Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Το βασικό πρόβλημα της παιδείας



του Δημήτρη Γληνού

Η Φιλοσοφία, η Τέχνη, η Επιστήμη, ο Λόγος είναι τα μαγικά χωνευτήρια των ιδεών και μακάριος ο τόπος, όπου οι βρύσες των ανοίγονται από χίλιες μεριές για να ξεχύνωνται στη ζωή τα ζωογόνα τους κύματα. Μα η κοινωνική συμβίωση με το πέρασμα των καιρών και τη δημιουργία συνθετώτερων λειτουργιών δημιούργησε παράλληλα με την άμεση επενέργεια των ιδεών, μια συστηματική έμμεση ή απώτερη να πούμε επίδραση απάνω στην κοινωνική ζωή και τις μορφές, που παίρνει σε κάθε καιρό και τόπο, τη συστηματική επίδραση στο παιδί, την παιδεία.

Και η παιδεία είναι ένα χωνευτήρι ιδεών και όπου οι βρύσες της πλούσιες ρέουν, γεμίζει ο τόπος από τ’ αγαθά της. Ιδιότυπο όμως χωνευτήρι, πιο περίπλοκο και τεχνικό. Παίρνει απ’ όλα, φιλοσοφία, τέχνη, επιστήμη, θρησκεία, έθιμο, ηθική, όλους τους χυμούς και τους περνάει από το δικό της φίλτρο και τους προσθέτει το δικό της μαγικό προζύμι, για να βγουν τα νάματά της γλυκόπιοτα και καρπερά και δυναμωτικά, να φέρουν της γνώσης τη νηφάλια ενόραση, της σκόπιμης βούλησης τη σταθερή γύμναση και της ηθικής ενέργειας το ιερό μεθύσι.

Η παιδεία παρακολουθεί παράλληλα τη συνθετικότητα του κοινωνικού οργανισμού. Ξεκινώντας από τις πρωτόγονες μορφές, που είναι απλή μετάδοση μιας δεξιοτεχνίας από έναν ώριμο και έμπειρο άνθρωπο σ’ έναν άωρο και άπλαστο και φτάνοντας ως την ανώτατη μορφή της επιγενετικής κοινωνικής λειτουργίας, η παιδεία έγινε σιγά σιγά η ψυχική μήτρα των κοινωνιών.

Ο άνθρωπος την εξέτασε και τη μελέτησε τη λειτουργία αυτή και φιλοσόφησεν επίμονα πάνω σ’ αυτή σ’ όλες τις εποχές, βλέποντάς την φυσικά κάθε φορά με τα μάτια και με τη σοφία του καιρού του.

Και το ανήσυχο Σήμερα, βαθειά συνταραγμένο από τις αιματηρές δυσαρμονίες της ζωής και τον αβάσταγό τους πόνο, την παιδεία μελετάει και αναστοχάζεται, πώς να ριζοβολήσουν μέσα στις μελλούμενες ψυχές τα σπέρματα μιανής αρμονικώτερης και ηθικώτερης συνυπαρξίας των ανθρώπων.

Μα η πολύτροπη και πολύμερη μελέτη, είτε προσπαθεί ν’ αγκαλιάση με γενικότατο φιλοσοφικό μάτι τις πιο καθολικές απόψεις της λειτουργίας αυτής, είτε ψαχουλίζει πειραματικά σ’ ένα στενό και περιωρισμένο ειδικό πρόβλημα, μας αφήνει να ιδούμε καθαρά σήμερα τους δυό βασικούς πόλους κάθε παιδείας. Από τη μια μεριά το ιδανικό του ανθρώπου, που θέλομε να πλάσωμε, από την άλλη μεριά την ψυχή του παιδιού, που θα πλαστουργηθή.

Και για το ένα και για το άλλο ουσιαστική προϋπόθεση η ζωντάνια. Το πρώτο, το ιδανικό, πρέπει νάχη τις ρίζες του στη ζωή και να προεκβάλλεται σα μια κορυφή κυπαρισσιού ή έλατου, που τραβάει στο άπειρο με μιαν ιδεατή γραμμή πέραν από την ορατή του κορφή. Όσο βαθύτερες και πλατύτερες οι ρίζες στο χώμα, τόσο ψηλότερο, πιο τιναχτό, πιο στέρεο το πέταγμα προς τα ύψη. Με τις εικόνες ποτέ δεν εκφράζεται η ουσία τέλεια. Μα πάντα χρήσιμη η εικόνα. Ένα λαό, μια κοινωνία σε μια ωρισμένη στιγμή της ζωής της μπορούμε να την παρομοιάσωμε μ’ ένα κάμπο ή ένα βουνό με χώματα λογής λογής. Οι κοινωνικές τάξεις, που την αποτελούν, τα εξαιρετικά άτομα, τα συμφέροντα τα υλικά, τα συμφέροντα τα ηθικά, οι ψυχικές ροπές, εδώ ταποκτημένα αγαθά, εκεί τα λαχταρισμένα αγαθά, εδώ οι χορτασμοί, εκεί οι πείνες, εδώ τα μεθύσια, εκεί τα φρυγμένα χείλη από τις δίψες, εδώ τα ηδονικά λαγγέματα, αλλού οι ακοίμητοι πόνοι, οι δυσαρέσκειες, και οι πόθοι και όχι μόνο των ζωντανών μα και των πεθαμένων η κληροδοσιά, που μέσα στους τάφους των πονούν και ποθούν και στοχάζονται και κρίνουν και μας μιλάν με χίλια στόματα και με χίλιες φωνές και όσα ακόμη φέρνει ο αέρας και το νερό από τις άλλες χώρες αντίστοιχα ψυχοκινήματα, όλα αυτά των χωμάτων χυμοί και ορμές, που βράζουν και δυνάμεις πλαστουργικές. Και πάνω σ’ αυτά τα χώματα βλασταίνουν τα κυπαρίσσια και τα έλατα των ιδανικών, αλλού ωχρά και κούφια, αλλού ορμητικά, βαθυπράσινα, μεστά, ανυπόμονα, άπληστα για τα ύψη και για τα πλάτη του αιθέρα. Και παλαίουν για τα ύψη και για τα πλάτη του αιθέρα μέσα στη στενοτοπιά. Και κινούν και τινάζονται ψηλά όσα βαθιά στο χώμα και πλατιά ριζωμένα τραβούν και αφομοιώνουν τους θρεφτικούς χυμούς των από πολλές και πλούσιες πηγές και από των τωρινών και των περασμένων και των περίγυρα τις ψυχικές δυναμικότητες. Και κουφαίνουν και ξεραίνονται, όσα είναι ρηγμένα σε χώματα ξεθυμασμένα, σε βράχους ξερούς, όσα στέκονται ανεδαφικά στην επιφάνεια, αεροφερμένα σπέρματα σε ρηχή γη, όσα δε βρίσκουν να αφομοιώσουν από το χώμα ζωντανούς χυμούς. Η πρόσβαση στα ύψη είναι συνάρτηση της γήϊνης ρίζας τους.

