Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Πρόταση της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ στη δεύτερη σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη*



Από τις 24 έως τις 30 Απριλίου του 1916 έλαβε χώρα στο Κίενταλ, ένα μικρό ορεινό χωριό στην Ελβετία, η δεύτερη διάσκεψη των σοσιαλιστών. Ο Λένιν διατύπωσε Θέσεις για μερικά ζητήματα τα οποία συζητήθηκαν στη σύσκεψη των αριστερών κατά τη διάρκεια της διάσκεψης. Με την ευκαιρία της επετείου των 100 χρόνων αυτού του γεγονότος αναδημοσιεύουμε το πλήρες κείμενο της «Πρότασης» (ΠΓ).

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν


(Θέσεις πάνω στα σημεία της ημερήσιας διάταξης: 5, 6, 7α, 7β, και 8, πάλη για τον τερματισμό του πολέμου, στάση απέναντι στα ζητήματα της ειρήνης, της κοινοβουλευτικής δράσης και της μαζικής πάλης, της σύγκλησης του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου).

I. S. K., ανακοινώνοντας ότι συγκαλεί τη δεύτερη συνδιάσκεψή της, κάλεσε τις οργανώσεις να συζητήσουν αυτά τα ζητήματα και να στείλουν τις προτάσεις τους. Οι παρακάτω θέσεις αποτελούν απάντηση του κόμματός μας σ΄ αυτή την πρόσκληση.)

* * *

1. Όπως κάθε πόλεμος δεν είναι παρά η συνέχιση με βίαια μέσα της πολιτικής που ακολουθούσαν τα εμπόλεμα κράτη και οι κυρίαρχες τάξεις τους επί πολλά χρόνια, και κάποτε επί δεκαετίες, πριν τον πόλεμο, έτσι και η ειρήνη που βάζει τέρμα σε κάθε πόλεμο, δεν μπορεί να είναι παρά η απογραφή και η καταχώρηση των πραγματικών αλλαγών που επήλθαν στις δυνάμεις μέσα στην πορεία και σαν αποτέλεσμα του δοσμένου πολέμου.

2. Όσο μένουν άθικτες οι βάσεις των σημερινών, δηλ. των αστικών, κοινωνικών σχέσεων, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος μπορεί να οδηγήσει μόνο σε ιμπεριαλιστική ειρήνη, δηλ. στη στερέωση, στην επέκταση και στο δυνάμωμα της καταπίεσης των αδύνατων εθνών και χωρών από το χρηματιστικό κεφάλαιο, που αναπτύχθηκε σε εξαιρετικά γιγάντιο βαθμό όχι μόνο πριν από το σημερινό πόλεμο, αλλά και στην πορεία αυτού του πολέμου. Το αντικειμενικό περιεχόμενο της πολιτικής που ακολουθούσαν η αστική τάξη και οι κυβερνήσεις και των δυό ομάδων των μεγάλων Δυνάμεων και πριν από τον πόλεμο και τον καιρό του πολέμου, οδηγεί στο δυνάμωμα της οικονομικής καταπίεσης, της εθνικής υποδούλωσης και της πολιτικής αντίδρασης. Γι΄ αυτό η ειρήνη που θα τερματίσει το σημερινό πόλεμο, οποιαδήποτε και αν είναι η έκβασή του, δεν μπορεί παρά να συνίσταται στην παγίωση αυτής της χειροτέρευσης της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης των μαζών, μια και διατηρείται το αστικό κοινωνικό καθεστώς.

Όταν παραδέχεσαι τη δυνατότητα μιας δημοκρατικής ειρήνης που πηγάζει από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σημαίνει –στη θεωρία- ότι βάζεις τη χυδαία φράση στη θέση της ιστορικής μελέτης της πολιτικής που ακολουθούνταν πριν από το σημερινό πόλεμο και ακολουθείται στη διάρκειά του˙ σημαίνει στην πράξη ότι εξαπατάς τις λαϊκές μάζες, συσκοτίζοντας την πολιτική τους συνείδηση, καλύπτοντας και εξωραΐζοντας την πραγματική πολιτική των κυρίαρχων τάξεων, πολιτική που προετοιμάζει την επικείμενη ειρήνη, κρύβοντας από τις μάζες το κύριο, και συγκεκριμένα: ότι είναι ανέφικτη η δημοκρατική ειρήνη χωρίς μια σειρά επαναστάσεις.

