Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Σχετικά με τη στάση του εργατικού κόμματος απέναντι στη θρησκεία



του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν

Ο λόγος του βουλευτή Σουρκόφ στην Κρατική δούμα κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού της συνόδου και οι συζητήσεις στην ομάδα μας της Δούμας κατά την εξέταση του σχεδίου αυτού του λόγου, που δημοσιεύονται παρακάτω, ανακίνησαν ένα εξαιρετικά σοβαρό και επίκαιρο για τη σημερινή ακριβώς περίοδο ζήτημα [1]. Το ενδιαφέρον για καθετί που σχετίζεται με τη θρησκεία, αναμφισβήτητα, αγκάλιασε τώρα πλατιούς κύκλους της «κοινωνίας» και εισχώρησε στις γραμμές των διανοουμένων που βρίσκονται κοντά στο εργατικό κίνημα, καθώς και σε ορισμένους εργατικούς κύκλους. Η σοσιαλδημοκρατία έχει δίχως άλλο την υποχρέωση να εκθέσει τη στάση της απέναντι στη θρησκεία.

Η σοσιαλδημοκρατία βασίζει όλη την κοσμοθεωρία της στον επιστημονικό σοσιαλισμό, δηλ. στο μαρξισμό. Φιλοσοφική βάση του μαρξισμού, όπως δήλωσαν επανειλημμένα και ο Μαρξ και ο Ένγκελς, είναι ο διαλεκτικός υλισμός, που αφομοίωσε στο σύνολό τους τις ιστορικές παραδόσεις του υλισμού του XVIII αιώνα στη Γαλλία και του Φόιερμπαχ (πρώτο μισό του XIX αιώνα) στη Γερμανία, -ενός υλισμού απόλυτα αθεϊστικού, κατηγορηματικά εχθρικού απέναντι σε κάθε θρησκεία. Υπενθυμίζουμε ότι ολόκληρο το «Αντι-Ντίρινγκ» του Ένγκελς, που το χειρόγραφό του το είχε διαβάσει ο Μαρξ, καταγγέλλει τον υλιστή και αθεϊστή Ντίρινγκ για ασυνέπεια στον υλισμό του, για το ότι αφήνει πορτίτσες για τη θρησκεία και τη θρησκευτική φιλοσοφία. Υπενθυμίζουμε ότι στο έργο του για το Λουδοβίκο Φόιερμπαχ, ο Ένγκελς τον κατηγορεί ότι αγωνίστηκε κατά της θρησκείας με σκοπό όχι την εκμηδένισή της, μα την ανακαίνισή της, τη δημιουργία μιας νέας, «ανώτερης» θρησκείας κτλ. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, αυτό το απόφθεγμα του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όλης της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού στο ζήτημα της θρησκείας [2]. Ο μαρξισμός όλες τις σύγχρονες θρησκείες και εκκλησίες, όλες τις κάθε λογής θρησκευτικές οργανώσεις τις βλέπει πάντα σαν όργανα της αστικής αντίδρασης, που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης και την αποχαύνωση της εργατικής τάξης.

Και ταυτόχρονα, όμως, ο Ένγκελς καταδίκασε επανειλημμένα τις απόπειρες εκείνων που ήθελαν να είναι «πιο αριστεροί» ή «πιο επαναστάτες» από τη σοσιαλδημοκρατία, να μπάσουν στο πρόγραμμα του εργατικού κόμματος μια άμεση αναγνώριση του αθεϊσμού με την έννοια της κήρυξης πολέμου κατά της θρησκείας. Το 1874, ο Ένγκελς μιλώντας για το περίφημο μανιφέστο των φυγάδων της Κομμούνας, των μπλανκιστών, που ζούσαν σαν πολιτικοί πρόσφυγες στο Λονδίνο, χαρακτηρίζει σαν ανοησία τη θορυβώδη κήρυξη πολέμου από μέρους τους κατά της θρησκείας, και δηλώνει ότι μια τέτοια κήρυξη πολέμου είναι ο καλύτερος τρόπος να ζωντανέψει το ενδιαφέρον προς τη θρησκεία και να δυσκολευτεί η πραγματική απονέκρωση της θρησκείας. Ο Ένγκελς κατηγορεί τους μπλανκιστές ότι δεν μπορούν να καταλάβουν πως μονάχα η ταξική πάλη των εργατικών μαζών, που τραβά ολόπλευρα τα πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου στη συνειδητή και επαναστατική κοινωνική πρακτική, είναι σε θέση να απελευθερώσει στην πράξη τις καταπιεζόμενες μάζες από το ζυγό της θρησκείας, ενώ η ανακήρυξη σε πολιτικό καθήκον του εργατικού κόμματος του πολέμου κατά της θρησκείας είναι αναρχική λογοκοπία [3]. Και το 1877 στο «Αντι-Ντίρινγκ», ο Ένγκελς κτυπώντας αμείλικτα τις παραμικρότερες παραχωρήσεις που κάνει ο φιλόσοφος Ντίρινγκ στον ιδεαλισμό και στη θρησκεία, καταδικάζει όχι λιγότερο αποφασιστικά τη δήθεν επαναστατική ιδέα του Ντίρινγκ για απαγόρευση της θρησκείας στη σοσιαλιστική κοινωνία. Το να κηρύσσεις ένα τέτοιο πόλεμο κατά της θρησκείας σημαίνει –λέει ο Ένγκελς- «να γίνεσαι πιο βισμαρκικός από τον ίδιο το Βίσμαρκ», δηλ. να επαναλαμβάνεις την κουταμάρα της πάλης του Βίσμαρκ ενάντια στους κληρικόφρονες (η περιβόητη «πάλη υπέρ του πολιτισμού», Kulturkampf, δηλ. η πάλη του Βίσμαρκ στην 8η δεκαετία του περασμένου αιώνα ενάντια στο γερμανικό κόμμα των καθολικών, το κόμμα του «κέντρου», με αστυνομικές διώξεις του καθολικισμού). Μ΄ αυτή την πάλη ο Βίσμαρκ το μόνο που έκανε ήταν να δυναμώσει τη μαχητική κληρικοφροσύνη των καθολικών, να βλάψει την υπόθεση του πραγματικού πολιτισμού, γιατί πρόβαλε σε πρώτη μοίρα τις θρησκευτικές διαιρέσεις αντί τις πολιτικές, τράβηξε την προσοχή μερικών στρωμάτων της εργατικής τάξης και της δημοκρατίας από τα επιτακτικά καθήκοντα της ταξικής και επαναστατικής πάλης προς την κατεύθυνση της πιο επιφανειακής και αστικά απατηλής αντικληρικοφροσύνης. Ο Ένγκελς κατηγορώντας τον Ντίρινγκ που ήθελε να είναι υπερεπαναστάτης, ότι θέλει να επαναλάβει με άλλη μορφή την ίδια εκείνη κουταμάρα του Βίσμαρκ, απαιτούσε από το εργατικό κόμμα να είναι ικανό να δουλεύει υπομονητικά για το έργο της οργάνωσης και της διαφώτισης του προλεταριάτου, έργο που οδηγεί στην απονέκρωση της θρησκείας, και όχι να ρίχνεται στους τυχοδιωκτισμούς ενός πολιτικού πολέμου κατά της θρησκείας [4]. Αυτή η άποψη μπήκε στη σάρκα και στο αίμα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, που τάχθηκε, λόγου χάρη, υπέρ της ελευθερίας των ιησουϊτών, υπέρ της ανοχής τους στη Γερμανία, υπέρ της κατάργησης των κάθε είδους μέτρων αστυνομικής πάλης ενάντια στη μια ή στην άλλη θρησκεία. Η «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση», αυτό το περίφημο σημείο του προγράμματος της Ερφούρτης (1891), κατοχύρωσε την παραπάνω πολιτική τακτική της σοσιαλδημοκρατίας.

