Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας



του Παναγιώτη Γαβάνα

Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε αναφορικά με τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού, είναι η ουσία και το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Στην προβληματική αυτή εντάσσονται ασφαλώς και τα ζητήματα που σχετίζονται με την ενότητα υλισμού και διαλεκτικής, της υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας και, φυσικά, η σχέση της μαρξιστικής φιλοσοφίας με τις άλλες επιστήμες. Σημειώνουμε ακόμη ότι μερικά θέματα που εδώ παρουσιάζονται πολύ συμπυκνωμένα, θα αποτελέσουν ξεχωριστό αντικείμενο ανάλυσης, εντασσόμενα στο πλαίσιο αυτής της σειράς.


Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας και το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

Το ζήτημα σχετικά με το αντικείμενο ανήκει στα βασικά προβλήματα, στα βασικά ζητήματα κάθε επιστήμης. Κάθε επιστήμη, αν θέλει να είναι πραγματική και όχι φαινομενική, πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή απαντώντας σ΄ αυτό το ζήτημα. Τα καθήκοντα, οι μέθοδοι και, σε μεγάλο βαθμό, η συγκρότηση κάθε επιστήμης καθορίζονται από το αντικείμενο. Μια επιστήμη που δεν έχει μια σαφή αντίληψη του αντικειμένου της, δεν μπορεί σε τελική ανάλυση να προσδιορίσει τα καθήκοντα και το πρόγραμμά της. Στο πρόγραμμα μιας επιστήμης καταγράφεται με ποιο τρόπο, δηλαδή με ποιες μεθόδους πρέπει να διερευνήσει το αντικείμενό της, ποιες μεθόδους πρέπει να χρησιμοποιήσει που να αντιστοιχούν στην ιδιαιτερότητα του αντικειμένου της κτλ. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ανάπτυξη και την επιτυχία κάθε επιστήμης. Η πολιτική οικονομία για παράδειγμα –για να κάνουμε εδώ μια ακραία σύγκριση- δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντά της αν εφάρμοζε τις μεθόδους της αστρονομίας. Η φυσικοχημεία δεν θα προχωρούσε ούτε ένα βήμα αν έθετε προς λύση ζητήματα της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Έτσι δεν θα βοηθιούνταν ούτε η ίδια ούτε η μαρξιστική φιλοσοφία. Αντίστροφα, καθήκον της μαρξιστικής φιλοσοφίας δεν είναι να λύνει τα ιδιαίτερα προβλήματα οποιασδήποτε επιμέρους επιστήμης.

Το αντικείμενο καθορίζει τα καθήκοντα και τις μεθόδους. Η σωστή γνώση των καθηκόντων καθώς και η σωστή χρήση μεθόδων που να αντιστοιχούν στο αντικείμενο, εξασφαλίζουν την απόκτηση χρήσιμων αποτελεσμάτων.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο ακριβής προσδιορισμός του αντικειμένου της μαρξιστικής φιλοσοφίας, επειδή αποτελεί την κοσμοθεωρία του προλεταριάτου. Οι μαρξιστές (φιλόσοφοι) πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσουν στους εργαζόμενους, τι είναι η μαρξιστική φιλοσοφία, ποια είναι η ουσία της, ποιο είναι το αντικείμενό της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Επειδή η προμαρξιστική φιλοσοφία ήταν κατά κύριο λόγο υπόθεση ενός αποκλειστικού κύκλου «προικισμένων πνευμάτων», στους περισσότερους εργαζόμενους καθώς και στο χώρο των διανοουμένων επικρατεί η εσφαλμένη αντίληψη, ότι η φιλοσοφία δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματική ζωή και καμιά πρακτική σημασία.

Δεν μπορεί να εξηγήσει κανείς το νέο στη μαρξιστική φιλοσοφία, δεν μπορεί να κάνει κατανοητή την επανάσταση στη φιλοσοφία, και, σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την επανάσταση στην ιδεολογία και την κουλτούρα, αν δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί και να παρουσιάσει με σαφήνεια τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της μαρξιστικής φιλοσοφίας, δηλαδή να προσδιορίσει επακριβώς το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Η προπαγάνδιση και η επικράτηση της μαρξιστικής φιλοσοφίας παρεμποδίζεται από ασαφείς, ανεπαρκείς ή άμεσα εσφαλμένες αντιλήψεις για το αντικείμενό της με τρόπο ανεύθυνο.

Αντιλήψεις για παράδειγμα, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η μαρξιστική φιλοσοφία με βάση την ουσία της, καθώς, και ότι κατά κύριο λόγο, είναι γνωσιοθεωρία και μεθοδολογία, ή ο ισχυρισμός ότι «η φιλοσοφία δεν αποτελεί μια ειδική επιστήμη που έχει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο», έχουν προκαλέσει ασάφειες και σύγχυση. 

Αν η μαρξιστική φιλοσοφία δεν έχει δικό τη αντικείμενο –αυτό είναι το επιχείρημα- τότε δεν είναι και αυτόνομη επιστήμη, επομένως, δεν χρειάζεται ν΄ ασχολείται κανείς μαζί της στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μια τέτοια επιχειρηματολογία θα ήταν ασφαλώς σωστή, αν η υπόθεση αυτή ήταν αληθής (στην περίπτωση της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι εντελώς εσφαλμένη και αστήρικτη). Μια επιστήμη η οποία δεν είναι σε θέση να καθορίσει το αντικείμενό της, δεν έχει δικαίωμα ύπαρξης, δεν είναι επιστήμη.

Αυτό φυσικά δεν πρέπει να κατανοηθεί μεταφυσικά. Το ζήτημα σχετικά με το αντικείμενο μιας επιστήμης δεν είναι μόνο συστημικό, αλλά και ιστορικό ζήτημα, έχει την ιστορία του. Όπως δείχνουν οι αλλαγές σχετικά με τα αντικείμενα των διάφορων επιστημών –και φυσικά της φιλοσοφίας-, δεν είναι δυνατό σε καμιά περίπτωση να δοθεί κατά κάποιο τρόπο μια οριστική εξαντλητική απάντηση στο ζήτημα που αφορά στο αντικείμενο. Για το μαρξιστή (φιλόσοφο) που έχει γνώση της διαλεκτικής του προτσές της γνώσης, αυτό δεν είναι κάτι το παράξενο, αλλά αυτονόητο. Ο επιστημονικός καθορισμός του αντικειμένου μιας επιστήμης είναι δυνατός μόνο πάνω στη βάση μιας επιστημονικής φιλοσοφίας, προϋποθέτει επομένως την ύπαρξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού. Αυτό σημαίνει αναφορικά με τις επιμέρους επιστήμες: το ζήτημα σχετικά με το αντικείμενο μιας επιστήμης αποτελεί πάντα και φιλοσοφικό πρόβλημα, όπως γενικά και όλα τα βασικά προβλήματα είναι επίσης πάντα και φιλοσοφικής φύσης, έχουν πάντα μια φιλοσοφική πλευρά, μια φιλοσοφική πτυχή. Καμιά επιμέρους επιστήμη δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς τη φιλοσοφία, ειδικά για τη λύση των βασικών ζητημάτων έχει ανάγκη τη φιλοσοφία. Οι βασικές κρίσεις αποτελούν σε τελική ανάλυση κρίσεις της φιλοσοφικής-κοσμοθεωρητικής βασικής αντίληψης, όπως έχει δείξει καθαρά η κρίση της σύγχρονης φυσικής.

Η αναγκαιότητα ύπαρξης της διαλεκτικής-υλιστικής φιλοσοφίας –η οποία απ΄ τη μεριά της μπόρεσε και έπρεπε να προκύψει μόνο πάνω σε μια συγκεκριμένη ιστορική βάση- κατά τον επιστημονικό καθορισμό του αντικειμένου κάθε επιστήμης προκύπτει απ΄ το γεγονός, ότι για αυτό είναι αναγκαία η διαλεκτική-υλιστική λύση των δυό πλευρών του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας.

Ποιο είναι, εντελώς γενικά, το αντικείμενο μιας επιστήμης; Τι εννοούμε όταν κάνουμε λόγο για το αντικείμενο μιας επιστήμης; Από τι εξαρτάται το αντικείμενο μιας επιστήμης, από τι καθορίζεται; Εναπόκειται στη θέλησή μας για το τι θέλουμε να κατανοήσουμε με την έννοια αντικείμενο μιας επιστήμης, πρόκειται δηλαδή ίσως για ένα ζήτημα συμφωνίας, σύμβασης; Ή υπάρχουν αντικειμενικές, ανεξάρτητες από τη συνείδηση και τη βούληση των επιστημόνων συνθήκες, οι οποίες καθορίζουν τα διάφορα αντικείμενα των διάφορων επιστημών; Υπάρχει ένας αντικειμενικός προσδιορισμός των αντικειμένων των διάφορων επιστημών;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά εξαρτάται από τη φιλοσοφική θέση από την οποία κανείς τα προσεγγίζει. Ο ιδεαλιστής αρνείται σε τελική ανάλυση, σύμφωνα με την απάντηση που δίνει στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, τον αντικειμενικό προσδιορισμό των αντικειμένων των επιστημών. Για τον ιδεαλιστή το αντικείμενο κάθε επιστήμης καθορίζεται υποκειμενικά. Εδώ ο ιδεαλισμός δίνει διάφορες απαντήσεις και αιτιολογήσεις, που σε τελική ανάλυση, όλες καταλήγουν στο ίδιο σημείο.

Για το διαλεκτικό υλισμό υπάρχει μόνο μια απάντηση. Σύμφωνα με τη διαλεκτική-υλιστική λύση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας, το αντικείμενο κάθε επιστήμης είναι ανεξάρτητο από τη συνείδηση και τη βούληση των επιστημόνων, καθορίζεται, με βάση την ουσία του, αντικειμενικά. Το αντικείμενο κάθε επιστήμης εξαρτάται από τις συνθήκες, των οποίων η ύπαρξη και ο χαρακτήρας δεν εξαρτάται από τους επιστήμονες, πολύ περισσότερο, σ΄ αυτό εναπόκειται να ερευνηθούν αυτές οι συνθήκες, ο αντικειμενικός προσδιορισμός των αντικειμένων των επιστημών και οι γνώσεις του να γονιμοποιηθούν προς το συμφέρον της περαιτέρω διαμόρφωσης και ανάπτυξης των επιστημών.

