Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Διασυρμός του ΣΥΡΙΖΑ και Αριστερά*



του Μιχάλη Χονδροκούκη

Το ενδιαφέρον στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι, παρότι εξυπηρετεί πολιτικά την αστική τάξη, ωστόσο εγκαλείται συνεχώς για την ασυνέπειά του ως προς τις προεκλογικές του διακηρύξεις, με τρόπο που δε συνέβαινε σε αντίστοιχες περιπτώσεις για τα άλλα κόμματα. Κύριος στόχος αυτής της σπίλωσης δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ (παρά μόνο στο πλαίσιο του δικομματισμού), αλλά η δια του ΣΥΡΙΖΑ γενική ακύρωση του ιστορικού ρόλου και της προσφοράς της Αριστεράς στη λαϊκή συνείδηση και η ταυτόχρονη υπονόμευση της δυνατότητας των πραγματικά επαναστατικών δυνάμεων της Αριστεράς να κινητοποιήσουν το λαό. 

Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την πικρή πείρα που αποκτά ο ελληνικός λαός από τη διακυβέρνηση του «αριστερού και αντιμνημονιακού» ΣΥΡΙΖΑ εδώ και ένα χρόνο, τον οδηγεί σε μια ποικιλία συμπερασμάτων. Στο άρθρο αυτό ασχολούμαστε με κάποια παραδείγματα συμπερασμάτων που η αφετηρία τους είναι δικαιολογημένη, ωστόσο είναι επιφανειακά και η κατευθυνόμενη αλληλουχία τους καταλήγει να εγκλωβίζει το λαό στο μονόδρομο της αντιλαϊκής πολιτικής του ευρωατλαντικού άξονα ΗΠΑ-ΕΕ:

1. Τα κυβερνητικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται ότι δεν είναι τίποτε παραπάνω από κοινοί απατεώνες.

2. Οι Αριστεροί κάνουν τα ίδια και χειρότερα από τους Δεξιούς.

3. Τελικά, όλοι οι πολιτικοί είναι επαγγελματίες απατεώνες και κοροϊδεύουν το λαό.

4. Δεν έχει νόημα να ασχολείται κανείς με την πολιτική.

5. Οι μεγάλοι και ισχυροί πάντα πατάνε τους μικρούς και ανίσχυρους.

Δυστυχώς, το παραπάνω σκεπτικό απαντάται πολύ συχνά. Και αυτό οφείλεται εν μέρει στο αληθές περιεχόμενο της πρώτης διαπίστωσης ως αφετηρίας. Οι συριζαίοι είναι όντως απατεώνες! Όμως δε φτάνει αυτό για να ολοκληρωθεί η παραπάνω αλληλουχία σκέψεων και να οδηγηθεί ο σκεπτόμενος στην αποστροφή της πολιτικής και τον εγκλωβισμό του στη μοιρολατρική υποταγή. Η αστική τάξη και το κράτος της έχουν φροντίσει αυτή η αρχική εμπειρική παρατήρηση να οδηγείται «αυθόρμητα» στις επόμενες διαπιστώσεις μέσω της συστηματικής προπαγάνδας.


Από την 1η στη 2η διαπίστωση:

- Το τσουβάλιασμα των Αριστερών και η απόκρυψη των ουσιαστικών και κρίσιμων διαφορών

