Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Ιστορίες του κ. Κόϋνερ



Η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής

Οι «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» γράφτηκαν από τον Μπρεχτ κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου 30 χρόνων. Το κέντρο βάρους της δουλειάς αυτής βρίσκεται στη δεκαετία του 1920. Σ’ αυτά τα μικρά κείμενα (87 συνολικά) ο Μπρεχτ προσπάθησε ν’ αναπτύξει ένα σύντομο μοντέλο πεζού λόγου, με τη βοήθεια του οποίου μπορούν να πραγματευτούν ζητήματα που αφορούν στη συμπεριφορά ενταγμένη μέσα σ’ ένα πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο καθώς και προβλήματα γνωσιοθεωρίας. Οι «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» δεν πρέπει επομένως να διαβαστούν ως μικρά αφηγήματα, αλλά σύμφωνα με την πρόθεση του Μπρεχτ, ως φιλοσοφικά κείμενα. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται οι έννοιες της «αλλαγής» και της «ενεργητικής παρέμβασης» (ΠΓ).

του Μπέρτολτ Μπρεχτ



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή


44. Προσβολή που την ανέχεσαι
1. Σοφή στους σοφούς είναι η στάση

45. Ο κ. Κ. οδηγεί αυτοκίνητο
2. Οργάνωση

46. Ο κ. Κ. και η ποίηση
3. Μέτρα ενάντια στη βία

47. Το ωροσκόπιο
4. Για τους φορείς της γνώσης

48. Παρεξήγηση
5. Αυτός που υπηρετεί το σκοπό του

49. Οι δυό οδηγοί
6. Μόχθος των καλών

50. Αίσθημα δικαιοσύνης
7. Η τέχνη του να μην εξαγοράζεις

51. Φιλική συμπεριφορά
8. Αγάπη για την πατρίδα (μίσος για τους πατριδολάτρες)

52. Ο κ. Κ. και η ζωγραφική της ανεψιάς του*
9. Και το κακό πράμα δεν είναι φτηνό

53. Ο κ. Κ. και οι σωματικές ασκήσεις
10. Πείνα

54. Οργή και συμβουλή
11. Πρόταση για την περίπτωση που δε θα προσέξουν την πρόταση

55. Δωροδοκία*
12. Πρωτοτυπία

56. Λάθος και πρόοδος*
13. Το ερώτημα αν υπάρχει Θεός

57. Να γνωρίζεις τους ανθρώπους*
14. Το δικαίωμα της αδυναμίας

58. Ο κ. Κ. και η παλίρροια*
15. Το αβοήθητο παιδί

59. Ο κ. Κ. και η ηθοποιός
16. Ο κ. Κ. και η φύση

60. Ο κ. Κ. και οι εφημερίδες*
17. Ερωτήματα που πείθουν

61. Για την προδοσία
18. Εμπιστοσύνη

62. Σχόλιο
19. Το ξαναντάμωμα

63. Η εξυπηρέτηση των συμφερόντων
20. Επιλογή από κτήνη

64. Οι δυό θυσίες
21. Μορφή και περιεχόμενο

65. Δείγμα καλής ζωής*
22. Κουβέντες

66. Για την αλήθεια*
23. Φιλοξενία

67. Αγάπη για ποιον;
24. Όταν ο κ. Κ. αγαπούσε έναν άνθρωπο

68. Ποιος γνωρίζει ποιον;
25. Η ενόχληση του να ζεις για το σήμερα

69. Το πιο καλό ύφος*
26. Επιτυχία

70. Ο κ. Κ. και ο γιατρός
27. Ο κ. Κ. και οι γάτες

71. Καλύτερα όμοιος παρά διαφορετικός*
28. Το αγαπημένο ζώο του κ. Κ.

72. Ο στοχαστής και ο κουτός μαθητής*
29. Η αρχαιότητα

73. Για τη στάση*
30. Μια καλή απάντηση

74. Σε τι ήταν ενάντιος ο κ. Κ.*
31. Ο έπαινος

75. Πως ν’ αντέχεις στο σίφουνα*
32. Δυό πολιτείες

76. Η αρρώστια του κ. Κ.*
33. Φιλική εξυπηρέτηση

77. Ακεραιότητα
34. Ο κ. Κ. σε ξένο σπίτι

78. Περίπτωση ενοχής*
35. Ο κ. Κ. και η συνέπεια

79. Ο ρόλος των συναισθημάτων
36. Η πατρότητα της σκέψης

80. Για τον νεαρό Κόϋνερ
37. Νομολογία

81. Πολυτέλεια*
38. Σωκράτης

82. Δούλος ή άρχοντας*
39. Ο απεσταλμένος

83. Μια αριστοκρατική στάση*
40. Το ένστικτο της ιδιοκτησίας

84. Η εξέλιξη των μεγαλουπόλεων*
41. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι

85. Για τα Συστήματα
42. Αναμονή

86. Αρχιτεκτονική
43. Ο απαραίτητος υπάλληλος
87. Κόμμα και μηχανισμός




ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Μπρεχτ αρχίζει να γράφει τις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» εκεί γύρω στο 1927, μια περίοδο σημαδιακή για την εξέλιξή του. Ένα χρόνο νωρίτερα κάποιο περιστατικό, που από πρώτη ματιά ίσως φανεί ασήμαντο, ένα είδος «εργατικό ατύχημα», όπως λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό «Κόσμος των Γραμμάτων», θα γίνει αφορμή για να κάνει την πιο αποφασιστική στροφή στη σταδιοδρομία του.

«Για ένα καινούριο θεατρικό έργο που έγραφα, λέει στη συνέντευξη ο Μπρεχτ, μου χρειάστηκε σαν φόντο το χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγου. Σκέφτηκα πως με μια έρευνα ανάμεσα στους ειδικούς θα μπορούσα να συγκεντρώσω τις πληροφορίες που χρειαζόμουν. Τα πράγματα ήρθαν αλλιώτικα. Κανένας, ούτε γνωστοί οικονομολόγοι, ούτε επιχειρηματίες (…) μπόρεσαν να μου εξηγήσουν ικανοποιητικά τη λειτουργία ενός χρηματιστηρίου εμπορευμάτων. Μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι αυτά που συνέβαιναν εκεί μέσα ήταν τελείως ανεξήγητα, που σημαίνει ότι ήταν ασύλληπτα από τη λογική, που σημαίνει πάλι ότι ήταν κοινώς παράλογα. Ο τρόπος που γινόταν η κατανομή του σιταριού στον κόσμο ήταν ακατανόητος».

Η διαπίστωση ότι φαινόμενα και διαδικασίες που σχετίζονται με την καθημερινή ζωή και την καθημερινή επιβίωση των ανθρώπων είναι ανεξήγητες, ασύλληπτες από τη λογική, και κατά συνέπεια παράλογες, θα «εξωθήσει» κατά κάποιο τρόπο τον Μπρεχτ στη μελέτη του μαρξισμού. Λέει παρακάτω στην ίδια συνέντευξη:

«Το έργο που προγραμμάτιζα δε γράφτηκε τελικά, αντί γι’ αυτό άρχισα να διαβάζω τον Μαρξ, κι έτσι διάβασα Μαρξ για πρώτη φορά. Τότε ζωντάνεψαν πραγματικά και οι δικές μου σκόρπιες πρακτικές εμπειρίες και εντυπώσεις».

Αυτή η σύνδεση του καθημερινού με την υλιστική θεωρία, η επιστράτευση του μαρξισμού για την κατανόηση, την ερμηνεία και, κυρίως, την αποκάλυψη του ακατανόητου και του κοινωνικά παράλογου στα καθημερινά γεγονότα, θ’ αποτελέσει από δω και πέρα ένα από τα σημεία αιχμής σ’ ολόκληρη την αντίληψη και τη μεθοδολογία του Μπρεχτ. Γιατί το ερώτημα, πως είναι δυνατό γεγονότα και καταστάσεις που τις συναντάμε κάθε μέρα γύρω μας, που τις θεωρούμε φυσικές και αυτονόητες, να είναι ανεξήγητες, αφύσικες και παράλογες δεν μπορεί ν’ απαντηθεί παρά μόνο με την επιστράτευση της μαρξιστικής διαλεκτικής. Στις αρχικές αυτές διαπιστώσεις θα στηρίξει ο Μπρεχτ, μερικά χρόνια αργότερα, ένα από τα κλειδιά της θεατρικής μεθοδολογίας του: το παραξένισμα. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι το παραξένισμα δεν είναι όρος θεατρικός αλλά φιλοσοφικός που ο Μπρεχτ τον μεταφέρει στο θέατρο. Όπως λέει ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Μπρεχτ, ο Μάνφρεντ Βέκβερτ: «Το παραξένισμα δεν είναι κατ’ αρχήν όρος της θεατρικής πρακτικής αλλά της φιλοσοφίας. Χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο τρόπο θεώρησης του κόσμου που πηγάζει από τον διαλεκτικό υλισμό. Ο κόσμος θεωρείται αναγνωρίσιμος ενόσω τον αναγνωρίζει κανείς μέσα στην κίνησή του». Το παραξένισμα επιδιώκει ν’ αποκαλύψει το κοινωνικά παράλογο, το αφύσικο σε φαινόμενα και καταστάσεις της καθημερινής ζωής που το αποξενωμένο, το αλλοτριωμένο μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία άτομο έχει συνηθίσει να τις αποδέχεται σαν φυσικές και οικείες. Η καθημερινότητα είναι αναπόσπαστο στοιχείο του παραξενίσματος, είναι μια από τις προϋποθέσεις του. Μόνο που το αφύσικο δεν το αποκαλύπτει επεξηγηματικά, δηλαδή εξηγώντας και αναλύοντας τα φαινόμενα, αλλά δηκτικά, δηλαδή με το ξάφνιασμα που πολλές φορές το πετυχαίνει τραβώντας το παράλογο φαινόμενο, μα και την αλλοτριωμένη ματιά του ατόμου, στην ακραία τους συνέπεια.

Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό ότι ο Μπρεχτ αρχίζει να γράφει τις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» αμέσως μετά την ανακάλυψη που κάνει για τη σύνδεση του μαρξισμού με τα καθημερινά γεγονότα. Γιατί οι ιστορίες αυτές έχουν έναν κοινό άξονα: δείχνουν τη συμπεριφορά του ατόμου, του κ. Κόϋνερ, απέναντι σε φαινόμενα της καθημερινής ζωής, και τις αντιδράσεις του απέναντι σε καθιερωμένες αντιλήψεις και καταστάσεις. Καθώς μάλιστα ο κ. Κόϋνερ τοποθετείται, από τη μια ιστορία στην άλλη μέσα σε μια διαφορετική κατάσταση, όλες οι ιστορίες μαζί συνθέτουν έναν κόσμο «εν κινήσει».

Βέβαια η καθημερινότητα δεν είναι ένα στοιχείο που μπαίνει στο έργο του Μπρεχτ μαζί με το μαρξισμό. Τη συναντάμε και νωρίτερα, ιδιαίτερα στην ποίησή του. Ένα μεγάλο μέρος από τα ποιήματα που περιέχονται στην πρώτη συλλογή του, «Το συναξάρι του Μπέρτολτ Μπρεχτ», βασίζονται ή πραγματεύονται γεγονότα από την καθημερινή ζωή και το περιβάλλον του. Το καινούριο και καθοριστικό στοιχείο που παρεμβαίνει στην καθημερινότητα μαζί με το μαρξισμό και μέσα από το μαρξισμό είναι η διαλεκτική. Η διαλεκτική είναι ο κρίκος που δένει τα καθημερινά γεγονότα με το μαρξισμό, την αποξένωση με το παραξένισμα. Στις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» η συμπεριφορά του ατόμου απέναντι στα καθημερινά γεγονότα δεν είναι μια οποιαδήποτε συμπεριφορά αλλά μια συμπεριφορά συγκεκριμένη, δηλαδή κοινωνικά προσδιορισμένη, που έχει στην αφετηρία της τη διαλεκτική και που εκφράζεται πρακτικά με τη στάση του ατόμου απέναντι στα γεγονότα και τα φαινόμενα. Η στάση αυτή, μαζί με τη μαρξιστική διαλεκτική που τη θεμελιώνει, τη φωτίζει και την εξηγεί, είναι εκείνες που συντελούν στην αναγωγή του καθημερινού γεγονότος σε ιστορικό γεγονός, που τοποθετούν το καθημερινό γεγονός μέσα στις κοινωνικές και τις ιστορικές διαστάσεις του. Στη «Μάνα Κουράγιο», λόγου χάρη, η γυρολόγισσα Άννα Φίρλινγκ δε συμμετέχει άμεσα στα πολιτικά γεγονότα γύρω από τον τριαντάχρονο πόλεμο, συμμετέχει μόνο στην καθημερινή τριβή του πολέμου. Ωστόσο η στάση της Άννας Φίρλινγκ απέναντι στα καθημερινά γεγονότα και η διαλεκτική θεμελίωση της στάσης αυτής δίνουν στα γεγονότα αυτά την ιστορική τους διάσταση: ιστορικό γεγονός δεν είναι μόνο ο τριαντάχρονος πόλεμος, ιστορικό γεγονός είναι και η συμπεριφορά της Άννας Φίρλινγκ που ενώ καταστρέφεται από τον πόλεμο δε μαθαίνει κι εξακολουθεί ως το τέλος να πιστεύει ότι ο πόλεμος είναι μια καλή ευκαιρία για τους μικρούς ανθρώπους να κερδίσουν λεφτά.

Έτσι το καθημερινό γεγονός υποβάλλεται σε μια σειρά από επεξεργασίες που έχουν στόχο ν’ αποκαλύψουν τον υποδειγματικό χαρακτήρα του. Η διαλεκτική έρχεται ν’ ανοίξει το δρόμο για τη διερεύνηση του γεγονότος από μαρξιστική σκοπιά. Το παραξένισμα έρχεται ν’ απαλλάξει το άτομο από την αλλοτριωμένη ματιά του και να το βοηθήσει να δει το γεγονός όχι σαν φυσικό, καθημερινό γεγονός, μα σαν κάτι αφύσικο, σαν αποτέλεσμα διαδικασιών που πηγάζουν από μια ταξική κοινωνία, δηλαδή παράλογο και αφύσικο στο βαθμό που η κυρίαρχη τάξη και η ιδεολογία της, σε μια ταξική κοινωνία, προκαθορίζουν το γεγονός και το κατευθύνουν. Έτσι το άτομο, απαλλαγμένο από την αλλοτριωμένη οπτική του μπορεί πια να τοποθετηθεί διαλεκτικά απέναντι στο γεγονός και η στάση που παίρνει συντελεί στην «ιστορικοποίηση» του γεγονότος, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Μπρεχτ, με την έννοια ότι το άτομο κρίνει και αξιολογεί το συγκεκριμένο γεγονός μέσα από τους νόμους και τη δυναμική μιας ταξικής κοινωνίας.

Ο Μπρεχτ ήταν πάνω απ’ όλα άνθρωπος του θεάτρου. Γι’ αυτό και τις απαντήσεις σε πολλά από τα ερωτήματα που θέτουν η ποίηση και η πεζογραφία του πρέπει να τις αναζητήσουμε στο θεωρητικό του έργο για το θέατρο. Αυτό εξηγεί ως ένα σημείο και τις παραπάνω παρατηρήσεις που σχετίζονται με τη θεατρική θεωρία και μεθοδολογία του Μπρεχτ. Ωστόσο εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι τα στοιχεία αυτά της θεατρικής μεθοδολογίας του τα βρίσκουμε πολλές φορές πρακτικά εφαρμοσμένα στην πεζογραφία του. Το παραξένισμα λόγου χάρη χρησιμοποιείται επανειλημμένα από τον Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ». Στην Ιστορία «Για τους φορείς της γνώσης», τα φυσικά προνόμια του φορέα της γνώσης παραξενίζονται με το να οδηγούνται στην ακραία τους συνέπεια, οπότε και αποκαλύπτεται το αφύσικο γεγονός, ότι δηλαδή σε μια ταξική κοινωνία αυτή καθαυτή η γνώση είναι ένα προνόμιο. Στην ιστορία «Επιλογή από κτήνη», αυτό που φαίνεται φυσικό σε όλους, ότι οι ληστές και οι δολοφόνοι θάβονται «χωρίς παπά και διάκο», παραξενίζεται και δείχνεται αφύσικο, να μη νιώθουν ασφαλείς ούτε οι ληστές και οι δολοφόνοι μέσα σ’ ένα κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στη ληστεία και την εκμετάλλευση.

