αναφερθούμε με συντομία σε ορισμένα ουσιώδη ζητήματα της καθαρά οικονομικής εξέλιξης. Δύο σημαντικά στάδια της εξουσίας του Στάλιν αφορούν κύρια -σύμφωνα με την οξυδερκή ανάλυση του J. Jánossy- την ανασυγκρότηση της οικονομίας: κατά τη δεκαετία του '30 και μετά το τέλος του Β ' ιμπεριαλιστικού Παγκοσμίου Πολέμου. Στην αυθόρμητη διαλεκτική της οικονομικής ανάπτυξης ενυπήρχε η τάση να φτάσει όχι μόνο το επίπεδο της παραγωγής που υπήρχε πριν από την εκάστοτε κρίσιμη διαταραχή, αλλά εκείνο που θα είχε επιτευχθεί κανονικά αν δεν είχε μεσολαβήσει η κρίση. Η συσσώρευση που γίνεται κάτω από αυτές τις συνθήκες ξεπερνάει επομένως κατά πολύ σε ρυθμό αύξησης τη συνηθισμένη. Στην Ομοσπονδιακή Γερμανία μιλούσαν για «οικονομικό θαύμα». Επιπρόσθετα -ακολουθώντας και εδώ τους συλλογισμούς του Jánossy- η κεντρικά κατευθυνόμενη σχεδιαζόμενη οικονομία εμφανίζει, σ' αυτές τις περιόδους οικονομικής ανασυγκρότησης, βαρύνοντα πλεονεκτήματα σε σχέση με τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό επειδή, μια και αχρηστεύεται στην περίπτωση αυτή ο διαρκής υπολογισμός της αποδοτικότητας κάθε επένδυσης, η σχεδιασμένη οικονομία είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις επενδύσεις αυτές με την κοινωνικά βέλτιστη ιεράρχηση [31].

Και σ' αυτό το σημείο όμως αποδείχνεται πως ο χειρισμός της οικονομίας σύμφωνα με το σταλινικό χαρακτήρα είναι ανίκανος να προχωρήσει μέχρι τη μαρξιστική επίγνωση των πραγματικών προϋποθέσεων και των κινητήριων δυνάμεων της οικονομικής ανάπτυξης, ακόμα και όταν πρόκειται για φαινόμενα επακόλουθα της δικής του πρακτικής. Έτσι ξεφύτρωσε η θεωρία του αναγκαστικά ταχύτερου ρυθμού ανάπτυξης της σοσιαλιστικής σχεδιασμένης οικονομίας σε σχέση με την καπιταλιστική. Έτσι ξέσπαγαν συνακόλουθα κάθε τόσο αμηχανίες και εσωτερικές δυσκολίες, όποτε από αντικειμενικές οικονομικές αιτίες, εμφανίζονταν επιβραδύνσεις στο ρυθμό ανάπτυξης, που κάποτε μάλιστα επενεργούσαν σαν καταλύτες για κύματα καταπιεστικών μέτρων. Συνολικά πάντως πρέπει να διαπιστωθεί ότι η εκ των υστέρων διόρθωση του μη κλασικού ξεκινήματος, που συχνά ονομάζονταν στη δεκαετία του '20 «πρωτογενής συσσώρευση» έχει σχεδόν πια επιτελεστεί. Είναι σχετικά κάτι το αυτονόητο ότι η εκτυλισσόμενη διαδικασία έχει πάρει μόνο το όνομα από την «πρωτογενή συσσώρευση» που περιγράψαμε και τη νομοτέλειά της διευκρίνισε στον καιρό του ο Μαρξ. Κάνοντας χρήση λοιπόν τώρα των αρχικών όρων του Μαρξ, θέλουμε να φωτίσουμε ιδιαίτερα τη θεμελιώδη διαφορετικότητα, την αντιθετικότητα μάλιστα των δύο μεταβατικών περιόδων. Κατά τη διαδικασία γένεσης του καπιταλισμού επρόκειτο για μια ολόκληρη περίοδο όπου κυριαρχούσαν τα βαναυσότερα καταναγκαστικά μέτρα, ώστε να επιτελεσθεί η ανακατανομή του πληθυσμού στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, ανάλογα με τις απαιτήσεις του καπιταλισμού. Μόνο αφού συμπληρωθεί αυτή η γεμάτη βία διαδικασία στρωματικής αναδιάταξης είναι η καπιταλιστική παραγωγή σε θέση να γίνει το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα αυτού του σχηματισμού. Όπως λέει ο Μαρξ [32]: «Tantae molis erat (που σημαίνει) να αποδεικνύει τους αιώνιους φυσικούς νόμους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής».

Μόνο τότε μπορεί να ξεκινήσει η κανονική παραγωγή και αναπαραγωγή. Τώρα πια μπορεί [33] «η συνηθισμένη πορεία των υποθέσεων των εργατών... να αφεθεί στη διάθεση των φυσικών νόμων της παραγωγής».
 
Δεν χρειάζεται λεπτομερής ανάλυση για να διακρίνουμε ότι η λεγόμενη πρωτογενής συσσώρευση στο σοσιαλισμό αφορά κάτι ποιοτικά διαφορετικό στην ουσία του. Ας αφήσουμε κατά μέρος το θεμελιώδες γεγονός ότι πρόκειται για την κανονική γένεση της καπιταλιστικής οικονομίας στην κλασική της μορφή. Ο Μαρξ μας παρέχει ακριβώς την ανάλυση της ιστορίας και της νομοτέλειας της ανάπτυξης στην Αγγλία. Είναι επίσης σαφές, ότι η μεταβατική αυτή περίοδος δεν θα υπολογιζόταν ιστορικά καθόλου ή τουλάχιστον πολύ λιγότερο στη διαδρομή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια καπιταλιστική χώρα αναπτυγμένη σε ανώτερο επίπεδο. Αντίθετα, όσον αφορά την ανάπτυξη στη Ρωσία, πρόκειται για το ανέβασμα, από παραγωγική άποψη, μιας καθυστερημένης, αλλά ωστόσο ήδη καπιταλιστικής στην ουσία της, κατάστασης σ' ένα επίπεδο που να είναι κατάλληλο να λειτουργήσει σαν βάση του σοσιαλιστικού οικονομικού συστήματος. Κατ' αυτό τον τρόπο και η βία ακόμα, που δεν είναι δυνατό να αρνηθούμε τον ουσιαστικό της ρόλο, προσλαμβάνει μια ουσιωδώς διαφορετική λειτουργία: Είναι μεν συχνά μέσο καταστροφής πρωτόγονων παραγωγικών σχέσεων (κολχοζοποίηση), ο ουσιαστικός σκοπός της όμως παραμένει η άμεση δημιουργία των ποσοτικών και ποιοτικών παραγωγικών συνθηκών που να επιτρέπουν αντικειμενικά-οικονομικά την πραγματική οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ακόμα και όταν στην περίπτωση αυτή -σε αντίθεση με τη γένεση του καπιταλισμού-  έχουν κυριαρχήσει, με την όποια χρήση βίας, επιδιώξεις καθαρά οικονομικού χαρακτήρα, είναι αναγκαίο -και πάλι σε αντίθεση με την άλλη διαδικασία- αφού συντελεσθεί αυτή η θεμελίωση, να αποκτήσουν πλήρη κοινωνική ισχύ τα ιδιαίτερα στοιχεία του σοσιαλισμού, που δεν έχουν πια καθαρά οικονομικό χαρακτήρα. Στον καπιταλισμό λοιπόν πρόκειται για την αρχή μιας αυτόματης αναπαραγωγικής διαδικασίας, ενώ στο σοσιαλισμό, μπαίνουν εμπρός στη συνειδητή καθοδήγηση νέα και πολύπλοκα καθήκοντα.

Για να συλλάβουμε σωστά τον ιδιαίτερο σοσιαλιστικό χαρακτήρα αυτής της μεταβατικής περιόδου, τονίσαμε ήδη από προηγούμενα, ορισμένα στοιχεία που προέκυψαν αναγκαστικά, στα οποία εκφράζεται ανάγλυφα η αντίθεση που προαναφέραμε. Θα προσθέσουμε εδώ ένα ακόμα σπουδαίο αιτιολογικό. Ακόμα και στον πιο αναπτυγμένο καπιταλισμό, κάθε τι που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε πολιτισμό, δεν είναι παρά παραπροϊόν της οικονομικής αυτοανάπτυξης και ως εκ τούτου εμφανίζει κατ' ανάγκη σε σχέση με αυτή μόνιμες αναντιστοιχίες. Αυτό φαίνεται από τη μια στην καθυστέρηση της παιδείας, ακόμα και της τεχνικής, πίσω από τις αντικειμενικές ανάγκες της παραγωγής, γεγονός στο οποίο έγινε πολλαπλή αναφορά τελευταία στις περισσότερες ηγετικές καπιταλιστικές χώρες, από την άλλη στη μετατροπή ορισμένων πολιτιστικών φαινομένων σε πεδία κερδοσκοπίας και επένδυσης του μεγάλου κεφαλαίου με αποτέλεσμα να υπόκεινται στην ανάλογη χειραγώγηση, όπως π.χ. κυρίως ο κινηματογράφος, οι γραφικές τέχνες, κ.λπ. Είναι η αποκορύφωση της τάσης να μετατραπεί ο πολιτισμός σε κοινό αντικείμενο της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Αυτό έχει κιόλας διαπιστωθεί από το Μπαλζάκ καθώς και στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Η εξέλιξη αυτή κορυφώνεται στις ημέρες μας. Η «πρωτογενής συσσώρευση» του σοσιαλισμού αντίθετα, ακόμα και κατά το σταλινικό τρόπο που πραγματοποιήθηκε, διαφύλαξε σε γενικές γραμμές την κοινωνική (όχι μόνο οικονομικά καθορισμένη) ενίσχυση του πολιτισμού. Αρκεί να επισημάνουμε φαινόμενα τόσο σημαντικά όπως είναι η δυνατότητα πρόσβασης στα ανώτατα επίπεδα παιδείας, σε προϊόντα μεγάλης επιστημονικής και καλλιτεχνικής αξίας κ.λπ., εκείνων που ανήκουν σε στρώματα που τοποθετούνται σε χαμηλό οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Όσα προβληματικά χαρακτηριστικά και να παρουσιάζουν αυτές οι εξελικτικές τάσεις, όπως π.χ. ακρότατη εξειδίκευση της παιδείας κ.λπ., δείχνουν ωστόσο ξεκάθαρα ότι από καμιά ουσιαστική άποψη δεν είναι δυνατό να γίνει οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στις δύο «πρωτογενείς συσσωρεύσεις».

Το μοναδικό, από κοινωνική βέβαια άποψη, απλά μορφολογικό στοιχείο συγκρισιμότητας φαίνεται να είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις τη γεμάτη εξαιρέσεις μεταβατική διαδικασία διαδέχτηκε η ομαλότητα της ουσιαστικής νομοτέλειας του σχηματισμού. Ωστόσο, εδώ ιδιαίτερα, προβάλλει με τη μεγαλύτερη σαφήνεια η υπάρχουσα αντιθετικότητα. Η μετάβαση στον καπιταλιστικό σχηματισμό καταλήγει, όπως μόλις σημειώσαμε βασιζόμενοι στο Μαρξ, στην ολοκληρωτική αυτόματη και νομοτελειακή κυριαρχία της καπιταλιστικής οικονομίας, της κατά κάποιον τρόπο καθαρής, αυτόνομης αυθεντικής οικονομίας, του «βασιλείου της αναγκαιότητας» με τα λόγια του Μαρξ. Ο σοσιαλισμός αντίθετα διακρίνεται από όλους τους προηγούμενους σχηματισμούς επειδή, σ' εκείνους μεν οι συνθήκες για τις μελλοντικές βαθμίδες, ακόμα και οι μελλοντικοί σχηματισμοί, προκύπτουν με έναν, κατά κάποιο τρόπο, εσωτερικό αυτοματισμό από την καθαρά οικονομική εξέλιξη (ακόμα και οι κατ' ανάγκη κυρίαρχοι ανθρώπινοι τύποι είναι αυτόματα προϊόντα της εσωτερικής διαλεκτικής της οικονομίας), ενώ αυτό δεν ισχύει πια για τη μετάβαση από το σοσιαλισμό στην ανώτερη φάση εξέλιξης, τον κομμουνισμό. Αναφερθήκαμε νωρίτερα στις αυταπάτες, όπως π.χ. στην περίπτωση του Στάλιν και του Χρουστσώφ, που φαντάζονται ισοπεδωτικά ότι όλοι οι σχηματισμοί διαθέτουν την ίδια αναπτυξιακή δυναμική. Θίξαμε όμως επίσης και τις λίγες αλλά μεθοδολογικά και αξιωματικά ουσιαστικής σημασίας παρατηρήσεις του Μαρξ πάνω σ' αυτό το θεματικό πλέγμα. Τώρα μόνο μπορούμε πια να προσπαθήσουμε να φωτίσουμε καθαρά το ουσιώδες μέρος του κεντρικού ζητήματος. Αναφέραμε και προηγούμενα ότι ο Μαρξ θέτει μεν την οικονομία («το βασίλειο της αναγκαιότητας») σαν απαραίτητη «βάση» του κομμουνισμού («το βασίλειο της ελευθερίας») και έτσι ακριβώς αρνείται ριζικά, οποιονδήποτε ουτοπισμό, παράλληλα όμως ορίζει ότι το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει «επέκεινα» του βασιλείου της αναγκαιότητας. «Η ανάπτυξη της ανθρώπινης δύναμης που θεωρείται αυτοσκοπός» επομένως δεν μπορεί ουδέποτε να θεωρηθεί μηχανιστικό-αυτοφυές προϊόν, έστω και το πιο […]κο, της οικονομικής ανάπτυξης. Ακόμη κι εκεί μάλιστα όπου ο Μαρξ απαριθμεί τους οικονομικούς όρους μιας έτσι σχηματιζόμενης βάσης, υπάρχει στο πλέγμα των όρων αυτών ένα στοιχείο, που παραμένει μεν βαθιά συνδεδεμένο με την οικονομική πρακτική των ανθρώπων, είναι αδύνατο όμως να προκύψει από την ενυπάρχουσα-αυτόματη διαλεκτική της οικονομικής εξέλιξης. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι, σ' αυτή τη βαθμίδα, του «βασιλείου της ελευθερίας» «επιτελούν» την εργασία τους «κάτω από τους πιο αρμόζοντες και αξιοπρεπείς για την ανθρώπινη φύση τους όρους» [34]. Ο Μαρξ υποδείχνει εδώ πολύ σωστά και με σαφή επίγνωση της πραγματικής ολότητας των ανθρώπινων όρων της εργασίας ένα κεντρικό πρόβλημα της εξέλιξής της. Βέβαια, δεν επιτρέπεται, αν θέλουμε να προσεγγίσουμε σωστά αυτό το ζήτημα, να αφήσουμε να αποπροσανατολιστούμε από εξωτερικά στοιχεία. Χωρίς να αναφερθούμε στη διαδρομή από το «instumentum vocale» (ομιλούν εργαλείο) της δουλοκτησίας μέχρι τον εργάτη της ελευθερίας της αγοράς, είναι αυτονόητο πως όσο πιο ανώτερες οικονομικές μορφές κατακτά η εργασία, τόσο περισσότερο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ακόμα και σε ταξικές κοινωνίες, ο άνθρωπος που την επιτελεί. Η μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, η δημιουργία υγιεινών συνθηκών εργασίας, ακόμα και οι απόπειρες πρακτικής εφαρμογής κάποιας ψυχολογίας της εργασίας, που αρχίζουν να αναπτύσσονται στο σύγχρονο καπιταλισμό, δεν έχουν καμιά σχέση με το πρόβλημα. Είναι, χωρίς εξαίρεση, μέσα επαύξησης της αποδοτικότητας της εργασίας, δηλαδή του καθαρά οικονομικού περιεχομένου της, με σκοπό την κατά το δυνατό μείωση των τριβών καθώς αυξάνεται η παραγωγικότητά της. Το πρωτεύον, στην περίπτωση αυτή, είναι πάντοτε αναγκαία ο οικονομικός λογαριασμός: ο εργαζόμενος άνθρωπος οφείλει να προσαρμοστεί στις εκάστοτε απαιτήσεις του. Και μόνο επειδή σε κατώτερες βαθμίδες της οικονομικής εξέλιξης, η προσαρμογή αυτή, στο βαθμό που δεν ήταν εξελιγμένη η οικονομία, μπορούσε να επιβληθεί με βάναυσες βίαιες μεθόδους, εκτιμώνται λαθεμένα από κοινωνική άποψη ορισμένα σύγχρονα σχετικά μέτρα. Διότι και στην περίπτωση αυτή πρόκειται αποκλειστικά -όπως και σε προηγούμενες βαθμίδες, μόνο με πολύ διαφορετικά μέσα- για προσαρμογή των εργαζομένων στους όρους της παραγωγής που επιτάσσει ο οικονομικός υπολογισμός. Ο Μαρξ εννοεί εδώ όμως κάτι απολύτως αντίθετο: την προσαρμογή της παραγωγής στους πιο αξιοπρεπείς και αρμόζοντες στην ανθρώπινη φύση όρους. Μια τέτοια στοχοθέτηση και ο μετασχηματισμός της σε πράξη πρέπει να σκοπεύει πέρα από τις αρχές ολόκληρης της οικονομικής σφαίρας, πράγμα που δεν αλλάζει σε τίποτε από το γεγονός ότι ακόμα και το πραγματικό πνευματικό έργο, που απαιτείται για μια τέτοια προσαρμογή, προϋποθέτει (σαν βάση κατά το Μαρξ) μια πολύ αναπτυγμένη οικονομία.

