Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Μαρξισμός ή Σταλινισμός;



του Παναγιώτη Γαβάνα

Εισαγωγικό-κριτικό σημείωμα

Η δημοσίευση του παρόντος κειμένου στο ιστολόγιο δεν ήταν στις προθέσεις μας, διότι πρόκειται για μια τοποθέτησή μας που έγινε στον προσυνεδριακό διάλογο για το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ πριν από 7 χρόνια, η οποία δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ (2009/1), και, κατά την άποψή μας, τα κείμενα που αφορούν σε προσυνεδριακό διάλογο χρήζουν άλλου είδους αντιμετώπιση. Κατά κάποιο τρόπο όμως αναγκαζόμαστε να το πράξουμε εκ των πραγμάτων.

Σε μια ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων που υπήρξε πριν από μερικές ημέρες με συναγωνιστή από το «Βαθύ Κόκκινο» για ένα ζήτημα που σχετιζόταν με το πρόσωπο του Στάλιν, θεωρήσαμε σκόπιμο, καλώς ή κακώς, να επιστήσουμε την προσοχή στο συνομιλητή μας για τις απόψεις μας αναφορικά με το σταλινικό φαινόμενο, στέλνοντας αυτό το κείμενο, διότι δεν είχαμε το χρόνο για μια πιο αναλυτική τοποθέτηση. Δεν περιμέναμε όμως ότι οι συναγωνιστές από το «Βαθύ Κόκκινο» θα το δημοσίευαν χωρίς προηγουμένως να ρωτηθούμε. Θα πει κανείς, γιατί να σε ρωτήσουμε αφού το κείμενο έχει δημοσιευτεί στην ΚΟΜΕΠ και εκτός αυτού είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα της εδώ και πολύ καιρό; Σωστό. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που για μας μέτρησε είναι ο τρόπος με τον οποίο έγινε. Εν πάση περιπτώσει, μιας και το αναδημοσιεύουμε θα θέλαμε να κάνουμε κάποιες συμπληρωματικές παρατηρήσεις.

Πρώτο. Ένα κείμενο κρίνεται πάντα με βάση την χρονική-ιστορική περίοδο στην οποία γράφεται και δημοσιεύεται, καθώς και το σκοπό ή το στόχο που επιδιώκει ο συντάκτης του. Αναφορικά με τα παραπάνω: α) Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν από 7 χρόνια –και από τότε έχει κυλίσει πολύ νερό στ΄ αυλάκι. β) Γράφτηκε στα πλαίσια προσυνεδριακού διαλόγου, επομένως, θα πρέπει εδώ να ληφθούν υπόψη μια σειρά παράγοντες, όπως, ότι αυτό έπρεπε να διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι δημοσιεύσιμο, να μην βγαίνει έξω από τα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου και να τηρηθεί ο περιορισμός σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη έκτασή του. Λαμβάνοντας υπόψη και μόνο αυτό το τελευταίο, ήμασταν υποχρεωμένοι, -όπως εξάλλου και κάθε άλλος αρθρογράφος-, να συμπυκνώσουμε πολλά νοήματα μέσα σε λίγες προτάσεις, που σημαίνει, ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να ξεδιπλωθούν αναλυτικά οι σκέψεις. Πέρα απ΄ αυτό, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος, το αναγνωστικό κοινό, αν δεν έχει το απαραίτητο μαρξιστικό θεωρητικό υπόβαθρο και την ανάλογη κουλτούρα που είναι απαραίτητη σ΄ έναν τέτοιο διάλογο, είτε να μην κατανοήσει περί τίνος πρόκειται, είτε, ως συνήθως, να κατατάξει τον αρθρογράφο σε ένα απ΄ τα «κουτάκια» που έχει φτιάξει ήδη στο μυαλό του, κάνοντας αποδεκτό το κείμενο ή απορρίπτοντάς το στο σύνολό του, έτσι που η υλιστική διαλεκτική «πάει περίπατο».

Δεύτερο. Αναφορικά με την έννοια «σταλινισμός». Πρόκειται για ένα μεγάλο και σύνθετο θέμα. Οι απόψεις εδώ αποκλίνουν κατά πολύ μεταξύ τους, και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός ή τουλάχιστον ποια είναι ή θα μπορούσαν να είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του στοιχεία. Μάλιστα, υπάρχει και η θέση που υποστηρίζει ότι η έννοια «σταλινισμός» σαν τέτοια είναι εσφαλμένη.