Μιλήσαμε πιο πάνω για τη στάση του ατόμου απέναντι στα γεγονότα. Ο Μπρεχτ της αφιερώνει δυό ιστορίες: την ιστορία «Σοφή στους σοφούς είναι η στάση» και την ιστορία «Για τη στάση». Εκείνο που έχει ενδιαφέρον στην πρώτη ιστορία είναι η διαλεκτική αντίθεση ανάμεσα στη στάση –ή μάλλον στην έλλειψη στάσης- του καθηγητή της φιλοσοφίας και τη στάση του κ. Κόϋνερ. Επειδή ακριβώς λείπει από τον καθηγητή της φιλοσοφίας η στάση, αυτά που λέει παύουν να ‘χουν περιεχόμενο και στόχο. Η στάση πάλι του κ. Κόϋνερ απέναντι στον καθηγητή καθορίζεται όχι μόνο απ’ αυτά που λέει ο καθηγητής μα και από τη στάση που παίρνει ή δεν παίρνει. Με τη δεύτερη ιστορία ο Μπρεχτ κατά κάποιο τρόπο εξηγεί και συμπληρώνει την πρώτη ιστορία λέγοντας ότι «η σοφία είναι αποτέλεσμα της στάσης». Ένα άλλο σημείο στην πρώτη ιστορία που έχει σημασία είναι το σχόλιο του κ. Κόϋνερ. Ο κ. Κόϋνερ σχολιάζει τη στάση του καθηγητή και φέρνει το περιεχόμενο των λόγων του σε συνάρτηση με τη στάση του. Από την άλλη πλευρά το σχόλιο εκφράζει τη στάση του ίδιου του κ. Κόϋνερ αλλά ταυτόχρονα και την τοποθέτησή του προς τα έξω. Το σχόλιο είναι ο κρίκος που δένει τη στάση με την τοποθέτηση, δηλαδή τη δέσμευση που παίρνει το άτομο απέναντι σε τρίτους. Για τον Μπρεχτ η στάση είναι απαραίτητη μα δεν είναι το άπαντο, πρέπει να εξωτερικεύεται, να μεταβάλλεται μέσα από το σχόλιο σε θέση. Ναι, μα ποια είναι η θέση αυτή; Με ποιους είναι ο κ. Κόϋνερ; Ο Μπρεχτ δεν αφήνει αμφιβολίες για την τοποθέτησή του: ο κ. Κόϋνερ είναι μ’ αυτούς που τους εκμεταλλεύονται, είναι με το μέρος των «σκλάβων». Αυτό, λόγου χάρη, φαίνεται στην ιστορία «Οργάνωση»: «Ο κ. Κόϋνερ είπε κάποτε: αυτός που σκέφτεται δεν ξοδεύει ούτε μια σταλιά φως παραπάνω, ούτε ένα κομμάτι ψωμί παραπάνω, ούτε μια σκέψη παραπάνω». Εδώ το σχόλιο εκφράζει απευθείας τη στάση του κ. Κόϋνερ: επειδή ακριβώς είναι με το μέρος των καταπιεσμένων πρέπει να κάνει οικονομία στο φως που καταναλώνει και στο ψωμί που τρώει, πρέπει να μην ξοδεύει αλόγιστα τις σκέψεις του –πρώτο γιατί η τάξη που θα χρησιμοποιήσει τις σκέψεις του δεν έχει ούτε το χρόνο, ούτε την άνεση ν’ απασχολείται με περιττά πράγματα, ακόμα κι όταν αυτά είναι ωραίες σκέψεις, δεύτερο γιατί αυτός ακριβώς που είναι ταγμένος στο πλευρό των καταπιεσμένων πρέπει να κάνει οικονομία στις σκέψεις του και να τις χρησιμοποιεί εκεί που χρειάζονται και στο βαθμό που χρειάζονται. Ο τίτλος, «Οργάνωση», συμπληρώνει το σχόλιο: η οργάνωση δε χρειάζεται μόνο στους καταπιεσμένους που αγωνίζονται ν’ απαλλαγούν από τους καταπιεστές τους, μα ιδιαίτερα στους «στοχαστές» που είναι στο πλευρό των καταπιεσμένων. Το σχόλιο έχει τριπλό στόχο: α) εκφράζει τη στάση και την τοποθέτηση του κ. Κόϋνερ, β) δείχνει πως πρέπει να ενεργεί με βάση αυτή τη συγκεκριμένη στάση και τοποθέτηση, γ) δείχνει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην τοποθέτηση του ατόμου, σ’ αυτούς που υπηρετεί μ’ αυτή τη συγκεκριμένη τοποθέτηση, και τον τρόπο ενέργειας, τη μέθοδο που επιλέγει σε συσχετισμό με τα δυό πρώτα στοιχεία. Ένα άλλο παράδειγμα για την τοποθέτηση του κ. Κόϋνερ είναι η ιστορία «Πείνα». Η ιστορία κλείνει με τα λόγια του κ. Κόϋνερ: «…για τους άλλους δεν έχει σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας». Όλο το βάρος πέφτει στη στάση που εκφράζει ο κ. Κόϋνερ με το σχόλιό του: έχει μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας, δηλαδή ενάντια στο κοινωνικό σύστημα που συντηρεί την πείνα κι επωφελείται απ’ αυτή. Σημασία έχει ακόμα να ξέρουν οι άλλοι (δηλαδή αυτοί που αγωνίζονται ενάντια στην πείνα) ότι είμαι με το μέρος τους. Εδώ η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη στάση, το σχόλιο και τη θέση φαίνεται ακόμα πιο καθαρά: σημασία δεν έχει το κοινό πρόβλημα, το κοινό μαρτύριο, αλλά η κοινή συνείδηση απέναντι στο πρόβλημα. Η λύση του προσωπικού προβλήματος εξαρτάται από τη λύση του γενικότερου προβλήματος που δεν είναι άλλη από το μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Αλλού πάλι το σχόλιο μπαίνει με τη μορφή ερωτήματος, όπως στα «Ερωτήματα που πείθουν»: «Πρόσεξα, είπε ο κ. Κόϋνερ, ότι κάνουμε πολλούς να τρομάζουν από τη θεωρία μας επειδή βρίσκουμε σε κάθε ερώτημα και μιαν απάντηση…». Η θέση είναι ξεκάθαρη: αυτοί που τρομάζουν από τη θεωρία είναι αυτοί που τη χρειάζονται, πρέπει λοιπόν να τους κερδίσουμε. Και πάλι όμως ο τίτλος, «Ερωτήματα που πείθουν», έχει αποκαλυπτικό χαρακτήρα. Εκείνο που θα πείσει αυτούς που χρειάζονται τη θεωρία μας (δηλαδή τους καταπιεσμένους, τους «σκλάβους») δεν είναι κατ’ ανάγκη οι απαντήσεις. Γιατί να πειστούν όταν η κυρίαρχη τάξη τούς κατακλύζει κάθε μέρα με ψεύτικες απαντήσεις σε ψεύτικα προβλήματα ενώ τους αποκρύπτει τα πραγματικά; Αντίθετα εκείνο που μπορεί να τους πείσει είναι ακριβώς τα ερωτήματα που μπαίνουν με διάταξη έρευνας. Η μαρξιστική έρευνα και η μαρξιστική διαλεκτική πείθουν στο βαθμό που θέτουν ή ξαναθέτουν τέτοια ερωτήματα κι όχι στο βαθμό που έχουν έτοιμες απαντήσεις.

Επτά χρόνια ύστερα από τις πρώτες «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» και ένα χρόνο μετά την επιβολή του ναζισμού στη Γερμανία, το 1934, ο Μπρεχτ γράφει ένα κείμενο με τίτλο: «Πέντε δυσκολίες όταν γράφει κανείς την αλήθεια» (βλ. «Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχος 83, Νοέμβριος 1961, «Αφιέρωμα στον Μπρεχτ»). Ποιες είναι αυτές οι πέντε δυσκολίες; Η πρώτη είναι να ‘χεις το θάρρος να γράφεις την αλήθεια. Η δεύτερη είναι να ‘χεις τη γνώση ν’ αναγνωρίζεις την αλήθεια. Η τρίτη είναι να ‘χεις την τέχνη να κάνεις την αλήθεια χρησιμοποιήσιμη σαν ένα όπλο. Η τέταρτη είναι να ‘χεις αρκετή κρίση ώστε να διαλέγεις αυτούς που η αλήθεια στα χέρια τους θα ‘ναι αποτελεσματική. Και τέλος η πέμπτη δυσκολία είναι να ‘χεις την απαραίτητη πονηριά για να διαδώσεις την αλήθεια σε πολλούς. Είναι φανερή η σχέση που έχουν οι τέσσερις πρώτες δυσκολίες με τη μαρξιστική θεωρία γενικότερα, και δεν αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Μπρεχτ. Η καινούρια δυσκολία είναι η πέμπτη που γίνεται αισθητή τώρα, με την επιβολή του ναζισμού στη Γερμανία. Από δω και πέρα η πονηριά γίνεται ένα από τα κυριότερα στοιχεία στο έργο του Μπρεχτ. Είναι η πονηριά του Γαλιλαίου που υποκρίνεται τον μετανοημένο στην Ιερά Εξέταση για να μπορέσει να συνεχίσει κρυφά το έργο του. Είναι η πονηριά του Αζντάκ, όταν δικάζει, στον «Καυκασιανό Κύκλο με την Κιμωλία». Η ίδια πονηριά υπάρχει και στον Μάττι όταν αντιμετωπίζει τον αφέντη του, τον Πούντιλα, και στη Σεν Τε, στον «Καλό άνθρωπο του Σε Τσουάν», όταν επινοείται τον ξάδερφο της, Σουί Τα, για να σωθεί από την καταστροφή. Αυτή την πονηριά τη συναντάμε κιόλας στις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ». Η πονηριά του κ. Κόϋνερ συγγενεύει με την πονηριά που χρησιμοποιούν οι κατοπινοί ήρωες του Μπρεχτ σε δυό σημεία. Πρώτο, χρησιμοποιείται και στον κ. Κόϋνερ και στους ήρωες που αναφέραμε πιο πάνω για την επιβίωσή τους. Δεύτερο, και κυριότερο, η πονηριά χρησιμοποιείται πάντα από τους καταπιεσμένους, τους «σκλάβους». Για ν’ αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις θα πρέπει να πούμε ότι αυτή η πονηριά της επιβίωσης δεν είναι η κουτοπονηριά αυτού που ταυτίζεται ή υπηρετεί τους καταπιεστές για να επιβιώσει, αλλά είναι η πονηριά που επιστρατεύουν οι «σκλάβοι» για την άμυνά τους και για να φθείρουν τους δυνάστες. Όπως παρατηρεί ένας μελετητής του Μπρεχτ, ο Χανς Μάγιερ, είναι το δίδαγμα από το βιβλίο του Τάο Τε Κινγκ, που τόσο θαύμαζε ο Μπρεχτ:

Ότι το απαλό νερό με την κίνηση
και το χρόνο νικάει την επιβλητική πέτρα.
Καταλαβαίνεις, το σκληρό νικάται.

Έτσι ακριβώς με την κίνηση, το χρόνο, και την πονηριά ο κ. Έγκε εξοντώνει τον πράκτορα στην ιστορία «Μέτρα ενάντια στη βία». Είναι η πονηριά που επιστρατεύει ο κ. Κόϋνερ για να γλιτώσει από την καταιγίδα, στην ιστορία «Πως ν’ αντέχεις στο σίφουνα».

Για να περάσει όμως η αλήθεια στους «σκλάβους» και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί απ’ αυτούς πρέπει να είναι γραμμένη στη «γλώσσα των σκλάβων». Ας μη βιαστεί κανείς να παρεξηγήσει τον όρο. Η «γλώσσα των σκλάβων» δεν είναι η απλουστευμένη, τάχατες επαναστατική και τελείως αντιδιαλεκτική γλώσσα που, για να θυμηθούμε τον κ. Κόϋνερ, «έχει σε κάθε ερώτημα και μιαν απάντηση». Αντίθετα είναι η γλώσσα που βασίζεται στις μεταφορικές έννοιες (η παραβολή, λόγου χάρη, που τόσο συχνά χρησιμοποιεί ο Μπρεχτ, είναι ένα από τα δείγματα της «γλώσσας των σκλάβων»), την αφαίρεση –που βάζει συνέχεια ερωτήματα, σχολιάζει και εκφράζεται μ’ ένα ύφος αποφθεγματικό. «Το ύφος πρέπει να είναι αποφθεγματικό…», λέει ο κ. Κόϋνερ στην ιστορία «Το πιο καλό ύφος». Πολλά από τα στοιχεία της «γλώσσας των σκλάβων» τα βρίσκουμε και στις ιστορίες αυτές: το σχόλιο, το απόφθεγμα, τις μεταφορικές έννοιες, τα αδιάκοπα ερωτήματα. Φτάνει να παραπέμψουμε σε δυό ιστορίες: στην ιστορία «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι», και στην ιστορία «Το αβοήθητο παιδί». Έτσι, με τη «γλώσσα των σκλάβων» καταλήγουμε πάλι εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: στο παραξένιασμα.

Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Χανς Μάγιερ, στον Μπρεχτ «τα πάντα καταλήγουν στη διαλεκτική». Το καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτό είναι η σχέση ανάμεσα στο καθαρά θεωρητικό του έργο και στο θέατρο, την ποίηση και την πεζογραφία του. Πολλές από τις θεωρητικές του απόψεις προϋπάρχουν σε διάφορα έργα του, η θεωρητική θεμελίωσή τους έρχεται μετά, προηγείται η διαπίστωση στην πράξη κι ακολουθεί η θεωρητική επεξεργασία. Άλλοτε πάλι συναντάμε τη θεωρητική άποψη πρακτικά εφαρμοσμένη σε διάφορα έργα. Εδώ προηγείται η θεωρητική επεξεργασία κι ακολουθεί η εφαρμογή. Λόγου χάρη η μελέτη της μαρξιστικής διαλεκτικής τον βοηθάει να επεξεργαστεί τη θεωρία του για το επικό θέατρο. Για να καταλήξει όμως στα τελευταία χρόνια της ζωής του, και ύστερα από πολλές εφαρμογές στο επικό θέατρο, να μιλάει για ένα «διαλεκτικό θέατρο», που σκόπευε να αναμορφώσει το επικό θέατρο σε μεγάλο βαθμό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμα το γεγονός ότι ο Μπρεχτ μεταφέρει ορισμένες από τις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ» σε άλλα του έργα. Έτσι η ιστορία «Πως ν’ αντέχεις στο σίφουνα» ενσωματώνεται στο «Διδακτικό έργο του Μπάντεν για τη συγκατάθεση», που γράφτηκε το 1929. Το δεύτερο μέρος από την ιστορία «Μέτρα ενάντια στη βία», την ιστορία του κ. Έγκε, τη συναντάμε στην πρώτη μορφή του «Γαλιλαίου» που γράφτηκε το 1938. Ας σταθούμε ακόμα στη σχέση που έχει η ιστορία «Πρόταση για την περίπτωση που δε θα προσέξουν την πρόταση» με το διδακτικό έργο «Η πτήση του ωκεανού». Στις σημειώσεις για την παράσταση του έργου, ο Μπρεχτ προτείνει για την περίπτωση που το έργο δε θα παιχτεί σαν διδακτικό έργο αλλά σαν ορατόριο, ο ρόλος των αεροπόρων να διαβαστεί χορωδιακά για να διαφυλαχτεί ένα ελάχιστο από τον παιδαγωγικό σκοπό του έργου και παραπέμπει στην παραπάνω ιστορία.