Το ίδιο ζήτημα εξετάζεται από μια κάπως διαφορετική όψη στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα». Όταν ο Μαρξ αναφέρεται εδώ στις συνθήκες του κομμουνισμού («ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του»), επικεντρώνει την ουσία της μεταβολής που γεννιέται στον τρόπο ζωής των ανθρώπων στο γεγονός ότι «η εργασία δεν είναι πια βιοτικό μέσο, αλλά έχει γίνει πρώτη βιοτική ανάγκη». Τούτο αποτελεί επίσης υπέρβαση του ορίζοντα του καθαρά οικονομικού. Και πάλι πρέπει να απορριφθεί κάθε αναλογία ότι δήθεν ορισμένες «διευκολύνσεις», «ανέσεις» κ.λπ. της εργασίας που ευνοούν την αύξηση της παραγωγικότητας έχουν οποιαδήποτε σχέση με το πρόβλημα. Είναι, όπως μόλις ειπώθηκε, επιδέξιες και συχνά επιτυχείς προσαρμογές των ανθρώπων στη διαδικασία της εργασίας, που τροποποιείται συνακόλουθα στις λεπτομέρειές της, παραμένει όμως στην ουσία της καθορισμένη με καθαρά οικονομικό τρόπο.

Και εδώ επίσης δεν πρόκειται για κάποια ουτοπία. Ο Φουριέ οραματιζόμενος αυτή την κατάσταση της ανθρωπότητας διατύπωσε τη διαίσθησή του λέγοντας ότι στον πραγματωμένο σοσιαλισμό η εργασία θα μεταμορφωνόταν σ' ένα είδος παιχνιδιού. Το όραμα αυτό του μέλλοντος έκανε αναμφισβήτητα κάποια εντύπωση στο νεαρό Μαρξ. Το έργο όμως της ανακάλυψης των οικονομικών νόμων του επέτρεψε να συλλάβει την αντίθεση στην αντίληψη του Φουριέ που αργότερα τη χαρακτηρίζει «αφελέστατη αντίληψη μοδιστρούλας». Ο Μαρξ διατυπώνει αυτό το συλλογισμό συγκεκριμενοποιώντας τον από τις πιο διαφορετικές πλευρές. Από τη μια διαπιστώνει ότι ακόμα και τα ανώτατου επιπέδου μη οικονομικά πια έργα του ανθρώπου έχουν γενικά το χαρακτήρα εργασίας [35]: «Ακόμα και πραγματικά ελεύθερη εργασία, π.χ. η σύνθεση μουσικής, είναι ταυτόχρονα σκληρή δουλειά, έντονη καταπόνηση». Και ολοκληρώνει έτσι, τον ορισμό αυτό σε ξεκάθαρη πολεμική στον Α. Σμιθ, αναφερόμενος συνολικά στο πεδίο της εργασίας: «Να θεωρηθεί η εργασία μόνο θυσία και γι' αυτό κατ' αξιολόγηση κόστος που πληρώνεται για τα υλικά πράγματα και τους δίνει επομένως την τιμή τους, ανάλογα με πόση εργασία κοστίζουν, είναι καθαρά αρνητικός ορισμός». Δεν πρέπει πάντως να ξεχνάμε ότι το χαρακτηριστικό του «αρνητικού ορισμού» κάθε εργασίας παραμένει αναγκαία σε ισχύ σε κάθε πεδίο που ορίζεται καθαρά οικονομικά. Η σχέση αυτή συγκεκριμενοποιείται ως εξής σε ένα άλλο σημείο του ίδιου έργου [36]: «Αρχίζει λοιπόν η ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικότητας. Στο εξής το ζήτημα δεν είναι να μειωθεί ο αναγκαίος χρόνος εργασίας ώστε να αυξηθεί η υπερεργασία, αλλά να μειωθεί εν γένει η αναγκαία κοινωνική εργασία σ' ένα ελάχιστο που ταιριάζει στην επιστημονική, καλλιτεχνική κ.λπ. κατάρτιση των ατόμων χάρη στον ελεύθερο χρόνο και στα μέσα που δημιουργούνται για χάρη όλων». Ο όρος «περισσευούμενη» φυσικά μπορεί εδώ να πάρει πραγματικό περιεχόμενο μόνο σε αντίθεση με το καθαρά οικονομικό νόημα, σαν εργασία, που δεν εξυπηρετεί πια απλά και μόνο την πραγματική υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας και των ατόμων που την αποτελούν. Ότι είναι περισσευούμενη από οικονομική άποψη δεν την κάνει καθόλου περισσευούμενη από κοινωνική άποψη αλλά αντίθετα θεμελιώνει τη γενική κοινωνική χρησιμότητά της και μάλιστα την κάνει απαραίτητη, μια και «πραγματικά ελεύθερη εργασία, π.χ. η σύνθεση μουσικής, είναι ταυτόχρονα σκληρή δουλειά, έντονη καταπόνηση». Και δεν είναι τυχαίο ότι σε τέτοιες δραστηριότητες  πρόβαλε, ακόμα και σε ταξικές κοινωνίες, η εργασία σαν πρώτη ατομική ανάγκη. Ο Μαρξ επομένως είναι απλώς συνεπής, όταν, σε αντίθεση με τις πρώιμες απόψεις του, όπου ο καταμερισμός της εργασίας εμφανίζεται γενικά σαν αρχή που πρέπει να υπερβεί ο κομμουνισμός, θέτει εδώ την απελευθέρωση του ανθρώπου από την «υποδουλωτική καταπίεση» του καταμερισμού της εργασίας σαν ουσιαστική προϋπόθεση για να είναι η εργασία «πρώτη βιοτική ανάγκη» (Πρόγραμμα της Γκότα). Η υποδούλωση αυτή δεν είναι καθόλου κάποιο κατάλοιπο πρωτόγονων καταστάσεων, που θα ήταν δυνατό να ξεπεραστεί από τη σύγχρονη οικονομία με την τελειοποίηση της τεχνολογίας, αλλά αντίθετα είναι προπάντων προϊόν της υπεραναπτυγμένης οικονομίας, και χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της με τις πιο ποικίλες μορφές έτσι που η τάση αυτή, της υποδούλωσης, να συμπεριλαμβάνει, σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, τα πεδία της επιστήμης, της τέχνης κ.λπ. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της σημερινής κριτικής της αλλοτρίωσης, χωρίς να αντιλαμβάνεται βέβαια συνήθως τις αληθινές αιτιοκρατικές σχέσεις, είναι του συρμού να ασχολείται με τέτοιου είδους υποδούλωση.

Στις δύο αυτές σαφείς υποδεικτικές παρατηρήσεις του Μαρξ αντιλαμβανόμαστε δύο συνδεδεμένες και ταυτόχρονα αντίθετες τάσεις, που έχουν, ιδιαίτερα σε συνδυασμό, μεγάλη σπουδαιότητα για το πρόβλημά μας. Ο Μαρξ δεν αρκείται να αντιπαραθέσει απλώς τις τάσεις που οδηγούν πέρα από το καθαρά οικονομικό. Αντίθετα, θέλει να δείξει ότι η κοινωνική προετοιμασία του κομμουνισμού (δηλαδή ο σοσιαλισμός σαν οικονομικός σχηματισμός) τότε μόνο μπορεί να συντελεσθεί πραγματικά, όταν αρχίζουν να επιδρούν, σε μια οικονομία με υψηλή παραγωγική ανάπτυξη, κοινωνικές τάσεις αυτού του είδους, που έχουν σκοπό και είναι σε θέση να τροποποιήσουν ουσιαστικά ορισμένες μέχρι τότε κυρίαρχες τάσεις της οικονομίας. Προφανώς, με τρόπο που όχι μόνο να μη βάζει σε κίνδυνο τη λειτουργία του συνόλου της οικονομίας, αλλά αντίθετα να την ενισχύει. Όπως είδαμε, ο Μαρξ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σε δύο σημεία: στην προσαρμογή της ροής των οικονομικών διαδικασιών σε συνθήκες που να είναι οι πιο κατάλληλες και αντάξιες της ανθρώπινης φύσης και σε άμεση σύνδεση με το προηγούμενο, στην αναίρεση του υποδουλωτικού χαρακτήρα του καταμερισμού της εργασίας. Είναι περιττό βέβαια να ειπωθεί εδώ ότι και στις δύο περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να θεσμοθετηθούν τέτοιες αλλαγές μονομιάς και δια διατάγματος. Πρέπει να είναι αποτέλεσμα μακρόχρονων κοινωνικών διαδικασιών, κατά τις οποίες βαθμιαία εισάγονται τροποποιήσεις, που βασίζονται στο εκάστοτε επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης και μπορούν να ενισχύσουν την αντικειμενική και υποκειμενική πραγμάτωση τέτοιων τάσεων.

Αυτές οι διαδικασίες είναι φυσικά συγχρόνως και διαδικασίες μετασχηματισμού των ίδιων των ανθρώπων. Όμως πρέπει να αφορούν προπάντων την αντικειμενικά προκείμενη και ενεργή κοινωνική του ύπαρξη. Γιατί, όλη η ιστορία της ανθρωπότητας δείχνει ότι όλες αυτές οι προσπάθειες για έναν τρόπο ζωής, ανθρώπινης πρακτικής, που να ενισχύει την πραγματική ανθρωπιά του ανθρώπου και να οδηγεί στην εκπληρωμένη και συνειδητή ιδιότητα του μέλους του ανθρώπινου γένους, ήταν κάποτε ενεργές σαν μεμονωμένες περιπτώσεις, σαν εξαιρέσεις, σαν προσπάθειες που οδηγούσαν σε αδιέξοδα κ.λπ., κ.λπ., χωρίς όμως να μπορούν, στις ταξικές κοινωνίες, να επηρεάσουν τις αντίθετες επιδράσεις της οικονομίας. Οι τάσεις αυτές όμως μπορεί να γίνουν κεκτημένα του ανθρώπινου γένους μόνο όταν η μέση καθημερινή ζωή (επομένως προπάντων η εργασία, η οικονομική πράξη) διαμορφώνεται από αντικειμενική κοινωνική άποψη έτσι ώστε να ενισχύει αυτές τις τάσεις μέσα στους ανθρώπους και όχι να τις καταπιέζει, να τις διαστρέφει σε ποικίλες αρνητικές μορφές, όπως ακριβώς συνέβαινε και συμβαίνει μέχρι σήμερα σε όλα τα υπαρκτά κοινωνικά καθεστώτα. Κατά το μέτρο που ο άνθρωπος με την ίδια του την κοινωνική δράση δημιουργεί τις συνθήκες που θα τον κάνουν πραγματικά να είναι αληθινός άνθρωπος, η περίοδος αυτή -δηλαδή ο σοσιαλισμός σαν σχηματισμός- μετατρέπεται σε πρελούδιο της μεγάλης εκείνης στροφής, που ο Μαρξ χαρακτήρισε τέλος της προϊστορίας της ανθρωπότητας.

Συζητήσαμε εδώ, όπως ο Μαρξ, για την εργασία σαν κεντρικό ζήτημα της ανθρωπιάς του ανθρώπου, είναι όμως προφανές ότι το πρόβλημα που αναδείχτηκε αφορά την ολότητα της ανθρώπινης πράξης, της ανθρώπινης ζωής γενικά. Ας εξετάσουμε -για να μείνουμε ακόμα σ' ένα πεδίο που σχετίζεται στενά με την οικονομία- την κατανάλωση στον κομμουνισμό, σύμφωνα με την αρχή: στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Για όσον καιρό η ικανοποίηση των αναγκών γίνεται, παλιότερα μόνο για τις κυρίαρχες τάξεις και τελευταία και για πλατιά στρώματα εργαζομένων, κατά το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωση για κοινωνικό γόητρο, όσο δηλαδή έχει σκοπό κατ' αρχήν όχι τόσο να ικανοποιήσει γνήσιες ζωτικές ανάγκες όσο να γίνει μέσο για τη νίκη στην ανταγωνιστική πάλη για κοινωνικό κύρος, ανώτερες θέσεις κ.λπ., η κομμουνιστική αρχή δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Η τερατώδης αύξηση της βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών και των λεγομένων υπηρεσιών βασίζεται ακριβώς οικονομικά στο συναγωνισμό γοήτρου των αγοραστών. Χωρίς αναστροφή της ανθρώπινης βάσης προσφοράς και ζήτησης σ' αυτό το πεδίο, όπου η οικονομική πλευρά της παραγωγής πρέπει να παίζει ταυτόχρονα έναν αντικειμενικό κι έναν υποκειμενικό ρόλο, δεν είναι δυνατό να μετατραπεί η άσκοπη λειτουργία που αναγκαστικά προκύπτει σε πρακτική που να προωθεί μια ανθρώπινη διαβίωση. Η πρακτική «από μόνη της» δεν μπορεί να το συντελέσει αυτό όπως δεν μπορεί η παραγωγή «από μόνη της» να αποβάλει τον υποδουλωτικό χαρακτήρα του καταμερισμού της εργασίας.

Μέχρι εδώ μιλούσαμε αδιάκοπα για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων -χωρίς φυσικά να μπορούμε έστω και να θίξουμε ολόκληρο τον κύκλο των προβλημάτων που ανακύπτουν. Όμως, ακριβώς λόγω αυτής της τοποθέτησης, είμαστε σε θέση να προσεγγίσουμε με τον πιο εύκολο τρόπο τα προβλήματα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Όπως είπαμε και προηγούμενα: σε αντίθεση με τον ιδεαλιστικό πολίτη της αστικής δημοκρατίας, ακόμα και στις αρχικές επαναστατικές της κορυφώσεις, το υποκείμενο της σοσιαλιστικής δημοκρατίας είναι ο υλικός άνθρωπος της καθημερινότητας. Όχι βέβαια σαν προτυποποίηση του υλικού «homme» (ανθρώπου) της με αστικό τρόπο μη αναιρέσιμης δυαδικής δομής του ανθρώπου στην αστική κοινωνία. Η σοσιαλιστική δημοκρατία, κοινωνική μορφή της μετάβασης στο «βασίλειο της ελευθερίας» έχει στο σοσιαλισμό το σκοπό ακριβώς να υπερβεί αυτό το δυϊσμό. Ότι αυτό δεν είναι μια θεωρητική κατασκευή απόδειξαν -όπως ήδη αναφέραμε- τα μεγάλα μαζικά κινήματα που ανάγγειλαν και συνόδευσαν μέχρι τώρα τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Εννοούμε φυσικά την εμφάνιση των συμβουλίων το 1871, 1905, 1917. Εξιστορήσαμε προηγούμενα με ποιο τρόπο το κίνημα αυτό, που σκόπευε σε μια λογική ρύθμιση, σύμφωνα με τα στοιχειώδη ταξικά τους συμφέροντα, των πραγματικών ζωτικών θεμάτων των εργαζομένων, από την καθημερινότητα των προβλημάτων δουλειάς και κατοικίας μέχρι τα μεγάλα προβλήματα του συνόλου της κοινωνίας, απωθήθηκε, μετά το νικηφόρο τερματισμό των εμφυλίων πολέμων, από ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό. Με ποιο τρόπο αργότερα ο Στάλιν, θεσμοποιώντας σαν οριστική τη γραφειοκρατική ρύθμιση, κατεδάφισε πρακτικά ολόκληρο το σύστημα των συμβουλίων. (Αυτά που γράφονται στα εγχειρίδια, τα προπαγανδιστικά κείμενα, για την καθαρά τυπική πλευρά αυτής της μετατροπής δεν μας ενδιαφέρουν καθόλου μια και εμείς ενδιαφερόμαστε για το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της πραγματικότητας.) Έτσι χάθηκε για τις εργαζόμενες μάζες ο χαρακτήρας του υποκειμένου της κοινωνικής εξέλιξης. Έγιναν πάλι αντικείμενο μιας όλο και πιο ισχυρής και ολόπλευρα οικοδομημένης γραφειοκρατικής ρύθμισης όλων των προβλημάτων της πραγματικής ζωής τους.