Η σχέση μεταξύ βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας και του ζητήματος σχετικά με το αντικείμενο τόσο των επιμέρους επιστημών όσο και της μαρξιστικής φιλοσοφίας, είναι προφανής. Η διαλεκτική-υλιστική απάντηση ότι το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας πρέπει να αποτελεί την αφετηρία κάθε έρευνας, θέτει ως στόχο τον καθορισμό του αντικειμένου της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Από δω είναι επίσης σαφές για ποιο λόγο η αστική φιλοσοφία δεν μπόρεσε να επιτύχει και δεν πρόκειται ποτέ να επιτύχει την επιστημονική λύση του ζητήματος που αφορά στο αντικείμενο της φιλοσοφίας.

Η φιλοσοφία είναι μια μορφή της κοινωνικής συνείδησης, επομένως αποτελεί προϊόν της ανθρώπινης νόησης. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι προέρχεται από το «καθαρό πνεύμα» και ότι έχει αποκλειστικά και μόνο υποκειμενική βάση. Το αντίθετο: Ο χαρακτήρας μιας φιλοσοφίας είναι αντικειμενικά περιορισμένος, εξαρτάται κυρίως από τις σχέσεις παραγωγής, από το επίπεδο της ανθρώπινης γνώσης γενικά (δηλαδή από το επίπεδο ανάπτυξης των επιμέρους επιστημών, τις τέχνες κτλ), από την κοινωνική θέση, τις προοπτικές ανάπτυξης και τα συμφέροντα της τάξης στην οποία χρησιμεύει αυτή η φιλοσοφία.

Η φιλοσοφία ως μορφή αντανάκλασης της αντικειμενικής πραγματικότητας αντανακλά το αντικείμενό της, ή ακριβέστερα –αυτό ισχύει για την προμαρξιστική και τη σημερινή μη μαρξιστική φιλοσοφία-, αυτό που οι φιλόσοφοι βλέπουν ως αντικείμενο της φιλοσοφίας. Εδώ κυριαρχεί μια περίπλοκη διαλεκτική μεταξύ της ταξικής αποστολής της φιλοσοφίας, τής από δω προκύπτουσας αντίληψης για το αντικείμενό της και του χαρακτήρα της φιλοσοφίας.

Το αντικείμενο της φιλοσοφίας μπορεί να είναι μόνο ένα. Όταν στη μη μαρξιστική φιλοσοφία βλέπονται από διάφορες φιλοσοφικές κατευθύνσεις, συστήματα και σχολές διάφορα αντικείμενα ως αντικείμενο της φιλοσοφίας, τότε αυτό αποτελεί απλά μια έκφραση ότι η μη μαρξιστική φιλοσοφία δεν είναι σε θέση να διακρίνει το πραγματικό, αντικειμενικά συγκεκριμένο αντικείμενο της φιλοσοφίας. Αυτό που κατανοήθηκε και κατανοείται κάθε φορά ως αντικείμενο της φιλοσοφίας έξω από τη μαρξιστική φιλοσοφία, έφερε και φέρει τη σφραγίδα της ταξικής και γνωσεωθεωρητικής στενότητας. Σε τελική ανάλυση, στην προμαρξιστική και στην αστική φιλοσοφία, η κατάσταση ήταν και παραμένει και σήμερα τέτοια, που ως αντικείμενο της φιλοσοφίας κηρύσσεται αυτό που μπορούσε να εξεταστεί στη βάση του εκάστοτε επιπέδου ανάπτυξης της ανθρώπινης νόησης και που έπρεπε να εξεταστεί στη βάση της εκάστοτε κατάστασης των τάξεων. Ο υποκειμενικός παράγοντας παίζει εδώ έναν σημαντικό ρόλο.

Μόνο στη μαρξιστική φιλοσοφία για πρώτη φορά συμφωνεί η αντικειμενική κοινωνική αποστολή της φιλοσοφίας με τις αντικειμενικές συνθήκες, οι οποίες καθορίζουν το αντικείμενο της φιλοσοφίας. Οι μαρξιστές (φιλόσοφοι) φιλοσοφούν, σε αντίθεση με άλλους ιδεαλιστές, καθώς και σε αντίθεση με τους προμαρξιστές υλιστές φιλόσοφους, πάνω στη βάση της επιστημονικής γνώσης του αντικειμένου της επιστήμης τους. Η αναπόσπαστη σχέση υλισμού και επιστήμης υπήρξε ανέκαθεν θέση κάθε πραγματικής επιστήμης. Ακόμη κι εκεί όπου αυτό δεν έγινε θεωρητικά παραδεκτό, εφαρμόστηκε το λιγότερο ασυνείδητα. Κάθε επιστήμη συνδέεται αναπόσπαστα με μια υλιστική στάση, ήδη από το γεγονός και μόνο ότι το αντικείμενο κάθε επιστήμης υπάρχει αντικειμενικά και πραγματικά, δηλαδή με βάση την ουσία του είναι καθορισμένο αντικειμενικά.


Η διαλεκτική γενικού-μερικού και το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

Γνωσεοθεωρητικός καθορισμός του αντικειμένου της επιστήμης σημαίνει, ότι το αντικείμενο της επιστήμης το οποίο υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση στον υπάρχων υλικό κόσμο, ασφαλώς δεν επαρκεί όσο αναγκαίο και αν είναι αρχικά αυτό. Ο καθορισμός αυτός δεν απαντά στο ερώτημα σχετικά με το αντικείμενο μιας συγκεκριμένης επιστήμης, για παράδειγμα της πολιτικής οικονομίας ή της φυσικής, και, μάλιστα, δεν επιτρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των αντικειμένων των επιμέρους επιστημών και του αντικειμένου της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Που βρίσκεται ο αντικειμενικός καθορισμός των αντικειμένων των συγκεκριμένων επιμέρους επιστημών και του αντικειμένου της μαρξιστικής φιλοσοφίας; Πως είναι γενικά δυνατές διαφορετικές επιστήμες με διαφορετικά αντικείμενα;

Το να απαντηθεί το ερώτημα σχετικά με το αντικείμενο μιας συγκεκριμένης επιστήμης, σημαίνει ότι πρέπει να γίνει διάκριση και οριοθέτηση αυτής της επιστήμης από τις άλλες επιστήμες και του αντικειμένου της από τα αντικείμενά τους χωρίς να διαρρηγνύεται η εσωτερική συνοχή του συστήματος των επιστημών, χωρίς να καταστρέφεται αυθαίρετα η φυσική τους συγγένεια. Καθορισμός του αντικειμένου μιας επιστήμης σημαίνει αποσαφήνιση της περίπλοκης φιλοσοφικής προβληματικής, της διαλεκτικής ενιαίου και διαφορετικού, της διαλεκτικής ενότητας και πολλαπλότητας, της διαλεκτικής γενικού και μερικού. Αυτό έγινε δυνατό μόνο με τη μαρξιστική διαλεκτική ως υλιστική διαλεκτική.

Αν εντελώς γενικά το αντικείμενο των επιστημών είναι ο υλικός κόσμος, τότε πρέπει να θεμελιώνεται η δυνατότητα ύπαρξης των επιμέρους επιστημών με τα διάφορα αντικείμενα στη δομή του ίδιου του υλικού κόσμου. Πως είναι επομένως φτιαγμένος ο υλικός εξωτερικός κόσμος, το αντικείμενο των επιστημών;

Οι επιμέρους επιστήμες και η μαρξιστική φιλοσοφία στην πάροδο της ανάπτυξής τους ανέλυσαν, διερεύνησαν τη δομή του κόσμου σε σημείο που να μπορεί να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημά μας. Τα πράγματα και τα φαινόμενα του κόσμου δεν υπάρχουν αποσπασμένα και απομονωμένα μεταξύ τους, ή το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά σε σχέση το ένα με το άλλο. Δεν σχηματίζουν ένα χαοτικό συνονθύλευμα στο οποίο κανένα πράγμα και κανένα φαινόμενο δεν έχει κάποια σχέση με άλλα πράγματα και φαινόμενα, αλλά το άπειρο πλήθος των πραγμάτων και των φαινομένων σχηματίζει ένα σύστημα σχέσεων και αλληλοσυνδέσεων, μια δομημένη ενότητα. Αυτή η ενότητα του κόσμου στην ουσία της είναι υλική. Η υλική ενότητα του κόσμου ή, εν συντομία, η υλικότητα του κόσμου, βρίσκεται στο ότι στον κόσμο, σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει τίποτα παρά η κινούμενη ύλη. «Στον κόσμο δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από την κινούμενη ύλη, και η κινούμενη ύλη δεν μπορεί να κινείται διαφορετικά παρά μέσα στο χώρο και στο χρόνο» [1]. Όλα τα πράγματα και τα φαινόμενα στον κόσμο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μορφές ύπαρξης, κατάστασης και προϊόντα εξέλιξης της ύλης.

Η μαρξιστική φιλοσοφία και οι σύγχρονες επιμέρους επιστήμες βλέπουν την υλική ενότητα του κόσμου, σε αντίθεση με τη μηχανιστική-μεταφυσική αντίληψη, όχι ως μια μηχανική, όχι ως νεκρή και άκαμπτη ενότητα, όχι ως ενιαία με την έννοια της ποιοτικής μη-διαφορετικότητας και ομοιομορφίας χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις, όχι ως ενότητα που θεμελιώνεται σε μια ποιοτικά ομοιογενή πρωταρχική ύλη. Η αντίληψη αυτή έχει ξεπεραστεί, δεν άντεξε στην προοδευτική βαθύτερη κατανόηση για τη δομή του κόσμου. Τα αποτελέσματα των σύγχρονων επιμέρους επιστημών και της μαρξιστικής φιλοσοφίας διέψευσαν τον μεταφυσικό-μηχανιστικό υλισμό. Η υλική ενότητα του κόσμου είναι η ενότητα της κινούμενης, μεταβαλλόμενης και αναπτυσσόμενης ύλης. Η υλική ενότητα του κόσμου συνίσταται στην πολλαπλότητα της ύλης.