Όλοι οι μεγαλοδημοσιογράφοι στις μεσημεριανές, απογευματινές και βραδινές εκπομπές προπαγάνδας «παρατηρούν» ότι οι Αριστεροί κάνουν τα ίδια με τους Δεξιούς και εν χορώ «διαπιστώνουν» ότι τελικά η κυβερνητική πρακτική δεν είναι θέμα πολιτικής ιδεολογίας. Όμως, εδώ υπάρχει μια μεγάλη λαθροχειρία, που εκμεταλλεύεται την ασάφεια γύρω από τον όρο «Αριστερά». Υπό τον όρο αυτόν τοποθετούνται οι πιο διαφορετικές και αντιτιθέμενες πολιτικές ιδεολογίες, π.χ. ο ρεφορμιστικός ευρωκομουνισμός του καπιταλισμού με το ανθρώπινο πρόσωπο, ο επαναστατικός μαρξισμός-λενινισμός, ο τροτσκιστικός ή μαοϊκός αριστερισμός κ.ά.. Επιλεκτικά και με δόλο, λοιπόν, αναδεικνύουν πρώτα το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει σε ένα ρεύμα της Αριστεράς, ακολούθως επισημαίνουν ότι εφαρμόζει τις φιλελεύθερες πολιτικές και μετά συμπεραίνουν ότι οι Αριστεροί κάνουν ό,τι και οι Δεξιοί. Όμως, έτσι, τσουβαλιάζουν τεχνηέντως όλα τα ρεύματα της Αριστεράς, ρεφορμιστικά-συμβιβασμένα και επαναστατικά, και χρησιμοποιούν την πολιτική αλητεία του ΣΥΡΙΖΑ για να σπιλώσουν εκείνα τα κομμάτια της Αριστεράς που πραγματικά μάχονται ενάντια στο κεφάλαιο και τις αντιλαϊκές πολιτικές του. Σε πολλές εκπομπές κάποιοι δημοσιογράφοι παρατηρούν ότι οι του ΣΥΡΙΖΑ είναι «δήθεν αριστεροί» και δεν πρέπει να συγχέονται με τους πραγματικούς. Η υποτιθέμενη καλή πρόθεση τέτοιων παρατηρήσεων για την αποκατάσταση της αλήθειας αποτελεί απλώς φύλλο συκής μπροστά στην τεράστια επίδραση της όλης προπαγάνδας τους και λέγεται μόνο και μόνο για προσποιηθεί ο δημοσιογράφος ότι μπορεί να διακρίνει μεταξύ του αληθούς και του κίβδηλου. Υπάρχουν, όμως, και οι πιο επιθετικοί αντικομουνιστές δημοσιογράφοι-προπαγανδιστές, οι οποίοι αντιδρούν στη διάκριση του «δήθεν αριστερού» και λένε ότι «πρέπει να τελειώσουν τα ψέματα, αυτοί είναι οι αριστεροί!». Εδώ βλέπουμε σε πιο ωμή μορφή την ουσία της αστικής προπαγάνδας και το πολιτικό τσουβάλιασμα.


Από τη 2η στην 3η:

- Η απόκρυψη του γεγονότος ότι η πολιτική αποτελεί έκφραση των υλικών συμφερόντων των αντιτιθέμενων κοινωνικών τάξεων

Η μετάβαση από τη δεύτερη στην τρίτη διαπίστωση βασίζεται εν μέρει πάλι στην προπαγάνδα των ΜΜΕ και εν μέρει στη σκόπιμη έλλειψη ιστορικής και πολιτικής παιδείας, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δε φροντίζει για την ιστορική και πολιτική μόρφωση των νέων μας, αλλά αντιθέτως τους βομβαρδίζει με πλήθος ασύνδετων πληροφοριών αναμεμειγμένα με στοιχεία αστικής ιδεολογίας, προκαλώντας μόνο σύγχυση και ημιμάθεια. Όλα αυτά καταλήγουν να περιορίζουν δραστικά τη δυνατότητα να παρατηρεί κανείς τα εμπειρικά δεδομένα, να τα επεξεργάζεται με τις γνώσεις του για τον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία και να βγάζει ορθά συμπεράσματα για το τι συμβαίνει. Η επιστημονική γνώση των νόμων που διέπουν την κοινωνική μας ζωή και την εξέλιξη της ιστορίας, η μόρφωση για τη σύνδεση του τρόπου παραγωγής-κοινωνικών τάξεων-πολιτικής ιδεολογίας, αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για την αντίληψη της πραγματικότητας και τη διαμόρφωση ταξικής συνείδησης.

