Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Η αντίληψη του Λένιν για το Κόμμα



Στην παρούσα μελέτη, γραμμένη από την πένα ενός από τους πιο σημαντικούς γερμανούς μαρξιστές θεωρητικούς, εξετάζεται η αντίληψη του Λένιν για το μαρξιστικό επαναστατικό κόμμα. Μέσα απ’ αυτήν αναδεικνύονται δυό βασικά στοιχεία της σκέψης του: η ιστορικότητα και η διαλεκτική. Το Κόμμα μ’ αυτή την έννοια, δεν κατανοείται ως ένα στατικό άθροισμα μελών, αλλά ως ένα δυναμικό όλο, το οποίο ελίσσεται ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες ιστορικές συνθήκες, προσπαθώντας -στο μέτρο του δυνατού- να επιδράσει στην αλλαγή τους, μεταβάλλει διαρκώς τις μορφές πάλης του, υποχωρεί όταν αυτό κριθεί αναγκαίο, περνά στην επίθεση σε εποχές πιο ευνοϊκές για αυτό, χωρίς όμως ποτέ να χάνει απ’ το οπτικό του πεδίο τον τελικό στόχο (ΠΓ).

του Joseph Schleifstein

Στη βαθιά κρίση της σοσιαλιστικής πράξης και των σοσιαλιστικών ιδεών που διανύουμε, η κριτική επανεξέταση των θεωρητικών βάσεων καθώς και των ιστορικών προϋποθέσεων είναι απαραίτητη. Αυτό ισχύει φυσικά και για όλα εκείνα που έχουν γράψει οι Μαρξ και Ένγκελς, ο Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Γκράμσι, αλλά και οι σημαντικοί συναγωνιστές και μαθητές τους. Το ίδιο το προτσές της μαρξιστικής ανανέωσης δεν πρέπει να θέτει όρια, φραγμούς και πινακίδες στοπ, που θα έμπαιναν στο δρόμο για μια επεξεργασία της ιδίας Ιστορίας και της πολύπλευρης επανεξέτασης της μέχρι τώρα Ιστορίας από εμπειρίες καθώς και της σημερινής πραγματικότητας.

Η ιδία όμως ορθολογική αλλαγή τρόπου σκέψης είναι συνδεδεμένη με ιστορικές προϋποθέσεις. Δεν έχει κανένα νόημα να θεωρεί κανείς υπεύθυνους τους ιδρυτές του μαρξισμού ή γενικά τους παλιότερους μαρξιστές για αυτό που έχουν κάνει ή που παρέλειψαν να κάνουν οι σημερινές γενιές˙ αυτό που ανέχτηκαν ή αυτό που οι ίδιοι έφεραν σε πέρας σε ό,τι αφορά τη δογματοποίηση, τη ρηχότητα, το στένεμα και την απώλεια της πραγματικότητας. Κανένας από τους σημαντικούς μαρξιστές του παρελθόντος δεν είχε δει τις δικές του αντιλήψεις διαφορετικά παρά ως ιστορικά καθορισμένες και ιστορικά περιορισμένες. Κανένας από αυτούς δεν απαγόρευσε στις γενιές που θα ακολουθήσουν να σκέφτεται και να προχωρά παραπέρα. Ακριβώς το αντίθετο, το ανέμεναν με βεβαιότητα. Το μοναδικά δίκαιο μέτρο για να κριθούν πρέπει να είναι το μέτρο των συνθηκών και των δυνατοτήτων της εποχής τους, των καθηκόντων τους, των προβλημάτων τους.

Τώρα βιώνουμε στη Σοβιετική Ένωση, με μαρξιστές ή με παλιότερους μαρξιστές άλλων χωρών, όπως και σε εμάς, ένα προτσές, το οποίο ίσως σε εποχές τόσο φρικτών καταρρεύσεων, είναι αναπόφευκτο: Το προηγούμενο δόγμα δεν υπερβαίνεται, αντικαθίσταται από αντίθετα δόγματα. Στο μεταξύ έχει γίνει μόδα να γράφεται για τον Λένιν και το «λενινισμό» (μια έννοια, την οποία μετά το 1903 αρχικά την χρησιμοποίησαν οι αντίπαλοί του με σκοπό τη δυσφήμιση της μπολσεβίκικης πτέρυγας των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών, και την οποία στη συνέχεια εισήγαγε ο Στάλιν μετά το θάνατο του Λένιν το 1924 με κανονιστική πρόθεση) χωρίς να γράψει για την ελάχιστη ιστορική σχέση, χωρίς καμιά υπόδειξη για το πώς ήταν κάποτε διαμορφωμένη η κοινωνία, οι οικονομικές, πολιτικές και πνευματικές αντιπαραθέσεις των τάξεων και των κομμάτων, για το πώς ήταν το εργατικό κίνημα και ειδικότερα αυτό στη Ρωσία, όταν ο Λένιν ανέπτυξε συγκεκριμένες θεωρητικές θέσεις και αντιλήψεις.

Συχνά πίσω απ’ αυτό υπάρχει η πρόθεση να «αποδείξει» κανείς, ότι όλες οι μετέπειτα παραμορφώσεις στη Σοβιετική Ένωση, στο ΚΚΣΕ και στο κομμουνιστικό κίνημα γενικά, πηγαίνουν πίσω στον Λένιν, στη θεωρία και στη πράξη του. Επειδή όμως αυτό επιστημονικά δύσκολα μπορεί να αποδειχτεί, γίνεται παραίτηση προληπτικά από το συγκεκριμένο-ιστορικό πλαίσιο. Γιατί στη πραγματικότητα σωστό είναι το ακριβώς αντίθετο: Οι παραμορφώσεις της περιόδου του Στάλιν και μετέπειτα έγιναν δυνατές με την απομάκρυνση από τον Λένιν, με την κατάχρηση, τον εκφυλισμό, το βιασμό των βασικών του ιδεών. Σταλινισμός –αυτός είναι πρώτα απ’ όλα και στον εσωτερικό του πυρήνα αντιλενινισμός.

Η σκέψη του Λένιν είχε ως βάση δυό ουσιαστικά στοιχεία: την ιστορικότητα και τη διαλεκτική, και τα δυό στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Καθένα απ’ αυτά τα στοιχεία, όμως, στρεφόταν ενάντια στη μη-ιστορική δογματοποίηση μιας συγκεκριμένης ιδέας και θέσης˙ ενάντια στην παραίτηση από την συγκεκριμένη-ιστορική ανάλυση˙ ενάντια στο κόλλημα σε παλιότερα σωστές διατυπώσεις˙ ενάντια στη μονομέρεια και στην απολυτοποίηση μορφών πάλης και οργάνωσης˙ ενάντια σε κάθε πίστη για εξελίξεις που είναι ελεύθερες από αντιφάσεις˙ ενάντια σε κάθε παραίτηση από τη διαρκή επανεξέταση της ιδίας πράξης προς τη μεταβαλλόμενη κοινωνική πραγματικότητα. (Επειδή και ο Λένιν ήταν απλά άνθρωπος, διέπραξε μερικά σφάλματα και πλάνες. Αλλά ας μου αναφέρει κάποιος, άλλους πολιτικούς της δικής του ή μετέπειτα εποχών, που να μίλησαν και να έγραψαν τόσο ανοιχτά για τα δικά τους λάθη). Η ιστορικότητα της σκέψης του Λένιν μπορεί να δειχτεί σε πολλά θέματα. Θα προσπαθήσω, με το επίκαιρο παράδειγμα της αντίληψης για το Κόμμα, να δείξω, ότι ήταν παράλογο και στρεφόταν ενάντια σε όλο το πνεύμα του Λένιν, να γίνεται αποδεκτή μια αιώνια ισχύουσα κομματικο-πολιτική μορφή Οργάνωσης, με απόλυτα τιθέμενες οργανωτικές αρχές˙ ότι είναι επίσης εσφαλμένες όλες οι προσπάθειες, ξεκινώντας από την πολεμική μεταξύ Ρόζας Λούξεμπουργκ και Λένιν το 1904, σχετικά με τις μορφές οργάνωσης του ρώσικου κόμματος ή αργότερα, για την απόφαση ενάντια στις φράξιες την άνοιξη του 1921, που προσπαθούν να καταστήσουν τον Λένιν υπεύθυνο για τις μετέπειτα παραμορφώσεις.


Ι

Ως γνωστό, η αντιπαράθεση για τις μορφές οργάνωσης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, τις οποίες διεξήγαγαν η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Λένιν το καλοκαίρι του 1904, ενισχύεται μετά τη ρήξη μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων στο 2ο Συνέδριο του ρωσικού Κόμματος το 1903 και μετά τη δημοσίευση του έργου του Λένιν «Ένα βήμα μπρος δυό βήματα πίσω» το 1904. Εκείνη την περίοδο στη Γερμανία ήταν γνωστοί σχεδόν μόνο οι παλιές –μενσεβίκικες- αυθεντίες του ρωσικού εργατικού κινήματος: ο Πλεχάνοφ, ο Αξελρόντ, ο Μάρτοφ. Οι συγκεκριμένες συνθήκες, στις οποίες απελευθερώθηκε το Κόμμα κάτω από μεγάλες δυσκολίες από την ύπαρξη κύκλων, έγιναν πολύ λίγο κατανοητές. Όταν οι γνωστοί ηγέτες των μενσεβίκων αναζήτησαν, ενάντια στη μπολσεβίκικη πλειοψηφία του Κόμματος, την υποστήριξη των ισχυρών και επιφανών γερμανών σοσιαλδημοκρατών, ανέλαβε, μετά από παράκλησή τους, η Ρόζα Λούξεμπουργκ –διάβαζε και μιλούσε ρωσικά- το καθήκον να απαντήσει στον Λένιν. Αξιοσημείωτες είναι οι άμεσες καταστάσεις υπό τις οποίες αυτό συνέβη. Ο Βρετανός βιογράφος της Λούξεμπουργκ, Πήτερ Νετλ, μας το περιγράφει ως εξής: «Οι μενσεβίκοι όπως και οι μπολσεβίκοι, έκαναν ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια να τραβήξουν με το μέρος τους σημαντικούς Γερμανούς συντρόφους. Οι μενσεβίκοι ήταν περισσότερο γνωστοί, είχαν καλύτερες διασυνδέσεις, ιδιαίτερα από τότε που ο Πλεχάνοφ προσχώρησε στους αντιπάλους του Λένιν. Κατά τη διάρκεια όλου του έτους 1904 οι Μάρτοφ, Αξελρόντ, Πότρεσοφ και Νταν παρακαλούσαν τους Γερμανούς γνωστούς τους να εκφράσουν την άποψή τους και κυρίως να γράψουν άρθρα για την Ίσκρα, η οποία τώρα βρισκόταν στα χέρια των μενσεβίκων. “Το ζήτημα είναι να ωθήσουμε εναντίον του αυθεντίες όπως ο Κάουτσκι, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Πάρβους”» (Στην τελευταία πρόταση ο Νετλ κάνει μια παράθεση από μια επιστολή του Πότρεσοφ, που δημοσιεύτηκε με υλικά σ’ έναν τόμο) [1].

Στη κριτική της απέναντι στη θέση του Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ κάνει σε μεγάλο βαθμό αφαίρεση από τις ειδικές ρωσικές συνθήκες για την ανάπτυξη μιας σοσιαλδημοκρατικής Οργάνωσης. Στις συγκεκριμένες αντιλήψεις του Λένιν δεν έκανε σχεδόν καθόλου αναφορά, στη συζήτηση, πολύ περισσότερο, στάθηκε σε αθέατες υπερσυγκεντρωτικές, σεχταριστικές ιδέες που υποτιμούσαν το μαζικό κίνημα και την αυτονομία των εργατών και υπερτιμούσαν το ρόλο της κεντρικής καθοδήγησης και των επαγγελματιών επαναστατών. Πολλά ζητήματα που υπήρχαν στην πραγματεία της Ρόζας Λούξεμπουργκ, αποτελούσαν απλά την απήχηση των κατηγοριών που εκτόξευαν οι μενσεβίκοι αντίπαλοι ενάντια στον Λένιν [2]. Στην απάντησή του ο Λένιν μπόρεσε να δείξει ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ του καταλογίζει αντιλήψεις, τις οποίες δεν είχε καθόλου εκφράσει, και ότι στη πολιτική των δυό ρευμάτων του ρωσικού Κόμματος δεν επρόκειτο για το ζήτημα του βαθμού συγκεντρωτικότητας, αλλά για το αν τα κεντρικά όργανα έπρεπε να εκπροσωπούν την κατεύθυνση της πλειοψηφίας του Κόμματος ή όχι, επειδή σύμφωνα με το Συνέδριο του Κόμματος του 1903, η μενσεβίκικη μειοψηφία είχε εκμεταλλευτεί την Κεντρική Επιτροπή και το κεντρικό όργανο (την «Ίσκρα») για τη δική της πρακτική ενάντια στις αποφάσεις της πλειοψηφίας του Συνεδρίου. Στη πραγματικότητα η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο άρθρο της συζητούσε σ’ ένα εντελώς άλλο, γενικό-θεωρητικό επίπεδο, ενώ ο Λένιν είχε κάνει μια ανάλυση των άμεσων διαδικασιών και των αναγκαιοτήτων στο ρωσικό Κόμμα [3].

