Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Το βασικό ζήτημα και οι βασικές κατευθύνσεις της φιλοσοφίας



Το παρόν κείμενο αποτελεί το πρώτο μιας σειράς που θα ακολουθήσουν σε τακτά χρονικά διαστήματα, τα οποία πραγματεύονται τις βάσεις καθώς και ξεχωριστά εξειδικευμένα ζητήματα του διαλεκτικού υλισμού. Ο βαθμός δυσκολίας θα είναι κυμαινόμενος, από σχετικά εύκολος μέχρι αρκετά δύσκολος. Το τελευταίο αφορά κυρίως σε θέματα για τα οποία κρίναμε ότι είναι αναγκαία μια περαιτέρω εμβάθυνσή τους. Κυμαινόμενη θα είναι επίσης και η έκτασή τους. Επιδιώξαμε ακόμη να υπάρχει μια αλληλουχία, μια ροή μεταξύ τους, αυτό όμως δεν κατέστη πάντα δυνατό. Το πρώτο κείμενο αναφέρεται, όπως δηλώνει και ο τίτλος του, στο βασικό ζήτημα και στις βασικές κατευθύνσεις της φιλοσοφίας.

του Παναγιώτη Γαβάνα


Γενικά

Η φιλοσοφία είναι μια μορφή της κοινωνικής συνείδησης στην οποία συνοψίζονται οι αντιλήψεις για τον κόσμο ως σύνολο και για τη θέση του ανθρώπου σ΄ αυτόν. Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι η φιλοσοφία και η κοσμοαντίληψη ταυτίζονται. Η φιλοσοφική σκέψη στοχεύει πάντα στη συγκρότηση της κοσμοαντίληψης. Η φιλοσοφία τεκμηριώνει την κοσμοαντίληψη σε θεωρητική μορφή. Λόγω του ότι τεκμηριώνει θεωρητικά τις αρχές της, τις παρουσιάζει συστηματικά, τις συνάγει λογικά, η φιλοσοφία διαφέρει από τη θρησκευτική κοσμοαντίληψη. Αυτή η θεωρητική μορφή της φιλοσοφίας δε σημαίνει φυσικά ότι κάθε φιλοσοφία έχει επιστημονικό χαρακτήρα. Ο θεωρητικός χαρακτήρας της φιλοσοφίας δε σημαίνει επίσης ότι κάθε φιλοσοφία βρίσκεται σε αντίθεση με τη θρησκεία. Στη πράξη, μεταξύ ιδεαλιστικής φιλοσοφίας και θρησκείας υπάρχει μια στενή αλληλοσύνδεση.

Η λέξη «φιλοσοφία» προέρχεται από την ελληνική γλώσσα και αρχικά σήμαινε «αγάπη προς τη σοφία». Στην αρχαιότητα σήμαινε τη συνολική γνώση για τον άνθρωπο και τη φύση που τον περιβάλλει.

Η διαφοροποίηση της γνώσης, ο σχηματισμός αυτόνομων επιστημών, ο διαχωρισμός των μαθηματικών, της αστρονομίας, της ιατρικής, της φυσικής, της χημείας και της βιολογίας είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγής η οποία συνδέεται με τη συσσώρευση εξειδικευμένων επιστημονικών γνώσεων, συσσώρευση γνώσεων σχετικά με τις ιδιαίτερες νομοτέλειες των διάφορων τομέων της φύσης, της ανάπτυξης ειδικών μεθόδων της έρευνας.

Το προτσές διαφοροποίησης των επιστημών επιταχύνεται από την εποχή της Αναγέννησης και την έλευση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ιδιαίτερη σημασία για την παραπέρα πορεία της και τα αποτελέσματά της έχει η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση στη σημερινή εποχή.

Το προτσές διαφοροποίησης των επιστημών συνοδεύτηκε με μια εμβάθυνση και εξειδίκευση στη σφαίρα της φιλοσοφικής σκέψης (σχηματίστηκαν κλάδοι όπως η γνωσιοθεωρία, η ηθική, η αισθητική, η ιστορία της φιλοσοφίας κ.α.). Ταυτόχρονα προέκυψε για τη φιλοσοφία το καθήκον να γενικεύσει κοσμοθεωρητικά τα αποτελέσματα της επιστημονικής προόδου των ξεχωριστών επιστημών και να ερευνήσει τις γενικές συνάφειες μεταξύ των προτσές που ερευνούν οι ξεχωριστές επιστήμες στη φύση, στη κοινωνία και στην ανθρώπινη νόηση. Το αντικείμενο και το καθήκον της φιλοσοφίας υπόκεινται έτσι σ΄ ένα προτσές αλλαγής και εξέλιξης, το οποίο προκαλείται από την κοινωνική πράξη και τις γνώσεις των επιστημών.

Ο τρόπος με τον οποίο εκφράζει η φιλοσοφία κοσμοθεωρητικά την κοινωνική πράξη, το πώς γενικεύει την ιστορική πείρα και τις γνώσεις των ξεχωριστών επιστημών, αυτό σε τελική ανάλυση καθορίζεται από τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα εκείνης της κοινωνικής τάξης στην οποία αντιστοιχεί η εν λόγω φιλοσοφία. Η ιστορική κατάσταση της τάξης, η θέση της στο δοσμένο κοινωνικό σχηματισμό, η σχέση της προς τις νομοτελειακές απαιτήσεις της ιστορικής προόδου, ο ρόλος της στους ταξικούς αγώνες –όλα αυτά καθορίζουν το χαρακτήρα αυτής της τάξης και το ρόλο αυτής της φιλοσοφίας στη κοινωνική ζωή. Κάθε φιλοσοφία έχει επομένως ταξικό χαρακτήρα. Από την υποστήριξη των συμφερόντων της εκμεταλλεύτριας τάξης, των δουλοκτητών, των φεουδαρχών, των καπιταλιστών, προκύπτει επομένως αναγκαστικά ο θεωρητικός και πολιτικός περιορισμός όλων των φιλοσοφιών που κυριαρχούν σε όλες τις ταξικές κοινωνίες, όπως επίσης και η ανοιχτή υποστήριξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας των συμφερόντων της εργατικής τάξης καθορίζει την επιστημονικότητα και την πολιτική αποτελεσματικότητα αυτής της φιλοσοφίας. Η επικράτηση των ζωτικών συμφερόντων της εργατικής τάξης απαιτεί και διεγείρει την επιστημονική φιλοσοφική γνώση των γενικών νόμων κίνησης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης.


Προέλευση και περιεχόμενο του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας

Κάθε φιλοσοφία εξετάζει τη σχέση της νόησης προς το Είναι, της συνείδησης προς την ύλη. Αυτή είναι η βασική θέση υπό την οποία κατανοείται ο κόσμος ως όλο και η θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Όσο διαφορετικές κι αν είναι οι φιλοσοφικές σχολές και οι κατευθύνσεις που εμφανίζονται στην Ιστορία, όλες απαντούν ανοιχτά ή καλυμμένα στο ζήτημα: «Το μεγάλο βασικό ζήτημα κάθε φιλοσοφίας, ιδιαίτερα της νεότερης, είναι το ζήτημα της σχέσης της νόηση με το Είναι» [1]. Πρόκειται κατ΄ αρχή για το ζήτημα: «Τι είναι το πρωταρχικό, το πνεύμα ή η φύση;» [2]. Στη σχέση συνείδησης και ύλης ποιο είναι το πρωτεύων (το καθοριστικό) και ποιο το δευτερεύων (το καθοριζόμενο);

Το βασικό ζήτημα έχει «και μια άλλη πλευρά: Ποια είναι η σχέση των σκέψεών μας για τον κόσμο που μας περιβάλλει με τον ίδιο αυτό κόσμο;» [3].

Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας έχει τις ρίζες του στο υλικό κοινωνικό προτσές της ζωής των ανθρώπων. Στη παραγωγή της υλικής ζωής οι άνθρωποι αλλάζουν με την εργασία τους τη φύση, διαμορφώνουν τα υλικά αντικείμενα της φύσης και τα φυσικά προτσές με τρόπο τέτοιο που να μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους.