Έφραξαν έτσι πρακτικά όλοι οι δρόμοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την εξέλιξη του σοσιαλισμού προς την κατεύθυνση του «βασιλείου της ελευθερίας». Όπως είδαμε, ο Λένιν πρόσεχε πάντοτε, ακόμα και μέσα στην εκπλήρωση επιτακτικών καθημερινών καθηκόντων, ακόμα και μέσα στον αγώνα για τη γυμνή δυνατότητα επιβίωσης της νεαρής και από πολλές απόψεις αδύναμης σοβιετικής δημοκρατίας, να μη χάνονται ποτέ οι αρχές αυτές της δημιουργίας ανώτερων σοσιαλιστικών μορφών από την πλατφόρμα του καθημερινού πρακτικού «Τι να κάνουμε». Είχε πάντοτε επίγνωση του γεγονότος ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν κληροδότησαν καμιά συγκεκριμένη υπόδειξη προς τις συγκεκριμένες αυτές κατευθύνσεις, ότι η ανεύρεσή τους, η ορθή πραγματοποίησή τους, ήταν ένα καινούριο καθήκον του παρόντος. Αντιλαμβανόταν όμως, τουλάχιστον κατά κάποιον τρόπο, ότι τα στοιχεία αυτά που οριοθετούσαν το μέλλον μπορούσαν να βρεθούν και να μετασχηματισθούν σε πράξη μόνο σε οργανική ενότητα με τα πραγματικά «καθημερινά καθήκοντα». Ήταν λοιπόν σύμφωνο με την ουσία της σκέψης και δράσης του να συγκεντρώνει την προσοχή του κάθε φορά πάντοτε στον «επόμενο κρίκο». Γι' αυτό το λόγο, οι τοποθετήσεις του, που αναφέραμε προηγούμενα, για τον «εθισμό», σαν αντικειμενική και υποκειμενική προπαρασκευή του μαρασμού του κράτους, δεν θίγουν κατά κανένα τρόπο ολόκληρο το σύμπλεγμα των ζητημάτων που αφορά σ' εκείνες τις αλληλεπιδράσεις κοινωνικών αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων, που είναι αποφασιστικοί για τη συνολική διαδικασία της μετάβασης, ιδιαίτερα στα ανώτερά της στάδια. Οι συλλογισμοί του, έτσι, για τη δημοκρατία των συμβουλίων ή η πολεμική του ενάντια στον Τρότσκι στο ζήτημα των συνδικάτων δεν ξεπερνούν τον ορίζοντα των τότε πραγματοποιήσιμων και προς πραγματοποίηση πρακτικών ζητημάτων ή το πολύ-πολύ των άμεσων προοπτικών τους. Επίκαιρη σημασία έχει γι' αυτό κυρίως η γενική συμπεριφορά του σε σχέση μ' αυτό το σύμπλεγμα προβλημάτων, η μέθοδος που εφάρμοζε να προσεγγίζει μαρξιστικά τα καθημερινά ζητήματα, στο πλαίσιο θεωρητικής αιτιολόγησης της πρακτικής. Η γενική θεωρητική θεμελίωση αυτού του συμπλέγματος προβλημάτων, αλλά και μόνο αυτή, βρίσκεται στο Μαρξ. Η συμπεριφορά του Λένιν δεν μπορεί, γι' αυτό το λόγο, να αξιολογηθεί σήμερα ότι είναι άμεσο πρότυπο, συγκεκριμένο ορόσημο, μια και αφορά σε καταστάσεις που είναι ποιοτικά διάφορες: από τη μια στη μεγάλη ανοδική πορεία του 1917, όπου την κεντρική θέση καταλαμβάνει το αυθόρμητα γεννημένο κίνημα των συμβουλίων, και από την άλλη στην κρίσιμη μεταβατική κατάσταση της εποχής της εισαγωγής της ΝΕΠ, όταν εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν να σώσει, κατά το δυνατό, από την επαπειλούμενη γραφειοκρατικοποίηση τις ουσιωδέστερες σοσιαλιστικές και δημοκρατικές κατακτήσεις και να μεταβιβάσει τα ζωντανά ακόμα κατάλοιπά τους, όσο πιο πλατιά γινόταν, σε κάποια μελλοντική περίοδο. Σήμερα βρισκόμαστε -διαφέροντας πολύ από εκείνη την περίοδο- σε μια κατάσταση, όπου, μετά την επί δεκαετίες κυριαρχία του Στάλιν, οι τάσεις που αναφέραμε έχουν πρακτικά ξεχαστεί ολοκληρωτικά. Αυτό έχει και αντικειμενικές και υποκειμενικές αιτίες, όπως και το γεγονός ότι η προβληματική της σταλινικής περιόδου γίνεται όλο και ευρύτερα φανερή. Για το θέμα μας, τη σοσιαλιστική δημοκρατία, το σπουδαιότερο, όσον αφορά το πρώτο σύμπλεγμα ζητημάτων, είναι ότι η αυτενέργεια των μαζών έχει στην πράξη ουσιαστικά εξαφανιστεί όχι μόνο σε σχέση με ζητήματα της λεγόμενης μεγάλης πολιτικής, αλλά ακόμα και στο διακανονισμό της ίδιας της καθημερινής τους ζωής. Υπογραμμίζουμε πιο πάνω τις λέξεις στην πράξη, επειδή στους τύπους διεκπεραιώνονται πάρα πολλά ζητήματα σύμφωνα με όλους τους κανόνες μιας κατά τον τύπο δημοκρατίας (μυστική ψηφοφορία, γενικό εκλογικό δικαίωμα κ.λπ.). Όμως, η γραφειοκρατική χειραγώγηση που έχει προηγηθεί, οι γραφειοκρατικές πιέσεις κ.λπ. είναι τόσο ισχυρές, ώστε αυτού του είδους οι ψηφοφορίες ελάχιστα να εκφράζουν τις πραγματικές επιθυμίες, αντιπάθειες, διαθέσεις κ.λπ. των μαζών, ώστε να πρέπει να θεωρηθεί ότι από καιρό χάθηκε η πραγματική κατάσταση του 1917.

Η μετατόπιση αυτή υπό το Στάλιν ανακηρύχτηκε σε κανονική κατάσταση του σοσιαλισμού. Το ιστορικό δόγμα που έχουμε προηγούμενα αναφέρει και που έχει δεχτεί τόσο συχνή -αλλά βέβαια ποτέ ριζική- κριτική, ότι δηλαδή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του προλεταριάτου η ταξική πάλη οξύνεται αναγκαστικά συνεχώς, αποτέλεσε το θεωρητικό στήριγμα της πρακτικής του της βάναυσης χειραγώγησης. Επειδή μετάτρεψε την κατάσταση, τον τρόπο δράσης του οξυμένου εμφυλίου πολέμου σε μέθοδο για την πράξη σε κάθε περίοδο, ακόμα και όταν ο εμφύλιος πόλεμος δεν ήταν πια στην ημερήσια διάταξη. Ας θυμηθούμε ότι οι πρώτες κριτικές στο Στάλιν, κατά το 20ο Συνέδριο, είχαν σαν αφετηρία ότι οι μεγάλες δίκες της δεκαετίας του '30 ήταν πολιτικά περιττές. Μια και η αντιπολίτευση είχε ιδεολογικά αποσυντεθεί και πολιτικά αποδυναμωθεί, θα ήταν πραγματικός κίνδυνος το πολύ-πολύ σε κατάσταση λανθάνοντος εμφυλίου πολέμου. Αυτή η ασφαλώς ανολοκλήρωτη όμως στην ουσία ορθή κριτική του σταλινικού συστήματος ήταν ωστόσο καταδικασμένη να είναι πρακτικά αναποτελεσματική. Γιατί στην πράξη γινόταν και γίνεται αδιάκοπα χρήση του εμφυλιοπολεμικού αυτού δόγματος με τη μεταχείριση σαν ανοιχτά ή καλυμμένα εχθρικής έκφρασης κάθε γνώμης που δεν ταυτίζεται με τις επίσημα διακηρυγμένες απόψεις και ως εκ τούτου την προσπάθεια καταστολής της αντί να θεωρούνται οι γνώμες αυτές ιδεολογίες μιας μεταβατικής εποχής και να αποτελούν αντικείμενο ιδεολογικής συζήτησης.

Το ίδιο ανεπαρκής αποδείχτηκε και μια άλλη κριτική της σταλινικής περιόδου που έγινε στο 20ο Συνέδριο και στη συνέχεια: η κατηγορία για τη λεγόμενη προσωπολατρία. Και σ' αυτό το σημείο, η κριτική δεν ήταν καθ' εαυτή εντελώς λαθεμένη, αλλά απλά ανεπαρκής. Το ίδιο και η συμπλήρωσή της ότι οι μέθοδοι της εξουσίας του Στάλιν ήταν γεμάτες από παραβιάσεις της νομιμότητας. Και στις δύο περιπτώσεις, οι ισχυρισμοί δεν ήταν καθ' εαυτοί ψεύτικοι, μόνο που θεωρητικά και πρακτικά παράβλεπαν επιπόλαια την ουσία των κυρίαρχων ζητημάτων. Γιατί, είναι αναμφισβήτητα δυνατόν -και η ιστορική πράξη έδωσε και δίνει συνεχώς καινούρια αποδεικτικά στοιχεία- αφενός μεν και συλλογικά όργανα να ασκούν εξίσου βάναυση χειραγώγηση πάνω σε δογματική βάση, όπως και μια τεχνητά διογκωμένη τυραννική προσωπικότητα και αφετέρου κάθε κράτος έχει, πάντα με τη σύγχρονη αναπτυγμένη νομοτεχνική, «νόμιμα μέσα» για να καταδιώκει τάσεις και ανθρώπους με τρόπο άψογο από τυπικά νομική άποψη και να τους «εξουδετερώνει» με εξίσου αντικειμενικά άδικο τρόπο όπως έκανε η προσωπολατρία περιφρονώντας ανοιχτά και κυνικά κάθε νομιμότητα.

Με τέτοιες μεθόδους δεν είναι δυνατό να αναλυθεί ικανοποιητικά η πραγματική κρίση που έγινε γενικά ορατή και επίκαιρη την εποχή του θανάτου του Στάλιν. Πρόκειται, όπως και στις διαμάχες για την εξουσία μετά το θάνατο του Λένιν, για ένα γενικό, με βαθιές κοινωνικές προεκτάσεις, ζήτημα, που έχει στην ουσία οικονομικό, σε τελευταία ανάλυση, υπόβαθρο: το ζήτημα του τέλους της λεγόμενης πρωτογενούς συσσώρευσης. Προσπαθήσαμε να δείξουμε προηγούμενα πόσο ισχυρά είναι δυνατό να επιδράσουν αυθόρμητα ορισμένες θετικές όψεις της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής προς την κατεύθυνση σοσιαλιστικής πολιτικής. Οι αρχές που αναφέρθηκαν εκεί δείχνουν επίσης ότι ακόμα και η βάναυση σταλινική χειραγώγηση στην οικονομία ήταν σε θέση να έχει θετικά αποτελέσματα, βέβαια, κάτω από ευνοϊκές γι' αυτή συνθήκες (που το σταλινικό καθεστώς δεν αναγνώριζε) ότι δηλαδή εφαρμόστηκε σε δύο «περιόδους ανασυγκρότησης». Μόλις όμως η παραγωγή έφτασε κατά κάποιο τρόπο ένα ορισμένο επίπεδο και μπήκαν αυθόρμητα στο κέντρο του ενδιαφέροντος των μαζών οι απαιτήσεις για ποιότητα, εξυπηρέτηση των καταναλωτών κ.λπ., ήρθαν στο προσκήνιο οικονομικοκοινωνικά συμπλέγματα προβλημάτων που οι μέχρι τότε αποτελεσματικές μέθοδοι απότυχαν να αντιμετωπίσουν. Η αλλαγή της κατάστασης φάνηκε όχι μόνο στην ίδια την παραγωγή, αλλά κατ' ανάγκη -πράγμα που έχει εξαιρετική σημασία για το ζήτημά μας- και την κοινωνική συγκρότηση του μέσα σ' αυτή εξαιρετικά σημαντικού στρώματος των ειδικών. Αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα ότι ιδιαίτερα στις αρχές της «πρωτογενούς συσσώρευσης» το στρώμα αυτό είχε παραληφθεί από τον καπιταλισμό και είχε στην πλειοψηφία του μια στάση ξένη συχνά ακόμα και εχθρική προς το σοσιαλισμό. Η κατάσταση αυτή είχε πια αλλάξει ριζικά. Όχι μόνο επειδή κατά τις δεκαετίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης το παλαιότερο τμήμα του εχθρικού στρώματος είχε πεθάνει ή είχε γίνει ανίκανο προς εργασία, αλλά κυρίως, πράγμα που συζητήθηκε κιόλας σε σχέση με άλλα ζητήματα, επειδή το εκπαιδευτικό σύστημα του σοσιαλισμού μπόρεσε να δημιουργήσει σε μαζική κλίμακα νέους ειδικούς, που στο μεγαλύτερο μέρος τους αν και δεν είναι βέβαια κομμουνιστές με την ακριβή πολιτική και κοσμοθεωρητική έννοια, πάντως δεν είναι και εχθροί ή απλά δύσπιστοι θεατές της οικονομικής ανάπτυξης αλλά σοβιετικοί άνθρωποι που θεωρούν την εργασία τους στην παραγωγή φυσικό τους επάγγελμα και γι' αυτό το λόγο έχουν τη δικαιολογημένη απαίτηση να αναγνωρίζονται σαν γνήσιοι συνεργάτες του συστήματος και να έχουν την ανάλογη μεταχείριση. Εδώ έπρεπε να αποτύχει αναγκαστικά το σταλινικό σύστημα για αντικειμενικούς κοινωνικούς λόγους. Η μέθοδος του ελέγχου των «ειδικών» με τους πολιτικούς επιτρόπους είχε βέβαια τελειώσει απλά με την πάροδο του χρόνου. Όμως η οικονομική και πολιτική συμπεριφορά σ' αυτό το νέο και απαραίτητο, για την παραπέρα ανάπτυξη της παραγωγής, στρώμα απαιτούσε επίσης επιτακτικά νέες διοικητικές μεθόδους σε σχέση με αυτές που συνηθίζονταν υπό το Στάλιν.

Το ζήτημα αυτό συνδέεται στενότατα με τις μεθόδους ρύθμισης της ίδιας της παραγωγής. Είναι όλο και λιγότερο δυνατό, τόσο από οικονομική όσο και πολιτική άποψη, να επικεντρώνεται η ανάπτυξη της παραγωγής σχεδόν αποκλειστικά ή τουλάχιστον σαφώς κυρίαρχα στην οικοδόμηση της βαριάς βιομηχανίας. Μια κατανάλωση προσανατολισμένη στον ασκητισμό μπορεί από κοινωνική και πολιτική άποψη να γίνει ανεκτή μόνο σαν μεταβατική περίοδος. Και εδώ αποδείχνεται ότι οι μέθοδοι του γραφειοκρατικά συγκεντρωτικού, με κεντρική διαχείριση, σχεδιασμού, που λειτούργησαν αποτελεσματικά, στις περιπτώσεις που υπογραμμίσαμε προηγούμενα, για την οικοδόμηση μιας σχετικά και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ αναπτυγμένης βιομηχανικής δομής, ήταν πια καταδικασμένες σε αποτυχία. Με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια είναι οικοδομημένος ένας τέτοιος γραφειοκρατικός και συγκεντρωτικός μηχανισμός σχεδιασμού, τόσο δυσκολότερα μπορεί να προσαρμοστεί ποσοτικά και ποιοτικά στις ανάγκες της κατανάλωσης και μάλιστα οι ελλείψεις εμφανίζονται ήδη στην κατασκευή μέσων παραγωγής γι' αυτό το σκοπό. Για εφαρμογή του προτύπου της πολεμικής παραγωγής, που λειτουργεί σωστά, δεν μπορεί να γίνει λόγος μια και το αποτελεσματικό «επιτελείο» που την ελέγχει δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει στην πολιτική καθημερινή ζωή.

Πέσαμε έτσι εξαιτίας οικονομικοκοινωνικού καταναγκασμού σε μια περίοδο πειραματισμού και έτσι, πιστεύουμε, ότι ήρθε η στιγμή για να εξεταστεί τουλάχιστον μια ανανεωμένη απόπειρα να φέρουμε πρακτικά στη ζωή τη σοσιαλιστική δημοκρατία. Βέβαια, σήμερα είναι γενικά ακόμα στο προσκήνιο η ψευδής επιλογή, που εξετάσαμε στην αρχή, είτε μιας πολύ μερικής επιδιόρθωσής της με παράλληλη διατήρηση των βασικών σταλινικών μεθόδων είτε της εισαγωγής της δημοκρατίας που επικρατεί στη Δύση. Και αυτό είναι εύκολα κατανοητό. Από τη. μια δεν θέλει η γραφειοκρατία του συγκεντρωτικού σχεδιασμού να εγκαταλείψει τον απόλυτα ηγετικό της ρόλο, παρόλο που κάθε βαθύτερη διερεύνηση αποδείχνει ότι τα κριτήρια, στόχοι, μέσα ελέγχου κ.λπ. που θέτει ελάχιστη σχέση έχουν με μια παραγωγή που ικανοποιεί τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Δεν διστάζουν καν να εκσυγχρονίσουν τη μορφή αρκεί να μένει ανέγγιχτη η παλιά ουσία. Υπήρξαν π.χ. προτάσεις να εφοδιαστεί ο παλιός ή πολύ προσεχτικά επιδιορθωμένος μηχανισμός με μηχανές της κυβερνητικής ώστε οι υπολογισμοί να είναι ακριβέστεροι. Λες και ένας από τα θεμέλιά του λαθεμένος μηχανισμός μπορεί να βελτιωθεί πραγματικά μ' αυτό τον τρόπο. Από την πλευρά της μεταρρύθμισης έρχονται συχνά στην επιφάνεια τα πρότυπα των δυτικών βιομηχανικών οργανώσεων, με τη λαθεμένη προϋπόθεση τώρα ότι ο ανταγωνισμός της αγοράς που εφαρμόζεται εκεί (με τα πλεονεκτήματα και τους περιορισμούς του) είναι δυνατό να βρει πραγματική εφαρμογή χωρίς πραγματικά ανταγωνιστικά κεφάλαια και γνήσια προσαρμογή στην αγορά. Εμφανίζονται έτσι προς το παρόν πειραματισμοί με πλήθος μόνιμων και μη αναιρέσιμων συμβιβασμών με τον πάντοτε ακλόνητα ισχυρό κεντρικό μηχανισμό σχεδιασμού.
 
Δεν μπορεί να είναι σκοπός μας εδώ να ασχοληθούμε αναλυτικά με αυτές τις οικονομικές συζητήσεις. Το ουσιώδες είναι μάλλον να δούμε ότι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν αναγκαίες βάζουν για τις σοσιαλιστικές κοινωνίες επί τάπητος το πρόβλημα της δικής τους της δημοκρατίας σαν πραγματικής εξελικτικής προοπτικής. Υποδείξαμε επανειλημμένα το κίνημα των συμβουλίων σαν την ιστορικά ιδιαίτερη πρωτότυπη μορφή αυτή της δημοκρατίας. Βρισκόμαστε όμως, ιδιαίτερα αν θέσουμε το θέμα αυτό κοινωνικά και ιστορικά με συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο τρόπο, εμπρός σε μια ριζικά νέα κατάσταση, όπως ο Λένιν όταν πάλευε θεωρητικά μ' αυτό το σύμπλεγμα των προβλημάτων κατά την εισαγωγή της ΝΕΠ. Ας εξετάσουμε και τις δύο όψεις αυτού του συμπλέγματος: από τη μία φαίνεται ότι έχει σταματήσει ο κοινωνικός κινητήρας των κινημάτων των συμβουλίων, η παρόρμηση των πλατιών μαζών να ρυθμίζουν τις κοινωνικές τους υποθέσεις από κάτω, όπου συνδέονται άμεσα με την καθημερινή ύπαρξη κάθε ανθρώπου χωριστά, μέχρι επάνω, όπου τα μεγάλα ζητήματα της κοινωνίας προσανατολίζονται σύμφωνα με μαζικές πρωτοβουλίες, μαζικές αντιδράσεις κ.λπ. Έχουμε ήδη σημειώσει ότι ακόμα και όπου φαίνεται να έχουν παραμείνει από νομική άποψη ισχυροί οι κενοί τύποι κάποιας κοινωνικής διεκπεραίωσης, οι μάζες δείχνουν απέναντί τους μια βαθιά- φυσικά προσαρμοστικά καλυμμένη- αδιαφορία που φτάνει μέχρι την απάθεια. Οι άνθρωποι συμμετέχουν σε συνεδριάσεις, συζητήσεις, ψηφοφορίες κ.λπ. μόνον όσο χρειάζεται για τα άμεσα συμφέροντά τους, παραμένουν όμως κυρίως παθητικοί ή η συμμετοχή τους περιορίζεται στην τυπική κατάφαση των επίσημων προτάσεων. Οι συμμετέχοντες δηλαδή έχουν τη βαθιά πεποίθηση ότι η προσωπική τους παρέμβαση σε τέτοιες συζητήσεις κ.λπ., ενώ δεν έχει καμιά απολύτως πρακτική σημασία για την κατάληξη μπορεί κάποτε να τους επιφέρει προσωπικές βλάβες. Το αντικειμενικό αυτό γεγονός είναι γνωστό σε όλους παρόλο που στις επίσημες εκθέσεις αναφέρεται γενικά και αποδείχνεται τυπικά το αντίθετο.