Αυτή η τακτική πρόλαβε τώρα κιόλας να γίνει ρουτίνα, πρόλαβε να γεννήσει μια νέα διαστρέβλωση του μαρξισμού προς την αντίθετη πλευρά, προς την πλευρά του οπορτουνισμού. Τη θέση του προγράμματος της Ερφούρτης άρχισαν να την ερμηνεύουν με την έννοια ότι εμείς, οι σοσιαλδημοκράτες, το κόμμα μας θεωρεί τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση, ότι για μας, σαν σοσιαλδημοκράτες, για μας, σαν κόμμα, η θρησκεία είναι ιδιωτική υπόθεση. Ο Ένγκελς χωρίς ν΄ αρχίσει ανοιχτή πολεμική ενάντια σ΄ αυτή την οπορτουνιστική άποψη, στην τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα θεώρησε απαραίτητο να ταχθεί αποφασιστικά ενάντιά της όχι με μορφή πολεμικής, μα με θετική μορφή. Συγκεκριμένα: ο Ένγκελς το έκανε αυτό με τη μορφή μιας δήλωσης, που σκόπιμα την υπογράμμισε, ότι η σοσιαλδημοκρατία θεωρεί ιδιωτική υπόθεση σε σχέση με το κράτος, μα κάθε άλλο παρά σε σχέση με τον εαυτό της, σε σχέση με το μαρξισμό, σε σχέση με το εργατικό κίνημα [5].

Αυτή είναι η εξωτερική πλευρά της ιστορίας των θέσεων του Μαρξ και του Ένγκελς στο ζήτημα της θρησκείας. Για εκείνους που ασχολούνται επιπόλαια με το μαρξισμό, για εκείνους που δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να σκέπτονται, η ιστορία αυτή είναι ένα κουβάρι παράλογων αντιφάσεων και ταλαντεύσεων του μαρξισμού: ένα είδος, λένε, σαλάτας από «συνεπή» αθεϊσμό και από «χατηράκια» προς τη θρησκεία, ένα είδος ταλάντευσης «χωρίς αρχές» ανάμεσα στον επαναστατικό πόλεμο κατά του θεού και στη φοβητσιάρικη επιθυμία να «προσαρμοστούμε» στους εργάτες που πιστεύουν, στο φόβο μη τους τρομάξουμε κτλ κτλ. Στη φιλολογία των αναρχικών λογοκόπων μπορεί κανείς να βρει όχι λίγα ξεσπαθώματα αυτού του είδους ενάντια στο μαρξισμό.

Μα όποιος είναι λίγο-πολύ ικανός ν΄ ασχοληθεί σοβαρά με το μαρξισμό, να εμβαθύνει στις φιλοσοφικές βάσεις του και στην πείρα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, αυτός εύκολα θα δει ότι η τακτική του μαρξισμού απέναντι στη θρησκεία είναι βαθιά συνεπής και μελετημένη από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ότι αυτό που οι ερασιτέχνες ή οι αμόρφωτοι θεωρούν ταλαντεύσεις είναι άμεσο και αναπόφευκτο συμπέρασμα που βγαίνει από το διαλεκτικό υλισμό. Θα ήταν μεγάλο λάθος να νομίζουμε πως η φαινομενική «μετριοπάθεια» του μαρξισμού απέναντι στη θρησκεία εξηγείται με τους λεγόμενους λόγους «τακτικής» με την έννοια της επιθυμίας «να μην τους τρομάξουμε» κτλ. Αντίθετα, η πολιτική γραμμή του μαρξισμού και σ΄ αυτό το ζήτημα συνδέεται αδιάρρηκτα με τις φιλοσοφικές του βάσεις.