Αλλά η αστική τάξη και το κράτος της εμποδίζουν συστηματικά το λαό από την κατάκτηση τέτοιων γνώσεων και ικανοτήτων. Γίνεται συστηματική απόκρυψη του γεγονότος ότι η πολιτική αποτελεί έκφραση των υλικών συμφερόντων των αντιτιθέμενων κοινωνικών τάξεων, ότι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν παράλληλα οι ανάγκες και τα συμφέροντα των εργαζομένων και των αφεντικών τους ή των μικροϊδιοκτητών και των μονοπωλιακών ομίλων. Γίνεται συστηματική απόκρυψη του παραλογισμού ένας εργαζόμενος ή μικροϊδιοκτήτης να υποστηρίζει-ψηφίζει τις πολιτικές των μεγαλοαστών που τον καταληστεύουν, των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών (ΔΝΤ-ΕΕ) που σπεύδουν να προεξοφλήσουν και την εξαθλίωση των επόμενων γενεών σε βάθος δεκαετιών. Η πολιτική παρουσιάζεται (τόσο στα ΜΜΕ όσο και στα σχολικά βιβλία) ως δράση και υλοποίηση ιδεών κάποιων ανθρώπων, που τόσο αυτοί όσο και οι ιδέες τους προβάλλουν ως ανεξάρτητοι από την κοινωνική τάξη που ανήκουν. Έτσι, κάποιος που βλέπει ότι οι αυτοπαρουσιαζόμενοι ως διαφορετικοί ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (δεξιοί) και ΣΥΡΙΖΑ (αριστεροί) ισχυρίζονται ότι εφαρμόζουν διαφορετικές πολιτικές και τελικά τον βλάπτουν το ίδιο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τον βλάπτουν οι πολιτικοί γενικά και προφανώς απογοητεύεται. Όμως, εάν διέκρινε πίσω από τις ρητορείες και έβλεπε την πράξη των κομμάτων αυτών, θα καταλάβαινε ότι ακολουθώντας την πολιτική της διόγκωσης του δημοσίου χρέους και του ατέρμονου δανεισμού υπό τους ληστρικούς όρους ξεπουλήματος κάθε δημόσιας περιουσίας και παραγωγική υποδομής, οι πολιτικοί αυτοί από κοινού εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τα διεθνή τραπεζικά μονοπώλια, τους διεθνείς επενδυτικούς ομίλους και γενικά το κεφάλαιο. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι γενικά οι πολιτικοί, αλλά οι πολιτικοί που υπηρετούν την αστική τάξη και εξαπατούν το λαό.


Από τη 3η στην 4η:

- Η απογοήτευση οδηγεί στην αποπολιτικοποίηση 

Όταν κάποιος έχει οδηγηθεί στη διαπίστωση ότι όλοι οι πολιτικοί τον βλάπτουν, τότε έπεται «αβίαστα» το επόμενο συμπέρασμα, ότι η ίδια η πολιτική ως σφαίρα της κοινωνικής ζωής είναι βλαπτική, διότι είναι σύμφυτη με την απάτη και την κοροϊδία. Ως εκ τούτου, εμφανίζεται ως αναγκαίο συμπέρασμα ότι όποιος ασχολείται με την πολιτική είναι είτε απατεώνας είτε θύμα απατεώνων και έτσι, οδηγείται σε μια γενική αποστροφή της πολιτικής.


Από τη 4η στην 5η:

- Η αποπολιτικοποίηση οδηγεί σε παραίτηση και σε μοιρολατρική υποταγή στην πολιτική της αστικής τάξης