Από την άλλη υπάρχει βέβαια παντού μια «κοινή γνώμη», που εξαντλείται όμως ουσιαστικά μόνο σε ιδιωτικές συνομιλίες, παίρνοντας πάντως θέση για όλα τα ζητήματα της κοινωνικής ζωής με άτακτο, μια και είναι πολύ αυθόρμητος, τρόπο και μόνο τυχαία σε συζητήσεις αντιπαραθετικές και ξεκάθαρες. Η πραγματική επιρροή αυτής της κοινής γνώμης ποικίλει εξαιρετικά. Θα ήταν όμως λάθος να τη μηδενίσουμε ή και να την υποτιμήσουμε. Αναφέρω μόνο παρεμπιπτόντως ότι στο πολιτιστικό πεδίο, όπου έχω συγκεντρώσει από δεκαετίες προσωπική εμπειρία, η επιτυχία, η βαθύτερη ή πιο επιπόλαια επίδραση ή και έλλειψη επίδρασης από τα βιβλία μέχρι τις κινηματογραφικές ταινίες κ.λπ. καθορίζεται πολύ εντονότερα από αυτή την κοινή γνώμη παρά από την κριτική (ιδιαίτερα την επίσημη). Η οικονομική της επιρροή είναι πολύ δυσκολότερο να τεκμηριωθεί. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι όσον αφορά σύνθετες διαδικασίες, που ρυθμίζονται από τα πάνω, το σύστημα της ρύθμισης είναι πάντοτε τόσο αφηρημένο, ώστε να μην μπορεί να λειτουργήσει με την πρωτότυπη μορφή του. Ασφαλώς το σύστημα αυτό είναι στον καπιταλισμό κατά κανόνα λιγότερο γραφειοκρατικό από όσο ήταν επί Στάλιν. Και όμως υπήρξαν π.χ. απεργίες σιδηροδρομικών, όπου απλώς τηρούνταν επακριβώς οι κανονισμοί και έτσι ακινητοποιούνταν ντε φάκτο η κυκλοφορία. Τέτοιοι τύποι διόρθωσης της ρύθμισης της παραγωγής, της κυκλοφορίας κ.λπ., προκύπτουν κανονικά με σιωπηρή συμφωνία των διευθυνόντων και των εκτελεστικών οργάνων. Και μια και στο δοσμένο σοσιαλισμό η ρύθμιση είναι εν γένει πολύ πιο αφηρημένη, μηχανιστική, γραφειοκρατική και εξωπραγματική παρά κατά μέσο όρο στον καπιταλισμό, το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να είναι τουλάχιστον τόσο συχνό όσο και εκεί.

Η κινητοποίηση αυτής της σήμερα από άποψη κοινωνικής δυναμικής «σιωπηλής», «υπόγειας» κοινής γνώμης προς μια συστηματική δημόσια πρακτική, νομίζω ότι είναι το πρώτο βήμα προς τη σοσιαλιστική δημοκρατία. Είναι αδύνατο σήμερα αυτή να αποκτήσει την εκρηκτική αυθόρμητη ορμή ή την εξάπλωση σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής που χαρακτήριζε τα κινήματα των συμβουλίων στις επαναστατικές εποχές. Λείπουν γι' αυτό όλες οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες. Όποιος ονειρεύεται -έστω και με υποκειμενικό ενθουσιασμό και με βαθιά πεποίθηση-  το άμεσο ξεκίνημα ενός κινήματος συμβουλίων στην έκταση και την ένταση του 1871 ή του 1905, απλά ονειρεύεται. Αφού διακόπηκε με γραφειοκρατική βία από τη σταλινική περίοδο η συνέχεια αυτού του κινήματος και μάλιστα σε μια συγκυρία όπου το κίνημα ήδη κυριαρχούνταν εσωτερικά από τάσεις υποχώρησης, η απλή ανανέωση των παραδόσεων του μεγάλου παρελθόντος, η απλή συνέχισή τους είναι τόσο αδύνατη όσο και μια άμεση, ολοκληρωτική, μεθοδολογικά και ουσιαστικά παντού ορθή αναγέννηση του μαρξισμού στο πεδίο της θεωρίας. Αν νομίζουμε ότι μια τέτοιου μεγέθους ιστορικά γεννημένη και μακρόχρονα δραστική παραμόρφωση της κοινωνικής εξέλιξης θα μπορούσε να φύγει από τη μέση με απλές αποφάσεις ή ψηφίσματα, τότε μένουμε θεωρητικά και πρακτικά αιχμάλωτοι στον επικίνδυνο μαγικό κύκλο της γραφειοκρατικής προτεραιότητας της τακτικής. Οι αποφάσεις και τα ψηφίσματα, μπορούν μεν να αναχαιτίσουν, να επιβραδύνουν, να οδηγήσουν σε αδιέξοδα τη ροή της ιστορίας, δεν μπορούν όμως, στην άμεση μορφή τους, να κινητοποιήσουν τις μάζες σε μια ριζοσπαστική αλλά μακρόχρονη διαδικασία μεταρρύθμισης.

Άμεσα, επειδή η μακρά περίοδος του σταλινικού συστήματος είχε κατ' ανάγκη βαθιές επιπτώσεις στη δομή των ανθρώπων ιδιαίτερα σε σχέση με την τοποθέτησή τους πάνω στις δυνατότητες της δικής τους προσωπικής και κοινωνικής πράξης. Ενώ το κίνημα των συμβουλίων, που γεννήθηκε εκρηκτικά και αυθόρμητα στην επανάσταση, συνήθιζε τις μάζες στον αυτόνομο τρόπο δράσης για τις δημόσιες υποθέσεις, ακόμα και όταν τις αφορούσαν άμεσα, εμφανίστηκε την εποχή της εξουσίας του Στάλιν μια εντελώς αντίρροπη τάση για το τι και πώς συνήθιζε κανείς. Η υπογράμμιση στο Λένιν της σημασίας του εθισμού είναι πιστή στην αλήθεια και με κατευθυντήρια σημασία ακριβώς επειδή έχει αυτή τη διπλή σημασία: Περιέχει δηλαδή την εναλλακτική επιλογή για τη βαθιά κοινωνική αλλαγή που μπορεί να επιφέρει ο εθισμός, όμως χρήσιμη ή βλαβερή ανάλογα με το αντικείμενο του εθισμού. Με τη μετατροπή της σταλινικής προτεραιότητας της τακτικής σε γραφειοκρατική χειραγώγηση που αγκάλιαζε και διαπερνούσε ολόκληρη την κοινωνία αναγκάστηκαν και όσοι συμμετείχαν ενεργά και όσοι υφίσταντο παθητικά να συνηθίσουν σ' αυτή μέσα στις μορφές της ίδιας τους της διαβίωσης. Στις καλύτερες, από ανθρώπινη άποψη, περιπτώσεις, όπου υπήρχαν ειλικρινείς και πεπεισμένοι οπαδοί, που ήταν συχνότερες από όσες υποθέτουν οι επικριτές, προέκυψε μια ιδιόμορφη και συχνά γελοιογραφική παραλλαγή του αστού πολίτη (citoyen). Αναπτύχθηκε πράγματι η εξιδανίκευση του πολίτη (με το νόημα που δίνει ο Μαρξ) όμως τη σημαντική απόχρωση ότι η εξιδανίκευση αυτή δεν αφορούσε ούτε μια αφοσιωμένη δράση που εξύψωνε την προσωπικότητα, όπως τον καιρό των Ιακωβίνων ούτε μια φορμαλιστική, κενή, δήθεν δράση, που συναντάμε στις σημερινές αστικές δημοκρατίες, αλλά περιοριζόταν αναγκαστικά στη συνειδητή εκτέλεση εντολών, με την πίστη όμως ότι υπηρετούσε πιστά τη μεγάλη υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης. (Για να μην υπάρξουν παρανοήσεις: η αιχμή αυτών των παρατηρήσεων κατά κανένα τρόπο δεν στρέφεται ενάντια στην πειθαρχία γενικά. Χωρίς αυτή δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε συλλογική κοινωνική πράξη. Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά -και ιδιαίτερα με τη σπουδαία εδώ έννοια των τύπων της πράξης που διαμορφώνουν ανθρώπινους χαρακτήρες- και μάλιστα αντίθεση στο κατά πόσο μια τέτοια πειθαρχία προέρχεται και λειτουργεί ανάλογα με το αν αυτός που υπόκειται στην πειθαρχία πήρε ενεργό μέρος στη γένεση των αποφάσεων, αν εκτελεί πειθαρχημένα την απόφαση μετά τη λήψη της με τη δυνατότητα να την κριτικάρει, αν συμμετέχει στη διόρθωση, μεταβολή ακόμη και ακύρωσή της ή αν έχει μόνο τη δυνατότητα της τυφλής και άλαλης πειθαρχημένης εκτέλεσης.).

Η αφύπνιση αυτών των «υπόγειων» κοινωνικών άλαλων κινημάτων σε ένα ανοιχτό, όλο και πιο κριτικό σύμφωνα με τις συσσωρευόμενες εμπειρίες, συνειδητά κοινωνικό μαζικό τρόπο συμπεριφοράς δεν είναι όμως δυνατό, όπως εκτέθηκε εδώ, να πάρει τις ορμητικές αυθόρμητες μορφές της παλαιότερης δράσης των συμβουλίων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η ανανέωση κάποιου άλλου χαρακτήρα. Πιστεύουμε μάλιστα ότι η υπερνίκηση της μηχανικά συγκεντρωτικής και ως εκ τούτου γραφειοκρατικοποιημένης πρακτικής του μέχρι τώρα σχεδιασμού, που οι επικριτές της ήδη αναφέρονται πολύ συχνά στην ανάγκη αποκέντρωσής της, δεν είναι πραγματοποιήσιμη χωρίς αποτελεσματική έκκληση σ' αυτές τις δυνάμεις που βρίσκονται ακόμα απωθημένες στην ανωνυμία. Απλή προπαγάνδα όμως δεν αρκεί. Οι μάζες αυτές πρέπει να βιώσουν, μέρα με τη μέρα, μέσα από τις δικές τους εμπειρίες, την πραγματικότητα της στροφής σαν πρακτική ρήξη με τις σταλινικές παραδόσεις. Για το σκοπό αυτό δεν αρκεί να ανοίξει ο δρόμος της ελεύθερης ατομικής έκφρασης γνώμης από τα ψυχολογικά και κοινωνικά εμπόδια. Η σταλινική περίοδος, όχι μόνο καταπίεσε την ελεύθερη έκφραση γνώμης, αλλά στον πανικό του «φραξιονισμού», καταπίεσε και κατάστειλε οργανωτικά, ακόμα πιο δραστικά, κάθε είδος συνασπισμού των εργαζομένων για να επιβάλουν κρίσιμες βελτιώσεις, να εξαφανίσουν το συγκεκριμένα βλαβερό. Όμως, αν δεν επιτρέπεται η σύμπραξη τέτοιων αυθόρμητων και συχνά ευκαιριακών, προσωρινών και άτυπων συνασπισμών, και μάλιστα δεν προωθείται συνειδητά, δεν είναι δυνατή η κινητοποίηση των εργαζομένων για την ενεργητική βελτίωση της καθημερινής ζωής τους.

Μαζί με τους τύπους που περιγράφηκαν προηγούμενα εμφανίστηκε όμως αναγκαστικά και ένας αντίθετος τύπος, που χρησιμοποιεί την κοινωνική του θέση για να καλυτερέψει το προσωπικό του βιοτικό επίπεδο με επιτρεπόμενα αλλά και υποκλεπτόμενα και κάποτε και απαγορευμένα μέσα. Όσο και να προσεγγίζει η ψυχολογία και ηθική του συχνά τον ''homme" (άνθρωπο) της αστικής κοινωνίας, ωστόσο διακρίνεται απ' αυτόν ποιοτικά μια και από την κατάχρηση δεν είναι δυνατό να προέλθει εκμετάλλευση. Είναι αυτονόητο ότι δεν υπονοούμε τη θεμιτή προσπάθεια της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου με την προσωπική εργασία αλλά μόνο την πρακτική που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει για τέτοιους σκοπούς τα κενά, την ερμηνεία κ.λπ. των νόμων, καθώς και ορισμένες ακόμα υπαρκτές παλιές συνήθειες ή νέες που αρχίζουν να επικρατούν. Και σ' αυτό το σημείο πρέπει να γίνει μια οριοθέτηση: όπου η παραγωγή, ιδιαίτερα στις υπερβολικά συγκεντρωτικές γραφειοκρατικές μορφές της κάνει αναγκαία και επομένως θεμιτά ορισμένα είδη ατομικού τρόπου εργασίας δεν είναι δυνατό να γίνει καμιά σύγκριση με την αστική κοινωνία κυρίως επειδή η όλη δομή της σοσιαλιστικής κοινωνίας ακόμα και τότε κάνει εκ των προτέρων αδύνατη τη συσσώρευση με σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας άλλων ανθρώπων.

Στους τύπους αυτούς προστίθεται η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων που εκτελούν προσωπικά λίγο-πολύ ευσυνείδητα την εργασία τους αντιμετωπίζουν όμως με απάθεια και αδιαφορία τα προβλήματα της κοινωνικής τους ανόδου, βελτίωσης κ.λπ. ακόμα και όταν οι συνθήκες τους επιτρέπουν τυπικά να αναμιχθούν κριτικά και διορθωτικά. Και αυτές οι παρατηρήσεις απέχουν πολύ από το αίτημα για πληρότητα των τύπων, εξάντληση των προβλημάτων που προκύπτουν κ.λπ. Ο αποκλειστικός στόχος τους ήταν να σκιαγραφήσουν τις υποκειμενικές κοινωνικές τάσεις που προκύπτουν αναγκαστικά από τον τρόπο διευθέτησης της παραγωγής που έχει την αρχή του στο Στάλιν. Ο κύριος σκοπός μας ήταν αφενός να οριοθετήσουμε αυτού του είδους την κριτική του σταλινικού συστήματος από κάθε είδους αστικές κριτικές, που -ήδη από την εποχή της εισαγωγής της ΝΕΠ -επαναλαμβάνουν συνεχώς ότι κοινωνικά στο σοσιαλισμό πραγματοποιείται κάτι οικονομικά παρόμοιο με τον καπιταλισμό ή ότι γεννιέται σε παγκόσμια κλίμακα μια «βιομηχανική κοινωνία», που μέσα της θα εξαφανιστούν μοιραία οι διαφορές ανάμεσα στους δύο σχηματισμούς. Όπως δείξαμε ήδη σε διάφορα ζητήματα, το αντίθετο φαίνεται ότι συμβαίνει στο οικονομικό είναι όλων των σοσιαλιστικών κρατών, όπου η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής δημιουργεί κατ' ανάγκη αντικειμενικές συνθήκες που παραμένουν αναγκαία ποιοτικά διαφορετικές από τις συνθήκες στις ταξικές κοινωνίες. Μια πιο λεπτομερειακή και διεισδυτική ανάλυση των υπαρκτών σοσιαλιστικών κοινωνιών ωστόσο θα έδειχνε αφετέρου ότι ναι μεν έχουν καταργήσει αντικειμενικά και έχουν κάνει αδύνατη κάθε εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο όμως έχουν αναπτυχθεί οικονομικά και κοινωνικά με τρόπο που η οικονομική ζωή στην πράξη δεν είναι –ακόμα- σε θέση να φέρει στον κόσμο καταστάσεις, τάσεις κ.λπ. στις οποίες οι εργαζόμενοι με τα μέσα της οικονομικής αναπαραγωγής της ίδιας της ατομικής ζωής τους και της κοινωνίας να την μετασχηματίζουν στην ολότητά της έτσι ώστε, όσον αφορά τα υποκείμενά της, να αναπτύσσεται προς την κατεύθυνση να τα κάνει κάποτε κατάλληλα να γίνουν ελεύθεροι άνθρωποι του κομμουνιστικού σχηματισμού. Η αμφισβήτηση του αντικειμενικά σοσιαλιστικού χαρακτήρα του υπαρκτού σοσιαλισμού ανήκει λοιπόν στη σφαίρα των αστικών ανοησιών και συκοφαντιών. Η οικοδόμηση και επέκταση του υποκειμενικού σοσιαλιστικού χαρακτήρα της κοινωνίας εξακολουθεί αντίθετα να είναι το μεγάλο έργο του παρόντος και του μέλλοντος για όλους εκείνους που αποδέχονται τίμια το σοσιαλισμό για μοναδική γνήσια διέξοδο από τις αντιφάσεις του καπιταλισμού.

Πρόκειται λοιπόν, αν το θεωρήσουμε από αντικειμενική άποψη, για το γεγονός ότι η οικονομική και κοινωνική τάξη που διαμορφώθηκε την εποχή του Στάλιν ήταν μεν σε θέση να ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό μόνιμα από οικονομική άποψη τη χαίνουσα οικονομική καθυστέρηση και μάλιστα χωρίς καν να θίξει τη σοσιαλιστική θεμελιώδη δομή, όμως δεν ήταν σε θέση να καταστρέψει εκείνη την υφή του καπιταλιστικού σχηματισμού που έχει μεν την ικανότητα να πετύχει μια μέχρι τότε αφάνταστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και έτσι να δημιουργήσει την αντικειμενική βάση για το «βασίλειο της ελευθερίας», για την ουσιαστική εξανθρώπιση του ανθρώπου αλλά με έναν τρόπο που στη ζωή φράζει αυτό το δρόμο προς την εξανθρώπιση με αντικειμενικά ανυπέρβλητα εμπόδια. Θίξαμε ήδη αυτό το ζήτημα όταν αναλύσαμε την αστική δημοκρατία. Ο Μαρξ έδειξε ότι στα θεμελιώδη συντάγματα της γαλλικής επανάστασης ο άνθρωπος αναγκαστικά ανακηρύχτηκε σε φραγμό για την ελευθερία του ανθρώπου. Εξηγεί [11]: «Το ανθρώπινο δικαίωμα στην ελευθερία δεν βασίζεται στη συνένωση του ανθρώπου με τον άνθρωπο αλλά αντίθετα στο διαχωρισμό του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Είναι το δικαίωμα σ' αυτό το διαχωρισμό, το δικαίωμα του περιορισμένου, περιορισμένου στον εαυτό του, ατόμου». Η αστική κοινωνία «δεν επιτρέπει να βρίσκει κάθε άνθρωπος στον άλλον την πραγμάτωση αλλά αντίθετα το φραγμό της ελευθερίας του».