Το πρώτο που θα θέλαμε εδώ να επισημάνουμε είναι ότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά στη διατύπωση ορισμών μεταξύ φυσικών και κοινωνικών επιστημών. Στις φυσικές επιστήμες οι ορισμοί είναι ακριβείς ή πιο ακριβείς, δηλαδή αντανακλούν με μεγαλύτερη ακρίβεια/πιστότητα την αντικειμενική πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι στη γερμανική γλώσσα οι φυσικές επιστήμες χαρακτηρίζονται συχνά και ως «ακριβείς επιστήμες» («exakte Wissenschaften»). Στις κοινωνικές όμως επιστήμες, υπάρχουν συνήθως μεγάλες αποκλίσεις στη διατύπωσή τους και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, ένας από τους οποίους είναι η κοσμοαντίληψη την οποία έχει αυτός που διατυπώνει έναν τέτοιο ορισμό. Όμως και σε ανθρώπους που έχουν την ίδια κοσμοαντίληψη μπορούν επίσης να υπάρχουν ακόμη και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό λοιπόν που εδώ συνιστάται είναι, ότι καθίσταται αναγκαίο να δίνονται/περιγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά του αντικειμένου στο οποίο γίνεται αναφορά. Ενυπάρχει επίσης πάντα ο κίνδυνος να συζητάμε για το ίδιο ζήτημα, έχοντας την εντύπωση ότι συμφωνούμε, στη πραγματικότητα όμως καθένας να εννοεί διαφορετικά πράγματα. Ή και το αντίστροφο, να διαφωνούμε σε ένα ζήτημα, όχι γιατί καθένας το αντιλαμβάνεται διαφορετικά, αλλά επειδή υπάρχει κακή συνεννόηση, στη πραγματικότητα δηλαδή μπορεί να υπάρχει συμφωνία απόψεων. Πρόκειται για συχνά φαινόμενα.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά στην ίδια την έννοια «σταλινισμός». Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιείται διαφορετικά τόσο απ΄ τους αστούς ιδεολόγους όσο και από τμήματα της Αριστεράς. Για τη μεν αστική ιδεολογία ο όρος «σταλινισμός» αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της θεωρίας περί ολοκληρωτισμού, που οι ρίζες της βρίσκονται στις αρχές των δεκαετιών του 20ού αιώνα, και στη πάροδο του χρόνου επανεμφανίζεται με διάφορες μορφές ανάλογα με το τι επιδιώκει η αστική τάξη. Ο κεντρικός της όμως στόχος –ιδιαίτερα η χρήση αυτού του όρου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- είναι καθαρός: Η δυσφήμιση του σοσιαλισμού έτσι όπως τον γνωρίσαμε, η ταύτισή του με τα φασιστικά καθεστώτα τα οποία αποτελούν γέννημα-θρέμα του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού (εδώ εντάσσεται και η ταύτιση Χίτλερ-Στάλιν), η εκμηδένιση όλων των επιτευγμάτων αυτών των χωρών, ώστε έτσι να επιδράσουν καταλυτικά –όπως και το έχουν πετύχει σε μεγάλο βαθμό- στη συνείδηση των εργαζομένων, με αποτέλεσμα να παραλύουν τη σκέψη τους, επομένως και την αντιιμπεριαλιστική, και γενικότερα, την αντικαπιταλιστική δράση τους.

Απ΄ την άλλη μεριά ο όρος «σταλινισμός» χρησιμοποιείται κατά κόρον από τις (νεο)τροτσκιστικές ομάδες όπου γης. Κάθε τι που δε χωρά στη καλουπωμένη σκέψη τους, κι εδώ κάνουμε λόγο για όλα τα κομμουνιστικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου όλων των μαοϊκών ομάδων, χαρακτηρίζονται ως σταλινικά –τόσο οι θεωρητικές σκέψεις και αναζητήσεις τους όσο και η πολιτική δράση τους στο σύνολό τους. Πρόκειται για μια ισοπέδωση. Ασφαλώς και μια τέτοια χρήση του όρου «σταλινισμός» μας βρίσκει αντίθετους.

Παρακάτω. Όποιος αριστερός σε τούτη τη χώρα χρησιμοποιεί τον όρο «σταλινισμός» θεωρείται από τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ ως οπορτουνιστής. Ο όρος «οπορτουνισμός» για την ηγεσία του ΚΚΕ έχει πάρει μια έκταση επιδημική. 