Η αποστροφή της πολιτικής συνοδεύεται από την αντίληψη ότι οποιαδήποτε προσμονή ή στοχοθεσία που εξαρτάται από την πολιτική διαπάλη είναι μάταια. Ο άνθρωπος που αποπολιτικοποιείται παύει να προβληματίζεται για τη στάση που θα πάρει στο κάθε ζήτημα, τείνει να παραβλέπει τις πολιτικές πλευρές των ζητημάτων της καθημερινότητας, ειδικά εάν απαιτείται η άμεση προσωπική του εμπλοκή και αντιπαράθεση. Υποχωρεί από κάθε διαπάλη σχετική με κοινωνικά προβλήματα, ακόμη και όταν τον επηρεάζουν άμεσα και καθοριστικά. Και έτσι, έχοντας αρνηθεί τη δυνατότητα της προσωπικής του παρέμβασης στα πράγματα, καταλήγει πρακτικά να αφήνει τη ζωή του στα χέρια άλλων, προσαρμοζόμενος στο παλαιό ιδεολόγημα των εκάστοτε κυρίαρχων τάξεων, ότι «ο δυνατός πατάει πάντα τον αδύνατο». Βλέποντας μεταφυσικά την ιστορία (όπως διδάχθηκε στο σχολείο, όπως του λένε τα ΜΜΕ και οι αργυρώνητοι «σοφοί») θεωρεί ότι η παρούσα κοινωνική ανισότητα και εκμετάλλευση είναι αμετάβλητες και ότι η αστική κοινωνία αποτελεί το τέρμα της κοινωνικής εξέλιξης. Στερημένος από τη γνώση των μηχανισμών κίνησης της κοινωνίας, αδυνατεί να δει την εξάρτηση της παράτασης της σημερινής κυριαρχίας του κεφαλαίου από την ταξική πάλη και συνεπώς δε βλέπει την κρισιμότητα της συμμετοχής του στον αγώνα στο πλευρό της τάξης του. Βλέπει μόνο δύο ακίνητες κοινωνικές κατηγορίες, από τη μία τους πλούσιους και ισχυρούς που έχουν όλο τον έλεγχο της κοινωνίας και από την άλλη τους φτωχούς και ανίσχυρους που «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα». Με τον τρόπο αυτό, η αστική εξουσία κατορθώνει να δημιουργήσει έναν εργαζόμενο που μπορεί τυπικά να είναι ελεύθερος να αποφασίζει, αλλά τελικά αυτοκαταστέλλεται, διότι θεωρεί τον εαυτό του ανίκανο να πράξει και να επηρεάσει τις εξελίξεις.

Έτσι, αποκτά μια στρεβλή και τυπική σχέση με την πολιτική, η οποία προφανώς και εμφανιζόταν πριν τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο τώρα το φαινόμενο αποκτά πιο κρίσιμη σημασία, διότι διανύουμε μια έκρυθμη περίοδο. Αντί, λοιπόν, να τοποθετείται πολιτικά με κριτήριο την ικανοποίηση των αναγκών της τάξης του, ακολουθεί το κυρίαρχο αστικό πολιτικό ρεύμα στην εκδοχή που του είναι πιο οικεία, διότι προτιμά τις πολιτικές που δεν απαιτούν από αυτόν τίποτε (μία ψήφο ανά τέσσερα χρόνια ή ούτε καν την ψήφο). Αποδεχόμενος μοιρολατρικά την «αμετάβλητη» και «αδιαμφισβήτητη» κυριαρχία των πλούσιων και ισχυρών, υποτάσσεται και στις πολιτικές επιλογές-απαιτήσεις τους που προβάλλονται αντίστοιχα ως «αδιαμφισβήτητες». Αφού νομίζει ότι οι μεγάλοι και ισχυροί ορίζουν αποκλειστικά την κοινωνική ζωή, όταν αυτοί λένε ότι «ένας είναι ο δρόμος», τότε μάλλον αυτός θα είναι. Αφού, λοιπόν, ψήφισε και εκείνους που του έλεγαν ότι θα τα κάνουν αλλιώς και ότι μπορεί να ρίξει μια ψήφο και να κοιμηθεί ήσυχος, οι οποίοι τώρα του λένε ότι τελικά δε γίνεται αλλιώς… καταλήγει ότι δεν έχει λόγο πια να παιδεύεται και να προβληματίζεται. Και τότε, δυστυχώς,  παρουσιάζεται συνήθως το εξής φαινομενικά παράδοξο: είτε να ξαναψηφίζει το ΣΥΡΙΖΑ που μόλις τον εξαπάτησε είτε να επιστρέφει στα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που ξέρει ότι πρώτοι αυτοί τον εξαπάτησαν κατ’ επανάληψη! Με λίγα λόγια, ταλαντεύεται εκ νέου ανάμεσα στην «αριστερόμορφη», τη «δεξιόμορφη» και όποια άλλη εκδοχή (π.χ. φασιστική) της αντιλαϊκής πολιτικής του άξονα ΗΠΑ-ΕΕ. Και ξαναχάνεται έτσι στη λογική του μονόδρομου, ενώ, έστω και διστακτικά, είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η πολιτική αυτή πρέπει να αλλάξει.