Όλες οι ιστορίες συγκεντρωμένες κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στη δεύτερη έκδοση των «Απάντων» του Μπρεχτ το 1967.

Οι τίτλοι των ιστοριών που σημειώνονται με (*) δεν είναι του Μπρεχτ αλλά των εκδοτών και προστέθηκαν στην έκδοση του 1967.

Πέτρος Μάρκαρης



Σοφή στους σοφούς είναι η στάση

Κάποτε επισκέφτηκε τον κ. Κ. ένας καθηγητής της φιλοσοφίας κι άρχισε να του μιλάει για τη σοφία του. Μετά από λίγη ώρα ο κ. Κ. είπε στον καθηγητή: Κάθεσαι ενοχλητικά, μιλάς ενοχλητικά, σκέφτεσαι ενοχλητικά. Σαν τ΄ άκουσε αυτό ο καθηγητής θύμωσε και του είπε: Δε μ΄ ενδιαφέρει τι σκέφτεσαι για το άτομό μου, μ΄ ενδιαφέρει να μάθω τη γνώμη σου γι΄ αυτά που λέω. Αυτά που λες δεν έχουν περιεχόμενο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Σε βλέπω να βαδίζεις αδέξια, και το βάδισμά σου δεν έχει προορισμό. Μιλάς σκοτεινά και η ομιλία σου δε φωτίζει τίποτα. Βλέποντας τη στάση σου παύει να μ΄ ενδιαφέρει ο στόχος σου.


Οργάνωση

Ο κ. Κ. είπε κάποτε: Αυτός που σκέφτεται δεν ξοδεύει ούτε μια σταλιά φως παραπάνω, ούτε ένα κομμάτι ψωμί παραπάνω, ούτε μια σκέψη παραπάνω.


Μέτρα ενάντια στη βία

Όταν ο κ. Κ. ο στοχαστής έτυχε να μιλήσει κάποτε σε μιαν αίθουσα μπροστά σε πολύ κόσμο ενάντια στη βία, είδε τους ανθρώπους γύρω του να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Γύρισε τότε κι αντίκρισε τη βία. Τι έλεγες; Τον ρώτησε η βία. Εγώ; Αποκρίθηκε ο κ. Κ. υποστήριζα τη βία. Σαν έφυγε η βία οι μαθητές του κ. Κ. τον ρώτησαν γιατί έσκυψε το κεφάλι. Γιατί δεν έχω κεφάλι για σπάσιμο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Εξάλλου εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη βία.

Και ο κ. Κ. αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:

Στο σπίτι του κ. Έγκε, που είχε μάθει να λέει όχι, ήρθε μια μέρα τον καιρό της παρανομίας ένας πράκτορας και του παρουσίασε ένα χαρτί, που το είχαν εκδώσει αυτοί που εξουσίαζαν την πόλη. Το χαρτί έλεγε ότι στον πράκτορα αυτόν θ΄ ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, όπως και κάθε φαγητό που θα ζητούσε. Θα ‘πρεπε ακόμα να τον υπηρετεί και κάθε άνθρωπος που θ΄ αντάμωνε.

Ο πράκτορας κάθισε σε μια καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε και προτού κοιμηθεί ρώτησε τον κ. Έγκε με το πρόσωπο στον τοίχο: Θα με υπηρετείς;

Ο κ. Έγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη την ημέρα τον υπάκουσε άλλα εφτά χρόνια. Ό,τι κι αν έκανε όμως για δαύτον, ένα πράγμα απόφυγε να κάνει: δεν του είπε ποτέ μια λέξη. Σαν πέρασαν τα εφτά χρόνια κι ο πράκτορας χόντρυνε από το πολύ φαί, τον ύπνο και τις διαταγές –πέθανε. Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στην ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά κι αποκρίθηκε: Όχι.


Για τους φορείς της γνώσης

Όποιος είναι φορέας της γνώσης δεν επιτρέπεται ν’ αγωνίζεται, ούτε να λέει την αλήθεια, ούτε να προσφέρει υπηρεσίες, ούτε να μένει νηστικός, ούτε ν’ αρνιέται τις τιμές, ούτε να γίνεται εύκολα αντιληπτός. Όποιος είναι φορέας της γνώσης έχει μονάχα μιαν αρετή: ότι είναι φορέας της γνώσης, είπε ο κ. Κ.


Αυτός που υπηρετεί το σκοπό του

Ο κ. Κ. έβαλε τα παρακάτω ερωτήματα: 

Κάθε πρωί ο γείτονάς μου ακούει μουσική από ένα γραμμόφωνο. Γιατί ακούει μουσική; Γιατί γυμνάζεται, καθώς μαθαίνω. Και γιατί γυμνάζεται; Γιατί του χρειάζεται δύναμη, καθώς μου λένε. Καλά, και γιατί του χρειάζεται η δύναμη; Γιατί πρέπει να νικήσει τους εχθρούς του στην πόλη, καθώς λέει. Γιατί πρέπει να νικάει τους εχθρούς του; Γιατί θέλει να φάει, καθώς μαθαίνω.

Όταν ο κ. Κ. τ΄ άκουσε όλα αυτά, ότι δηλαδή ο γείτονάς του άκουγε μουσική για να γυμνάζεται, γυμναζόταν για να είναι δυνατός, ήθελε να ΄ναι δυνατός για να νικάει τους εχθρούς του, νικούσε τους εχθρούς του για να τρώει, έβαλε τούτο το ερώτημα: Καλά, γιατί τρώει;


Μόχθος των καλών

Ρώτησαν τον κ. Κ.: Τι φτιάχνετε τώρα; Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Κουράζομαι πάρα πολύ, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου.


Η τέχνη τού να μην εξαγοράζεις

Ο κ. Κ. σύστησε σ΄ έναν έμπορα κάποιον άνθρωπο και τον βεβαίωσε ότι ο άνθρωπος αυτός δεν εξαγοράζεται. Μετά από δυό εβδομάδες ο έμπορας ξαναπήγε στον κ. Κ. και τον ρώτησε: Τι εννοείς όταν λες ότι ο άνθρωπος αυτός δεν εξαγοράζεται; Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Όταν λέω πως ο άνθρωπος που πήρες στη δούλεψή σου δεν εξαγοράζεται, θέλω να πω ότι είναι αδύνατο να τον εξαγοράσεις. Έτσι λοιπόν, είπε ο έμπορας πικραμένος, εγώ όμως έχω λόγους να φοβάμαι ότι ο άνθρωπός σου εξαγοράζεται ακόμα κι από τους εχθρούς μου. Αυτό δεν το ξέρω, είπε ο κ. Κ. αδιάφορα. Ναι, μα αυτός καμώνεται πως συμφωνεί πάντα μαζί μου, φώναξε ο έμπορας φουρκισμένος, που σημαίνει ότι μπορεί να εξαγοραστεί ακόμα κι από μένα! Ο κ. Κ. γέλασε με αυταρέσκεια: Από μένα δεν εξαγοράζεται, είπε.


Αγάπη για την πατρίδα
(μίσος για τους πατριδολάτρες)

Ο κ. Κ. δεν το έκρινε απαραίτητο να ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα. Έλεγε: Παντού μπορώ να πεινάσω. Κάποτε όμως έλαχε να περνάει από μια πόλη που την είχε κυριέψει ο εχθρός της χώρας όπου ζούσε. Τον πλησίασε τότε ένας αξιωματικός του εχθρού και τον ανάγκασε να κατεβεί από το πεζοδρόμιο. Ο κ. Κ. κατέβηκε και διαπίστωσε ξαφνικά ότι είχε αγανακτήσει ενάντια σ΄ αυτόν τον άνθρωπο, και μάλιστα όχι μόνο ενάντια στον άνθρωπο μα προπαντός ενάντια στη χώρα που ανήκε ο άνθρωπος αυτός, τόσο, που ευχήθηκε να γίνει ένας σεισμός και να τον καταπιεί. Γιατί, ρώτησε ο κ. Κ., έγινα εθνικιστής εκείνη τη στιγμή; Γιατί συνάντησα έναν εθνικιστή. Μα γι΄ αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία˙ γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν.


Και το κακό πράμα δεν είναι φτηνό

Καθώς έκανε διάφορες σκέψεις γύρω απ΄ την ανθρωπότητα ο κ. Κ. κατάληξε σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με την κατανομή της φτώχειας. Κάποια μέρα κοίταξε γύρω του στο σπίτι και βρήκε πως ήθελε άλλα έπιπλα, πιο κακής ποιότητας, πιο φτηνά, πιο φτωχικά. Πήγε παρευθύς σ΄ έναν μαραγκό και του παράγγειλε να ξύσει το βερνίκι από τα έπιπλά του. Χωρίς βερνίκι όμως τα έπιπλα δεν έδειχναν φτωχικά μα καταστραμμένα. Κι όμως ο λογαριασμός του μαραγκού έπρεπε να πληρωθεί κι ο κ. Κ. αναγκάστηκε ακόμα να πετάξει τα έπιπλά του και ν΄ αγοράσει καινούργια, πιο φτηνά, πιο φτωχικά, πιο κακής ποιότητας, μια και τα ΄θελε έτσι. Κάποιοι που το ΄μαθαν γέλασαν σε βάρος του κ. Κ. γιατί τα φτωχικά έπιπλα του κόστισαν πιο ακριβά από τα βερνικωμένα. Ο κ. Κ. όμως είπε: Χαρακτηριστικό της φτώχειας δεν είναι η οικονομία μα το έξοδο. Σας ξέρω του λόγου σας: η φτώχεια σας δεν ταιριάζει στις ιδέες σας. Μα στις δικές μου ιδέες δεν ταιριάζει ο πλούτος.


Πείνα

Σε μια ερώτηση σχετικά με την πατρίδα ο κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση: Παντού μπορώ να πεινάσω. Ένας προσεκτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πως γίνεται να λέει ότι πεινάει όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει. Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας: Προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού όπου υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω. Ομολογώ πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πεινάω εγώ ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο όπου ο κόσμος πεινάει. Ας μου επιτραπεί ωστόσο ν΄ αναφέρω σαν ελαφρυντικό μου το γεγονός ότι να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα αν ίσως όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ο ίδιος, τουλάχιστο όμως πολύ κακό. Στο κάτω-κάτω για τους άλλους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας.


Πρόταση για την περίπτωση που δε θα προσέξουν την πρόταση

Ο κ. Κ. συμβούλευε να προσθέτουμε, αν είναι δυνατό, σε κάθε πρόταση καλού-κακού και μιαν άλλη, για την περίπτωση που οι άνθρωποι δε θα προσέξουν την πρόταση. Όταν λόγου χάρη πρότεινε σε κάποιον που βρισκόταν σε δύσκολη θέση ένα συγκεκριμένο τρόπο δράσης που έβλαφτε τους άλλους όσο το δυνατό λιγότερο, του έδειχνε ταυτόχρονα κι έναν άλλο τρόπο, λιγότερο ακίνδυνο, όχι όμως και τον πιο σκληρό απ΄ όλους. Αυτός που δεν είναι έτοιμος για όλα, έλεγε, θα πρέπει να κάνει τουλάχιστον το λιγότερο.


Πρωτοτυπία

Σήμερα, παραπονέθηκε ο κ. Κ., είν΄ αμέτρητοι αυτοί που παινεύονται δημόσια ότι μπορούν να γράψουν μόνοι τους τόμους ολάκερους βιβλία. Κι αυτό το βλογάει όλος ο κόσμος. Ο Κινέζος φιλόσοφος Τσουάνγκ Τσι έγραψε, φτασμένος άντρας, ένα βιβλίο μ΄ εκατό χιλιάδες λέξεις που τα εννιά δέκατά του, ήταν αποφθέγματα. Τέτοια βιβλία δεν μπορούν πια να γραφτούν στην εποχή μας γιατί λείπει το πνεύμα. Έτσι οι σκέψεις κατασκευάζονται στο ιδιωτικό εργαστήρι του καθενός, και θεωρείται ακαμάτης εκείνος που δεν μπορεί να βγάλει αρκετές. Βέβαια έτσι δεν υπάρχει ούτε μια σκέψη που να μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις μα ούτε και διατύπωση της σκέψης που να μπορείς να την αναφέρεις. Πόσο λίγο υλικό χρειάζονται αυτοί για τη δουλειά τους! Μια πένα και μερικές κόλλες χαρτί είναι το μόνο που μπορούν να παρουσιάσουν. Και δίχως καθόλου βοήθεια, μονάχα με το λιγοστό υλικό που ο καθένας μπορεί να κουβαλήσει με τα χέρια του, φτιάχνουν τις καλύβες τους! Τα μόνα κτίρια που γνωρίζουν είναι εκείνα που μπορεί να χτίσει ένας άνθρωπος μόνος του.


Το ερώτημα αν υπάρχει θεός

Κάποιος ρώτησε τον κ. Κ. αν υπάρχει θεός. Ο κ. Κ. του είπε: Σε συμβουλεύω να σκεφτείς αν η συμπεριφορά σου θ΄ αλλάξει ανάλογα με την απάντηση που θα δώσεις στο ερώτημα. Αν δε θ΄ αλλάξει τότε η ερώτηση είναι περιττή. Αν θ΄ αλλάξει τότε μπορώ τουλάχιστο να σε βοηθήσω λέγοντας πως εσύ αποφάσισες κιόλας: χρειάζεσαι ένα θεό.


Το δικαίωμα της αδυναμίας

Ο κ. Κ. έτυχε να βοηθήσει κάποιον σε μια δύσκολη περίσταση, μα σαν τέλειωσε η υπόθεση ο άλλος δεν του είπε ούτε ευχαριστώ.

Οι φίλοι του κ. Κ. απόρησαν όταν τον άκουσαν να υψώνει τη φωνή του και να παραπονιέται για την αχαριστία του ανθρώπου. Βρήκαν τη συμπεριφορά του κ. Κ. άπρεπη και του είπαν ακόμα: Δεν το ξέρεις πως ο άνθρωπος πρέπει να κάνει το καλό δίχως να ζητάει ευγνωμοσύνη, γιατί οι άνθρωποι είναι πολύ αδύνατοι για να νιώσουν ευγνωμοσύνη; Κι εγώ; αποκρίθηκε ο κ. Κ., καλά εγώ δεν είμαι άνθρωπος; Γιατί λοιπόν δεν πρέπει να είμαι τόσο αδύνατος που να ζητάω ευγνωμοσύνη; Οι άνθρωποι έχουν πάντα την εντύπωση ότι θα παραδεχτούν πως είναι βλάκες αν τύχει κι ομολογήσουν πως κάποιος τους φέρθηκε πρόστυχα. Γιατί αλήθεια;


Το αβοήθητο παιδί

Ο κ. Κ. μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία: Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε. Να, είχα δυό γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι κι άρπαξε το ένα απ΄ το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί κι έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος. Πως, φώναξα, είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ΄ άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ΄ αναφιλητά. Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ΄ άλλο, είπε ο άνθρωπος˙ πήρε και το τελευταίο γρόσι από το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του.