Ο μαρξισμός είναι υλισμός. Σαν τέτοιος είναι εξίσου αμείλικτα εχθρικός προς τη θρησκεία, όσο και ο υλισμός των εγκυκλοπαιδιστών του XVIII αιώνα ή ο υλισμός του Φόιερμπαχ. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Μα ο διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ και του Ένγκελς προχωρεί πιο πέρα από τους εγκυκλοπαιδιστές και τον Φόιερμπαχ, εφαρμόζοντας την υλιστική φιλοσοφία στον τομέα της ιστορίας, στον τομέα των κοινωνικών επιστημών. Πρέπει να αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας. Αυτό είναι το αλφάβητο όλου του υλισμού και, συνεπώς, και του μαρξισμού. Μα ο μαρξισμός δεν είναι υλισμός που σταμάτησε στο αλφάβητο. Ο μαρξισμός προχωρεί πιο πέρα. Ο μαρξισμός λέει: πρέπει να ξέρουμε ν΄ αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας, και γι΄ αυτό πρέπει να εξηγήσουμε υλιστικά την πηγή της πίστης και της θρησκείας μέσα στις μάζες. Την πάλη κατά της θρησκείας δεν μπορούμε να την περιορίζουμε σ΄ ένα αφηρημένο ιδεολογικό κήρυγμα, δεν μπορούμε να την ανάγουμε σ΄ ένα τέτοιο κήρυγμα. Την πάλη αυτή πρέπει να τη συνδέσουμε με τη συγκεκριμένη πρακτική του ταξικού κινήματος που αποβλέπει στην εξάλειψη των κοινωνικών ριζών της θρησκείας. Γιατί διατηρείται η θρησκεία στα καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου της πόλης, στα πλατιά στρώματα του μισοπρολεταριάτου, καθώς και στη μάζα της αγροτιάς; Εξαιτίας της αμορφωσιάς του λαού, απαντάει ο αστός προοδευτικός, ο ριζοσπάστης ή ο αστός υλιστής. Ο μαρξιστής λέει: Δεν είναι αλήθεια. Μια τέτοια άποψη είναι επιφανειακή, αστικά περιορισμένη πολιτιστική προπαγάνδα. Μια τέτοια άποψη δεν εξηγεί τις ρίζες της θρησκείας αρκετά βαθιά, υλιστικά, αλλά ιδεαλιστικά. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες οι ρίζες αυτές είναι κυρίως κοινωνικές. Η κοινωνική εξάρτηση των εργαζόμενων μαζών, η καταφανής απόλυτη αδυναμία τους μπροστά στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού, που προξενεί κάθε μέρα και κάθε ώρα χίλιες φορές φρικτότερα βάσανα, αγριότερα μαρτύρια στους απλούς ανθρώπους της δουλειάς απ΄ ό,τι οποιαδήποτε έκτακτα γεγονότα, όπως πόλεμοι, σεισμοί κτλ., να που βρίσκεται η βαθύτερη σύγχρονη ρίζα της θρησκείας. «Ο φόβος δημιούργησε τους θεούς». Ο φόβος μπροστά στην τυφλή δύναμη του κεφαλαίου, που είναι τυφλή γιατί δεν μπορεί να προβλεφτεί από τις μάζες του λαού, που στο κάθε βήμα της ζωής του προλετάριου και του μικρονοικοκύρη η δύναμη αυτή απειλεί να του φέρει και του φέρνει την «ξαφνική», την «αναπάντεχη», την «τυχαία» καταστροφή, τον όλεθρο, τη μετατροπή του σε ζητιάνο, σε πάουπερ, σε πόρνη, το θάνατο από την πείνα, να η ρίζα της σύγχρονης θρησκείας που πριν απ΄ όλα και πάνω απ΄ όλα πρέπει να έχει υπόψη του ο υλιστής, αν δεν θέλει να παραμείνει υλιστής του νηπιαγωγείου. Κανένα διαφωτιστικό βιβλίο δεν πρόκειται να ξεριζώσει τη θρησκεία από τις μάζες που καταπιέζονται από το καπιταλιστικό κάτεργο και που εξαρτώνται από τις τυφλές καταστροφικές δυνάμεις του καπιταλισμού, όσο αυτές οι μάζες δεν θα μάθουν μόνες τους ν΄ αγωνίζονται ενωμένες, οργανωμένα, συστηματικά, συνειδητά ενάντια σ΄ αυτή τη ρίζα της θρησκείας, ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου σ΄ όλες τις μορφές.

Μήπως από δω βγαίνει ότι το διαφωτιστικό βιβλίο κατά της θρησκείας είναι βλαβερό ή περιττό; Όχι. Από δω δεν βγαίνει καθόλου ένα τέτοιο πράγμα. Από δω βγαίνει ότι η αθεϊστική προπαγάνδα της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να υποτάσσεται στο βασικό της καθήκον: την ανάπτυξη της ταξικής πάλης των εκμεταλλευόμενων μαζών κατά των εκμεταλλευτών.