Επί τη ευκαιρία: Για την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ υπάρχουν τρία «τσουβάλια». Στο πρώτο, ασφαλώς, κατατάσσει τον εαυτούλη της, διεκδικώντας, όπως δείχνουν τα γεγονότα, το «αλάθητο του Πάπα», έχοντας έτσι το «δικαίωμα» να κρίνει όλους τους άλλους, αλλά δεν δέχεται «μύγα στο σπαθί της» για οποιαδήποτε κριτική της γίνεται. Κάποιες φορές αναφέρει μεν, ότι «δεχόμαστε κριτική αρκεί αυτή να είναι πολιτικο-ιδεολογική και όχι προσωπική». Πρόκειται για χονδροειδές ψέμα. Όσες φορές της ασκήθηκε ντοκουμενταρισμένη κριτική τόσο σε ζητήματα θεωρίας όσο και πολιτικής πρακτικής, είτε αντέδρασε σαν «ταύρος εν υαλοπωλείο», είτε απλά επειδή δεν τη βόλευε δεν έπαιρνε θέση, ακολουθώντας το γνωστό λαϊκό ρητό: «Η σιωπή είναι χρυσός». Αναφέρουμε εδώ ως ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά παραδείγματα, συγκεκριμένα, την κενόλογη ρητορεία της περί «ιμπεριαλιστικής Ελλάδας».

Το δεύτερο «τσουβάλι» είναι αυτό του «οπορτουνισμού». Εδώ κατατάσσει όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις της Αριστεράς και όποιον άλλο της «κάθεται στο στομάχι», ισοπεδώνοντας τις θέσεις τους, αδυνατώντας ή δεν θέλοντας να κατανοήσει τις διαφορές τους. Και όχι μόνο αυτό. Φτάνει στο έσχατο σημείο, κάποιες φορές, να ταυτίζει αντιλήψεις τμημάτων της Αριστεράς με τις αστικές, μάλιστα ακόμη και με αυτές της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Ο κατήφορος τούτος δεν φαίνεται να έχει τελειωμό. Υπάρχει οπορτουνισμός; Φυσικά και υπάρχει. Άλλο ζήτημα όμως είναι να εντοπίζεις το πρόβλημα και να το αντιπαλεύεις και εντελώς διαφορετικό να κάνεις «την τρίχα τριχιά», να κάνεις κατάχρηση του όρου.

Το τρίτο «τσουβάλι» είναι αυτό στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα αστικά κόμματα, αλλά και πάλι αυτό το αντιλαμβάνεται τόσο ομογενοποιημένο, που αδυνατεί να κατανοήσει τις μεταξύ τους δευτερεύουσες ενδοαστικές αντιθέσεις, επομένως δεν είναι και σε θέση να τις αξιοποιήσει προς όφελος του εργατικού κινήματος.

Εν κατακλείδι, και σε ό,τι εδώ μας αφορά: Ο όρος «σταλινισμός» για την ηγεσία του ΚΚΕ θεωρείται, κατά κάποιο τρόπο, ως ύβρις. Στην αντίληψη τούτη τον τελευταίο καιρό προσχωρεί και ο «Εργατικός Αγώνας», ζητώντας μάλιστα και τεκμήρια. Αν όμως «σκαλίσει» στην Ιστορία θα τα βρει, αν και είναι γνωστά. Εν τούτοις, μελλοντικά θα προσθέσουμε ακόμη μερικά, και, αν είναι σε θέση ας τα απορρίψει. Υπάρχει όμως και το εξής παράδοξο: Κάποια μέλη και στελέχη του ΚΚΕ (και όχι μόνο του ΚΚΕ), κορδώνονται όταν τους αποκαλούν σταλινικούς, διότι τον όρο «σταλινισμό» τον αντιλαμβάνονται ως συνώνυμο με τη σταθερότητα αρχών και την επαναστατικότητα.

Ο όρος «σταλινισμός» χρησιμοποιήθηκε επίσης τα τελευταία χρόνια από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης, πριν ακόμη έρθει στην κυβέρνηση, ενάντια σε άλλα στελέχη επίσης του ΣΥΡΙΖΑ που σήμερα στην πλειοψηφία τους βρίσκονται στη ΛΑΕ, όταν οι τελευταίοι έκαναν λόγο για έξοδο της χώρας από την ΟΝΕ, υποστηρίζοντας παράλληλα τη θέση –είναι ένα άλλο όμως ζήτημα αν το εννοούσαν πραγματικά- ότι δεν είναι δυνατός ο σοσιαλισμός στη χώρα μας αν αυτή βρίσκεται μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται εδώ για μια συζήτηση οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, στην οποία ενεπλάκησαν θεωρητικοί όπως ο Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Κάουτσκι και αφορά στο ζήτημα των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» (Λένιν), ή των «Ενωμένων Κρατών της Κεντρικής Ευρώπης» (Κάουτσκι). 

Θα μπορούσαμε εδώ να αναφέρουμε και άλλα τμήματα της Αριστεράς τα οποία είτε κάνουν αποδεκτό αυτό τον όρο είτε τον απορρίπτουν.