Τα κείμενα που ο Μαρξ ερμηνεύει εδώ, αντιστοιχούν στην κοινωνική αλήθεια, παρόλο ότι οι συντάκτες τους ήταν από πολλές απόψεις γεμάτοι με τις «ηρωικές αυταπάτες» της επαναστατικής αλλαγής. Όποιος θέλει να πετύχει μια σωστή τοποθέτηση απέναντι τους δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ ότι ο μεγάλος καινοτόμος και πρόδρομός της ο Χομπς χαρακτήρισε την κατάσταση αυτή με τη φράση ''homo hominis lupus" (άνθρωπος ανθρώπω λύκος) και ότι ο νεοανακαλυφθείς σαν διανοητής από τη σημερινή αστική τάξη Μαρκήσιος Ντε Σαντ ακόμα και τη σεξουαλική πράξη δεν την περιγράφει σαν κάτι όπου συντελείται μια κοινή δραστηριότητα μεταξύ των ανθρώπων, όπου γεννιέται μια συντροφική συνεργασία, αλλά όπου για τον άνδρα η γυναίκα δεν έχει άλλη θέση εκτός από αντικείμενο ηδονής, που η συμμετοχή της, τα αισθήματα, οι αντιδράσεις της κ.λπ. του είναι εντελώς αδιάφορα. Η κοινωνική αλήθεια για τον καπιταλιστικό σχηματισμό που εμπεριέχεται σ' αυτό τον ορισμό, παρόλη την ακρότητα της υπερβολής, φαίνεται και στο γνωστό ορισμό του γάμου από τον Καντ, μόνο που αυτός μεταφράζει τον κυνικό εγωισμό του Σαντ στη γλώσσα της καπιταλιστικής οικονομίας, της ελεύθερης εμπορευματικής κυκλοφορίας. Λέει ο Καντ [12]: «Γάμος είναι η συνένωση δύο προσώπων διαφορετικού φύλου με σκοπό την ισόβια αμοιβαία νομή των ιδιοτήτων του φύλου τους».

Η τελευταία αυτή παρατήρηση που αφορά τις έγγαμες, τις σεξουαλικές σχέσεις των ανθρώπων δεν είχε καθόλου το σκοπό, όπως είναι σήμερα συχνά η μόδα, να μετατοπίσει αντικειμενικά αυτό το ζήτημα στο κέντρο του ενδιαφέροντος αλλά μόνο να δείξει ότι οι θεμελιώδεις εκείνες διαπιστώσεις, που διατύπωσε ο Μαρξ για την κοινωνική-ανθρώπινη υποδομή του καπιταλισμού, έχουν καθολική κοινωνική σημασία που ισχύει για κάθε ανθρώπινη πράξη. Ο Μαρξ ονόμασε με σαφήνεια την οικονομική βάση αυτής της καθολικής ανθρώπινης σχέσης ήδη στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Λέγεται εκεί σχετικά με την πράξη της αστικής τάξης σαν κυρίαρχης τάξης που επιφέρει αναγκαστικά η καπιταλιστική οικονομία [37]: «Διάλυσε την προσωπική αξιοπρέπεια μέσα στην ανταλλακτική αξία... Ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο ιερέας, ο ποιητής, ο επιστήμονας, όλοι τους έγιναν σ' αυτήν μισθωτοί εργάτες». Το ζήτημα της εξανθρώπισης του ανθρώπου που τίθεται στη σοσιαλιστική επανάσταση είναι γι' αυτό το λόγο κατ' αρχήν αυτό που πάντοτε τίθεται σε κάθε μετάβαση από ένα σχηματισμό σ' έναν ανώτερο: πώς δημιουργούνται από την κοινωνία εκείνοι οι άνθρωποι που είναι σε θέση να επιτελέσουν στην αυθόρμητη πράξη τους τα νέα έργα που τίθενται στην κοινωνία από αυτό το μετασχηματισμό. Στις παλαιότερες επαναστάσεις επρόκειτο όμως αντικειμενικά για τη γένεση ριζικά καινοφανών οικονομικών συνθηκών. Αν συγκριθεί π.χ. ο καταμερισμός της εργασίας κατά την περίοδο της μανουφακτούρας με τον αντίστοιχο στις συντεχνίες του μεσαίωνα είναι μεμιάς εμφανής και με άμεσα προφανή τρόπο η ριζική αυτή στροφή στη σχέση κάθε εργάτη με τη δική του εργασιακή διαδικασία. Έπεται ότι η νέα τοποθέτηση του εργαζόμενου -ανεξάρτητα αν εκείνος υποκειμενικά αποδέχεται ή αποκρούει τη νέα κατάσταση- είναι εξαναγκασμένη από τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας.

Η μετάβαση τώρα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό εμφανίζει από κάθε άποψη ένα ριζικά διαφορετικό, και μάλιστα με ριζοσπαστική όψη, τρόπο ύπαρξης. Από τη μια η μεταβολή είναι τώρα κατά πολύ βαθύτερη. Κατά τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό επρόκειτο απλά για μετάβαση από μια εκμεταλλευτική ταξική κοινωνία σε μια άλλη, θεμελιωμένη επίσης πάνω στην εκμετάλλευση, αν και σε ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Τώρα όμως γίνεται ο λόγος για την άρση κάθε εκμετάλλευσης. Από την άλλη, η μετάβαση που αναφέραμε προηγουμένως προκάλεσε μια ριζική μεταβολή σε όλα τα πεδία της υλικής παραγωγής (αρκεί να επισύρουμε την προσοχή, όπως και προηγουμένως, στην αλλαγή του καταμερισμού της εργασίας από τη συντεχνία στη μανουφακτούρα), ενώ τώρα, ιδιαίτερα στις τεχνολογικές πλευρές της παραγωγής, δεν επέρχεται μια έστω κατά το ελάχιστο συγκρίσιμη μεταβολή. (Ένα εργοστάσιο που έχει κατασκευαστεί για τον καπιταλισμό μπορεί να λειτουργήσει σε γενικές γραμμές και στο σοσιαλισμό, χωρίς μεγάλες αλλαγές, και αντίστροφα). Όμως έχει γίνει η επαναστατική μεταβολή της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής. Έγινε ήδη λόγος για την αποφασιστική της επίδραση. Μόνο αυτή πάντως δεν μπορεί να μετασχηματίσει υλικά τον τρόπο εργασίας και επομένως και τον τρόπο ζωής, την καθημερινότητα των ανθρώπων, έτσι ώστε να προκαλέσουν με τη σειρά τους την αναγκαία πια ριζική μεταβολή του ανθρώπου στη σχέση του προς την εργασία του, προς το συνάνθρωπό του. Αυτό όμως αποτελεί ακριβώς την προϋπόθεση της ιδιαίτερης ανάπτυξης του σοσιαλισμού σαν προπαρασκευαστικής μεταβατικής φάσης στον κομμουνισμό. Ο Λένιν διατύπωσε καθαρά στα έργα του του πολέμου ότι ο σοσιαλισμός θεμελιώνεται μεν στην οικονομία, όμως κατά κανένα τρόπο δεν την έχει σαν αποκλειστικό περιεχόμενο [38]. Είναι αυτονόητο ότι, όταν αμφισβητούμε τις κατά άμεση ανάγκη μεταβολές του ανθρώπου λόγω της αλλαγής στην παραγωγή, καθόλου δεν υποστηρίζουμε την άποψη ότι οι μεταβολές αυτές μπορούν να έχουν καθαρά ιδεολογικά κίνητρα. Η ιδεολογία, σαν θεωρητικό και πρακτικό στοιχείο της κοινωνικής εξέλιξης, σαν μέσο διεξαγωγής των συγκρούσεων που αναδείχνει η πορεία της υλικής παραγωγής, είναι βέβαια σημαντική, απαραίτητη συνιστώσα κάθε κοινωνικής μετασκευής, όμως από την ουσία της είναι μόνο συνιστώσα, μια απόκριση που δίνουν οι άνθρωποι στη μεταβολή της παραγωγής. Πρέπει οπωσδήποτε να είναι θεμελιωμένη υλικά, πράγμα που βέβαια δεν ακυρώνει την πρακτική της επίδραση σαν κοινωνικής δύναμης, αντίθετα την υποστηρίζει σε έκταση και ένταση και τη βασίζει πραγματικά στο συγκεκριμένο ως έχει.

Ξετυλίγεται έτσι εμπρός μας η παράδοξη κατάσταση, που δείξαμε κιόλας σε σκιαγράφημα τόσο συχνά: η υλική παραγωγή πρέπει να επιτελέσει -φυσικά με τη διαμεσολάβηση της ιδεολογικής ανταπόκρισης- και σ' αυτό το σημείο την αλλαγή των ανθρώπων, το μετασχηματισμό τους σε κατάλληλους φορείς του μελλοντικού σχηματισμού. Ο ενυπάρχων αυτοματισμός της οικονομίας όμως δεν μπορεί να επιτελέσει ένα τέτοιο έργο μέσα από τη δική του αυθόρμητη διαλεκτική, αντίθετα πρέπει να καθοδηγηθεί ο ίδιος -σαν βάση του μελλοντικού- έτσι ώστε να γίνει ικανός να ξυπνήσει στους ανθρώπους εκείνες τις ιδιότητες, εκείνες τις μεταξύ τους σχέσεις, που επιδρώντας με τη σειρά τους επάνω τους θα τους κάνει ικανούς να πραγματωθούν σαν γνήσιοι άνθρωποι.

Τέτοια κατάσταση δεν έχει εμφανιστεί μέχρι τώρα στην ανθρώπινη ιστορία. Γι' αυτό το λόγο πρέπει ν' αντιμετωπίζουμε με την πιο μεγάλη κριτική αυστηρότητα την απλή εφαρμογή των απειριών από προηγούμενους σχηματισμούς, έτσι ώστε να μην καταλήξουμε σε αδιέξοδα. Ο Μαρξ δεν ονόμασε χωρίς λόγο, ήδη στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», τον καπιταλιστικό σχηματισμό, τελευταίο σχηματισμό που βασίζεται στα μέσα της εκμετάλλευσης, όπου φυσικά η εκμετάλλευση εννοείται μαζί με όλες τις ανθρώπινες και διανθρώπινες συνέπειές της. Ο Λασσάλ έκανε ένα «οικονομιστικό» λάθος όταν απαιτούσε να είναι το δικαίωμα στο «πλήρες προϊόν της εργασίας» αποφασιστικό για το σοσιαλισμό και ο Στάλιν αντιπαρήλθε -προς την αντίθετη κατεύθυνση αλλά εξίσου οικονομιστικά- το κεντρικό πρόβλημα όταν καταλόγιζε άμεσα στα εργαζόμενα άτομα την κοινωνική υπερεργασία. Το ουσιαστικά νέο έγκειται αντίθετα στον τρόπο με τον οποίο η υπερεργασία αυτή είναι σε θέση να μετασχηματίζει εσωτερικά και εξωτερικά την ανθρώπινη ζωή και αντικειμενικά-οικονομικά και υποκειμενικά-ανθρώπινα. Επαναλαμβάνοντας κάτι που ειπώθηκε και προηγούμενα: ο λεγόμενος εξανθρωπισμός των συνθηκών της εργασίας, που εμφανίζεται και στο σημερινό καπιταλισμό, είναι μέσο προσαρμογής των ανθρώπων σε υπάρχοντες και νεοεισαγόμενους τρόπους εργασίας για να επιβληθεί επαύξηση της εκμετάλλευσης και κατά περίπτωση απλά να ελαττωθούν οι τριβές κατά τη συντέλεσή της. Στην περίπτωση που εξετάζουμε αντίθετα πρόκειται για προσαρμογή του τρόπου εργασίας στην αρμόζουσα ουσία του ανθρώπου, στην ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, στην ανθρώπινη ικανότητα εξέλιξης.

Είναι λοιπόν μια τροποποίηση και μάλιστα μετασχηματισμός της ίδιας της κοινωνικής διαδικασίας, όμως με πραγματικές, υλικά πραγματοποιήσιμες στοιχειοθετήσεις, που στην ουσία τους δεν μπορεί να είναι πια καθαρά οικονομικές κατηγορίες. Είναι χωρίς άλλες επεξηγήσεις σαφές ότι τέτοιου είδους στοχοθετήσεις είναι δυνατές μόνο μέσα σε σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία, που η ίδια η οικονομική διαδικασία έχει δεχτεί κιόλας, σαν συνέπεια της κοινωνικοποίησης όλων των μέσων παραγωγής, ενιαία τοποθετημένη τελεολογική διεύθυνση. Είναι όμως εξίσου σαφές ότι μόνο η ενιαία σχεδιασμένη διεύθυνση της συνολικής οικονομικής διαδικασίας καθόλου δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στην ικανότητα να τίθενται και να πραγματοποιούνται τέτοιοι στόχοι. Μπορεί -μέσα στο πλαίσιο των πλεονεκτημάτων και αδυναμιών που εμπεριέχει- να επιτύχει πολλά πράγματα από καθαρά οικονομική άποψη, η ιδιαίτερη όμως, η ενυπάρχουσα σ' αυτή διαλεκτική δεν είναι ικανή από μόνη της να επιφέρει τέτοια αποτελέσματα, όπως εκτέθηκαν προηγουμένως.

Οι στόχοι αυτοί πρέπει φυσικά να βρίσκονται σε αρμονία με τις απαιτήσεις της παραγωγής για να είναι πρακτικά πραγματοποιήσιμοι. Δεν συνάγονται όμως από τις απαιτήσεις της παραγωγής, πρέπει, όπως συνήθιζε να λέει ο Λένιν, να μεταφερθούν από έξω, δηλαδή έξω από την άμεση παραγωγή. Και αυτή ακριβώς είναι η ιδιαίτερη χαρακτηριστική λειτουργία της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Αυτή η ιδιαίτερη κοινωνική της αποστολή ορίζει την ιδιαιτερότητά της, τις χαρακτηριστικές διαφορές της από κάθε δημοκρατία παλαιότερων σχηματισμών, βασισμένων στην ατομική ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση, και ιδιαίτερα από τη δημοκρατία του καπιταλισμού. Στα μεγάλα, ορμητικά αυθόρμητα κινήματα των συμβουλίων, που επανειλημμένα αναφέραμε, βρήκε αυτό το κοινωνικό αίτημα της σοσιαλιστικής επανάστασης μια άμεση μαζική έκφραση. Πέρα απ' αυτό όμως, δεν κατέχουμε συγκεκριμένες εμπειρίες, που να επιδέχονται έστω και κάποια γενίκευση για το παρόν και το μέλλον, για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί ένα τέτοιο κίνημα σε οργανικό και αποφασιστικής αξίας συστατικό στοιχείο της συγκεκριμένης οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Οι επαναστάσεις του 1871 και του 1905 καταστάλθηκαν πριν καν εμφανιστεί το σύμπλεγμα αυτών των προβλημάτων με τη μορφή συγκεκριμένου καθήκοντος. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του Λένιν, το κίνημα των συμβουλίων κυριαρχούνταν από παρακμιακές διαλυτικές τάσεις. Αναφέραμε τις μάταιες προσπάθειες του Λένιν να συντηρηθεί όπως-όπως σαν ζωντανή δύναμη για τη μελλοντική εξέλιξη το περιεχόμενό τους που οδηγούσε στο σοσιαλισμό απέναντι σε μια όλο και πιο διεισδυτική γραφειοκρατικοποίηση.