Αυτό με άλλα λόγια σημαίνει: Δεν υπάρχει μια ενιαία, ουσιαστικά ομοιογενής πρωταρχική ύλη, δεν υπάρχει ύλη καθεαυτή, ύλη γενικά, αλλά στη πραγματικότητα υπάρχουν μόνο οι διαφορετικές, ποιοτικά και ποσοτικά συγκεκριμένες, ειδικές μορφές κίνησης της ύλης. Το σύνολο αυτών των μορφών κίνησης της ύλης αποτελεί στο χώρο και στο χρόνο τον άπειρο και, αναφορικά με τις δυνατότητες εξέλιξής του, ανεξάντλητο υλικό κόσμο. Η ύλη, η οποία διαρκώς μεταβάλλεται και αναπτύσσεται, γεννά πάντα νέες μορφές κίνησης και, επομένως, νέα πράγματα και φαινόμενα, νέες ιδιότητες, ποιότητες, σχέσεις και αλληλοσυνδέσεις. Αν πιάσει κανείς την άπειρη ποικιλία και πολλαπλότητα των μορφών κατάστασης και κίνησης της ύλης απ΄ τη σκοπιά τών σε πολύ μεγάλο βαθμό ποιοτικών διαφορών, τότε λαμβάνει μια σειρά από βασικές μορφές κίνησης της ύλης, μια σειρά ποιοτικών βαθμίδων του υλικού κόσμου οι οποίες έχουν τη δική τους ιδιαιτερότητα. Μια τέτοια ποιοτική βαθμίδα της ύλης περιλαμβάνει την αντίστοιχη τάξη των υλικών φαινομένων, τις σχέσεις μεταξύ τους και, επομένως, τις νομοτέλειες σύμφωνα με τις οποίες τα φαινόμενα αυτά αλλάζουν και αναπτύσσονται. Έτσι όμως υπάρχει ανά πάσα στιγμή μια αποδείξιμη δόμηση του κόσμου. Το σύμπαν είναι ένα άπειρο σύστημα στο χώρο και στο χρόνο, μια αλληλοσύνδεση συγκεκριμένων, ειδικών και, ως εκ τούτου, διαφορετικών μεταξύ τους μορφών κίνησης της ύλης. Αυτές δεν υπάρχουν φυσικά η μια δίπλα στην άλλη ή η μια πάνω απ΄ την άλλη, αλλά μεταβαίνουν η μια στην άλλη και αλληλοκαθορίζονται.

Για τις διάφορες βασικές μορφές κίνησης της ύλης επέστησε για πρώτη φορά την προσοχή ο Engels. Θα ξεφεύγαμε όμως απ΄ το στόχο της παρούσας μελέτης αν εξετάζαμε τις επιμέρους μορφές κίνησης της ύλης, τις οποίες αναφέρει ο Engels στο «Αντι-Ντίρινγκ», στη «Διαλεκτική της φύσης», στον «Λουδοβίκο Φόιερμπαχ» και στην «Αλληλογραφία» του.

Σημαντικό και ουσιαστικό όμως είναι σ΄ αυτό το πλαίσιο το γεγονός, ότι μεταξύ των διάφορων μορφών κίνησης της ύλης και των διάφορων επιστημών υπάρχει μια αλληλοσύνδεση, ότι στις διάφορες επιστήμες αντιστοιχούν διάφορες μορφές κίνησης της ύλης και αντίστροφα. Αυτή δεν είναι μια επιφανειακή, μεμονωμένη και προσωρινή αλληλοσύνδεση, αλλά μια εσωτερική, γενική, αναγκαία και ουσιαστική, επομένως, νομοτελειακή αλληλοσύνδεση.

Οι διάφορες επιστήμες εξετάζουν τις διάφορες μορφές κίνησης της ύλης και τις εγγενείς σ΄ αυτές νομοτέλειες. Ο Engels γράφει σχετικά μ΄ αυτό: «Κατάταξη των επιστημών, που καθεμιά τους αναλύει μια ειδική μορφή κίνησης, ή μια σειρά συγγενικών μορφών που μετατρέπονται αμοιβαία, είναι συνεπώς η κατάταξη, η τοποθέτηση αυτών των ίδιων των μορφών κίνησης, σύμφωνα με την εσωτερική τους διαδοχή και σ΄ αυτό βρίσκεται η σπουδαιότητά της» [2]. 

Στη βαθύτερη διαλεκτική δομή του υλικού κόσμου θεμελιώνεται επομένως η δυνατότητα και η αναγκαιότητα της ύπαρξης των διαφορετικών επιστημών με διαφορετικά αντικείμενα. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο υπάρχει επίσης η δυνατότητα και η αναγκαιότητα της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Μόνο επειδή η ύλη υπάρχει με τη μορφή διαφορετικών μορφών κίνησης, υπάρχει η δυνατότητα ύπαρξης διαφορετικών επιστημών, οι οποίες διακρίνονται μεταξύ τους κυρίως για το ότι έχουν ως αντικείμενο διαφορετικές μορφές κίνησης της ύλης.

Οι διαφορετικές επιμέρους επιστήμες ερευνούν τις διαφορετικές μορφές κίνησης της ύλης στην ιδιαιτερότητά τους. Αυτές έχουν το σε σύγκριση με το σύνολο των μορφών κίνησης μερικό, των εκάστοτε χωριστών μορφών κίνησης, ή αντίστοιχα της χωριστής ομάδας των μορφών κίνησης, ως αντικείμενο. Από δω προκύπτει ότι ο υλικός κόσμος και οι νομοτέλειες που προσιδιάζουν σ΄ αυτόν δεν μπορούν να αντανακλαστούν εξαντλητικά και ολοκληρωτικά στο σύνολό τους από τις επιμέρους επιστήμες, ακόμη ούτε και στο ασυμπτωτικό προτσές. Παραμένει πάντα ο κόσμος ως όλο, ως ενότητα διαφορετικών μορφών κίνησης με τις γενικές νομοτέλειες, των οποίων η κατανόηση και η αντανάκλαση μπορεί να είναι έργο μόνο της φιλοσοφίας, και, όπως φαίνεται, στην πράξη αποτελεί και πρέπει να αποτελεί αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας.

Ποιο είναι επομένως το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας; Τι δεν πιάνεται κατά τη διερεύνηση του κόσμου από τις επιμέρους επιστήμες, τι δεν εξετάζεται στα αντικείμενα των επιμέρους επιστημών;

Το κλειδί για την κατανόηση του αντικειμένου της μαρξιστικής φιλοσοφίας αποτελεί η βαθιά γνώση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ γενικού και μερικού, όπως αυτό υπάρχει αντικειμενικά και πραγματικά και αντανακλάται στην επιστημονική μας σκέψη. Η μεταφυσική μη κατανόηση ή παρανόηση ακριβώς αυτής της διαλεκτικής, ήταν και εξακολουθεί να αποτελεί, όχι τελευταία, μια ιδιαίτερα μεγάλη ανεπάρκεια για μερικούς φιλοσοφούντες επιστήμονες. Ο (νεο)θετικισμός απέτυχε και αποτυγχάνει, αν ειδωθεί θεωρητικά, ακριβώς στο να λύσει επιστημονικά αυτή την προβληματική.

Ο διαλεκτικός υλισμός, αντίθετα, ξεκινώντας από τη συνεπή υλιστική βασική του αντίληψη, κατόρθωσε να ρίξει φως σ΄ αυτές τις αλληλοσυνδέσεις, να αποκαλύψει την ουσία τους και να τις αξιοποιήσει για την επιστημονική σκέψη, καθώς και για τη θεωρητική και πρακτική συμπεριφορά. Το γενικό και το μερικό υπάρχουν αντικειμενικά και πραγματικά. Όμως δεν υπάρχουν χωριστά, απομονωμένα και μη διαμεσολαβημένα το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά μόνο σε μια αδιάσπαστη αλληλοσύνδεση, σε συνύπαρξη, διεισδύοντας το ένα στο άλλο και προϋποθέτοντας το ένα το άλλο. Στην αντικειμενική πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε ένα απόλυτα γενικό, ένα γενικό καθεαυτό, ούτε ένα απόλυτα μερικό, το οποίο βρίσκεται έξω από την αλληλοσύνδεση που οδηγεί στο γενικό. Ο Lenin, όπως είναι γνωστό, στο απόσπασμα «Σχετικά με το ζήτημα της διαλεκτικής», παρουσιάζει σε σύντομες, όμως ιδιαίτερα περιεκτικές προτάσεις, τη σχέση μεταξύ ξεχωριστού (ή ενικού), μερικού και γενικού. Εκεί αναφέρει: «Το ξεχωριστό δεν υπάρχει διαφορετικά παρά στη σύνδεση που οδηγεί στο γενικό. Το γενικό υπάρχει μόνο στο ξεχωριστό είναι (έτσι είτε αλλιώς) γενικό. Κάθε γενικό είναι (ένα μόριο ή μια πλευρά ή η ουσία) του ξεχωριστού. Κάθε γενικό αγκαλιάζει μόνο κατά προσέγγιση όλα τα ξεχωριστά αντικείμενα. Κάθε ξεχωριστό μπαίνει όχι ολόκληρο στο γενικό κτλ. κτλ. Κάθε ξεχωριστό συνδέεται με χιλιάδες περάσματα με άλλου είδους ξεχωριστά (πράγματα, φαινόμενα, προτσές) κτλ» [3].

Η συγκεκριμενοποίηση αυτών των βασικών αρχών από τον Lenin και η εφαρμογή τους στην προβληματική που αναπτύξαμε, δεν οδηγεί μόνο σε μια ορθή εκτίμηση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ μαρξιστικής φιλοσοφίας και επιμέρους επιστημών, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα και ένα βήμα για την επίλυση του ζητήματος σχετικά με το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας.

Το γενικό και το μερικό είναι σχετικές έννοιες. Όταν κάποιος κάνει λόγο ότι κάτι είναι γενικό και κάτι άλλο είναι μερικό, πρέπει να προσδιορίζει το διαρκώς υπάρχων αντικειμενικό σημείο αναφοράς από το οποίο ξεκινά. Διαφορετικά θα καταλήξει αναπόφευκτα στο σχετικισμό. Το μερικό είναι μερικό μόνο σε σχέση με το γενικό, σε σχέση με το ξεχωριστό/ενικό το μερικό, αντιθέτως, είναι γενικό. Από δω όμως προκύπτει ότι σ΄ έναν άπειρο κόσμο ευρισκόμενο μέσα στο χώρο και στο χρόνο, υπάρχουν άπειρα πολλές βαθμίδες του γενικού και άπειρα πολλές βαθμίδες του μερικού.