Στη παραγωγή οι άνθρωποι συνάπτουν μεταξύ τους υλικές κοινωνικές σχέσεις. Σ΄ αυτό το προτσές της αλλαγής του φυσικού και του κοινωνικού υλικού κόσμου οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται υλικά-πρακτικά. Εδώ αποκτούν την εμπειρία ότι πρέπει να γίνει διαφοροποίηση απ΄ τη μια μεριά μεταξύ του υλικού κόσμου, των συναφειών και των ιδιοτήτων και απ΄ την άλλη των ανθρώπινων αντιλήψεων, των σκέψεων, των στόχων, επομένως και μεταξύ της υλικής πρακτικής δραστηριότητας, η οποία αλλάζει πραγματικά τα αντικείμενα και τα προτσές του υλικού κόσμου, και της πνευματικής δραστηριότητας η οποία από μόνη της δε μπορεί να αλλάξει τίποτα. Η διάκριση μεταξύ της συνείδησης του ανθρώπου και του εξωτερικού κόσμου αποτελεί μια στοιχειώδη, γενική και αναγκαία συνθήκη συνειδητής, σκόπιμης δραστηριότητας. Με βάση το ρόλο τον οποίο παίζει η ανθρώπινη συνείδηση στη πρακτική δραστηριότητα στη σχέση αυτής της συνείδησης προς την ύλη, προκύπτει το ερώτημα: Ποιο είναι το πρωταρχικό, το καθοριστικό σ΄ αυτή τη σχέση, η ύλη ή η συνείδηση; Υπόκεινται η φύση και η κοινωνία σε αντικειμενικούς νόμους; Είναι σε θέση η συνείδηση να γνωρίσει τον κόσμο; Είναι η γνώση μας αξιόπιστη, έτσι που η δράση μας να είναι σε θέση να προσανατολιστεί; Το ζήτημα σχετικά με τη σχέση της συνείδησης προς την ύλη έχει τις ρίζες του σ΄ αυτά τα προβλήματα της πρακτικής κοινωνικής ζωής, αποτελεί τη γενική, θεωρητική του έκφραση. Οι άνθρωποι που στη δράση τους καθοδηγούνται από μια συγκεκριμένη γνώση και αντίληψη των φυσικών και κοινωνικών συνθηκών ύπαρξής τους, έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι στη πρακτική, επομένως και στη θεωρητική δραστηριότητά τους, με το πρόβλημα το οποίο πιάνεται στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας.

Μολαταύτα η ίδια η φιλοσοφία διένυσε μια μακροχρόνια ανάπτυξη προτού να τεθεί γενικά αυτό το ζήτημα και να μπορέσει να καθοριστεί η θέση του στις φιλοσοφικές θεωρίες. Η πρώτη του μορφή, πριν τη γέννηση ακόμη της φιλοσοφίας, ήταν το ζήτημα αναφορικά με τη σχέση της «ψυχής» προς τον υλικό κόσμο, το ζήτημα για το αν η «ψυχή» μπορεί να συνεχίσει να ζει μετά το θάνατο του ανθρώπου, ένα ζήτημα το οποίο είχε «τη ρίζα του στις περιορισμένες παραστάσεις που οφείλονται στην αμάθεια των ανθρώπων της άγριας κατάστασης» [4]. Στην αρχαιότητα οι φιλόσοφοι έθεταν το ζήτημα σχετικά με την «αρχική αιτία» του κόσμου, σχετικά με την ενότητα στη ποικιλία των πραγμάτων και των φαινομένων, στη συνέχεια, το αν αυτή η ενότητα είναι δοσμένη μέσω των υλικών στοιχείων ή αν έχει τη ρίζα της στην ιδέα. Αλλά το ζήτημα αναφορικά με τη σχέση νόησης και Είναι, όπως έγραψε ο Engels, «μπόρεσε να τεθεί με όλη του την οξύτητα, μπόρεσε να αποκτήσει όλη του τη σημασία, μόνον όταν η ευρωπαϊκή ανθρωπότητα ξύπνησε από τη μακρόχρονη χειμέρια νάρκη του χριστιανικού μεσαίωνα. Το ζήτημα της σχέσης της νόησης με το Είναι […] οξύνθηκε στη διαμάχη με την εκκλησία: Έπλασε ο θεός τον κόσμο ή υπήρχε ο κόσμος αιώνια;» [5].

Για την εργατική τάξη, τέλος, το ζήτημα αναφορικά με τη σχέση συνείδησης και ύλης συνδέεται ιδιαίτερα με το ζήτημα των υλικών συνθηκών και τους αντικειμενικούς νόμους της κοινωνικής απελευθερωτικής πάλης της, με την αναγκαιότητα της ανατροπής του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας αταξικής, κομμουνιστικής κοινωνίας.

Γιατί το ζήτημα που αφορά στη σχέση συνείδησης και ύλης είναι το βασικό ζήτημα όλης της φιλοσοφίας; Στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας έχουμε να κάνουμε με τις έννοιες «ύλη» και «συνείδηση». Οι έννοιες αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός προτσές αφαίρεσης. Έτσι, από τη σύμπλεξη της συνείδησης με τα υλικά προτσές, που αποτελούν τη βάση της, πρέπει επίσης να γίνει αφαίρεση όπως και από τα πιο διαφορετικά περιεχόμενα και τις μορφές της δραστηριότητας της συνείδησης, προτού μπορέσει γενικά η συνείδηση να αντιπαραβληθεί νοητικά με την ύλη. Πρέπει επίσης να γίνει αφαίρεση από την ποικιλία των μορφών και των ιδιοτήτων των υλικών πραγμάτων και των προτσές, ώστε να μπορεί να σχηματιστεί η έννοια της «ύλης». Οι φιλοσοφικές έννοιες «ύλη» και «συνείδηση» είναι οι πιο γενικές, οι πιο ευρείες έννοιες, πιο ευρείες από αυτές δεν είναι δυνατές. Στη διατύπωση του βασικού ζητήματος η φιλοσοφική σκέψη φτάνει στην υψηλότερη βαθμίδα αφαίρεσης. Αφαιρέσεις που να πηγαίνουν πιο πέρα από αυτήν δεν είναι δυνατές.

Επειδή το ζήτημα που αφορά στη σχέση συνείδησης και ύλης είναι το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, από την απάντησή του προκύπτουν οι δυό βασικές κατευθύνσεις της φιλοσοφίας: Ο υλισμός και ο ιδεαλισμός. Από την απάντηση αυτού του ζητήματος εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα η απάντηση και για τα άλλα φιλοσοφικά ζητήματα.

Τέτοια ζητήματα που τίθενται και εξετάζονται από τη φιλοσοφική σκέψη, όπως αυτό που αφορά στην ύπαρξη και στο χαρακτήρα της αιτιότητας και της νομοτέλειας στη φύση και στη κοινωνία, στην αιωνιότητα και στην απειρότητα του σύμπαντος, στην ενότητα του κόσμου, στις αντικειμενικές συνθήκες και στις κινητήριες δυνάμεις της ιστορικής δράσης των ανθρώπων, στη σχέση ελευθερίας και αναγκαιότητας, στις πηγές της γνώσης, στα κριτήρια της αλήθειας και του ηθικού καλού, στην ουσία και στους κανόνες της επαναστατικής δράσης και της κοινωνικής προόδου κ.α., όλα αυτά βρίσκονται σε στενή σχέση με το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας. Αν η ύλη αναγνωριστεί ως το πρωτεύων σε σχέση με τη συνείδηση, τότε από δω προκύπτουν αξιωματικά διαφορετικοί δρόμοι και αποτελέσματα απ΄ ότι αν γίνει αποδεκτό το αντίθετο, το πρωτεύων της συνείδησης σε σχέση με την ύλη.

Η απάντηση στο ζήτημα που αφορά στη σχέση συνείδησης και ύλης δίνει κοινωνικά στη σημαντική δράση τον κοσμοθεωρητικό βασικό προσανατολισμό. Η απάντηση αυτή αποτελεί φιλοσοφική έκφραση των εκάστοτε συμφερόντων των συγκεκριμένων τάξεων και χρησιμεύει σ΄ αυτές σαν θεωρητικό εργαλείο για την επιβολή των συμφερόντων τους. Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας δεν προκύπτει μόνο από την πρακτική ζωή, η ίδια η λύση του είναι αξιωματικής πρακτικής σημασίας, ιδιαίτερα στη πάλη μεταξύ των κοινωνικών τάξεων.

Η απάντηση στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας και το ζήτημα που αφορά στην ουσία της διαφοράς μεταξύ πράξης και θεωρίας που συνδέεται μ΄ αυτό, στην υλική δράση και στη νοητική δραστηριότητα μέσω του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, συνδέεται άμεσα με τα βασικά προβλήματα της θεωρητικής τεκμηρίωσης και της πρακτικής πραγματοποίησης της ηγεμονίας και της κυριαρχίας της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη κατανοεί τα ιστορικά της καθήκοντα υλιστικά από τη θέση της στο υλικό προτσές ζωής της κοινωνίας, στις οικονομικές σχέσεις του καπιταλισμού. Η υλιστική κατανόηση των συνθηκών της ιστορικής δράσης της εργατικής τάξης οδηγεί στη κατανόηση των αιτιών της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της καταπίεσής της. Η εργατική τάξη ξέρει άμεσα από τα βιώματά της, «ότι η ιδιοκτησία, το κεφάλαιο, το χρήμα, η μισθωτή εργασία και τα παρόμοια δεν είναι ιδεατά φαντάσματα». Από δω προκύπτει ότι οι οικονομικές σχέσεις «πρέπει επίσης να αρθούν μόνο με πρακτικό, εντελώς αντικειμενικό τρόπο» [6].