Αυτή η διαμάχη απέκτησε την πραγματική της σημασία πολύ αργότερα, και μάλιστα κυρίως για δυό λόγους: αφενός, επειδή όλοι οι αντίπαλοι του Λένιν ενδιαφέρονταν να κατασκευάσουν μια αξιωματική αντίθεση μεταξύ του Λένιν και της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο οργανωτικό ζήτημα, αλλά και να πάνε ακόμη πιο πέρα˙ αφετέρου, επειδή στη συνάφεια με τις μετέπειτα παραμορφώσεις από τον Στάλιν, πολλά από αυτά που είχε εκφράσει η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην εποχή της, έπρεπε να εμφανιστούν ως ένα είδος μαντικής προειδοποίησης και προαίσθησης, τα οποία εκ των υστέρων φαίνονταν να δίνουν κατά κάποιο τρόπο σ’ αυτήν δίκιο ακόμη και σε σχέση με τον Λένιν.

Αν εξετάσει κανείς την πρώτη αιτία, τότε δεν είναι δύσκολο να δειχτεί ότι η ιστορική πράξη μετά το 1904 και η δική τους στάση προς τις δυό πτέρυγες της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας στα χρόνια της πρώτης ρωσικής επανάστασης και μετέπειτα, στον παγκόσμιο πόλεμο και στις επαναστάσεις του 1917 και 1918, δεν αποδεικνύει μόνο την αξιωματική εγγύτητα προς τον Λένιν γενικά, αλλά επίσης πόσο πολύ υποδεέστερη ήταν [η Ρόζα Λούξεμπουργκ] στη συζήτηση του 1904, υπό την επίδραση των συγκεκριμένων συνθηκών, μιας παρανόησης. Για την μετέπειτα αξιολόγηση της αντιπαράθεσης ήταν χαρακτηριστικό, ότι όλοι ενδιαφέρονταν για την διόγκωσή της –τόσο οι «αντι-λενινιστές» όσο και οι «αντι-λουξεμπουργκιστές»- οι οποίοι παρέκαμψαν με δεξιοτεχνία την συγκεκριμένη ιστορική πράξη. Οι αντίπαλοι του Λένιν τού καταλόγισαν το σχέδιο ενός υπερσυγκεντρωτικού, μη-δημοκρατικού, μπλανκιστικού κόμματος στελεχών. Οι κριτικοί της Ρόζας Λούξεμπουργκ τής καταλόγισαν (ιδιαίτερα μετά το άρθρο του Στάλιν για την Ιστορία του Κόμματος στην «Προλετάρσκαγια Ρεβολούτσιγια» το 1931) μια «μισο-μενσεβίκικη», «αυθορμιστική» αντίληψη, η οποία αρνείται το ρόλο του Κόμματος. Και οι δυό διαστρέβλωναν τα ιστορικά γεγονότα. Ακριβώς, η εξέλιξη μετά το 1904 έδειξε πόσο κοντά είχαν έρθει ο Λένιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην κομματική πράξη καθώς και στην αντίληψη για το Κόμμα.

Προτού παρουσιάσω το ζήτημα αναλυτικότερα, ακόμη μια σημείωση αναφορικά με τη δεύτερη αιτία που αναφέρθηκε σχετικά με τη σημασία που απέκτησε η τότε αντιπαράθεση: Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε περιγράψει, με μια σχεδόν μεγαλοφυή προαίσθηση, τους κινδύνους που υπήρχαν αντικειμενικά στην εξέλιξη, οι οποίοι μετά τον θάνατο του Λένιν έγιναν θλιβερή εφιαλτική πραγματικότητα. Οι «λαμπροί απλοποιητές», που είναι πάντα έτοιμοι στην πάλη των ιδεών, συγκεντρώθηκαν τώρα θριαμβευτικά κάτω από τη σημαία του γραπτού της Λούξεμπουργκ, για να τα αποδώσουν όλα στον Λένιν. (Έτσι όπως συνέβαινε και συμβαίνει σε μεγαλύτερο ακόμη βαθμό με τις σημειώσεις της για τη ρωσική επανάσταση.) Δεν εξετάστηκε όμως η συγκεκριμένη πρακτική του Λένιν την περίοδο που ζούσε, αλλά τον έκαναν υπεύθυνο για τον βιασμό αυτής της πρακτικής μετά τον θάνατό του. Είναι η ίδια παλιά και διαδεδομένη μέθοδος: το λογικό βραχυκύκλωμα. Εμφανίστηκε μια προφητεία επειδή έπρεπε να εμφανιστεί. Αλλά αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τα ιστορικά γεγονότα.

Σε όλες τις εξελίξεις, στα γεγονότα, στα ιστορικά φαινόμενα, εμπεριέχονται κίνδυνοι. Το αν όμως αυτοί ξεσπάσουν, αυτό εξαρτάται από το βάρος των διάφορων τάσεων και δυνάμεων. Οι αναλύσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ είχαν σφραγιστεί έντονα από τις γερμανικές εμπειρίες της. Φοβόταν τον υπερβολικό συγκεντρωτισμό, –αυτό δείχνει η γραπτή αλληλογραφία της- επειδή αυτός αποκτούσε στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία όλο και περισσότερο γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά. Ήταν δύσπιστη απέναντι σε μια πολύ ισχυρή καθοδήγηση, επειδή βίωνε ότι στο γερμανικό Κόμμα αυξανόταν ο συντηρητισμός και η έλλειψη πρωτοβουλίας. Είχε ενδοιασμούς για την αυστηρή πειθαρχία, επειδή στις γραμμές τους γερμανικού Κόμματος φαινόταν ότι ξαπλώνεται μια τυφλή υπακοή απέναντι στη κορυφή. Αυτά τα μεταβίβασε πάνω στον Λένιν. Το ιστορικό (και λογικό), όμως, πρόβλημα, είναι: Πρέπει μια ευδιάκριτη, ενυπάρχουσα στην εξέλιξη τάση να υπερισχύσει, πρέπει μια δυνατότητα να μετατραπεί σε πραγματικότητα; Επομένως: έπρεπε να εμφανιστούν οι κίνδυνοι τους οποίους οραματικά προαισθάνθηκε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ήταν αυτοί συγκεκριμένοι με την έννοια της πράξης του Λένιν, ή ήταν την περίοδο εκείνη απλά αφηρημένης-γενικής φύσης; Έχω την εδραία πεποίθηση ότι την εποχή που ζούσε ο Λένιν οι κίνδυνοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν, και ότι ακόμη και μετά τον θάνατό του δεν έπρεπε να εμφανιστούν, μάλιστα ότι απλά μπόρεσαν να εμφανιστούν επειδή οι βασικές ιδέες του Λένιν για το Κόμμα πάνω σε μαρξιστική βάση εγκαταλείφθηκαν.

Πίσω στην αντιπαράθεση του 1904. Με τον θρύλο δεν ασχολήθηκαν κριτικά μόνο οι μαρξιστές βιογράφοι της Ρόζας Λούξεμπουργκ –όπως ο Γάλλος Gilbert Badia, όπως η Ανελίς Λασίτσα (Annelies Laschitza) και ο Γκύντερ Ράντστσουν (Günter Radczun), ο B. von Mutius [4]- κάποτε επρόκειτο για αξιωματικά αντίθετες αντιλήψεις στο Κόμμα, αλλά και ο μη μαρξιστής Βρετανός ιστορικός Πήτερ Νετλ, που αναφέρθηκε ήδη, ενίσχυσε αυτή την ερμηνεία στην ιδιαίτερα πλούσια σε γνώσεις βιογραφία για την Ρόζα Λούξεμπουργκ. «Η αντιπαράθεση μεταξύ Ρόζας Λούξεμπουργκ και Λένιν», γράφει ο Νετλ, «δεν πρέπει όμως να γίνει αντιληπτή ως σύγκρουση για δυό κατά βάση ασυμβίβαστων εννοιών που αφορούν στην Οργάνωση ή ακόμη και την επανάσταση, όπως συμβαίνει συνήθως. Κατ’ αρχή, η γνώση της Ρόζας Λούξεμπουργκ για την κατάσταση στη Ρωσία, στη πραγματικότητα ήταν πολύ πιο περιορισμένη απ’ ότι ήταν δυνατό να φανεί˙ μεγάλη ικανότητα είχε μόνο σε σύγκριση με άλλους ανθρώπους στη Γερμανία … Απέναντι στους Ρώσους αντιπαρέθετε τις γερμανικές εμπειρίες. Την κρίση της στη ρωσική διαμάχη την όφειλε στη σημασία της ως διεθνής αυθεντία στη μαρξιστική θεωρία … Ο Λένιν εξαναγκάστηκε στη διαμάχη του γερμανικού αναθεωρητισμού όπως σ’ ένα κρεβάτι του Προκρούστη˙ οι αντιλήψεις του ήταν απλά το αντίθετο άκρο σε σχέση μ’ αυτές του Μπέρνσταϊν –εδώ ρεφορμισμός, εκεί σεχταρισμός, και τα δυό οδήγησαν στην αποσύνδεση της σοσιαλιστικής επανάστασης από την καθημερινή πάλη. Και τα δυό άκρα οδήγησαν στην ήττα˙ σωστή και με επιτυχία υποσχόμενη ήταν μόνο η μεσαία θέση. Το βασικό ζήτημα, ουσιαστικά ένα ζήτημα των μέσων, επειδή ο Λένιν δεν ήταν καθόλου λιγότερο επαναστάτης απ’ ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ξεχάστηκε» [5].


ΙΙ

Η ιστορική απόδειξη για το ότι ο Λένιν το 1903 και το 1904 δεν είχε ποτέ ένα απόλυτο σχέδιο για την κομματική Οργάνωση, αλλά μόνο μια Οργάνωση η οποία θα αντιστοιχούσε στις συγκεκριμένες συνθήκες, που θα υποτάσσεται στη βαριά παρανομία, στον εξαναγκασμό σε ακραίους συνωμοτικούς κανόνες για την προστασία από τους διωγμούς και την εξορία των μελών, των επαγγελματιών επαναστατών, των υποστηρικτών τους που συνδέονταν μ’ αυτούς, η μορφή [λοιπόν] αυτή της Οργάνωσης ήρθε γρήγορα. Ο Λένιν επεσήμανε διαρκώς ότι οι στοιχειώδεις συνθήκες για μια πραγματικά δημοκρατική Οργάνωση δεν υπήρχαν πριν το 1905 στη Ρωσία επειδή η πλήρης δημοσιότητα της κομματικής δραστηριότητας, η αιρετότητα όλων των στελεχών, ο γενικός έλεγχος για τη δουλειά των καθοδηγητικών οργάνων από τα μέλη ήταν αδύνατα. Στο «Τι να κάνουμε» (Φεβρουάριος 1902) είχε χλευάσει την καυχησιολογία μερικών οικονομιστών, τις φλυαρίες για «πλήρη δημοκρατική αρχή» κάτω από συνθήκες απάνθρωπων διωγμών και ακραίας συνωμοτικής κατάστασης «ως κενό και βλαπτικό παιχνίδι». Όταν όμως η επανάσταση του 1905 στη θυελλώδη ανάπτυξή της κατακτούσε ελεύθερο χώρο και για τις εργατικές Οργανώσεις, όταν το τσαρικό καθεστώς έβλεπε ότι ήταν αναγκασμένο να ανεχτεί νόμιμες σοσιαλδημοκρατικές Οργανώσεις, εφημερίδες και περιοδικά, ήταν ο Λένιν εκείνος που τάχτηκε πολύ ενεργητικά και με μεγάλο πάθος υπέρ μιας ριζοσπαστικής νέας συγκρότησης.

Ο Λένιν μπόρεσε να επιστρέψει μόνο στις αρχές Νοεμβρίου του 1905 από τη μετανάστευση στη Ρωσία. Ήδη από πριν, οι ηγέτες τόσο των μπολσεβίκων όσο και των μενσεβίκων αντιλήφθηκαν ξεκάθαρα ότι οι εργατικές μάζες δεν συμφωνούσαν καθόλου για τη διάσπαση του Κόμματος. Μπολσεβίκοι και μενσεβίκοι, είχαν και οι δυό τους αποφασίσει τον Μάιο να εργαστούν προς την κατεύθυνση της ένωσης, μέχρι όμως την επιστροφή του Λένιν δεν είχαν ακόμη γίνει πολλά. Το πρώτο άρθρο που γράφει ο Λένιν τις ημέρες μετά την επιστροφή του, φέρει τον τίτλο «Για την αναδιοργάνωση του Κόμματος». Σ’ αυτό πιέζει για τη σύγκλιση ενός ενωτικού συνεδρίου, το οποίο είναι απαραίτητο για «να τοποθετήσουμε την οργάνωση πάνω σε καινούργια βάση» [6]. Ο Λένιν εξήγησε ότι το Κόμμα βρισκόταν πολύ καιρό στην παρανομία και ότι τα τελευταία χρόνια «ασφυκτιούσε». Κάλεσε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες να μπουν «κατά εκατοντάδες και χιλιάδες στις οργανώσεις του Κόμματος», ώστε μ’ αυτούς να εισέλθει «η δροσερή πνοή της νεαρής επαναστατικής Ρωσίας». «Ας αφήσουμε λοιπόν κατά μέρος κάθε ψιλολόγημα όταν θα κάνουμε την απαραίτητη μεταρρύθμιση του κόμματος», γράφει, και ζητά να επεξεργαστούν «νέες μορφές οργάνωσης», να αφεθεί να φανεί η «πρωτοβουλία όλων των μελών του κόμματος», να διαμορφωθεί πιο πλατιά «η καινούργια μορφή οργάνωσης», «μια οργάνωση συγκροτημένη με λιγότερη αυστηρότητα, περισσότερο “ελεύθερη”, “lose”» [7]. Δεν είναι μια γενική αντίληψη επαναστατικής Οργάνωσης στελεχών αυτή που καθορίζει το σχέδιο (Konzept) του Λένιν, αλλά το συγκεκριμένο-ιστορικό καθήκον˙ και έχοντας συνείδηση των συχνά καταστρεπτικών επιδράσεων των θεωρητικών τσακωμών από την περίοδο της μετανάστευσης –«κάποτε –τι να το κρύβουμε- στα χαμένα», λέει ο Λένιν-, και κάνει κατ’ εξαίρεση έκκληση να εφαρμόζεται, αναφορικά με τις προσπάθειες για ένωση, «ένα δέκατο θεωρία και εννιά δέκατα πράξη» [8].