Σε ό,τι μας αφορά, η άποψή μας σ΄ αυτό το ζήτημα είναι: Ο όρος αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Δεν θα γίνεται κατάχρησή του. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα χρησιμοποιείται ως ρόπαλο ενάντια σε κάθε αριστερό (και όχι μόνο) ο οποίος δεν ταυτίζεται με τις δικές μας αντιλήψεις/πεποιθήσεις. β) Είναι απαραίτητο να δίνεται το περιεχόμενό του, τα βασικά του χαρακτηριστικά. Αυτό ακριβώς προσπαθήσαμε να κάνουμε και στο κείμενο «Μαρξισμός ή Σταλινισμός;». Επειδή όμως δεν είναι δυνατό να γίνεται αυτό σε κάθε ανάλυση, γι΄ αυτό και αποφεύγουμε να χρησιμοποιήσουμε την έννοια «σταλινισμός».

Τρίτο: Στο κείμενο είχαμε χαρακτηρίσει τότε τον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα σοσιαλδημοκρατικό. Εδώ είναι αναγκαία μια διόρθωση. Την περίοδο εκείνη το κόμμα αυτό δεν ήταν σοσιαλδημοκρατικό, αλλά σοσιαλρεφορμιστικό, σοσιαλδημοκρατικό όμως είναι σήμερα. Πρόκειται για μια ταχεία μεταμόρφωση η οποία έλαβε χώρα μέσα σε ένα ιδιαίτερα βραχύ χρονικό διάστημα.

Από κει και πέρα δεν θα θέλαμε να κάνουμε κάποια άλλη συμπληρωματική παρατήρηση. Ασφαλώς, αν γραφόταν το κείμενο αυτό σήμερα θα ήταν σε κάποια σημεία ελαφρώς τροποποιημένο, ο κορμός του όμως θα παρέμενε ο ίδιος. Όμως η Ιστορία δεν γράφεται με «αν», και το κείμενο αυτό έχει περάσει ήδη στην Ιστορία. Σε ζητήματα που αφορούν στο σοσιαλισμό θα επανέλθουμε έτσι κι αλλιώς αρκετές φορές. 

Τέλος, είμαστε πεπεισμένοι ότι με τη μεταμόρφωση του ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια, ένα τέτοιο κείμενο δεν θα δημοσιευόταν πλέον σε προσυνεδριακό διάλογο. Αυτό φάνηκε εξάλλου καθαρά με τον αποκλεισμό δεκάδων άρθρων στο τελευταίο, το 19ο Συνέδριο, τα οποία (άρθρα) ήταν πολύ πιο ήπια στις εκφράσεις τους απ΄ ότι αυτό εδώ. Είναι βέβαιο ότι η ηγεσία του ΚΚΕ (η επιτροπή διαλόγου δεν αποτελεί παρά ενσάρκωση της εκάστοτε ηγεσίας) θα το έχει μετανιώσει. Είναι όμως αργά. 

Ακολουθεί το κείμενο για το οποίο γίνεται εδώ λόγος.


* * *

Μαρξισμός ή Σταλινισμός;

του Παναγιώτη Γαβάνα*

Οι σταλινικές αντιλήψεις στο Κόμμα έχουν βαθιές ρίζες, δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Απ’ τη διάσπασή του όμως το 1991 άρχισαν πάλι να εμφανίζονται δειλά, για να μορφοποιηθούν σταδιακά σ’ αυτό που γνωρίζουμε σήμερα. Οι αντιλήψεις αυτές αντλούν τη δύναμή τους από πραγματικά γεγονότα -γι’ αυτό ακριβώς και οι υποστηρικτές τους εμφανίζονται «δικαιωμένοι» στις απόψεις τους. Μόνο που για να γίνουν πιστευτές πρέπει πρώτα να απολυτοποιηθούν συγκεκριμένες πλευρές της αντικειμενικής πραγματικότητας, κατακρεουργώντας την υλιστική διαλεκτική με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη μαρξιστική θεωρία και την πολιτική πρακτική. Η επιχειρηματολογία στην οποία στηρίζονται οι απόψεις αυτές περιστρέφεται σήμερα κυρίως γύρω από δύο άξονες: 

α) Το σοβιετικό σύστημα δεν ηττήθηκε επί Στάλιν αλλά την περίοδο μετά από αυτόν. Αυτό είναι γεγονός. Για το λόγο αυτό γίνεται κάθε προσπάθεια ώστε η σταλινική περίοδος να μείνει έξω απ’ τη μαρξιστική κριτική. Όμως κάθε ιστορική εποχή έχει την προϊστορία της, δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Κι απ’ το νυστέρι της υλιστικής διαλεκτικής, η οποία αποτελεί την καρδιά του μαρξισμού, δε μένουν και δεν μπορούν να μείνουν στο απυρόβλητο άτομα, ομάδες ή κοινωνικά συστήματα. Όποιος αρνείται να δεχτεί αυτή την απλή αλήθεια, χάνει το δικαίωμα να επικαλείται το όνομα του Μαρξ!