Μια μορφή του γενικού είναι η νομοτέλεια. Οι διάφορες επιστήμες έχουν αυτή τη μορφή του γενικού, το γενικό ως νομοτέλεια, για αντικείμενο. Εδώ, οι επιμέρους επιστήμες διαφέρουν αξιωματικά από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Διαφέρουν αναφορικά με το γενικό, αναφορικά με το χαρακτήρα των νομοτελειών, των οποίων καθήκον είναι η διερεύνησή τους. Το γενικό των επιμέρους επιστημών, συγκρινόμενο με αυτό της μαρξιστικής φιλοσοφίας, είναι ένα συγκεκριμένο, ειδικό γενικό, ένα γενικό κατώτερης βαθμίδας, δηλαδή, το γενικό των επιμέρους επιστημών αποτελεί μόνο το κοινό μιας συγκεκριμένης τάξης πραγμάτων και φαινομένων του υλικού κόσμου. Δεν είναι το κοινό όλων των πραγμάτων και φαινομένων του κόσμου γενικά. Το γενικό των επιμέρους επιστημών είναι κατά κάποιο τρόπο ένα «περιορισμένο» γενικό. Περιορισμένο –μέσα σε όρια- με την έννοια ότι οι πιο γενικές νομοτέλειες των επιμέρους επιστημών, αν ειδωθούν στην έκτασή τους, δεν υπερβαίνουν μια συγκεκριμένη, σχετικά καθορισμένη περιοχή του υλικού κόσμου, ότι εξαιτίας της ύπαρξης ειδικών συνθηκών, στη βάση των οποίων επιδρούν, έχουν ισχύ μόνο μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Αυτό είναι σαφές. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους νόμους που έχει ως αντικείμενο η πολιτική οικονομία. Η πολιτική οικονομία είναι η επιστήμη των νόμων της παραγωγής, της ανταλλαγής, της διανομής και της κατανάλωσης των υλικών αγαθών της κοινωνίας. Ή, εν συντομία: η επιστήμη των νόμων ανάπτυξης των σχέσεων παραγωγής. Αυτό όμως σημαίνει ότι οι νόμοι τους οποίους έχει ως αντικείμενο η πολιτική οικονομία, ισχύουν μόνο στη σφαίρα της ανθρώπινης κοινωνίας, δεν ισχύουν στη σφαίρα/περιοχή της φύσης. Στη φύση δεν μπορεί επομένως να γίνει λόγος για σχέσεις παραγωγής. Αλλά και στη σφαίρα της κοινωνίας λαμβάνει χώρα ένας περαιτέρω περιορισμός. Οι οικονομικοί νόμοι δεν περιλαμβάνουν όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά μόνο τα ειδικά οικονομικά φαινόμενα. Εκτός από τα φαινόμενα της παραγωγής υπάρχει ακόμη ένα ολόκληρο πλήθος άλλων κοινωνικών φαινομένων που υπόκεινται σε άλλους εξωοικονομικούς νόμους, τους οποίους πιάνουν άλλες κοινωνικές επιστήμες. Η πολιτική οικονομία εξετάζει επομένως μόνο μια πολύ συγκεκριμένη σφαίρα του υλικού κόσμου, συγκεκριμένα, την σφαίρα της κοινωνίας, και μέσα σ΄ αυτήν μόνο τους νόμους μιας πολύ συγκεκριμένης περιοχής, τους νόμους της οικονομικής της κοινωνίας.

Κάτι ανάλογο μπορεί να διαπιστώσει επίσης κανείς σε σχέση με τις άλλες επιμέρους επιστήμες. Αυτό μας δίνει το δικαίωμα για την ακόλουθη γενίκευση: Το αντικείμενο κάθε επιστήμης είναι ποιοτικά και ποσοτικά καθορισμένο. Ο ποιοτικός καθορισμός είναι εδώ το πιο αποφασιστικό, το κυρίαρχο, το γενικότερης σημασίας ζήτημα. Σε σχέση με τον ποσοτικό καθορισμό είναι πρωτεύων. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μορφή κίνησης της ύλης σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό της, είναι καθορισμένη εντός εαυτής και επομένως διαφορετική από τις άλλες μορφές κίνησης. Αυτός ο ειδικός αναφορικά με το περιεχόμενό του καθορισμός, είναι δοσμένος από την ειδική ποιότητα των υλικών αντικειμένων, τα οποία ανήκουν σε μια συγκεκριμένη μορφή κίνησης, από τον χαρακτήρα των νόμων στα οποία υπόκεινται αυτά τα αντικείμενα στην κίνηση και στην αλλαγή τους, στην αλληλεπίδρασή τους κτλ., και από την ιδιαιτερότητα των συνθηκών, στη βάση των οποίων επιδρούν αυτοί οι νόμοι. Η ειδική ποιότητα των υλικών αντικειμένων μιας μορφής κίνησης της ύλης καθορίζει το χαρακτήρα του νόμου αυτής της μορφής κίνησης και προσδιορίζει την περιοχή της ισχύος της. Αυτό όμως σημαίνει ότι ο ειδικός χαρακτήρας των υλικών αντικειμένων, των οποίων οι νόμοι κίνησης αποτελούν αντικείμενο μιας συγκεκριμένης επιστήμης, καθορίζει την περιοχή μελέτης του αντικειμένου αυτής της επιστήμης. Παραπέρα, καθορίζει τη δομή και τη μεθοδολογία αυτής της επιστήμης. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι καμιά επιστήμη δεν μπορεί να εγκαταλείψει την περιοχή μελέτης του αντικειμένου της, προσπαθώντας να λύσει επίσης προβλήματα κάποιας άλλης επιστήμης, χωρίς να καταλήξει σε σοβαρές δυσκολίες.

Εντελώς διαφορετική απ΄ ότι με το γενικό των επιμέρους επιστημών είναι η κατάσταση με το γενικό της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Το γενικό, που η μαρξιστική φιλοσοφία έχει ως αντικείμενο, δεν είναι περιορισμένο μέσα σε όρια. Είναι το κοινό όχι μόνο μιας συγκεκριμένης τάξης πραγμάτων και φαινομένων του κόσμου, αλλά όλων των πραγμάτων και φαινομένων του κόσμου γενικά. Αυτό έχει ως συνέπεια τον εντελώς διαφορετικό αφηρημένο χαρακτήρα της μαρξιστικής φιλοσοφίας σε αντίθεση με τις επιμέρους επιστήμες. Ποιοτικά αν ειδωθεί, η μαρξιστική φιλοσοφία έχει ως αντικείμενο όλο το σύμπαν, το άπειρο και ανεξάντλητο σύνολο των πραγμάτων και των φαινομένων του κόσμου. Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μην υπόκειται στις/στους νομοτέλειες/νόμους που ερευνά η μαρξιστική φιλοσοφία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι η μαρξιστική φιλοσοφία δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, ότι έχει ως αντικείμενο όλα τα αντικείμενα. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε σε τελικά ανάλυση όλες οι επιμέρους επιστήμες θα ήταν περιττές, ή για να ειπωθεί αλλιώς, η μαρξιστική φιλοσοφία θα συνέπιπτε απόλυτα με το σύνολο των επιμέρους επιστημών. Σε καμιά όμως απ΄ τις δυό αυτές περιπτώσεις δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας δεν είναι καθορισμένο μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, ασφαλώς όχι με τον τρόπο που είναι τα αντικείμενα των επιμέρους επιστημών. Δεν υπάρχει καμιά φιλοσοφική μορφή κίνησης της ύλης. Αν κατανοηθεί το ζήτημα μ΄ αυτή την έννοια, τότε φυσικά η μαρξιστική φιλοσοφία δεν έχει ένα ειδικό αντικείμενο. Δεν εξετάζει τους νόμους μιας μεμονωμένης μορφής κίνησης ή μιας σειράς μορφών κίνησης της ύλης. Ο ποιοτικός καθορισμός του αντικειμένου της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι αξιωματικά εντελώς διαφορετικός απ΄ ότι αυτός των επιμέρους επιστημών. Αν για την περίπτωση των επιμέρους επιστημών το αντικείμενο δίνεται με την ύπαρξη μορφών κίνησης της ύλης ιδιαίτερων, ειδικών και διαφορετικών από άλλες, στην περίπτωση της μαρξιστικής φιλοσοφίας το θεμέλιό της βρίσκεται στην υλική ενότητα του κόσμου. Από την υλική ενότητα του κόσμου, από το γεγονός ότι στον κόσμο δεν υπάρχει τίποτα παρά η κινούμενη ύλη και οι νόμοι της, προκύπτει η ύπαρξη νόμων, οι οποίοι σχετίζονται απεριόριστα με τον κόσμο στην ολότητά του και συνδέουν μεταξύ τους τις διαφορετικές ποιοτικές βαθμίδες του κόσμου. Αυτοί οι νόμοι δεν υπάρχουν εδώ καθαυτοί, αλλά πραγματοποιούνται συγκεκριμένα στους ειδικούς νόμους των συγκεκριμένων μορφών κίνησης της ύλης. Αντίστροφα, η ύπαρξη τέτοιων καθολικών νόμων αποτελεί έκφραση τού ότι όλα τα πράγματα και τα φαινόμενα του υλικού κόσμου αποτελούν μορφές ύπαρξης και προϊόντα εξέλιξης της ύλης. Χωρίς την ύπαρξη καθολικών νόμων θα ήταν αδύνατη η περαιτέρω διαλεκτική δομή του κόσμου όπως περιγράφτηκε πιο πάνω. Η ολότητα του κόσμου θα διασπώνταν σ΄ ένα άθροισμα μεμονωμένων, απόλυτα ανεξάρτητων μεταξύ τους, εντελώς απομονωμένων περιοχών. Αυτή όμως η μεταφυσική, πλουραλιστική αντίληψη για τον κόσμο έχει καταρριφθεί προ πολλού από τις σύγχρονες επιστήμες, συμπεριλαμβανομένου της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Η πολλαπλότητα και η ποικιλία των πραγμάτων και των φαινομένων του κόσμου δεν άρει την ενότητά του, αλλά, αντίστροφα, την προϋποθέτει.

Οι γενικοί νόμοι (νομοτέλειες), οι οποίοι θεμελιώνονται στην υλική ενότητα του κόσμου, ή καλύτερα, οι γενικοί νόμοι σχηματίζουν στο σύνολό τους το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Αυτό όμως δείχνει πόσο εσφαλμένες είναι οι προσπάθειες που γίνονται να περιορίσουν τη μαρξιστική φιλοσοφία στη γνωσιοθεωρία και την μεθοδολογία. Έτσι, το πραγματικό βασικό περιεχόμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας ως κοσμοθεωρίας καταστρέφεται.

