Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

ΕΕ: Αυτόνομη διεξαγωγή πολέμου



Η στρατιωτικοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) τον τελευταίο καιρό επιβάλλεται με ταχύτατο ρυθμό. Ως πρότυπο και δάσκαλος για αυτό χρησιμεύει το ΝΑΤΟ.

του Jörg Kronauer

Με εβδομαδιαίο ρυθμό αυτό το διάστημα παίρνονται αποφάσεις για τη στρατιωτικοποίηση της ΕΕ: Αρχικά στις 14 Νοεμβρίου οι υπουργοί Άμυνας της ΕΕ συμφώνησαν σε νέα μέτρα για την ενίσχυση της βιομηχανίας στρατιωτικών εξοπλισμών στην ΕΕ καθώς και για την ανάπτυξη κοινών ενόπλων δυνάμεων. Στις 22 Νοεμβρίου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε ένα ψήφισμα σχετικά με την Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση. Στις 30 Νοεμβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε ένα νέο Ευρωπαϊκό Σχέδιο Άμυνας, και την Τρίτη βρισκόταν, επιπλέον, στο πρόγραμμα, η υπογραφή μιας συμφωνίας συνεργασίας της ΕΕ με το ΝΑΤΟ. Την ίδια μέρα η ΕΕ, πέρα απ’ αυτό, κατέληξε σε μια συμφωνία, σε ό,τι αφορά τη λογιστική, με τις ΗΠΑ. Και προτού οι στρατιωτικοί πολιτικοί ξεκινήσουν με τις διακοπές των Χριστουγέννων, οι αρχηγοί των κρατών και των κυβερνήσεων της ΕΕ θα εγκρίνουν επίσημα την ερχόμενη Πέμπτη στις Βρυξέλλες τα πρόσφατα βήματα που έγιναν για τη στρατιωτικοποίηση της συμμαχίας σε ανώτατο επίπεδο. Ο γρήγορος ρυθμός, που εμφανίζεται κατά τις προετοιμασίες της ΕΕ για πόλεμο, στην οποία (ΕΕ) επικρατεί η Γερμανία, είναι αξιοσημείωτος.

Την Τρίτη επρόκειτο αρχικά για την αμοιβαία υποστήριξη της ΕΕ και των ΗΠΑ σε ό,τι αφορά τη λογιστική στις μελλοντικές στρατιωτικές τους επιχειρήσεις. Η συμφωνία σε ζητήματα λογιστικής που υπέγραψαν οι δυό πλευρές, προβλέπει τον εφοδιασμό του εκάστοτε συμβαλλόμενου μέρους που διεξάγει πόλεμο, με καύσιμα, πολεμοφόδια και άλλο υλικό. Απ’ τη μια μεριά οι ΗΠΑ δήλωσαν σχετικά μ’ αυτό, ότι είναι έτοιμες να συμπαρασταθούν στην ΕΕ κατά τις στρατιωτικές τους αποστολές, για παράδειγμα, στις επόμενες επεμβάσεις των Battle Groups [Ομάδες Μάχης], οι οποίες θα πρέπει να λάβουν χώρα σύντομα, για πρώτη φορά, σύμφωνα με τη βούληση των Γερμανών και άλλων στρατηγών. Απ’ την άλλη μεριά, με τη συμφωνία τραβήχτηκαν επίσης και εκείνα τα κράτη της ΕΕ που δεν ανήκουν στο ΝΑΤΟ, για την υποστήριξη των στρατευμάτων των ΗΠΑ. Εδώ ανήκουν πέντε χώρες, οι οποίες με τη μια ή την άλλη μορφή διεκδικούν για τον εαυτό τους την ουδετερότητα: Αυστρία, Φινλανδία, Σουηδία, Ιρλανδία και Μάλτα.