Το ενωτικό συνέδριο της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1906 στη Στοκχόλμη. Στο συνέδριο αυτό προσχώρησαν στο Κόμμα για πρώτη φορά επίσης οι σοσιαλδημοκρατικές Οργανώσεις των εθνοτήτων –Πολωνοί, Λετονοί, και Εβραίοι˙ οι συσχετισμοί δυνάμεων από το 1903 είχαν αλλάξει, οι μενσεβίκοι αποτελούσαν τώρα την πλειοψηφία. Όταν σε μια ιδιαίτερη σύσκεψη των μπολσεβίκων, αφότου αυτό φάνηκε στο συνέδριο, γίνεται η πρόταση να τορπιλιστεί το συνέδριο, ο Λένιν στρέφεται αυστηρά ενάντια σ’ αυτή [9]. Τη συγχώνευση των κοινοβουλευτικών ομάδων της μειοψηφίας και της πλειοψηφίας την θεωρεί ως «ένα σοβαρό πρακτικό έργο». Είναι πεπεισμένος ότι «το σοσιαλδημοκρατικό προλεταριάτο και το κόμμα του πρέπει να είναι ενιαία» Ταυτόχρονα θεωρεί ως «σοβαρό ιδεολογικό έργο», «τον ξεκάθαρο και συγκεκριμένο διαχωρισμό της δεξιάς πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας από την αριστερή». Στην έκθεσή του για το ενωτικό συνέδριο γράφει: «Ας έχουμε στην πράξη ενιαίες οργανώσεις του κόμματος με καθαρά ιδεολογική πάλη των διαφόρων ρευμάτων της σοσιαλδημοκρατικής σκέψης μέσα σ’ αυτές. Αυτό δεν είναι ακόμα εύκολο να το πετύχουμε και δε θα το πετύχουμε μεμιάς. Ο δρόμος όμως χαράχτηκε, οι αρχές διακηρύχτηκαν, κι εμείς πρέπει να επιδιώκουμε την ολοκληρωτική και συνεπή εφαρμογή αυτού του οργανωτικού ιδανικού» [10].

Σ’ αυτή την ιστορική χρονική περίοδο ο Λένιν είναι ουσιαστικά ακόμη της άποψης, ότι στη Ρωσία –όπως και παντού στην Ευρώπη- η επαναστατική και η ρεφορμιστική πτέρυγα του εργατικού κινήματος μπορούν να είναι ενωμένες σε ένα κόμμα με αναγνώριση της δράσης των κοινοβουλευτικών τους ομάδων, με αναγνώριση του δικαιώματος να έχουν δικές τους θέσεις και πλατφόρμες, με ταυτόχρονη, όμως, δέσμευση στις κοινές αποφάσεις για δράση. Του είναι εντελώς σαφές το αποτέλεσμα του τορπιλισμού που μπορούν να προκαλέσουν οι ιδεολογικές αντιθέσεις: «Σ’ ένα ενιαίο όμως κόμμα», γράφει, «η ιδεολογική αυτή πάλη δεν πρέπει να διασπά τις οργανώσεις, δεν πρέπει να παραβιάζει την ενότητα δράσης του προλεταριάτου. Η αρχή αυτή είναι ακόμα νέα στην πρακτική του κόμματός μας, και θα χρειαστεί να δουλέψουμε πολύ για τη σωστή εφαρμογή της στην πράξη» [11]. 

Η αντίληψη του Λένιν για την Οργάνωση του Κόμματος κατά τη διάρκεια της πρώτης ρωσικής επανάστασης, δεν έδειξε μόνο ότι σ’ αυτόν δεν υπήρχε κανενός είδους σεχταριστικό δόγμα που να βασίζεται σε ειδική μπολσεβίκικη μεταχείριση. Αποδείχτηκε ακόμη και ο βαθύς δημοκρατισμός του στην αντίληψή του για το Κόμμα. Κάτω απ’ τις νέες νόμιμες συνθήκες με τα μεγάλα περιθώρια ελευθερίας ζήτησε επίσης –εκτός απ’ τη μέγιστη δημοσιότητα, την πλήρη αιρετότητα σε όλα τα όργανα, την υποχρέωση της λογοδοσίας και της ανακλητότητας- σε ιδιαίτερα σημαντικές πολιτικές μαζικές δραστηριότητες τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, μιας άμεσης ψήφου στο Κόμμα. «Για να είναι η λύση του ζητήματος πραγματικά δημοκρατική», γράφει τον Ιανουάριο του 1907, «δεν φτάνει να κληθούν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι της οργάνωσης. Πρέπει όλα τα μέλη της οργάνωσης, εκλέγοντας τους αντιπροσώπους, να πουν ταυτόχρονα τη γνώμη τους ανεξάρτητα και ο καθένας για λογαριασμό του σχετικά με το επίμαχο ζήτημα που ενδιαφέρει την οργάνωση» [12].

Στα χρόνια της πρώτης ρωσικής επανάστασης, η Ρόζα Λούξεμπουργκ έπρεπε να πειστεί ότι η αντίληψή της για τα δυό πολιτικά ρεύματα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία ήταν εντελώς εσφαλμένη. Καταγόμενη από την Πολωνία και ηγετικό στέλεχος του SDKPL (της Σοσιαλδημοκρατίας του Βασιλείου Πολωνίας και Λιθουανίας), ήταν σε θέση να το βιώσει πρακτικά στο τότε τμήμα της Πολωνίας που ανήκε στην τσαρική Ρωσία. Οι πολιτικές και θεωρητικές της αντιλήψεις με αυτές του Λένιν είχαν έρθει εξαιρετικά κοντά, οι Πολωνοί σοσιαλδημοκράτες και η μπολσεβίκικη πτέρυγα του ρωσικού Κόμματος εργάζονταν μεταξύ τους στενά. Μετά τη διεξαγωγή του συνεδρίου για όλο το ρωσικό Κόμμα που έγινε τον Μάιο του 1907 στο Λονδίνο –είχε διέλθει ήδη η κορύφωση του επαναστατικού κινήματος- η Ρόζα Λούξεμπουργκ γράφει στην Κλάρα Τσέτκιν: «Τσακώθηκα για τα καλά και απέκτησα πολλούς νέους εχθρούς. Ο Πλεχάνοφ και ο Αξελρόντ (μαζί μ’ αυτούς οι Γκούρβιτς, Μάρτοφ κ.α.) ό,τι πιο αξιοθρήνητο προσφέρει τώρα η ρωσική επανάσταση. Το συνέδριο έκανε εξαιρετικά λίγη δουλειά, συνεισέφερε όμως αναμφίβολα στη σαφήνεια. Την πλειοψηφία, με την έννοια της ουσιαστικής πολιτικής, την σχημάτισαν: οι μισοί από τους Ρώσους (οι λεγόμενοι μπολσεβίκοι), οι Πολωνοί και οι Λετονοί» [13].

Ήδη τον Ιούνιο του 1906, στο όργανο του πολωνικού Κόμματος «Czerwony Sztandar» (Κόκκινη Σημαία) έκανε σφοδρή πολεμική ενάντια στον Πλεχάνοφ, συμφωνώντας με την ανάλυση της κατάστασης από τους μπολσεβίκους –«αυτή την άποψη έχουν επίσης όλες οι σοσιαλδημοκρατικές Οργανώσεις και κόμματα έξω από την καθαυτό Ρωσία»- και την τακτική του Λένιν για την επαναστατική λαϊκή πάλη, την χαρακτήρισε ως «αυτή την οποία ακολουθούμε εμείς όσο και οι σύντροφοι μπολσεβίκοι». Εδώ επανήλθε επίσης στην αντιπαράθεση του 1904 και –χωρίς να πάρει πίσω εντελώς την τότε πολεμική της- αποστασιοποιήθηκε ξεκάθαρα από τις τότε κατηγορίες. «Αρνούμαστε», γράφει, «ότι οι σύντροφοι της λεγόμενης “πλειοψηφίας” στη σημερινή Ρωσία, στην επανάσταση, έπεσαν στα λάθη των μπλανκιστών, όπως τους επιρρίπτει ο σύντροφος Πλεχάνοφ. Είναι πιθανό να υπάρχουν ίχνη από αυτά στο σχέδιο της οργάνωσης, τα οποία έκανε ο σύντροφος Λένιν, αλλά αυτά είναι παρελθόν, μακρινό παρελθόν, γιατί σήμερα ζούμε γρήγορα, ιλιγγιωδώς γρήγορα. Τα λάθη αυτά διορθώθηκαν από την ίδια τη ζωή, και δεν υπάρχει κίνδυνος να μπορούν να επαναληφθούν» [14].


ΙΙΙ

Τα χρόνια μετά την ήττα της πρώτης ρωσικής επανάστασης υπήρξε μια βαθιά, κρίσιμη τομή στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος σε όλη την Ρωσία. Η επανάσταση του 1905-1907 είχε προκαλέσει έναν μοναδικό ενθουσιασμό. 

Εκατομμύρια μαζών είχαν κινητοποιηθεί, οι οικονομικές και πολιτικές μαζικές απεργίες σηματοδότησαν μια νέα εποχή προλεταριακών μέσων πάλης, τα οποία έγιναν πρότυπο για το εργατικό κίνημα άλλων χωρών. Η οργανωτικά ενιαία κατά τη διάρκεια της επανάστασης, αν και διαφορετική, διαιρεμένη σε ιδεολογικά ρεύματα σοσιαλδημοκρατία, η οποία δραστηριοποιούνταν σε φράξιες, μετατράπηκε σε ένα πλατύ, δημοκρατικά οργανωμένο μαζικό κόμμα. Στα τέλη του 1906 ο αριθμός των μελών του Κόμματος υπολογιζόταν στα 150.000 έως 170.000, κατά την άποψη όμως του Λένιν αυτά ήταν λίγα. Όταν ο (τότε) μενσεβίκος Λάριν τον Δεκέμβριο του 1906 πρόβαλε το επιχείρημα, ότι το Κόμμα δεν πρέπει να συγχωνευτεί με την τάξη (ένα αξιωματικά συγκεκριμένο επιχείρημα) και ότι πρέπει να είναι κανείς ευχαριστημένος με τον αριθμό των μελών που επιτεύχθηκε, ο Λένιν θεώρησε αναμφίβολα δυνατό, ότι η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να κερδίσει 900.000 εργάτες (η επίσημη ρωσική στατιστική για τα εργοστάσια είχε καταγράψει την περίοδο εκείνη περισσότερους από 1.600.000 εργάτες). Το ότι στην Πετρούπολη σε έναν αριθμό 150.000 εργατών αντιστοιχούσαν μόνο 6.000 κομματικά μέλη, ο Λένιν το θεωρούσε ως «μη-κανονικό» [15]. Και σε καμιά περίπτωση δεν εννοούσε μ’ αυτό μόνο το μπολσεβίκικο ρεύμα, επειδή εκείνη την περίοδο ήταν πεπεισμένος ότι στο σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κίνημα «μέχρι και την κοινωνική επανάσταση, θα υπάρχουν αναπόφευκτα οπορτουνιστική και επαναστατική πτέρυγα» [16].

Στα χρόνια μεταξύ 1908 και 1911 υπήρξε μια βαθιά παρακμή του εργατικού κινήματος, ένα προτσές αποσύνθεσης, απάθεια, απελπισία, χτύπημα των οργανώσεων, σύλληψη και εξορία πολλών από τους παλιούς ηγέτες. Η εκδίκηση της αντεπανάστασης έπληξε πιο σκληρά τις οργανώσεις των εργατών. Τώρα επρόκειτο για την ύπαρξη του σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, για την περαιτέρω επιβίωσή του, κάτι που μπορούσε να γίνει δυνατό, όταν υπήρχε αποφασιστικότητα να μεταβεί αυτό ξανά στην πλήρη παρανομία. Μόνο έτσι μπορούσε ανοιχτά, χωρίς περιορισμούς, να παλέψει το Κόμμα για τους βασικούς στόχους του, για την πολιτική στρατηγική του στη μετεπαναστατική κατάσταση. Η επανάσταση οδήγησε σε μια αλλαγή του τσαρικού καθεστώτος, που τώρα σχεδίαζε να εξελιχθεί σε μια αστική μοναρχία, να χρησιμοποιήσει ψευτοθεσμικές μορφές, να συμμαχήσει με την βιομηχανική και εμπορική αστική τάξη. Αυτό ενίσχυσε τις κοινοβουλευτικές και λεγκαλιστικές αυταπάτες, οι οποίες είχαν κατακτήσει ήδη ένα σχετικό έδαφος στο μενσεβίκικο τμήμα του Κόμματος. Για τα ζητήματα της κομματικής οργάνωσης, η πάλη ενάντια στο ρεύμα το οποίο δεν θεωρεί πλέον αναγκαία την ύπαρξη ενός παράνομου κόμματος, συνηγορώντας στη διάλυσή του, αν και όχι πάντα ανοιχτά, μετατρέπεται σε κεντρικό ζήτημα.