Την παιδεία όλοι τη θέλουν δική τους, γιατί θέλουν το παιδί δικό τους. Και όλοι έχουν ένα ιδανικό για το παιδί. Το ιδανικό της δικής τους ζωής.

Άλλοι να κρατήσουν και για το παιδί τους, όσα οι ίδιοι απόλαυσαν και κάτι παραπάνω. Άλλοι να ιδούν το παιδί τους εκεί, που δεν είδαν τον εαυτό τους. Τα παιδιά, οι μελλούμενοι άνθρωποι ιδανική προέκταση του εγώ μας.

Μα η παιδεία ως κοινωνική λειτουργία, πού θα βρη την ενότητα του ιδανικού της; Και της παιδείας ο καθορισμός δυναμικός και όπου ενέργεια ζωντανών δυνάμεων εκεί και κυματισμός, πάλη και παλμός, μετάπτωση της συνισταμένης, ορμές για δημιουργία νέας συνισταμένης. Σχηματικά μιλώντας μπορούμε να πούμε. (α) Τα ιδανικά, που κάθε φορά επικρατούν στην παιδεία ενός λαού, είναι τα ιδανικά των δυνατών, που κατέχουν και διακυβερνούν τ’ αγαθά και θέλουν να κατορθώνουν όλες τις κοινωνικές λειτουργίες να προσαρμώζονται στα συμφέροντά τους. Η παιδεία τότε προσπαθεί να μορφώση τον άνθρωπο και τον πολίτη ικανό να συντηρήση τα κοινωνικά καθεστώτα, όπως βρίσκονται και να τα δυναμώση. Αυτό είναι ένας γενικός κανόνας χωρίς όμως να είναι και μια απόλυτα σταθερή μορφή.

Γιατί με την αδιάκοπη κίνηση και τον κοινωνικό αναβρασμό στους ζωντανούς λαούς, οι δυσαρέσκειες και οι πόθοι εκείνων, που διψούν για δύναμη και για αγαθά υλικά και πνευματικά, προβάλλονται σαν ιδανικά νέων κοινωνικών καταστάσεων και εκφρασμένα από τη φιλοσοφία, την τέχνη, την επιστήμη, το λόγο γίνονται ψυχοκίνητρα για μια νέα δυναμική ισορροπία. Και τότε γίνεται αγώνας γύρω στην παιδεία και η νέα κατάσταση τις περισσότερες φορές εκφράζεται έξω και σε αντίθεση με το κράτος και την επίσημη παιδεία του σαν ιδιωτική ή εξωκρατική παιδεία ή μόνο σαν κήρυγμα νέας παιδείας επαναστατικό. Κάποτε σπανιώτερα καταχτάει προληπτικά, σαν προοδευτική κίνηση, τις κρατικές λειτουργίες ή εφήμερα ή και οριστικώτερα, όσο είναι παράλληλο το δυναμικό ανέβασμα των συμφερόντων, που εκφράζονται με αυτά τα ιδανικά. Καμιά φορά μάλιστα οι λεγόμενοι προοδευτικοί ή φωτισμένοι κυβερνήτες, ή κάποιοι ουτοπιστές, που γίνονται κυβερνήτες από άλλη φορά των πραγμάτων, ενεργούν με μια φανερή αντίθεση προς τα συμφέροντα, που πρέπει να εκφράζη το κράτος τους. Έτσι λ.χ. παρουσιάστηκαν απολυταρχικοί κυβερνήτες που έφεραν την καθολική υποχρεωτική παιδεία στο λαό τους, έκαμαν δηλαδή μια καθαρή δημοκρατική ενέργεια. Αυτό γίνεται από αχτινοβολία των ιδανικών σε ωρισμένες ψυχές, που η ιδιοσυστασία τους είναι προοδευτική. Η ατομική ψυχολογία μπορεί να μας εξηγήση το φαινόμενο τούτο.

Αν όμως δεχτούμε την ανάγκη να γίνεται συστηματικά η παιδεία όργανο μιανής προοδευτικής εξέλιξης, που μπορεί ως ένα βαθμό να προλαβαίνη και τα βίαια επαναστατικά αναποδογυρίσματα των κοινωνικών καταστάσεων, μπορούμε να διατυπώσωμε την εξαίρεση αυτή σαν ένα αίτημα προοδευτικής τάσης για την παιδεία. (β) Η παιδεία ενός λαού πρέπει να εμπνέεται από τα προοδευτικώτερα ιδανικά που σε κάθε καιρό αγωνίζονται για επικράτηση. Δίνομε δηλαδή στην παιδεία μια προσταγή προοδευτικής επιλογής, την κάνομε όργανο επανάστασης. Και μένουν τότε δύο προβλήματα ανοιχτά. Ποιο είναι το προοδευτικώτερο ιδανικό κάθε φορά; Το ένα πρόβλημα. Μπορεί η προοδευτική επιλογή να γίνη κανόνας στην πράξη; Το δεύτερο πρόβλημα.