Η ουδετερότητα των χωρών αυτών, η οποία υπάρχει τώρα ήδη μόνο στα χαρτιά, επειδή εδώ και πολύ καιρό συμμετέχουν στην κατοχή του Κοσσυφοπεδίου ή του Αφγανιστάν καθώς και στα στρατιωτικά γυμνάσια του ΝΑΤΟ, υπονομεύεται με την ανάπτυξη της συνεργασίας ΕΕ-ΝΑΤΟ. Στη δημόσια δήλωση καταγράφονται 42 προτάσεις για την συγκεκριμένη συνεργασία που υπέγραψαν οι δυό πλευρές την Τρίτη στις Βρυξέλλες. Εδώ πρόκειται για μέτρα που αφορούν στην πάλη ενάντια στις λεγόμενες υβριδικές απειλές, τον κυβερνοπόλεμο, ζητήματα της βιομηχανίας εξοπλισμών, κοινές επιχειρήσεις και στρατιωτικά γυμνάσια. Η συνεργασία της επιχείρησης του ΝΑΤΟ, Sea Guardian, και της επιχείρησης της ΕΕ, Sophia, στη Μεσόγειο, θα πρέπει να αναπτυχθεί παραπέρα. Για το πρώτο εξάμηνο του 2017 έχει προγραμματιστεί μια πρώτη αξιολόγηση της συνεργασίας. Το 2017 και το 2018 θα πρέπει –σύμφωνα πάντα με τη δημόσια δήλωση- να λάβουν χώρα παράλληλες στρατιωτικές ασκήσεις. Επιπλέον, προγραμματίστηκε μια ανάπτυξη του πολιτικού διαλόγου. Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ θέλουν να συνεργαστούν πιο στενά στην προπαγάνδα («Στρατηγική Επικοινωνία») και, αναφορικά με τη χρήση της τεχνολογίας πληροφοριών για τον πόλεμο, να καταβάλλουν πιο εντατικές προσπάθειες. Η «στρατηγική σχέση» ανάμεσα στις δυό συμμαχίες, έτσι αναφέρεται στη δημόσια δήλωση της Τρίτης, θα πρέπει «να αποτελεί προτεραιότητα».

Γιατί, λοιπόν, αναπτύσσεται στην πραγματικότητα η συνεργασία; «Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ δεν ήρθαν ακόμη ποτέ αντιμέτωποι με τις υπαρκτές προκλήσεις περί ασφάλειας, οι οποίες προέρχονται από το νότο και την ανατολή», μπορεί να διαβάσει κανείς στο σχέδιο συνεργασίας που αποφασίστηκε την Τρίτη. Την αιτιολόγηση αυτή, την ακούει κανείς διαρκώς, και αληθεύει: Η δυτική πολιτική επεμβάσεων στην ανατολική Ευρώπη, στη βόρεια Αφρική και στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, έχει προκαλέσει εκεί πολλές συγκρούσεις και πολλούς πολέμους, αν όχι για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, το λιγότερο, όμως, όξυνε την κατάσταση, και τώρα με τη μια ή την άλλη μορφή ανταποδίδονται στην ΕΕ. Πίσω, όμως, από τη συνεργασία, κρύβονται πολύ περισσότερα. Το ΝΑΤΟ άρχισε να θεσμοθετεί τις σχέσεις του με την ΕΕ το 2001 (βλ. επόμενο κείμενο), όταν η ΕΕ προσανατολιζόταν στη κατεύθυνση ίδρυσης δικού της στρατού. Το ΝΑΤΟ επιδιώκει επίσης να χρησιμοποιήσει το στρατιωτικό δυναμικό της ΕΕ, ταυτόχρονα, όμως, να αποτρέψει και μονομερείς ενέργειες της ΕΕ.

Η πιο πρόσφατη απόδειξη ότι η ΕΕ θέλει να είναι σε θέση να διεξάγει πραγματικά πολέμους αυτόνομα, είναι το Ευρωπαϊκό Αμυντικό Σχέδιο Δράσης, που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την περασμένη βδομάδα. Το σχέδιο αυτό προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας. Μέχρι το 2020 θα πρέπει μέσω αυτού, να διατίθενται ετησίως περίπου 90 εκατομμύρια ευρώ για την κοινή έρευνα στους εξοπλισμούς, στη συνέχεια σχεδόν μισό δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Επιπλέον, το σχέδιο προβλέπει μέχρι και πέντε δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για εξοπλιστικά σχέδια. Γιατί αυτές οι δαπάνες; Ναι μεν τα κράτη της ΕΕ ως σύνολο σημείωσαν «παγκοσμίως τις δεύτερες σε ύψος στρατιωτικές δαπάνες», όπως αναφέρει το σχέδιο δράσης, η Ευρώπη, όμως, όχι μόνο χωλαίνει «πίσω από τις ΗΠΑ», ασθενεί επίσης «από μια αναποτελεσματική χρήση μέσων, η οποία οφείλεται στις διπλές δομές, στην ικανότητα ανεξάρτητων ετερογενών συστημάτων [Interoperabilität], και στα τεχνολογικά κενά». «Χωρίς σταθερές επενδύσεις» στους εξοπλισμούς η ευρωπαϊκή βιομηχανία «διατρέχει τον κίνδυνο να μην κατέχει την απαραίτητη τεχνογνωσία, για να αναπτύξει την επόμενη γενιά σημαντικών αμυντικών ικανοτήτων». Έτσι, όμως, διακυβεύεται η «στρατηγική αυτονομία της Ένωσης».