3. Οι σοσιαλιστές δεν παραιτούνται από την πάλη για τις μεταρρυθμίσεις. Πρέπει και τώρα λ.χ. να ψηφίζουν στα κοινοβούλια κάθε καλυτέρευση της κατάστασης των μαζών, έστω και την πιο παραμικρή, την αύξηση των βοηθημάτων στους κατοίκους των καταστραμμένων περιοχών, το αδυνάτισμα της εθνικής καταπίεσης κτλ. Είναι όμως καθαρή αστική απάτη η προπαγάνδιση των μεταρρυθμίσεων για τη λύση των προβλημάτων που η ιστορία και η πραγματική πολιτική κατάσταση τα έχουν θέσει με επαναστατικό τρόπο. Ακριβώς τέτοια είναι τα προβλήματα που έβαλε στην ημερήσια διάταξη ο σημερινός πόλεμος. Είναι τα βασικά προβλήματα του ιμπεριαλισμού, δηλ. τα προβλήματα της ίδιας της ύπαρξης της καπιταλιστικής κοινωνίας, τα προβλήματα που αφορούν την αναβολή της κατάρρευσης του καπιταλισμού με ένα νέο μοίρασμα του κόσμου, σύμφωνα με τον καινούργιο συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στις «μεγάλες» Δυνάμεις, που αναπτύσσονταν τις τελευταίες δεκαετίες όχι μόνο με τεράστια ταχύτητα, μα και –πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία- εξαιρετικά ανισόμετρα. Μια πραγματική πολιτική δράση, που αλλάζει το συσχετισμό των δυνάμεων της κοινωνίας, κι όχι δράση που εξαπατά απλώς τις μάζες με λόγια, μπορεί να γίνεται τώρα μόνο με μια από τις εξής δυό μορφές: είτε θα βοηθάς την εθνική «σου» αστική τάξη να ληστεύει τις ξένες χώρες (και θα ονομάζεις αυτή τη βοήθεια «υπεράσπιση της πατρίδας» ή «σωτηρία της χώρας»), είτε θα βοηθάς τη σοσιαλιστική επανάσταση του προλεταριάτου, υποστηρίζοντας κι αναπτύσσοντας τον αναβρασμό των μαζών, που αρχίζει σ΄ όλες τις εμπόλεμες χώρες, συμβάλλοντας στις απεργίες και διαδηλώσεις κτλ που αρχίζουν, επεκτείνοντας και οξύνοντας αυτές τις εκδηλώσεις της επαναστατικής μαζικής πάλης, που για την ώρα είναι ακόμη αδύνατες, σε γενική έφοδο του προλεταριάτου για την ανατροπή της αστικής τάξης.

Ακριβώς όπως όλοι οι σοσιαλσοβινιστές εξαπατούν σήμερα το λαό, συγκαλύπτοντας το ζήτημα της πραγματικής, δηλ. της συνεχιζόμενης στο σημερινό πόλεμο ιμπεριαλιστικής πολιτικής των καπιταλιστών, με υποκριτικές φράσεις για «άτιμη» επίθεση και για «τίμια» άμυνα της μιας ή της άλλης ομάδας των καπιταλιστών ληστών –ακριβώς έτσι χρησιμεύουν αποκλειστικά για την εξαπάτηση του λαού και οι φράσεις για «δημοκρατική ειρήνη», οι φράσεις ότι δήθεν η μελλοντική ειρήνη, που την προετοιμάζουν από τώρα κιόλας οι καπιταλιστές και οι διπλωμάτες, θα μπορούσε «απλούστατα» να εξαλείψει την «άτιμη» επίθεση και ν΄ αποκαταστήσει «τίμιες» σχέσεις, και δεν θ΄ αποτελούσε συνέχιση, ανάπτυξη και κατοχύρωση της ίδιας ακριβώς ιμπεριαλιστικής πολιτικής, δηλ. της πολιτικής της χρηματιστικής ληστείας, των αποικιακών ληστειών, της εθνικής καταπίεσης, της πολιτικής αντίδρασης και κάθε λογής όξυνσης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Οι καπιταλιστές και οι διπλωμάτες τους χρειάζονται σήμερα ακριβώς τέτοιους «σοσιαλιστές» υπηρέτες της αστικής τάξης που θα ξεκούφαιναν, θα αποβλάκωναν, θα αποκοίμιζαν το λαό με φράσεις για «δημοκρατική ειρήνη», θα συγκάλυπταν με τις φράσεις αυτές την πραγματική τους πολιτική, θα δυσκόλευαν τις μάζες ν΄ ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν την ουσία της, και θ΄ αποτραβούσαν τις μάζες από την επαναστατική πάλη.