Είναι η αντιπαράθεση μ’ αυτό τον λικβινταρισμό, ο οποίος την περίοδο εκείνη κυριαρχεί στις μπολσεβίκικες εφημερίδες και στα περιοδικά˙ μια αντιπαράθεση, η οποία όμως δεν είναι ταυτόσημη με τις ιδεολογικές και πολιτικο-στρατηγικές διαφορές απόψεων μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων. Οι παλιές οξυμένες συγκρούσεις με την πολιτική του Πλεχάνοφ στα χρόνια της επανάστασης, δεν εμποδίζουν καθόλου τον Λένιν να προσεγγίσει από μεριάς του τώρα επίσημα τον Πλεχάνοφ, ο οποίος είναι πεπεισμένος για την αναγκαιότητα μιας παράνομης κομματικής Οργάνωσης, να του κάνει όλες τις πιθανές προτάσεις για τη συνεργασία με το ρεύμα που ονομάστηκε «κομματικά στοιχεία μενσεβίκων». Στην «προσέγγιση με τα μαρξιστικά και τα κομματικά στοιχεία των άλλων ομάδων» έβλεπε ο Λένιν μια πρώτιστη υποχρέωση [17]. Ο Πλεχάνοφ απαντώντας σε μια επιστολή του Λένιν έγραψε τον Απρίλιο του 1910: «Και εγώ επίσης νομίζω ότι μοναδικό μέσο για την επίλυση της κρίσης, που περνάει τώρα το κόμμα μας, είναι η προσέγγιση ανάμεσα στους μαρξιστές-μενσεβίκους και τους μαρξιστές-μπολσεβίκους και θεωρώ ότι πρέπει να μιλήσω προσωπικά μαζί σας» [18].

Δεν προέκυψε όμως μια περίπλοκη κατάσταση μόνο μέσα στο ΣΔΕΚΡ ως συνολικό κόμμα, δηλαδή απέναντι στους μενσεβίκους λικβινταριστές, αλλά και μέσα στην μπολσεβίκικη κοινοβουλευτική ομάδα. Είχε σχηματιστεί ένα ρεύμα, το οποίο ο Λένιν θεωρούσε ως «λικβινταρισμό με αντίθετο πρόσημο», οι οτζοβιστές (ανακλητές), οι οποίοι τάσσονταν υπέρ της ανάκλησης των σοσιαλδημοκρατών βουλευτών από την ΙΙΙ Δούμα. Σ’ αυτούς ανήκαν γνωστοί μπολσεβίκοι διανοούμενοι (Μπογκτάνοφ, Αλεξίνσκι, Λουνατσάρσκι), οι οποίοι εγκαινίασαν επιπλέον μια εκστρατεία ενάντια στον διαλεκτικό υλισμό, υπέρ του εμπειριοκριτικισμού του Ερνστ Μαχ, φτάνοντας μέχρι στην αναζήτηση του Θεού και την θεοπλαστικότητα. Στον πυρήνα του το πολιτικό τους credo [πιστεύω] ήταν δογματικό-συντηρητικό. Δεν ήταν σε θέση να καταπιαστούν με τη ρεαλιστική ανάλυση της κατάστασης της ήττας. Σε μια επιστολή του στον Μαξίμ Γκόρκι, ο Λένιν λέει για αυτούς ότι, «η τακτική να διατηρούμε (σε κονσέρβες) τις επαναστατικές φράσεις του 1905-1906, αντί της εφαρμογής της επαναστατικής μεθόδου σε μια καινούργια, διαφορετική κατάσταση, σε μια αλλαγμένη εποχή που απαιτεί άλλες μεθόδους και άλλες μορφές οργάνωσης, η τακτική αυτή είναι νεκρή» [19].

Έτσι, το θέμα για τις κοινοβουλευτικές ομάδες κυριαρχούσε στις εσωκομματικές εξελίξεις εκείνων των ετών. Φυσικά για τα διαφορετικά ρεύματα ήταν καθαρό, ότι κάθε φραξιονιστική διαμάχη αναγκαστικά θα αδυνάτιζε τη συνολική δύναμη του Κόμματος. Ο Λένιν προειδοποιούσε επανειλημμένα τους μπολσεβίκους να μην καταφεύγουν σε ιδιαίτερους δρόμους οργάνωσης έξω από το Κόμμα, [δηλαδή να μη] διοργανώνουν ξεχωριστές/ειδικές συνδιασκέψεις και συνέδρια, γιατί αυτά θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στα διάσπαση του Κόμματος [20]. Τον Ιανουάριο του 1910 οι μπολσεβίκοι ήταν έτοιμοι να διαλύσουν την κοινοβουλευτική τους ομάδα αν αυτό το έκαναν και οι κοινοβουλευτικές ομάδες όλων των άλλων κομμάτων. Η ενότητα του Κόμματος, όμως, χωρίς κοινοβουλευτικές ομάδες, αποδείχτηκε αυταπάτη. Όλες οι κατευθύνσεις [κόμματα] συνέχισαν να εργάζονται κοινοβουλευτικά, και έτσι οι μπολσεβίκοι τον Δεκέμβριο του 1910 ανακοίνωσαν ανοιχτά τον τερματισμό της συμφωνίας.

Επειδή η εξέλιξη αυτή επέδρασε επίσης στις σχέσεις μεταξύ των ρωσικών κοινοβουλευτικών ομάδων και των ομοσπονδιακών εθνικών Οργανώσεων, η θέση τους απέκτησε σπουδαιότητα τόσο μέσα στο ΣΔΕΚΡ όσο και στην Σοσιαλιστική Διεθνή και το Γραφείο της (ISB). Γι’ αυτό, για τους μπολσεβίκους ήταν ευνοϊκή η κατάσταση, το ότι από το 1908 μέχρι το καλοκαίρι του 1911 δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερα στενή συνεργασία με το πολωνικό κόμμα SDKPiL και το προεδρείο του. Και τα δυό κόμματα καταπολέμησαν τον λικβινταρισμό, συνεργάστηκαν στα κεντρικά όργανα, έγραφαν αμοιβαία στα κομματικά τους περιοδικά. Έτσι, η Ρόζα Λούξεμπουργκ τον Απρίλιο του 1910 έγραψε ένα άρθρο στο μπολσεβίκικο «Προλετάρι», στο οποίο έκανε πολεμική, εντελώς στο πνεύμα του Λένιν, ενάντια στον οτζοβισμό και τον ουλτιματισμό. Όταν το ίδιο έτος ο μενσεβίκος Μάρτοφ προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την πρώτη μεγάλη πολιτικο-στρατηγική αντιπαράθεση μεταξύ Κάουτσκι και Ρόζας Λούξεμπουργκ με το σύνθημα «εξάντληση ή αγώνας» (επρόκειτο για την μαζική απεργία), για να κατηγορήσει τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ότι αυτή ερμηνεύει εσφαλμένα το ρωσικό εργατικό κίνημα μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία και ταυτόχρονα ότι δυσφημεί βαριά τους μπολσεβίκους, ο Γιούλιαν Μαρχλέβσκι (Κάρσκι) υπερασπίστηκε –μετά από παράκληση της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Λέο Γιόγκιχες (Τίστσκα)- τους μπολσεβίκους στο θεωρητικό όργανο του SPD «Neue Zeit». Ο Μαρχλέβσκι τόνισε ότι τόσο κατά την επαναστατική όσο και κατά την αντιδραστική περίοδο [οι μπολσεβίκοι] υποστήριξαν μια συνεπή μαρξιστική πολιτική: «Το ότι οι Ρώσοι ριζοσπάστες (εκείνοι ακριβώς οι μπολσεβίκοι που είναι τόσο μισητοί στον Μάρτοφ) ξέρουν να χρησιμοποιούν σωστά την στρατηγική της εξάντλησης, αυτό το δείχνουν τώρα στην περίοδο της αντίδρασης. Τώρα μιλούν γερμανικά, αυτό σημαίνει ότι κάνουν σχεδόν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να διατηρήσουν και σ’ αυτή την κατάσταση την οργάνωση του προλεταριάτου με κάθε τίμημα, οργανώνουν τους μικρούς αγώνες, κάνουν κάτω απ’ τις εξαιρετικά δυσκολότατες συνθήκες, κάτι που πουθενά δεν μπορούν, οργανώνοντας και κάνοντας αγκιτάτσια» [21]. Από κοινού διαμαρτυρήθηκαν επίσης οι μπολσεβίκοι, οι Πολωνοί, και τα «κομματικά στοιχεία των μενσεβίκων», όταν στο «Vorwärts» [«Εμπρός»], το γερμανικό κεντρικό όργανο, στα τέλη Αυγούστου του 1910 –την ημέρα που άρχιζε τις εργασίες του το Διεθνές Συνέδριο των σοσιαλιστών στην Κοπεγχάγη- δημοσίευσε ένα ανώνυμο άρθρο (προερχόταν από την πένα του Λέο Τρότσκι, ο οποίος δεν ανήκε σε καμιά πτέρυγα), το οποίο διαστρέβλωνε εντελώς την κατάσταση του Κόμματος στη Ρωσία. Η διαμαρτυρία αυτή έφερε την υπογραφή του Πλεχάνοφ, του Βάρσκι και του Λένιν.

Οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές προϋποθέσεις, όμως, για μια κομματική ενότητα των συνεργαζόμενων κοινοβουλευτικών ομάδων για τη ρωσική Οργάνωση, καθώς και για τη συνεργασία με τα ομοσπονδιακά εθνικά κόμματα –τους Πολωνούς, Λετονούς και Εβραίους (στη Μπουντ)- αποδείχτηκε εξαιρετικά εύθραυστη. Προέκυψε μια κατάσταση –την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1911-, στην οποία ο Λένιν δεν έβλεπε πλέον καμιά δυνατότητα, ακόμη και με τη μεσολάβηση του Γραφείου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, να υπάρξει έστω και ένα μίνιμουμ κοινών στοιχείων μέσα σε όλο το Κόμμα. Αυτό τελικά επηρέασε τη σχέση προς το πολωνικό Κόμμα, οδήγησε σε μια κρίση στις σχέσεις και σε έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ του Λένιν απ’ τη μια μεριά και του Τίστσκα (Γιόγγιχες) και Ρόζας Λούξεμπουργκ από την άλλη [22]. Η ρήξη μολαταύτα προκλήθηκε επίσης απ’ το γεγονός ότι στο SDKPiL, κυρίως στις κομματικές οργανώσεις της Βαρσοβίας και του Λοτζ, είχε προκύψει μια διάσπαση και η κεντρική διοίκηση (με τον Τίστσκα) διέγραψε από το Κόμμα την ομάδα που ήταν στενά συνδεδεμένη με τους μπολσεβίκους. Ακόμη και η τότε στάση του Λένιν, την οποία ο Βρετανός βιογράφος της Λούξεμπουργκ κριτίκαρε ως αδιάλλακτη και διασπαστική, δεν μπορεί γενικά να διαπιστωθεί, με το ότι η συμπεριφορά του Τίστσκα (Γιόγγιχες) προκαλούσε την αίσθηση στους δικούς του συντρόφους-ηγετικά στελέχη, ότι επιδιώκει «σε μεγάλο βαθμό προσωπικούς στόχους και φιλοδοξίες» [23]. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, λέει ο Νετλ, δεν συμφωνούσε με την τακτική του Γιόγγιχες, και αποδείχτηκε, «ότι η επιρροή της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο πολωνικό κίνημα και το ενδιαφέρον της για αυτό μειώθηκαν. Λόγω του ότι η προσωπικότητα και η πολιτική του Γιόγγιχες οδήγησαν το Κόμμα σ’ ένα αδιέξοδο, χωρίς να είναι σε θέση να κάνει πολλά ενάντια σ’ αυτά, σταδιακά απομακρύνθηκε από αυτό σχεδόν ασυνείδητα» [24].

Ήταν η συνολική κατάσταση της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, που έπεισε τον Λένιν το φθινόπωρο του 1911, ότι ο μέχρι τώρα δρόμος που ακολούθησε το ίδιο το κίνημα στη Ρωσία, οι παράνομες οργανώσεις στη βάση, οι συνδέσεις τους με τις πολλές νόμιμες εργατικές ενώσεις κάθε είδους, μια πλατιά και συστηματική διάδοση του παράνομου κομματικού Τύπου, εμπόδισαν αναγκαστικά μια πραγματική σταθεροποίηση του Κόμματος. Από τον Ιανουάριο του 1910 μέχρι το καλοκαίρι του 1911, όπως γράφει ο Λένιν, οι μπολσεβίκοι και οι Πολωνοί πάλεψαν από κοινού για το Κόμμα, υποστηριζόμενοι από τα «κομματικά στοιχεία μενσεβίκων» με τον Πλεχάνοφ. Όμως οι λικβινταριστές, οι οτζοβιστές, ο Τρότσκι και η Μπουντ, κατά την άποψη του Λένιν, είχαν κάνει ιδεολογικά και πρακτικά αδύνατη την ενότητα. «Η κατάρρευση του κόμματος ήταν αναπόφευκτη», συμπέρανε ο Λένιν. «Μπορούσαν να το αναστηλώσουν μόνο οι ρωσικές οργανώσεις, δηλαδή εκείνες που δρουν στη Ρωσία» [25].

Όταν ο Λένιν τον Ιανουάριο του 1912 βρέθηκε σε μια συνδιάσκεψη του Κόμματος στην Πράγα, όπου παρόντες ήταν μόνο οι μπολσεβίκοι και έλαβε χώρα ο χωρισμός, δεν επρόκειτο για μια αυθαίρετη διάσπαση, για έναν ηθελημένο χωρισμό, για να τεθεί στη θέση όλου του Κόμματος, όπως καταλογίστηκε στον Λένιν κάποτε, καθώς και μετέπειτα σε πολλά ιστορικά έργα. Και στη συνδιάσκεψη της «Πράγας» είχαν προσκληθεί τόσο ο Πλεχάνοφ όσο και οι εκπρόσωποι των τριών ομόσπονδων εθνικών κομμάτων, όμως δεν προσήλθαν. 