Η «στρατηγική αυτονομία» έχει γίνει πρόσφατα έννοια της μόδας στη στρατιωτική πολιτική της ΕΕ. Η έννοια αυτή ακούγεται, πιο αθώα απ’ ό,τι ως «στρατός της ΕΕ» και για τη Μ. Βρετανία, η οποία απορρίπτει καθαρά έναν τέτοιο στρατό της ΕΕ, είναι προφανώς ακόμη ανεκτή. Ταυτόχρονα η φρασεολογία αυτή κάνει αρκετά σαφές, τι ακριβώς θέλει το Βερολίνο με την ΕΕ: να είναι «αυτόνομη», δηλαδή να είναι σε θέση να διεξάγει πολέμους ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για το σκοπό αυτό λείπουν, βεβαίως, κάποιες στρατιωτικές ικανότητες. Όσο διάστημα η ΕΕ δεν τις έχει θα εξαρτάται ακόμη από τη συνεργασία με το ΝΑΤΟ. Από δω, μπορεί φυσικά να επωφελείται ακόμη: Στις κοινές επιχειρήσεις με το ΝΑΤΟ μπορεί να μαθαίνει από τις ΗΠΑ, πως θα το κάνει.



Στρατηγική ενσωμάτωσης

Η θεσμοθετημένη συνεργασία μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ ξεκίνησε το 2001. Δυό χρόνια πριν, κατά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στην Κολωνία, η ΕΕ είχε αποφασίσει για διάφορες προετοιμασίες, να εξασφαλίσει «τα αναγκαία μέσα και τις ικανότητες» για μια ιδία στρατιωτική πολιτική. Η κατάσταση έγινε σοβαρή με το στρατιωτικό σχηματισμό της ΕΕ, ο οποίος άρχισε έτσι αργά αλλά σταθερά, να αναπτύσσεται σε στρατηγικό ανταγωνιστή του ΝΑΤΟ. Τι γίνεται [τώρα]; Το ΝΑΤΟ προσπάθησε με την παλιά δοκιμασμένη στρατηγική ενσωμάτωσης. Η στρατηγική αυτή από το 2001 προσανατολίστηκε σε κοινές συναντήσεις σε επίπεδο πρεσβευτών και υπουργών Εξωτερικών, το 2002 δηλώθηκε αξιωματικά ότι διατίθενται στην ΕΕ τα κέντρα σχεδιασμού του για στρατιωτικές επεμβάσεις –και το 2003 οι δυό πλευρές κατέληξαν τελικά στη συμφωνία «Βερολίνο plus». Αυτή επιτρέπει στην ΕΕ να χρησιμοποιεί κατά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις νατοϊκά μέσα και νατοϊκές εγκαταστάσεις αν η διατλαντική πολεμική συμμαχία δεν τις χρειάζεται η ίδια. Έτσι, αναφέρεται για αιτιολόγηση, μπορεί να αποφευχθεί η δαπανηρή ανάπτυξη διπλών δομών.

Φυσικά, αυτό το αποφεύγει το ΝΑΤΟ επιδέξια, διαθέτοντας στην ΕΕ μέσα, ώστε η ΕΕ να γίνει στρατιωτικά ανεξάρτητη ικανή για δράση. Αυτό ακριβώς, όμως, ήταν πάντα ένας σημαντικός στόχος του γερμανικού κατεστημένου, και έτσι προκύπτει ότι η ΕΕ συνεχίζει με την ανάπτυξη των δικών της δομών. Ο «στρατός της ΕΕ» ήταν συνήθως η έκφραση που [χρησιμοποιούνταν] για αυτό. Μέχρι τώρα αυτό το απέτρεπε η Μ. Βρετανία, η οποία βλέπει την πρωτεύουσα στρατιωτικο-πολιτική της σταθεροποίηση –και για ιστορικούς λόγους- στην διατλαντική συμμαχία και μέχρι τώρα ήταν αρκετά ισχυρή για να μπλοκάρει τη [δημιουργία] στρατού της ΕΕ. Φέτος, τώρα, το Βερολίνο –ενθαρρυμένο από το βρετανικό δημοψήφισμα για έξοδο- ξεκίνησε μια νέα εκστρατεία για την ανάπτυξη κοινών ενόπλων δυνάμεων της ΕΕ. Παράλληλα μ’ αυτό, το ΝΑΤΟ συνεχίζει τις προσπάθειές του να ενσωματώσει την ΕΕ. Η απόφαση των υπουργών Άμυνας της ΕΕ στις 14 Νοεμβρίου, να δημιουργήσει ένα νέο είδος μίνι επιτελείο για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της ΕΕ, δείχνει μολαταύτα, ότι το ΝΑΤΟ δεν διαθέτει σκληρά μέσα για να αποτρέψει την ΕΕ στο να κάνει βήματα για μια αυτόνομη διεξαγωγή πολέμου.


Πηγή: junge Welt, 08.12.2016

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.