Στο πρώτο πρόβλημα θα μπορούσε να δοθή για οδηγία μας μια απάντηση προκαταβολική. Προοδευτικώτερο είναι το ιδανικό της παιδείας, που υψώνει όσο το δυνατό περισσότερα άτομα μέσα σένα λαό στην ικανότητα ν’ αναπτύξουν πλέρια (δηλ. δυνατά, μεστά και ωραία) και αρμονικά με την ύπαρξη της ολότητας των ανθρώπων (δηλ. ηθικά) το εγώ των, και που υψώνει το σύνολο του λαού στην ικανότητα να διατηρή και να καλυτερεύη ολοένα τους όρους που απαιτούνται για το πρώτο και να δημιουργή σταθερά ολοένα ανώτερες αξίες ή αγαθά του πολιτισμού (δηλαδή αντικειμενικά αποτελέσματα και στηρίγματα, αφετηρίες και περιεχόμενο και ιδανικές κατευθύνσεις για κείνη την ανάπτυξη).

Για το δεύτερο πρόβλημα η πιθανώτερη λύση είναι ότι η προοδευτική επιλογή μπορεί να είναι αίτημα στη θεωρία, στη πράξη θα είναι εξαιρετικών περιστάσεων δημιούργημα. Την κανονική κατάσταση την εκφράζει ο πρώτος νόμος (α).

Έχομε όμως και μια τρίτη περίπτωση, που πρέπει να εξεταστή. Είναι η περίπτωση, που ενός λαού η κατάσταση καθορίζεται εντονώτερα απ’ ό,τι είναι το κανονικό από εξωτερικά αίτια, από τη σχέση του προς ένα ή πολλούς άλλους λαούς. Ο ξένος καταχτητής, γίνεται πια εσωτερικός παράγοντας στην εξέλιξη ενός λαού. Και φυσικά η περίπτωση αυτή δημιουργεί νέες δυναμικές σχέσεις σ’ όλους τους ψυχοκινητικούς παράγοντες. Ωρισμένες ιδέες τότε μπορούν υπερτροφικά να επικρατήσουν, συσκοτίζοντας άλλες. Μπορεί να συγκινήσουν πλατύτερα λαϊκά στρώματα, μονιμώτερα και βαθύτερα παρότι θ’ απαιτούσε το συμφέρον της ζωής τους, μπορεί να κρατήσουν ατροφικά άλλα ιδανικά και επειδή έχουν αυτήν την ψυχοκινητική δύναμη μπορούν να γίνουν και όργανα εσωτερικής κυριαρχίας από μια τάξη, που να τις μεταχειρίζεται γι’ αποπλάνηση.

Γιατί στα χέρια των δυνατών πολύ συχνά οι ψυχοκινητικές ιδέες είναι όργανα ψεφτιάς και ξεπλανεμού και τα ιδανικά γίνονται είδωλα. Και στην περίπτωση αυτή έχομε και στην παιδεία την απόλυτη επικράτηση ωρισμένων ιδεών με μιαν αντανακλαστική να πούμε δυναμικότητα, χωρίς αληθινές ρίζες στη ζωή.

Είναι και αυτή μια εξαιρετική περίπτωση, που μπορεί να μας εξηγήση πολλά φαινόμενα και γι’ αυτό μπορούμε να τη διατυπώσωμε σε μια πρόταση. (γ) Η παιδεία ενός λαού πολλές φορές κυριεύεται από ιδέες, που δεν έχουν οργανική αντιστοιχία με τη ζωή του, μα παίρνουν υπερτροφική δύναμη από μια εξωτερική περιπέτεια.

Έτσι λ.χ. μπορούμε να έχωμε μια υπερτροφία εθνικών ιδεών, όπου να θολώνουν την πραγματικότητα ή καλλιέργεια μίσους από τη παιδεία και τα όμοια.

Ο πρώτος λοιπόν γενικός κανόνας της παιδείας είναι να κορυφώνη και να υποτάζη όλη της την ενέργεια σένα καθολικό και περιεκτικό ιδανικό, προσαρμοσμένο στους όρους του λαού, του καιρού και του τόπου, το πιο δυνατό, το πιο ζωντανό, το πιο ικανό να υψώση την πραγματικότητα, βγαίνοντας μέσα απ’ αυτήν σαν μια προέκταση της γης προς τον ουρανό.

Δεύτερος πόλος της παιδείας είναι η ψυχή του παιδιού, που θα πλαστή ή καλύτερα που θ’ ανοίξη σα λουλούδι και θα καρπίση.

Όμως σχετικά με τη μελέτη και την επίγνωση των όρων της παιδείας, υπάρχει ανάμεσα στον πρώτο –το ιδανικό- και το δεύτερο –την ψυχή του παιδιού- μια μεγάλη διαφορά. Όπως σε κάθε ανθρώπινη ενέργεια, έτσι και στην παιδεία ένας σκοπός υπήρχε πάντα, άρα και ένα ιδανικό. Πάντα όποιος παιδαγωγούσε, κάπου ήθελε να υψώση το παιδί, κάτι να το κάμη καλό και χρήσιμο, να του μεταδώση έστω και μια απλή δεξιότητα.

Και η συνειδητή έρευνα και αναζήτηση του καλύτερου, του απόλυτου μάλιστα σκοπού της αγωγής, αρχίζει τόσο νωρίς, που τη βρίσκομε σχεδόν σε κάθε λαό, που διανοήθηκε όπως δήποτε απάνω στη ζωή του.