Πολύ περισσότερο, ήταν η εντελώς δοκιμασμένη απόφαση, αυτή που επέδρασε μετά από τέσσερα χρόνια πρακτικής ιστορικής εμπειρίας, πάνω στη δουλειά, με την έννοια της συγκέντρωσης δυνάμεων μέσα στην ίδια τη Ρωσία, η οποία ήταν αναγκαία όσο ποτέ εν όψει μιας νέας ανόδου των οικονομικών και πολιτικών μαζικών κινημάτων και της μαζικής δράσης. Τα ψηφίσματα της συνδιάσκεψης της Πράγας απευθύνονταν προς όλα τα ρεύματα. Δεν ήταν πρόθεση του Λένιν, όπως ερμηνεύτηκε αργότερα, να οικοδομήσει μια καθαρά μπολσεβίκικη Οργάνωση. Σε ένα από τα ψηφίσματα που συνέταξε ο ίδιος, το οποίο έγινε αποδεκτό ένα χρόνο αργότερα, τέλη Δεκεμβρίου 1912 / αρχές 1913 σε μια σύσκεψη στελεχών του Κόμματος, αναφερόταν ρητά: «Με τον όρο της αναγνώρισης της παράνομης οργάνωσης του ΣΔΕΚΡ και της εισόδου σ’ αυτό, η ενότητα των σοσιαλδημοκρατών εργατών όλων των ρευμάτων και αποχρώσεων αποτελεί αναντίρρητη ανάγκη και την επιβάλλει επιτακτικά το συμφέρον του εργατικού κινήματος» [26]. Κάνοντας μια ανασκόπηση ο Λένιν επεσήμανε στο βασικό έργο του «Σοσιαλισμός και πόλεμος» το καλοκαίρι του 1915, ότι η συνδιάσκεψη τον Ιανουάριο του 1912 είχε διαχωριστεί από την εξαιρετικά δεξιά πτέρυγα των λικβινταριστών, που είχαν ομαδοποιηθεί γύρω από το περιοδικό «Νάσα Ζαριά», και ότι αν κανείς εκείνο το διάστημα έπαιρνε ως βάση τα προσιτά και συγκριτικά στοιχεία, δηλαδή τις συλλογές χρημάτων για τις εφημερίδες των δυό βασικών ρευμάτων, «τα 4/5 των συνειδητών εργατών της Ρωσίας» είχαν ενωθεί γύρω από το επαναστατικό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα [27].


IV

Η σκέψη του Λένιν, την οποία μάλιστα συμμερίζονται και οι μαρξιστές αριστεροί μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, ότι η οπορτουνιστική και η επαναστατική πτέρυγα θα μπορούσαν να συνεργαστούν μέσα σε ένα εργατικό κόμμα «φτάνοντας μέχρι την κοινωνική επανάσταση», αποδείχτηκε ιστορική πλάνη. Η πραγματική ιστορική εξέλιξη έδειξε ότι δεν ήταν η κοινωνική επανάσταση, αλλά ήδη ο πόλεμος και η θέση των κομμάτων και των κοινοβουλευτικών ομάδων των κομμάτων απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914, αυτά που δημιούργησαν ένα αδιαπέραστο διαχωριστικό τοίχο, αποκλείοντας τα οργανωτικά κοινά στοιχεία, όπως αυτά υπήρχαν στην εποχή της Δεύτερης Διεθνούς. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε ανοίξει μια άβυσσο ανάμεσα στα δυό βασικά ρεύματα, τόσο βαθιά, με τόσο θεμελιακές αντιθέσεις αναφορικά με το περιεχόμενο, που κανένας ρεαλιστής μεταξύ των μαρξιστών δε μπορούσε να ελπίζει, ότι οι αντιθέσεις αυτές μπορούν να ξεπεραστούν μέσα σε μια κομματική Οργάνωση, ή ότι μπορούν να λυθούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Ο προπολεμικός οπορτουνισμός είχε μετατραπεί σε σοσιαλσοβινισμό, σε μια άμεση συμμαχία με την ιμπεριαλιστική αστική τάξη και τα γενικά επιτελεία [στρατού]. Η Διεθνής είχε καταρρεύσει, τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είχαν μετατραπεί σε εθνικοφιλελεύθερα εργατικά κόμματα. Αρκετοί από τους παλιότερους χωρισμούς πτερύγων είχαν χάσει τη σημασία τους. Αποφασιστικό κριτήριο έγινε η στάση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μόνο πάνω σ’ αυτό μπορούσε να μετρηθεί και η πίστη στις αποφάσεις και στις υποσχέσεις της Διεθνούς. «Δεν θα υπάρχει σοσιαλδημοκράτης της Ρωσίας που να μη νιώθει», γράφει ο Λένιν το Μάιο του 1915, «ότι οι παλιές διαιρέσεις και κατατάξεις –δεν θα λέγαμε πάλιωσαν, αλλά- πήραν άλλη μορφή. Στην πρώτη σειρά προβάλλει η κατάταξη σε “διεθνιστές” και “σοσιαλπατριώτες”, διαίρεση που γίνεται με βάση το θεμελιακό πρόβλημα που έθεσε ο πόλεμος» [28].

Ο οργανωτικός διαχωρισμός από τον ανοιχτό και καλυμμένο σοσιαλπατριωτισμό, που τώρα ιστορικά ήταν αναγκαίος –κατά την άποψη του Λένιν- είχε γίνει αναπόφευκτος, είχε στη Ρωσία, λόγω της συνολικής εξέλιξης του εργατικού κινήματος στα προπολεμικά χρόνια, ευνοϊκότερες προϋποθέσεις απ’ ότι στις άλλες χώρες. Το αίτημα του Λένιν, που απευθυνόταν και στη γερμανική ομάδα Σπάρτακος, ότι αυτή η ρήξη, η απόσχιση απ’ τον ανοιχτό καθώς και απ’ τον καουτσκιανό οπορτουνισμό, που είχε γίνει αναγκαίος λόγω της εξέλιξης κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού παγκοσμίου πολέμου, συχνά παρουσιάστηκε απλοποιημένα και παραμορφωμένα. Για τον Λένιν ήταν απολύτως καθαρό, ότι η ρήξη αυτή στα ξεχωριστά κόμματα θα εξαρτηθεί από τις συγκεκριμένες συνθήκες, ότι επίσης αναφορικά με τη δημιουργία μιας νέας, της Τρίτης Διεθνούς –επρόκειτο για τάση προσανατολισμού. «Η ενότητα με τους σοσιαλσοβινιστές», γράφει ο Λένιν, «είναι ενότητα με τη “δική” σου εθνική αστική τάξη. Αυτό δε σημαίνει ότι η ρήξη με τους οπορτουνιστές μπορεί να γίνει παντού αμέσως, σημαίνει μόνο ότι αυτή ωρίμασε ιστορικά, ότι είναι απαραίτητη και αναπόφευκτη για την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου…» [29].

Την ίδια συγκεκριμένη-ιστορική αντίληψη, και όχι αυτή που εκλαμβάνει τις ιδίες απόψεις και στόχους ως πραγματικότητα, εκπροσωπούσε ο Λένιν στα χρόνια του πολέμου αναφορικά με την αναγκαιότητα για μια νέα Διεθνή, που συμμερίζονταν όλοι οι διεθνιστές μαρξιστές. Ο Λένιν δεν συνέδεε σε καμιά περίπτωση τη στάση των Ρώσων σοσιαλιστών με την αφηρημένη αρχή για μια «καθαρή» Διεθνή, αλλά με την πραγματική εξέλιξη, όταν τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1915 έγραφε: «Το άμεσο μέλλον θα δείξει, αν έχουν ωριμάσει ή όχι οι όροι για την ίδρυση μιας νέας μαρξιστικής Διεθνούς. Αν ναι, το κόμμα μας θα προσχωρήσει με χαρά σε μια τέτοια, ξεκαθαρισμένη από τον οπορτουνισμό και το σοβινισμό, ΙΙΙ Διεθνή. Αν όχι, το γεγονός αυτό θα δείξει ότι για ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα απαιτείται ακόμη μια λίγο-πολύ μακρόχρονη εξέλιξη. Στην περίπτωση αυτή το κόμμα μας θα αποτελέσει την άκρα αντιπολίτευση μέσα στην προηγούμενη Διεθνή –ώσπου να δημιουργηθεί στις διάφορες χώρες η βάση για μια διεθνή ένωση των εργατών, που να στέκεται στις θέσεις του επαναστατικού μαρξισμού» [30].

Στο ρωσικό εργατικό κίνημα, αυτά που αφορούσαν στο περιεχόμενο και την οργανωτική ρήξη με τον σοσιαλσοβινισμό και τον σοσιαλπατριωτισμό, έγιναν επίσης για τον Λένιν το αποφασιστικό κριτήριο για το με ποια άλλα ρεύματα και ομάδες θα μπορούσε κανείς να συνεργαστεί. Σε ένα ψήφισμα που συνέταξε ο ίδιος για τα τμήματα εξωτερικού του ΣΔΕΚΡ στις αρχές Μαρτίου του 1915, αναφέρεται σχετικά μ’ αυτό: «Επιτρέπονται προσωρινές συμφωνίες μόνο μ’ εκείνους τους σοσιαλδημοκράτες που υποστηρίζουν την αποφασιστική οργανωτική ρήξη με την ΟΕ, το “Νάσα Ζαριά” και την Μπουντ» [31]. (Η Οργανωτική Επιτροπή, η δεξιά μενσεβίκικη εφημερίδα “Νάσα Ζαριά” και ο εβραϊκός σοσιαλδημοκρατικός “Μπουντ”, που αναφέρονται εδώ απ’ τον Λένιν, εκπροσωπούσαν διαφορετικές σοσιαλσοβινιστικές θέσεις).


V

Μέχρι τη ρωσική επανάσταση του Φλεβάρη και την επιστροφή του Λένιν στη Ρωσία στις αρχές Απριλίου 1917, οι απόψεις του εστιάζονται στο κομματικό ζήτημα και στο πρόβλημα της κομματικής οργάνωσης, κυρίως στη βασική ρήξη κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού παγκοσμίου πολέμου του ιστορικά αναπόφευκτου χωρισμού της επαναστατικής μαρξιστικής πτέρυγας του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος από την ανοιχτά ή καλυμμένα σοσιαλσοβινιστική πτέρυγα, η οποία υποστήριζε τον πόλεμο του ιδίου ιμπεριαλισμού. Οι σκληροί διωγμοί κατά τη διάρκεια του πολέμου, η εξορία σχεδόν όλων των μπολσεβίκων ηγετών και των γνωστών στελεχών στη Σιβηρία, στο βαθμό που δεν κατόρθωναν να μεταναστεύσουν, είχε αποδεκατίσει τα στελέχη και δυσκόλεψε σε υπερβολικό βαθμό τις συνθήκες δουλειάς των οργανώσεων. Το «ρωσικό Γραφείο» που δημιουργήθηκε πριν τον πόλεμο σταμάτησε πρακτικά να υπάρχει για ενάμισι χρόνο και έγινε δυνατό να επαναδραστηριοποιηθεί μόνο στα τέλη της άνοιξης του 1916 από τον Σλιάπνικοφ. Ο Σλιάπνικοφ προερχόταν από την ομάδα μεταναστών του Παρισιού, το 1915 είχε συμμετάσχει σε μια συνδιάσκεψη των μπολσεβίκων στη Βέρνη και με παράκληση του Λένιν ανέλαβε στη συνέχεια την παράνομη μεταφορά έντυπου υλικού από τη Σουηδία στη Ρωσία˙ το 1916 επέστρεψε παράνομα στην Πετρούπολη. Παράνομες επιτροπές του Κόμματος που έκαναν αντιπολεμική προπαγάνδα, εργάζονταν σε μερικά τοπικά βιομηχανικά κέντρα. Οι συνδέσεις, όμως, με την Κεντρική Επιτροπή στην Ελβετία ήταν εξαιρετικά δύσκολες και γίνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα˙ το κεντρικό όργανο «Σοσιαλδημοκράτης» που δημοσιεύονταν εκεί, έφτανε στη Ρωσία μόνο κάτω από ευνοϊκές συνθήκες.

Η επιστροφή του Λένιν και η δημοσίευση των Θέσεων του Απρίλη που έγραψε, εισήγαγαν μια απ’ τις πιο βαθιές και απότομες στροφές στη στρατηγική της μαρξιστικά-επαναστατικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος της Ρωσίας. Αν οι μπολσεβίκοι ηγέτες που έβγαιναν από την παρανομία ή από την εξορία στη Σιβηρία ξεκινούσαν μέχρι τότε από τον αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα της επανάστασης και μ’ αυτό τον στόχο, να ασκήσουν πίεση στην προσωρινή κυβέρνηση μέσα από τα σοβιέτ, ο Λένιν ανήγγειλε τώρα τη μετάβαση της επανάστασης σε ένα δεύτερο προλεταριακό-σοσιαλιστικό στάδιο και την αναγκαιότητα της μετάβασης όλης της κρατικής εξουσίας στα χέρια των σοβιέτ. Πολλές φορές έχει περιγραφεί το πόσο προκλητικά και σοκαριστικά επέδρασαν κάποτε οι αντιλήψεις του ακόμη και στους μπολσεβίκους φίλους. Μόνο χάρη στην ασύγκριτη δύναμη της πειθούς και της αυθεντίας του έγινε δυνατό να επικρατήσουν οι αντιλήψεις του στην Οργάνωση της πρωτεύουσας Πετρούπολη μέσα σε δέκα ημέρες και σε όλη τη Ρωσία μέσα σε τρεις βδομάδες.