Και τώρα το λουρί σφίγγει για τα καλά στο σβέρκο, καθώς βιώνει την ίδια αδικία και καταπίεση χωρίς την προηγούμενη ελπίδα, έστω κι αν ήταν ψεύτικη. Και είναι άλλο πράγμα ο απελπισμένος γεμάτος οργή και άλλο πράγμα ο απελπισμένος γεμάτος απογοήτευση, ο οποίος δεν πρόλαβε να περπατήσει ούτε για λίγο τα βήματα ενός αγώνα με προοπτική. Είναι ο απελπισμένος που του καλλιέργησαν μια εξημερωμένη, τηλεοπτική ελπίδα. Η «ελπίδα» του ΣΥΡΙΖΑ δεν εμφανίστηκε στο πλαίσιο ενός κοινωνικού αγώνα, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ πρωτοστάτησε και ενέπνευσε το λαό με το αγωνιστικό του παράδειγμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε μια τηλεοπτική παράσταση. Καπηλεύτηκε τη λαϊκή αγανάκτηση και την άλλοτε αδυναμία και άλλοτε απροθυμία των άλλων δυνάμεων της Αριστεράς (η ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαντασιωνόταν τη μετατροπή ενός μόλις αναπτυσσόμενου κινήματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής σε κίνημα ενάντια στον καπιταλισμό και το ΚΚΕ απείχε από κάτι που δεν έφερε τη σφραγίδα του προγράμματός του). Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοπροβλήθηκε με θράσος ως ηθικός αυτουργός κινηματικών διαδικασιών στις οποίες δε συνέβαλε ούτε κατά διάνοια. Εκμεταλλεύτηκε έναν κόσμο που κατόρθωσε να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να σταματήσει η πολιτική της εξαθλίωσης, αλλά δεν είχε αντιληφθεί ακόμη ότι, για να γίνει αυτό, πρέπει να αποτινάξει το ζυγό των ΗΠΑ-ΕΕ. Για την ακρίβεια, ο ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε με μεγάλη σπουδή να του κρύψει αυτήν την αλήθεια. Χωρίς ρίζες στο συνδικαλιστικό κίνημα, διότι μια ζωή έκανε συνήθως τον «αριστερό ψάλτη» του κυβερνητικού ή μη ΠΑΣΟΚ· χωρίς ρίζες στις γειτονιές, διότι έκανε ακριβώς τα ίδια και χειρότερα στα δημοτικά. «Η Ευρώπη αλλάζει. Η Ελπίδα έρχεται!»… αυτό πουλούσε ξεδιάντροπα και μετέτρεψε σε ψήφους ό,τι ψάρεψε στα θολά νερά. Ποτέ δεν είχε αγωνιστική δράση και ποτέ δε διαπαιδαγώγησε το λαό κινηματικά. Και τώρα, αφού εκτόνωσε εκλογικά τη λαϊκή αγανάκτηση, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο συνεχίζοντας με κροκοδείλια δάκρυα την εφαρμογή της ίδιας αντιλαϊκής πολιτικής που υπαγόρευαν το ΔΝΤ και η ΕΕ στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. 


Συνοψίζοντας:

α) Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η ήττα ενός κινήματος στα σπάργανα και η εξάλειψη μιας αμφισβήτησης που δεν πρόλαβε να φτάσει στην ουσία του προβλήματος και γίνει ριζοσπαστική.

β) Η διακυβέρνησή του είναι η συνέχεια της αντιλαϊκής πολιτικής των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ κατόπιν υπαγόρευσης των ΗΠΑ (ΔΝΤ)-ΕΕ και η περαιτέρω επιβολή στο λαό της λογικής του ευρωατλαντικού μονόδρομου.