Η αντίθεση μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού

Ανάλογα με το πώς απαντούν οι φιλόσοφοι στο ερώτημα για το ποιο είναι το πρωτεύων, το πρωταρχικό στη σχέση ύλης και συνείδησης, χωρίζονται σε δυό βασικές κατευθύνσεις: στον υλισμό και στον ιδεαλισμό. Οι φιλόσοφοι που είναι της άποψης ότι ο υλικός κόσμος είναι το πρωταρχικό, από τον οποίο προέρχεται η συνείδηση, είναι υλιστές. Εκείνοι, αντίθετα, που ισχυρίζονται ότι η συνείδηση είναι το πρωτεύων, και, επομένως, ο υλικός κόσμος αποτελεί προϊόν της, είναι ιδεαλιστές. Ο υλισμός και ο ιδεαλισμός είναι επομένως φιλοσοφικές κατευθύνσεις οι οποίες βασίζονται στη διαφορετική απάντηση που δίνουν στο ερώτημα που αφορά στο πρωτεύων στη σχέση μεταξύ ύλης και συνείδησης. Καθεμιά από τις δυό απαντήσεις αποκλείει την άλλη. Επομένως και οι φιλοσοφικές-κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις που στηρίζονται πάνω σ΄ αυτές είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες και από αυτή τη γενική θεωρητική σκοπιά βρίσκονται σε μια ασυμφιλίωτη αντίθεση.

Με τον υλισμό αρχίζει η ιστορία της φιλοσοφίας. Ο υλισμός προέκυψε ως προσπάθεια –σε αντίθεση με τη μυθολογία και τη θρησκεία- να ερμηνευτεί ο κόσμος μέσω του ίδιου του κόσμου, να αναχθεί η γέννηση και η φθορά των πραγμάτων και των φαινομένων από φυσικές, υλικές αιτίες. Με την κοινωνική πράξη και τη γνώση για τη φύση αναπτύχθηκε και η υλιστική φιλοσοφία, η οποία στην εξέλιξή της διέτρεξε διαφορετικές φάσεις και κατευθύνσεις.

Οι απαρχές του υλισμού φτάνουν πίσω στη φιλοσοφική σκέψη της Ινδίας (Uddalaka [κατά το 600 π.Χ.], της Κίνας (Laotse [κατά το 300 π.Χ.], Xunzi [320 έως 235 π.Χ.]) και της Ελλάδας. Ο υλισμός της αρχαιότητας έθεσε το ζήτημα σχετικά με την «αρχική αιτία» όλων των πραγμάτων, και, επομένως, σε εμβρυώδη μορφή το ζήτημα σχετικά με την υλικότητα του κόσμου. Οι Ίωνες φιλόσοφοι έβλεπαν αυτή την «αρχική αιτία» στις ιδιαίτερες μορφές ή στα είδη της ύλης. Το αποκορύφωμα του υλισμού στην εποχή της αρχαίας δουλοκτητικής κοινωνίας παριστάνει το ατομιστικό και αιτιοκρατικό κοσμοείδωλο του Δημόκριτου από τα Άβδηρα (460 έως 370 π.Χ.). Κατά τη διάρκεια επίσης όλου του φεουδαρχικού μεσαίωνα μπορούν να ανιχνευτούν στοιχεία της υλιστικής σκέψης, συχνά κάτω από θεολογικό μανδύα, κυρίως στο «πρόβλημα των καθόλου» (ή «πρόβλημα των καθολικών όρων»), δηλαδή αν υπάρχουν γενικές έννοιες πριν από τα πράγματα, όπως πιστεύουν οι «ρεαλιστές», ή αν αποτελούν απλά ονόματα που υπάρχουν με βάση τα μεμονωμένα πράγματα, μια αντίληψη που εκπροσωπούσε στην τάση του ο υλιστικός «νομιναλισμός».

Μια νέα άνθιση του υλισμού ξεκίνησε με την εμφάνιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο υλισμός μορφοποιήθηκε από το κατώφλι του μεσαίωνα προς τη νεότερη εποχή ως κοσμοθεωρία της αστικής τάξης που βρισκόταν σε άνοδο και αποτελούσε ιδεολογική έκφραση της πάλης της ενάντια στη φεουδαρχική κυριαρχία. Ο υλισμός αυτός που προέκυψε τον 16ο και τον 17ο αιώνα χαρακτηριζόταν από τη στροφή του προς την εμπειρία, την παρατήρηση και το πείραμα ως μέσα της γνώσης και από τη συμμαχία του με τις φυσικές επιστήμες στην αντιπαράθεσή του με τη θρησκεία ως το βασικό ιδεολογικό στήριγμα της φεουδαρχικής κυριαρχίας. Η ανάπτυξη αυτή ξεκίνησε με τις θεωρίες του Francis Bacon (1561 έως 1626) και του Pierre Gassendi (1592 έως 1655). Ο Bacon ως ο ιδρυτής του αγγλικού υλισμού του 17ου αιώνα κήρυξε την έρευνα και την κυριαρχία πάνω στη φύση σε βασικό καθήκον της επιστήμης, που κατά τον Bacon, με βάση την ουσία της, είναι εμπειρική επιστήμη. Τον Bacon τον ακολούθησαν ο Thomas Hobbes (1588 έως 1679), ο οποίος δημιούργησε το πρώτο ενιαίο σύστημα του νέου αστικού μηχανικού υλισμού, και ο John Locke (1632 έως 1704), ο οποίος τεκμηρίωσε κυρίως την αρχή, σύμφωνα με την οποία όλες οι γνώσεις πηγάζουν από την εμπειρία του πραγματικού κόσμου μέσω των ανθρώπινων αισθητηρίων οργάνων. Ο Ολλανδός Benedictus Spinoza (1631 έως 1677) δημιούργησε ένα υλιστικό-πανθεϊστικό σύστημα, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η διδασκαλία για την αδημιούργητη, άφθαρτη και άπειρη ουσία.

Ο γαλλικός υλισμός του 18ου αιώνα, που βασιζόταν πάνω στον αγγλικό υλισμό, έπαιξε έναν προεξέχοντα ρόλο ως όπλο της επαναστατικής πάλης, ως πνευματική προετοιμασία για την επανάσταση του 1789. Βασικοί του εκπρόσωποι ήταν ο Denis Diderot (1713 έως 1784), ο Claude Adrien Helvétius (1715 έως 1771) και ο Paul Heinrich Dietrich von Holbach (1723 έως 1789). Ο υλισμός αυτός αντιλαμβανόταν τον κόσμο ως ένα υλικό σύνολο, στο οποίο όλα τα προτσές είναι αυστηρώς αιτιοκρατικά και το τυχαίο αποκλείεται. Η ύλη είναι αυτοκινούμενη, ο χώρος και ο χρόνος είναι μορφές ύπαρξής της. Η συνείδηση καθορίζεται υλικά. Ο υλισμός αυτός προσπάθησε επίσης να ερμηνεύσει υλιστικά την ιστορική δράση των ανθρώπων, δε μπόρεσε όμως να υπερβεί τον ιδεαλισμό στην αντίληψη για την Ιστορία. Παρ΄ όλα αυτά έθεσε το πρόβλημα, και οι σχετικοί συλλογισμοί του αποτέλεσαν μια σημαντική θεωρητική πηγή για τον ουτοπικό σοσιαλισμό.

Το θεωρητικό του αποκορύφωμα ο προμαρξιστικός υλισμός το έφτασε στα γραπτά του Ludwig Feuerbach και των ρώσων επαναστατών δημοκρατών. Ο Feuerbach ως ιδεολόγος των ριζοσπαστικών δημοκρατικών στρωμάτων της γερμανικής αστικής τάξης στην επαναστατική περίοδο πριν από το 1848, ανανέωσε τον υλισμό στη πάλη ενάντια στην ιδεαλιστική κλασική γερμανική φιλοσοφία και την θρησκευτική ιδεολογία του φεουδαρχικά-απολυταρχικού κράτους. Ο Feuerbach έβλεπε στον άνθρωπο την ανώτατη ουσία της φύσης και κήρυξε την ανθρώπινη διαμόρφωση της ύπαρξής του ως το πιο σημαντικό αντικείμενο της φιλοσοφίας του. Μολαταύτα ο Feuerbach μπόρεσε να κατανοήσει τον άνθρωπο μόνο ως φυσική, όχι όμως και ως κοινωνική ουσία, η οποία αναπτύσσεται ιστορικά στις κοινωνικές σχέσεις. Η ανθρωπολογικά υλιστική κριτική του της θρησκείας και του ιδεαλισμού ανήκει στις άμεσες θεωρητικές πηγές του μαρξισμού.

Στη φιλοσοφική σκέψη των ρώσων επαναστατών δημοκρατών Wissarion Grigorjewitsch Belinski (1811 έως 1848), Alexander Iwanowitsch Herzen (1812 έως 1870), Nikolai Alexandrowitsch Dobroljubow (1836 έως 1861) και Nikolai Gawrilowitsch Tschernyschewski (1828 έως 1889) ο υλισμός χρησίμευσε ως όπλο στη πάλη ενάντια στους φεουδάρχες και στο τσαρισμό, για την απελευθέρωση της εργαζόμενης αγροτιάς από το ζυγό της δουλοπαροικίας και της φεουδαρχικής καταπίεσης.