Γνωρίζουμε ότι οι προσπάθειες αυτές απότυχαν. Μια παρόμοια απόπειρα σήμερα, ακόμα και αν κατανοείται σωστά πόσο είναι απαραίτητη για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, δεν μπορεί να στηριχτεί, αν θέλει να παραμείνει ρεαλιστική, σε κάποια θεωρητικά θεμελιωμένη πράξη ούτε από την εποχή της παλιάς άνθισης ούτε από την εποχή αυτής της συγκεκριμένης παρακμής. Αυτό που προσφέρεται σήμερα προς επιτέλεση, δεν μπορεί γι' αυτό το λόγο, κατά κανένα τρόπο να συνδεθεί άμεσα με την παράδοση ενός κάποτε υπαρκτού κοινωνικού κινήματος, με την εξαίρεση εκείνων των «υπόγειων» τάσεων, που γι' αυτές μιλήσαμε προηγούμενα, οι οποίες όμως δεν μπορούν να δώσουν κάποια θεωρητική θεμελίωση. Πρέπει αντίθετα να αναλάβουμε την απόπειρα, μέσα από τη μαρξιστική ανάλυση της παρούσας κατάστασης και των μελλοντικών προοπτικών που προκύπτουν από αυτή, να επεξεργαστούμε συνειδητά θεωρητικά τις αρχές μιας αναζωογόνησης και να προσπαθήσουμε συνειδητά να μετατρέψουμε τα συμπεράσματα που θα αποκομίσουμε σε κοινωνική πράξη. Πρόκειται λοιπόν για μια συνειδητά εισαγόμενη, συνειδητά καθοδηγούμενη, μακρόχρονη και αντιφατική διαδικασία. Γιατί από τη μια δεν πρέπει να χάσουμε ποτέ από τα μάτια μας τη γόνιμη βασική αντίφαση αυτής της κατάστασης, ότι δηλαδή πρέπει να ενσωματωθούν στην οικονομία ενεργοί παράγοντες, που δεν είναι δυνατό να έχουν οικονομικό χαρακτήρα, αλλά παρόλα αυτά δεν έχουν σκοπό να παρεμποδίσουν την καθαρά οικονομική ανάπτυξη αλλά αντίθετα να την προωθήσουν και από καθαρά οικονομική άποψη, σύμφωνα με τις εκάστοτε κοινωνικές ανάγκες. Από την άλλη, το γεγονός ότι πρόκειται για μακροχρόνια διαδικασία σημαίνει την ανάγκη να εναρμονίζεται αδιάκοπα, συνεχώς, κατά κάποιο τρόπο καθημερινά, η θεωρητικά κατακτημένη γνώση του κοινωνικού περιεχομένου της προοπτικής της με το εκάστοτε επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγής, με τις καθαρά οικονομικές απαιτήσεις κάθε φάσης. Αυτό είναι βέβαια έργο μιας μαρξιστικά θεμελιωμένης οικονομικής πολιτικής του σοσιαλισμού, που τις λεπτομέρειές της είναι αδύνατο έστω και να προσεγγίσει μια τόσο σκιαγραφική θεώρηση σαν τη δική μας, που έχει στόχο να αποκαλύψει μόνο τα εντελώς βασικά σημεία. Έχει έτσι ακόμα μεγαλύτερη σημασία να αποσαφηνισθούν οι θεωρητικές βάσεις. Ο Λένιν, στη δίκαια περίφημη διάκρισή του ανάμεσα στον αυθορμητισμό και τη συνειδητότητα (μαρξιστική συνειδητότητα, γνήσια ταξική συνείδηση), λέει ότι η συνειδητότητα μπορεί «να δοθεί» στον εργάτη «μόνο από έξω δηλαδή έξω από την οικονομική πάλη». «Το πεδίο από όπου μπορεί να αντληθεί αυτή, η γνώση περιλαμβάνει την αλληλεπίδραση όλων των κοινωνικών δυνάμεων, δηλαδή την ολότητα της κοινωνίας μέσα στην ιστορική της δυναμική» [39] (Επειδή ο Λένιν αναφερόταν μεν άμεσα στις συνθήκες του 1903 εννοούσε όμως ταυτόχρονα και μια γενική αρχή, πιστεύουμε ότι έχουμε το δικαίωμα να παραθέσουμε μόνο αυτό το περιεχόμενο και όχι μόνο το τότε επίκαιρο περιεχόμενο των θέσεών του). Η μέθοδος αυτή, που εμπεριέχει ακριβή συνέχιση της μαρξιστικής μεθόδου, προδιαγράφει για τη σωστή πράξη επιτακτικά σ' αυτή την κατάσταση την αναφορά στη μαρξιστική μέθοδο.

Είναι όμως σήμερα δυνατή αυτή η μέθοδος εφαρμόζοντας απλά τις θεωρίες που επικράτησαν κατά τις πρόσφατες δεκαετίες; Έχουμε ήδη σημειώσει την κεντρική ιδέα της σταλινικής θεωρίας: το αναποδογύρισμα της ιεραρχικής σχέσης ανάμεσα στη γενική θεωρία του μαρξισμού, τη στρατηγική και την τακτική προξένησε τη στρέβλωση όλης της μαρξιστικής μεθόδου, στρέβλωση που δεν μπορεί από καμιά άποψη να θεωρηθεί ότι έχει ξεπεραστεί και διορθωθεί στην ουσία της. Αν περιοριστούμε στα εντελώς ουσιώδη ζητήματα πρέπει να διαπιστώσουμε ότι από την έκδοση του «Ιμπεριαλισμού» του Λένιν (1916) δεν έχει γίνει επιστημονική διερεύνηση της ιδιαιτερότητας, των νέων χαρακτηριστικών του σημερινού καπιταλισμού και αντίστοιχα δεν έχει γίνει διερεύνηση των ιδιαίτερων νομοτελειών της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Μέσα σε άλλα πλαίσια ρίξαμε μια γρήγορη ματιά στις απόψεις του Στάλιν για την οικονομία. Η ματιά αυτή έδειξε πως η θεωρητική κυριαρχία της τακτικής οδήγησε αναγκαστικά σε διαστρέβλωση της μαρξιστικής μεθόδου και των συμπερασμάτων της. Γνωρίζουμε ότι στην ίδια περίοδο αφαιρέθηκαν οι «ασιατικές παραγωγικές σχέσεις» από τη συνολική ιστορική εικόνα της οικονομικής εξέλιξης και στη θέση τους μπήκε π.χ. μια κινέζικη φεουδαρχία που ουδέποτε υπήρξε. Με τον τρόπο αυτό φάνηκε μεν να διευκολύνεται η αιτιολόγηση από το Στάλιν ορισμένων τακτικών αποφάσεων αλλά ταυτόχρονα έγινε αδύνατο για δεκαετίες να διερευνηθούν μαρξιστικά τα πραγματικά γεγονότα και οι αληθινές νομοτελειακές σχέσεις σ' ένα τόσο σημαντικό πεδίο. Η μεθοδολογική προτεραιότητα της τακτικής συσχετίζεται επίσης στενότατα και με την άλλη υπογραμμισμένη διαστρέβλωση της μαρξιστικής-λενινιστικής μεθόδου: το χειρισμό δηλαδή της κοινωνικής κατάστασης σαν να βρίσκεται πάντοτε σε μόνιμη επαναστατική έξαρση. Γιατί η προτεραιότητα αυτή αποκλείει στην πράξη κάθε αντικειμενική θεωρητική συζήτηση για την πραγματική φύση καταστάσεων, τάσεων κ.λπ. Οι αποφάσεις παίρνονται μόνο με τακτικά κριτήρια και όποιος δεν έχει σύμφωνη γνώμη παρουσιάζεται να είναι ανοιχτός ή κρυφός εχθρός. Δεν ενδιαφέρει η ανασκευή του αλλά η συκοφάντηση και η ηθική ή φυσική του «εξουδετέρωση». Η διατήρηση όμως αυτή της σταλινικής μεθόδου οδηγεί εύκολα στην πρακτική επαναφορά της θέσης για τη συνεχή όξυνση της ταξικής πάλης, που απόρριψε το 20ο Συνέδριο, κάθε φορά που φαίνεται κατάλληλη από τακτική άποψη για τη γραφειοκρατική βίαια λύση μιας περίπλοκης κατάστασης, ανεξάρτητα από την πραγματική ή όχι όξυνση της ταξικής πάλης. Ορισμένες παροδικές οξύνσεις μάλιστα είναι δυνατό να προκληθούν ακριβώς από τέτοιες αντιδράσεις. Ο κατάλογος των διαστρεβλώσεων της μαρξιστικής - λενινιστικής μεθόδου θα μπορούσε να συνεχιστεί απεριόριστα, πράγμα που είναι φυσικά αδύνατο σ' αυτό το πλαίσιο. Ας γίνει όμως μια σύντομη υπόμνηση της άποψης του Λένιν που είναι συνέχεια της μαρξικής, για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών, επειδή το ζήτημα αυτό συνδέεται βαθιά με τη σοσιαλιστική δημοκρατία. Ο Λένιν απαίτησε, το 1917, για κάθε λαό, το απεριόριστο δικαίωμα να ανακηρύσσεται ανεξάρτητος και απόρριψε με τον πιο ενεργητικό τρόπο κάθε απόπειρα να γίνουν εξαιρέσεις [40]. Αλλά και νωρίτερα κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αποκαλούσε προδοσία του σοσιαλισμού την πρόθεση να εγκαταλειφθεί αυτό το δικαίωμα των λαών στο σοσιαλισμό [41].  Δεν υπάρχει γραφειοκρατικό σόφισμα που να μπορεί να ακυρώσει την κεντρική σημασία που έχει η θέση αυτή για το μαρξισμό-λενινισμό. Ο Λένιν διαμαρτυρήθηκε με πάθος ενάντια στην παραβίασή της τον καιρό που ήταν βαριά άρρωστος [42]. Δεν υπάρχει κανενός είδους τακτικά καθορισμένη χειραγώγηση λοιπόν, που να μπορεί να εξαφανίσει το γεγονός ότι τόσο ο Λένιν όσο και ο Μαρξ θεωρούσαν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών μεγάλο, κεντρικό ζήτημα της προλεταριακής επανάστασης, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Η πρακτική πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας προϋποθέτει λοιπόν την αναδημιουργία της μεθόδου του μαρξισμού. Αυτό δεν εννοείται φυσικά μόνο με την επιστημονική, την ιστορικοφιλοσοφική έννοια. Το αντίθετο. Αν η αναδημιουργία αυτή είναι θεωρητικό ζήτημα ζωής και θανάτου για το κομμουνιστικό κίνημα, αυτό συμβαίνει επειδή αλλιώς είναι αδύνατο να συλλάβουμε σωστά τα αληθινά προβλήματα του παρόντος (μαζί με την ιστορική τους γένεση και τη μέχρι σήμερα αδιερεύνητη ενδιάμεση εποχή), τις συγκεκριμένες ιστορικές προοπτικές που αναδείχνει η σημερινή πράξη. Η αναδημιουργία αυτή φυσικά δεν μπορεί να γίνει με μια απλή απόφαση ακόμα και του πιο εξιδανικευμένα τέλειου οργάνου. Παραλείψεις, συγχύσεις, παραμορφώσεις κ.λπ. ολόκληρων δεκαετηρίδων είναι δυνατό να παραμεριστούν μόνο με μακρόχρονη ερευνητική εργασία και με αντικειμενικές συζητήσεις για τα θέματα αρχών της θεωρίας, της ιστορίας κ.λπ. Βέβαια ακόμα κι αυτή η αναπότρεπτη ανάγκη υποβαθμίζεται. Κάποιοι μιλάνε -και όχι μόνο από την πλευρά του μηχανισμού αλλά και από την κριτική πλευρά- για πλουραλισμό. Αυτό είναι παραπλανητικό. Πλουραλιστική μπορεί να είναι η θεμελίωση μιας νεοθετικιστικής θεωρητικής χειραγώγησης. Ο μαρξισμός ξέρει για κάθε ζήτημα μόνο μια απάντηση που ν' αντιστοιχεί την πραγματικότητα. Βεβαίως, η απάντηση αυτή δεν προκύπτει από τις αποφάσεις κάποιου θεσμοθετημένου οργάνου αλλά από την έρευνα, την ανάλυση κ.λπ. και πρέπει να εξετάζεται κριτικά με προσοχή σε συζητήσεις κ.λπ. Γι' αυτό το λόγο όχι σπάνια περνάει αρκετός καιρός πριν αναγνωριστεί γενικά ότι κάτι ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αν όμως θέλει το κομμουνιστικό κίνημα να έχει σταθερό έδαφος κάτω απ' τα πόδια του δεν μπορεί παρά να επιλέξει το δρόμο της αυτοδιόρθωσης, της αναγέννησης του μαρξισμού.

Το κίνημα χρειάζεται αυτή την αναγέννηση του μαρξισμού σε κάθε περίπτωση για όλα τα προς λύση ζητήματα. Η ανάγκη αυτή εμφανίζεται με αυξημένη βαρύτητα για το ξύπνημα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Γιατί ναι μεν βρισκόμαστε σε εντελώς νέο και θεωρητικά ελάχιστα καλλιεργημένο έδαφος -όπου ισχύει αυτό που έλεγε ο Λένιν για τη ΝΕΠ, ότι δηλαδή οι κλασικοί του μαρξισμού πέθαναν χωρίς να μας αφήσουν σαφείς υποδείξεις- όμως στις λίγες εξασφαλισμένες γνώσεις που έχουμε για τη σοσιαλιστική δημοκρατία ανήκει και το γεγονός ότι στην παρούσα φάση είναι αδύνατο να γεννηθεί αυθόρμητα, αλλά αντίθετα για το ξύπνημα και το ξεκίνημά της έχει απόλυτη ανάγκη από πολύ συνειδητή δουλειά. Είναι αυτονόητο και άμεσα προφανές σε όποιον το σκεφτεί ότι, όπως σημειώσαμε μέχρι τώρα, ένα κίνημα εκδημοκρατισμού με σοσιαλιστικό νόημα δεν μπορεί σήμερα παρά να καθοδηγείται, σύμφωνα με την έκφραση του Λένιν, από τα έξω, ότι δεν μπορεί να συνειδητοποιηθεί αυθόρμητα από αυτούς που συμμετέχουν. Υπογραμμίσαμε μάλιστα και προηγούμενα ότι η πλατιά διαδεδομένη απάθεια των εργαζόμενων μαζών μπορεί να μετατραπεί σε σοσιαλιστική δημοκρατική δράση μόνο με στοχοπροσηλωμένη δουλειά. Σ' ένα μαρξιστή είναι φανερό ακόμα και από αυτά τα λίγα, αν και βασικά, γεγονότα ότι εδώ γίνεται λόγος για δράση που η φυσιολογική κινητήρια και καθοδηγητική της δύναμη δεν μπορεί παρά να είναι το κομμουνιστικό κόμμα. Αφού σκοπός είναι να γίνουν αντιληπτές, να απελευθερωθούν και να υψωθούν σε επίπεδο συνειδητότητας δυνάμεις στην καθημερινή ζωή που εκφράζονται το πολύ-πολύ ιδιωτικά, από άτομο σε άτομο, από κοινωνική επομένως άποψη υπόγεια. Το ξύπνημα απαιτεί προπάντων συνειδητοποίηση εκείνων των μεγάλων, για κάθε επικαιρότητα, κοινωνικών ζητημάτων που οδηγούν τα αισθήματα, τις σκέψεις κ.λπ. συνήθως αυθόρμητα, ασυνείδητα στους ίδιους τους φορείς τους. Ήδη στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» θεωρούνται ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κομμουνιστών είναι ότι «προβάλλουν τα κοινά συμφέροντα όλου του προλεταριάτου και υποστηρίζουν πάντοτε το συμφέρον του συνολικού κινήματος». Ο Λένιν, μισό αιώνα αργότερα, ορίζοντας τη σωστή ταξική συνείδηση, προχώρησε αυτή τη σκέψη, κάνοντάς τη πιο συγκεκριμένη, και υπογράμμισε ότι η σωστή ταξική συνείδηση βασίζεται στη γνώση της ολότητας της κοινωνικής δυναμικής και υποστηρίζει την προτεραιότητα των μεγάλων, διαρκών συμφερόντων του προλεταριάτου ακόμα και κριτικάροντας ή αντιπαλεύοντας όταν χρειάζεται τα παροδικά, εφήμερα συμφέροντα.

Η πρακτική της σταλινικής εποχής μετατόπισε και σ' αυτό το πεδίο πολλά πράγματα προς την κατεύθυνση της απλής γραφειοκρατικοποιημένης τακτικής. Και σ' αυτό το σημείο επίσης το έργο και οι δυνατότητές μας δεν επιτρέπουν να στρέψουμε την προσοχή μας παρά μόνο σε ζητήματα αρχών. Πρώτα απ' όλα κάτι για το οποίο έγινε λόγος λίγο νωρίτερα: η αναγέννηση του μαρξισμού είναι φυσικά ζωτικό ζήτημα για την επιτυχημένη δράση του κόμματος. Σ' αυτό προστίθεται κάτι εξίσου αποφασιστικά σημαντικό: η εσωκομματική δημοκρατία. Φυσικά εννοούμε τη λειτουργία της στην πράξη, μια και στους τύπους υπήρχε πάντοτε και υπάρχει και σήμερα. Οι απόπειρες ορισμένων ιδεολόγων να πραγματοποιήσουν μια τόσο ριζική εσωτερική μεταρρύθμιση μέσα από κάποιο πολυκομματικό σύστημα ανήκουν στις αντιλήψεις περί αστικής δημοκρατίας που υποβάλαμε σε κριτική στην αρχή. Χωρίς να μπορούμε να αναλύσουμε βαθύτερα αυτό το σύμπλεγμα ας παρατηρήσουμε μόνο ότι εμείς εννοούμε μια κομματική δημοκρατία που να λειτουργεί ουσιαστικά ενώ γνωρίζουμε καλά ότι στα «δημοκρατικά» πολυκομματικά συστήματα του καπιταλιστικού κόσμου δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει για πραγματική εσωκομματική δημοκρατία σ' οποιοδήποτε κόμμα.

Αντίθετα, από τη σκοπιά του προβλήματός μας, στα πιο επείγοντα καθήκοντα ανήκει ένας ριζικά αναθεωρημένος ρεαλιστικός καταμερισμός εργασίας μεταξύ κράτους και κόμματος. Και εδώ πρέπει να περιοριστούμε στο πιο αποφασιστικό από άποψη αρχών πρόβλημα: Τα μεγάλα νέα καθήκοντα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, δηλαδή η πρακτική κάθαρση της καθημερινής ζωής από τα υπαρκτά και ενεργά κατάλοιπα της ταξικής κοινωνίας, που την γεμίζουν ακόμα σε μεγάλο βαθμό και μάλιστα συχνά αυξάνονται κατά την οικονομική ανάπτυξη -όταν δεν προσανατολίζεται συνειδητά στο σοσιαλισμό- (π.χ. ορισμένες μορφές επιδεικτικής κατανάλωσης), δεν είναι δυνατό να εκπληρωθούν με απαγορεύσεις ή με απλή προπαγάνδα σε επιμέρους ζητήματα. Ο βαθυστόχαστος ορισμός του Λένιν για τον εθισμό μπορεί τότε μόνο να ενεργοποιηθεί ουσιαστικά, όταν το κοινωνικό Είναι, προπάντων το οικονομικό, φυσικά όμως όχι μόνο αυτό, κατακτήσει βαθμιαία ένα τέτοιο περιεχόμενο, πάρει βαθμιαία τέτοιες μορφές, ώστε οι άνθρωποι, συνηθίζοντας σ' αυτές, με τον εθισμό μέσα στον εθισμό, αποβάλλουν τα όχι γνήσια ανθρώπινα, συχνά μάλιστα απάνθρωπα, αισθήματά τους, πεποιθήσεις, συμπεριφορά τους απέναντι στους εαυτούς τους και τους συνανθρώπους τους και αρχίσουν να τελειοποιούν βαθμιαία την ίδια τους τη ζωή και τις σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους (πράγματα που είναι υπαρξιακά αδιαχώριστα συνδεδεμένα) στο πνεύμα μιας γνήσιας ανθρωπιάς. Η εσωτερική αυτή μεταβολή δεν μπορεί να συντελεσθεί χωρίς το μετασχηματισμό του καθημερινού περιβάλλοντος. Η κομμουνιστική κοινωνία δεν μπορεί ποτέ να γεννηθεί χωρίς την σε πλάτος και σε βάθος ανάπτυξη αυτής της εσωτερικής μεταβολής, όσο αναπτυγμένη και να είναι η υλική παραγωγή.