Στο προτσές για την έρευνα του κόσμου διατυπώνονται από τους υποστηρικτές «θεωρητικούς μόνο-της-γνωσιοθεωρίας» -αν και αυτό γίνεται ασυνείδητα- ένα «πράγμα καθεαυτό», δημιουργείται μια σφαίρα η οποία καλύπτει και διατρέχει όλο το σύμπαν, που δεν αποτελεί αντικείμενο καμιάς επιστήμης. Αν οι επιμέρους επιστήμες, οι οποίες αποδεδειγμένα δεν μπορούν να έχουν ως αντικείμενο τους υπάρχοντες γενικούς νόμους του κόσμου χωρίς να χάσουν τον χαρακτήρα τους ως επιμέρους επιστήμες, και αν απ΄ την άλλη μεριά η μαρξιστική φιλοσοφία –όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές «θεωρητικοί μόνο-της-γνωσιοθεωρίας»- δεν έχει ως αντικείμενο τους γενικούς νόμους, τότε ποια επιστήμη θα πρέπει να τους έχει ως αντικείμενο, ποιος θα πρέπει να τους ερευνήσει και να τους αξιοποιήσει προς το συμφέρον της κοινωνικής προόδου; Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δώσουν μια απάντηση. Μέχρι σήμερα δεν το έχουν πράξει, ίσως επειδή ποτέ δεν ξεκαθάρισαν τις συνέπειες των αντιλήψεών τους. Αν οι υποστηρικτές «θεωρητικοί μόνο-της-γνωσιοθεωρίας» επιμένουν στη θέση τους, τότε υπάρχει η ακόλουθη εναλλακτική: Ή θα πρέπει να εφεύρουν μια άγνωστη έως τώρα επιστήμη, η οποία δεν θα ταυτίζεται με τη μαρξιστική φιλοσοφία και η οποία θα έχει ως αντικείμενο τους γενικούς νόμους (νομοτέλειες) του κόσμου, ή θα πρέπει να εφεύρουν μια άγνωστη έως τώρα επιστήμη, η οποία δεν θα ταυτίζεται με τη μαρξιστική φιλοσοφία και η οποία θα έχει ως αντικείμενο τις νομοτέλειες αυτές. Αυτές είναι οι συνέπειες τις οποίες δύσκολα μπορεί να αποφύγει κανείς από μια συζήτηση. 

Υπάρχει μια παλιά αλήθεια που επιβεβαιώνεται διαρκώς εκ νέου στην ιδεολογική ταξική πάλη: τα ζητήματα και τα προβλήματα, τα οποία δεν τα εξετάζει στον απαιτούμενο βαθμό η μαρξιστική φιλοσοφία, τα «επεξεργάζεται» με όλο και μεγαλύτερη δραστηριότητα η εκκλησία. Πρόκειται για πολύ σημαντικά κοσμοθεωρητικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα, τι είναι ελευθερία, τι είναι ουμανισμός, ποιο είναι το νόημα της ζωής κτλ.

Ο βαθμός γενίκευσης των νομοτελειών που έχει ως αντικείμενο η μαρξιστική φιλοσοφία, είναι διαφορετικός. Η θέση περί αδιάσπαστης σχέσης ύλης και κίνησης –μια από τις πιο θεμελιώδεις θέσεις της μαρξιστικής φιλοσοφίας- είναι αναμφισβήτητα πιο γενική απ΄ ότι η θέση περί αισθητηριακής και ορθολογικής βαθμίδας στο προτσές της γνώσης, ή η θέση ότι το κοινωνικό Είναι καθορίζει σε τελική ανάλυση την κοινωνική συνείδηση.

Το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας δεν σχηματίζουν γενικά οι γενικοί νόμοι του υλικού κόσμου, αλλά οι γενικοί νόμοι τριών μεγάλων περιοχών/πεδίων, συγκεκριμένα, της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης νόησης. Αυτό αναφέρθηκε ήδη από τον Engels στο «Αντι-Ντίρινγκ»: «Όμως, η διαλεκτική δεν είναι τίποτα παραπάνω από την επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης και της εξέλιξης της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της νόησης» [4]. Έτσι ο Engels προσδιόρισε με σαφήνεια το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας και το οριοθέτησε από τα αντικείμενα των επιμέρους επιστημών και από αυτό που θεωρούσε η μη μαρξιστική φιλοσοφία ως το αντικείμενο της φιλοσοφίας.

Όλες οι προσπάθειες να ερμηνευτούν διαφορετικά οι αντιλήψεις του Engels σχετικά με το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας, όπως πράττουν μερικοί «αντιδογματικοί», είναι αδικαιολόγητες, ακόμη και τότε που αυτές γίνονται υπό την επίκληση του ονόματός του. Η θέση του Engels στο ζήτημα αυτό είναι σαφής. Το ότι ο Engels δεν ήθελε να περιορίσει τη μαρξιστική φιλοσοφία στη γνωσιοθεωρία, αυτό το αποδεικνύει το συνολικό φιλοσοφικό του έργο που παρήγαγε ως συνιδρυτής της μαρξιστικής φιλοσοφίας.


Η μαρξιστική φιλοσοφία ως κοσμοθεωρία και το αντικείμενό της

Έχουμε δει με ποιο τρόπο τεκμηριώνεται στη διαλεκτική δομή του κόσμου η δυνατότητα μιας επιστήμης, η οποία έχει ως αντικείμενο τους γενικούς νόμους της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Αλλά από την ύπαρξη αυτών των νόμων δεν προκύπτει αναγκαστικά και η ύπαρξη μιας επιστήμης για αυτούς τους νόμους. Αυτό αποδεικνύει η ιστορία της φιλοσοφίας χιλιάδων χρόνων. Καμιά από τις προμαρξιστικές ή τις σημερινές μη μαρξιστικές φιλοσοφίες δεν είχε και δεν έχει συνειδητά ως αντικείμενο τους γενικούς νόμους εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Στο βαθμό που οι νόμοι αυτοί βρήκαν την αντανάκλασή τους στη μη μαρξιστική φιλοσοφία, αυτό συνέβη αυθόρμητα, όχι όμως επειδή έγινε αντιληπτό επιστημονικά το αντικείμενο της φιλοσοφίας. Αυτό έχει τόσο γνωσιοθεωρητικές όσο και –κυρίως- ταξικές αιτίες. Μόνο πάνω σε προλεταριακή ταξική βάση μπόρεσε να δημιουργηθεί η επιστημονική φιλοσοφία.

Το κοινωνικό καθήκον του προλεταριάτου, που προκύπτει από την ειδική ταξική θέση του, βρίσκεται στην εξάλειψη της ταξικής κοινωνίας, στην οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας, του κομμουνισμού και στην πραγματοποίηση των μεγάλων ουμανιστικών ιδεωδών της ειρήνης και του ανθρωπισμού. Η δημιουργία μιας τέτοιας κοινωνικής κατάστασης όμως, απαιτεί μια τεράστια επαναστατική ανατροπή του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων.

Για να μπορέσει να λάβει χώρα αυτή η ανατροπή, το προλεταριάτο χρειάζεται μια επιστημονική θεωρία, η οποία θα του δώσει πληροφορίες για την ουσία και την δομή του κόσμου, για την ουσία και την ιδιαίτερη ποιότητα του ανθρώπου, για τη θέση του απέναντι στον κόσμο και, τέλος, θα αναλύσει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Το προλεταριάτο χρειάζεται μια επιστημονική θεωρία, η οποία θα αποκαλύψει την προοπτική εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας και θα αποσαφηνίσει τις συνθήκες και τους παράγοντες που θα κάνουν δυνατό σε αυτό να εκπληρώσει το ιστορικό του καθήκον. Το επαναστατικό εργατικό κίνημα χρειάζεται μια κοσμοθεωρία, η οποία θα αντιστοιχεί και θα υπηρετεί τις ανάγκες και τα συμφέροντα των εργαζόμενων μαζών, που θα αποτελεί έκφραση των οραμάτων των ανθρώπων για μια καλύτερη ζωή, για ειρήνη, ευημερία και ευτυχία, που αναπτύχθηκαν στην πάροδο χιλιετηρίδων. Αυτή η κοσμοθεωρία του προλεταριάτου δεν μπορεί να είναι ένα δόγμα σωτηρίας ούτε και μια συνταγή περί ευτυχίας, αλλά στην ουσία της πρέπει να είναι επιστημονική.

Οι ιδρυτές της μαρξιστικής φιλοσοφίας αναγνώρισαν την αναγκαιότητα μιας επιστημονικής κοσμοθεωρίας, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί το επαναστατικό εργατικό κίνημα να φτάσει στο στόχο του. «Η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα» [5]. Και: «Η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς να άρει το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν μπορεί να αρθεί χωρίς να πραγματώσει τη φιλοσοφία» [6].

Οι κλασικοί της μαρξιστικής φιλοσοφίας με το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό δημιούργησαν αυτή την κοσμοθεωρία. Γενικά, πρέπει όμως να ειπωθεί ότι η έννοια «κοσμοθεωρία» δεν είναι σε αρκετούς σαφής. Έτσι για παράδειγμα γίνεται λόγος περί υλισμού και ιδεαλισμού ως κοσμοθεωρία, ή η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία χαρακτηρίζονται επίσης ως διαφορετικές κοσμοθεωρίες κτλ. Κατά τη χρήση της έννοιας κοσμοθεωρία πρέπει κανείς επομένως να οριοθετηθεί και να προσδιορίσει τί ακριβώς εννοεί. Εδώ ο όρος κοσμοθεωρία χρησιμοποιείται αποκλειστικά με την έννοια ότι κατά την επιστημονική κοσμοθεωρία –όπως λέει και η ονομασία- πρόκειται για μια αντανάκλαση του συνόλου του κόσμου, η οποία έχει αποκτηθεί στη βάση των επιστημών και έχει επιβεβαιωθεί στην κοινωνική πράξη. Η επιδίωξη να κατανοηθεί ο κόσμος ως ολότητα, χαρακτηρίζει κάθε κοσμοθεωρία σε σύγκριση με τις επιμέρους επιστήμες.

Ο κύριος σκοπός, το κύριο καθήκον, και, επομένως, το κύριο περιεχόμενο κάθε κοσμοθεωρίας, είναι να βρει μια απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο, σχετικά με την σχέση του προς τον κόσμο. Σε όλες τις περιπτώσεις πρόκειται σε τελική ανάλυση για το θέμα άνθρωπος και κόσμος, και εκεί, όπου ο κόσμος/το σύμπαν ταυτίζεται με τον Θεό, πρόκειται αντίστοιχα για το θέμα άνθρωπος και Θεός. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, γιατί κάθε κοσμοθεωρία είναι κοσμοθεωρία για τον άνθρωπο, ακριβέστερα, για μια συγκεκριμένη ομάδα, μια συγκεκριμένη τάξη ανθρώπων. Κάθε κοσμοθεωρία πρέπει να εκπληρώσει ένα κοινωνικό καθήκον. Στην ταξική κοινωνία αποτελεί έκφραση συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων και αναγκών και δημιουργείται για να βοηθήσει στην πραγμάτωση αυτών των συμφερόντων. Αυτό ισχύει σε απεριόριστο βαθμό και για τη μοναδική επιστημονική κοσμοθεωρία, τη μαρξιστική κοσμοθεωρία.