Όπως το 1905, έτσι και η επανάσταση του Φλεβάρη έφερε μια θυελλώδη ανάπτυξη των κομματικών οργανώσεων, την ανάπτυξη των μπολσεβίκων σε μαζικό Κόμμα, τώρα όμως πάνω στη βάση μιας αυτόνομης από την αρχή, χωριστής από τους μενσεβίκους επαναστατικής Οργάνωσης. Στην ιστορική οριοθέτηση από τον σοσιαλσοβινισμό και τον οπορτουνισμό της σοσιαλδημοκρατίας που επικροτούσε τον πόλεμο, αυτή επιδίωκε τώρα να έχει και ένα νέο όνομα. Στις Θέσεις του Απρίλη ο Λένιν δεν τεκμηρίωνε την μετονομασία του Κόμματος σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας κατά κύριο λόγο με την επιστημονική ακρίβεια της ονομασίας, αλλά με το συγκεκριμένα-ιστορικό επιχείρημα ότι, οι επίσημοι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας σε όλο τον κόσμο «πρόδωσαν το σοσιαλισμό, με το να μεταβούν στην αστική τάξη». Από τότε είχε επίσης ζητήσει να παρθεί πρωτοβουλία για την ίδρυση μιας νέας Διεθνούς αποκαθαρμένης από τον σοσιαλσοβινισμό και τον σοσιαλπατριωτισμό [32].

Όπως σε παλιότερες περιόδους έτσι και τώρα, για τον Λένιν δεν επρόκειτο περί διαχωρισμού των μπολσεβίκων από τα άλλα ρεύματα του ρωσικού εργατικού κινήματος όταν θα μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία στα σημαντικά κριτήρια που έμπαιναν τώρα –συνεπής διεθνισμός, μεταβίβαση της εξουσίας στα σοβιέτ. Η συνδιάσκεψη του Απρίλη, στην οποία είχε εγκριθεί η στρατηγική αντίληψη του Λένιν –με τρεις ψήφους κατά και οκτώ λευκά σε σύνολο περίπου 150 αντιπροσώπων-, τόνισε σε ένα ψήφισμα και τη σημασία ενός «πλησιάσματος και [μιας] ένωσης» με άλλες ομάδες και κινήματα, τα οποία «στην πράξη στηρίζονται στο διεθνισμό» [33]. Στις 10 Μαΐου ο Λένιν διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με την ομάδα των «ενωμένων σοσιαλδημοκρατών» (Μετσχραγιόντσι) υπό την καθοδήγηση του Τρότσκι και της πρότεινε να αντιπροσωπευτεί στα καθοδηγητικά όργανα του μπολσεβίκικου κόμματος. Την περίοδο εκείνη ο Τρότσκι απέρριπτε ακόμη την πρόταση, στη συνέχεια όμως προέκυπτε μια όλο και μεγαλύτερη προσέγγιση. Στο πρώτο πανρωσικό συνέδριο των σοβιέτ στις αρχές Ιουνίου, στο οποίο οι μπολσεβίκοι είχαν μόλις 105 από τους 822 αντιπροσώπους, οι δέκα μετσχραγιόντσι (Τρότσκι, Λουνατσάρσκι κ.α.) επιχειρηματολογούσαν και ψήφιζαν ανεξαίρετα μαζί με τους μπολσεβίκους, και τον Ιούλιο η ομάδα αυτή εντάχθηκε στο Κόμμα. Αντίθετα, μια παρόμοια πρόταση του Λένιν προς την ομάδα των «διεθνιστών μενσεβίκων» υπό τον Μάρτοφ δεν βρήκε ανταπόκριση.

Σε ό,τι αφορά την κομματική Οργάνωση με τη στενή έννοια, η προσοχή του Λένιν επικεντρώθηκε αναπόφευκτα, στη συνολική περίοδο πριν και μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, πάνω στην ικανότητα δράσης της στην άμεση επαναστατική πάλη, στη στενή της σύνδεση με τους εργάτες και τους στρατιώτες, στην επιρροή μέσα στα σοβιέτ, στο κέρδισμα των αγροτών στρατιωτών με τις μπολσεβίκικες θέσεις οι οποίοι ακολουθούσαν ακόμη τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους. Τα επαναστατικά καθήκοντα δεν μπορούσαν να λυθούν χωρίς έναν υψηλό βαθμό πειθαρχίας, συχνά [και] στρατιωτικής πειθαρχίας˙ χωρίς αυτή, όλη η επαναστατική προπαγάνδα θα ξέπεφτε σε κενή φράση. Αυτό ισχύει και για την αυστηρή συγκέντρωση και τον συντονισμό των κομματικών δυνάμεων, που χωρίς την συγκεντροποίησή τους ήταν αδύνατη. Όποιος αποσπά τις μορφές οργάνωσης από τα συγκεκριμένα καθήκοντα ή τις εφαρμόζει μηχανιστικά σε άλλες περιόδους ανάπτυξης, αποκόβεται από την ιστορική κατανόηση. Είναι αναγκαίο να θυμηθεί κανείς σήμερα ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ, όταν στις σημειώσεις της στη φυλακή σχετικά με τη ρωσική επανάσταση, σύγκρινε τη σοσιαλδημοκρατία στη Δύση με τους μπολσεβίκους, υπογράμμιζε ακριβώς την ικανότητα δράσης σε μια επαναστατική κατάσταση. «Αυτό που ένα κόμμα ήταν σε θέση να βρει σε θάρρος, ενεργητικότητα, επαναστατική οξυδέρκεια και συνέπεια», γράφει, «αυτό το πέτυχαν πλήρως οι Λένιν, Τρότσκι και οι σύντροφοι. Όλη η επαναστατική τιμή και η ικανότητα δράσης που έλειπε από τη σοσιαλδημοκρατία στη Δύση, αντιπροσωπεύονταν στους μπολσεβίκους. Η εξέγερσή τους του Οκτώβρη δεν ήταν μόνο μια πραγματική διάσωση της τιμής του διεθνούς σοσιαλισμού» [34]. Αυτή η ικανότητα δράσης, όμως, δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα έντονων επαναστατικών πεποιθήσεων και ευαίσθητης πρόσληψης της διάθεσης των μαζών, αλλά και αποτέλεσμα συνειδητής επαναστατικής πειθαρχίας και οργανωτικής ένωσης των δυνάμεων του Κόμματος.


VI

Την περίοδο της επανάστασης του Φλεβάρη του 1917, οι μπολσεβίκοι είχαν 23.000 μέλη˙ ένα χρόνο αργότερα, τρεις μήνες μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, ο αριθμός τους έφτανε τα 115.000 μέλη [35]. Αυτή η μαζική εισροή απαιτούσε ήδη στο έτος της επανάστασης καταστατικές προσαρμογές. Έτσι στο VI Συνέδριο τον Αύγουστο του 1917, για πρώτη φορά στο αναθεωρημένο καταστατικό διατυπώθηκε ρητά η υποχρέωση για υποταγή στις κομματικές αποφάσεις. Η έννοια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ως βασική οργανωτική αρχή, είχε εισαχθεί από τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία για πρώτη φορά στο καταστατικό το 1907, όταν οι μενσεβίκοι και οι μπολσεβίκοι αποτελούσαν ακόμη από κοινού ένα κόμμα. Αξιοσημείωτο, όμως, είναι από ιστορικής σκοπιάς, ότι η έννοια αυτή μόλις δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του Λένιν, ήδη μετά την κατασταλτική εξουδετέρωση των αντιπολιτευόμενων ρευμάτων από τον Στάλιν, στο καταστατικό του Κόμματος του 1934, αποκτά για πρώτη φορά έναν πιο λεπτομερή ορισμό. (Χρήση της αρχής της αιρετότητας για όλα τα καθοδηγητικά όργανα του Κόμματος από τα ανώτατα μέχρι τα κατώτατα˙ περιοδική λογοδοσία των εκλεγμένων οργάνων στην οργάνωσή τους˙ αυστηρή κομματική πειθαρχία και υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία˙ υποχρεωτική ισχύς των αποφάσεων των ανώτερων οργάνων για τα κατώτερα και για όλα τα κομματικά μέλη.) [36]

Την περίοδο που ζούσε ο Λένιν η βασική αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού θεωρούνταν ως μια αυτονόητη παράδοση (Tradition) του μπολσεβίκικου ρεύματος μέσα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία, η οποία όμως συμπεριλάμβανε ένα ευρύ φάσμα απόψεων και την ανοιχτή αντιπαράθεση. Ήδη, λίγους μήνες μετά την Οκτωβριανή επανάσταση φάνηκε: Ο χωρισμός από τον μενσεβικισμό και η ενότητα των επαναστατικά-μαρξιστικών βασικών πεποιθήσεων στο μπολσεβίκικο κόμμα, δεν απέκλειε σε καμιά περίπτωση σοβαρές διαφορές απόψεων και την πάλη ανάμεσα σε ομάδες, μάλιστα ακόμη και μια κρίσιμη εξέλιξη που προκαλούσε διάσπαση. Η Οκτωβριανή επανάσταση είχε νικήσει μετά την εξέγερση σε μια θυελλώδη νικηφόρα πορεία, όχι τελευταία, όπως τόνιζε επανειλημμένα ο Λένιν, επειδή οι ιμπεριαλιστές ήταν μεταξύ τους απασχολημένοι με τον πόλεμο και δεν ήταν σε θέση ούτε ο γερμανικός ιμπεριαλισμός και οι σύμμαχοί του, ούτε οι δυτικές δυνάμεις της Αντάντ να ριχτούν κατά της σοβιετικής εξουσίας. Όταν, όμως, σύντομα, στη συνέχεια έστειλαν γερμανικές στρατιές να κατακτήσουν τις πηγές σιταριού και τους πόρους των πρώτων υλών της Ουκρανίας και να πορευτούν προς την Πετρούπολη, όταν διακυβεύονταν η τύχη της ρωσικής επανάστασης και επρόκειτο για την υπογραφή μιας ταπεινωτικής ειρήνης υποταγής ή για μια «ηρωική κατάρρευση» -τότε ξέσπασαν σκληρές φραξιονιστικές αντιθέσεις μέσα στις γραμμές των μπολσεβίκων. Το ιστορικά αξιοσημείωτο σ’ αυτή την αντιπαράθεση ήταν, ότι στον πυρήνα επρόκειτο για ένα αναλυτικά-γνωσιοθεωρητικό πρόβλημα, το οποίο στην Ιστορία των επαναστατικών κινημάτων και κομμάτων συνηθίζεται να εμφανίζεται πάντα εκ νέου, και στο οποίο παίζει επίσης σημαντικό ρόλο ο διαφορετικός βαθμός των πραγματικών ιστορικών εμπειριών των γενιών και των ατόμων. Επρόκειτο για το πώς μπορούν να εκτιμηθούν οι πραγματικές προϋποθέσεις της επαναστατικής δράσης σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, επρόκειτο για την αντίθεση μεταξύ: νηφάλιου ρεαλισμού και επαναστατικών ευσεβών πόθων˙ εμπειρίας και απειρίας˙ ικανότητας παραδοχής μιας ήττας και οπισθοχώρησης ή ρομαντικής ηρωικής στάσης, η οποία τα ρισκάρει όλα. Η αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα του Μπρεστ τον Φεβρουάριο του 1918 απέδειξε επίσης, ότι κανένα καταστατικό, καμιά παράδοση (Tradition) της πειθαρχίας και της ενότητας του Κόμματος σε μια υπαρξιακή κρίση, δεν είναι σε θέση να αποκλείσει τις έντονες φραξιονιστικές αντιθέσεις. Ποτέ πριν ή μετέπειτα δεν καταπολέμησε ο Λένιν τον αριστερισμό τόσο έντονα, τόσο αμείλικτα, τόσο σαρκαστικά όσο εκείνες τις βδομάδες γιατί διακυβεύονταν η τύχη της Οκτωβριανής επανάστασης. Για το σύνθημα περί «επαναστατικού πολέμου» ενάντια στο γερμανικό ιμπεριαλισμό, που την περίοδο εκείνη διαδίδονταν από τους «αριστερούς κομμουνιστές», ο Λένιν έλεγε ότι είναι «η πιο κούφια λογοκοπία, και πίσω της δεν υπάρχει τίποτε το πραγματικό, το αντικειμενικό. Συναίσθημα, επιθυμία, δυσαρέσκεια, αγανάκτηση –να το μοναδικό περιεχόμενο αυτού του συνθήματος τούτη τη στιγμή. Κι ένα σύνθημα που έχει τέτοιο περιεχόμενο, ονομάζεται ακριβώς επαναστατική λογοκοπία» [37]. Ως γνωστό ο Λένιν εκείνη την περίοδο δεν δίστασε, ακόμη και ως πρόεδρος της ΚΕ του Κόμματος, να δηλώσει ότι «κι εγώ, προσωπικά, δεν θα παρέμενα φυσικά ούτε δευτερόλεπτο ούτε στην κυβέρνηση, ούτε στην ΚΕ του Κόμματός μας, αν επικρατούσε η πολιτική της λογοκοπίας» [38].