4. Ακριβώς μια τέτοια αστική απάτη και υποκρισία είναι το πρόγραμμα της «δημοκρατικής» ειρήνης, που με τη σύνταξή του ασχολούνται σήμερα οι πιο επιφανείς εκπρόσωποι της ΙΙ Διεθνούς. Λόγου χάρη ο Χούισμανς στο συνέδριο του Arnhem [1] και ο Κάουτσκι στο περιοδικό «Neue Zeit» σαν οι πιο έγκυροι, οι πιο επίσημοι και οι πιο «θεωρητικοί» εκπρόσωποι αυτής της Διεθνούς, διατύπωσαν αυτό το πρόγραμμα: απάρνηση της επαναστατικής πάλης, ως τη στιγμή που οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις θα συνάψουν ειρήνη, και για την ώρα άρνηση στα λόγια των προσαρτήσεων και των επανορθώσεων, αυτοδιάθεση των εθνών, εκδημοκρατισμός της εξωτερικής πολιτικής, δικαστήρια διαιτησίας για την εξέταση των διεθνών συγκρούσεων ανάμεσα στα κράτη, αφοπλισμός, Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, κτλ κτλ.

Ο Κάουτσκι αποκάλυψε εξαιρετικά ανάγλυφα την πραγματική πολιτική σημασία αυτού του «προγράμματος ειρήνης», όταν, για να αποδείξει την «ομοφωνία της Διεθνούς» πάνω σ΄ αυτό το ζήτημα, ανάφερε το γεγονός ότι οι συνδιασκέψεις του Λονδίνου (ΙΙ. 1915) και της Βιέννης (IV. 1915) δέχτηκαν ομόφωνα το κύριο σημείο αυτού του προγράμματος, και συγκεκριμένα: την «αυτοτέλεια των εθνών». Ο Κάουτσκι επικύρωσε έτσι ανοιχτά μπροστά σ΄ όλο τον κόσμο την ολοφάνερη εξαπάτηση του λαού από τους σοσιαλσοβινιστές που συνδυάζουν την υποκριτική αναγνώριση στα λόγια της «αυτοτέλειας» ή της αυτοδιάθεσης των εθνών –αναγνώριση που δεν δημιουργεί καμιά υποχρέωση και δεν οδηγεί σε κανένα αποτέλεσμα- με την υποστήριξη των κυβερνήσεών «τους» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, παρ΄ όλο που ο πόλεμος αυτός και από τις δυό πλευρές διεξάγεται με συστηματική παραβίαση της «αυτοτέλειας» των αδύνατων εθνών και για το δυνάμωμα και την επέκταση της καταπίεσής τους.

Η αντικειμενική σημασία αυτού του πιο συνηθισμένου «προγράμματος ειρήνης» συνίσταται στο δυνάμωμα της υποταγής της εργατικής τάξης στην αστική τάξη, με τη «συμφιλίωση» των εργατών, που αρχίζουν ν΄ αναπτύσσουν επαναστατική πάλη, με τους σωβινιστές ηγέτες τους, με τη συγκάλυψη του βάθους της κρίσης του σοσιαλιστικού κινήματος για την επιστροφή στην προπολεμική κατάσταση των σοσιαλιστικών κομμάτων, στην κατάσταση ακριβώς που γέννησε το πέρασμα της πλειοψηφίας των ηγετών με το μέρος της αστικής τάξης. Ο κίνδυνος αυτής της «καουτσκιστικής» πολιτικής είναι ακόμη πιο μεγάλος για το προλεταριάτο, γιατί συγκαλύπτεται με ευλογοφανείς φράσεις και εφαρμόζεται όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και σ΄ όλες τις χώρες. Λόγου χάρη στην Αγγλία αυτή την πολιτική την εφαρμόζουν οι περισσότεροι ηγέτες˙ στη Γαλλία ο Λονγκέ, ο Πρεσμάν κ.α.˙ στη Ρωσία ο Αξελρόντ, ο Μάρτοφ, ο Τσχεΐτζε κτλ˙ ο Τσχεΐτζε συγκαλύπτει τη σοβινιστική ιδέα της «υπεράσπισης της χώρας» στο σημερινό πόλεμο με την έκφραση «σωτηρία της χώρας» και, από τη μια μεριά, επιδοκιμάζει στα λόγια το Τσίμμερβαλντ, ενώ, από την άλλη, στην επίσημη δήλωση της κοινοβουλευτικής ομάδας, εξυμνεί τον περιβόητο λόγο του Χούισμανς στο Arnhem και στην πράξη δεν διατυπώνει αντιρρήσεις ούτε από το βήμα της Δούμας, ούτε από τον Τύπο ενάντια στη συμμετοχή των εργατών στις Επιτροπές πολεμικής βιομηχανίας και εξακολουθεί να είναι συνεργάτης των εφημερίδων που υπερασπίζουν μια τέτοια συμμετοχή. Στην Ιταλία μια τέτοια πολιτική ακολουθεί ο Τρέβες: βλ. την απειλή του Κεντρικού Οργάνου του Σοσιαλιστικού κόμματος της Ιταλίας «Avanti [2] της 5.ΙΙΙ.1916 ότι θα ξεσκεπάσει τον Τρέβες και τους άλλους «ρεφορμιστές-ποσιμπιλιστές», ότι θ΄ αποκαλύψει «ποιος κίνησε κάθε μέσο για να εμποδίσει τη δράση της Διοίκησης του κόμματος και του Οντίνο Μοργκάρι, που αποβλέπει στη συνένωση του Τσίμμερβαλντ και στη δημιουργία μιας νέας Διεθνούς», κτλ κτλ.