Τι προκύπτει όμως απ΄ το γεγονός ότι η μαρξιστική φιλοσοφία είναι πρωταρχικά κοσμοθεωρία, για την απάντηση του ερωτήματος αναφορικά με το αντικείμενό της;

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι για παράδειγμα ο αθεϊσμός της, δηλαδή η απόρριψη της θρησκείας, της πίστης σε υπερφυσικές δυνάμεις και οντότητες, σε έναν ή σε περισσότερους θεούς, σε έναν επέκεινα κόσμο κτλ. Η συνεπής επιστημονική-υλιστική τεκμηρίωση του αθεϊσμού λαμβάνει χώρα από δυό πλευρές, απ΄ την πλευρά των φυσικών επιστημών και από αυτή των κοινωνικών επιστημών. Στις βασικές μαρξιστικές θέσεις, πάνω στις οποίες θεμελιώνεται ο προλεταριακός αθεϊσμός, ανήκουν οι θέσεις περί υλικής ενότητας του κόσμου, περί αδιάσπαστης σχέσης ύλης και κίνησης, περί απειρότητας του κόσμου στο χώρο και στο χρόνο, περί ανεξάντλητης ύλης αναφορικά με τις δυνατότητες εξέλιξής της, περί του πρωτεύοντος της ύλης σε σχέση με τη συνείδηση κτλ. Αν παραιτηθεί κανείς από τις θέσεις αυτές, τότε η τεκμηρίωση του αθεϊσμού είναι αδύνατη. Ποιο χαρακτήρα όμως έχουν αυτές οι θεμελιώδεις θέσεις της μαρξιστικής φιλοσοφίας; Αναφέρονται εξ΄ ολοκλήρου στο σύνολο του κόσμου και δεν περιορίζονται σε μια ή σε μερικές μορφές κίνησης, σε μια ή σε περισσότερες μορφές της ύλης. Αποτελούν την έκφραση, την αντανάκλαση των νομοτελειών του κόσμου, εκείνων των νομοτελειών στις οποίες υπόκεινται χωρίς εξαίρεση όλα τα πράγματα και τα φαινόμενα του κόσμου.

Η μαρξιστική γνώση για παράδειγμα, ότι η ύλη και η κίνηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, ή, κάτι που σημαίνει το ίδιο, η γνώση ότι η κίνηση αποτελεί τρόπο ύπαρξης της ύλης, ότι δεν υπάρχει ύλη χωρίς κίνηση και κίνηση χωρίς ύλη, ισχύει ανεξαίρετα για όλα τα υλικά αντικείμενα και για κάθε ειδική μορφή κίνησης. Η νομοτελειακή αλληλοσύνδεση ύλης και κίνησης είναι μια καθολική υλική αλληλοσύνδεση. Η μαρξιστική φιλοσοφία πρέπει να εξετάσει αυτή την αλληλοσύνδεση, και την εξετάζει de facto, κάτι που δεν μπορεί να το φέρει σε πέρας καμιά επιμέρους επιστήμη. Αυτό φαίνεται ήδη απ΄ το γεγονός και μόνο ότι οι κατηγορίες ύλη και κίνηση είναι φιλοσοφικές κατηγορίες. Απ΄ τη σκοπιά των επιμέρους επιστημών οι κατηγορίες αυτές δεν μπορούν να αποκτηθούν. Επειδή κάθε επιμέρους επιστήμη έχει να κάνει σχέση μόνο με μια συγκεκριμένη τάξη υλικών αντικειμένων, δεν μπορεί από μόνη της να ερευνήσει την φιλοσοφική κατηγορία της ύλης, και επειδή κάθε φορά εξετάζει μόνο μια συγκεκριμένη μορφή κίνησης, δεν μπορεί να καταλήξει έτσι στη φιλοσοφική κατηγορία της κίνησης.

Κάθε γενικό δεν εισέρχεται όλο στο ξεχωριστό/ενικό. Η συγκεκριμένη ειδική τάξη υλικών αντικειμένων εκφράζει το κοινό που υπάρχει σε όλα τα υλικά αντικείμενα μόνο στην ιδιαίτερη μορφή της, αυτό όμως σημαίνει ότι το εκφράζει μόνο εν μέρει, μόνο ελλιπώς. Η εξέταση μιας ειδικής τάξης υλικών αντικειμένων δεν αρκεί για να αποκαλυφθεί το κοινό σε όλα τα υλικά αντικείμενα. Στην περίπτωση της έννοιας της ύλης η διαπίστωση αυτή αποδεικνύεται καθαρά από την ιστορία των επιστημών και της φιλοσοφίας. Η μηχανική-μεταφυσική έννοια της ύλης του 17ου και του 18ου αιώνα είχε εξαχθεί μόνο από τα αντικείμενα της κλασικής φυσικής. Αυτό είχε αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα τη γνωστή του μονομέρεια και στενότητα. Το ίδιο ισχύει αναλόγως και για την τότε έννοια της κίνησης.

Η διαλεκτική-υλιστική υπέρβαση αυτών των στενοτήτων έλαβε μεν χώρα πάνω στη βάση των αποτελεσμάτων των επιμέρους επιστημών, οι δηλωτικές προτάσεις όμως, για παράδειγμα του Engels και του Lenin σχετικά με την ύλη, δεν ήταν ούτε και είναι ταυτόσημες γενικά με αυτές των επιμέρους επιστημών. Ως μια περαιτέρω απόδειξη για το ότι οι επιμέρους επιστήμες από μόνες τους δεν μπορούν να φτάσουν στις φιλοσοφικές κατηγορίες, πρέπει να ειδωθεί και η προσπάθεια των σημερινών αστών φυσικών επιστημόνων να διατυπώσουν μια φυσικο-επιστημονική έννοια της ύλης, η οποία θα είναι ισότιμη με αυτή της φιλοσοφικής έννοιας της ύλης. Σε τελική ανάλυση η προσπάθεια αυτή έχει φυσικά και ταξικές αιτίες, δείχνει όμως επίσης ότι οι φυσικοί επιστήμονες όσο διάστημα παραμένουν μόνο στο έδαφος της επιστήμης τους, δεν μπορούν να κατανοήσουν την φιλοσοφική έννοια της ύλης.

Όπως ο προλεταριακός αθεϊσμός βασίζεται πάνω στις πιο γενικές νομοτέλειες της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης και δεν μπορεί να είναι καθεαυτό έργο των επιμέρους επιστημών, έτσι και οι επιμέρους επιστήμες δεν μπορούν από μόνες τους να απαντήσουν γενικά σε κανένα κοσμοθεωρητικό ερώτημα. Στα ερωτήματα και στα προβλήματα στα οποία οι εργαζόμενοι απαιτούν μια απάντηση, ανήκουν τέτοια ερωτήματα και προβλήματα όπως η σχέση ύλης και συνείδησης, η αντικειμενικότητα και η επιστημονικότητα, η ενότητα θεωρίας και πράξης, η ελευθερία και η αναγκαιότητα, η νομοτέλεια, η πρόοδος, ο ουμανισμός, το νόημα της ζωής κτλ. Η απάντηση όμως αυτών των ερωτημάτων είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση των γενικών νόμων και δεν μπορεί να επιτευχθεί απ΄ τη σκοπιά μιας επιμέρους ειδικής μορφής κίνησης της ύλης. Καμιά επιμέρους επιστήμη μέχρι σήμερα δεν έδωσε σ΄ αυτά τα ερωτήματα μια επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση. Τα ζητήματα αυτά ανήκουν εξ΄ ολοκλήρου στο αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Η μαρξιστική φιλοσοφία πρέπει να απαντήσει σ΄ αυτά τα ερωτήματα, και τα απαντά. Αυτό όμως σημαίνει ότι το αντικείμενό της δεν είναι ταυτόσημο με τα αντικείμενα των επιμέρους επιστημών, πηγαίνει πολύ πιο πέρα από αυτά. Η μαρξιστική φιλοσοφία έχει το δικό της αντικείμενο, και πρέπει να το έχει, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει την αποστολή της ως κοσμοθεωρία του προλεταριάτου. Το να εκπληρώσει αυτό το καθήκον δεν είναι ζήτημα θεωρίας, αλλά πρακτικό ζήτημα, και δεν μπορεί να υπάρξει σ΄ αυτό διαφωνία επειδή πρόκειται για ένα γεγονός.

Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό η μαρξιστική φιλοσοφία να αναπτυχθεί παραπέρα, να γίνει πιο συγκεκριμένη, οι γενικοί νόμοι της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης που αποτελούν το αντικείμενό της να ερευνηθούν ακόμη πιο βαθιά και πιο εκτεταμένα και οι αποκτηθείσες γνώσεις να εφαρμοστούν ακόμη πιο συνειδητά στη πάλη της εργατικής τάξης για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά και μετέπειτα στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες συνθήκες.


Η ενότητα υλισμού και διαλεκτικής

Παρ΄ όλο που στον αστικό υλισμό (για παράδειγμα στον Diderot) υπήρξαν προσεγγίσεις διαλεκτικής σκέψης, στην αστική φιλοσοφία ο υλισμός και η διαλεκτική σε τελική ανάλυση αναπτύχθηκαν χωριστά. Ο αστικός υλισμός ήταν ουσιαστικά μεταφυσικός, και η διαλεκτική αναπτύχθηκε στα όρια ιδεαλιστικών φιλοσοφικών συστημάτων. Μόνο στη μαρξιστική φιλοσοφία αλληλοδιεισδύουν ο υλισμός και η διαλεκτική, σ΄ αυτήν ο υλισμός εμπλουτίστηκε από τη διαλεκτική με τη «διδασκαλία της εξέλιξης στην πιο πλήρη, βαθιά κι απαλλαγμένη από κάθε μονομέρεια μορφή της, η διδασκαλία της σχετικότητας της ανθρώπινης γνώσης που μας δίνει μια αντανάκλαση της αιώνια εξελισσόμενης ύλης» [7]. Στη μαρξιστική φιλοσοφία ο υλισμός είναι διαλεκτικός και η διαλεκτική είναι υλιστική. Ο χαρακτηρισμός «διαλεκτικός υλισμός» εκφράζει επομένως ακριβώς την ουσία αυτής της φιλοσοφίας και ταυτόχρονα τη βασική διαφορά της με τη συνολική προμαρξιστική καθώς και τη σημερινή αστική φιλοσοφία. Χωρίς διαλεκτική δεν υπάρχει συνεπής υλισμός. Υλισμός σημαίνει βασικά, ο πραγματικός κόσμος –η φύση και η κοινωνία- να γίνεται έτσι κατανοητός όπως αυτός υπάρχει πραγματικά και να ερμηνεύεται με βάση τον ίδιο.