Ο Πλάτωνας μας δίνει κιόλας ένα τέλειο παράδειγμα τέτιας έρευνας, με μεταφυσικό και κοινωνικό συσχετισμό των τελεολογικών προβλημάτων της παιδείας και με βάθος αξιοθάυμαστο ως σήμερα.

Η ψυχή όμως του παιδιού; Όπως τα ψυχικά φαινόμενα γενικά, όπως όλες οι ανώτερες και συνθετώτερες λειτουργίες, θεωρήθηκε σαν κάτι αυτονόητο. Για τις ιδιότητες του μαρμάρου ή του χαλκού είχεν ανάγκη να κάμη παρατηρήσεις, να στοχαστή, να σχηματίση πείρα ο πλάστης, που θα ήθελε να του δώση κάποια μορφή. Για τις ιδιότητες της ψυχικής ζωής του παιδιού, δεν είχεν ανάγκη να παρατηρήση, να στοχαστή, να μάθη τίποτε ο παιδαγωγός, γιατί την πλαστικότητά της τη θεωρούσαν άπειρη και απεριόριστη ή το αντίθετο, από πριν καθωρισμένη την ποιότητά της. Η «πονηρά φύσις», η «κακή βούλησις» ή το έργο του «πειρασμού», αυτά ήταν τα μόνα, ακίνητα όμως εμπόδια της αγωγής. Μεταφυσική η ρίζα του κακού και μονότυπη. Μια ψυχή είναι ή καλή ή κακή. Η καλή ψυχή είναι αγώγιμη, γίνεται ό,τι θέλετε. Η κακή προωρισμένη για το χαμό. Η ψυχή του παιδιού, δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο, είναι μια μικρογραφία της δικής μας ψυχής, των ώριμων ανθρώπων, με κάπως απλούστερες ή αδυνατώτερες τις διάφορες λειτουργίες. Μέσα σ’ αυτά τα όρια κινιέται η ανθρώπινη διανόηση σε τούτο το θέμα, με τις ποικιλώτατες φυσικά μυθικές ή θρησκευτικές ή και φιλοσοφικές μορφές της.

Μα η σημερινή υπεροχή μας, η αρχή της υπεροχής μας στο σημείο αυτό, είναι η ολοένα πιο απροκάλυπτη, ολοένα πιο σοβαρή, ολοένα πιο αντικειμενική, ολοένα πιο στοργική και ακούραστη και πολυμερέστερη έρευνα της ψυχής του παιδιού.

Σήμερα προσπαθούμε να ιδούμε το παιδί με αγάπη απέραντη, και το μάτι μας πιο στοργικό. Σήμερα σκύβομε με ιερό σεβασμό απάνω στην τελετουργία της ανθρώπινης ζωής, στο δημιουργικό της ξετύλιγμα και θέλομε να εννοήσωμε, για να κανονίσωμε τη σχέση μας και την επέμβασή μας. Σήμερα ζητάμε ολοένα ευγενέστερες τις ψυχές, ολοένα σοφώτερα τα μάτια, ολοένα αγνότερα τα χέρια θαγγίζουν την παιδική ψυχή. Σήμερα ξανοίγομε σιγά σιγά και με κόπο πολύ ένα από τα εφτασφραγισμένα μυστήρια του κόσμου. Και ποιος ξέρει αν και πότε θα φτάσωμε σε μία ικανοποιητική επίγνωση;

Μα και από τώρα η έρευνα αυτή μας έκαμεν αισθητούς και νοητούς κάποιους κανόνες αγωγής.

(δ) Το παιδί δε μπορεί να γίνη ό,τι δήποτε θέλομε. Το παιδί είναι μια οργανική πραγματικότητα, που φέρνει μαζί της και τους νόμους και τις δυνατότητες και τις κατευθυντήριες γραμμές του ξετυλιγμού της. Η πραγματικότητα αυτή κυβερνιέται πρώτα πρώτα από τους βιολογικούς νόμους της ανθρώπινης εξέλιξης. Η ψυχική ζωή έχει τη δική της ιδιότυπη εξέλιξη, όπως και η σωματική. Μερικοί από τους νόμους της εξέλιξης αυτής είναι πολύ γενικοί και κοινοί σ’ όλους τους ανθρώπους, άλλοι πάλι παραλλάσσουν κατά τη φυλή, τον τόπο και τις συνθήκες της ζωής. Και πάλι μερικοί τύποι ψυχών έχουν δική τους ξεχωριστή μορφή, είναι παραλλαγές ψυχικές με ιδιαίτερους νόμους ξετυλιγμού και τέλος και κάθε άτομο έχει τη δική του ψυχοσύνθεση, που ποτέ δεν ταυτίζεται απόλυτα με μιαν άλλη, όπως κανένα οργανικό πλάσμα δε μοιάζει απόλυτα με ένα άλλο.

Έπειτα η παιδική ψυχή, από τις πρώτες σχεδόν στιγμές της ζωής, αρχίζει να δέχεται ένα ωρισμένο περιεχόμενο από τον εξωτερικό κόσμο και τους γύρω ανθρώπους. Το περιεχόμενο αυτό, τα επακτά στοιχεία, που με υποβολή, μίμηση, επανάληψη, άσκηση, επιβολή, έξη, γίνονται ψυχοκινητικά κέντρα σφιχτοδένονται με τις ψυχικές λειτουργίες απάνω στην εξέλιξή των και ζυμώνονται με την ψυχή του παιδιού αποτελούν το προζύμι για κάθε μελλοντικό αναβρασμό. Μα το ψυχοκινητικό αυτό περιεχόμενο, που έρχεται απ’ έξω, ενώ, είναι εντελώς ωρισμένο, είναι και ποικιλώτατο, εξαρτημένο από τον τόπο, τους ανθρώπους, που τριγυρίζουν το παιδί και το είδος της ζωής τους, από πολλές τυχαίες συνδρομές και περιστατικά, έτσι που παίρνει για τον καθένα χαρακτήρα εντελώς ατομικό. Όπως δε μοιάζουν απόλυτα δύο σώματα ή δυό ψυχές, έτσι δεν ταυτίζονται ποτέ απόλυτα τα εξωτερικά στοιχεία της ζωής δυό ανθρώπων.