5. Το σπουδαιότερο από τα «προβλήματα της ειρήνης» είναι σήμερα το πρόβλημα των προσαρτήσεων. Κι ακριβώς σ΄ αυτό το πρόβλημα φαίνεται πιο παραστατικά απ΄ όλα τόσο η σοσιαλιστική υποκρισία που κυριαρχεί σήμερα, όσο και τα καθήκοντα της πραγματικά σοσιαλιστικής προπαγάνδας και ζύμωσης.

Είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε τι είναι προσάρτηση, γιατί και πως πρέπει οι σοσιαλιστές να παλεύουν ενάντια στις προσαρτήσεις. Προσάρτηση δεν μπορεί να θεωρείται ούτε κάθε ενσωμάτωση «ξένου» εδάφους, γιατί οι σοσιαλιστές, για να μιλήσουμε γενικά, βλέπουν με συμπάθεια την εξάλειψη των συνόρων ανάμεσα στα έθνη και το σχηματισμό μεγάλων κρατών˙ -ούτε κάθε παραβίαση του status quo, γιατί αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη αντιδραστικότητα και ο μεγαλύτερος χλευασμός των βασικών εννοιών της ιστορικής επιστήμης˙ ούτε κάθε ενσωμάτωση με πόλεμο, γιατί οι σοσιαλιστές δεν μπορούν ν΄ αρνηθούν τη βία και τον πόλεμο που γίνεται προς το συμφέρον της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Προσάρτηση πρέπει να θεωρείται μόνο η ενσωμάτωση εδάφους ενάντια στη θέληση του πληθυσμού του˙ μ΄ άλλα λόγια, η έννοια της προσάρτησης συνδέεται αδιάρρηκτα με την έννοια της αυτοδιάθεσης των εθνών.

Όμως πάνω στο έδαφος του σημερινού πολέμου, και ακριβώς επειδή είναι ιμπεριαλιστικός από την πλευρά και των δυό ομάδων των εμπόλεμων Δυνάμεων, δεν μπορούσε παρά να γεννηθεί και γεννήθηκε το φαινόμενο «να παλεύουν» έντονα η αστική τάξη και οι σοσιαλσοβινιστές ενάντια στις προσαρτήσεις, όταν τις κάνει ή τις έκανε εχθρικό κράτος. Είναι φανερό ότι παρόμοια «πάλη ενάντια στις προσαρτήσεις» και παρόμοια «ομοθυμία» στο ζήτημα των προσαρτήσεων είναι καθαρή υποκρισία. Είναι φανερό ότι οπαδοί των προσαρτήσεων είναι στην πράξη και εκείνοι οι γάλλοι σοσιαλιστές που υπερασπίζουν τον πόλεμο για την Αλσατία και τη Λωραίνη, και εκείνοι οι γερμανοί σοσιαλιστές που δεν απαιτούν την ελευθερία αποχωρισμού της Αλσατίας και της Λωραίνης, της γερμανικής Πολωνίας κτλ από τη Γερμανία, και εκείνοι οι ρώσοι σοσιαλιστές που ονομάζουν «σωτηρία της χώρας» τον πόλεμο για νέα υποδούλωση της Πολωνίας από τον τσαρισμό, απαιτώντας την ενσωμάτωση της Πολωνίας στη Ρωσία στο όνομα της «ειρήνης χωρίς προσαρτήσεις», κτλ κτλ.

Για να μην είναι η πάλη ενάντια στις προσαρτήσεις υποκρισία ή κούφια φράση, για να διαπαιδαγωγεί πραγματικά τις μάζες στο πνεύμα του διεθνισμού, είναι απαραίτητη μια τέτοια τοποθέτηση του ζητήματος, που θα άνοιγε τα μάτια των μαζών για την απάτη που κυριαρχεί σήμερα στο ζήτημα των προσαρτήσεων και δεν θα σκέπαζε αυτή την απάτη. Δεν είναι αρκετό ο σοσιαλιστής κάθε έθνους ν΄ αναγνωρίζει στα λόγια την ισοτιμία των εθνών ή να διακηρύσσει και να ορκίζεται σε θεούς και δαίμονες ότι είναι ενάντια στις προσαρτήσεις. Είναι απαραίτητο ο σοσιαλιστής κάθε έθνους ν΄ απαιτεί άμεσα και χωρίς όρους την ελευθερία αποχωρισμού των αποικιών και των εθνών που καταπιέζει η δική του «πατρίδα».