β) Τόσο στην ήττα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όσο και στη σοσιαλδημοκρατικοποίηση μιας σειράς κομμουνιστικών κομμάτων πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο δεξιός οπορτουνισμός. Και αυτό είναι γεγονός. Ποιος το αμφισβητεί; Αν στο παραπάνω προστεθούν και η αρνητική πείρα που αποκόμισε το ΚΚΕ απ’ τη συμμετοχή του στο ΣΥΝ, η υποταγή μιας σειράς πρώην στελεχών μπροστά στον ιδεολογικό και ταξικό αντίπαλο και η πολιτική πρακτική του σημερινού σοσιαλδημοκρατικού ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, τότε το «γλυκό έδεσε» (βεβαίως, για μια στοιχειώδη αυτοκριτική της ΚΕ η οποία ψήφιζε για κυβερνήσεις συνεργασίας το 1990/91, ακόμα περιμένουμε).

Στη συνέχεια θα σταθώ στο πρώτο ζήτημα, μιας και αυτό απαιτεί ο προσυνεδριακός διάλογος.

* * *

Οι αιτίες της ήττας του αυτοονομαζόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» βρίσκονται στις αδυναμίες και τα λάθη ενός συστήματος που πάνω του έφερε τη σφραγίδα του Στάλιν. Σαν αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του σταλινισμού μπορούν να ειδωθούν: 

● Η ιστορική/πολιτισμική καθυστέρηση της Ρωσίας. 

● Η ιμπεριαλιστική επέμβαση και περικύκλωση.

● Ο εξαναγκασμός για μια γρήγορη ανοικοδόμηση της αμυντικής βιομηχανίας και η φασιστική επιδρομή κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με όλες τις συνέπειες. 

● Η άμυνα της σοβιετικής εξουσίας και η ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης σε δεύτερη παγκόσμια δύναμη οι οποίες συνδέθηκαν με το όνομα του Στάλιν, δυνάμωσαν την υπόληψή του, σκέπασαν όμως τα εγκλήματα που έπληξαν όχι σε τελευταία ανάλυση το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα. 

Σημαντικό ρόλο έπαιξε ακόμη η παρουσίαση και αυτοπροβολή του σαν συνεχιστή της λενινιστικής κληρονομιάς.

Όλα αυτά σταθεροποίησαν την πίστη στο «αλάθητο» του Στάλιν, απ’ το οποίο επωφελήθηκαν και οι εκάστοτε επίγονοί του. Έτσι και μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το μονοπώλιο της αλήθειας παρέμεινε στην εκάστοτε κομματική καθοδήγηση, η οποία μόνη της αποφάσιζε τι είναι μαρξισμός. Οι γνώμες που απόκλιναν κηλιδώνονταν παραπέρα, οι συζητήσεις αποκρούονταν, οι κριτικές απόψεις παραποιούνταν σαν αποστασία και συχνά καταδιώκονταν ακόμη και σαν εγκληματική πράξη. Η κριτική επεξεργασία εγκαταλείφθηκε και επί Χρουτσώφ και στην καλύτερη περίπτωση υπηρέτησε στην εξουδετέρωση άβολων ανταγωνιστών στο μηχανισμό εξουσίας (Μολότωφ, Μαλένκοφ, Καγκάνοβιτς). Στο όνομα όμως του «αντισταλινισμού» εφαρμόσθηκαν και επί Γκορμπατσώφ σταλινικές πρακτικές: Έτσι, μερικές αποκαλύψεις είχαν σαν στόχο την παραίτηση μετά από εξαναγκασμό πάνω από 100 εκλεγμένων μελών της ΚΕ το 1988. Δεν πρόκειται για οξύμωρο σχήμα: ο οπορτουνισμός της ηγεσίας του ΚΚΣΕ δε θα είχε σαν εναλλακτική λύση απέναντι στο σταλινισμό καμιά προοπτική ακόμα και μετά το θάνατο του Στάλιν, επειδή η εξουσιαστική συνείδηση του σταλινισμού ήταν αποτυπωμένη και στους επιγόνους του.