Αυτό όμως είναι δυνατό τότε μόνο, όταν αποδεικνύεται ότι η κίνηση και η ανάπτυξη στον κόσμο είναι αυτοκίνηση και αυτοανάπτυξη. Ακριβώς αυτό το πρόβλημα λύνει η υλιστική διαλεκτική. Η συνεπής υλιστική θέση απαιτεί επομένως τη διαλεκτική προσέγγιση του υλικού κόσμου και της αντανάκλασής του στη συνείδηση. Η υλιστική διαλεκτική διεισδύει στη συνολική μαρξιστική φιλοσοφία απ΄ την αρχή έως το τέλος. Όπως ο συνεπής υλισμός περιλαμβάνει τη διαλεκτική, έτσι και αντίστροφα η συνεπής υλοποίηση της διαλεκτικής αντίληψης του κόσμου έχει ως προϋπόθεση την υλιστική λύση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας. Μέσα στα ιδεαλιστικά φιλοσοφικά συστήματα η διαλεκτική υλοποιείται αναγκαστικά με ασυνέπεια. Η αντίληψη περί ανάπτυξης προσκρούει σε όρια τα οποία προκύπτουν από την ιδεαλιστική βασική αντίληψη. Αυτό φαίνεται για παράδειγμα στη φιλοσοφία του Hegel, ο οποίος ναι μεν απ΄ τη μια μεριά διαπίστωσε την καθολική, αιώνια κίνηση και ανάπτυξη, απ΄ την άλλη όμως ισχυρίστηκε ότι η ανάπτυξη συνολικά περατώνεται στην πρωσική μοναρχία και στο φιλοσοφικό του σύστημα. Η σωστή αντίληψη για την κίνηση σαν καθολική και αιώνια είναι δυνατή μόνο όταν η κίνηση κατανοείται ως τρόπος ύπαρξης της ύλης. Η αντικειμενική βάση για την ενότητα υλισμού και διαλεκτικής στη μαρξιστική φιλοσοφία είναι η αναπόσπαστη ενότητα ύλης και κίνησης.

Στη μαρξιστική φιλοσοφία ο υλισμός και η διαλεκτική στην ενότητά τους είναι τόσο θεωρία όσο και μέθοδος. Θα ήταν λάθος να κατανοηθεί ο υλισμός μόνο ως φιλοσοφική θεωρία όχι όμως και ως μέθοδος, και η διαλεκτική να κατανοηθεί μόνο ως φιλοσοφική μέθοδος όχι όμως και ως θεωρία. Η θεωρία ερμηνεύει τα αντικείμενα, τις αλληλοσυνδέσεις και τα προτσές όπως υπάρχουν πραγματικά, αποκαλύπτει την ουσία τους και τους νόμους σύμφωνα με τους οποίους κινούνται και αναπτύσσονται. Η φιλοσοφική θεωρία ερευνά τη σχέση μεταξύ ύλης και συνείδησης και –ξεκινώντας από τη διαλεκτική-υλιστική απάντηση στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας και συγκεκριμενοποιώντας αυτή την απάντηση- τους γενικούς νόμους κίνησης και ανάπτυξης του υλικού κόσμου και της νόησης. Η μέθοδος είναι ένα σύστημα κανόνων και αρχών, που καθορίζουν τις πράξεις ή τις ενέργειες των ανθρώπων, οι οποίες ξεκινούν από δεδομένες συνθήκες και οδηγούν σ΄ ένα συγκεκριμένο στόχο, στη γνώση της πραγματικότητας και στην αλλαγή της. Η μέθοδος πρέπει να οδηγεί στη γνωστική δραστηριότητα και στην πρακτική δράση με τέτοιο τρόπο, που να συμφωνεί με τους νόμους του υλικού κόσμου και της νόησης. Η μέθοδος πρέπει επομένως να βασίζεται στη γνώση των νόμων, δηλαδή στην αντίστοιχη θεωρία. Οι νόμοι και οι κατηγορίες της θεωρίας μετασχηματίζονται στη μέθοδο σε κανόνες και αρχές της γνωστικής δραστηριότητας και της πρακτικής δράσης. Η αξία της μεθόδου είναι επομένως τόσο πιο μεγάλη όσο με μεγαλύτερη ακρίβεια αντανακλά την πραγματικότητα η οποία αποτελεί τη βάση της θεωρίας.


Υλιστική αντίληψη της Ιστορίας

Η μαρξιστική θεωρία ως συνεπής υλισμός κατανοεί επίσης την κοινωνική ζωή υλιστικά. Οι φιλόσοφοι πριν από τον Marx δεν κατόρθωσαν να κατανοήσουν την κοινωνική ζωή υλιστικά λόγω ταξικών και θεωρητικών αιτιών. Θεωρούσαν τις ιδέες, από τις οποίες οδηγούνται οι άνθρωποι στην ιστορική τους δράση, ως τον τελικά καθοριστικό παράγοντα της Ιστορίας. Οι παλιότερες θεωρίες για την Ιστορία, γράφει ο Lenin, «στην καλύτερη περίπτωση εξέταζαν μόνο τα ιδεολογικά κίνητρα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων και δεν ερευνούσαν τί είναι εκείνο που γεννά αυτά τα κίνητρα, δεν συλλαμβάνανε την αντικειμενική νομοτέλεια της ανάπτυξης του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων…» [8].

Την Ιστορία τους την κάνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι. Πως καθορίζονται όμως τα κίνητρα των ανθρώπων, όχι των μεμονωμένων αλλά της μάζας των ανθρώπων; Με ποιο τρόπο παράγονται οι αντίθετες ιδέες και επιδιώξεις; Πως προκύπτει η σύγκρουσή τους; Το ζήτημα αυτό το έλυσαν οι Marx και Engels, οι οποίοι –ξεκινώντας από τα συμφέροντα της απελευθερωτικής πάλης του προλεταριάτου- επέκτειναν τον υλισμό πάνω στην κοινωνία, τεκμηριώνοντας την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας. Τα ιστορικά γεγονότα, κυρίως το ότι στις δεκαετίες του 1830 και 1840 τέθηκε στο προσκήνιο της Ιστορίας των πιο προοδευμένων χωρών της Ευρώπης η ταξική πάλη μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης, στο βαθμό τού πως αναπτύχθηκε η μεγάλη βιομηχανία και η πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, υποχρέωσαν τον Marx και τον Engels να εξετάσουν «ολόκληρη την ιστορία από την αρχή. Και τότε διαπιστώθηκε πως όλη η ως τα τώρα ιστορία, με εξαίρεση τα πρωτόγονα στάδια, είναι ιστορία ταξικών αγώνων και πως οι αντιμαχόμενες αυτές κοινωνικές τάξεις αποτελούν κάθε φορά το προϊόν των σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγής, με μια λέξη των οικονομικών σχέσεων κάθε εποχής. Κατά συνέπεια, η οικονομική δομή της κοινωνίας αποτελεί κάθε φορά την πραγματική βάση, από την οποία μπορούμε να εξηγήσουμε ολόκληρο το εποικοδόμημα από τους νομικούς και πολιτικούς θεσμούς, καθώς και τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και τις διάφορες άλλες ιδέες της δεδομένης ιστορικής περιόδου. […] Τώρα όμως ο ιδεαλισμός διώχτηκε και από το τελευταίο του καταφύγιο, από την αντίληψη για την ιστορία, και άνοιξε ο δρόμος για να εξηγήσουμε τη συνείδηση των ανθρώπων απ΄ το Είναι τους, αντί να εξηγούμε το Είναι τους από τη συνείδησή τους, όπως γινόταν ως τώρα» [9]. 

Την εσωτερική συνάφεια μεταξύ υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας και υλιστικής διαλεκτικής την υπογραμμίζει ο Engels: «Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας και η ειδική εφαρμογή της στη σύγχρονη ταξική πάλη μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης ήταν δυνατή μόνο μέσω της διαλεκτικής» [10].

Η υλιστική αντίληψη της Ιστορίας αποκαλύπτει τη διαλεκτική του ιστορικού προτσές, τεκμηριώνει τη θέση ότι στην Ιστορία της κοινωνίας οι κατώτεροι οικονομικοί σχηματισμοί αντικαθίστανται νομοτελειακά από ανώτερους, οδηγώντας στη βαθύτερη κατανόηση της ιστορικής αναγκαιότητας της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του κομμουνιστικού κοινωνικού σχηματισμού.

Χωρίς την αναγνώριση των γενικών νόμων της ανάπτυξης του ιστορικού προτσές, δεν μπορεί να υπάρξει και αναγνώριση των γενικών νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Οι θεωρίες για την Ιστορία πριν από τον Marx δεν εξέταζαν πώς προκαλούνταν τα ιδεολογικά κίνητρα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων, κάτι που εξαρτιόνταν επίσης απ΄ το ότι «δεν έπαιρναν υπόψη τους τη δράση ακριβώς των μαζών του πληθυσμού». Ο Marx, αντίθετα, εξέτασε «όλες τις αντιφατικές τάσεις στο σύνολό τους, ανάγοντάς τες στους όρους ζωής και παραγωγής των διαφόρων τάξεων της κοινωνίας» [11]. Η υλιστική αντίληψη της Ιστορίας στην πάλη των τάξεων αποκαλύπτει την κινητήρια δύναμη όλης της Ιστορίας στους ανταγωνιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Η υλιστική και διαλεκτική ανάλυση της Ιστορίας κατέληξε στη γνώση ότι οι τάξεις και η ταξική πάλη είναι ιστορικά φαινόμενα που συνδέονται μόνο με συγκεκριμένες βαθμίδες ανάπτυξης της υλικής παραγωγής, ότι ο καπιταλισμός είναι η τελευταία εκμεταλλευτική κοινωνία στην Ιστορία της ανθρωπότητας, ότι η ταξική πάλη του προλεταριάτου οδηγεί απαραίτητα στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.


Μαρξιστική φιλοσοφία και επιστήμες

Μεταξύ της μαρξιστικής φιλοσοφίας και των επιμέρους επιστημών υπάρχουν στενές, αμοιβαίες σχέσεις. Αντικειμενική τους βάση είναι η σχέση μεταξύ των νόμων οι οποίοι σχηματίζουν το αντικείμενο των επιμέρους επιστημών, και των γενικών, καθολικών νόμων οι οποίοι ισχύουν για όλα τα προτσές κίνησης και ανάπτυξης που αποτελούν αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Οι γενικοί νόμοι της κίνησης και της ανάπτυξης δεν επιδρούν ξεχωριστά από τους άλλους νόμους, δεν έχουν μια ιδιαίτερη σφαίρα επίδρασης έξω από αυτή των άλλων νόμων.