Χωρίς αυτό τον όρο η αναγνώριση της αυτοδιάθεσης των εθνών και των αρχών του διεθνισμού θα μείνει και στη Διακήρυξη του Τσίμμερβαλντ, στην καλύτερη περίπτωση, νεκρό γράμμα.

6. Το «πρόγραμμα ειρήνης» των σοσιαλιστών, καθώς και το πρόγραμμά τους «πάλης για τον τερματισμό του πολέμου», πρέπει να ξεκινάει από το ξεσκέπασμα της ψευτιάς σχετικά με τη «δημοκρατική ειρήνη», τις φιλειρηνικές προθέσεις των εμπολέμων κτλ., με την οποία απευθύνονται σήμερα στο λαό οι δημαγωγοί υπουργοί, οι πασιφιστές αστοί, οι σοσιαλσοβινιστές και οι καουτσκιστές όλων των χωρών. Κάθε «πρόγραμμα ειρήνης» είναι εξαπάτηση του λαού και υποκρισία, αν δεν στηρίζεται κατά πρώτο λόγο στην εξήγηση στις μάζες της ανάγκης της επανάστασης και στην υποστήριξη, τη συμβολή και την ανάπτυξη της επαναστατικής πάλης των μαζών που αρχίζει παντού (αναβρασμός, διαμαρτυρίες, συναδέλφωση στα χαρακώματα, απεργίες, διαδηλώσεις, γράμματα από το μέτωπο προς τους δικούς τους –λόγου χάρη στη Γαλλία- με τη σύσταση να μην εγγράφονται στο πολεμικό δάνειο, κτλ κτλ.).

Η υποστήριξη, το πλάτεμα και το βάθεμα κάθε λαϊκού κινήματος για τον τερματισμό του πολέμου είναι καθήκον των σοσιαλιστών. Στην πραγματικότητα όμως το καθήκον αυτό το εκπληρώνουν μόνο εκείνοι οι σοσιαλιστές που, όπως ο Λήμπκνεχτ, καλούν από το βήμα της βουλής τους στρατιώτες να καταθέσουν τα όπλα, προπαγανδίζουν την επανάσταση, τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο για το σοσιαλισμό.

Σαν θετικό σύνθημα, που τραβάει τις μάζες σε επαναστατική πάλη κι εξηγεί ότι χρειάζονται επαναστατικά μέτρα για να γίνει δυνατή μια «δημοκρατική» ειρήνη, θα πρέπει να ριχτεί το σύνθημα της άρνησης πληρωμής των δημόσιων χρεών.

Δεν είναι αρκετό ότι η Διακήρυξη του Τσίμμερβαλντ κάνει υπαινιγμό για επανάσταση, λέγοντας ότι οι εργάτες πρέπει να δώσουν θύματα για τη δική τους κι όχι για ξένη υπόθεση. Είναι απαραίτητο να υποδειχτεί στις μάζες καθαρά και συγκεκριμένα ο δικός τους δρόμος. Πρέπει οι μάζες να ξέρουν που να τραβήξουν και γιατί. Είναι ολοφάνερο ότι οι μαζικές επαναστατικές ενέργειες τον καιρό του πολέμου δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν στη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο για το σοσιαλισμό, με τον όρο ότι οι ενέργειες αυτές θα αναπτυχθούν μ΄ επιτυχία. Κι είναι βλαβερό να το κρύβουμε αυτό από τις μάζες. Αντίθετα, ο σκοπός αυτός πρέπει να τονιστεί καθαρά, όσο κι αν φαίνεται δύσκολη η επίτευξή του, όταν βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή του δρόμου. Δεν είναι αρκετό να πούμε, όπως λέγεται στη Διακήρυξη του Τσίμμερβαλντ, ότι οι «καπιταλιστές λένε ψέματα, όταν μιλάνε για υπεράσπιση της πατρίδας» στο σημερινό πόλεμο και ότι οι εργάτες στον επαναστατικό αγώνα δεν πρέπει να παίρνουν υπόψη τους τη στρατιωτική κατάσταση της χώρας τους˙ πρέπει να ειπωθεί καθαρά αυτό που εδώ εκφράζεται με υπαινιγμό, ότι δηλαδή όχι μόνο οι καπιταλιστές, μα και οι σοσιαλσοβινιστές και οι καουτσκιστές λένε ψέματα, όταν δέχονται τη χρησιμοποίηση της έννοιας της υπεράσπισης της πατρίδας στο σημερινό ιμπεριαλιστικό πόλεμο˙ ότι είναι αδύνατη η επαναστατική δράση σε καιρό πολέμου χωρίς τον κίνδυνο να ηττηθεί η κυβέρνησή «σου», κι ότι κάθε ήττα της κυβέρνησης στον αντιδραστικό πόλεμο διευκολύνει την επανάσταση, τη μόνη που είναι σε θέση να φέρει μια σταθερή και δημοκρατική ειρήνη. Τέλος, είναι ανάγκη να πούμε στις μάζες ότι χωρίς να δημιουργήσουν οι ίδιες παράνομες οργανώσεις και Τύπο απαλλαγμένο από τη στρατιωτική λογοκρισία, δηλ. παράνομο Τύπο, δεν μπορεί να νοηθεί σοβαρή υποστήριξη της επαναστατικής πάλης που αρχίζει, δεν μπορεί να νοηθεί ανάπτυξή της, κριτική των διαφόρων πράξεών της, διόρθωση των λαθών της, συστηματική επέκταση και όξυνσή της.