Στα πρώτα, τα προσχολικά χρόνια της ζωής του παιδιού το περιεχόμενο αυτό είναι τόσο πολύ και πλούσιο, όσο ίσως δεν είναι σ’ όλη την άλλη ζωή του. Τότε περνάει ολόκληρη η ανθρώπινη εξέλιξη με τις βασικές της λειτουργίες, που διαμορφώθηκαν σε χιλιετηρίδες πολλές, μέσα σε λίγα χρόνια στη νέα ανθρώπινη ψυχή. Οι βιολογικές δυναμικότητες, που φέρνει μαζί του το μικρό, γονιμοποιούνται από τα σπέρματα όλης της ανθρώπινης πείρας. Και η πείρα για κάθε παιδί, που γεννιέται σε ωρισμένο τόπο και καιρό, είναι κάτι καθωρισμένο τοπικά και χρονικά και κάτι πραγματικό, μια αντικειμενική κατάσταση, που κανένας μας δεν την διαλέγει ο ίδιος και που μόνο εξαιρετικά περιστατικά (μια μετανάστευση, μια ορφάνια σε ξένον τόπον κ.τ.τ.) μπορούν απότομα να την παραλλάξουν.

Έτσι λοιπόν η ψυχή ενός παιδιού εξ ή εφτά χρόνων μας παρουσιάζει μια καθωρισμένη διπλοσύστατη πραγματικότητα, δηλαδή από τη μια μεριά την κληρονομημένη οργανική του σωματική και ψυχική δυναμικότητα, από την άλλη μεριά το περιεχόμενο, που δόθηκε στις ψυχικές του λειτουργίες από το γύρω του κόσμο ως τότε.

Αυτή είναι μια από τις βασικές αλήθειες, που κέρδισεν ο νεώτερος άνθρωπος μελετώντας την ψυχή του παιδιού.

Και από την αλήθεια αυτή βγαίνει ένας κανόνας παιδείας.

(ε) Η παιδεία δε μπορεί να είναι αυθαίρετη διάπλαση από οιεσδήποτε εξωτερικές επιδράσεις. Το αληθινό είναι του ανθρώπου διαμορφώνεται από ένα εσωτερικό ξετύλιγμα, από μίαν οργανική ανάπτυξη δυνάμεων με το προζύμι του πρώτου ψυχοκινητικού περιεχόμενου, των επακτών στοιχείων και εξωτερικών επιδράσεων στα πρώτα χρόνια της ζωής.

Η σωστή παρομοίωση για την παιδεία δεν είναι πια ο πλάστης, που παίρνει πηλό στα χέρια του και του δίνει μορφή, ούτε ο γλύπτης, που απάνω στο μάρμαρο αποτυπώνει την εικόνα, που έχει στο νου του. Το παιδί είναι ένα φυτό, που θα υψωθή, θ’ ανθίση και θα καρπίση και έχει μέσα του δυνάμεις τις κύριες μελλοντικές μορφές του. Οι μορφές από μέσα θα βγουν: Μέσα στο παιδί υπάρχει η βασική δυναμικότητα, η γενική ορμή και οι κύριες κατευθύνσεις για το οργανικό του ξετύλιγμα.

Η παιδεία λοιπόν μοιάζει με το σκάψιμο της γης, με την προσφορά διαλεγμένων θρεπτικών χυμών, με το στήριγμα, με το κλάδεμα και όλη την άλλη εξωτερική χειραγώγηση του φυτού.

(ζ) Η παιδεία λοιπόν, η συστηματική δηλαδή αγωγή, είναι υποβοήθηση, είναι σύστημα ερεθισμών. Και όσο συνθετώτερο οργανικό ον είναι φυσικά το παιδί από ένα φυτό, τόσο πολυπλοκώτερο, τόσο σοφώτερα υπολογισμένο πρέπει να είναι το σύστημα των ερεθισμών, τόσο περισσότερο προσαρμοσμένο στην οργανική φύση του όντος, που πρέπει να καλλιεργήσωμε.

Η αγωγή δεν πρέπει να νοηθή από τα έξω προς τα μέσα, όχι επαγωγή, αλλά από τα μέσα προς τα έξω και τα επάνω, εξαγωγή να πούμε και αναγωγή.

Η παιδεία δεν μπορεί να παραγνωρίζη το δεδομένο, την ψυχική πραγματικότητα, ούτε να την βιάζη, πρέπει να εναρμονίζη την ενέργειά της μ’ αυτήν. Η παιδεία πρέπει να είναι προσφορά κατάλληλων ερεθισμών. Η σοφία του συστήματος των ερεθισμών είναι η προσαρμογή του στα δεδομένα της ψυχικής πραγματικότητας.

Ώστε η μελέτη του δεύτερου όρου της παιδείας, μας πιστοποίησε πρώτα πρώτα την ύπαρξη ενός αντικειμενικού παράγοντος, και έπειτα μας δημιούργησε την απαίτηση να προσαρμόζεται η παιδαγωγική ενέργεια σ’ αυτόν αν θέλη να είναι υποβοήθηση και όχι βιασμός, εξύψωση και όχι στρέβλωμα.

Υπάρχει ψυχή του παιδιού, πρόσεξέ την, μελέτησέ την, προσαρμόσου στους νόμους της, υποβοήθησέ την στο οργανικό της ξετύλιγμα.

Να ο δεύτερος θεμελιακός όρος της παιδείας.