Γενικότερα χαρακτηριστικά των φάσεων και των κατευθύνσεων στην ανάπτυξη της ιστορίας του υλισμού, τα οποία τον αναδεικνύουν ως βασική γραμμή της φιλοσοφικής γνωστικής προόδου, είναι: Ο υλισμός, πρώτο, είναι συνδεδεμένος με την κοινωνική πρόοδο. Κατά κανόνα είναι η ιδεολογία των προοδευτικών κοινωνικών τάξεων και φτάνει στο αποκορύφωμά του σε συνάρτηση με την προετοιμασία των κοινωνικών επαναστάσεων. Δεύτερο, ο υλισμός είναι η φιλοσοφία εκείνη που συνδέεται με την φυσικο-επιστημονική γνώση. Τρίτο, σε στενή σύνδεση με τις φυσικές επιστήμες, εμπεριέχει πάντα μέσα του την τάση προς τον αθεϊσμό. Η ιστορία του υλισμού είναι μια ιστορία της πάλης ενάντια στη θρησκεία, τον ανορθολογσμό, το μυστικισμό και κάθε είδους σκοταδισμό. Τέταρτο, ο υλισμός κατά κανόνα είναι γνωσιολογικά αισιόδοξος και εκπροσωπεί την αρχή της αντανάκλασης της πραγματικότητας στην ανθρώπινη συνείδηση.

Την υψηλότερη βαθμίδα ανάπτυξης της υλιστικής φιλοσοφίας αποτελεί ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός. Ως φιλοσοφία της εργατικής τάξης ο υλισμός αυτός είναι συνεπής επαναστατικός και επιστημονικός. Ως συστατικό στοιχείο της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας είναι αναπόσπαστος από το επαναστατικό εργατικό κίνημα, που στόχο έχει την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του κομμουνιστικού σχηματισμού.

Στην υλιστική αντίληψη ότι η ύλη είναι το πρωτεύων σε σχέση με τη συνείδηση και ότι η συνείδηση είναι αντανάκλαση του υλικού κόσμου, ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός συμφωνεί με όλο τον υλισμό που έχει προηγηθεί. Ο Lenin τόνιζε ότι εδώ πρόκειται για την «αλφαβήτα», η οποία ισχύει για όλο τον υλισμό. Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός διατηρεί και υπερασπίζεται ό,τι είναι πολύτιμο, προοδευτικό από τις θεωρίες των προμαρξιστών υλιστών και οδηγεί με συνέπεια παραπέρα την υλιστική γραμμή στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ταυτόχρονα υπερβαίνει τα βασικά ελλείμματα του προμαρξιστικού υλισμού, τα οποία υπάρχουν, «(1) το ότι ο υλισμός αυτός ήταν “κυρίως μηχανιστικός“ και δεν έπαιρνε υπόψη του τη νεότερη εξέλιξη της χημείας και της βιολογίας (και στις μέρες μας θα έπρεπε ακόμη να προσθέσουμε: και της ηλεκτρικής θεωρίας της ύλης)˙ (2) ότι ο παλιός υλισμός δεν ήταν ιστορικός, δεν ήταν διαλεκτικός (ήταν μεταφυσικός με την έννοια της αντιδιαλεκτικής), δεν εφάρμοζε με συνέπεια και ολόπλευρα την άποψη της εξέλιξης˙ (3) το ότι η “ουσία του ανθρώπου” κατανοούνταν απ΄ αυτούς σήμερα αφηρημένα και όχι σαν “σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων” (καθορισμένων συγκεκριμένα-ιστορικά) και γι΄ αυτό ο υλισμός αυτός δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να “εξηγεί” τον κόσμο, ενώ το ζήτημα έγκειται στην “αλλαγή” του, με άλλα λόγια δεν καταλάβαινε τη σημασία της “επαναστατικής πρακτικής δράσης”» [7].

Η νέα ποιότητα της λύσης του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας από το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό καθορίζεται κυρίως από δυό στοιχεία: από την υλιστική αντίληψη όχι μόνο της φύσης, αλλά και της κοινωνίας καθώς και της ιστορίας της και από την εφαρμογή της διαλεκτικής κατά τη λύση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας. Η διαλεκτική-υλιστική λύση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας δεν είναι αξίωμα, δεν είναι υπόθεση. Βασίζεται πάνω στη γενίκευση των εμπειριών από την κοινωνική πράξη και τις γνώσεις των επιστημών. Αυτή δίνει στην πρακτική-επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της και στην επιστημονική έρευνα έναν αξιόπιστο φιλοσοφικό προσανατολισμό.

Σε αντίθεση με τον υλισμό, ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός απαντά στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας απ΄ την άποψη ότι η συνείδηση (στη μια ή την άλλη μορφή) σε τελική ανάλυση είναι το πρωτεύων, το καθοριστικό σε σχέση με την ύλη. Έτσι, τα ιδεαλιστικά συστήματα ξεκινούν από το πρωτεύων της ιδέας, του πνεύματος, της αίσθησης, της βούλησης σε σχέση με τον υλικό κόσμο.

Η κοσμοθεωρητική βασική ιδέα του ιδεαλισμού να συνάγει το κόσμο από τη συνείδηση, δε μπορεί να συμβιβαστεί με την επιστήμη και την πρόοδο της πράξης της ανθρωπότητας. Λόγω του ότι ο ιδεαλισμός θεωρεί το κόσμο προϊόν των πνευματικών δυνάμεων, τον μυστικοποιεί. Αυτό δεν αποκλείει ότι πριν την τεκμηρίωση του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού στα ιδεαλιστικά φιλοσοφικά συστήματα, δεν αποκτήθηκαν αξιόλογες φιλοσοφικές γνώσεις. Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα για το γερμανικό κλασικό ιδεαλισμό (Kant, Fichte, Hegel), ο οποίος αντανακλούσε τις ανάγκες και τα συμφέροντα της αστικά-αντιφεουδαρχικής πάλης υπό τις ειδικές συνθήκες της Γερμανίας. Ο Marx τόνιζε ότι ο ιδεαλισμός αυτός εξέφραζε φιλοσοφικά τη «δραστήρια πλευρά», τη δραστηριότητα των ανθρώπων σε αντίθεση με τον αστικό υλισμό. Μολαταύτα οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι αναγνώρισαν μόνο την ιδεατή δραστηριότητα των ανθρώπων, την πνευματική τους δραστηριότητα, όχι όμως τη θεμελιώδη σημασία της υλικής δραστηριότητας των ανθρώπων να αλλάξει πρακτικά ο κόσμος. Η ιδεαλιστική βασική θέση θέτει στενά όρια στη γνωστική πρόοδο, και η απόκτηση πραγματικών γνώσεων μέσα στα ιδεαλιστικά φιλοσοφικά συστήματα, καταλήγουν σε αντίθεση με αυτά. Αυτό γίνεται εμφανές στη σχέση της διαλεκτικής του Hegel προς το ιδεαλιστικό του σύστημα.

Μέσα στην ιδεαλιστική κατεύθυνση της φιλοσοφίας μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ αντικειμενικού και υποκειμενικού ιδεαλισμού. Ο αντικειμενικός ιδεαλισμός αποδέχεται μια «αντικειμενική» πνευματική αρχή («παγκόσμιος Λόγος», «παγκόσμιο πνεύμα», «απόλυτη ιδέα», «παγκόσμια βούληση» κτλ) ανεξάρτητη από τον άνθρωπο και τη συνείδησή του. Αυτό αποτελεί για αυτόν το πρωταρχικό, το πρωτεύων που δημιουργεί τον πραγματικό κόσμο. Η αντικειμενική ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου αναγνωρίζεται μεν, αλλά μόνο ως το προϊόν ή η προσωποποίηση μιας πνευματικής αρχής. Ο αντικειμενικός ιδεαλισμός διαχωρίζει, με βάση την ουσία του πράγματος, τη συνείδηση από τον άνθρωπο, τη μετατρέπει νοητικά σε μια αυτόνομη οντότητα και κηρύσσει αυτή την αυτόνομη συνείδηση σε πηγή και σε αρχική αιτία του Είναι.

Ο Πλάτωνας εκπροσωπούσε την άποψη ότι τα πραγματικά πράγματα που γίνονται αισθητά με τα αισθητήρια όργανα αποτελούν απλά τις «σκιές» αιώνιων και αμετάβλητων ιδεών. Κατευθύνσεις του αντικειμενικού ιδεαλισμού στο φεουδαρχικό μεσαίωνα ήταν ο θωμισμός (από τον Thomas von Aquin, 1225 έως 1274), στην αστική νεότερη εποχή οι φιλοσοφίες του Leibnitz (1646 έως 1716) και του Hegel. Κατά την αντίληψη του Hegel ο πραγματικός κόσμος αποτελεί προϊόν της «απόλυτης ιδέας», η «εξωτερίκευση» του «παγκόσμιου πνεύματος».

Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός απολυτοποιεί την ανθρώπινη συνείδηση με τρόπο τέτοιο, που την θεωρεί ως το πρωταρχικό. Ο υλικός κόσμος για τον υποκειμενικό ιδεαλισμό είναι μόνο το περιεχόμενο της συνείδησης. Η ύπαρξη ενός ανεξάρτητου από το σκεπτόμενο υποκείμενο εξωτερικού κόσμου αμφισβητείται ή αρνιέται. Αν την αντίληψη αυτή την φθάσει κανείς μέχρι το τέλος, τότε ο υποκειμενικός ιδεαλισμός καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έξω από τη μεμονωμένη ατομική συνείδηση, από την οποία προέρχεται όλος ο κόσμος και περιλαμβάνεται μέσα σ΄ αυτήν, δεν υπάρχει γενικά τίποτα. Η μορφή αυτή του υποκειμενικού ιδεαλισμού ονομάζεται σολιψισμός. Οι εκπρόσωποι του υποκειμενικού ιδεαλισμού προσπαθούν να συγκαλύψουν τον υποκειμενισμό τους, χαρακτηρίζοντας ως «παγκόσμια στοιχεία» (Mach), «περιστάσεις» (Wittgenstein) ή «δεδομένα» (Schlick) τα περιεχόμενα της συνείδησης, που κατά την άποψή τους συνιστούν τον κόσμο.

Ιδρυτές του υποκειμενικού ιδεαλισμού ως κατεύθυνσης στις αρχές του 18ου αιώνα, ήταν ο George Berkeley (1685 έως το 1753) και ο David Hume (1711 έως 1776). Ο Berkeley ήταν της άποψης ότι τα πράγματα που υπάρχουν στον εξωτερικό κόσμο είναι απλά υποκειμενικές αισθήσεις. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα ο υποκειμενικός ιδεαλισμός διαδόθηκε με τη μορφή του «εμπειριοκριτικισμού», βασικός εκπρόσωπος του οποίου ήταν ο Ernst Mach (1838 έως 1916). Ο Lenin υπέβαλε σε κριτική τις φιλοσοφικές βάσεις αυτού του ιδεαλισμού στο έργο του «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός». Μορφές του υποκειμενικού ιδεαλισμού στη σημερινή αστική φιλοσοφία είναι ο νεοθετικισμός, η φιλοσοφία της ζωής, ο υπαρξισμός και ο πραγματισμός.

Ο ιδεαλισμός συνδέεται στενά με τη θρησκεία (μια φανταστική, ανεστραμμένη αντανάκλαση της πραγματικότητας). Αποτελεί ένα μέσο για τη θεωρητική δικαιολόγηση, μεταξύ άλλων και για την «ανανέωση» της θρησκείας. Ο ιδεαλισμός και η θρησκεία δεν ταυτίζονται, ο ιδεαλισμός όμως αποτελεί ένα δρόμο προς τη θρησκεία. Η σχέση τους εκφράζεται στο ότι και οι δυό αποδίδουν στα πνευματικά φαινόμενα τον πρωτεύοντα ρόλο στο κόσμο, αποδέχονται τη «δημιουργία» του κόσμου και πηγάζουν από ρίζες που βρίσκονται στο ίδιο κοινωνικό και γνωστικό προτσές. Όχι μόνο ο υποκειμενικός, αλλά και ο αντικειμενικός ιδεαλισμός σε τελική ανάλυση καταλήγει στη θρησκεία, όπως εξέθεσε ο Lenin ιδιαίτερα στον «Υλισμό και εμπειριοκριτικισμό».

Η αντίθετη θέση την οποία παίρνουν ο υλισμός και ο ιδεαλισμός στο ζήτημα για το ποιο είναι το πρωτεύων, η ύλη ή η συνείδηση, καθορίζει επίσης και τις αντίθετες αντιλήψεις τους στην «άλλη πλευρά» του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας, στο ζήτημα της γνωσιμότητας του κόσμου. Μολαταύτα ο υλισμός και ο ιδεαλισμός δεν διακρίνονται απλά απ΄ το αν ο ένας θεωρεί τον κόσμο γνώσιμο και ο άλλος όχι. Ο αντικειμενικός ιδεαλιστής Hegel για παράδειγμα και ο υποκειμενικός ιδεαλιστής Fichte θεωρούσαν και οι δυό τον κόσμο γνώσιμο. Η αντίθεση των δυό βασικών φιλοσοφικών γραμμών προκύπτει από την αντίληψή τους για το ποιο είναι το αντικείμενο που σχηματίζει τη γνώση. Ο Lenin αναφέρει: «Ο υλισμός και ο ιδεαλισμός διαφέρουν στις λύσεις που δίνουν στο πρόβλημα της πηγής της γνώσης μας, της σχέσης της γνώσης (και γενικά του “ψυχικού”) προς το φυσικό κόσμο…» [8]. Οι υλιστές αποδεικνύουν ότι η γνώση είναι αντανάκλαση του υλικού κόσμου. Οι ιδεαλιστές, αντίθετα, ισχυρίζονται ότι αυτός αποτελεί γνώση μιας πνευματικής ουσίας. Έτσι, για τους αντικειμενικούς ιδεαλιστές ο προς γνώση κόσμος γίνεται αντιληπτός ως η ύπαρξη κάτι πνευματικού. Η γνώση σε τελική ανάλυση καταλήγει στο ότι το πνεύμα στη μια περίπτωση αναγνωρίζεται ως συνείδηση του ανθρώπου, ενώ στην άλλη περίπτωση ως «αντικειμενική» μορφή. Η άρνηση της γνωσιμότητας του κόσμου χαρακτηρίζεται ως αγνωστικισμός και είναι χαρακτηριστικός για τους περισσότερους εκπροσώπους του υποκειμενικού ιδεαλισμού. Η αντίληψη αυτή προκύπτει από την αποδοχή ότι οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να υπερβούν τις αισθήσεις και τις παραστάσεις τους. Όπως υποστηρίζει μπορούν μόνο να συνδυάσουν και να συγκρίνουν τις αισθήσεις τους και πάνω σ΄ αυτή τη βάση να κατασκευάσουν τα θεωρητικά τους συστήματα. Οι άνθρωποι όμως έτσι δε μπορούν να ξέρουν τίποτα έξω από τις αισθήσεις τους, ή η γνώση τους για την αντικειμενική πραγματικότητα είναι το λιγότερο αμφίβολη. Η παραπάνω θέση διαψεύδεται και από την ιστορία των επιστημών.


Γνωσιοθεωρητικές και κοινωνικές ρίζες του ιδεαλισμού

Για τη γέννηση του ιδεαλισμού και τη συνέχιση της ύπαρξής του υπάρχουν αιτίες που οφείλονται στο ίδιο το προτσές της γνώσης, καθώς και κοινωνικές αιτίες, που σε τελική ανάλυση είναι καθοριστικής σημασίας. Η ανθρώπινη γνώση είναι ένα περίπλοκο, αντιφατικό προτσές, το οποίο περιλαμβάνει ποικίλα στοιχεία: αισθητηριακή αντανάκλαση και αφηρημένη σκέψη, αίσθηση και έννοια, ανάλυση πραγματικών δεδομένων και δημιουργική φαντασία, υποθέσεις και θεωρίες κτλ. Όλα αυτά τα στοιχεία επιδρούν με εντελώς συγκεκριμένο τρόπο. Η αγνόηση αυτών των συναφειών, η υπερβολή του ρόλου ενός από αυτά τα στοιχεία και η παραμέληση άλλων οδηγεί σε εσφαλμένες αντιλήψεις για το προτσές της γνώσης και τη σχέση του με την αντικειμενική πραγματικότητα. Η ιδεαλιστική σκέψη προκύπτει από τη μεγαλοποίηση, το παραφούσκωμα «ενός από τα γνωρίσματα, τις πλευρές, τα όρια της γνώσης στο απόλυτο, το ξεκομμένο από την ύλη, από τη φύση και θεοποιημένο απόλυτο» [9]. Έτσι, η απολυτοποίηση της αφηρημένης σκέψης σε σχέση με την αισθητηριακή γνώση, η απόσπαση των εννοιών, της σκέψης από τις αισθήσεις και τις αντιλήψεις και επομένως σε τελική ανάλυση και από τα υλικά φαινόμενα τα οποία αντανακλώνται στις αισθήσεις και στις αντιλήψεις, οδηγούν σε συγκεκριμένες παραλλαγές του αντικειμενικού ιδεαλισμού (Πλάτωνας, Hegel).

Εκπρόσωποι του σημερινού αντικειμενικού ιδεαλισμού ισχυρίζονται ότι στο περιεχόμενο της γνώσης δεν υπάρχει καμιά ένδειξη για την εξάρτησή της από το αντικείμενο της γνώσης, επειδή το περιεχόμενο της γνώσης μετασχηματίζεται διαρκώς στο προτσές της γνώσης. Τη γνώση την βλέπουν έτσι μονόπλευρα, διαπιστώνουν μόνο ότι οι επιστημονικές γνώσεις αλλάζουν, οι παλιές θεωρίες αντικαθιστώνται από νέες, παραβλέπουν όμως εδώ ότι το προτσές αυτό λαμβάνει χώρα σε μια εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση –στην κατεύθυνση μιας προσέγγισης της πραγματικότητας προς το αντικείμενο, κάτι που σε τελική ανάλυση αποδεικνύεται μέσω της πράξης. Ο ιδεαλισμός επομένως, αν ειδωθεί γνωσιοθεωρητικά, προσπαθεί να ανάγει από την πνευματική ανικανότητα την περίπλοκη διαλεκτική του προτσές της γνώσης. Ο Lenin γράφει: «Η ευθυγράμμιση και η μονομέρεια, η ακαμψία και η αποστέωση, ο υποκειμενισμός και η υποκειμενική τύφλωση voila [ιδού] οι γνωσιολογικές ρίζες του ιδεαλισμού» [10].