7. Στο ζήτημα της κοινοβουλευτικής πάλης (Aktion) των σοσιαλιστών πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η απόφαση του Τσίμμερβαλντ όχι μόνο εκφράζει τη συμπάθεια προς τους 5 σοσιαλδημοκράτες βουλευτές της Κρατικής δούμας, που ανήκουν στο κόμμα μας και που καταδικάστηκαν σε εξορία στη Σιβηρία, αλλά και τάσσεται αλληλέγγυα με την τακτική τους. Είναι πράγμα αδύνατο να αναγνωρίζει κανείς την επαναστατική πάλη των μαζών και να συμβιβάζεται με την αποκλειστικά νόμιμη δράση των σοσιαλιστών στα κοινοβούλια. Αυτό οδηγεί μόνο στη δικαιολογημένη δυσαρέσκεια των εργατών, στην απομάκρυνσή τους από τη σοσιαλδημοκρατία και στην προσχώρησή τους στον αντικοινοβουλευτικό αναρχισμό ή συνδικαλισμό. Είναι απαραίτητο να το πούμε καθαρά και για να το ακούσουν όλοι ότι οι σοσιαλδημοκράτες στα κοινοβούλια πρέπει να χρησιμοποιούν τη θέση τους όχι μόνο για κοινοβουλευτικές εκδηλώσεις, αλλά και για να βοηθούν ολόπλευρα έξω από το κοινοβούλιο την παράνομη οργάνωση και την επαναστατική πάλη των εργατών κι ότι οι ίδιες οι μάζες πρέπει, μέσω της παράνομης οργάνωσής τους, να ελέγχουν αυτή τη δράση των ηγετών τους.

8. Το ζήτημα της σύγκλησης του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου ανάγεται στο βασικό ζήτημα αρχής, αν είναι ή όχι δυνατή η ενότητα των παλιών κομμάτων και της ΙΙ Διεθνούς. Κάθε βήμα προς τα μπρος που κάνει το διεθνές εργατικό κίνημα στο δρόμο που χαράχτηκε στο Τσίμμερβαλντ δείχνει όλο και πιο καθαρά την ασυνέπεια της θέσης που κράτησε η πλειοψηφία του Τσίμμερβαλντ: από τη μια μεριά, η πολιτική των παλιών κομμάτων και της ΙΙ Διεθνούς ταυτίζεται με την αστική πολιτική μέσα στο εργατικό κίνημα, με την πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της αστικής τάξης κι όχι τα συμφέροντα του προλεταριάτου (εδώ αναφέρονται, λόγου χάρη, τα λόγια της Διακήρυξης του Τσίμμερβαλντ, ότι οι «καπιταλιστές» λένε ψέματα όταν μιλάνε για «υπεράσπιση της πατρίδας» στο σημερινό πόλεμο, έπειτα μια σειρά ακόμη πιο συγκεκριμένες δηλώσεις στην εγκύκλιο της Internationale Sozialistische Kommission της 10.ΙΙ.1916 [3])˙ από την άλλη μεριά, η Internationale Sozialistische Kommission φοβάται τη διάσπαση με το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο και υπόσχεται επίσημα ότι η Internationale Sozialistische Kommission θα διαλυθεί, αν ξανασυγκληθεί αυτό το Γραφείο [4].

Διαπιστώνουμε ότι μια τέτοια υπόσχεση όχι μόνο δεν μπήκε σε ψηφοφορία, μα ούτε καν συζητήθηκε στο Τσίμμερβαλντ.