Ο κ. Κ. και η φύση

Όταν ρώτησαν τον κ. Κ. ποια ήταν η σχέση του με τη φύση εκείνος αποκρίθηκε: Θα μου άρεσε βγαίνοντας από το σπίτι μου ν΄ αντικρίζω κάπου-κάπου και μερικά δέντρα. Προπαντός γιατί με το ν΄ αλλάζουν από μέρα σε μέρα κι από εποχή σ΄ εποχή πλησιάζουν πολύ στην πραγματικότητα. Συμβαίνει ακόμα να τα χάνουμε χρόνο με το χρόνο στις πολιτείες βλέποντας γύρω μας μόνον αντικείμενα κοινής χρήσης, σπίτια που αν δεν τα κατοικούσαν θα ΄ταν αδειανά και δρόμους, που αν δεν τους χρησιμοποιούσαν θα ΄ταν δίχως νόημα. Το αλλόκοτο κοινωνικό μας σύστημα μας κάνει εξάλλου να βλέπουμε και τους ανθρώπους σαν τέτοια αντικείμενα χρήσης. Έτσι τα δένδρα έχουν, τουλάχιστο για μένα που δεν είμαι μαραγκός, κάτι το ανεξάρτητο και με γαληνεύει, κάτι έξω από μένα, και φτάνω μάλιστα να ελπίζω πως ακόμα και για το μαραγκό έχουν κάτι δικό τους, που δεν μπορεί ν΄ αξιοποιηθεί. Καλά, ρώτησαν τότε τον κ. Κ., γιατί δεν πηγαίνετε κάπου-κάπου στο ύπαιθρο, μια και θέλετε να βλέπετε δέντρα. Ο κ. Κ. αποκρίθηκε με απορία: Μα εγώ είπα ότι θέλω να τα βλέπω  β γ α ί ν ο ν τ α ς  από το σπίτι μου.

(Ο κ. Κ. είπε ακόμα: Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούμε τη φύση με οικονομία. Όταν κανένας τριγυρνάει στη φύση άσκοπα, χωρίς δουλειά, εύκολα οδηγείται σε μια αρρωστημένη κατάσταση, τον πιάνει κάτι σαν πυρετός).


Ερωτήματα που πείθουν

Πρόσεξα, είπε ο κ. Κ., ότι κάνουμε πολλούς να τρομάζουν με τη θεωρία μας, επειδή βρίσκουμε στο κάθε ερώτημα και μιαν απάντηση. Δε θα μπορούσαμε, για το καλό της προπαγάνδας, να κάνουμε έναν κατάλογο των ερωτημάτων που μας φαίνονται τελείως αναπάντητα;


Εμπιστοσύνη

Ο κ. Κ. που υποστήριζε την τάξη στις ανθρώπινες σχέσεις πέρασε όλη του τη ζωή μέσα σε αγώνες. Κάποτε έμπλεξε πάλι σε μιαν ανάποδη υπόθεση που τον ανάγκαζε να συναντάει νύχτα ένα σωρό ανθρώπους που βρίσκονταν μακριά ο ένας από τον άλλο. Επειδή έλαχε να ΄ναι κι άρρωστος παρακάλεσε κάποιο φίλο να του δανείσει το πανωφόρι του. Εκείνος του το υποσχέθηκε αν και για να το κάνει αυτό χρειάστηκε ν΄ ακυρώσει μια μικρή συνάντηση που είχε. Κοντά το βράδυ, όμως, τα πράγματα χειροτέρεψαν τόσο που οι συναντήσεις δεν ωφελούσαν πια σε τίποτα και χρειάζονταν άλλες ενέργειες. Ωστόσο, μολονότι δεν του περίσσευε καθόλου χρόνος, ο κ. Κ. έτρεξε να παραλάβει το πανωφόρι που του ήταν πια άχρηστο, μόνο και μόνο για να κρατήσει το λόγο του.


Το ξαναντάμωμα

Ο κ. Κ. αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύ καιρό. Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου, του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. Ωχ, έκανε ο κ. Κ. και χλόμιασε.


Επιλογή από κτήνη

Όταν ο κύριος Κόϋνερ ο στοχαστής άκουσε
πως ο πιο ξακουστός εγκληματίας της Νέας Υόρκης
ένας σφάχτης και λαθρέμπορος ναρκωτικών
σκοτώθηκε σαν σκυλί
και θάφτηκε δίχως παπά και διάκο
δεν έδειξε παρά μονάχα έκπληξη.
Που φτάσαμε λοιπόν, είπε,
ακόμα κι ο εγκληματίας να μην είναι
σίγουρος για τη ζωή του,
και να μη γνωρίζει κάποιαν επιτυχία
ούτ΄ αυτός που είναι έτοιμος για όλα;
Όλοι το ξέρουν πως είναι χαμένοι
αυτοί που νοιάζονται για την αξιοπρέπειά τους.
Καλά, κ΄ εκείνοι που την ξεπουλάνε;
Να πούμε δηλαδή ότι όποιος πάει για μαλλί
βγαίνει κουρεμένος;
Ιδρωκομμένοι τινάζονται νύχτα από τον ύπνο τους οι δίκαιοι
κι ο παραμικρός θόρυβος τρόμο τους προκαλεί
ακόμα και στον ύπνο τούς κυνηγάει η καθαρή συνείδησή τους,
και τώρα μαθαίνω πως κι ο εγκληματίας
δεν μπορεί πια να κοιμάται ήσυχος;
Τι σύγχυση!
Τι χρόνια είναι τούτα!
Μαθαίνω πως με μιαν απλή προστυχιά
δεν καταφέρνεις πια τίποτα,
μ΄ ένα φονικό μονάχα
κανείς δεν τα βγάζει πέρα!
Πρόθυμα θα ΄κανε ο καθένας
δυό-τρεις προδοσίες κάθε πρωί.
Μα τι ωφελεί η προθυμιά
όταν όλα εξαρτώνται από την ικανότητα;
Ως και η ασυνειδησία δεν είναι αρκετή
μόνο η απόδοση μετράει.
Έτσι κι ο αθεόφοβος μπαίνει
στον τάφο του αθόρυβα
μια κι υπάρχουν πολλοί όμοιοί του
δεν εντυπωσιάζει.
Πόσο φτηνότερα θα μπορούσε
ν΄ αποχτήσει τον τάφο
αυτός που για λεφτά τόσο διψούσε!
Τόσα φονικά
και μια τόσο σύντομη ζωή!
Τόσα εγκλήματα
και τόσο λίγοι φίλοι!
Αν ήταν αδέκαρος
δε θα μπορούσαν να ΄ναι λιγότεροι!
Πως λοιπόν αντικρίζοντας τέτοια περιστατικά
να μη χάνουμε το θάρρος μας;
Τι άλλο να σχεδιάσουμε;
Ποια άλλα εγκλήματα να σοφιστούμε;
Δεν είναι καλό να ζητάς πολλά από τον άνθρωπο.
Τέτοια βλέποντας, είπε ο κύριος Κόϋνερ,
αποθαρρυνόμαστε.


Μορφή και περιεχόμενο

Ο κ. Κ. παρατηρούσε έναν πίνακα που έδινε σε μερικά αντικείμενα μια πολύ ιδιότυπη μορφή. Κι ο κ. Κ. είπε: Μερικοί καλλιτέχνες όταν μελετούν τον κόσμο την παθαίνουν όπως και πολλοί φιλόσοφοι. Καθώς μοχθούν για τη μορφή τούς ξεφεύγει το περιεχόμενο. Κάποτε δούλευα σ΄ έναν κηπουρό. Μια μέρα μου δίνει ένα ψαλίδι και μου λέει να κλαδέψω μια δάφνη. Τη δάφνη την είχαν μέσα σε μια γλάστρα και τη δάνειζαν σε διάφορες εκδηλώσεις. Γι΄ αυτό κι έπρεπε να ΄ναι στρογγυλή σα σφαίρα. Άρχισα παρευθύς να κλαδεύω τ΄ αγριόκλαδα, παιδευόμουν ώρες ολάκερες μα δεν κατάφερα τίποτα. Κάποτε κλάδευα τη μια πλευρά περισσότερο, κάποτε την άλλη. Όταν στο τέλος κατόρθωσα να τη στρογγυλέψω η σφαίρα είχε γίνει σβώλος. Ο κηπουρός μού είπε απογοητευμένος: Καλά, βλέπω τη σφαίρα, που δεν είναι όμως δάφνη;


Κουβέντες

Εμείς οι δυό δεν έχουμε πια τίποτα να πούμε, είπε ο κ. Κ. σε κάποιον. Γιατί; ρώτησε ο άλλος τρομαγμένος. Γιατί όταν είμαι μαζί σου δε λέω καμιά λογική κουβέντα, παραπονέθηκε ο κ. Κ. Μα αυτό δε μ΄ ενοχλεί καθόλου, τον παρηγόρησε ο άλλος. Το πιστεύω, είπε με πικρία ο κ. Κ., ενοχλεί όμως εμένα.


Φιλοξενία

Όταν ο κ. Κ. ήταν κάπου φιλοξενούμενος άφηνε το δωμάτιό του πάντα έτσι όπως το ΄βρισκε, γιατί πίστευε ότι είναι άσκοπο να βάζουν οι άνθρωποι τη σφραγίδα τους στον περίγυρό τους. Αντίθετα προσπαθούσε πάντα ν΄ αλλάζει τις συνήθειές του έτσι που να ταιριάζουν στο σπίτι, δίχως όμως αυτό να γίνεται σε βάρος της δουλειάς του.

Όταν ο κ. Κ. φιλοξενούσε κάποιον φρόντιζε πάντα ν΄ αλλάζει τουλάχιστο τη θέση ενός τραπεζιού ή μιας καρέκλας, προλαβαίνοντας έτσι τον φιλοξενούμενό του. Στο κάτω-κάτω, έλεγε, είναι προτιμότερο ν΄ αποφασίσω εγώ τί του ταιριάζει.


Όταν ο κ. Κ. αγαπούσε έναν άνθρωπο

Τι κάνετε, ρώτησαν τον κ. Κ., όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο; Κάνω ένα σκίτσο του, αποκρίθηκε ο κ. Κ., και φροντίζω να του μοιάζει. Ποιο, το σκίτσο; Όχι, αποκρίθηκε ο κ. Κ., ο άνθρωπος.


Η ενόχληση τού να ζεις για το σήμερα

Κάποια μέρα που έτυχε να φιλοξενείται από ανθρώπους που δεν τους γνώριζε πολύ καλά, ο κ. Κ. ανακάλυψε ότι οι οικοδεσπότες του είχαν κιόλας ακουμπήσει πάνω σ΄ ένα τραπεζάκι στη γωνιά του υπνοδωματίου το σερβίτσιο για το πρόγευμα, έτσι που να μπορεί κανείς να το βλέπει από το κρεβάτι. Αφού παίνεσε πρώτα στη σκέψη του τους οικοδεσπότες γιατί βιάζονταν να τελειώσουν μαζί του, η συμπεριφορά τους εξακολούθησε να τον απασχολεί. Σκέφτεται αν κι εκείνος θα ετοίμαζε το σερβίτσιο το βράδυ πριν πάει για ύπνο. Ύστερα από λίγη σκέψη βρίσκει ότι αυτό είναι σωστό σ΄ ορισμένες εποχές. Σωστό βρίσκει ακόμα το ν΄ ασχολούνται κάπου-κάπου κι άλλοι για λίγο μ΄ αυτό το πρόβλημα.


Επιτυχία

Ο κ. Κ. είδε μια ηθοποιό να περνάει κι είπε: Είναι όμορφη. Τελευταία είχε επιτυχία χάρη στην ομορφιά της, τον πληροφόρησε ο συνοδός του. Ο κ. Κ. φουρκίστηκε κι είπε: Όχι, είναι όμορφη γιατί είχε επιτυχία.


Ο κ. Κ. και οι γάτες

Ο κ. Κ. δεν αγαπούσε τις γάτες. Δεν του φαινόταν να είναι φίλοι του ανθρώπου, γι΄ αυτό κι εκείνος δεν ήταν δικός τους φίλος. Αν είχαμε τα ίδια νιτερέσα, έλεγε, τότε η εχθρική στάση τους θα μου ήταν αδιάφορη. Μα του κ. Κ. δεν του άρεσε και να διώχνει τις γάτες από την καρέκλα του. Το ν΄ αναπαύεσαι είναι μια δουλειά, έλεγε, πρέπει λοιπόν να πετύχει. Κι όταν οι γάτες νιαούριζαν μπροστά στην πόρτα του σηκωνόταν από το κρεβάτι του, ακόμα και στο κρύο, και τις έμπαζε μέσα, στη ζέστη. Ο υπολογισμός τους είναι απλός, έλεγε, σα φωνάξουν τους ανοίγουν. Αν πάψουν να τους ανοίγουν θα πάψουν κι αυτές να φωνάζουν. Το να φωνάζεις είναι πρόοδος.


Το αγαπημένο ζώο του κ. Κ.

Όταν ρώτησαν τον κ. Κ. ποιο ζώο εκτιμάει περισσότερο, εκείνος είπε τον ελέφαντα και αιτιολόγησε την προτίμησή του έτσι: Ο ελέφαντας ενώνει την πονηριά με τη δύναμη. Ετούτη δεν είναι η κουτοπονηριά που σου φτάνει για να ξεφύγεις από κάποιον που σε καταδιώκει ή για να εξασφαλίσεις το φαγητό σου περνώντας απαρατήρητος, μα είναι η πονηριά που επιστρατεύει η δύναμη για ένα μεγάλο εγχείρημα. Απ΄ όπου κι αν διαβεί τούτο το ζώο αφήνει πλατιά τ΄ αχνάρια του. Κι είναι καλόκαρδο, σηκώνει χωρατά. Είναι καλός φίλος όπως είναι και καλός εχθρός. Είναι βαρύ και θεόρατο κι όμως τρέχει πολύ γρήγορα. Με την προβοσκίδα του μπορεί και τροφοδοτεί ένα τεράστιο κορμί με τις πιο μικρές τροφές ακόμα και με καρύδια. Κουνάει τ΄ αυτιά του: ακούει μονάχα ότι τον συμφέρει. Φτάνει σε βαθιά γεράματα. Του αρέσει η παρέα κι όχι μονάχα με ελέφαντες. Παντού τον αγαπάνε μα και τον φοβούνται. Ένα κάποιο κωμικό στοιχείο του δίνει τη δυνατότητα ακόμα και να τον σέβονται. Το πετσί του είναι σκληρό, σπάει μαχαίρια, μα η ψυχή του ευαίσθητη. Μπορεί και θλίβεται. Μπορεί και θυμώνει. Του αρέσει να χορεύει. Πεθαίνει στην καρδιά της ζούγκλας. Αγαπάει τα παιδιά καθώς κι άλλα μικρά ζώα. Είναι γκρίζος και τραβάει την προσοχή μόνο με τον όγκο του. Δεν τρώγεται. Είναι δουλευταράς. Του αρέσει να πίνει και να ΄ρχεται στο κέφι. Κάνει κάτι και για την τέχνη: προσφέρει το ελεφαντόδοντο.


Η αρχαιότητα

Σαν είδε έναν κονστρουκτιβίστικο πίνακα του ζωγράφου Λούνστραίμ, που παράσταινε μερικά κανάτια, ο κ. Κ. είπε: Να ένας πίνακας από την αρχαιότητα, από μια βάρβαρη εποχή! Φαίνεται πως τότε οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πια να ξεχωρίσουν τίποτα, το στρογγυλό δεν το ΄βλεπαν στρογγυλό, μήτε και το σουβλερό τους φαινόταν σουβλερό. Οι ζωγράφοι χρειάστηκε να ξαναβάλουν τα πράγματα στη θέση τους και να δείξουν στην πελατεία κάτι συγκεκριμένο, ξεκάθαρο, μια σταθερή φόρμα. Τόσο σκοτεινά, μεταβατικά, αμφίβολα ήταν αυτά που έβλεπαν γύρω τους, που έφτανε κάποιος να ξεπουλήσει την τρέλα για να τον ζητωκραυγάσουν. Η δουλειά ήταν μοιρασμένη σε πολλούς, αυτό το βλέπει κανείς από τον πίνακα. Αυτοί που καθόριζαν τη μορφή δε νοιάζονταν για το σκοπό που υπηρετούσαν τ΄ αντικείμενα˙ είναι αδύνατο να χύσεις νερό απ΄ αυτό το κανάτι. Θα πρέπει να υπήρχαν τότε ένα σωρό άνθρωποι που οι άλλοι τους έβλεπαν αποκλειστικά σαν αντικείμενα κοινής χρήσης. Οι καλλιτέχνες έπρεπε να εναντιωθούν και σ΄ αυτή την κατάσταση. Μια βάρβαρη εποχή η αρχαιότητα! Είπαν τότε στον κ. Κ. να προσέξει γιατί ο πίνακας ήταν σύγχρονος. Ναι, είπε με θλίψη ο κ. Κ., από την αρχαιότητα.