Από τις ρίζες που οφείλονται σ΄ αυτό το προτσές της γνώσης, μπορεί να βγει το συμπέρασμα γιατί ο ιδεαλισμός είναι δυνατός, δε μπορεί όμως ακόμη να ερμηνευτεί για ποιο λόγο ο ιδεαλισμός υπάρχει ως βασική φιλοσοφική κατεύθυνση. Εδώ είναι καθοριστικές οι κοινωνικές ρίζες, δηλαδή οι αιτίες που βρίσκονται στις κοινωνικές σχέσεις.

Οι κοινωνικές αιτίες της γέννησης και της συνέχισης της ύπαρξης του ιδεαλισμού εμφανίζονται με τη διάσπαση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές τάξεις, με την εκμετάλλευση της μιας τάξης από την άλλη και με το χωρισμό της εργασίας σε σωματική και πνευματική που συνδέεται με τα παραπάνω. Ο μονοπωλισμός των πνευματικών δραστηριοτήτων από την κυρίαρχη εκμεταλλεύτρια τάξη παράγει αντιλήψεις, στον οποίο (μονοπωλισμό) υπερβάλλεται η σημασία αυτών των δραστηριοτήτων, κάτι που συνδέεται με την αντίληψη ότι η συνείδηση παίζει τον αποφασιστικό ρόλο στη ζωή της κοινωνίας, και, τελικά, σε όλο τον κόσμο. 

Μια άλλη κοινωνική αιτία του ιδεαλισμού οφείλεται στον αυθόρμητο χαρακτήρα της κοινωνικής ανάπτυξης στους εκμεταλλευτικούς κοινωνικούς σχηματισμούς˙ στο ότι αυτή δε μπορεί να κατανοηθεί και να προβλεφτεί˙ στο ότι οι άνθρωποι κυριαρχούνται από τις κοινωνικές σχέσεις τους αντί να κυριαρχούν πάνω σ΄ αυτές˙ στην για χιλιετίες ολόκληρες μη υπέρβαση της αδυναμίας των ανθρώπων απέναντι στο ζυγό της εκμετάλλευσης, των πολέμων. Όλα αυτά γέννησαν την αντίληψη ότι η κοινωνική ζωή κυριαρχείται από υπέργειες δυνάμεις. Και τελικά, κυρίως οι εκμεταλλεύτριες τάξεις, ενδιαφέρονται για την στοχευόμενη προπαγάνδα των ιδεαλιστικών αντιλήψεων με σκοπό τη σταθεροποίηση της κυριαρχίας τους. Σήμερα ο ιδεαλισμός χρησιμεύει στη μονοπωλιακή αστική τάξη ως μέσο για τον πνευματικό εξανδραποδισμό και τον πολιτικό αποπροσανατολισμό της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων, για τη συγκάλυψη των πραγματικών αιτιών της κοινωνικής ένδειας, για τον περισπασμό από την επαναστατική πάλη κατά του καπιταλισμού.


Η πάλη μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού

Η πάλη μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού αποτελεί έκφραση της ταξικής πάλης μέσα στη κοινωνία. Η πάλη αυτή, όπως έγραψε ο Lenin, «σε τελευταία ανάλυση εκφράζει τις τάσεις και την ιδεολογία των εχθρικών τάξεων της σύγχρονης κοινωνίας. Η νεότερη φιλοσοφία είναι το ίδιο κομματική, όπως και πριν από δυό χιλιάδες χρόνια. Τα αγωνιζόμενα κόμματα είναι στην ουσία […] ο υλισμός και ο ιδεαλισμός» [11]. Στην εποχή μας η ασυμφιλίωτη αντιπαράθεση μεταξύ του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού απ΄ τη μια και του ιδεαλισμού με τις διάφορες παραλλαγές του απ΄ την άλλη, αποτελεί μια μορφή της ιδεολογικής ταξικής πάλης μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης. Στη πάλη αυτή δε μπορεί να υπάρξει «ουδετερότητα».

Επειδή η σημερινή ιδεαλιστική φιλοσοφία σε μεγάλο βαθμό έχει εκτεθεί ως πολιτικά αντιδραστική και επιστημονικά εχθρική, οι αστοί ιδεολόγοι προσπαθούν να παρουσιάσουν το χωρισμό των φιλοσοφικών θεωριών σε υλισμό και ιδεαλισμό ως ξεπερασμένο, ή ακόμη και να κατασκευάσουν μια «τρίτη γραμμή» μέσα στη φιλοσοφία.

Έτσι για παράδειγμα οι εκπρόσωποι του νεοθετικισμού ισχυρίζονται ότι το ζήτημα που αφορά στη σχέση μεταξύ συνείδησης και ύλης δεν έχει νόημα, ότι αποτελεί μόνο «φαινομενικό πρόβλημα». Για το λόγο αυτό η φιλοσοφία, κατά την άποψή τους, δεν πρέπει να ασχολείται με τη σχέση μεταξύ ύλης και συνείδησης, ότι, πολύ περισσότερο, καθήκον της είναι η λογική ανάλυση της γλώσσας, της σημασίας των λέξεων και των προτάσεων της επιστήμης. Αλλά κι εδώ προκύπτει το ερώτημα: από πού προέρχονται αυτές οι σημασίες, τι εκφράζουν; Το ερώτημα αναφορικά με τη σχέση αυτών των σημασιών (αυτών των περιεχομένων της συνείδησης) απέναντι σ΄ αυτό που εκφράζουν (αντανακλούν), δε μπορεί επίσης και σ΄ αυτή την περίπτωση να παρακαμφθεί, και αυτό το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας μπορεί να απαντηθεί μόνο υλιστικά ή ιδεαλιστικά. Οι θετικιστές απαντούν σ΄ αυτό το ερώτημα ιδεαλιστικά επειδή τα περιεχόμενα της συνείδησης δεν τα αντιλαμβάνονται ως αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά ως αυτόνομα δεδομένα. Οι θεολόγοι και οι ιδεολόγοι της θρησκείας πιστεύουν ότι είναι σε θέση να τεκμηριώσουν μια «τρίτη γραμμή» μέσω της αντίληψης ότι τα υλικά και τα ιδεατά φαινόμενα είναι κατά τον ίδιο τρόπο «πραγματικά». Αυτός ο «ρεαλισμός» έχει ως σκοπό, υπό την πρόφαση της πάλης ενάντια στον υποκειμενικό ιδεαλισμό, να προκαλέσει σύγχυση ανάμεσα στα μέτωπα μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού, να αποδυναμώσει και να θολώσει την υλιστική θέση με το επιχείρημα ότι ο «Θεός» είναι επίσης «πραγματικός» όπως και ο υλικός κόσμος.

Οι αναθεωρητές επίσης προσπαθούν να κατασκευάσουν μια «τρίτη γραμμή». Έτσι κηρύσσουν για παράδειγμα, ότι το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας δεν είναι το βασικό πρόβλημα και το αφετηριακό σημείο της φιλοσοφίας, αλλά «ο άνθρωπος σαν ουσία της πράξης». Η πράξη όμως μπορεί να ερμηνευτεί τόσο υλιστικά όσο και ιδεαλιστικά, ανάλογα με το αν την αντιλαμβάνεται κανείς ως υλική δραστηριότητα η οποία καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες και τους νόμους, ή αν θεωρεί τη συνείδηση ως το καθοριστικό. Μια επιστημονική αντίληψη της πράξης, η οποία είναι προεξέχουσας σημασίας για την επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης, είναι δυνατή μόνο από τη θέση της διαλεκτικής-υλιστικής απάντησης του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας.

Στο ερώτημα, ποιο είναι το πρωταρχικό, το πρωτεύων στη σχέση μεταξύ ύλης και συνείδησης, μπορούν να δοθούν μόνο δυό απαντήσεις, και η ιστορία της φιλοσοφίας γνωρίζει μόνο δυό βασικές γραμμές: Υλισμός και ιδεαλισμός. Όλες οι σημερινές προσπάθειες των αστών και αναθεωρητών φιλοσόφων να παρακάμψουν το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, να κατασκευάσουν μια «τρίτη γραμμή», αποτελούν σε τελική ανάλυση μια μορφή επίθεσης της ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας στη φιλοσοφία της εργατικής τάξης. Επιδιωκόμενος στόχος τους είναι να την αφοπλίσουν ιδεολογικά. Ο Lenin χαρακτήρισε εκείνους που προφασίζονται ότι θέλουν να ακολουθήσουν έναν «τρίτο δρόμο», για παράδειγμα τους θετικιστές, τους μαχιστές κτλ, ως «το σιχαμερό κόμμα του κέντρου στη φιλοσοφία, που μπερδεύει σε κάθε ξεχωριστό ζήτημα την υλιστική με την ιδεαλιστική κατεύθυνση. Κάθε απόπειρα να ξεφύγει κανείς από τις δυό αυτές θεμελιακές κατευθύνσεις της φιλοσοφίας δεν είναι παρά “συμφιλιωτικός τσαρλατανισμός”» [12].