Ένας άνθρωπος που δεν έχει μελετήσει βαθιά τις βάσεις του διαλεκτικού υλισμού, δηλ. της φιλοσοφίας του Μαρξ και του Ένγκελς, μπορεί να μην καταλάβει (ή τουλάχιστο, να μην καταλάβει αμέσως) αυτή τη θέση. Πως γίνεται αυτό; Να υποτάξουμε την ιδεολογική προπαγάνδα, το κήρυγμα ορισμένων ιδεών, την πάλη ενάντια σ΄ αυτό τον εχθρό του πολιτισμού και της προόδου, που διατηρείται χιλιετηρίδες (δηλ. ενάντια στη θρησκεία), στην ταξική πάλη, δηλ. στην πάλη για συγκεκριμένους πρακτικούς σκοπούς στον οικονομικό και πολιτικό τομέα;

Μια τέτοια αντίρρηση ανήκει στις συνηθισμένες αντιρρήσεις κατά του μαρξισμού, και είναι δείγμα απόλυτης άγνοιας της διαλεκτικής του Μαρξ. Η αντίφαση που ενοχλεί όσους έχουν τέτοιου είδους αντιρρήσεις είναι μια ζωντανή αντίφαση της ζωντανής ζωής, δηλ. μια διαλεκτική, κι όχι φραστική, όχι επινοημένη αντίφαση. Το να χωρίζουμε μ΄ ένα απόλυτο, αδιαπέραστο σύνορο τη θεωρητική προπαγάνδα του αθεϊσμού, δηλ. την εκμηδένιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε ορισμένα στρώματα του προλεταριάτου, και την επιτυχία, την πορεία, τις συνθήκες της ταξικής πάλης αυτών των στρωμάτων, σημαίνει ότι δεν σκεπτόμαστε διαλεκτικά, ότι μετατρέπουμε σε απόλυτο σύνορο εκείνο που είναι κινητό, σχετικό σύνορο, σημαίνει ότι διασπούμε βίαια εκείνο που συνδέεται αδιάσπαστα στη ζωντανή πραγματικότητα. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Το προλεταριάτο μιας δοσμένης περιοχής και ενός δοσμένου κλάδου της βιομηχανίας αποτελείται, ας υποθέσουμε, από ένα πρωτοπόρο στρώμα αρκετά συνειδητών σοσιαλδημοκρατών που, εννοείται, είναι αθεϊστές, και από αρκετά καθυστερημένους, συνδεμένους ακόμη με το χωριό και την αγροτιά εργάτες που πιστεύουν στο θεό, πηγαίνουν στην εκκλησία ή ακόμη βρίσκονται και κάτω από την άμεση επιρροή του τοπικού παπά που ιδρύει, ας υποθέσουμε, μια χριστιανική εργατική ένωση. Ας υποθέσουμε, σε συνέχεια, πως η οικονομική πάλη σ΄ αυτόν τον τόπο οδήγησε σε απεργία. Για το μαρξιστή είναι υποχρεωτικό να βάλει σε πρώτη μοίρα την επιτυχία του απεργιακού κινήματος, είναι υποχρεωτικό ν΄ αντιδράσει αποφασιστικά στο χωρισμό των εργατών σ΄ αυτή την πάλη σε αθεϊστές και χριστιανούς, να παλέψει αποφασιστικά ενάντια σ΄ αυτό το χωρισμό. Το αθεϊστικό κήρυγμα μπορεί να είναι κάτω απ΄ αυτούς τους όρους και περιττό και βλαβερό, όχι από την άποψη των στενοκέφαλων υπολογισμών να μην τρομάξουν τα καθυστερημένα στρώματα, να μη χάσουμε την ψήφο στις εκλογές κτλ., μα από την άποψη της πραγματικής προόδου της ταξικής πάλης, που στις συνθήκες της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας οδηγεί εκατό φορές καλύτερα τους χριστιανούς εργάτες στη σοσιαλδημοκρατία και στον αθεϊσμό παρά στο σκέτο αθεϊστικό κήρυγμα. Ο κήρυκας του αθεϊσμού σε μια τέτοια στιγμή και κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες θα έπαιζε μονάχα το παιχνίδι του παπά και των παπάδων, που τίποτε δεν επιθυμούν τόσο, όσο την αντικατάσταση του χωρισμού των εργατών με βάση τη συμμετοχή στην απεργία, με το χωρισμό τους με βάση την πίστη στο θεό. Ο αναρχικός, κηρύσσοντας με κάθε τρόπο και μέσο τον πόλεμο κατά του θεού, στην πράξη θα βοηθούσε τους παπάδες και την αστική τάξη (όπως και πάντα οι αναρχικοί στην πράξη βοηθούν την αστική τάξη). Ο μαρξιστής πρέπει να είναι υλιστής, δηλ. εχθρός της θρησκείας, μα υλιστής διαλεκτικός, δηλ. που βάζει το ζήτημα της πάλης κατά της θρησκείας όχι αφηρημένα, όχι στη βάση ενός αφηρημένου, καθαρά θεωρητικού, πάντα αναλλοίωτου κηρύγματος, μα συγκεκριμένα, στη βάση της ταξικής πάλης που διεξάγεται στην πράξη και που διαπαιδαγωγεί τις μάζες περισσότερο απ΄ όλα και καλύτερα απ΄ όλα. Ο μαρξιστής πρέπει να ξέρει να υπολογίζει όλες τις συγκεκριμένες συνθήκες, να βρίσκει πάντα το σύνορο ανάμεσα στον αναρχισμό και στον οπορτουνισμό (αυτό το σύνορο είναι σχετικό, κινητό, μεταβλητό, όμως υπάρχει), να μην πέφτει ούτε στον αφηρημένο, φραστικό, στην πράξη κούφιο «επαναστατισμό» του αναρχικού, ούτε στη στενοκεφαλιά και στον οπορτουνισμό του μικροαστού ή του φιλελεύθερου διανοούμενου που φοβάται την πάλη με τη θρησκεία, ξεχνάει αυτό το καθήκον του, συμβιβάζεται με την πίστη στο θεό, καθοδηγείται όχι από τα συμφέροντα της ταξικής πάλης, μα από ένα μικροπρεπή, μίζερο μικροϋπολογισμό: να μην στενοχωρήσει, να μην αποδιώξει, να μην τρομάξει, και από τον πάνσοφο κανόνα: «ζήσε και άσε και τους άλλους να ζουν» κτλ. κτλ.