Ο μισός χρόνος που πέρασε ύστερα από το Τσίμμερβαλντ απόδειξε ότι στην πραγματικότητα η δουλειά στο πνεύμα του Τσίμμερβαλντ –δεν μιλάμε για τα κούφια λόγια, αλλά μόνο για τη δουλειά- σ΄ όλο τον κόσμο συνδέεται με το βάθεμα και την επέκταση της διάσπασης. Στη Γερμανία οι παράνομες προκηρύξεις ενάντια στον πόλεμο εκδίδονται παρά τις αποφάσεις του κόμματος, δηλ. διασπαστικά. Όταν ο βουλευτής Otto Rühle, ο πιο κοντινός σύντροφος του Κ. Λήμπκνεχτ, δήλωσε ανοιχτά ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν ήδη δυό κόμματα: το ένα που βοηθάει την αστική τάξη και το άλλο που παλεύει ενάντιά της, τον Ρύλε τον έβρισαν πολλοί γι΄ αυτό το πράγμα, ανάμεσά τους και οι καουτσκιστές, κανένας όμως δεν τον διάψευσε. Στη Γαλλία ο Μπουρντερόν, μέλος του Σοσιαλιστικού κόμματος, είναι κατηγορηματικά εχθρός της διάσπασης και ταυτόχρονα προτείνει στο κόμμα του μια τέτοια απόφαση –να αποκηρυχθεί η ΚΕ του κόμματος και η Κοινοβουλευτική Ομάδα (désapprouver Comm. Adm. Perm. και η Gr. Parl.), -απόφαση που, αν είχε γίνει δεκτή, θα προκαλούσε οριστική, και άμεση διάσπαση. Στην Αγγλία στις στήλες της μετριοπαθούς εφημερίδας «Labour Leader» ο T. Russel Williams μέλος του I.L.P. αναγνωρίζει ανοιχτά ότι είναι αναπόφευκτη η διάσπαση και σ΄ αυτό βρίσκει υποστήριξη στα γράμματα που παίρνει από διάφορα τοπικά στελέχη. Το παράδειγμα της Αμερικής είναι, ίσως, ακόμη πιο διδακτικό, γιατί εκεί, ακόμη και σ΄ αυτή την ουδέτερη χώρα, εκδηλώθηκαν κιόλας δυό ασυμβίβαστα εχθρικά ρεύματα μέσα στο Σοσιαλιστικό κόμμα: από τη μια μεριά, οι οπαδοί του λεγόμενου «preparedness», δηλ. του πολέμου, του μιλιταρισμού και του μαρινισμού, από την άλλη, τέτοιοι σοσιαλιστές, όπως ο Γιούντζιν Ντεμπς, πρώην υποψήφιος του Σοσιαλιστικού κόμματος για το αξίωμα του προέδρου, που κηρύσσει ανοιχτά τον εμφύλιο πόλεμο για το σοσιαλισμό ακριβώς σε σύνδεση με τον επερχόμενο πόλεμο.

Σ΄ όλο τον κόσμο στην πραγματικότητα έχουμε πια διάσπαση, εκδηλώθηκαν κιόλας δυό εντελώς ασυμβίβαστες πολιτικές της εργατικής τάξης απέναντι στον πόλεμο. Δεν μπορεί κανείς να κλείνει τα μάτια μπροστά σ΄ αυτό το πράγμα˙ αυτό θα οδηγήσει απλώς στο μπέρδεμα των εργατικών μαζών, στη συσκότιση της συνείδησής τους, στο δυσκόλεμα της επαναστατικής μαζικής πάλης, που τη συμπαθούν επίσημα όλοι οι τσιμμερβαλντινοί, στο δυνάμωμα της επιρροής στις μάζες των ηγετών που η Internationale Sozialistische Kommission στην εγκύκλιο της 10.ΙΙ.1916 τους κατηγορεί ανοιχτά ότι «παραπλανούν» τις μάζες κι ετοιμάζουν «συνωμοσία» («Pakt») ενάντια στο σοσιαλισμό.

Οι σοσιαλσοβινιστές και οι καουτσκιστές όλων των χωρών θ΄ ασχοληθούν με την ανασύσταση του χρεοκοπημένου Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου. Καθήκον των σοσιαλιστών είναι να εξηγούν στις μάζες πως είναι αναπόφευκτη η διάσπαση με κείνους που εφαρμόζουν την πολιτική της αστικής τάξης κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού.
_______

Γράφτηκε στο τέλος του Φλεβάρη
        και το Μάρτη 1916

Δημοσιεύτηκε στις 22 του Απρίλη 1916
         στο «Bulletin. Internationale
Sozialistische Kommission zu Bern», αρ. 4

         Στα ρωσικά δημοσιεύτηκε
          στις 10 του Ιούνη 1916
στην εφημερίδα «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ»,
                 αρ. φύλ. 54-55










Δημοσιεύεται σύμφωνα
                                            με το χειρόγραφο



Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 27, σ. 287-298, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1980
_______

* Η «Πρόταση της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ στη δεύτερη σοσιαλιστική συνδιάσκεψη» γράφτηκε σε απάντηση της έκκλησης της I.S.K. «Προς όλα τα προσκείμενα κόμματα και ομάδες» και δημοσιεύτηκε στο «Bulletin» της I.S.K. τεύχ. 3 της 29 του Φλεβάρη 1916.