Μια καλή απάντηση

Ρώτησαν έναν εργάτη στο δικαστήριο αν ήθελε να δώσει τον πολιτικό ή θρησκευτικό όρκο. Εκείνος αποκρίθηκε: Είμαι άνεργος. Αυτό δεν το ΄πε μόνο από αφηρημάδα, παρατήρησε ο κ. Κ. Μ΄ αυτή την απάντηση τους έδωσε να καταλάβουν ότι τέτοιες ερωτήσεις, ναι, ίσως ακόμα κι αυτή η δικαστική διαδικασία μπορεί να μην έχουν γι΄ αυτόν καμιά σημασία.


Ο έπαινος

Όταν ο κ. Κ. άκουσε ότι οι παλιοί μαθητές του τον επαινούσαν, είπε: Ενώ οι μαθητές ξέχασαν από καιρό τα λάθη του δασκάλου, αυτός ακόμα τα θυμάται.


Δυό πολιτείες

Ο κ. Κ. προτιμούσε την πολιτεία Β από την πολιτεία Α. Στην πολιτεία Α, έλεγε, μ΄ αγαπούν, μα στην πολιτεία Β μου φέρονται φιλικά. Στην πολιτεία Α προσπάθησαν να μου φανούν χρήσιμοι, στην πολιτεία Β με χρειάζονταν. Στην πολιτεία Α με κάλεσαν στο τραπέζι, στην πολιτεία Β, όμως, με κάλεσαν στην κουζίνα.


Φιλική εξυπηρέτηση

Σαν παράδειγμα για το σωστό τρόπο να βοηθάς τους φίλους ο κ. Κ. αφηγήθηκε τούτη την ιστορία: Πήγαν κάποτε τρία παλικάρια σ΄ ένα γέρο Άραβα και του είπαν: Ο πατέρας μας πέθανε. Μας άφησε κληρονομιά δεκαεφτά γκαμήλες και στη διαθήκη του ορίζει ο μεγαλύτερος να πάρει τις μισές, ο δεύτερος το ένα τρίτο και ο μικρότερος το ένα ένατο. Τώρα δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε στη μοιρασιά, βγάλε λοιπόν εσύ την απόφαση. Ο Άραβας σκέφτηκε και είπε: Καθώς βλέπω για να κάνετε σωστή μοιρασιά σάς χρειάζεται άλλη μια γκαμήλα. Εγώ έχω μια μονάχα, μα ας είναι, σας την παραχωρώ. Πάρτε τη, κάντε τη μοιρασιά και φέρτε σε μένα ό,τι περισσέψει. Τα παλικάρια πήραν την γκαμήλα, τον ευχαρίστησαν για τη φιλική εξυπηρέτηση, και μοίρασαν μετά τις δεκαοχτώ γκαμήλες έτσι που ο μεγαλύτερος πήρε τις μισές, που ήταν εννιά, ο δεύτερος το ένα τρίτο, που ήταν έξι, και ο μικρότερος το ένα ένατο, που ήταν δυό. Σαν χώρισαν όμως τις γκαμήλες είδαν μ΄ απορία ότι μια τους περίσσευε. Αυτή την επέστρεψαν στο γέρο φίλο τους και τον ευχαρίστησαν πάλι.

Ο κ. Κ. είπε ότι αυτή ήταν μια σωστή φιλική εξυπηρέτηση, γιατί δεν απαιτούσε μεγάλες θυσίες.


Ο κ. Κ. σε ξένο σπίτι

Όταν ο κ. Κ. έμπαινε σε ξένο σπιτικό φρόντιζε, προτού πάει για ύπνο, να μαθαίνει τις εξόδους του σπιτιού και τίποτ΄ άλλο. Όταν τον ρώτησαν γιατί το ΄κανε αυτό, εκείνος αποκρίθηκε αμήχανα: Αυτή είναι μια παλιά θλιβερή συνήθεια. Βλέπετε εγώ υποστηρίζω τη δικαιοσύνη, καλό είναι λοιπόν το σπίτι μου να ΄χει περισσότερες από μια εξόδους.


Ο κ. Κ. και η συνέπεια

Μια μέρα ο κ. Κ. ρώτησε ένα φίλο του τούτο:

Εδώ και λίγο καιρό κάνω παρέα μ΄ έναν άνθρωπο που μένει σ΄ ένα σπίτι απέναντι στο δικό μου. Τώρα πια δεν έχω όρεξη να κάνω παρέα μαζί του. Ωστόσο δε μου λείπει ο λόγος για να κάνω παρέα, μα και η αιτία για να διακόψω. Τελευταία, όμως, ανακάλυψα πως όταν πριν από λίγο καιρό αγόρασε το σπίτι που το ΄χε ως τότε νοικιασμένο, έβαλε αμέσως να κόψουν μια δαμασκηνιά μπροστά από το παράθυρό του, γιατί λέει του ΄κοβε το φως, μολονότι τα δαμάσκηνα δεν είχαν ωριμάσει ακόμα. Να το πάρω λοιπόν αυτό σαν αιτία για να μην κάνουμε παρέα, ή να διακόψω μια και καλή τις σχέσεις μαζί του;

Μετά από λίγες μέρες ο κ. Κ. είπε στο φίλο του:

Ξέρεις, τελικά έκοψα τις σχέσεις με τον τύπο. Σκέψου ότι πριν από μερικούς μήνες είχε κιόλας ζητήσει από τον τότε ιδιοκτήτη του σπιτιού να κόψει το δέντρο που του ΄κοβε το φως, μα εκείνος αρνήθηκε να το κάνει γιατί ήθελε να μαζέψει τα δαμάσκηνα. Και τώρα που ο γνωστός μου αγόρασε το σπίτι βάζει στ΄ αλήθεια να κόψουν το δέντρο που ήταν ακόμα γεμάτο άγουρα δαμάσκηνα! Έκοψα λοιπόν τις σχέσεις μαζί του γιατί η συμπεριφορά του δεν είχε συνέπεια!


Η πατρότητα της σκέψης

Κατηγόρησαν τον κ. Κ. ότι η σκέψη του είχε τις περισσότερες φορές σαν κίνητρο κάποιαν επιθυμία. Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Ποτέ δεν υπήρξε σκέψη που να μην είχε σαν κίνητρό της την επιθυμία. Σ΄ ένα σημείο μονάχα μπορεί να διαφωνήσουμε: ποια επιθυμία; Δε χρειάζεται να φτάσεις κιόλας στο σημείο να υποστηρίζεις ότι ένα παιδί μπορεί να γεννηθεί δίχως πατέρα, για να υποστηρίξεις ότι είναι δύσκολο να εξακριβώσεις την πατρότητα της σκέψης.


Νομολογία

Συχνά ο κ. Κ. ανάφερε σαν υποδειγματικό, κατά κάποιο τρόπο, ένα νόμο της αρχαίας Κίνας που όριζε ότι στις μεγάλες δίκες έπρεπε να φέρνουν δικαστές από μακρινές επαρχίες, γιατί ήταν πολύ δύσκολο να τους εξαγοράσεις (γι΄ αυτό και μπορούσαν να ΄ναι λιγότερο αδέκαστοι), μια και οι δικαστές του τόπου –άνθρωποι δηλαδή με μεγάλη πείρα σ΄ αυτά τα πράγματα και που ήθελαν το κακό των ξένων δικαστών- αγρυπνούσαν για να μην τους εξαγοράσουν. Εξάλλου οι νεοφερμένοι δε γνώριζαν τις συνθήκες και τις συνήθειες του τόπου από καθημερινή επαφή. Η αδικία γίνεται πολλές φορές κανόνας δικαίου μόνο και μόνο επειδή επαναλαμβάνεται συχνά. Οι καινούργιοι έπρεπε να τ΄ ακούσουν όλα από την αρχή, κι έτσι το παράξενο στην υπόθεση κινούσε αμέσως την προσοχή τους. Τέλος δεν ήταν αναγκασμένοι χάρη της αντικειμενικότητας να παραμερίσουν πλήθος άλλες αρετές όπως την ευγνωμοσύνη, την αγάπη στο παιδί, την αγαθοσύνη απέναντι στους στενούς φίλους, κι ούτε ήταν αναγκασμένοι να ΄χουν τόσο θάρρος για να κάνουν εχθρούς γύρω τους.


Σωκράτης

Σαν τέλειωσε το διάβασμα ενός βιβλίου πάνω στην ιστορία της φιλοσοφίας ο κ. Κ. μίλησε με περιφρόνηση για τις προσπάθειες που έκαναν οι φιλόσοφοι ν΄ αποδείξουν ότι τα πράγματα δεν μπορούμε να τα πλησιάσουμε με τη γνώση. Όταν οι σοφιστές υποστήριζαν ότι γνωρίζουν πολλά δίχως να ΄χουν μελετήσει τίποτα, είπε ο κ. Κ., βγήκε ο σοφιστής Σωκράτης με τον αλαζονικό ισχυρισμό του εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Θα περίμενε κανείς να συμπληρώσει τη φράση του λέγοντας ότι και τίποτα δεν έχει μελετήσει. (Για να γνωρίσουμε κάτι πρέπει να το μελετήσουμε). Φαίνεται όμως ότι δε συνέχισε την ομιλία του, μπορεί ωστόσο και το τεράστιο χειροκρότημα που ξέσπασε ύστερα από την πρώτη φράση του, και που κράτησε δυό χιλιάδες χρόνια, να ΄πνιξε τις υπόλοιπες.


Ο απεσταλμένος

Κουβέντιαζα τελευταία με τον κ. Κ. την περίπτωση του απεσταλμένου μιας ξένης δύναμης, του κ. Χ., που επισκέφθηκε τη χώρα μας για κάτι υποθέσεις της κυβέρνησής του. Με λύπη πληροφορηθήκαμε πως όταν γύρισε στη χώρα του τιμωρήθηκε σκληρά μολονότι η αποστολή του είχε μεγάλη επιτυχία. Τον κατηγόρησαν, είπα εγώ, πως για να πετύχει στην αποστολή του δημιούργησε πολύ στενούς δεσμούς με μας, τον εχθρό. Πιστεύετε ότι αν δεν το ΄κανε αυτό θα μπορούσε να πετύχει; Σίγουρα όχι, είπε ο κ. Κ., έπρεπε να τρώει καλά για να μπορεί να διαπραγματεύεται με τους εχθρούς του, έπρεπε να κολακεύει εγκληματίες και να ειρωνεύεται τη χώρα του για να φτάσει το σκοπό του. Τότε λοιπόν έκανε σωστά τη δουλειά του; ρώτησα εγώ. Και βέβαια έκανε σωστά τη δουλειά του, αποκρίθηκε αφηρημένα ο κ. Κ. και θέλησε να μ΄ αποχαιρετήσει. Μα εγώ τον κράτησα από το μανίκι. Γιατί λοιπόν όταν γύρισε του φέρθηκαν με τέτοια περιφρόνηση; ρώτησα οργισμένος. Φαίνεται πως συνήθισε στο καλό φαί, συνέχισε να κάνει παρέα μ΄ εγκληματίες, κι έχασε τη σιγουριά στην κρίση του, είπε ο κ. Κ. αδιάφορα, γι΄ αυτό αναγκάστηκαν να πάρουν μέτρα εναντίον του. Και σεις το βρίσκετε σωστό αυτό που έκαναν; έφριξα εγώ. Μα βέβαια, τι άλλο θέλατε να κάνουν; ρώτησε ο κ. Κ., είχε το θάρρος ν΄ αναλάβει μια θανάσιμη αποστολή, αυτή ήταν η υπηρεσία που πρόσφερε. Πέθανε όμως πάνω στην αποστολή του. Τι έπρεπε να κάνουν λοιπόν; Αντί να τον θάψουν, να τον αφήσουν να σαπίσει και να καταπίνουν τη μπόχα;


Το ένστιχτο της ιδιοκτησίας

Όταν σε μια συντροφιά κάποιος ισχυρίστηκε ότι το ένστικτο της ιδιοκτησίας βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου, ο κ. Κ. αφηγήθηκε τούτη την ιστορία για τους μακρόχρονα εγκαταστημένους ψαράδες: Στη νότια ακτή της Ισλανδίας ζουν κάτι ψαράδες που χώρισαν με σημαδούρες τη θάλασσα σε χωράφια και τη μοίρασαν αναμεταξύ τους. Αυτά τα θαλασσοχώραφα τα λατρεύουν σάμπως να ΄ταν περιουσία τους. Νιώθουν ότι είναι και οι ίδιοι ένα κομμάτι απ΄ αυτά και δε θα τα παρατούσαν ακόμα κι αν δεν έβρισκαν σε τούτα τα χωράφια μήτε λέπι ψαριού για να ψαρέψουν. Περιφρονούν τους κατοίκους των παραλιακών πόλεων που αγοράζουν τα ψάρια τους, γιατί τους βλέπουν σαν ένα επιπόλαιο είδος ανθρώπου, ξεκομμένο από τη φύση. Οι ίδιοι λένε ότι είναι κάτοικοι της θάλασσας. Όταν ψαρεύουν μεγάλα ψάρια τα φυλάνε μέσα σε κάδους, τους δίνουν ονόματα και τα φροντίζουν το ίδιο καθώς φροντίζουν και την περιουσία τους. Εδώ και λίγο καιρό δε στέκουν οικονομικά καθόλου καλά, ωστόσο αρνούνται αποφασιστικά κάθε μεταρρύθμιση με αποτέλεσμα να ρίξουν ως τώρα πολλές κυβερνήσεις που αδιαφόρησαν για τις συνήθειές τους. Αυτοί οι ψαράδες αποδείχνουν ατράνταχτα ότι ο άνθρωπος είναι από φυσικού του υποταγμένος στη δύναμη της ιδιοκτησίας.


Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, ρώτησε τον κ. Κ. η κορούλα της οικονόμας του, θα φέρνονταν τότε πιο καλά στα μικρά ψαράκια; Σίγουρα, αποκρίθηκε εκείνος. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα ΄χτιζαν για τα μικρά ψαράκια στη θάλασσα τεράστια κλουβιά και θα ΄βαζαν μέσα διάφορες τροφές, φυτά καθώς και ζωντανά. Θα φρόντιζαν τα κλουβιά να ΄χουν πάντα καθαρό νερό και γενικά θα τα εφοδίαζαν με διάφορες εγκαταστάσεις υγιεινής. Όταν λόγου χάρη ένα ψαράκι τραυμάτιζε την ουρά του, οι καρχαρίες θα του ΄βαζαν αμέσως έναν επίδεσμο μην τυχόν και ψοφήσει και το χάσουν πριν την ώρα του. Έπειτα για να μη μελαγχολούν τα ψαράκια θα οργάνωναν κατά διαστήματα στη θάλασσα μεγάλες γιορτές, γιατί τα κεφάτα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα θλιμμένα. Τούτα τα μεγάλα κλουβιά θα είχαν βέβαια και τα σχολειά τους. Εκεί τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα του καρχαρία. Θα ΄πρεπε λόγου χάρη να μάθουν γεωγραφία για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες όταν αυτοί κάπου θα τεμπελιάζουν. Βέβαια το σπουδαιότερο θα ήταν η ηθική διάπλαση των μικρών ψαριών. Θα τους μάθαιναν ότι για ένα ψαράκι δεν υπάρχει μεγαλύτερη και ωραιότερη αρετή από το να θυσιάζεται πρόθυμα κι ότι όλα τα ψαράκια θα ΄πρεπε να πιστεύουν τυφλά στους καρχαρίες προπαντός όταν αυτοί τους λένε ότι θα φροντίσουν για ένα ωραίο μέλλον. Θα έδιναν στα ψαράκια να καταλάβουν πως αυτό το ωραίο μέλλον τότε μόνο θα είναι εξασφαλισμένο όταν εκείνα μάθουν να υπακούνε. Τα ψαράκια θα ΄πρεπε να φυλάγονται από κάθε λογής ταπεινές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις κι αν τύχαινε κανένα από δαύτα να φανερώσει τέτοιες αδυναμίες τ΄ άλλα ψαράκια θα ΄πρεπε να τ΄ αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα έκαναν βέβαια αναμεταξύ τους και διάφορους πολέμους για να κυριέψουν ξένα κλουβιά και ξένα ψαράκια. Στους πολέμους αυτούς ο κάθε καρχαρίας θα πολεμούσε με τα δικά του ψαράκια. Θα μάθαιναν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ΄ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα τους έλεγαν, είναι ως γνωστό βουβά, σωπαίνουν ωστόσο σε ολότελα διαφορετικές γλώσσες γι΄ αυτό και είναι αδύνατο να καταλάβει το ένα τ΄ άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε μερικά εχθρικά ψαράκια που σωπαίνουν σ΄ άλλη γλώσσα, θα καρφίτσωναν κι από ένα παράσημο από φύκι και θα του ΄διναν τον τίτλο του ήρωα. Αν βέβαια οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα είχαν και τη δική τους τέχνη. Θα είχαν ωραίους πίνακες που θα παράσταιναν τα δόντια των καρχαριών με θαυμάσια χρώματα, και τα στόματά τους θα ήταν σαν τους κήπους της Βαβυλώνας όπου μπορεί να κάνει κανείς τρελό σεργιάνι. Τα θέατρα στο βυθό θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια με την μπάντα μπροστά θα ορμούσαν μαγεμένα και νανουρισμένα με τις πιο όμορφες σκέψεις στο στόμα των καρχαριών. Δε θα ΄λειπε βέβαια και η θρησκεία αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Αυτή θα δίδασκε ότι τα ψαράκια μονάχα στην κοιλιά των καρχαριών θ΄ άρχιζαν να γεύονται την αληθινή ζωή. Εξάλλου αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι όλα τα ψαράκια δε θα ήταν πια ίσα κι όμοια όπως συμβαίνει σήμερα. Μερικά από δαύτα θ΄ αποχτούσαν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ΄ άλλα ψαράκια. Όσα μάλιστα είναι λίγο πιο μεγάλα θα είχαν το λεύτερο να τρώνε τα πιο μικρά. Αυτό θα ήταν άλλωστε ευχάριστο για τους καρχαρίες γιατί έτσι εκείνοι δε θα χρειάζονταν πια παρά να καταπίνουν συχνότερα πιο μεγάλες μπουκιές. Και τα πιο μεγάλα ψαράκια, αυτά που θα είχαν τις ψηλές θέσεις, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί στα ψαροκλουβιά. Κοντολογίς μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι θα είχαμε πολιτισμό στη θάλασσα.


Αναμονή

Ο κ. Κ. περίμενε κάτι μια μέρα μετά μια βδομάδα και μετά άλλον ένα μήνα. Στο τέλος είπε: Άντεξα να περιμένω έναν ολάκερο μήνα, δεν μπορώ όμως να περιμένω αυτή τη μέρα κι αυτή τη βδομάδα.


Ο απαραίτητος υπάλληλος

Ο κ. Κ. άκουσε να παινεύουν έναν υπάλληλο που δούλευε χρόνια σε μιαν υπηρεσία λέγοντας ότι είναι απαραίτητος στη θέση του, τόσο καλός υπάλληλος είναι. Και γιατί είναι απαραίτητος; ρώτησε θυμωμένος ο κ. Κ. Γιατί η υπηρεσία δε θα μπορούσε να σταθεί δίχως αυτόν, αποκρίθηκαν αυτοί που τον παίνευαν. Τότε τι σόι καλός υπάλληλος είναι, όταν η υπηρεσία δε στέκεται δίχως αυτόν; είπε ο κ. Κ. Είχε όλο τον καιρό να οργανώσει την υπηρεσία του έτσι, που να πάψει να είναι απαραίτητος. Στ΄ αλήθεια με τι ασχολείται; Θα σας το πω εγώ: κάνει εκβιασμό.


Προσβολή που την ανέχεσαι

Κατηγόρησαν κάποιο συνεργάτη τού κ. Κ. ότι κρατούσε στάση εχθρική απέναντί του. Ναι, αλλά μονάχα πίσω απ΄ την πλάτη μου, τον δικαιολόγησε ο κ. Κ.


Ο κ. Κ. οδηγεί αυτοκίνητο

Ο κ. Κ. έμαθε να οδηγεί αυτοκίνητο, στην αρχή όμως, δεν τα πήγαινε πολύ καλά. Μόλις έμαθα να οδηγώ ένα αυτοκίνητο, δικαιολογήθηκε, πρέπει όμως να μπορείς να οδηγείς δυό αυτοκίνητα, δηλαδή κι αυτό που πάει μπροστά από το δικό σου. Μονάχα όταν παρακολουθείς κάτω από ποιες συνθήκες πορεύεται το αυτοκίνητο που πάει μπροστά σου και σταθμίζεις τα εμπόδια που αντιμετωπίζει, ξέρεις πως πρέπει να οδηγείς εσύ σε σχέση με το άλλο αυτοκίνητο.


Ο κ. Κ. και η ποίηση

Σαν τέλειωσε το διάβασμα μιας ποιητικής συλλογής ο κ. Κ. είπε: Στη Ρώμη απαγόρευαν στους υποψήφιους για δημόσιες υπηρεσίες να φοράνε, όταν εμφανίζονταν στο φόρουμ, ρούχα με τσέπες, για να μη δέχονται δωροδοκίες. Έτσι και οι ποιητές δε θα ΄πρεπε να φοράνε ρούχα με μανίκια για να μη μπορούν να χύνουν αράδα στίχους.


Το ωροσκόπιο

Ο κ. Κ. πρότεινε σε άτομα που πήγαιναν σε αστρολόγους για να μάθουν το ωροσκόπιό τους ν΄ αναφέρουν στον αστρολόγο μιαν ημερομηνία από τη ζωή τους, μια συγκεκριμένη μέρα όπου τους έλαχε ένα ιδιαίτερα καλότυχο ή κακότυχο περιστατικό. Το ωροσκόπιο θα ΄πρεπε να επιτρέπει στον αστρολόγο να εξακριβώσει πάνω-κάτω το περιστατικό αυτό. Ωστόσο η πρόταση του κ. Κ. είχε πολύ λίγη επιτυχία, γιατί οι πληροφορίες που έδιναν οι αστρολόγοι στους πιστούς σχετικά με τον αστερισμό τους δεν ταίριαζαν βέβαια με το περιστατικό, ωστόσο οι πιστοί έλεγαν στο τέλος οργισμένοι ότι τα άστρα φωτίζουν μονάχα ορισμένες πιθανότητες κι αυτές μπορεί να υπήρχαν μια χαρά την ημέρα που έγινε το περιστατικό. Ο κ. Κ. απόρησε μ΄ αυτή τη δικαιολογία κι έθεσε ακόμα τούτο το ερώτημα: Δεν μπορώ να καταλάβω, είπε, πως είναι δυνατό να επηρεάζονται μονάχα οι άνθρωποι απ΄ όλα τα πλάσματα της γης από τη θέση των άστρων. Οι δυνάμεις αυτές δεν μπορούν ν΄ αφήσουν απέξω τα ζώα. Τι γίνεται αν ένας άνθρωπος ανήκει λόγου χάρη στον αστερισμό του υδροχόου κι έχει έναν ψύλλο που ανήκει, ας πούμε στον αστερισμό του ταύρου κι ο άνθρωπός μας πνιγεί στο ποτάμι; Μαζί του μπορεί να πνιγεί κι ο ψύλλος που πιθανό να έχει ευνοϊκό αστερισμό. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου αυτό.


Παρεξήγηση

Ο κ. Κ. πήγε σε μια συγκέντρωση και αφηγήθηκε μετά τούτη την ιστορία: Στη μεγάλη πολιτεία Χ υπάρχει ένας σύλλογος που έχει τ΄ όνομα Χμ χμ. Στο σύλλογο αυτό επικρατεί η παράδοση μετά από ένα θαυμάσιο γεύμα που γίνεται μια φορά το χρόνο τα μέλη να λένε δυό-τρεις φορές: Χμ χμ. Στο σύλλογο αυτό ανήκουν άνθρωποι που τους είναι αδύνατο να σωπαίνουν και να θάβουν τη γνώμη τους, μα που έφτασαν ωστόσο να διαπιστώσουν ότι οι άλλοι παρεξηγούν πάντα αυτά που λένε. Μαθαίνω ωστόσο, είπε ο κ. Κ. κουνώντας το κεφάλι, ότι μερικοί παρεξηγούν κι αυτό ακόμα το Χμ χμ, γιατί πιστεύουν ότι σε σημαίνει τ ί π ο τ α.


Οι δυό οδηγοί

Όταν ρώτησαν κάποτε τον κ. Κ. για τον τρόπο δουλειάς δυό ανθρώπων του θεάτρου, εκείνος έκανε τούτη τη σύγκριση. Γνωρίζω κάποιον οδηγό που ξέρει καλά τον κώδικα κυκλοφορίας, φρενάρει όταν πρέπει και ξέρει να χρησιμοποιεί τον κώδικα για το καλό του. Είναι μάστορης στο να πατάει γκάζι και μετά να κατεβαίνει πάλι σε μια κανονική ταχύτητα, να μην κουράζει τη μηχανή του αυτοκινήτου του κι έτσι κατορθώνει πάντα να πορεύεται προσεκτικά και τολμηρά ανάμεσα στ΄ άλλα οχήματα. Ένας άλλος οδηγός που γνωρίζω χρησιμοποιεί μιαν άλλη μέθοδο. Περισσότερο από το δικό του αμάξι ενδιαφέρεται για ολάκερη την κυκλοφορία και θεωρεί τον εαυτό του ένα μικρό κομμάτι της. Δε νοιάζεται ούτε να χρησιμοποιήσει τα δικαιώματα που έχει ούτε και να προβάλει ιδιαίτερα τον εαυτό του. Οδηγεί πάντα στο ίδιο πνεύμα με τον οδηγό που πάει μπροστά του και μ΄ εκείνον που έρχεται πίσω του και η μόνιμη ικανοποίησή του είναι να μπορούν να πορεύονται όλα τ΄ αμάξια μαζί και οι πεζοί.


Αίσθημα δικαιοσύνης

Ο οικοδεσπότης του κ. Κ. είχε ένα σκύλο που παρουσιάστηκε μια μέρα με σκυμμένο το κεφάλι σαν ένοχος. Κάτι έχει κάνει, πρέπει αμέσως να του μιλήσετε με αυστηρότητα και πικρία, είπε ο κ. Κ.. Ναι μα δεν ξέρω τι έχει κάνει, δικαιολογήθηκε ο οικοδεσπότης. Αυτό δεν μπορεί να το ξέρει ο σκύλος, επέμενε ο κ. Κ., πρέπει να εκφράσετε αμέσως τη δυσαρέσκειά σας αλλιώς θα πληγωθεί το αίσθημα δικαιοσύνης του.


Φιλική συμπεριφορά

Ο κ. Κ. εκτιμούσε πολύ τη φιλική συμπεριφορά. Έλεγε: Να συντηρείς κάποιον έστω και φιλικά, να μην κρίνεις κάποιον ανάλογα με τις δυνατότητές του, να φέρεσαι σε κάποιον φιλικά μόνο όταν κι αυτός σου φέρεται έτσι, να κοιτάζεις κάποιον ψυχρά όταν αυτός σου φέρεται εγκάρδια, να τον κοιτάζεις εγκάρδια όταν αυτός είναι ψυχρός, όλα τούτα δεν είναι καθόλου φιλικά.


Ο κ. Κ. και η ζωγραφική της ανεψιάς του*

Ο κ. Κ. κοίταζε τη ζωγραφιά που είχε κάνει η ανεψιά του. Έδειχνε μια κότα που πετούσε πάνω από την αυλή. Γιατί η κότα σου έχει τρία πόδια; ρώτησε ο κ. Κ. Μα οι κότες δεν μπορούν να πετάξουν, αποκρίθηκε η μικρή καλλιτέχνις, της χρειάζεται λοιπόν ένα τρίτο πόδι για να πάρει φόρα. Χαίρομαι που ρώτησα, είπε ο κ. Κ.


Ο κ. Κ. και οι σωματικές ασκήσεις

Κάποιος φίλος του είπε στον κ. Κ. ότι η υγεία του βελτιώθηκε αφότου το φθινόπωρο, μάζεψε μόνος του τα κεράσια μιας μεγάλης κερασιάς. Σκαρφάλωσε ως τα πιο ψηλά κλαριά και οι περίπλοκες κινήσεις που έκανε για να φτάσει τα κεράσια γύρω του και πάνω από το κεφάλι του, φαίνεται, λέει, πως του έκαναν καλό. Και τα κεράσια; Τα φάγατε; ρώτησε ο κ. Κ., κι όταν ο φίλος του απάντησε καταφατικά είπε: Τέτοιες σωματικές ασκήσεις θα τις έκανα εγώ.


Οργή και συμβουλή

Ο κ. Κ. έλεγε: Είναι δύσκολο να συμβουλέψεις κάποιον που σ΄ έχει κάνει να θυμώσεις. Κι όμως αυτό είναι απαραίτητο γιατί αυτός είναι που χρειάζεται τη συμβουλή περισσότερο από κάθε άλλον.


Δωροδοκία*

Όταν ο κ. Κ. έτυχε να μιλήσει σε μια συντροφιά της εποχής του για την καθαρή γνώση ανάφερε ότι αυτήν μπορεί να την αποκτήσει κανείς μονάχα σαν καταπολεμήσει τη δωροδοκία. Ρώτησαν τότε μερικοί τον κ. Κ. πάνω στην κουβέντα τι είν΄ εκείνο που χαρακτηρίζει τη δωροδοκία. Το χρήμα, αποκρίθηκε γρήγορα ο κ. Κ. Τότε όλοι απόρησαν κι άρχισαν τα α! και τα ου!, μερικοί μάλιστα κούνησαν το κεφάλι τους αγανακτισμένοι. Αυτό δείχνει ότι όλοι περίμεναν ν΄ ακούσουν κάτι πιο ραφινάτο. Κι έτσι ομολόγησαν την επιθυμία τους: ότι δηλαδή θα ήθελαν αυτοί που δωροδοκούνται να δωροδοκούνται με κάτι ραφινάτο, πνευματικό, κι ότι δε θα ήθελαν να κατηγορήσουν κάποιον που δωροδοκήθηκε ότι του λείπει το μυαλό.

Λένε ότι πολλοί δωροδοκούνται με τιμές κι αξιώματα, που θα πει: όχι με λεφτά. Κι ενώ παίρνουν πίσω τα λεφτά από ανθρώπους που αποδείχτηκε ότι τα καταχράστηκαν, εκείνους που το ίδιο καταχρηστικά δέχτηκαν τιμές κι αξιώματα δεν τους πειράζουν.

Γι΄ αυτό και πολλοί που κατηγορήθηκαν ότι είναι εκμεταλλευτές προτιμούν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι πήραν τα λεφτά για να μπορέσουν να κυβερνήσουν, αντί να κατηγορηθούν ότι κυβέρνησαν για ν΄ αποκτήσουν λεφτά. Ωστόσο ακόμα κι εκεί όπου το χρήμα ταυτίζεται με την εξουσία, η εξουσία δεν είναι κάτι που μπορεί να δικαιολογήσει τη ληστεία.


Λάθος και πρόοδος*

Όταν κανείς κρίνει μόνο από τον εαυτό του δεν μπορεί ποτέ να πιστέψει ότι κάνει λάθη, γι΄ αυτό και δεν προκόβει. Είναι λοιπόν απαραίτητο να σκέφτεται αυτούς που θα συνεχίσουν τη δουλειά του. Μονάχα έτσι εμποδίζει κανείς κάτι να φτάσει στο τέλος του.