Απ΄ αυτήν την άποψη πρέπει να λύνουμε όλα τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τη στάση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στη θρησκεία. Λόγου χάρη, συχνά προβάλλεται το ερώτημα, αν μπορεί ένας παπάς να είναι μέλος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, και συνήθως απαντούν σ΄ αυτό το ερώτημα χωρίς κανενός είδους επιφυλάξεις καταφατικά, προβάλλοντας σαν επιχείρημα την πείρα των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Αλλά αυτή η πείρα γεννήθηκε όχι μονάχα από την εφαρμογή της θεωρίας του μαρξισμού στο εργατικό κίνημα, μα και από τις ειδικές συνθήκες της Δύσης, που δεν υπάρχουν στη Ρωσία (θα μιλήσουμε παρακάτω γι΄ αυτές τις συνθήκες), έτσι που η δίχως όρους καταφατική απάντηση εδώ δεν είναι σωστή. Δεν επιτρέπεται μια για πάντα και για όλες τις συνθήκες να δηλώσουμε ότι οι παπάδες δεν μπορούν να είναι μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά και δεν επιτρέπεται μια για πάντα να προβάλλουμε και τον αντίστροφο κανόνα. Αν ο παπάς έρχεται σε μας για μια από κοινού πολιτική δουλειά και εκπληρώνει ευσυνείδητα την κομματική δουλειά, χωρίς να δρα ενάντια στο πρόγραμμα του κόμματος, μπορούμε να τον δεχτούμε στις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας, γιατί η αντίφαση του πνεύματος και των βάσεων του προγράμματός μας με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του παπά θα μπορούσε να παραμείνει κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες μια αντίφαση που αφορά μονάχα αυτόν, προσωπικά αυτόν, και η πολιτική οργάνωση δεν μπορεί να υποβάλλει τα μέλη της σε εξετάσεις για το αν δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις αντιλήψεις τους και στο πρόγραμμα του κόμματος. Αλλά, εννοείται, μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να είναι σπάνια εξαίρεση ακόμη και στην Ευρώπη, κι όσο για τη Ρωσία είναι πια ελάχιστα πιθανή. Και αν, λόγου χάρη, ο παπάς έμπαινε στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και άρχιζε να διεξάγει σ΄ αυτό το κόμμα, σαν κύρια και σχεδόν μοναδική δουλειά του, ένα δραστήριο κήρυγμα των θρησκευτικών αντιλήψεων, τότε το κόμμα θα έπρεπε δίχως άλλο να τον διώξει από το περιβάλλον του. Πρέπει όχι μονάχα να δεχόμαστε, μα και να τραβούμε με κάθε τρόπο στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όλους τους εργάτες που διατηρούν την πίστη στο θεό, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην παραμικρότερη προσβολή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μα τους τραβούμε για να τους διαπαιδαγωγήσουμε στο πνεύμα του προγράμματός μας και όχι για να το καταπολεμήσουν ενεργά. Δεχόμαστε μέσα στο κόμμα την ελευθερία γνωμών, μα σε ορισμένα όρια που καθορίζονται από την ελευθερία των ομάδων: δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βαδίζουμε χέρι με χέρι με τους δραστήριους κήρυκες απόψεων που απορρίπτονται από την πλειοψηφία του κόμματος.

Άλλο παράδειγμα: μπορούμε άραγε σ΄ όλες τις συνθήκες, χρησιμοποιώντας το ίδιο μέτρο, να καταδικάζουμε τα μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος για τη δήλωση: «ο σοσιαλισμός είναι η θρησκεία μου» και για το κήρυγμα απόψεων που αντιστοιχούν σε μια τέτοια δήλωση; Όχι. Η απομάκρυνση από το μαρξισμό (και συνεπώς και από το σοσιαλισμό) είναι εδώ αναμφισβήτητη, μα η σημασία αυτής της απομάκρυνσης, το ειδικό, ας πούμε, βάρος της, μπορεί  να είναι διαφορετικά σε διαφορετικές συνθήκες. Άλλο πράγμα είναι, όταν ο προπαγανδιστής ή ο άνθρωπος που παίρνει το λόγο μπροστά στην εργατική μάζα μιλάει έτσι, για να είναι πιο κατανοητός, για ν΄ αρχίσει την ανάπτυξη του θέματος, για να υπογραμμίσει πιο ρεαλιστικά τις απόψεις του με όρους πιο συνηθισμένους στην καθυστερημένη μάζα. Κι άλλο πράγμα είναι, όταν ένας συγγραφέας αρχίζει να κηρύσσει τη «θεοπλασία» ή το θεοπλαστικό σοσιαλισμό (λόγου χάρη, στο πνεύμα των δικών μας Λουνατσάρσκι και Σίας). Όσο στην πρώτη περίπτωση η καταδίκη θα μπορούσε να είναι μικροπρέπεια ή ακόμη και άτοπος περιορισμός της ελευθερίας του προπαγανδιστή, της ελευθερίας της «παιδαγωγικής» επενέργειας, τόσο στη δεύτερη περίπτωση η κομματική καταδίκη είναι απαραίτητη και υποχρεωτική. Η θέση: «ο σοσιαλισμός είναι θρησκεία» για όλους είναι μορφή περάσματος από τη θρησκεία στο σοσιαλισμό, και για άλλους, από το σοσιαλισμό στη θρησκεία. 