Χαρακτηριστικό για την αυστηρά αντικειμενική, την ιστορική συνολική κατάσταση που ο Λένιν, λαμβάνοντας υπόψη την αφετηριακή βάση για την εκτίμηση της εσωτερικής κατάστασης του Κόμματος, ήταν, ότι δεν έβγαλε ιδιαίτερα συμπεράσματα για το Κόμμα από την κρίση που αφορούσε στη συμφωνία ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Βασιζόταν στην εξέλιξη, στο προτσές συνειδητοποίησης ανάμεσα στους λιγότερα έμπειρους, νεότερους συντρόφους, οι οποίοι επωφελούμενοι από τη μικρή ανάπαυλα που θα έφερνε η ειρήνη στη σοβιετική εξουσία, και με την ωρίμανση της γερμανικής επανάστασης θα διδάσκονταν καλύτερα. Στο έβδομο συνέδριο του Κόμματος στις αρχές Μαρτίου 1918, ο Λένιν είπε: «Μου έτυχε να ζήσω πολλές φραξιονιστικές συγκρούσεις και διασπάσεις, κι έτσι έχω μεγάλη πείρα, πρέπει όμως να πω ότι βλέπω καθαρά πως η αρρώστια αυτή δεν θα γιατρευτεί με την παλιά μέθοδο –με τις φραξιονιστικές κομματικές διασπάσεις- γιατί θα τη γιατρέψει νωρίτερα η ζωή. Η ζωή τραβάει μπροστά πολύ γρήγορα. Απ’ αυτή την άποψη ενεργεί θαυμάσια» [39].

Όταν το καλοκαίρι του 1918 άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος, όταν τα λευκοφρουρίτικα στρατεύματα χρηματοδοτούμενα και εξοπλισμένα από τις δυνάμεις της Αντάντ επιτίθονταν απ’ όλες τις πλευρές στη σοβιετική εξουσία και οι ιμπεριαλιστές λίγο μετέπειτα άρχισαν την καμπάνια της επέμβασης, που από τον Τσόρτσιλ χαρακτηρίστηκε πομπωδώς ως «εκστρατεία των δεκατεσσάρων εθνών», το Κόμμα ενώθηκε μπροστά στον εχθρό. Ο πόλεμος εξανάγκασε στο να υπάρχει ένας υψηλός βαθμός πειθαρχίας και συγκεντρωτισμού. Στο VIII Συνέδριο του Κόμματος τον Μάρτιο του 1919 τονίστηκε σε ένα ψήφισμα, ότι ο εμφύλιος πόλεμος έφερε το Κόμμα σε μια θέση, όπου «ο πιο αυστηρός συγκεντρωτισμός και η πιο αυστηρή πειθαρχία» είναι «απόλυτη αναγκαιότητα» [40]. Στα δυό χρόνια του εμφυλίου πολέμου η σοβιετική Ρωσία αγωνιζόταν κάτω από τα συνθήματα «όλα για τον πόλεμο, όλα για τη νίκη», και ο Λένιν ήδη πριν το τέλος, συνόψισε τις αιτίες της νίκης στο IX Συνέδριο του Κόμματος τον Μάρτιο του 1920 ως εξής: «Οι πρωτάκουστες θυσίες μας για τη σωτηρία της χώρας από την αντεπανάσταση, για τη νίκη της ρωσικής επανάστασης ενάντια στον Ντενίκιν, στον Γιουντένιτς και στον Κολτσάκ αποτελούν εγγύηση για την παγκόσμια κοινωνική επανάσταση. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, έπρεπε να υπάρχει κομματική πειθαρχία, αυστηρός συγκεντρωτισμός και απόλυτη βεβαιότητα ότι οι πρωτάκουστα βαριές θυσίες δεκάδων και εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων θα βοηθήσουν στο να πραγματοποιηθούν όλα αυτά τα καθήκοντα, ότι αυτό μπορεί πραγματικά να γίνει και να εξασφαλιστεί» [41].

Ζητήματα της κομματικής οργάνωσης μετατοπίστηκαν ξανά στην πρώτη θέση αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου το καλοκαίρι του 1920, όταν η εκτεταμένη εξάντληση της χώρας από τα τέσσερα χρόνια πολέμου και τα δυό χρόνια του εμφυλίου πολέμου έγινε ορατή. Τα πολεμικά καθήκοντα είχαν απορροφήσει όλες τις δυνάμεις του Κόμματος και των σοβιετικών οργάνων. Με τις τεράστιες δυσκολίες, που εμφανίστηκαν τώρα λόγω της αποστράτευσης από το στρατό, δεν είχε υπολογίσει κανείς. Ο λιμός που προκλήθηκε λόγω της πολύ κακής σοδειάς είχε περιπλέξει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις βρίσκονταν σε ύφεση, ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης είχε επιστρέψει στα χωριά όπου γεννήθηκε για να μπορεί να τραφεί. Η κομματική και κρατική ηγεσία κατά την μετάβαση από τον εμφύλιο πόλεμο στην ειρήνη βρισκόταν μπροστά στο πρόβλημα ότι έπρεπε να αναζητήσει μια εντελώς νέα αρχή για το δρόμο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, ο οποίος έπρεπε να θέσει πάνω σε νέες βάσεις τις σχέσεις συμμαχίας με τους αγρότες, τη σχέση πόλης και επαρχίας, την ανταλλαγή μεταξύ βιομηχανίας και αγροτικής οικονομίας, τον εφοδιασμό σε τρόφιμα και καύσιμες ύλες. Οι μάζες των στρατιωτών που επέστρεφαν δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά, ο συμμοριτισμός εξαπλωνόταν, οι αγρότες ήταν δυσαρεστημένοι, και τελικά την άνοιξη του 1921 στην Κροστάνδη, για πρώτη φορά από το καλοκαίρι του 1918, προέκυψε μια πολιτική εξέγερση ενάντια στην μπολσεβίκικη κρατική εξουσία.

Αυτή ήταν η κατάσταση στην οποία το Κόμμα κλονίστηκε από μια βαριά κρίση, της οποίας η ουσιαστική αιτία βρισκόταν μεν στις βασικές στρατηγικές και θεωρητικές διαφορές, ταυτόχρονα, όμως, -μέσα σ’ ένα κυβερνητικό κόμμα, το οποίο βρίσκονταν στην κορυφή μιας κατεστραμμένης και κλονισμένης χώρας- εκδήλωνε έναν βαθμό ενθουσιασμού για θεωρητικές συζητήσεις, μια σχεδόν αυτοκτονική πολυτέλεια στη διεξαγωγή της πάλης απόψεων και φραξιονιστικών τσακωμών μεταξύ των πιο γνωστών ηγετών, που, κάνοντας κάποιος μια ιστορική αναδρομή, πιστεύει ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν απόλυτο γρίφο. Είναι αυτή η αντικειμενική κατάσταση, ο πρωτοφανής κλονισμός της χώρας και η ανάγκη ότι πρέπει να αναζητηθούν εντελώς νέοι δρόμοι για την σοσιαλιστική οικοδόμηση, που δεν μπορεί να λυθεί πλέον με στρατιωτικά μέσα, εκείνη που παρακινεί τον Λένιν να απαιτήσει το τέλος της φραξιονιστικής πάλης στο Χ Συνέδριο του Κόμματος τον Μάρτιο του 1921. Το φθινόπωρο του 1920 γύρω από τον Σλιάπνικοφ είχε δημιουργηθεί η ομάδα «Εργατική Αντιπολίτευση», η οποία έκανε αναφορά στη δίκαιη αντιγραφειοκρατική δυσαρέσκεια, εν μέρει έθετε αφελή συνδικαλιστικά αιτήματα, όλα αυτά όμως σε μια υπερβολικά πολεμική και καταγγελτική μορφή. Για πρώτη φορά από το Μπρεστ-Λιτόφσκ ο Τρότσκι παρουσιάστηκε στη συζήτηση για τα συνδικάτα εναντίον του Λένιν. Στο ζήτημα αυτό άναψε ένα είδος φραξιονιστικό καυγά. Τον Ιανουάριο του 1921 η «Πράβντα» δημοσίευε μέρα με τη μέρα πολεμικά άρθρα, στα οποία οι ηγέτες του Κόμματος εξέφραζαν αντιθετικές απόψεις.

Αυτό που έκανε τον Λένιν να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, ήταν, ότι όλη η χώρα βρίσκονταν σε ερείπια και η σοβιετική εξουσία είχε άλλου είδους προβλήματα. Σε μια μπροσούρα που δημοσιεύτηκε πριν από το συνέδριο του Κόμματος, έκανε λόγο για πυρετό που έπιασε το Κόμμα και προειδοποιούσε ότι η αρρώστια μπορεί να γίνει χρόνια. Από δω προκύπτει και το συμπέρασμα του Λένιν στο συνέδριο του Κόμματος, ότι η συζήτηση ήταν μια «υπέρμετρη πολυτέλεια», το Κόμμα είχε διαπράξει ένα σφάλμα, με το να μετατοπίσει ένα ζήτημα στην πρώτη θέση, το οποίο για αντικειμενικούς λόγους δεν έπρεπε να βρίσκεται στην πρώτη θέση: «Το ρίξαμε στην πολυτέλεια χωρίς να δούμε, σε τι βαθμό αποσπούμε την προσοχή από το φλέγον και απειλητικό ζήτημα που βρισκόταν τόσο κοντά μας, από το ζήτημα της ίδιας πάλι κρίσης» [42]. Αυτό είναι το ιστορικό υπόβαθρο για την απόφαση που πάρθηκε ενάντια στις φράξιες στο Χ Συνέδριο του Κόμματος το 1921. Όποιος εξετάσει προσεκτικά το συνολικό πλαίσιο της τότε απόφασης, όποιος επιπλέον διαβάσει ακριβώς πόσο πολύ εκπροσωπούνταν διαφορετικές κατευθύνσεις απόψεων, ότι, ό,τι πολύτιμο υπήρχε μπορούσε να αξιοποιηθεί ακόμη και από τις απορριπτικές αντιπολιτευτικές πλατφόρμες˙ ότι στα επιστημονικά περιοδικά και στις ανθολογίες θα μπορούσαν να συζητηθούν όλες οι θεωρητικές απόψεις, τότε θα αντιληφθεί, ότι η από τον Λένιν σε μια ιδιαίτερα κατάσταση εκτάκτου ανάγκης για ένα κυβερνητικό κόμμα επιβληθείσα απόφαση δεν είχε το σκοπό να ισχύσει ως μια απόλυτη αρχή για όλες τις εποχές, όλες τις χώρες και καταστάσεις. Στις συνοψισμένες σημειώσεις για την ενότητα του Κόμματος ο Λένιν ανέφερε, μεταξύ άλλων, στο Χ Συνέδριο: «Μη φρενάρεις την πολιτική μας δουλειά, ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές» (εννοούσε την ομάδα «Εργατική Αντιπολίτευση»), «όμως μην αφήνεις τις επιστημονικές έρευνες.» [43]

Για τον Λένιν ήταν καθαρό ότι η «Εργατική Αντιπολίτευση» με την κριτική της στην αρρώστια της γραφειοκρατίας είχε δίκιο. Το θέμα αυτό στα τελευταία χρόνια της ζωής του και, κυρίως, στα τελευταία έργα του που πρέπει να ειδωθούν ως κληρονομιά, τα οποία έγραψε μετά το δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο (μέσα Δεκεμβρίου 1922) και που εκδόθηκαν τον Ιανουάριο και Μάρτιο του 1923, μετατράπηκε σε κύριο θέμα της κριτικής του ανάλυσης για τη σοβιετική ανάπτυξη. Αυτό που απέρριπτε, ήταν η μόνο συναισθηματική γενικού είδους κριτική, η οποία δεν άφηνε να διακρίνει κανείς τις πρακτικές προσεγγίσεις για αλλαγή και βελτίωση. Ήδη στο συνέδριο ακόμη, ο Λένιν τόνιζε, απευθυνόμενος στην «Εργατική Αντιπολίτευση», ότι το Κόμμα χρειάζεται όλους εκείνους που είναι έτοιμοι «στην πάλη ενάντια στη γραφειοκρατία, [στη] δουλειά που βοηθάει στην υπεράσπιση του δημοκρατισμού, [στη] βοήθεια στο ζήτημα της μεγαλύτερης σύνδεσης με τις πραγματικές εργατικές μάζες», «γιατί μας χρειάζεται η βοήθεια των ανθρώπων που συνδέονται με τις εργατικές μάζες, που θα μας μάθουν πρακτικά να καταπολεμάμε τη γραφειοκρατία» [44]. Υπό τις συνθήκες της Ρωσίας ο Λένιν συνέδεε πάντα το ζήτημα της γραφειοκρατίας με το ζήτημα του χαμηλού πολιτιστικού επιπέδου των μαζών που άφησε πίσω του ο τσαρισμός, ακόμη αναφορικά και με το Κόμμα, ιδιαίτερα όμως τους κομμουνιστές που εργάζονταν στη διοίκηση του κράτους. «Είναι καθαρό τι μας λείπει: το στρώμα των κομμουνιστών που διοικεί δεν έχει ένα ανώτερο επίπεδο πολιτισμού», αναφέρει ο Λένιν στα τέλη Μαρτίου του 1922 στο ΧΙ Συνέδριο του Κόμματος. «Αν πάρουμε, λ.χ., τη Μόσχα, εκεί υπάρχουν 4.700 υπεύθυνοι κομμουνιστές κι αν πάρουμε τη γραφειοκρατική αυτή μηχανή, αυτό το βουνό –τότε ποιος οδηγεί εδώ; Αμφιβάλλω πολύ, αν μπορεί κανείς να πει ότι οι κομμουνιστές οδηγούν αυτό το βουνό. Για να πούμε την αλήθεια δεν οδηγούν αυτοί, αλλά οδηγούνται.» [45]. Ο Λένιν ήξερε ότι σ’ έναν λαό, όπου ο αναλφαβητισμός ήταν τόσο διαδεδομένος, όπου ο διοικητικός μηχανισμός μπορούσε να προσλάβει ανθρώπους μόνο από τα τουλάχιστον στοιχειωδώς μορφωμένα αστικά και μικροαστικά στρώματα, η γραφειοκρατία δεν μπορούσε να καταπολεμηθεί με κανενός είδους ευσεβείς πόθους και γκρίνιες, αλλά μόνο με μια πολιτιστική επανάσταση που θα πήγαινε σε βάθος, με την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των πλατιών μαζών.