Μα η αντιπαραβολή των δυό απαιτήσων, που μας έδειξεν η έρευνά μας, περιέχει μια αντινομία. Πως μπορεί να νοηθή και να πραγματωθή από τη μια μεριά υποταγή της παιδαγωγικής ενέργειας σένα εξωτερικό ιδανικό και από την άλλη μεριά υποταγή και προσαρμογή στους νόμους της ψυχικής εξέλιξης του παιδιού;

Εδώ είναι το βασικό πρόβλημα της παιδείας!

Το βασικό πρόβλημα της παιδείας μάς παρουσιάστηκε σαν μια αντινομία ανάμεσα στους δυό κυριώτατους όρους της συστηματικής αγωγής. Είδαμε από τη μια μεριά ότι η παιδεία πρέπει να κορυφώνεται και να υποτάζη όλες της τις ενέργειες σ’ ένα ιδανικό ανθρώπινης ζωής, σε κάτι που δημιουργεί η κοινωνική εξέλιξη, η ομαδική ζωή ωρισμένου τόπου και καιρού σα μιαν απαίτηση του καλύτερου, σαν ένα όνειρο περιαυγαστικό και απολυτρωτικό, που σβήνει τις ασκήμιες των τωρινών και συμπληρώνει και μεγαλώνει τα καλά και τα ωραία. Μα το ιδανικό είναι έξω από το παιδί, είναι κάτι εν μέρει αντικειμενοποιημένο μέσα στα κοινωνικά καθεστώτα, στην ηθική, στη θρησκεία, στο δίκαιο, στο έθιμο, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη φιλοσοφία και εν μέρει προβαλλόμενο σε μια ιδεατή προέκταση ή και πολλές φορές αντίθεση προς τα αντικειμενικά αγαθά. Πάντα όμως έξω από το παιδί.

Και από την άλλη μεριά έχομε την απαίτηση να σεβαστούμε το παιδί, τους νόμους του ψυχικού του ξετυλιγμού με τις ατομικές του ιδιοτυπίες, ν’ αφήσωμε λεύτερα και οργανικά ένα εγώ, μια προσωπικότητα, κάτι εσωτερικό, αυθόρμητο, πρωτόγονο, που έχει πολυμορφία και πολυμέρεια και απαιτεί πληρότητα και που φέρνει μαζί του μιαν υπέρτατη εσωτερική ανάγκη. Την ανάγκη να πραγματωθή, να ενεργήση, να ευτυχήση.

Μπορούμε για ευκολία μας να ονομάσωμε τον πρώτον όρο αντικειμενικό, το δεύτερο υποκειμενικό. Και οι δυό όροι είναι ανεξάρτητοι από τη συνειδητοποίησή τους. Υπήρχαν πάντα σε κάθε καιρό και τόπο, όπου ασκήθηκεν έργο αγωγής, όχι βέβαια στη καθολικά γενικευμένη μορφή, που τους βλέπομε εμείς οι σημερινοί, μα υπήρχαν. Κάθε μορφή παιδείας είναι ένας τρόπος προσαρμογής των δυό αυτών όρων και κάθε είδος παιδείας είναι ένας καλός ή κακός τρόπος, που λύεται το βασικό αυτό πρόβλημα, και αυτός ο τρόπος αποτελεί την αρχική ποιότητα της παιδείας σε μια ωρισμένη εποχή σε κάθε τόπο. Και επειδή οι δυνατότητες της καλής ή κακής προσαρμογής των δυό όρων είναι πάρα πολλές, γι’ αυτό ανεξάρτητα από τους άλλους όρους, που είναι αναγκαίοι για την ολοκληρωτική πραγμάτωση του έργου της αγωγής, οι αρχικές ποιότητες της παιδείας είναι πολλές: Και η επιτυχημένη λύση του προβλήματος είναι τόσο δυσκολώτερη, όσο είναι άπειρες οι παραλλαγές και αποχρώσεις των δυό βασικών όρων. Μια εναρμόνιση στοιχείων πολυσύνθετων, μεταβλητών, φευγαλέων, μία εναρμόνιση στοιχείων εν κινήσει, μία εναρμόνιση όχι στιγμιαία, αλλά αδιάκοπη, μία εναρμόνιση ιδανικού και ψυχικής ζωής όχι μόνο σε κάθε άτομο ξεχωριστά, μα και στην ολότητα.

Και τι μπορεί να συμβή; Συνήθως βλέπουν οι παιδαγωγοί το πρόβλημα απάνω στη σύγκρουση της ατομικής ψυχής με το ιδανικό, που έρχεται απ’ έξω. Βλέπουν την προσωπική αντινομία. Και για να φέρω ένα χτυπητό υποθετικό παράδειγμα. Πάρετε ένα Μόζαρτ γεννημένο στην αρχαία Σπάρτη. Αποτέλεσμα. Συντριβή μιας έξοχης προσωπικότητας απάνω στη σύγκρουσή της με το καθολικό ιδανικό της αγωγής του καιρού και του τόπου εκείνου. Μα οι μορφές της αντινομίας των δυό όρων είναι άπειρες. Όχι μόνο ένα άτομο, μα ολόκληρες κατηγορίες ατόμων, φύλα, τάξεις κοινωνικές και έθνη ολόκληρα μπορεί να θυσιάζωνται από τη σύγκρουση του υποκειμενικού και του αντικειμενικού παράγοντα, του ιδανικού και της ψυχικής των πραγματικότητας.

Γι’ αυτό η ολοκληρωτική διερεύνηση αυτού του βασικού προβλήματος της παιδείας σε όλες του τις απόψεις απαιτεί μία ειδική μελέτη, ένα βιβλίο. Εδώ δίνω μόνο ένα σκίτσο του προβλήματος, τον κεντρικό πυρήνα των στοχασμών, που μου γέννησεν η μελέτη ενός ειδικού φαινομένου της νεοελληνικής παιδείας. Μελετώντας την αρρώστια φτάνομε στην επίγνωση των όρων της υγείας. Η νεοελληνική παιδαγωγική σκέψη ξεκινώντας από τα προβλήματα της ελληνικής παιδείας βαδίζει τον ασφαλέστερο δρόμο για μια κυριαρχική επίγνωση και των γενικών εκπαιδευτικών προβλημάτων. Ο παπαγαλισμός των ξένων στοχασμών είναι άγονος και δε χρησιμεύει σε τίποτε ουσιαστικό.