Ας περάσουμε τώρα στις συνθήκες που γέννησαν στη Δύση την οπορτουνιστική ερμηνεία της θέσης: «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση». Φυσικά, εδώ υπάρχει η επίδραση των γενικών αιτιών που γεννούν τον οπορτουνισμό γενικά, ο οποίος θυσιάζει τα βασικά συμφέροντα του εργατικού κινήματος για στιγμιαία κέρδη. Το κόμμα του προλεταριάτου απαιτεί από το κράτος ν΄ ανακηρύξει τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση, χωρίς να θεωρεί καθόλου «ιδιωτική υπόθεση» το ζήτημα της πάλης ενάντια στο όπιο του λαού, της πάλης κατά των θρησκευτικών προλήψεων κτλ. Οι οπορτουνιστές διαστρεβλώνουν το ζήτημα έτσι που βγαίνει ότι τάχα το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θεωρεί τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση!

Αλλά, εκτός από τη συνηθισμένη οπορτουνιστική διαστρέβλωση (που δεν ξεκαθαρίστηκε καθόλου στις συζητήσεις που έκανε η ομάδα μας της Δούμας σχετικά με την ομιλία για τη θρησκεία) υπάρχουν ειδικές ιστορικές συνθήκες που προκάλεσαν τη σύγχρονη, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, υπερβολική αδιαφορία των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών στο ζήτημα της θρησκείας. Οι συνθήκες αυτές είναι δυό ειδών. Πρώτα-πρώτα το καθήκον της πάλης κατά της θρησκείας είναι ιστορικό καθήκον της επαναστατικής αστικής τάξης, και στη Δύση αυτό το καθήκον σε σημαντικό βαθμό το εκπλήρωσε (ή το εκπλήρωνε) η αστική δημοκρατία την εποχή των επαναστάσεών της ή των εφόδων της κατά της φεουδαρχίας και του μεσαιωνισμού. Και στη Γαλλία και στη Γερμανία υπάρχει μια παράδοση αστικού πολέμου κατά της θρησκείας, που άρχισε πολύ πριν από το σοσιαλισμό (εγκυκλοπαιδιστές, Φόιερμπαχ). Στη Ρωσία, σε αντιστοιχία με τις συνθήκες της αστικοδημοκρατικής μας επανάστασης, και αυτό το καθήκον πέφτει σχεδόν ολοκληρωτικά στους ώμους της εργατικής τάξης. Η μικροαστική (ναρόντνικη) δημοκρατία έκανε απ΄ αυτή την άποψη στη χώρα μας όχι πάρα πολλά (όπως νομίζουν οι νεοφώτιστοι μαυροεκατονταρχίτες καντέτοι ή καντέτοι μαυροεκατονταρχίτες της «Βέχι» [6]), μα πολύ λίγα σε σύγκριση με την Ευρώπη.

Από το άλλο μέρος, η παράδοση του αστικού πολέμου κατά της θρησκείας έχει κιόλας δημιουργήσει στην Ευρώπη μια ειδικά αστική διαστρέβλωση αυτού του πολέμου από τον αναρχισμό, που στέκεται, όπως από καιρό πια και επανειλημμένα εξήγησαν οι μαρξιστές, στη βάση της αστικής κοσμοθεωρίας, παρ΄ όλη τη «λύσσα» των επιθέσεών του κατά της αστικής τάξης. Οι αναρχικοί και οι μπλανκιστές στις λατινικές χώρες, ο Μοστ (που ήταν, ανάμεσα στ΄ άλλα, μαθητής του Ντίρινγκ) και Σία στη Γερμανία, οι αναρχικοί της 9ης δεκαετίας στην Αυστρία έφτασαν ως το nec plus ultra* την επαναστατική λογοκοπία στην πάλη ενάντια στη θρησκεία. Δεν είναι εκπληκτικό ότι οι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες τώρα παρατραβούν το σχοινί, που το είχαν τραβήξει προς την άλλη μεριά οι αναρχικοί. Αυτό είναι κατανοητό και, σ΄ ένα ορισμένο βαθμό, δικαιολογημένο, μα εμείς, οι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες, δεν κάνει να ξεχνάμε τις ειδικές ιστορικές συνθήκες της Δύσης.

Δεύτερο, στη Δύση, ύστερα από τον τερματισμό των εθνικών αστικών επαναστάσεων, ύστερα από την καθιέρωση μιας λίγο-πολύ απόλυτης ελευθερίας της λατρείας, το ζήτημα της δημοκρατικής πάλης κατά της θρησκείας τόσο πια παραμερίστηκε ιστορικά σε δεύτερη μοίρα από την πάλη της αστικής δημοκρατίας ενάντια στο σοσιαλισμό, ώστε οι αστικές κυβερνήσεις συνειδητά δοκίμαζαν ν΄ αποσπάσουν την προσοχή των μαζών από το σοσιαλισμό με την οργάνωση μιας quasi** -φιλελεύθερης «εκστρατείας» κατά της κληρικοφροσύνης. Αυτό το χαρακτήρα είχε και η Kulturkampf στη Γερμανία και η πάλη των αστών δημοκρατών της Γαλλίας κατά της κληρικοφροσύνης. Η αστική αντικληρικοφροσύνη σαν μέσο για ν΄ αποσπασθεί η προσοχή των εργατικών μαζών από το σοσιαλισμό, να τι προηγήθηκε στη Δύση από τη διάδοση μέσα στους σοσιαλδημοκράτες της σύγχρονης «αδιαφορίας» τους σχετικά με την πάλη κατά της θρησκείας. Και πάλι αυτό είναι κατανοητό και δικαιολογημένο, γιατί στην αστική και τη βισμαρκική αντικληρικοφροσύνη οι σοσιαλδημοκράτες έπρεπε ν΄ αντιπαρατάξουν ακριβώς την υποταγή της πάλης κατά της θρησκείας στην πάλη υπέρ του σοσιαλισμού.