γ) Η διαπόμπευση του ΣΥΡΙΖΑ στα ΜΜΕ και η ανάδειξη της αναξιοπιστίας του με τρόπο που δε γινόταν για τα αντίστοιχα πεπραγμένα των ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, στοχεύει στη σπίλωση όλης της Αριστεράς, την ακύρωση της ιστορικής προσφοράς της στην κατάκτηση των δημοκρατικών και εργασιακών δικαιωμάτων του λαού και το κυριότερο, στην ακύρωση της σημερινής δυνατότητάς της να κινητοποιήσει και να οργανώσει το λαό ενάντια στις στρατηγικές του κεφαλαίου.

Ενάντια στην αστική προπαγάνδα, ο λαός πρέπει να δει τη στρατηγική του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική προς τις δικές του ανάγκες. 

Ενάντια στις προτροπές της κυβερνητικής προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο με σταυρωμένα τα χέρια. Κάθε μέρα που περνάει μας δένουν όλο και πιο σφιχτά και μας κλέβουν όλο και περισσότερα. 

Ενάντια στις γραφειοκρατικοποιημένες ηγεσίες των αριστερών δυνάμεων, πρέπει να υπερβούμε τη λογική των «μαγαζιών» και τις καρικατούρες μετώπου και να συγκροτήσουμε ένα μέτωπο πραγματικής συνεργασίας και αλληλοσεβασμού. Πρέπει να υπερβούμε την προσκόλληση σε ιδεολογικές καθαρότητες και το φετιχισμό των «επαναστατικών» όρων και να συγκροτήσουμε ένα λόγο πραγματικά αγωνιστικό, ενωτικό και αναγνωρίσιμο ως τέτοιον από το λαό, χωρίς τα αυτοαναφορικά πυροτεχνήματα της αυτοϊκανοποίησης εκείνων που η επαναστατικότητά τους εξαντλείται σε μια επιμελημένη περσόνα και αρκούνται με την ενός κλειστού κύκλου αναγνωρισιμότητα.


Ζητούμενα άμεσης ανάγκης είναι:

- ένα Μέτωπο των ευρύτερων δυνατών λαϊκών στρωμάτων, δηλαδή όσων περισσότερων συνειδητοποιούν ότι σήμερα ο κύριος εχθρός της εργατικής τάξης και όλου του λαού είναι οι διεθνείς μηχανισμοί-θεσμοί (ΔΝΤ-ΕΕ) και οι ντόπιοι υποτακτικοί τους, οι οποίοι επιβάλλουν τις πολιτικές που εξυπηρετούν τα διεθνή και ντόπια μονοπώλια και εξαθλιώνουν το λαό

- η συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων, συλλογικοτήτων και μεμονωμένων αγωνιστών, που συμφωνούν στην προτεραιότητα συγκρότησης και προώθησης ενός Μετώπου με τον ευρύ χαρακτήρα που περιεγράφηκε παραπάνω, χωρίς αυτοαναφορικότητα, αυτοπεριορισμούς και αυθυπονομεύσεις

- η διαμόρφωση ενός δημοκρατικού πλαισίου λειτουργίας του Μετώπου που να εξασφαλίζει τον αμοιβαίο σεβασμό των συμμετεχόντων και με αντιγραφειοκρατικές δικλείδες, ώστε να αποφευχθούν τα κακέκτυπα μετώπου, στα οποία απουσιάζει η πραγματική διάθεση για συνεργασία και ηγεμονεύει η επιδίωξη του καπελώματος

- η συλλογική επεξεργασία και εκλαΐκευση ενός αναλυτικού προγράμματος που να περιλαμβάνει: α) το σχεδιασμό της παραγωγής με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες, β) τις απαραίτητες δημοκρατικές τομές στο σύνταγμα, τον κρατικό μηχανισμό και την κοινωνική και πολιτική ζωή για την πραγματοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας και γ) το σχεδιασμό μιας εξωτερικής πολιτικής με βάση τα σημερινά διεθνή δεδομένα χωρίς όρους κηδεμονίας.

Λαϊκό Μέτωπο ενάντια στον ευρωατλαντικό Άξονα και τις κυβερνήσεις του


* Ο αρχικός τίτλος του κειμένου είναι «Ο διασυρμός του ΣΥΡΙΖΑ ως εργαλείο για τη γενική ακύρωση της Αριστεράς στα μάτια του λαού και την πολιτική του συντηρητικοποίηση» (ΠΓ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.