Να γνωρίζεις τους ανθρώπους*

Ο κ. Κ. γνώριζε λίγο τους ανθρώπους. Έλεγε: Χρειάζεται να γνωρίζεις τους ανθρώπους μονάχα εκεί όπου υπάρχει εκμετάλλευση.  Σ κ έ φ τ ο μ α ι  σ η μ α ί ν ε ι  α λ λ ά ζ ω. Όταν σκέφτομαι κάποιον τον αλλάζω, έχω σχεδόν την εντύπωση ότι δεν είναι έτσι όπως είναι, αλλά ότι ήταν έτσι όταν εγώ πρωτάρχισα να τον σκέφτομαι.


Ο κ. Κ. και η παλίρροια*

Ο κ. Κ. διάβαινε από μια κοιλάδα όταν ξαφνικά παρατήρησε ότι τα πόδια του βούλιαζαν στο νερό. Πρόσεξε τότε ότι η κοιλάδα δεν ήταν παρά προέκταση της θάλασσας κι ότι σίμωνε η ώρα της παλίρροιας. Στάθηκε παρευθύς κι άρχισε να ψάχνει για καμιά βάρκα κι όσο έλπιζε ότι θα την έβρισκε δεν το κουνούσε από τη θέση του. Σαν είδε όμως ότι βάρκα δεν υπήρχε πουθενά παραιτήθηκε από τούτη την ελπίδα κι άρχισε να ελπίζει ότι η στάθμη του νερού δε θ΄ ανέβαινε άλλο. Μονάχα όταν το νερό έφτασε ίσαμε το σαγόνι του έπαψε να ελπίζει κι άρχισε να κολυμπάει. Είχε καταλάβει πως βάρκα ήταν ο ίδιος.


Ο κ. Κ. και η ηθοποιός

Ο κ. Κ. είχε μια φίλη ηθοποιό που δεχόταν δώρα από κάποιον πλούσιο, γι΄ αυτό και η γνώμη της για τους πλούσιους ήταν διαφορετική από του κ. Κ. Ο κ. Κ. πίστευε ότι οι πλούσιοι είναι κακοί άνθρωποι, μα η φίλη του πίστευε ότι δεν είναι όλοι κακοί. Γιατί το πίστευε αυτό; Όχι γιατί της έκαναν δώρα, μα γιατί εκείνη δεχόταν δώρα και γιατί πίστευε πως δε θα ήταν ποτέ δυνατό να δέχεται δώρα από κακούς ανθρώπους. Μετά από πολλή σκέψη ο κ. Κ. έφτασε να μην πιστεύει πια για τη φίλη του ό,τι αυτή πίστευε για τον εαυτό της. Πάρε τα λεφτά τους!, φώναξε ο κ. Κ. (εκμεταλλευόμενος το αναπόφευκτο). Τα δώρα που σου κάνουν δεν τα πλέρωσαν, τα ΄κλεψαν! Πάρε λοιπόν τα κλοπιμαία απ΄ αυτούς τους κακούς ανθρώπους για να μπορείς να ΄σαι μια καλή ηθοποιός! Καλά δεν μπορώ να ΄μαι και δίχως λεφτά μια καλή ηθοποιός; τον ρώτησε η φίλη του. Όχι, είπε έντονα ο κ. Κ., όχι, όχι, όχι!


Ο κ. Κ. και οι εφημερίδες*

Ο κ. Κ. αντάμωσε τον κ. Βιρ που έκανε πόλεμο στις εφημερίδες. Είμαι ένας μεγάλος εχθρός των εφημερίδων, είπε ο κ. Βιρ, δε θέλω εφημερίδες. Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Εγώ είμαι ακόμα μεγαλύτερος εχθρός των εφημερίδων. Θέλω άλλες εφημερίδες.

Γράφτε μου σ΄ ένα χαρτί, είπε ο κ. Κ. στον κ. Βιρ, τι ζητάτε για να μπορούν να εκδίδονται εφημερίδες. Γιατί οι εφημερίδες δε θα πάψουν να εκδίδονται. Ζητείστε όμως το ελάχιστο. Αν λόγου χάρη ζητούσατε να τις εκδίδουν άνθρωποι που εξαγοράζονται αυτό θα μου ήταν πιο ευχάριστο από το να ζητάτε αδέκαστους, γιατί αυτούς που εξαγοράζονται θα τους δωροδοκούσα για να βελτιώσουν τις εφημερίδες. Μα κι αν ακόμα ζητάτε αδέκαστους ας αρχίσουμε να ψάχνουμε μπας και τους βρούμε, κι αν πάλι δεν τους βρούμε ας δοκιμάσουμε να τους φτιάξουμε. Γράφτε μου σ΄ ένα χαρτί πως θέλετε να είναι οι εφημερίδες και αν τύχει και βρούμε ένα μερμήγκι που να συμφωνεί με το χαρτί σας θ΄ αρχίσουμε αμέσως. Ετούτο το μερμήγκι θα μας βοηθήσει περισσότερο να διορθώσουμε τις εφημερίδες από μια γενική κατακραυγή ότι οι εφημερίδες είναι αδιόρθωτες. Γιατί πιο εύκολα μπορεί ένα μερμήγκι να μετακινήσει ένα βουνό, από τη διάδοση ότι το βουνό είναι αμετακίνητο.

Αν είναι αλήθεια ότι οι εφημερίδες είναι ένα μέσο για την αταξία, το ίδιο αλήθεια είναι ότι είναι κι ένα μέσο για την τάξη. Άνθρωποι σαν τον κ. Βιρ αποδείχνουν ακριβώς με τη δυσαρέσκειά τους την αξία των εφημερίδων. Ο κ. Βιρ λέει ότι τον απασχολεί η σημερινή ανάξια λόγου ποιότητα των εφημερίδων, εκείνο όμως που τον απασχολεί στην πραγματικότητα είναι η αυριανή άξια λόγου ποιότητά τους.

Ο κ. Βιρ πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι ψηλά κι ότι οι εφημερίδες δεν μπορούν να καλυτερέψουν. Ο κ. Κ. πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι χαμηλά κι ότι οι εφημερίδες μπορούν να καλυτερέψουν. Τα πάντα μπορούν να καλυτερέψουν, είπε ο κ. Κ., εκτός από τον άνθρωπο.


Για την προδοσία

Πρέπει να κρατάμε μιαν υπόσχεση;

Πρέπει να δίνουμε μιαν υπόσχεση; Εκεί που χρειάζονται υποσχέσεις δεν υπάρχει τάξη. Πρέπει λοιπόν να οικοδομηθεί η τάξη. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτα. Τι υπόσχεται το χέρι στο κεφάλι; Ότι θα παραμείνει χέρι και δε θα γίνει πόδι. Γιατί το χέρι γίνεται, κάθε εφτά χρόνια, κι ένα άλλο χέρι. Όταν δώσεις σε κάποιον μιαν υπόσχεση και κατόπι τον προδώσεις είναι σίγουρο ότι πρόδωσες τον ίδιο άνθρωπο; Όταν δίνεις σ΄ έναν άνθρωπο μιαν υπόσχεση κι αυτός βρίσκεται αδιάκοπα κάτω από διαφορετικές συνθήκες που σημαίνει ότι αλλάζει αδιάκοπα ανάλογα με τις συνθήκες και γίνεται άλλος άνθρωπος, πως είναι δυνατό να κρατήσεις μιαν υπόσχεση που έδωσες σε κάποιον άλλο; Αυτός που σκέφτεται προδίνει. Αυτός που σκέφτεται δεν υπόσχεται τίποτα εκτός από τ΄ ότι θα εξακολουθήσει πάντα να σκέφτεται.


Σχόλιο

Ο κ. Κ. είπε για κάποιον: Είναι μεγάλος πολιτικός. Δεν κρίνει ποτέ τις δυνατότητες ενός ανθρώπου με βάση τη σημερινή κατάστασή του. Το γεγονός ότι σήμερα εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους σε βάρος του καθενός χωριστά κι αυτό βέβαια είναι κάτι που οι άνθρωποι δεν το θέλουν, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι δε θέλουν να τους εκμεταλλεύονται. Η ευθύνη αυτών που εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους σε βάρος του καθενός χωριστά είναι ακόμα μεγαλύτερη γιατί κάνουν κατάχρηση μιας επιθυμίας που έχει τεράστια ηθική βάση.


Η εξυπηρέτηση των συμφερόντων

Ο βασικός λόγος που μας υποχρεώνει να υπηρετούμε τα συμφέροντα είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός από σκέψεις δεν είναι δυνατό να γίνουν, γιατί είναι αντίθετες στα συμφέροντα αυτών που σκέφτονται. Όταν δεν μπορούμε να υπηρετήσουμε τα συμφέροντα είναι ανάγκη να τα δείχνουμε και να τονίζουμε την πολλαπλότητά τους. Μονάχα έτσι μπορεί αυτός που σκέφτεται να κάνει σκέψεις που υπηρετούν τα συμφέροντα των άλλων, γιατί πιο εύκολα μπορεί κανείς να σκέφτεται τα ξένα συμφέροντα παρά να ζει δίχως συμφέροντα.


Οι δυό θυσίες

Όταν έφτασε η εποχή της ματωμένης σύγχυσης που την είχε προβλέψει και που είχε πει ότι θα κατάπινε κι αυτόν, θα τον εξαφάνιζε και θα τον έσβηνε για πολύ καιρό, ήρθαν και πήραν το στοχαστή από το δημόσιο χτίριο.

Έδειξε τότε τι ήθελε να πάρει μαζί του σ’ αυτή την κατάσταση της τέλειας αφάνειας και φοβόταν κιόλας μήπως είναι πάρα πολλά, κι όταν τα μάζεψαν και τ’ ακούμπησαν μπροστά του δεν ήταν περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να σηκώσει ένας άνθρωπος ούτε και περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να χαρίσει. Ανάσανε τότε ο στοχαστής και παρακάλεσε να του τα βάλουν σ’ ένα σάκο κι ήταν τα πιο πολλά βιβλία και χαρτιά που δεν έκρυβαν περισσότερη γνώση απ’ όση θα μπορούσε να ξεχάσει ένας άνθρωπος. Ετούτο το σάκο πήρε μαζί του καθώς και μια κουβέρτα –αυτή τη διάλεξε με κριτήριο το πόσο εύκολα θα μπορούσε να την καθαρίσει. Ό,τι άλλα πράγματα είχε γύρω του τα παράτησε και τα δώρισε δείχνοντας με μια λέξη τη λύπη του και με πέντε λέξεις τη συγκατάθεσή του.

Αυτή ήταν η εύκολη θυσία.

Ξέρουμε ωστόσο και μιαν άλλη θυσία που έκανε και που ήταν πιο δύσκολη. Καθώς πάσχιζε να κρυφτεί βρέθηκε κάποτε πάλι σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Εκεί, λίγο πριν τον καταπιεί η ματωμένη σύγχυση καθώς το ‘χε προβλέψει, έδωσε την κουβέρτα του για μιαν άλλη, πιο ακριβή, ή και για πολλές κουβέρτες, έδωσε ακόμα και το σάκο του δείχνοντας με μια λέξη τη λύπη του και με πέντε λέξεις τη συγκατάθεσή του, κατόπι ξέχασε και τη σοφία του για να ολοκληρωθεί η εξαφάνισή του.

Αυτή ήταν η δύσκολη θυσία.


Δείγμα καλής ζωής*

Ο κ. Κ. είδε κάπου μια παλιά καρέκλα, δουλεμένη με περίσσια τέχνη, και την αγόρασε. Ελπίζω κάπου να καταλήξω, είπε, όταν σκέφτομαι πως θα ‘πρεπε να είναι οργανωμένη η ζωή μας ώστε μια καρέκλα σαν κι ετούτη δω να μη χτυπάει στο μάτι, ούτε και η επιθυμία να την αποκτήσεις να ‘χει κάτι το υβριστικό ή το ξεχωριστό.

Μερικοί φιλόσοφοι, εξήγησε ο κ. Κ., έθεσαν το ερώτημα πως θα ήταν η ζωή μας αν ξεκινούσε κάθε φορά σε μια αποφασιστική στιγμή από την τελευταία επιτυχία. Αν ζούσαμε μια σωστή ζωή, δε θα μας χρειάζονταν στην πραγματικότητα ούτε μεγάλα κίνητρα ούτε και πολύ σοφές συμβουλές, κι όλες οι επιλογές και τα ψειρίσματα θα ήταν περιττά, είπε ο κ. Κ., εκτιμώντας αφάνταστα τούτο το ερώτημα.


Για την αλήθεια*

Στον κ. Κ., το στοχαστή, πήγε ο μαθητής Τιφ και του είπε: Θέλω να μάθω την αλήθεια.

Ποιαν αλήθεια; Η αλήθεια είναι γνωστή. Θέλεις να μάθεις την αλήθεια για το εμπόριο των ψαριών; Ή μήπως θέλεις να μάθεις την αλήθεια για το φορολογικό σύστημα; Αν μαθαίνοντας την αλήθεια για το εμπόριο των ψαριών πάψεις να πληρώνεις ακριβά τα ψάρια τους, τότε δε θα σου πουν την αλήθεια, είπε ο κ. Κ.


Αγάπη για ποιον;

Είπαν στον κ. Κ. ότι η ηθοποιός Ζ αυτοκτόνησε επειδή είχε έναν άτυχο έρωτα. Κι ο κ. Κ. είπε: Αυτοκτόνησε από αγάπη για τον ίδιο της τον εαυτό. Τον Χ πάντως δεν μπορεί να τον αγαπούσε. Αλλιώς δε θα του το ‘κανε αυτό. Αγάπη είναι η επιθυμία να θέλεις να δίνεις κι όχι να παίρνεις. Αγάπη είναι η τέχνη τού να παράγεις κάτι με τις ικανότητες κάποιου άλλου. Για να το πετύχεις αυτό χρειάζεσαι την εκτίμηση και τη συμπάθεια του άλλου. Αυτά πάντα μπορείς να τα κερδίσεις. Η αχαλίνωτη επιθυμία τού να θέλεις ν’ αγαπιέσαι έχει πολύ λίγη σχέση με την αληθινή αγάπη. Η αγάπη για τον εαυτό μας κρύβει πάντα μέσα της την αυτοκτονία.


Ποιος γνώριζε ποιον;

Ο κ. Κ. ρώτησε δυό γυναίκες για τον άντρα τους.

Η μια του είπε:

Έζησα μαζί του είκοσι χρόνια. Κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο και στο ίδιο κρεβάτι. Τρώγαμε πάντα μαζί. Μου μιλούσε για όλες τις δουλειές του. Γνώρισα τους γονείς του κι έκανα παρέα μ’ όλους τους φίλους του. Ήξερα όσες αρρώστιες του ήξερε και κάτι άλλες ακόμα που δεν τις ήξερε. Τον γνωρίζω όσο κανένας άλλος.

Τον γνωρίζεις λοιπόν; Ρώτησε ο κ. Κ.

Ναι, τον γνωρίζω.

Ο κ. Κ. ρώτησε και μιαν άλλη γυναίκα για τον άντρα της. Αυτή του είπε:

Συχνά χανόταν για πολύ καιρό και ποτέ δεν ήξερα αν θα ξανάρθει. Έχει να φανεί εδώ κι ένα χρόνο. Δεν ξέρω αν θα ξανάρθει. Δεν ξέρω αν είναι από καλό σπίτι ή από τα σοκάκια του λιμανιού. Το σπίτι που ζω είναι καλό. Θα ‘ρχόταν όμως αν ζούσα σ’ ένα κακό σπίτι –ποιος ξέρει; Ποτέ δε μου λέει τίποτα, μιλάει μαζί μου μόνο για τις δικές μου υποθέσεις. Αυτές τις ξέρει πολύ καλά. Ξέρω τι λέει, το ξέρω αλήθεια; Κάποτε μου ‘ρχεται πεινασμένος. Άλλοτε πάλι χορτάτος. Δεν τρώει όμως πάντα όταν πεινάει, ούτε κι όταν είναι χορτάτος αρνιέται το φαγητό. Κάποτε γύρισε με μια πληγή˙ του την έδεσα. Άλλοτε μου τον έφεραν σηκωτό. Μιαν άλλη φορά έδιωξε όλον τον κόσμο από το σπίτι μου. Όταν τον φωνάζω «σκοτεινό υποκείμενο» γελάει και μου λέει: Ό,τι είναι μακριά είναι σκοτεινό, ό,τι όμως βρίσκεται εδώ είναι φωτεινό. Κάποτε όμως κατσουφιάζει όταν τον φωνάζω έτσι. Δεν ξέρω αν τον αγαπώ. Εγώ…

Φτάνει, μην πεις τίποτ’ άλλο, είπε γρήγορα ο κ. Κ., βλέπω ότι τον γνωρίζεις. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει έναν άνθρωπο περισσότερο απ’ όσο εσύ αυτόν.