Όταν τέλειωσε η επεξεργασία των θέσεων της «Πρότασης της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ στη δεύτερη σοσιαλιστική συνδιάσκεψη», ο Λένιν οργάνωσε τη μετάφραση του ντοκουμέντου στη γερμανική και τη γαλλική γλώσσα˙ οι θέσεις στάλθηκαν στα τμήματα του εξωτερικού των μπολσεβίκων και στους αριστερούς διεθνιστές διάφορων χωρών (Γαλλίας, Σουηδίας, Αγγλίας κ.α.). «Πρέπει –έγραφε ο Λένιν- μερικές εβδομάδες πριν τη συνδιάσκεψη όλοι οι αριστεροί και οι συμπαθούντες να τις δουν και να τις συζητήσουν» (Κεντρικό κομματικό αρχείο του Ινστιτούτου μαρξισμού-λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ). Η «Πρόταση» συζητήθηκε στη σύσκεψη των αριστερών κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης του Κίενταλ.

Το χειρόγραφο της «Πρότασης» διατηρήθηκε σε δυό παραλλαγές. 

[1] Πρόκειται για την έκθεση του γραμματέα του Διεθνούς σοσιαλιστικού γραφείου Κ. Χούισμανς, στο έκτακτο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος της Ολλανδίας στο Αρνχάιμ στις 9 του Γενάρη 1916. Θέλοντας ν΄ αποδείξει ότι η ΙΙ Διεθνής «δεν πέθανε», ο Χούισμανς πρότεινε ένα ρεφορμιστικό πρόγραμμα «δημοκρατικής ειρήνης». Ο Λένιν έκανε κριτική στο πρόγραμμα του Χούισμανς στη διάλεξή του «Οι “όροι ειρήνης” σε σχέση με το εθνικό ζήτημα».

[2] «Avanti («Εμπρός!») – καθημερινή εφημερίδα, Κεντρικό Όργανο του Ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος˙ ιδρύθηκε το Δεκέμβρη του 1896 στη Ρώμη. Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου η εφημερίδα ακολουθούσε ασυνεπείς διεθνιστικές θέσεις, χωρίς να κόβει τους δεσμούς της με τους ρεφορμιστές. Το 1926 η εφημερίδα κλείστηκε από τη φασιστική κυβέρνηση του Μουσολίνι όμως εξακολουθούσε να βγαίνει (όχι κανονικά) στο εξωτερικό. Από το 1943 βγαίνει ξανά στην Ιταλία.

[3] Η εγκύκλιος της Διεθνούς σοσιαλιστικής επιτροπής -έκκληση της ΔΣΕ «Προς όλα τα προσκείμενα κόμματα και ομάδες» είχε ψηφιστεί ομόφωνα από τη σύσκεψη της πλατιάς ΔΣΕ που έγινε στη Βέρνη στις 5-9 Φλεβάρη 1916. Η αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ μ΄ επικεφαλής τον Λένιν υπόβαλε στη σύσκεψη αυτή δήλωση ότι βλέπει την έκκληση σαν ένα βήμα προς τα μπρος σε σχέση με τις αποφάσεις της Πρώτης διεθνούς σοσιαλιστικής συνδιάσκεψης του Τσίμμερβαλντ, δεν θεωρεί όμως όλες τις θέσεις της ικανοποιητικές. Η έκκληση δημοσιεύτηκε στο «Δελτίο» της ΔΣΕ, αρ. φύλ. 3, της 29 του Φλεβάρη 1916 και στην εφημερίδα «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», αρ. φύλ. 52, της 25 του Μάρτη 1916.

[4] Ο Λένιν έχει εδώ υπόψη την επίσημη δήλωση της Διεθνούς σοσιαλιστικής επιτροπής με ημερομηνία 29 του Σεπτέμβρη 1915, που δημοσιεύτηκε στο «Δελτίο» της ΔΣΕ, αρ. φύλ. 2, της 27 του Νοέμβρη 1915. Στη δήλωσή της αυτή η ΔΣΕ, παρά και ενάντια στις αποφάσεις της Πρώτης διεθνούς σοσιαλιστικής συνδιάσκεψης, ανακοίνωσε ότι δέχεται ν΄ αυτοδιαλυθεί μόλις το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο στη Χάγη ξαναρχίσει τη δράση του. Έτσι η ΔΣΕ πήρε το δρόμο της σύμπραξης για την αναστήλωση της ΙΙ Διεθνούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.