Προσπαθώντας λοιπόν να βρούμε με ποιο τρόπο μπορεί να λυθή ικανοποιητικά το βασικό της παιδείας πρόβλημα, φτάνομε στο ερώτημα. Σε ποια στοιχεία απάνω μπορεί να στηρίζεται η εναρμόνιση του αντικειμενικού και υποκειμενικού παράγοντα της παιδείας;

Που θα βρούμε ένα στερεό έδαφος να στηρίξωμε την αρμονία ιδανικού και ψυχικής εξέλιξης των ανθρώπων ωρισμένου τόπου και καιρού;

Για να φτάσωμε σε ικανοποιητική απάντηση είναι ανάγκη να αναλύσωμεν τους δυό βασικούς όρους του προβλήματός μας, να βρούμε τους γενικώτατους χαραχτήρες των.

Το ιδανικό της παιδείας τι πρέπει να είναι;

Με την άρνηση βρίσκομε καλύτερα τις θετικές του ιδιότητες. Ας ερωτήσωμε λοιπόν αρνητικά. Το ιδανικό της παιδείας τι δεν πρέπει να είναι; Η ανάλυση μας δίνει τρεις αρνητικούς χαραχτήρες, που απ’ αυτούς βγαίνουν τρεις αντίστοιχοι θετικοί.

Α΄) Το ιδανικό της παιδείας δεν πρέπει να είναι ειδολογικό.

Ας πάρωμε για παράδειγμα τον ανώτατο ηθικό νόμο του Καντ.

«Πράττε έτσι, που οι κανόνες των πράξεών σου μπορούν να χρησιμεύουν για νόμοι σε ολόκληρη την ανθρωπότητα».

Αυτός είναι ο καθαρώτατος τύπος ενός ειδολογικού ιδανικού ζωής. Και όμως αν τον καλοεξετάσης, δίνει πραγματικά και έναν κανόνα ζωής; Ο άγριος, που σκοτώνει και τρώει το συνάνθρωπό του, μήπως στοχάζεται, ότι αυτό που κάνει αυτός δεν πρέπει να το κάνουν και όλοι οι άλλοι άνθρωποι; Υπήρξε ποτέ και ένας κανόνας διαγωγής, έθιμο, δίκαιο, νόμος, που να μη στηρίζεται σε ένα γενικώτατο «πρέπει».

Το ιδανικό της ανθρώπινης ζωής πρέπει να είναι ουσιαστικό, συγκεκριμένο, με θετικό περιεχόμενο. Ειδολογικοί κανόνες δεν αποτελούν ουσιαστικά ιδανικά.

Β΄) Το ιδανικό της αγωγής δεν πρέπει να είναι καθαρή ιδέα χωρίς συναισθηματικό περιεχόμενο. Αν είναι ιδανικό δε συγκινή τις ψυχές των ανθρώπων, αν δεν διεγείρη το συναίσθημα, είναι ιδανικό νεκρό, γιατί δεν έχει ψυχοκινητική δύναμη. Άρα το ιδανικό της ζωής που προβάλλεται, πρέπει να θερμαίνη τις ψυχές, να αγαπιέται, να προκαλή ενθουσιασμό.

«Το αγάπα τον πλησίον σου, ως εαυτόν» θα άφηνε όλως διόλου ασυγκίνητη μια στρατιωτική αριστοκρατική κοινωνία, ένα Σπαρτιάτη απέναντι ενός είλωτα.

Γ΄) Το ιδανικό δεν πρέπει να είναι ανεδαφικό. Πρέπει να βγαίνη από μέσα από τη ζωή σα μια προέκτασή της. Η ρίζα στη ζωή, η κορυφή τα ύψη όπως το είδαμε στην αρχή, η προβολή στα ύψη συνάρτηση της γήϊνης ρίζας του.

Νεκρά, απροσάρμοστα, ασυνάρτητα, αλλοπρόσαλλα ιδανικά μόνο αρρώστιες κοινωνικές μπορούν να δημιουργήσουν. Έτσι λ.χ. η ιδέα του γυρισμού στην αρχαία Ελλάδα. Μια κυρία που φορεί χλαμύδες, χιτώνες και σαντάλια και περνάει στο δρόμο μας μέσα σένα αυτοκίνητο, μας γεννάει την εντύπωση καρικατούρας ή αποκριάτικης μασκαράτας. Μα και ένας λαός ολάκαιρος την ίδια εντύπωση μασκαράτας θα έκανε, γενικεύοντας αυτό το ιδανικό σε όλα ή σε μερικά φανερώματα της ζωής του. Ουσιαστικό, συναισθηματικό, ζωντανό πρέπει να είναι το ιδανικό και ακόμα πολυσύνθετο, περιεχτικό, έτσι, που ν΄αγκαλιάζη ολόκληρων ομάδων τις ανάγκες και να ικανοποιή τους πόθους. Γιατί έτσι θα περιέχη τη δυνατότητα του διαφορισμού, της προσαρμογής στις διαφορές λαών, τάξεων, κατηγοριών ανθρώπων, φύλων, ατομικοτήτων.

Δ΄) Άρα το ιδανικό πρέπει να είναι μέσα σε τόπο και χρόνο. Ιδανικά έξω τόπου και χρόνου μπορεί να έχουν μια φαινομενική γενικότητα, μα στην ουσία τους δε λεν τίποτα. Το «γίνε ευτυχής» ή το «γίνε τέλειος» τι μπορεί να σημαίνει ως ιδανικό παιδείας; Μπορεί να λέη ή να το αισθάνεται σαν παρόρμηση ένας ημιάγριος της Σουμάτρας και ένα παιδί εγγλέζου λόρδου, ένας αρχαίος Αθηναίος, ένας χριστιανός των πρώτων χρόνων, ένας σταυροφόρος ιππότης και ένας σημερινός προλετάριος. Μα τι σημαίνει ως περιεχόμενο ζωής σ’ όλους αυτούς; Αυτό ενδιαφέρει την παιδεία.