Απ’ την πάλη ενάντια στο «σταλινισμό» και ό,τι από δω προέκυψε, κέρδισαν σε μεγάλο βαθμό οι δυνάμεις της καπιταλιστικής παλινόρθωσης μια ηθική-πολιτική νομιμότητα, η οποία οδήγησε στην ήττα του κρατικού σοσιαλισμού. Ο «αντισταλινισμός» επομένως της γκορμπατσωφικής ηγεσίας χρησιμοποιήθηκε σαν άλλοθι για την ανοιχτή λιποταξία απ’ τις θέσεις του κλασικού μαρξισμού, και είχε τόση σχέση με το μαρξισμό, όσο και η φωτιά με το νερό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι σταλινικές αντιλήψεις «δικαιώνονται». Ό,τι δεν είναι «άσπρο» δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι «μαύρο»!

Ο σταλινισμός δεν παρέμεινε μόνο σοβιετικό φαινόμενο. Οι μέθοδές του επέδρασαν τόσο στις χώρες του ευρωπαϊκού «υπαρκτού σοσιαλισμού» όσο και στα κομμουνιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών. Το σταλινικό φαινόμενο δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να ανάγεται απ’ την κρατικά εξασκούμενη τρομοκρατία, παρ’ όλο που η κατασταλτικά κατανοούμενη εξουσία ανήκει στα βασικά του γνωρίσματα, αλλά ούτε και απ’ την προσωπολατρία. Το φαινόμενο τούτο είναι πιο σύνθετο. Παρ’ όλο που μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ένας ορισμός του σταλινισμού, θα προσπαθήσουμε να διατυπώσουμε τα βασικά του χαρακτηριστικά με όλες τις αδυναμίες που μπορεί να εμπεριέχει η διατύπωση ενός ορισμού. Χωρίς τη βαθειά ανάλυση και κατανόηση των χαρακτηριστικών αυτών, θα ανακυκλώνονται διαρκώς τα ίδια λάθη και οι πιθανότητες σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της χώρας μας είναι πρακτικά μηδαμινές.

Με την έννοια «σταλινισμός» κατανοούμε:

● Μια αναγωγή της έννοιας του σοσιαλισμού, η οποία βλέπει την πραγματοποίηση του στόχου της δημιουργίας νέων σχέσεων εξουσίας κάτω απ’ την καθοδήγηση ενός κόμματος που κατανοούσε τον εαυτό του σαν μαρξιστικό, την κρατική ιδιοκτησία και τον κεντρικό σχεδιασμό και παραβλέπει όλα τα περιεχόμενα του σοσιαλισμού, τις δημοκρατικές, ουμανιστικές και ηθικές του βάσεις. Εδώ ανήκουν και οι μεγάλες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, οι οποίες αντί να «αρθούν διαλεκτικά» διαγράφτηκαν με μια μονοκοντυλιά.

● Μια έννοια για την πολιτική εξουσία, όπου ένα κόμμα εξασκεί την εξουσία στο όνομα της εργατικής τάξης, χωρίς την πάλη για μια διαρκή νομιμοποίηση της εξουσίας του μέσω των μαζών της τάξης, μια εξουσία η οποία κατά προτεραιότητα στηρίζεται στην καταπίεση διαφορετικών απόψεων αντί στη θεωρητική αναμέτρηση και πειθώ, και στην έσχατη περίπτωση δέχεται την ανοιχτή τρομοκρατία ακόμη και ενάντια στη δική του ταξική βάση και τους στενούς του συναγωνιστές.

● Μια αντίληψη για τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία, η οποία βρίσκει την ανώτερη μορφή της στην κρατική ιδιοκτησία, η οποία διευθύνεται κεντρικά-γραφειοκρατικά χωρίς να συντελεί στην άρση της αποξένωσης αλλά στο παραπέρα βάθεμά της.

● Ένα γραφειοκρατικό σχεδιασμό, ο οποίος πρακτικά πνίγει κάθε απόπειρα συν-σκέψης και συνδιαμόρφωσης από τους εργαζόμενους, δυναμώνει τις δυσαναλογίες μέσω μιας μετατόπισης του κέντρου βάρους και περιφρόνησης των οικονομικών κριτηρίων, εμποδίζοντας την ανάπτυξη της βασικής παραγωγικής δύναμης, του ανθρώπου.

● Ένα μονοπώλιο της αλήθειας μιας ολιγαρχικά δομημένης καθοδήγησης αποκομμένης απ’ τις μάζες, η οποία περιφράσσεται όλο και περισσότερο απ’ την κριτική, εμποδίζοντας κάθε εναλλακτική συζήτηση.

● Μια αντίληψη για τη θεωρία, η οποία βασίζεται πάνω σε δογματοποιημένα αποσπάσματα (τσιτάτα) του μαρξισμού τα οποία καταχράται για να νομιμοποιήσει την κάθε φορά πολιτική της στροφή. Επιστημονική θεωρία χωρίς διαπάλη απόψεων είναι αδιανόητη!