Η αντίθεση μεταξύ διαλεκτικής και μεταφυσικής

Κάθε φιλοσοφία, η υλιστική όσο και η ιδεαλιστική, έρχεται σε αντιπαράθεση με το γενικό κοσμοθεωρητικό πρόβλημα της κίνησης και της ανάπτυξης (εξέλιξης) στον υλικό κόσμο και στη νόηση. Είναι η κίνηση και η ανάπτυξη των πραγμάτων και των φαινομένων ουσιαστικής ή δευτερεύουσας σημασίας; Αποτελούν απλά μια πλάνη των αισθήσεων ή είναι αντικειμενικές; Ποιο χαρακτήρα έχει η ανάπτυξη, με ποιο τρόπο προχωρά, που βρίσκεται η πηγή της; Από ποιες αρχές πρέπει να οδηγείται η νόηση των ανθρώπων; Υπό ποιες συνθήκες είναι σε θέση να τεκμηριώσει ορθά την πρακτική δράση της;

Στην ιστορία της φιλοσοφίας υπάρχουν δυό αντιτιθέμενες γενικές φιλοσοφικές αντιλήψεις για την κίνηση και την ανάπτυξη: η διαλεκτική και η μεταφυσική.

Η διαλεκτική αντιλαμβάνεται τα πράγματα και τα φαινόμενα στη πραγματικότητα και τις εννοιολογικές απεικονίσεις της στη συνάφεια και στη κίνησή τους, στη γέννηση και στη φθορά τους. Ο Engels γράφει: «Για τη διαλεκτική φιλοσοφία δεν υπάρχει τίποτα το οριστικό, το απόλυτο, το ιερό. Αποκαλύπτει για όλα και σε όλα τον παροδικό τους χαρακτήρα, και τίποτα δεν υπάρχει γι΄ αυτήν, εκτός από την αδιάκοπη διαδικασία της γέννησης και της φθοράς, της ατέλειωτης ανύψωσης από το κατώτερο στο ανώτερο. Και η διαλεκτική φιλοσοφία δεν είναι παρά μόνο το απλό αντικαθρέφτισμα αυτής της διαδικασίας στο σκεφτόμενο εγκέφαλο» [13].

Η διαλεκτική έχει μια μακρά ιστορία εξέλιξης που φτάνει πίσω μέχρι στις απαρχές της φιλοσοφικής σκέψης. Οι φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας ήταν διαλεκτικοί προσανατολισμένοι στη φύση. Οι Ίωνες υλιστές (ο Θαλής [624 έως 546 π.Χ.], ο Αναξίμανδρος [κατά το 610 έως το 546 π.Χ.], ο Αναξιμένης [κατά το 585 έως ο 525 π.Χ.]) αντιλαμβάνονταν το κόσμο ως ένα ενιαίο όλο, στο οποίο όλα κινούνται και φθείρονται. Προεξέχων εκπρόσωπος της διαλεκτικής ήταν την εποχή εκείνη ο Ηράκλειτος από την Έφεσο (544 έως 483 π.Χ.), ο οποίος εκπροσωπούσε τη θέση: Όλα, ό,τι υπάρχει, είναι και δεν είναι, επειδή όλα ρέουν (τα πάντα ρει), τίποτα δεν παραμένει αμετάβλητο. Ο τρόπος αυτός θεώρησης αντιλαμβανόταν το χαρακτήρα της συνολικής εικόνας των φαινομένων σωστά, δεν είχε όμως ακόμη ως βάση την ερμηνεία της φύσης λεπτομερειακά. «Η καθολική σύνδεση των φαινομένων της φύσης δεν έχει αποδειχτεί στις λεπτομέρειες […]. Σ΄ αυτό βρίσκεται η ανεπάρκεια της ελληνικής φιλοσοφίας, ανεπάρκεια που την υποχρέωσε σε συνέχεια να δώσει τη θέση της σε άλλους τρόπους θεώρησης», γράφει ο Engels [14]. 

Μια νέα ραγδαία ανάπτυξη έζησε η διαλεκτική κατά την περίοδο της ανόδου του καπιταλισμού, στην οποία η αστική τάξη ήταν ακόμη μια νεαρή προοδευτική τάξη. Σημαντικό μερίδιο στην ανάπτυξη του διαλεκτικού τρόπου σκέψης είχαν οι φιλόσοφοι Cusanus (1401 έως 1464), Giordano Bruno (1548 έως 1600), René Descartes (1596 έως 1650), Benedictus Spinoza, Gottfried Herder (1744 έως 1803) και Johan Wolfgang von Goethe (1749 έως 1832). Το αποκορύφωμα στην ιστορία της προμαρξιστικής διαλεκτικής αποτέλεσε η κλασική γερμανική αστική φιλοσοφία, κύριοι εκπρόσωποι της οποίας ήταν ο Immanuel Kant (1724 έως 1804), ο Johan Gottlieb Fichte (1762 έως 1814) και ο Georg Wilhelm Friedrich Hegel (1770 έως 1831). Στο έργο του Hegel η διαλεκτική απέκτησε την πιο αναπτυγμένη μέχρι τότε μορφή της.

Ο Hegel παρουσίασε πρώτος με εκτεταμένο και συνειδητό τρόπο τους βασικούς νόμους και τις κατηγορίες της διαλεκτικής. Για τον Hegel όμως το πνεύμα αποτελεί την «απόλυτη έννοια» των δημιουργών του πραγματικού κόσμου. Το σφάλμα του Hegel βρίσκεται στο ότι, όπως έγραψε ο Engels, «οι νόμοι αυτοί επιβάλλονται στη φύση και στην ιστορία σαν νόμοι της νόησης, αντί να συνάγονται απ΄ αυτές» [15]. Ο Hegel στη διαλεκτική των εννοιών διέκρινε τη διαλεκτική των πραγμάτων, αλλά μόνο τη διέκρινε. Η διαλεκτική βρίσκεται, όπως παρατήρησε ο Marx, «με το κεφάλι κάτω. Χρειάζεται να την αναποδογυρίσουμε και να τη στηρίξουμε στα πόδια για ν΄ αποκαλύψουμε το λογικό πυρήνα μέσα στο μυστικιστικό περίβλημα» [16]. Ο Marx προσδιόρισε την αντίθεση της διαλεκτικής του σε σχέση με αυτή του Hegel ως αντίθεση μεταξύ της υλιστικής και της ιδεαλιστικής διαλεκτικής, η οποία προκύπτει από την αντίθετη απάντηση που δίνεται στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας: «Η διαλεκτική μου μέθοδος στη βάση δεν είναι μόνο διαφορετική από τη χεγκελιανή, μα είναι το κατευθείαν αντίθετό της. Για τον Χέγκελ το προτσές της νόησης –που με το όνομα ιδέα το μετατρέπει μάλιστα σε αυθυπόστατο υποκείμενο- είναι ο δημιουργός του πραγματικού που αποτελεί μονάχα το εξωτερικό του περίβλημα. Για μένα αντίστροφα το ιδεατό δεν είναι παρά το υλικό, μεταφερμένο και μετασχηματισμένο στο ανθρώπινο κεφάλι» [17]. Ο Marx και ο Engels εφάρμοσαν τη διαλεκτική στον υλικό κόσμο και απέδειξαν ότι αυτός αντανακλάται στη διαλεκτική των εννοιών: «Εμείς είδαμε ξανά υλιστικά τις ιδέες του κεφαλιού μας σαν τις απεικονίσεις των πραγματικών πραγμάτων, αντί να βλέπουμε τα πραγματικά πράγματα σαν απεικονίσεις αυτής ή εκείνης της βαθμίδας της απόλυτης έννοιας» [18], έγραψε ο Engels. «Έτσι, όμως, η ίδια η διαλεκτική της έννοιας έγινε απλώς συνειδητή αντανάκλαση της διαλεκτικής κίνησης του πραγματικού κόσμου…» [19]. 

Μόνο πάνω σε υλιστική βάση μπόρεσε να αναπτυχθεί η διαλεκτική σε μια συνεπή επιστημονική και επαναστατική θεωρία και μέθοδο.