Τις πρόσφατες δεκαετίες βέβαια ακούστηκαν πολλά για τα κατάλοιπα του καπιταλισμού, που επικρίθηκαν, στηλιτεύθηκαν και συχνά ανακοινώθηκε ακόμα και το ξεπέρασμα τους. Αυτός όμως, από κοινωνική άποψη -σε όλες τις κοινωνίες υπήρξαν εξαιρέσεις και πρόδρομοι του μέλλοντος καθώς και απλά ακραίες περιπτώσεις και με τη θετική και με την αρνητική έννοια- δεν μπορεί να είναι ο σωστός δρόμος. Φυσικά, με μια άμεση έννοια, που οπωσδήποτε παρουσιάζει μια μεγάλη κλιμάκωση βαθμίδων σπουδαιότητας, κάθε άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει τις αλλοτριώσεις του από τη γνήσια ανθρωπιά μόνο ο ίδιος, με τη δική του προσπάθεια. Φυσικά, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια τέτοια διαδικασία ξεκινάει με την κριτική ή την αυτοκριτική σε κάποια μορφή αυτών των αλλοτριώσεων. Με την αυστηρή κοινωνική έννοια όμως, μια ανθρώπινη συνήθεια -που γεννιέται πάντα κοινωνικά- δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεπεράστηκε πραγματικά παρά μόνο αν έχουν προκύψει πραγματικές συνθήκες ζωής, που να έχουν εξοβελίσει από τη συνείδηση κάθε κανονικού ανθρώπου ακόμα και τη σκέψη γι' αυτή. (Ας πάρουμε σαν παράδειγμα για τέτοιες γενικές συνήθειες τον κανιβαλισμό ή τη βεντέτα). Στις μεταβατικές εποχές παίζουν φυσιολογικά έναν καμιά φορά σημαντικό ρόλο και οι προσπάθειες ατομικής, ιδεολογικής, ηθικής κ.λπ. υπέρβασης. Αλλά ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν μπορούν ποτέ, μόνες τους, να κατακτήσουν πραγματική κοινωνική γενίκευση, με την έννοια που δόθηκε προηγουμένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για ριζικό μετασχηματισμό ολόκληρου του ανθρώπου, σε όλες τις εκφράσεις της ζωής του και όχι απλά για το ξεπέρασμα ορισμένων συγκεκριμένων επιμέρους ελαττωμάτων, μέσα στο πλαίσιο ορισμένων, μόνιμων, συγκεκριμένων βιοτικών σχέσεων. Ο συγγραφέας αυτών εδώ των παρατηρήσεων απέχει πολύ από κάθε υποτίμηση έστω και μόνο ατομικών μεταβολών τέτοιου είδους. Αντίθετα έχει τη βαθιά πεποίθηση ότι αν δεν είχαν υπάρξει στη μέχρι σήμερα ιστορία της ανθρωπότητας τέτοιου είδους ατομικές ή ομαδικές κινήσεις, που, με τον τρόπο τους, συχνά με ψευδή συνείδηση, συχνά με καθαρά ουτοπικούς στόχους, διαμαρτύρονταν ενάντια στην απανθρωπιά, ενάντια στην άρνηση της ανθρωπιάς, δεν θα ήταν δυνατό να γίνει επίκαιρο σήμερα όλο αυτό το πλέγμα προβλημάτων.

Ο συγγραφέας επίσης καθόλου δεν αποτιμά εκείνες τις προσπάθειες που γίνονται για να ξεπεραστούν στοιχεία ύπαρξής μας που είναι ανάξια του ανθρώπου, μόνο ανάλογα με τα άμεσα πρακτικά κοινωνικά τους αποτελέσματα. Η μέχρι τώρα εξέλιξη της ανθρωπότητας -που ο Μαρξ με άκρα συνέπεια ονομάζει προϊστορία της ανθρωπότητας- δεν συνεισέφερε στην αποφασιστική μεταβολή του υποκειμενικού παράγοντα παρά μόνο σκόρπιες και συχνά συγκεχυμένες απόπειρες. Πρέπει να τις εκτιμήσουμε όπως τους πρέπει και από τη διερεύνησή τους να αντλήσουμε το δίδαγμα ότι η εξανθρώπιση του ανθρώπου μπορεί να είναι μόνο δική του πράξη. Αυτό όμως δεν είναι παρά μια προσπάθεια να απαντηθούν τα προβλήματα εκείνα, με τις δυνατότητες λύσης τους, που τα πραγματικά τους περιθώρια δημιουργούνται, καθορίζονται και οριοθετούνται από την εκάστοτε αντικειμενική διαδικασία αναπαραγωγής της κοινωνίας. Επειδή η σοσιαλιστική δημοκρατία καλείται να υπερβεί την τελευταία, την πιο εξελιγμένη μορφή απανθρωπιάς (ο άλλος άνθρωπος σαν φραγμός, σαν απλό αντικείμενο, σαν πιθανός αντίπαλος ή εχθρός της δικής μας πράξης πραγμάτωσης του εαυτού μας) είναι αυτή και μόνον ικανή να δώσει την αντικειμενική κοινωνική και ανθρώπινη βάση για την αποφασιστική μεταβολή.

Τα μεγάλα κινήματα των συμβουλίων στο επαναστατικό παρελθόν εμπεριείχαν άμεσα την τάση να βάζουν αυτά τα πλέγματα προβλημάτων στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας. Παρόλο που σύμφωνα με τις πραγματικές συνθήκες κατά το ξέσπασμά τους και τους τότε δοσμένους συσχετισμούς δύναμης, δεν μπορούσαν να έχουν την ικανότητα μιας ολόπλευρης συγκεκριμένης γενίκευσης ή, πολύ λιγότερο, πραγματοποίησης, η ανάμνησή τους, που επιζεί άσβεστη στις πλατιές μάζες, μας δείχνει την -συχνά ιδεαλιστική και ουτοπική, λαθεμένα αιτιολογημένη- ελπίδα ότι η ανανέωσή τους θα μπορούσε να ανοίξει για την ανθρωπότητα μια διέξοδο, ένα δρόμο προς την αυτοπραγμάτωση. Το γεγονός ότι σε όλα τα σοσιαλιστικά κράτη τέθηκε από την ίδια την οικονομία επιτακτικά, σαν πρώτο καθήκον του παρόντος, η ριζική μεταρρύθμιση της οικονομικής βάσης, αποδείχνει ότι αυτή η μοναδική γνήσια εναλλακτική επιλογή, τόσο σε σχέση με τη σταλινική γραφειοκρατικοποίηση του σοσιαλισμού, όσο και σε σχέση με τη θετικιστικά χειραγωγημένη σημερινή αστική δημοκρατία, έχει αποκτήσει πάλι, στην αρχή μιας νέας περιόδου, κοινωνική και ιστορική επικαιρότητα. Από αυτό καθόλου δεν συνάγεται ότι θα μπορούσε σήμερα να έχει έστω και κάτι από τον ακαταμάχητο αυθορμητισμό των πρώτων μεγάλων εκρήξεων. Συνάγεται μόνο ότι οι κοινωνικές και ιστορικές ενδείξεις, μελλοντικής κρίσης, που αναδείχνονται στην παρούσα οικονομία, κατατείνουν σε μια νέα μορφή εκδημοκρατισμού που δεν υφίσταται μεν σήμερα πουθενά αλλά είναι γνωστή από την ιστορία και τη -δυστυχώς όχι ακόμα αρμόζουσα- μαρξιστική-λενινιστική της ερμηνεία. Συνάγεται ότι η συνέχεια της εξέλιξης, που φαινόταν επί δεκαετίες αδιατάραχτη, εμφανίζει τώρα παντού στην επιφάνεια της αντιφάσεις, ρήγματα, αξεδιάλυτες συγκρούσεις, που στο τέλος δύσκολα θα επιτρέψουν χειραγωγικές λύσεις ρουτίνας και σάπιους συμβιβασμούς, παρόλο που κάμποσες αστικές κυβερνήσεις προσπαθούν με ζήλο να ενσωματώσουν τα ακόμα χαοτικά αυθόρμητα κινήματα διαμαρτυρίας στο κατεστημένο.

Οι σκιαγραφικές αυτές παρατηρήσεις δεν έχουν σκοπό να περιγράψουν τη συγκεκριμένη οικονομική και πολιτική προοπτική αυτού που αρχίζει να γίνεται σήμερα ορατό στην επιφάνεια σε όλο τον κόσμο σαν κρίση του υπαρκτού. Στους μαρξιστές όμως μπαίνει το ριζικά νέο καθήκον, να αποκαλύψουν, μέσα στην αλλαγμένη οικονομική κατάσταση -αφυπνίζοντας τη μαρξιστική μέθοδο- τους νέους δρόμους αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό και εσωτερικής ανανέωσης του σοσιαλισμού. Δεν μπορούμε εδώ να αναλύσουμε περισσότερο τις νέες μορφές διαχωρισμού και επανένωσης του παλιού και εκείνου που έχει μείνει ακόμα ενεργά ζωντανό από την παράδοση. Μπορούμε και πρέπει όμως να υπογραμμίσουμε ότι είναι αυτονόητο, όταν μιλάμε για την αναγκαία πια ανασυγκρότηση της σοσιαλιστικής οικονομίας, πως δεν πρόκειται άμεσα, με την ανασυγκρότηση της οικονομίας, με αποφάσεις ή διατάγματα, να γεννηθεί η κατεύθυνση που σκιαγραφήθηκε προηγουμένως -η δημιουργία βάσης μετασχηματισμού του ανθρώπου, εθισμού του σε ύπαρξη αντάξια του ανθρώπου στην καθημερινή ζωή και από εκεί και πέρα σε όλες τις εκφράσεις της ζωής του. Η σχέση που εννοούμε εδώ ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και το μετασχηματισμό του ανθρώπου είναι πολύ πιο σύνθετη στην πρακτική συγκεκριμένη μορφή της. Άμεσα δεν είναι παρά οικονομική μεταρρύθμιση με σκοπό ποσοτική αύξηση και ποιοτική βελτίωση του μηχανισμού παραγωγής και κατανάλωσης. Θα αποδειχτεί όμως εδώ πως η σοσιαλιστική οικονομία, δεν μπορεί να επιλύσει το ζωτικό πια θέμα της ελαστικής σχέσης προς την κατανάλωση με την απλή «εισαγωγή» ενός καπιταλιστικού «προτύπου». Αυτό που είναι σε θέση να επιτελεί, με ουσιαστικά αυτόματο τρόπο, στον καπιταλισμό η αγορά πρέπει να συμπληρωθεί στη σοσιαλιστική οικονομία με πολυδιάστατο και πολυποίκιλο εκδημοκρατισμό της παραγωγικής διαδικασίας, από το σχεδιασμό μέχρι την πρακτική πραγματοποίηση. Ο εκδημοκρατισμός αυτός έχει κατ' αρχήν αναγκαστικά καθαρά οικονομικό χαρακτήρα. Ακόμα και σ' αυτό το επίπεδο ωστόσο αναδείχνεται, π.χ. στο ζήτημα των συνδικάτων, πολύ πιεστικά, η ανάγκη μιας σύγχρονης επαναφοράς της λενινιστικής άποψης και της απώθησης -παρά τις αντίθετες δήθεν διακηρύξεις- της τροτσκιστικής άποψης. Χωρίς την αναγέννηση της λενινιστικής άποψης είναι αδύνατο να κινητοποιηθούν στ' αλήθεια οι μάζες, να υπερνικηθεί η απάθειά τους. Σε κάθε βαθμίδα αυτού του ασφαλώς μακρόχρονου έργου της οικονομικής μεταρρύθμισης εμφανίζονται με οικονομικές μορφές, με τρόπους νέας οργάνωσης της οικονομίας, τα νέα προβλήματα, που θίξαμε, σχετικά με το άνοιγμα του δρόμου για την αφύπνιση και τη διαμόρφωση του υποκειμενικού παράγοντα του σοσιαλιστικού σχηματισμού. Χωρίς να θέλουμε να δώσουμε και την ελάχιστη εντύπωση ενός μηχανιστικού «καταμερισμού εργασίας», έχουμε ωστόσο σχεδόν τη βεβαιότητα ότι στο πρώτο σύμπλεγμα πρόκειται να παίξουν τον ηγετικό ρόλο οι εκδημοκρατισμένοι κρατικοί θεσμοί καθώς και οι μαζικές οργανώσεις (συνδικάτα) ενώ το δεύτερο σύμπλεγμα θα αποτελεί ένα εξαιρετικής σημασίας πεδίο δουλειάς του δημοκρατικά ανανεωμένου κόμματος, που ασφαλώς θα είναι και ένας παράγοντας αποφασιστικής σημασίας στην επεξεργασία των αρχών του πρώτου συμπλέγματος και στη συνεχή κριτική της πραγματοποίησής τους. Δεν πρέπει φυσικά ποτέ να παραμελείται ο σημαντικός ρόλος που θα ανήκει σε κάθε περίπτωση στις άμεσες μαζικές πρωτοβουλίες. Και στο σημείο αυτό κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων πόσο σπουδαίο ρόλο πρόκειται να παίξουν τα έτσι αναγεννημένα, νέου τύπου, κινήματα των συμβουλίων. Οι παρατηρήσεις μας δεν μπορούν να έχουν παρά μόνο αξιώσεις -το πολύ-πολύ- εντελώς γενικής σκιαγράφησης των πιθανών προοπτικών.

Η σύμπτωση όλων αυτών των στοιχείων δείχνει ότι η παγκόσμια εξέλιξη έχει περάσει από ένα φαινομενικά στατικό και στην πραγματικότητα, μέσα σ' ένα ορισμένο πλαίσιο, κυρίως συνεχές στάδιο, σ' ένα στάδιο μιας πιο ορμητικής δυναμικής. Τα σημάδια της κρίσης στο καπιταλιστικό σύστημα χειραγώγησης, η προς το παρόν αδυναμία να διαγραφούν καθαρές προοπτικές στον κόσμο των λαών που μόλις αρχίζουν να απελευθερώνονται, είναι σημαντικά συμπτώματα αυτής της μεταβολής. Για μας όμως το ουσιαστικό, σ' αυτό το πλαίσιο, είναι ότι το κομμουνιστικό κίνημα μπήκε σε κίνηση προς την κατεύθυνση της αναγέννησης του μαρξισμού, της αναβίωσης του γνήσιου θεωρητικά και πρακτικά ηγετικού του ρόλου στην επαναστατική ανανέωση της κοινωνίας και μέσα της και μαζί της και του ανθρώπου. Είναι εντελώς «φυσικό» ότι πάρα πολλοί τρομάζουν εμπρός στην ταραχή και ανασφάλεια που συνεπιφέρει αυτό αναγκαστικά και συγκεντρώνουν τις προσπάθειές τους στην κατά το δυνατόν αναλλοίωτη συντήρηση της φαινομενικής στατικής συνέχειας των τελευταίων δεκαετιών. Οι προσπάθειες αυτές φαίνονται από ιστορική σκοπιά –τελικά- μάταιες. Οι αντιρρήσεις αυτές θα αποδειχτούν εξίσου μάταιες όπως και οι αυταπάτες, που δημιουργεί άμεσα η ίδια ιστορική κατάσταση, για θεαματική και μάλιστα σαν χάπενινγκ άμεση ριζική επαναστατική «ανατροπή», που λαχταράει σήμερα με πάθος ένα σημαντικό μέρος της νεολαίας και της αριστερής διανόησης. Αντικειμενικά όμως πρόκειται -με διαφορετικό τρόπο στα κοινωνικά διάφορα μέρη του κόσμου- για μια μακροχρόνια, εσωτερικά και εξωτερικά ασφαλώς γεμάτη αγώνες διαδικασία αυτοκατανόησης σχετικά με τις συγκεκριμένες προοπτικές και στόχους και τα συγκεκριμένα μέσα πρακτικής πραγματοποίησής τους.