Στη Ρωσία οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Το προλεταριάτο είναι ο ηγέτης της αστικοδημοκρατικής μας επανάστασης. Το κόμμα του πρέπει να είναι ο ιδεολογικός ηγέτης στην πάλη ενάντια σε κάθε μεσαιωνισμό, κι ανάμεσα στ΄ άλλα ενάντια στην παλιά, επίσημη θρησκεία και σ΄ όλες τις απόπειρες να την ανακαινίσουν ή να την στηρίξουν ξανά από την αρχή ή με διαφορετικό τρόπο κτλ. Γι΄ αυτό, αν ο Ένγκελς διόρθωνε με σχετική επιείκεια τον οπορτουνισμό των γερμανών σοσιαλδημοκρατών που αντικαθιστούσαν το αίτημα του εργατικού κόμματος για την ανακήρυξη της θρησκείας από το κράτος σε ιδιωτική υπόθεση, με την ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση για τους ίδιους τους σοσιαλδημοκράτες και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, είναι ευνόητο ότι η αντιγραφή από τους ρώσους οπορτουνιστές αυτής της γερμανικής διαστρέβλωσης θα επέσυρε μια εκατό φορές πιο αυστηρή καταδίκη από μέρους του Ένγκελς.

Δηλώνοντας από το βήμα της Δούμας ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, η ομάδα μας της Δούμας ενήργησε απόλυτα σωστά και δημιούργησε, μ΄ αυτό τον τρόπο, ένα προηγούμενο που πρέπει να χρησιμεύσει σαν βάση για όλες τις ομιλίες των ρώσων σοσιαλδημοκρατών στο ζήτημα της θρησκείας. Έπρεπε μήπως να προχωρήσει παραπέρα, αναπτύσσοντας ακόμη πιο λεπτομερειακά τα αθεϊστικά συμπεράσματα; Νομίζουμε όχι. Αυτό θα μπορούσε ν΄ αποτελέσει κίνδυνο μεγαλοποίησης της πάλης κατά της θρησκείας από μέρους του πολιτικού κόμματος του προλεταριάτου, θα μπορούσε να οδηγήσει στο σβήσιμο των συνόρων ανάμεσα στην αστική και στη σοσιαλιστική πάλη κατά της θρησκείας. Το πρώτο που έπρεπε να εκπληρώσει η σοσιαλδημοκρατική ομάδα στη μαυροεκατονταρχίτικη Δούμα, το εκπλήρωσε με τιμή.

Το δεύτερο, και ίσως το κυριότερο για τους σοσιαλδημοκράτες –η εξήγηση του ταξικού ρόλου της εκκλησίας και του κλήρου στην υποστήριξη της μαυροεκατονταρχίτικης κυβέρνησης και της αστικής τάξης στην πάλη της κατά της εργατικής τάξης- εκπληρώθηκε επίσης με τιμή. Φυσικά, πάνω σ΄ αυτό το θέμα μπορούμε ακόμη να πούμε πάρα πολλά, και οι κατοπινές ομιλίες των σοσιαλδημοκρατών θα βρουν με τι να συμπληρώσουν το λόγο του σ. Σουρκόφ, μα ωστόσο ο λόγος του ήταν έξοχος και η διάδοσή του από όλες τις κομματικές οργανώσεις είναι άμεση υποχρέωση του κόμματός μας.

Το τρίτο είναι ότι χρειαζόταν να ξεκαθαρίσουμε με τον πιο αναλυτικό τρόπο τη σωστή έννοια της θέσης που τόσο συχνά διαστρεβλώνεται από τους γερμανούς οπορτουνιστές: «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση». Αυτό, δυστυχώς, ο σ. Σουρκόφ δεν το έκανε. Κι αυτό είναι ακόμη πιο λυπηρό, γιατί στην προηγούμενη δράση της ομάδας είχε κιόλας διαπραχθεί πάνω σ΄ αυτό το ζήτημα το λάθος του σ. Μπελοούσοφ [7] που σημειώθηκε έγκαιρα από την εφημερίδα «Προλετάρι». Οι συζητήσεις στην ομάδα δείχνουν ότι η διαμάχη για τον αθεϊσμό επισκίασε το ζήτημα της σωστής ανάπτυξης του περίφημου αιτήματος σχετικά με την ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση. Δεν θα κατηγορήσουμε γι΄ αυτό το λάθος όλης της ομάδας μόνο τον σ. Σουρκόφ. Κάτι παραπάνω. Αναγνωρίζουμε ανοιχτά ότι εδώ φταίει όλο το κόμμα, που δεν ξεκαθάρισε αρκετά αυτό το ζήτημα, που δεν καλλιέργησε αρκετά στη συνείδηση των σοσιαλδημοκρατών τη σημασία της παρατήρησης που έκανε ο Ένγκελς στους γερμανούς οπορτουνιστές. Οι συζητήσεις στην ομάδα αποδείχνουν ότι πρόκειται ακριβώς για μια όχι σαφή κατανόηση του ζητήματος, και κάθε άλλο παρά για άρνηση να πάρουν υπόψη τη διδασκαλία του Μαρξ, και είμαστε βέβαιοι ότι το λάθος θα διορθωθεί στις κατοπινές ομιλίες της ομάδας.