Η μεταφυσική ως αντιδιαλεκτικός τρόπος σκέψης αντιλαμβάνεται τα πράγματα και τα φαινόμενα όπως και τις νοητικές απεικονίσεις απομονωμένα μεταξύ τους, και, σύμφωνα με την ουσία τους, ως αμετάβλητα/ες. «Για τον μεταφυσικό, τα πράγματα και οι αντανακλάσεις τους στη σκέψη, οι έννοιες, είναι αντικείμενα έρευνας απομονωμένα, που πρέπει να εξεταστούν το ένα ύστερα από το άλλο και χωριστά, ακίνητα, στέρεα, μια για πάντα δεδομένα. Ο λόγος του είναι ναι, ναι, όχι, όχι και οτιδήποτε υπάρχει πέρα απ΄ αυτό είναι εκ του πονηρού. Γι΄ αυτόν, ένα πράγμα υπάρχει ή δεν υπάρχει. Ένα πράγμα δεν μπορεί να είναι ο εαυτός του και ταυτόχρονα κάτι άλλο. Το θετικό και το αρνητικό αποκλείονται απόλυτα μεταξύ τους. Η αιτία και το αποτέλεσμα βρίσκονται κι αυτά σε μόνιμη αντίθεση μεταξύ τους. Ο τρόπος αυτός σκέψης μας φαίνεται με την πρώτη ματιά ολότελα κανονικός, γιατί είναι ο λεγόμενος κοινός νους τους. Μα όσο αξιοσέβαστος σύντροφος κι αν είναι ο κοινός νους όταν βρίσκεται κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους, συναντάει τις πιο καταπληκτικές περιπέτειες μόλις ριψοκινδυνέψει να βγει έξω, στον ευρύ κόσμο της έρευνας. Ο μεταφυσικός τρόπος αντίληψης, όσο δικαιολογημένος και όσο αναγκαίος κι αν είναι σε περιοχές που η έκτασή τους μεταβάλλεται ανάλογα με τη φύση του αντικειμένου, θα σκοντάψει αργά ή γρήγορα σε κάποιο εμπόδιο, και πέρα απ΄ αυτό θα γίνει μονόπλευρος, στενός, περιορισμένος, αφηρημένος, θα περιπλανηθεί μέσα σε αξεδιάλυτες αντιφάσεις, γιατί μπροστά στα ξεχωριστά αντικείμενα ξεχνάει το συσχετισμό τους, μπροστά στην ηρεμία τους ξεχνάει την κίνησή τους. Γιατί τα δέντρα τον εμποδίζουν να δει το δάσος» [20]. 

Μονομέρεια, αποστέωση, ακινησία, στενότητα, αυτά είναι τα τυπικά χαρακτηριστικά του μεταφυσικού τρόπου σκέψης. Ο μεταφυσικός αντιλαμβάνεται την ηρεμία, τη σταθερότητα, την ταυτότητα των πραγμάτων και των φαινομένων απόλυτα και όχι σχετικά. Αποσπά τα πράγματα από την αλληλεξάρτησή τους, χωρίζει τις διαλεκτικά μεταξύ τους συνδεόμενες αντιθέσεις κτλ.

Ο μεταφυσικός τρόπος σκέψης αντιφάσκει στο διαλεκτικό χαρακτήρα του υλικού κόσμου. Ο υλικός κόσμος δεν συνάγεται από αυτόν, αλλά «η δική μας σκέψη έχει εισάγει στη φύση αυτή την υποτιθέμενη ακαμψία και απόλυτη ισχύ» [21].

Ο μεταφυσικός τρόπος σκέψης είχε την ιστορική του δικαίωση τον 17ο και τον 18ο αιώνα, όταν οι φυσικές επιστήμες άρχισαν να αναλύουν τη φύση σε απομονωμένα μέρη και να εξετάζουν το καθένα ξεχωριστά. Τα πράγματα της φύσης δε μπορούσαν κατ΄ αρχή να αναλυθούν διαφορετικά απ΄ ό,τι έξω απ΄ την αλληλοσύνδεσή τους, τη κίνηση και την ανάπτυξή τους. «Για να γνωρίσουμε αυτές τις λεπτομέρειες, πρέπει να απομονώσουμε από τα φυσικά και ιστορικά τους πλαίσια και να εξετάσουμε τις ιδιότητες, τις ιδιαίτερες αιτίες και τις επιδράσεις κτλ της κάθε μιας ξεχωριστά. […] Η ανάλυση της φύσης στα ιδιαίτερα μέρη της, ο διαχωρισμός των διαφόρων φυσικών συμβάντων και φυσικών αντικειμένων σε ορισμένες τάξεις, η διερεύνηση του εσωτερικού των οργανικών σωμάτων σ΄ όλες τις πολυποίκιλες ανατομικές μορφές τους αποτελούσαν τη βασική προϋπόθεση των γιγάντιων προόδων που τα τελευταία 400 χρόνια [23] κάναμε σ΄ ό,τι αφορά τη γνώση της φύσης. Μας άφησε, όμως, και τη συνήθεια να αντιλαμβανόμαστε τα δεδομένα και τις διαδικασίες της φύσης στην απομόνωση τους, έξω από τη μεγάλη συνολική συνοχή τους. Επομένως, όχι στην κίνησή τους, αλλά στην ακινησία τους. Όχι σαν μεταβλητά στην ουσία τους, αλλά σαν πάγιες καταστάσεις. Όχι στη ζωή τους, αλλά στο θάνατό τους. Αυτός ο τρόπος θεώρησης, με τον τρόπο που μεταφέρθηκε από τις φυσικές επιστήμες στη φιλοσοφία –όπως έγινε από τον Μπέικον (Bacon) και Λοκ (Locke)- δημιούργησε αυτή την ειδική στενοκεφαλιά των τελευταίων αιώνων, το μεταφυσικό τρόπο σκέψης» [22]. Από τότε όμως ο μεταφυσικός τρόπος σκέψης εν όψει των αποτελεσμάτων των επιστημών και των γεγονότων της κοινωνικής εξέλιξης, τα οποία κάνουν προφανή το διαλεκτικό χαρακτήρα του υλικού κόσμου, έχασε κάθε υπαρξιακή δικαίωση. 

Σήμερα η αντίθεση μεταξύ της διαλεκτικής, η οποία ανταποκρίνεται στο διαλεκτικό χαρακτήρα της υλικής πραγματικότητας, και της μεταφυσικής, η οποία αντιφάσκει σ΄ αυτόν, αποτελεί έκφραση της ασυμφιλίωτης αντίθεσης των ταξικών συμφερόντων μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης. Ο διαλεκτικός τρόπος σκέψης είναι πέρα για πέρα επαναστατικός και επομένως στη συνεπή του μορφή είναι δυνατός μόνο στη τάξη εκείνη που πρακτικά είναι επαναστατική μέχρι το τέλος: την εργατική τάξη. Ο διαλεκτικός τρόπος σκέψης, έγραψε ο Marx, είναι «για τους αστούς και για τους δογματικούς ιδεολόγους τους σκάνδαλο και φρίκη, γιατί στη θετική αντίληψη αυτού που υπάρχει περικλείνει ταυτόχρονα και την αντίληψη της άρνησής του, του αναγκαίου αφανισμού του, γιατί αντιλαμβάνεται κάθε συντελεσμένη μορφή μέσα στη ροή της κίνησης, επομένως την αντιλαμβάνεται και από την παροδική της πλευρά, γιατί τίποτε δεν μπορεί να της επιβληθεί και γιατί στην ουσία της είναι κριτική κι επαναστατική» [24]. Σε συμφωνία, επομένως, με την επαναστατική ουσία της διαλεκτικής τα αντικειμενικά κοινωνικά προτσές μπορούν να κατανοηθούν μόνο πολύπλευρα, στις συνάφειές τους στην ανάπτυξη και αντιφατικότητά τους. Μ΄ αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές οι βασικές τάσεις της ανάπτυξης και να προσδιοριστεί ο εκάστοτε βασικός κρίκος της αλυσίδας στη πάλη της εργατικής τάξης και γενικότερα των εργαζομένων.
___________

Σημειώσεις και Παραπομπές

[1] Φρίντριχ Ένγκελς: Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, σ. 21, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007

[2] Ό. π., σ. 22

[3] Ό. π.

[4]. Ό. π., σ. 22

[5] Ό. π.

[6] Καρλ Μαρξ / Φρίντριχ Ένγκελς: Η Αγία Οικογένεια, ή Κριτική της Κριτικής Κριτικής, σ. 64, εκδ. Φιλοσοφία, Αθήνα.

Από μια αντιπαραβολή με το γερμανικό πρωτότυπο (βλ. MEW 2, σ. 55/56) προκύπτει ότι η ελληνική μετάφραση των λέξεων «πρέπει να καταργηθούν» είναι εσφαλμένη. Το σωστό είναι «πρέπει να αρθούν» (aufgehoben werden müssen).

[7] Β. Ι. Λένιν: Καρλ Μαρξ, Άπαντα, τόμ. 26, σ. 53.

[8] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα, τόμ. 18, σ. 278.

[9] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με το ζήτημα της διαλεκτικής, τόμ. 29, σ. 322.

[10] Ό.π.

[11] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 387.

[12] Ό.π., σ. 368.

[13] Φ. Ένγκελς: Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ…, σ. 12/13.

[14] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 28, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008.

[15] Ό.π., σ. 44.

[16] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος , σ. 26.

[17] ] Ό.π., σ. 25.

[18] Φ. Ένγκελς: Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ…, σ. 45.

[19] Ό.π.

[20] Φρίντριχ Ένγκελς: Σοσιαλισμός, ουτοπικός και επιστημονικός, σ. 106/107, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2006.

[21] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, σ. 18, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006.

[22] Φ. Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 26/27.

[23] Από μια αντιπαραβολή με το γερμανικό πρωτότυπο (βλ. MEW 20, σ. 20) προκύπτει ότι η ελληνική μετάφραση «100 χρόνια» είναι εσφαλμένη. Το σωστό είναι «400 χρόνια». Πρόκειται προφανώς για τυπογραφικό λάθος.

[24] Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος , σ. 26.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.