Αν υπάρχει ένα πεδίο, όπου ο φόβος της ρήξης με μια μέχρι σήμερα ενεργό συνέχεια είναι αντικειμενικά αβάσιμος, αυτό είναι το πεδίο του σοσιαλισμού. Ο Λένιν έπρεπε να εκμεταλλεύεται με κόπο τις σπάνιες ευκαιρίες ανάσας μέσα στο μόνιμο θανάσιμο κίνδυνο για τα σοβιέτ. Οι μεγάλες πολιτικές πράξεις του σοσιαλισμού κατά το πρόσφατο παρελθόν (νίκη ενάντια στο Χίτλερ, ατομικό πατ) έκαναν αντικειμενικά δυνατή την ύπαρξη μιας πολύ πιο στέρεας βάσης για «ευκαιρίες ανάσας» που να αφιερώνονται στην εσωτερική μεταρρύθμιση. Φυσικά οι ιμπεριαλιστές έμειναν ιμπεριαλιστές. Αλλά τα κοινωνικά τους μετόπισθεν και η αχαλίνωτη αυθαίρετη εξουσία πάνω τους δεν μπορεί να εξισωθεί είτε με το 1914 είτε με την αμέσως μεταπολεμική εποχή. Η εσωτερική μεταρρύθμιση του σοσιαλισμού μπορεί επομένως να επιβληθεί με αντικειμενικά πολύ λιγότερους κινδύνους παρά την εποχή του Λένιν, όσον αφορά τις αντιδράσεις από τη μεριά του ιμπεριαλιστικού περιβάλλοντος. Συνηθίζεται μάλιστα να παραμελείται ένα εξαιρετικά σημαντικό θετικό στοιχείο. Ο κίνδυνος ένοπλης επέμβασης του ιμπεριαλιστικού κόσμου ήταν τότε πολύ πιο μεγάλος παρά σήμερα. Ταυτόχρονα όμως ήταν -για να πούμε ανοιχτά μια δυσάρεστη αλήθεια- πολύ μεγαλύτερη από σήμερα και η αυθόρμητη συμπάθεια των μαζών και της διανόησης των καπιταλιστικών χωρών. Η αιτία είναι ευκολονόητη. Κατά το 1917 και τα χρόνια που ακολούθησαν, πάρα πολλοί άνθρωποι στον καπιταλιστικό κόσμο –από τον Ανατόλ Φρανς μέχρι απλούς εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες- αισθάνονταν πως όσα συνέβαιναν στη χώρα των σοβιέτ συνέβαλαν στη δική τους ανθρώπινη απελευθέρωση και επομένως η πάλη που συνέβαινε εκεί γινόταν για δική τους υπόθεση, για τη δική τους σωτηρία. Το πέρασμα του Στάλιν στην απόλυτη επικυριαρχία της τακτικής σε όλα τα ζητήματα της θεωρίας και της πράξης έκοψε σε μεγάλο βαθμό αυτά τα συνδετικά νήματα. Φυσικά σπουδαίο ρόλο για την αποξένωση αυτή από το σοσιαλισμό έπαιξαν και γεγονότα σαν τις δίκες της δεκαετίας του '30 κ.λπ., όμως κάθε ασύμφορο μεμονωμένο γεγονός θα μπορούσε να ξεπεραστεί, αν δεν είχε δημιουργηθεί αυτή η μόνιμη διαχωριστική γραμμή αποστασιοποίησης, με την απόσταση να μεγαλώνει όλο και περισσότερο ανάμεσα στην κατεύθυνση της εξέλιξης στη Σοβιετική Ένωση και τους φαινομενικά όλο και πιο ανεκπλήρωτους πόθους των ανθρώπων στον καπιταλισμό για την άρση των τάσεων εκείνων που ματαιώνουν την ανθρωπιά. Η επίδραση της γενικής βελτίωσης στην οικονομική ζωή ή μεμονωμένων επιτυχιών στο πεδίο της τεχνολογίας δεν μπόρεσε και δεν μπορεί -παρά το θαυμασμό που προκαλούν- να ξαναφέρει μαγικά εκείνον τον αρχικό συναισθηματικό δεσμό. Γιατί η γενική δυνατότητα για οικονομικές και τεχνολογικές επιτυχίες εμπεριέχεται και στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Την ελκτική γοητεία όμως της εξανθρώπισης έχει -εν δυνάμει- μόνο η σοσιαλιστική κοινωνία. Μετά το τέλος του πολέμου, προσπάθησαν, με όλο τον όγκο ενός ανήκουστου προπαγανδιστικού μηχανισμού, να επινοήσουν μια παρόμοια ελκτική δύναμη και για τον ''American Way of Life" (αμερικάνικο τρόπο ζωής). Αλλά η έλλειψη πραγματικής ανθρώπινης ουσίας έφερε την αποτυχία ακόμα και του πιο ισχυρού και καλοοργανωμένου διαφημιστικού μηχανισμού. Το κοινωνικό και ανθρώπινο περιεχόμενο δεν μπορεί να αποκτηθεί με οσοδήποτε μεγάλες επενδύσεις. Αντίθετα, κάθε πραγματική απόπειρα -ακόμα και η πιο ταπεινή και αρχάρια- προς την κατεύθυνση αυτή, που μόνο σοσιαλιστικές κοινωνίες είναι ικανές να πάρουν, ξαναφουντώνει αμέσως αυτή τη λαχτάρα και τη συμπάθεια.

Αυτό συμβαίνει και σε όλο τον κόσμο μετά το 20ό Συνέδριο. Και βέβαια ο ιμπεριαλισμός έμεινε και θα μείνει ιμπεριαλισμός, όσο δεν ανατρέπεται από την επανάσταση και δεν καταστρέφονται ριζικά τα θεμέλιά του. Και βέβαια όσο ακόμα μπορεί να αναπνέει θα προσπαθεί να προκαλέσει την ανατροπή του σοσιαλισμού. Και επειδή η ατομική ισοπαλία έχει κάνει έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο εξαιρετικά ριψοκίνδυνο και επομένως οι πραγματικές πιθανότητες να εξαπολυθεί γίνονται όλο και μικρότερες, αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα η ιδεολογική πάλη σε διεθνές επίπεδο. Ο συγγραφέας αυτών των γραμμών χαρακτήρισε, γι' αυτό το λόγο, αμέσως μετά το 20ό Συνέδριο, τη συνύπαρξη που επιβάλλει η ατομική ισοπαλία σαν νέα μορφή της ταξικής πάλης όταν έρχεται σε ισχύ, με τα λόγια του Λένιν, η αρχή «Ποιος; Ποιον;». Η εμπλοκή που παρουσιάστηκε στη ριζική κατεδάφιση της σταλινικής μεθόδου και μάλιστα η κατά καιρούς στους τύπους μεν τροποποιημένη αλλά στην ουσία πολύ λίγο εξασθενημένη επαναφορά της ξεθώριασαν βέβαια την ακτινοβολία του 20ού Συνεδρίου, όμως παρόλα αυτά μερικές ελπίδες έμειναν ζωντανές και τα σημάδια της κρίσης του ιμπεριαλιστικού συστήματος χειραγώγησης πρέπει να τις ενισχύσουν. Είναι λοιπόν αυτή τη στιγμή ορατές, αν και αδύναμες και συχνά συγκεχυμένες, σε όλο τον κόσμο, τάσεις προσέγγισης στο μαρξισμό, προσπάθειες αναζωογόνησής του, που αντικειμενικά δεν μπορούν παρά να είναι σύμμαχοι του σοσιαλισμού. Η λενινιστική παράδοση είναι: Δυνατότητα κοινού αγώνα ενάντια στον κοινό αντίπαλο με αυστηρή οριοθέτηση και κριτική αρχών σε όλα τα σημεία απόκλισης από το μαρξισμό. Η σταλινική είναι: κάθε τοποθέτηση που δεν ταυτίζεται ακριβώς με τις για λόγους τακτικής ορισμένες αποφάσεις της στιγμής αξιολογείται εχθρική και μάλιστα έργο πράκτορα του ιμπεριαλισμού που πρέπει να γίνει προσπάθεια να εξοντωθεί με όλα τα οργανωτικά μέσα του μηχανισμού. Αυτή ήταν η μέθοδος των μεγάλων δικών αλλά εξακολουθεί να είναι και σήμερα -χωρίς να φτάνει σε οργανωτικά άκρα- η βάση του επίσημου ιδεολογικού αγώνα μέσα και έξω από τα σύνορα του σοσιαλισμού.

Αυτό είναι ένα σοβαρό εμπόδιο για τη γένεση του σοσιαλιστικού εκδημοκρατισμού μέσα στην περιοχή κυριαρχίας του σοσιαλισμού. Είναι επίσης σοβαρό εμπόδιο για την αποφασιστική συνεργασία και κάποτε και την ενσωμάτωση των προσπαθειών αναγέννησης της γνήσιας μαρξιστικής μεθόδου και της διευκρίνισης με τη βοήθειά της όλων των σημείων, όπου ο σημερινός κόσμος έχει ξεπεράσει κοινωνικά την κατάσταση που βρισκόταν την εποχή που δρούσαν οι Μαρξ, Ένγκελς, και Λένιν. Γι' αυτό το λόγο και η εικόνα, η προοπτική της μετάβασης στη σοσιαλιστική δημοκρατία, στο σοσιαλισμό σαν δρόμο προς τον κομμουνισμό, στον τερματισμό της προϊστορίας της ανθρωπότητας πρέπει να εμφανίζεται σήμερα τόσο διαφορετική από την εποχή του Μαρξ. Εκείνος περιγράφει έτσι, πριν από πάνω από 100 χρόνια, την αντίθεση του δρόμου της αστικής και των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, πάνω στη βάση των κινητήριων ταξικών αντιθέσεων και των κοινωνικών δυνατοτήτων που πηγάζουν απ' αυτές [43]: «Οι αστικές επαναστάσεις, όπως λ.χ. οι επαναστάσεις του δεκάτου όγδοου αιώνα, βαδίζουν ορμητικά από επιτυχία σε επιτυχία, οι δραματικές τους εντυπώσεις ξεπερνούν η μία την άλλη, άνθρωποι και πράγματα φαίνονται δεμένα μέσα σε αστραφτερά διαμάντια, η έκσταση είναι το πνεύμα της κάθε μέρας. Όμως, είναι βραχύβιες, σύντομα φτάνουν την κορύφωσή τους και μεγάλη κρασοζαλάδα πιάνει την κοινωνία πριν καν μάθει να εμπεδώνει νηφάλια τα αποτελέσματα από την περίοδο της ορμής και του πάθους. Οι προλεταριακές επαναστάσεις αντίθετα, όπως εκείνες του δεκάτου ενάτου αιώνα, ασκούν αδιάλειπτη αυτοκριτική, διακόπτουν συνεχώς την ίδια την πορεία τους, επιστρέφουν στο φαινομενικά τελειωμένο, για να αρχίσουν πάλι από την αρχή, περιγελούν σκληρά και ριζικά τις ατέλειες, τις αδυναμίες και κακομοιριές των αρχικών του προσπαθειών, φαίνονται σα να γκρεμίζουν τον αντίπαλό τους μόνο και μόνο για να μπορέσει να τραβήξει νέες δυνάμεις από τη γη και να ορθωθεί ξανά ακόμα πιο γιγάντιος εμπρός τους, τρομάζουν κάθε φορά εμπρός στην αόριστη γιγαντωσύνη των ίδιων τους των στόχων, μέχρις ότου γεννηθεί η κατάσταση που κάνει την επιστροφή αδύνατη και όπου οι ίδιες οι περιστάσεις φωνάζουν: «Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!».

Η Ρόδος σήμερα βρίσκεται ακόμα στο μακρινό μέλλον. Όλα όμως δείχνουν ότι μόνο ο δρόμος που προδιέγραψε ο Μαρξ μπορεί να οδηγήσει εκεί. Εναπόκειται στη γνώση και το θάρρος των κομμουνιστών αν και με πόση επιτυχία θα είναι σε θέση να τον βαδίσουν.
___________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


[1] Karl Marx-Friedrich Engels: Manifest der Kommunistischen Partei, in: Marx-Engels Gesamtausgabe. Erste Abteilung Band 6 Marx - Engels-Verlag G.M.B.H. Berlin 1932 S.526.

[2] Karl Marx: Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie (Rohentwurf). Verlag für fremdsprachige Literatur. Moskau 1939. S. 379.

[3] o.c. S. 156

[4] Karl Marx: Zur Judenfrage in: Marx-Engels Gesamtausgabe. Erste Abteilung Band I Erster Halbband Marx-Engels-Archiv VerlagsgeselIschaft M.B.H. Frankfurt am Main 1927. S. 596.

[5] o.c. S. 594

[6] o.c. S. 584

[7] Karl Marx: Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte. Verlag für Politik und Literatur. Wien-Berlin 1927. S. 8. Karl Marx - Friedrich Engels: Die deutsche Ideologie, in: Marx - Engels Gesamtausgabe. Erste Abteilung Band 5. Marx - Engels-Verlag G.M.B.H. Berlin 1932. S. 162.

[8] Karl Marx - Friedrich Engels: Die deutsche Ideologie, in: Marx - Engels Gesamtausgabe. Erste Abteilung Band 5. Marx — Engels-Verlag G.M.B.H. Berlin 1932. S. 162.

[9] Marx über Feuerbach, in: Marx - Engels Gesamtausgabe Erste Abteilung Band 5. Marx - Engels-Verlag G.M.B.H. Berlin 1932. S. 533.

[10] Karl Marx: Ökonomisch-philosophische Manuskripte aus dem Jahre 1844, in: Marx-Engels Gesamtausgabe. Erste Abteilung Band 3. Marx-Engels-Verlag G.M.B.H. Berlin 1932. S. 117.

[11] Karl Marx: Zur Judenfrage. o.c. S. 594.

[12] Immanuel Kant: Metaphysik der Sitten. Leipzig, Verlag der Dürr' schen Buchhandlung 1907. Philosophische Bibliothek Bd. 42. S. 91.

[13] Karl Marx: Ökonomisch-philosophische Manuskripte aus dem Jahre 1844 o.c. S. 118

[14] Wladimir Iljitsch Lenin: Der '“Radikalismus“ die Kinderkrankheit des Kommunismus, in: W. I. Lenin: Sämtliche Werke Band XXV. Verlag für Literatur und Politik. Wien-Berlin 1930. S. 203.

[15] Wladimir Iljitsch Lenin: Politischer Bericht des Zentralkomitees auf dem XL Parteitag der K.P.R.B. 27. Mai 1922. In: W.I. Lenin. Ausgewählte Werke Bd IX. Verlagsgesellschaft Ausländischer Arbeiter in der UdSSR. Moskau-Leningrad 1936. S. 364 u. 355.

[16] Karl Marx: Das Kapital, Kritik der politischen Ökonomie. Erster Band. Zweiter Teil, Hamburg. Otto Meissners Verlag 1914. S. 355.

[17] Wladimir Iljitsch Lenin: Über die Gewerkschaften, die gegenwärtige Lage und die Fehler des Genossen Trotski, in: W.I. Lenin: Sämtliche Werke Bd. XXVI. Verlag für Fremdsprachige Literatur. Moskau 1940. S. 83.

[18] Wladimir Iljitsch Lenin: Staat und Revolution, in: W.I. Lenin: Sämtliche Werke Band XXL Verlag für Literatur und Politik. Wien-Berlin 1931. S. 545-546.

[19] Wladimir Iljitsch Lenin: Bericht über die Subbotniks auf der Moskauer Stadtkonferenz der KPR, 20. Dezember 1919. In: W.I. Lenin: Ausgewählte Werke Band VIII. Verlagsgenossenschaft Ausländischer Arbeiter in der UdSSR. Moskau-Leningrad 1935. S. 252.

[20] Wladimir Iljitsch Lenin: Über proletarische Kultur, in: W.I. Lenin: Sämtliche Werke Band XIV, Verlag für Literatur und Politik. Wien-Berlin 1930. S. 510.

[21] Εγώ ο ίδιος διαμαρτυρήθηκα ενάντια σ' αυτή την αντίληψη από το 1925, πολύ πριν δηλαδή επέλθει η ρήξη μεταξύ Μπουχάριν και Στάλιν: Grünberg Archiv. Schriften zur Ideologie und Politik. Βλ: Georg Lukacs: Bucharin, Theorie des historischen Materialismus, in: Archiv für die Geschichte des Sozialismus und der Arbeiterbewegung. Elfter Jahrgang. Verlag von C.L. Hirschfeld, Leipzig 1925. S. 216-224.

[22] Karl Marx-Friedrich Engels: Briefwechsel, in: Marx-Engels Gesamtausgabe. Dritte Abteilung Band 2 Marx-Engels-Verlag G.M.B.H. Berlin 1930. S. 228-229.

[23] J.W. Stalin: Die ökonomischen Probleme des Sozialismus in der UdSSR. Verlag für fremdsprachige Literatur, Moskau 1952. S. 24.

[24] Karl Marx. Das Kapital. Kritik der politischen Ökonomie, o.c. S. 45.

[25] J.W. Stalin: Die Ökonomischen Probleme des Sozialismus in der UdSSR. o.c. S. 22-23.

[26] Karl Marx: Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie (Rohentwurf). o.c. S. 593.

[27] Karl Marx: Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie (Rohentwurf). o.c.

[28] Wladimir Iljitsch Lenin: Was tun?, in: W.I. Lenin: Sämtliche Werke. Band IV Zweiter Halbband. Verlag für Literatur und Politik. Wien-Berlin 1929. S. 158.

[29] Josip Wissarionowitsch Stalin: Probleme des Leninismus. Band I. Verlagsgenossenschaft Ausländischer Arbeiter in der UdSSR. Moskau 1932. S. 25.

[30] J.W. Stalin: Der Marxismus und die Fragen der Sprachwissenschaft. Dietz Verlag. Berlin 1955. S. 10.

[31] Janossy, Ferenc: Das Ende der Wirtschaftswunder. Erscheinung und Wesen der wirtschaftlichen Entwicklung. Mitarb. von Maria Hollo. Neue Kritik. Frankfurt am Main 1966.

[32] Karl Marx: Das Kapital. Kritik der politischen Ökonomie. o.c. S. 725.

[33] o.c. S. 713.

[34] Karl Marx: Das Kapital. Kritik de politischen Ökonomie. Dritter Band, Zweiter Teil. Hamburg. Otto Meissner's Verlag 1919, S. 355.

[35] Karl Marx: Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie (Rohentwurf). o.c. S. 593.

[36] o.c. S. 593.

[37] Karl Marx-Friedrich Engels: Manifest der Kommunistischen Partei o.c.

[38] Wladimir Iljitsch Lenin: Die Ergebnisse der Diskussion über die Selbstbestimmung, in: W.I. Lenin: Sämtliche Werke Band XIX, Verlag Literatur und Politik. Wien-Berlin 1930. S. 300.

[39] Wladimir Iljitsch Lenin: Was tun? o.c. S. 216-217.

[40] Wladimir Iljitsch Lenin: Die Aufgaben des Proletariats in unserer Revolution, in: W.I. Lenin Sämtliche Werke Band XX Erster Halbband. Verlag für Literatur und Politik. Wien-Berlin 1928. S. 164.

[41] Wladimir Iljitsch Lenin: Die Ergebnisse der Diskussion über die Selbstbestimmung, o.c. S. 296.

[42] W.L Lenin: Werke Bd. 36. Dietz Verlag. Berlin, 1971, S. 590-592. Neue Ausgabe Bd XXXVI S. 553. f. Brief ans Zentralkomitee 1922 XII/30. Zur Frage der Nationalitäten oder der ''Autonomisierung" (30. XII. 1922), Fortsetzung der Aufzeichnungen (31. XII. 1922).

[43] Karl Marx: Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte o.c. S. 24-25.



Μετάφραση: Αλέκος Τσίτσοβιτς

Από τις Εκδόσεις «Κριτική», Αθήνα 1987

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.