Επαναλαμβάνουμε ότι γενικά και στο σύνολό του, ο λόγος του σ. Σουρκόφ είναι έξοχος και πρέπει να διαδοθεί απ΄ όλες τις οργανώσεις. Με τη συζήτηση αυτού του λόγου η ομάδα απόδειξε ότι εκτελεί με απόλυτη ευσυνειδησία το σοσιαλδημοκρατικό της χρέος. Μένει να ευχηθούμε να δημοσιεύονται πιο συχνά στον κομματικό Τύπο ανταποκρίσεις σχετικά με τις συζητήσεις μέσα στην ομάδα, για να προσεγγίσει περισσότερο η ομάδα το κόμμα, για να γνωρίσει το κόμμα τη δύσκολη δουλειά που γίνεται μέσα στην ομάδα, για ν΄ αποκατασταθεί η ιδεολογική ενότητα στη δράση του κόμματος και της ομάδας.

* τον έσχατο βαθμό. Η Σύντ.

** δήθεν. Η Σύντ.



«Προλετάρι», αρ. φύλ. 45,
  13 (26) του Μάη 1909
Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο
                        της εφημερίδας «Προλετάρι»


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 17, σ. 423-434, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.
_______

Σημειώσεις

[1] Πρόκειται για την ομιλία του βουλευτή της ΙΙΙ Κρατικής δούμας σοσιαλδημοκράτη Π. Ι. Σουρκόφ κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού εξόδων της Ιεράς Συνόδου στη συνεδρίαση της Δούμας στις 14 (27) του Απρίλη 1909 (βλ. Στενογραφημένα πρακτικά της ΙΙΙ Κρατικής δούμας, ΙΙ σύνοδος, μέρος ΙΙΙ, σελ. 2074). Πληροφορίες για τη συζήτηση του σχεδίου του λόγου του Σουρκόφ στην ομάδα της Δούμας δίνονται στο άρθρο «Οι συζητήσεις στη σοσιαλδημοκρατική ομάδα της Δούμας για το ζήτημα της στάσης της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στη θρησκεία», που δημοσιεύτηκε στο φύλ. αρ. 45 της «Προλετάρι» της 13 (26) του Μάη 1909 στη στήλη: «Από τη ζωή του κόμματος».

[2] Βλ. Κ. Μαρξ «Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Εισαγωγή» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 1ος, σελ. 415).

[3] Βλ. Φ. Ένγκελς. «Η φιλολογία της εμιγκράτσιας. ΙΙ. Το πρόγραμμα των μπλανκιστών εκπατρισμένων της Κομμούνας» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 18ος, σελ. 510-517).

[4] Βλ. Φ. Ένγκελς. «Αντι-Ντίρινγκ», ρωσ. έκδ., 1957, σελ. 299-301.

[5] Πρόκειται για την «Εισαγωγή» του Φ. Ένγκελς στην μπροσούρα του Κ. Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά έργα σε δυό τόμους, ρωσ. έκδ., τόμ. Ι. 1955, σελ. 439).

[6] «Βέχι» («Ορόσημα») – συλλογή άρθρων των επιφανών καντέτων δημοσιολόγων, εκπροσώπων της αντεπαναστατικής φιλελεύθερης αστικής τάξης: Ν. Α. Μπερτιάγεφ, Σ. Ν. Μπουλγκάκοφ, Μ. Ο. Γκέρσενζον, Α. Σ. Ιζγκόγεφ, Μπ. Α. Κιστιακόβσκι, Π. Μπ. Στρούβε και Σ. Λ. Φρανκ˙ βγήκε στη Μόσχα την άνοιξη του 1909. Στα άρθρα τους που ήταν αφιερωμένα στη ρωσική διανόηση «οι βέχοβτσι» προσπαθούσαν να δυσφημίσουν τις επαναστατικές-δημοκρατικές παραδόσεις του απελευθερωτικού κινήματος της Ρωσίας, τις απόψεις και τη δράση του Β. Γκ. Μπελίνσκι, του Ν. Γκ. Τσερνισέβσκι, του Ν. Α. Ντομπρολιούμποφ, του Ντ. Ι. Πίσαρεφ˙ συκοφαντούσαν το επαναστατικό κίνημα του 1905, ευγνωμονούσαν την τσαρική κυβέρνηση, γιατί «με τις λόγχες και τις φυλακές της» έσωσε την αστική τάξη «από τη λαϊκή οργή». Ο Β. Ι. Λένιν στο άρθρο του «Για τα “Βέχι”» έκανε κριτική ανάλυση και έδωσε πολιτική εκτίμηση της συλλογής των καντέτων μαυροεκατονταρχιτών (βλ. Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 16ος, σελ. 106-114). Ο Λένιν, συγκρίνοντας το πρόγραμμα της συλλογής «Βέχι» και στη φιλοσοφία και στη δημοσιολογία με το πρόγραμμα της μαυροεκατονταρχίτικης εφημερίδας «Μοσκόβκιγε Βέντομοστι», την ονόμαζε «εγκυκλοπαίδεια της φιλελεύθερης αποστασίας», «ακατάσχετο χείμαρρο από βρομόνερα της αντίδρασης, πεταμένα ενάντια στη δημοκρατία». Στο Κεντρικό κομματικό αρχείο του Ινστιτούτου μαρξισμού-λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ φυλάγεται ένα αντίτυπο της συλλογής «Βέχι» με πολλές σημειώσεις του Λένιν.

[7] Το λάθος του βουλευτή Τ. Ο. Μπελοούσοφ ήταν ότι, όταν συζητιόταν ο προϋπολογισμός της Ιεράς Συνόδου στη συνεδρίαση της ΙΙΙ Κρατικής δούμας στις 22 του Μάρτη (4 του Απρίλη) 1908, η διατύπωση που πρότεινε αυτός για το πέρασμα στα τρέχοντα ζητήματα αναγνώριζε τη θρησκεία σαν «ατομική υπόθεση του καθενός». Το σφάλμα της διατύπωσης του Μπλοούσοφ τονίστηκε στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Προλετάρι», αρ. φύλ. 28 της 2 (15) του Απρίλη 1908.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.