Η μαρξιστική φιλοσοφία, αναφορικά με τις επιμέρους επιστήμες, θέτει ως καθήκον της την γενίκευση των αποτελεσμάτων της συνολικής ιστορίας της γνώσης, η οποία επιτυγχάνεται από τις επιστήμες αυτές για την πραγματικότητα, μαζί με τα αποτελέσματα της πρακτικής αλλαγής του κόσμου, και τη διατύπωση των γενικών και καθολικών νόμων της κίνησης και της ανάπτυξης του υλικού κόσμου και της νόησης.

Μια άλλη πλευρά αυτής της αλληλεξάρτησης βρίσκεται στο ότι ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός αποτελεί το φιλοσοφικό-κοσμοθεωρητικό, γνωσιοθεωρητικό και μεθοδολογικό θεμέλιο για τις φυσικές, τις τεχνικές και τις κοινωνικές επιστήμες. Στο προτσές της περαιτέρω ανάπτυξης των επιστημών, το οποίο χαρακτηρίζεται από την αυξανόμενη διαφοροποίηση των πεδίων γνώσης και ταυτόχρονα από την όλο και πιο ισχυρή οδόντωση και ενσωμάτωσή τους, ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός έχει μια σημαντική λειτουργία ενσωμάτωσης, ακριβώς για το λόγο ότι παρέχει φιλοσοφικές γνώσεις για το σύνολο του κόσμου και αποδεικνύει ότι η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του, ότι εξετάζει τους γενικούς νόμους κίνησης και ανάπτυξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης.

Η μαρξιστική φιλοσοφία προσανατολίζει τις επιμέρους επιστήμες στο να ερευνήσουν την υλική πραγματικότητα και την αντανάκλασή της στη συνείδηση των ανθρώπων στην αλλαγή τους, στην εξέλιξή τους, στην αντιφατικότητά τους. Όσο πιο βαθιά πιάνουν οι επιμέρους επιστήμες τον διαλεκτικό χαρακτήρα των αλληλοσυνδέσεων και των προτσές, τόσο πιο πολύ προχωρούν από την εμπειρική παρατήρηση στη θεωρητική γνώση της πραγματικότητας, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η εφαρμογή της υλιστικής διαλεκτικής ως μέθοδος σκέψης. Ορθή θεωρητική σκέψη είναι πάντα διαλεκτική σκέψη. «Όμως σήμερα», γράφει ο Engels, «η σπουδαιότερη μορφή σκέψης για τις φυσικές επιστήμες είναι ακριβώς η διαλεκτική, γιατί μόνο αυτή μπορεί να δώσει το ανάλογο και κατά συνέπεια τη μέθοδο ερμηνείας για τις εξελικτικές διαδικασίες που συμβαίνουν στη φύση, για την αλληλοσύνδεση γενικά και για τη μετάβαση από μια περιοχή έρευνας στην άλλη» [12]. 

Η σημασία της επιστημονικής, της μαρξιστικής φιλοσοφίας για όλες τις επιστήμες γίνεται φανερή απ΄ το ότι οι εκπρόσωποί τους χρησιμοποιούν φιλοσοφικούς νοητικούς καθορισμούς, φιλοσοφικές έννοιες, όπως για παράδειγμα τις έννοιες ύλη, κίνηση, ανάπτυξη/εξέλιξη, νόμος, αναγκαιότητα, ουσία, περιεχόμενο, μορφή, γνώση, αλήθεια κτλ. Όλοι τους χρησιμοποιούν μεθόδους όπως ανάλυση και σύνθεση, επαγωγή και παραγωγή, αναγωγή, εξιδανίκευση, μοντελοποίηση κτλ, όπου εδώ οι έννοιες αυτές και οι μέθοδοι είτε είναι τεκμηριωμένες υλιστικά-διαλεκτικά είτε όμως μπορεί να είναι επηρεασμένες από τον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική.

Ιδιαίτερη σημασία για τις επιστήμες έχει και η ευρετική λειτουργία της φιλοσοφίας. Κατά την επεξεργασία νέων θεωριών, στην προσπάθεια να κατανοηθούν βασικές αλληλοσυνδέσεις στη φύση ή στη κοινωνία με θεωρητικό-συστηματικό τρόπο, μολονότι δεν είναι ακόμη γνωστές όλες οι αναγκαίες συνθήκες, τα γεγονότα κτλ, «κάθε φορά χρειάζεται να συμπληρώσει η λογική αυστηρότητα την ατέλεια των γνώσεων» [13]. Για αυτή τη «λογική αυστηρότητα» είναι απαραίτητη η γνώση του φιλοσοφικού, του υλιστικού-διαλεκτικού τρόπου σκέψης.

Φυσικά οι επιστήμονες φτάνουν επίσης σε θετικά αποτελέσματα χωρίς να εφαρμόζουν συνειδητά τη διαλεκτική μέθοδο. Ανεξάρτητα όμως απ΄ το ότι συχνά αυτά συνδέονται με παρακάμψεις και εσφαλμένους δρόμους, υπάρχει σημαντική διαφορά στο αν φτάνει κανείς στο διαλεκτικό τρόπο σκέψης, «εφόσον αναγκαστεί σε κάτι τέτοιο από τα δεδομένα των φυσικών επιστημών, τα οποία συσσωρεύονται», ή στο αν «την αποκτήσει κανείς πιο εύκολα, αν πλησιάσει το διαλεκτικό χαρακτήρα αυτών των δεδομένων με τη συνείδηση των νόμων της διαλεκτικής σκέψης» [14]. Αυτό γίνεται εμφανές ιδιαίτερα σε περιόδους βαθιών αλλαγών στις επιστήμες, όταν τα νεο-ανακαλυπτόμενα γεγονότα αναγκάζουν στον επανέλεγχο βασικών εννοιών και ολόκληρων θεωριών. Γίνεται επίσης φανερό κατά τη γέννηση νέων επιστημών στο προτσές διαφοροποίησης και συνύφανσης ή ενσωμάτωσης των επιστημών. Σε τέτοιες καταστάσεις εμφανίζεται ανοιχτά η αναγκαιότητα ασχολίας με τις κοσμοθεωρητικές, γνωσιοθεωρητικές και μεθοδολογικές βάσεις των επιστημών. Ο Lenin έγραψε αναφορικά μ΄ αυτό: «… οι φυσικές επιστήμες προοδεύουν τόσο γοργά, περνούν μια τέτοια βαθιά επαναστατική αλλαγή σε όλους τους τομείς, που χωρίς φιλοσοφικά συμπεράσματα οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να προχωρήσουν σε καμιά περίπτωση» [15].

Η σημασία της φιλοσοφικές μεθόδου βρίσκεται στο ότι είναι καθολική: Δείχνει το γενικό δρόμο της γνώσης σε όλα τα πεδία της έρευνας. Δεν αποτελεί όμως ένα σχήμα για την κατασκευή θεωριών. Για να είναι σε θέση κανείς να την εφαρμόσει εξειδικευμένα και επιτυχημένα, πρέπει να συλλέξει δεδομένα στον εκάστοτε τομέα ερευνών και να τα μελετήσει λεπτομερώς. Για το λόγο αυτό κάθε επιστήμη αναπτύσσει τις δικές της ειδικές ερευνητικές μεθόδους, οι οποίες είναι κατάλληλες στον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτού του ερευνητικού αντικειμένου. Η διαλεκτική δεν αντικαθιστά αυτές τις μεθόδους, αλλά αποτελεί την γενική βάση αυτών των ειδικών μεθόδων.

Η εφαρμογή της υλιστικής διαλεκτικής στους διάφορους τομείς αποτελεί μια πραγματικά δημιουργική μέθοδο. Δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει το μερικό χωρίς να έχει συλλάβει το γενικό. Ο Lenin τόνιζε ότι καθένας που προσεγγίζει τα ειδικά ζητήματα, χωρίς προηγουμένως να έχει λύσει τα γενικά, αναπόφευκτα σε κάθε βήμα, χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει, θα σκοντάφτει σ΄ αυτά τα ζητήματα. Κατά παρόμοιο τρόπο εκφράστηκαν επίσης οι Albert Einstein, Max Planck, Max Born και πολλοί άλλοι επιφανείς φυσικοί επιστήμονες οι οποίοι διαπίστωναν ότι η κοσμοθεωρία του ερευνητή καθορίζει την κατεύθυνση της δουλειάς του, ενώ παράλληλα αποδοκίμαζαν το χωρισμό φιλοσοφίας και επιμέρους επιστημών που προπαγάνδιζε η αστική ιδεολογία.

Αυτό που, τέλος, πρέπει να τονιστεί, είναι ότι επειδή η κοινωνική πράξη αναπτύσσεται και θέτει νέα προβλήματα, είναι αναγκαίο και η μαρξιστική φιλοσοφία να αναπτύσσεται διαρκώς.
_______

Σημειώσεις

[1] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα, τόμ. 18, σ. 184/185

[2] Φρίντριχ Ένγκελς: Διαλεκτική της φύσης, σ. 227, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008.

[3] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με το ζήτημα της διαλεκτικής, Άπαντα, τόμ. 29, σ. 318.

[4] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 182, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006.

[5] Καρλ Μαρξ: Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου, σ. 30, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978.

[6] Ό.π. Από μια αντιπαραβολή με το γερμανικό πρωτότυπο (βλ. MEW 1, σ. 391), προκύπτει ότι η ελληνική μετάφραση του γερμανικού ρήματος «aufheben» ως «εξαλείφω», είναι εσφαλμένη. Η σωστή απόδοση είναι «αίρω».

[7] Β. Ι. Λένιν: Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του μαρξισμού, Άπαντα, τόμ. 23, σ. 42.

[8] Β. Ι. Λένιν: Καρλ Μαρξ, Άπαντα, τόμ. 26, σ. 57.

[9] Φρίντριχ Ένγκελς: Σοσιαλισμός, ουτοπικός και επιστημονικός, σ. 112/113, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2006.

[10] F. Engels: Die Entwicklung des Sozialismus von der Utopie zur Wissenschaft. Vorwort zur ersten Auflage [in deutscher Sprache (1882)], Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 19, σ. 187/188

[11] Β. Ι. Λένιν: Καρλ Μαρξ, σ. 57.

[12] Φρίντριχ Ένγκελς: Διαλεκτική της φύσης, σ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008.

[13] Όπ., σ. 19.

[14] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 18.

[15] Β. Ι. Λένιν: Για τη σημασία του μαχόμενου υλισμού, Άπαντα, τόμ. 45, σ. 31.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.