● Μια αντίληψη για την Ιστορία, η οποία ξεκινά από μια «μη αντιστροφή» της Ιστορίας, στερώντας την από μια κριτική επανεξέταση της θεωρίας μέσω της ιστορικής πρακτικής, θεωρώντας τη συζήτηση για τα λάθη σαν περιττή επειδή «τα λάθη υπερβαίνονται στην κίνηση προς τα μπρος», ξεθωριάζοντας κριτικές πλευρές της Ιστορίας με μια λαθεμένα κατανοημένη κομματικότητα, κηλιδώνοντας άτομα και ομάδες, αντί να εκτιμήσει την επίδρασή τους αντικειμενικά.

● Μια αντίληψη για το Κόμμα, στο οποίο η ενότητα θέλησης και δράσης δε βασίζεται σε μια ανοιχτή συζήτηση των προβλημάτων και των εναλλακτικών ιδεών, αλλά στην υποταγή και πειθαρχία σε ένα κομματικό σώμα, το οποίο κάτω απ’ την έννοια της απαγόρευσης της φράξιας επιβάλλει πρακτικά μια απαγόρευση της συζήτησης (η γκραμσιανή αντίληψη για το Κόμμα σαν «συλλογικό διανοούμενο» πάει περίπατο).

● Μια κεντρικά καθορισμένη πολιτική προσώπων στο Κόμμα και στο κράτος, στην οποία η κατοχή των λειτουργιών και θέσεων εξαρτάται απ’ την ευμένεια της καθοδήγησης και την ετοιμότητα για υποταγή, η οποία δεν απαιτεί ικανότητα κριτικής αλλά μετριότητα, ετοιμότητα προσαρμογής και υποκρισίας, βλέποντας τη δημοκρατική νομιμότητα από τα κάτω αποκλειστικά σαν ενέργεια τυπικής συγκατάθεσης των ήδη παρμένων αποφάσεων από τα «πάνω». (Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής στελεχών είναι σήμερα ορατά στο σύνολο όλων εκείνων που στράφηκαν στα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα).

● Μια αντίληψη για τη διεθνιστική αλληλεγγύη, η οποία δε βασίζεται πάνω σε συντροφική συζήτηση κοινών ή διαφορετικών απόψεων, αλλά στην άνευ όρων αποδοχή ακόμη και της λαθεμένης πολιτικής ενός αδελφού κόμματος.

* * *

Χωρίς μια κριτική στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, το οποίο αυτοονομαζόταν «υπαρκτός σοσιαλισμός», ο μαρξισμός δεν έχει προοπτική τόσο σαν πολιτική θεωρία όσο και σαν επαναστατική πολιτική πρακτική. Η επιθυμία να ξεπεραστεί η παρούσα κρίση όσο το δυνατό χωρίς ρήξεις, αντιστοιχεί σε ανικανότητα του μαρξιστικού κόμματος να εφαρμόζει πάνω στον εαυτό του τη διαλεκτική. Το Κόμμα διατρέχει έτσι τον κίνδυνο να μετατραπεί σε σέχτα και να απομονωθεί από το πραγματικό κοινωνικό κίνημα. Παραπέρα, όταν η εργατική τάξη καταχτήσει την εξουσία είναι υπαρκτός ο κίνδυνος, να «διορθώνει» με μέτρα κρατικού εξαναγκασμού τη δυσαναλογία μεταξύ της αυτεπίγνωσής του και της πραγματικής κοινωνικής του επιρροής. Στις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» η λύση αυτής της αντίθεσης οδήγησε στη θεοποίηση του κράτους, στην κήρυξη μιας διαρκούς κατάστασης εκτάκτου ανάγκης για την οποία προειδοποιούσε ο Γκράμσι. Από ένα πολιτικό κίνημα, το οποίο τη ρύθμιση μέσω του κρατικού καταναγκασμού ήθελε να την αντικαταστήσει όλο και περισσότερο με την αυτορρύθμιση των συνεταιρισμένων ατόμων, προέκυψε ένα κίνημα, το οποίο έβλεπε την κρατικοποίηση της κοινωνίας σαν σκοπό της επανάστασης. Οι συνέπειες είναι γνωστές: απορρόφηση των κομμουνιστικών κομμάτων απ’ το κράτος, αμέτρητα εγκλήματα στο όνομα του σοσιαλισμού, καταδίκη της εργατικής τάξης σε ανικανότητα ηγεμονίας. Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η απουσία εναλλακτικών λύσεων/προτάσεων για σημαντικά κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα και όχι μόνο, η οποία σχετίζεται με μια μονοδιάστατη σκέψη, βραχυκυκλωμένη ανάμεσα σε δίπολα, όπως: «άσπρο-μαύρο», «φίλος-εχθρός». Έτσι δόγματα όπως «όποιος δεν είναι φίλος μου είναι εχθρός μου» ή «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» βρίσκουν εδώ πλήρη εφαρμογή (ο γερο-Χέγκελ εξοβελίζεται στην κόλαση).