Για την Οργάνωση ενός κυβερνητικού κόμματος, η οποία ήθελε να προστατευτεί από τους καριερίστες και τους καιροσκόπους που προσφέρονταν στην εξουσία, εμφανίζονταν σε πρώτη σειρά όλο και περισσότερο μετά τον εμφύλιο πόλεμο το ζήτημα του αριθμού των μελών και της εκκαθάρισης των γραμμών του Κόμματος. Οι μπολσεβίκοι μπορούσαν –την εποχή που ζούσε ο Λένιν- να είναι υπερήφανοι, για το ότι ως το μοναδικό κυβερνητικό κόμμα δεν επεδίωκαν να κερδίσουν μέλη, αλλά να κρατήσουν τις γραμμές τους συνειδητά μικρές, για να δεχτούν πραγματικά μόνο τέτοιους εργάτες, εργαζόμενους αγρότες και διανοούμενους, οι οποίοι πήγαιναν από πεποίθηση. Το πόσο σοβαρά πάρθηκε αυτό υπόψη από τον Λένιν, πόσο πρόσεξε επίσης την ηθική πλευρά του ζητήματος, αυτή της εμπιστοσύνης των πλατιών εξωκομματικών μαζών προς το Κόμμα, φαίνεται απ’ το γεγονός ότι αφέθηκε στις εξωκομματικές μάζες να κρίνουν αν κάποιος ήταν άξιος να είναι μέλος του Κόμματος. «Η εργαζόμενη μάζα», γράφει ο Λένιν τον Σεπτέμβριο του 1921, «με εξαιρετική ευαισθησία συλλαμβάνει τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στους τίμιους και αφοσιωμένους στον κομμουνισμό και σε όσους προκαλούν αποστροφή στον άνθρωπο που κερδίζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, στον άνθρωπο που δεν έχει κανένα προνόμιο, δεν έχει “υψηλούς προστάτες”» [46].


VII

Τελική παρατήρηση: Στο πλαίσιο ενός άρθρου στο περιοδικό, παρέμειναν αναγκαστικά ορισμένα κενά για λόγους χώρου –ιδιαίτερα στην τελευταία ενότητα. Για μένα επρόκειτο [βασικά], να μπορέσω να κάνω σαφή τη μέθοδο με την οποία ο Λένιν προσέγγιζε όλα τα ζητήματα της ανάπτυξης: ιδιαίτερα αυστηρή ιστορική αντικειμενικότητα και διαλεκτική ελαστικότητα στην πρόσληψη των πραγματικών προτσές αλλαγής. Η αντίληψή του για το Κόμμα ήταν εκείνη που προέκυπτε από τις τότε συνθήκες και προβλήματα˙ ήταν ιστορικά καθορισμένη και ιστορικά περιορισμένη. Εκείνο που θα πρέπει να συνεχίσει να υφίσταται από αυτήν, μπορεί να απαντηθεί μόνο συγκεκριμένα: από την κριτική ανάλυση της ανάπτυξης του κομμουνιστικού κόμματος μετά τον θάνατό του Λένιν˙ των διαστρεβλώσεων και κακοποιήσεων που υπέστησαν οι ιδέες του Λένιν στις επόμενες δεκαετίες˙ από μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των κοινωνικών συνθηκών και από τα καθήκοντα που προέκυψαν απ’ αυτές για μια Οργάνωση των ημερών μας που θα οδηγείται από τις μαρξιστικές ιδέες.


Δημοσιεύτηκε σε τρία μέρη στο θεωρητικό περιοδικό του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (DKP), Μαρξιστικά Φύλλα (Marxistische Blätter), 6/1990, 1/1991 και 2/1991. Το πήραμε από το βιβλίο Reale Geschichte als Lehrmeister, σ. 225-248, εκδ. Neue Impulse 2015, το οποίο περιλαμβάνει μια συλλογή κειμένων του συγγραφέα, που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο του DKP με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τη γέννησή του.

Σημείωση: Ο Joseph Schleifstein (1915-1992) πήρε ενεργό μέρος στην αντιφασιστική πάλη, μεταξύ άλλων, υπήρξε ανώτατο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και μετέπειτα του DKP, συγγραφέας πολλών βιβλίων και άρθρων και πρόεδρος του Ινστιτούτου Μαρξιστικών Σπουδών και Ερευνών (IMSF), (του αντίστοιχου Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών στην Ελλάδα). Μαζί με άλλους κομμουνιστές θεωρητικούς, όπως τους Ρόμπερτ Στάιγκερβαλτ (Robert Steigerwald) και Βίλι Γκερνς (Willi Gerns) επεξεργάστηκε τη θεωρητική βάση για την πολιτική του DKP στις δεκαετίες του 1970 και 1980. Το 1990 ο Schleifstein παραιτήθηκε από μέλος του Προεδρείου (δηλ. της ΚΕ) του DKP και στη συνέχεια αποχώρησε από αυτό, χωρίς όμως να αλλάξει και τη μαρξιστική κοσμοθεωρία του (όπως εξάλλου συμβαίνει και με χιλιάδες μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που διαγράφτηκαν ή αποχώρησαν εθελοντικά, με τη διαφορά ότι το DKP, λόγω διαφορετικής κουλτούρας, ξέρει να τιμά και αυτούς που αποχώρησαν από αυτό, αλλά παρ’ όλα αυτά έμειναν σταθεροί στη μαρξιστική κοσμοθεωρία) (ΠΓ).

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας
_______

Σημειώσεις

Προς διευκόλυνση του αναγνωστικού κοινού, για την σε μεγαλύτερο βάθος μελέτη του παρόντος άρθρου, έχουμε κάνει αντιπαραβολή από τη γερμανική γλώσσα των αποσπασμάτων από κείμενα που γράφτηκαν από τον Λένιν, με τα αντίστοιχα της έκδοσης των Απάντων του στην ελληνική γλώσσα. Επρόκειτο για μια χρονοβόρα δουλειά, αλλά νομίζουμε ότι άξιζε τον κόπο (ΠΓ).

[1] Peter Nettl: Rosa Luxemburg, Köln-Berlin, 1967, σ. 282.

[2] Rosa Luxemburg: Organisationsfragen der russischen Sozialdemokratie, Gesammelte Werke τόμ. 1/2, Berlin 1970, σ. 422-444.

[3] Β. Ι. Λένιν: Ένα βήμα μπρος, δυό βήματα πίσω. Απάντηση του Ν. Λένιν στη Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο: Άπαντα τόμ. 9, σ. 38-63.

[4] Gilbert Badia: Rosa Luxemburg – Ihr Wirken in der deutschen Arbeiterbewegung, Berlin 1971˙ B. v. Mutius: Die Rosa Luxemburg-Legende, Frankfurt/M, 1978.

[5] Peter Nettl, ό.π., σ. 282, σ. 286.

[6] Β. Ι. Λένιν: Για την αναδιοργάνωση του Κόμματος, στο: Άπαντα τόμ. 12, σ. 83.

[7] Ό. π., σ. 88/89.

[8] Ό. π., σ. 93.

[9] Ημερομηνίες από τη ζωή και τη δράση του Β. Ι. Λένιν, στο: Άπαντα τόμ. 12, σ. 555/556.

[10] Β. Ι. Λένιν: Έκθεση για το ενωτικό συνέδριο του ΣΔΕΚΡ, στο: Άπαντα τόμ. 13, σ. 60/61.

[11] Ό. π., σ. 65.

[12] Β. Ι. Λένιν: Η σοσιαλδημοκρατία και οι εκλογές στην Πετρούπολη, στο: Άπαντα τόμ. 14, σ. 262.

[13] Rosa Luxemburg: Brief an Clara Zetkin vom 4. Juli 1907, στο: Gesammelte Briefe τόμ. 2, Berlin 1982, σ. 294.

[14] Rosa Luxemburg: Από το άρθρο: Blanquismus und Sozialdemokratie, στο: Internationalismus und Klassenkampf. Die polnischen Schriften, εκδ. v. J. Hintze, Neuwied u. Berlin 1971, σ. 304/5, σ. 302.

[15] Β. Ι. Λένιν: Κρίση του μενσεβικισμού, στο: Άπαντα τόμ. 14, σ. 172.

[16] Ό. π., σ. 177.

[17] Β. Ι. Λένιν: Αποφάσεις της Σύσκεψης της Πλατιάς Συντακτικής Επιτροπής της Εφημερίδας «Προλετάρι», στο: Άπαντα τόμ. 19, σ. 39/40.

[18] Β. Ι. Λένιν, Άπαντα τόμ. 47, σ. 356, Σημείωση 231.

[19] Β. Ι. Λένιν: Προς τον Α. Μ. Γκόρκι, στο: Άπαντα τόμ. 47, σ. 222.

[20] Β. Ι. Λένιν: στο: Άπαντα τόμ. 19, σ. 40.

[21] Die Neue Zeit, Jahrgang XXIX, τόμ. 1 (1910/1911), σ. 100 σσ.

[22] Peter Nettl: Rosa Luxemburg, Köln-Berlin 1967, Kapitel XII. Polen und Russen 1907-1914, σ. 524-572, επίσης, σ. 532-534, σ. 547, σ. 550-557. W. I. Lenin, Werke, τόμ. 18, σ. 140-147, σ. 398-405, σ. 472-476. Rosa Luxemburg, Gesammelte Briefe, τόμ. 4 (1911-1914), σ. 30, σ. 43, σ. 90, σ. 326-328. Rosa Luxemburg, Gesammelte Werke, τόμ. 4, σ. 356/357.

[23] ] P. Nettl: Ό. π., 554.

[24] Ό. π., σ. 557, σ. 571.

[25] Β. Ι. Λένιν: Η κατάσταση του ΣΔΕΚΡ και τα άμεσα καθήκοντα του Κόμματος, στο: Άπαντα τόμ. 21, σ. 405.

[26] Β. Ι. Λένιν: Ανακοίνωση και αποφάσεις της σύσκεψης της Κρακοβίας, στο: Άπαντα τόμ. 22, σ. 277.

[27] Β. Ι. Λένιν: Σοσιαλισμός και πόλεμος, στο: Άπαντα τόμ. 26, σ. 354.

[28] Β. Ι. Λένιν: Το ζήτημα της ένωσης των διεθνιστών, στο: Άπαντα τόμ. 26, σ. 188.

[29] Β. Ι. Λένιν: Ο οπορτουνισμός και η χρεωκοπία της ΙΙ Διεθνούς, στο: Άπαντα τόμ. 27, σ. 123.

[30] Β. Ι. Λένιν: Σοσιαλισμός και πόλεμος, στο: Άπαντα τόμ. 26, σ. 349.

[31] Β. Ι. Λένιν: Η συνδιάσκεψη των τμημάτων εξωτερικού του ΣΔΕΚΡ, στο: Άπαντα τόμ. 26, σ. 167.

[32] Β. Ι. Λένιν: Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας, στο: Άπαντα τόμ. 31, σ. 172/173.

[33] Β. Ι. Λένιν: Απόφαση για ένωση των διεθνιστών ενάντια στο μικροαστικό αμυνιτικό συνασπισμό, στο: Άπαντα τόμ. 31, σ. 429.

[34] Rosa Luxemburg: Zur russischen Revolution, Gesammelte Werke, τόμ. 4, σ. 341.

[35] E. H. Carr: The Bolshevik Revolution 1917-1923, σ. 211, London 1966.

[36] Ό. π., σ. 197, Σημείωση 2.

[37] Β. Ι. Λένιν: Για την επαναστατική λογοκοπία, στο: Άπαντα τόμ. 35, σ. 345.

[38] Β. Ι. Λένιν: Ειρήνη ή πόλεμος;, στο: Άπαντα τόμ. 35, σ. 367.

[39] Β. Ι. Λένιν: Πολιτική Έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής, 7 του Μάρτη, [στο VII Έκτακτο Συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)], στο: Άπαντα τόμ. 36, σ. 20.

[40] Resolution des VIII. Parteitags der KPR(B), παράθεση σύμφωνα με τον E. H. Carr, ό. π., σ. 200.

[41] Β. Ι. Λένιν: Έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής, 29 του Μάρτη [στο ΙΧ Συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)], στο: Άπαντα τόμ. 40, σ. 240/241.

[42] Β. Ι. Λένιν: Απολογισμός για την πολιτική δράση της ΚΕ του ΚΚΡ(μπ), 8 του Μάρτη [στο Χ Συνέδριο], στο: Άπαντα τόμ. 43, σ. 15.

[43] Β. Ι. Λένιν: Εισήγηση για την ενότητα του Κόμματος, 8-16 του Μάρτη 1921 [στο Χ Συνέδριο του ΚΚΡ(μπ)], στο: Άπαντα τόμ. 43, σ. 105.

[44] Ό. π., σ. 44/45.

[45] Β. Ι. Λένιν: Πολιτική Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚΡ(μπ), 27 του Μάρτη 1922 [στο ΧΙ Συνέδριο ], στο: Άπαντα τόμ. 45, σ. 95.

[46] Β. Ι. Λένιν: Για την εκκαθάριση του Κόμματος, στο: Άπαντα τόμ. 44, σ. 123.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.