Το πιο καλό ύφος*

Η μοναδική παρατήρηση που έκανε ο κ. Κ. σχετικά με το ύφος είναι τούτη: Πρέπει να είναι αποφθεγματικό. Το απόφθεγμα είναι απρόσωπο. Ποια είναι τα καλύτερα παιδιά; Εκείνα που σε κάνουν να ξεχνάς τον πατέρα τους.


Ο κ. Κ. και ο γιατρός

Ο γιατρός Σ. είπε στον κ. Κ. με παράπονο: Μίλησα για ένα σωρό πράγματα που ήταν άγνωστα. Και δε μίλησα μονάχα, αλλά γιάτρεψα κιόλα.

Και γνωρίζουν τώρα τι πραγματεύτηκες; Τον ρώτησε ο κ. Κ.

Όχι, αποκρίθηκε ο κ. Σ. Καλύτερα το άγνωστο να παραμένει άγνωστο, παρά να πληθαίνουν τα μυστικά, είπε γρήγορα ο κ. Κ.


Καλύτερα όμοιοι παρά διαφορετικοί*

Καλό δεν είναι ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, αλλά ότι είναι όμοιοι. Οι όμοιοι αρέσουν ο ένας του άλλου. Οι διαφορετικοί βαριούνται ο ένας τον άλλο.


Ο στοχαστής και ο κουτός μαθητής*

Στον κ. Κ. το στοχαστή, πήγε ένας κουτός μαθητής και του είπε: Στην Αμερική υπάρχει ένα μοσχάρι με πέντε κεφάλια. Τι έχεις να πεις πάνω σ’ αυτό; Τίποτα, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Ο κουτός μαθητής χάρηκε τότε και είπε: Όση περισσότερη η σοφία σου, τόσα περισσότερα θα μπορούσες να πεις. Ο κουτός περιμένει πολλά. Αυτός που στοχάζεται λέει λίγα.


Για τη στάση*

Η σοφία είναι αποτέλεσμα της στάσης.

Επειδή όμως δεν είναι και στόχος της στάσης, δεν μπορεί να παρακινήσει κανένα στο να μιμείται τη στάση.

Εσείς δεν τρώτε όπως εγώ. Αν όμως φάτε με το δικό μου τρόπο θα σας ωφελήσει.

Αυτό που λέω τώρα: ότι οι πράξεις ξεκινάνε από τη στάση, ίσως να ‘ναι έτσι. Για να γίνει όμως έτσι πρέπει πρώτα να βάλετε σε τάξη τις ανάγκες.

Συχνά, είπε ο στοχαστής, βλέπω ότι έχω τη στάση του πατέρα μου. Ποτέ όμως δεν κάνω τις ίδιες πράξεις με τον πατέρα μου. Γιατί ενεργώ διαφορετικά; Γιατί οι ανάγκες είναι διαφορετικές. Βλέπω όμως ότι η στάση κρατάει περισσότερο από τον τρόπο δράσης: αντιστέκεται στις ανάγκες.

Είναι μερικοί άνθρωποι που δεν μπορούν να ενεργήσουν παρά μονάχα μ’ έναν τρόπο αν δε θέλουν να χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Γι’ αυτό, επειδή δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τις ανάγκες χάνονται εύκολα. Μα εκείνος που έχει μια δική του στάση μπορεί να κάνει πολλά δίχως να χάσει την αξιοπρέπειά του.


Σε τι ήταν ενάντιος ο κ. Κ.*

Ο κ. Κ. δεν ήθελε τους αποχαιρετισμούς, τις χαιρετούρες, τις επετείους, τις γιορτές, δεν ήθελε να τελειώνει μια δουλειά, ν’ αρχίζει μια καινούρια καμπή στη ζωή, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών, την εκδίκηση και τις τελεσίδικες αποφάσεις.


Πως ν’ αντέχεις στο σίφουνα*

Όταν ο στοχαστής βρέθηκε σε μια μεγάλη καταιγίδα καθόταν σ’ ένα μεγάλο αμάξι κι έπιανε πολύ τόπο. Το πρώτο που έκανε ήταν να κατεβεί από τ’ αμάξι. Το δεύτερο ήταν να βγάλει το σακάκι του. Το τρίτο να ξαπλώσει χάμω. Έτσι άντεξε στο σίφουνα μικραίνοντας όσο μπορούσε περισσότερο. Σαν το διάβασε αυτό ο κ. Κ. είπε: Είναι χρήσιμο να κρατάς τη γνώμη που έχουν οι άλλοι για το άτομό σου. Αλλιώς δε θα σε καταλάβουν.


Η αρρώστια του κ. Κ.*

Γιατί είσαι άρρωστος; ρώτησαν τον κ. Κ. Γιατί το κράτος δεν είναι εντάξει, αποκρίθηκε εκείνος. Γι’ αυτό κι ο τρόπος ζωής μου δεν είναι εντάξει, και τα νεφρά μου, τα μούσκουλά μου, η καρδιά μου, παρουσιάζουν ανωμαλίες. Όταν μπαίνω σε πολιτείες τα πάντα κινούνται είτε πιο γρήγορα είτε πιο αργά από μένα. Μιλώ μονάχα σ’ αυτούς που μιλάνε κι ακούω μονάχα όταν όλοι ακούνε. Κερδίζω χρόνο μόνο από την ασάφεια, από τη σαφήνεια δεν κερδίζω τίποτα, εκτός κι αν αυτή είναι χτήμα ενός ανθρώπου μονάχα.


Ακεραιότητα

Ρώτησαν τον κ. Κ. πως μπορεί ν’ αναθρέψεις έναν άνθρωπο έτσι που να γίνει αδέκαστος. Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Με το να τον χορτάσεις. Στην ερώτηση πως μπορείς να σπρώξεις κάποιον να κάνει καλές προτάσεις ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Όταν φροντίσεις να συμμετέχει κι αυτός στα οφέλη που φέρνουν οι προτάσεις του, κι όταν δεν μπορεί ν’ αποκτήσει τα οφέλη αυτά μ’ άλλον τρόπο, δηλαδή μόνος του.


Περίπτωση ενοχής*

Μια μαθήτρια παραπονέθηκε για τον προδοτικό χαρακτήρα του κ. Κ. Ίσως, δικαιολογήθηκε ο κ. Κ., προσέχει κανείς πολύ γρήγορα την ομορφιά σου και την ξεχνάει πολύ γρήγορα. Οπωσδήποτε εσύ κι εγώ πρέπει να φταίμε γι’ αυτό, ποιος άλλος; Και της θύμισε τι πρέπει να κάνει κανείς όταν οδηγεί αυτοκίνητο.


Ο ρόλος των συναισθημάτων

Ο κ. Κ. ήταν με το μικρό γιο του στην εξοχή. Ένα πρωί τον βρήκε να κλαίει στην άκρη του κήπου. Τον ρώτησε τι ήταν αυτό που τον στενοχωρούσε, το ‘μαθε και συνέχισε το δρόμο του. Όταν όμως στο γυρισμό είδε ότι ο μικρός εξακολουθούσε να κλαίει τον φώναξε κοντά του και του είπε: Τι νόημα έχει να κλαις με τέτοιο δυνατό αγέρα όπου είναι αδύνατο να σ’ ακούσουν; Ο μικρός κοντοστάθηκε, κατάλαβε το λογικό επιχείρημα και ξαναγύρισε στο παιχνίδι του δίχως να δείξει κανένα άλλο συναίσθημα.


Για τον νεαρό Κόϋνερ

Μιλώντας κάποιος για τον νεαρό Κ. είπε ότι τον άκουσε να λέει ένα πρωί σε μια κοπέλα που του άρεσε πολύ: Χτες τη νύχτα σας είδα στον ύπνο μου. Ήσασταν πολύ λογική.


Πολυτέλεια*

Ο στοχαστής κατάκρινε συχνά τη φίλη του για την πολυτέλειά της. Μια φορά ανακάλυψε ότι είχε τέσσερα ζευγάρια παπούτσια. Μα έχω και τεσσάρων ειδών πόδια, δικαιολογήθηκε εκείνη. Ο στοχαστής γέλασε και ρώτησε: Και τι κάνεις όταν σου χαλάσει ένα ζευγάρι; Τότε εκείνη κατάλαβε ότι δεν είχε φωτιστεί απόλυτα και του είπε: Έκανα λάθος, έχω πέντε ειδών πόδια. Μ’ αυτή την εξήγηση ο στοχαστής φωτίστηκε τελικά.


Δούλος ή άρχοντας*

Όποιος δεν ασχολείται με τον εαυτό του φροντίζει ν’ ασχολούνται οι άλλοι μ’ αυτόν. Είναι ή δούλος ή άρχοντας. Ο δούλος κι ο άρχοντας δε διαφέρουν σχεδόν καθόλου, εκτός για δούλους και γι’ άρχοντες, είπε ο κ. Κ. ο στοχαστής.

Τότε λοιπόν σωστός άνθρωπος είν’ εκείνος που ασχολείται με τον εαυτό του;

Εκείνος που ασχολείται με τον εαυτό του δεν ασχολείται με τίποτα. Είναι δούλος του τίποτα και άρχοντας του τίποτα.

Το λοιπόν σωστός άνθρωπος είναι αυτός που δεν ασχολείται με τον εαυτό του;

Ναι, αν δε δίνει αφορμή ν’ ασχολούνται οι άλλοι μαζί του, που θα πει να μην ασχολούνται με τίποτα και να μην υπηρετούν τίποτα που δεν είναι δικό τους ή να μην εξουσιάζουν τίποτα που δεν είναι δικό τους, είπε γελώντας ο κ. Κ. ο στοχαστής.


Μια αριστοκρατική στάση*

Ο κ. Κ. είπε: Έτυχε να πάρω κι εγώ κάποτε μιαν αριστοκρατική στάση. (Ξέρετε, όρθιος, στητός και περήφανος, με το κεφάλι ριγμένο πίσω). Βρισκόμουν βλέπετε στο νερό και η στάθμη του όλο ανέβαινε. Επειδή έφτασε ως το σαγόνι μου αναγκάστηκα να πάρω αυτή τη στάση.


Η εξέλιξη των μεγαλουπόλεων*

Πολλοί πιστεύουν ακλόνητα ότι οι μεγαλουπόλεις ή τα εργοστάσια θ’ απλωθούν στο μέλλον σε μια ολοένα και μεγαλύτερη και στο τέλος αχανή έκταση. Στη σκέψη αυτή άλλοι τρομάζουν κι άλλοι ελπίζουν. Δεν υπάρχει όμως κανένας σίγουρος τρόπος για να εξακριβώσει κανείς ως ποιο σημείο αληθεύει ο ισχυρισμός αυτός. Έτσι ο κ. Κ. πρότεινε να μην υπολογίζουμε, όσο ζούμε τουλάχιστο, σε τέτοια εξέλιξη, που θα πει να μη συμπεριφερόμαστε έτσι σα να είναι δυνατό να ξεφύγουν οι πολιτείες ή τα εργοστάσια από το μέτρο. Τα πάντα στην εξέλιξη, είπε ο κ. Κ., μοιάζει να υπολογίζονται με βάση την αιωνιότητα.

Ποιος θα τολμούσε να περιορίσει κατά κάποιο τρόπο έναν ελέφαντα που είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από ένα μοσχάρι; Ωστόσο κι αυτός ξεπερνάει μονάχα το μοσχάρι όχι όμως κι έναν ελέφαντα.


Για τα Συστήματα

Για πολλά λάθη, είπε ο κ. Κ., φταίει το γεγονός ότι συνηθίζουμε να διακόπτουμε πάρα πολύ λίγο ή να μη διακόπτουμε καθόλου τους ομιλητές. Έτσι δημιουργείται μια απατηλή ενότητα που επειδή είναι ενότητα, κάτι που κανένας δεν μπορεί να τ’ αμφισβητήσει, μοιάζει να συμφωνεί με το καθένα από τα κομμάτια της, ενώ στην πραγματικότητα τα κομμάτια είν’ εκείνα που συμφωνούν με την ενότητα.

Πολλές δυσκολίες δημιουργούνται ή συνεχίζονται επειδή μετά το ξερίζωμα μιας κακής συνήθειας ικανοποιούμε την ανάγκη, που εξακολουθεί να υπάρχει, προσφέροντας ένα υποκατάστατο που τη διατηρεί ζωντανή για πολύ καιρό. Η απόλαυση δημιουργεί από μόνη της την ανάγκη. Να το εξηγήσω με μιαν εικόνα: Γι’ ανθρώπους που νιώθουν την ανάγκη να κάθονται πολύ, επειδή είναι αδύναμοι, θα πρέπει να φτιάχνουμε το χειμώνα πάγκους από χιόνι, έτσι που την άνοιξη, όταν οι νέοι έχουν μεστώσει και οι γέροι έχουν πεθάνει, να εξαφανίζονται ταυτόχρονα και οι πάγκοι, χωρίς να χρειάζεται κανένα άλλο μέτρο.


Αρχιτεκτονική

Σε μια εποχή όπου οι μικροαστικές αντιλήψεις για την τέχνη κυριαρχούσαν στην κυβέρνηση κάποιος αρχιτέκτονας ρώτησε τον σ. Κόϋνερ αν θα ήταν σωστό να δεχτεί να κάνει τα σχέδια ενός μεγάλου χτιρίου. Τα λάθη και οι συμβιβασμοί στην τέχνη μας παραμένουν ανέγγιχτα ολάκερους αιώνες, φώναξε ο αρχιτέκτονας με απόγνωση. Ο σ. Κόϋνερ αποκρίθηκε: Όχι τώρα πια. Αφότου σημειώθηκε η τεράστια εξέλιξη στα μέσα καταστροφής οι οικοδομές σας δεν είναι παρά μόνο δοκιμές, προτάσεις που δεσμεύουν ελάχιστα. Είναι το υλικό για συζητήσεις που κάνει ο πληθυσμός. Κι όσο για τα μικρά στολίδια, τις μικρούλες κολόνες κλπ, να τις τοποθετείς σαν κάτι περιττό, έτσι που να φτάνει μια αξίνα για να δώσει στις μεγάλες καθαρές γραμμές το δίκιο που τους αξίζει. Να ‘χεις εμπιστοσύνη στους ανθρώπους μας, στη γρήγορη εξέλιξη.


Κόμμα και μηχανισμός

Όταν την εποχή μετά το θάνατο του Στάλιν το κόμμα δοκίμασε να αναπτύξει μια καινούρια παραγωγικότητα πολλοί άρχισαν να φωνάζουν: Δεν έχουμε κόμμα, έχουμε μονάχα ένα μηχανισμό. Κάτω ο μηχανισμός! Ο σ. Κόϋνερ είπε: Ο μηχανισμός είναι ο σκελετός της διοίκησης και της εξουσίας. Για πολύ καιρό δε βλέπατε παρά μονάχα έναν σκελετό. Δεν είναι λόγος αυτός για να τα γκρεμίσετε τώρα όλα. Όταν κατορθώσετε να τον οπλίσετε με μούσκουλα, νεύρα και όργανα ο σκελετός θα πάψει να φαίνεται.


Πηγή: Μπέρτολτ Μπρεχτ: Ιστορίες του κ. Κόϋνερ. Η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής (Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης, εκδ. Θεμέλιο).

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.