Όταν αργότερα φθάσαμε στα γεγονότα του 1989/90 η αποξένωση των εργαζομένων απ’ τους μηχανισμούς εξουσίας ήταν τόσο βαθειά που ένα μέρος τους στράφηκε ενάντια στο «κράτος τους», ενώ το μεγαλύτερο παρέμεινε απαθές εφαρμόζοντας πιστά αυτό που του δίδαξαν τόσα χρόνια οι εκπαιδευτές του. Ο Μαρξ για μια ακόμη φορά πήρε εκδίκηση, μόνο που τώρα (τι ειρωνεία!) στράφηκε ενάντια σε όλους εκείνους που επικαλούνταν το όνομά του, ένα τμήμα των οποίων ανήκει σήμερα στη νέα αστική τάξη! 

* * *

Η λαθεμένη θέση για «όξυνση της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό» που προβάλλεται σε μια σειρά κείμενα της ΚΕ, η υπόκλισή της μπροστά στο «κράτος-μολώχ», στο «κράτος-νυχτοφύλακα», δείχνουν ότι δεν έχει διδαχτεί απ’ την πράξη. Το γεγονός και μόνο -για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα- ότι επικαλείται σαν αποδεικτικό στοιχείο έκθεση του πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Μόσχα Τζόζεφ Ντέιβις για να δικαιολογήσει την εκτέλεση του Μπουχάριν, ανεξάρτητα απ’ την άποψη που μπορεί να έχει κανείς γι’ αυτόν, δείχνει το λιγότερο ανευθυνότητα! Η ανικανότητα διάκρισης μεταξύ επαναστατικής βίας και σταλινικής τρομοκρατίας είναι ένα απ’ τα σημεία που χαρακτηρίζουν το κείμενο των «Θέσεων». Η ΚΕ δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει ότι βάζει το Κόμμα σε νέες περιπέτειες, στέλνοντας για μια ακόμη φορά στελέχη, μέλη και φίλους του Κόμματος στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας και του αριστερισμού. 

Το πώς φθάσαμε μέχρι εδώ είναι γνωστό: Σχετίζεται με μια γνώριμη πρακτική που ακολουθείται για θεμελιώδη ζητήματα θεωρίας, η οποία έγκειται αφ’ ενός στην υπαρκτή τάση «να τελειώνουμε» με αυτά τα ζητήματα, αφ’ ετέρου στην προσπάθεια μέσα από τα έντυπα του Κόμματος να προβάλλονται συγκεκριμένες αντιλήψεις επιλεκτικά, χωρίς ποτέ να έχει υπάρξει διάλογος στο όνομα μιας λαθεμένα κατανοημένης «ενότητας», στη συνέχεια το κομματικό σώμα αφού τις έχει ήδη εσωτερικεύσει, καλείται να τοποθετηθεί σε μια σειρά από αυτές τις απόψεις οι οποίες εμπεριέχονται πλέον στις «Θέσεις» της ΚΕ. Για το λόγο αυτό και η έκκληση του Γιώργου Ρούση, ότι «αποτελεί υποχρέωση όλων των κομματικών μελών να τοποθετηθούν δημόσια» («Ριζοσπάστης», 2.11.2008), είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα πέσει στο κενό. Απλούστατα, επειδή τα μέλη του Κόμματος σε προτεινόμενα ζητήματα, έχουν ήδη διαμορφώσει άποψη. Ό,τι έσπειρε κανείς αυτό θερίζει!

Αν το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ δεν επανεκτιμήσει μια σειρά ζητήματα που θέτουν οι «Θέσεις της ΚΕ για το σοσιαλισμό», τότε το Κόμμα κινδυνεύει να αποξενωθεί από ένα ολόκληρο κόσμο. Το αν η αποξένωση αυτή μελλοντικά θα γίνεται παραδεκτή ανοιχτά ή θα επικυρώνεται αθέλητα υποχωρώντας σε μια σέχτα, δεν έχει διαφορά για τη διαλεκτική-υλιστική ανάλυση, η οποία δε στηρίζεται σε ομολογίες και ευσεβείς πόθους, αλλά στα πρακτικά αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης πολιτικής. 


* Ο Παναγιώτης Γαβάνας είναι μηχανολόγος - εκπαιδευτικός.

Πηγή: ΚΟΜΕΠ, 2009/1.

Η αναδημοσίευση στο «Βαθύ Κόκκινο», 09.05.2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.