Το ιδανικό της παιδείας, ο αντικειμενικός της όρος πρέπει να δίνη ένα περιεχόμενο ζωής θετικό, ουσιαστικό, συγκεκριμένο, ζωντανό, ψυχοκινητικό, συγχρονισμένο, βαλμένο μέσα σε τόπο και χρόνο.

Ας αναλύσωμε τώρα και τον υποκειμενικό όρο της παιδείας, την ψυχή, που έχομε να πλάσωμε.

Μέσα στην άπειρη ποικιλία του όρου αυτού, τον ατομικό διαφορισμό του, υπάρχουν γενικοί χαραχτήρες; Και από τους χαραχτήρες αυτούς ποιοι ενδιαφέρουν την παιδεία και ποιους θα πάρωμε για βάση του εναρμονισμού ψυχής και ιδανικού; Οι ατομικές διαφορές των ψυχών είναι άπειρες, είναι μια τόσο πολυσύνθετη σκάλα αποχρώσεων, που μόνο μια καθολική ενόραση εποπτεύει το φαινόμενο. Η διπλοσύστατη εκείνη πραγματικότητα που μας παρουσιάστηκε παραπάνω έχει και από τα δυό της συστατικά, δηλαδή και από την κληρονομημένη οργανική, ψυχική και σωματική δυναμικότητα και από το περιεχόμενο, που δόθηκε στις ψυχικές λειτουργίες στη ζωή, μιαν απροσμέτρητη ποικιλία.

Όμως μπορούμε να ξεχωρίσωμε μερικούς χαραχτήρες, που λίγο ή πολύ θεωρήθηκαν πάντα ότι είναι οι σημαντικώτερες ιδιότητες της ψυχής σχετικά με την παιδεία. Και οι ιδιότητες αυτές είναι κάποιες γειτονικές ειδολογικές ικανότητες, η ζωντάνια και η αρετή.

Α΄) Η ψυχή πρέπει να είναι ζωντανή και η παιδεία να δυναμώνη τη ζωντάνια της.

Εκτός από τις θεωρίες του ψυχικού εκμηδενισμού της Νιρβάνας, του ησυχασμού, κάθε άλλη θεωρία την ψυχική ζωτικότητα, την παίρνει ή μέσα στους σκοπούς της αγωγής ή τη θεωρεί κυριώτατο μέσο της.

Αυτενέργεια ή ενεργητικότητα, άσκηση, δράση, δημιουργικότητα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με το ένα ή το άλλο όνομα παρουσιάζονται πάντα σαν υπέρτατη απαίτηση για τη σωστή παιδεία.

Β΄) Η ψυχή πρέπει να γίνει ενάρετη, να ασκηθή στην αρετή.

Και αυτός ο γενικώτατος χαραχτήρας του υποκειμενικού όρου έχει την ίδια καθολικότητα με τον πρώτο. Με οποιοδήποτε όνομα και αν ονομάσωμε την αρετή, όπως δήποτε και αν τη στηρίζωμε, όπως και να την υποδιαιρέσωμε, πάντα είναι ο θεμελιακός χαραχτήρας, που η αγωγή όλων των τόπων θέλει να αποτυπώση στην ψυχή του παιδιού.

Μα η έννοια της ζωντανής και της ενάρετης ψυχής, μας δίνει στήριγμα για να βρούμε την εναρμόνιση με το ιδανικό της παιδείας;

Εδώ πριν να προχωρήσωμε μας επιβάλλεται να δώσωμε μια διασάφηση. Και την ψυχική ζωτικότητα, μα πολύ περισσότερο την αρετή, τη λογαριάζουν τις περισσότερες φορές μέσα στους σκοπούς της αγωγής, άρα μέσα στο ιδανικό. Το να γίνη κανείς ενάρετος, ή να έχη ηθικό χαραχτήρα, υψώθηκεν από πολλούς σαν ένα αιώνιο και αμετάβλητο ιδανικό παιδείας.

Μα η δική μας έρευνα μας φέρνει σε εντελώς διαφορετικό πόρισμα. Και τη ζωντάνια και την αρετή τις θεωρούμε, σαν γενικές ειδολογικές ικανότητες του υποκειμενικού όρου της παιδείας, ενώ το ιδανικό δίνει το περιεχόμενο της ζωής.

Μια ζωντανή ψυχή ημιάγριου θα δείξη τη ζωντάνια της σκοτώνοντας πολλούς οχτρούς, σκλαβώνοντας, δέρνοντας, καταστρέφοντας, μια ζωντανή ψυχή αμερικανού φιλανθρωπιστού θα πάη να γλυτώση από τα χέρια του Τούρκου στα βάθη της Μικράς Ασίας τα ερημωμένα ορφανά.

Ένας ενάρετος Σπαρτιάτης κλέβει, λέει ψέματα κατά την περίσταση. Είναι μέρος της αρετής του, η κλεψιά και το ψέμα. Ένας ενάρετος Εγγλέζος θεωρεί το ψέμα τη μεγαλύτερη ταπείνωσή του.

Ένας ενάρετος Χριστιανός θα στρέψη και το άλλο μάγουλο σε κείνον, που τον μπάτσισε από το ένα. Ο άνθρωπος του Νίτσε θ’ αυτοχτονούσε, αν δεν σκότωνε αμέσως τον υβριστή του.

Η αρετή και η ζωντάνια είναι ειδολογικές ικανότητες, που μας δίνουν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο ζωής κατά τον καιρό τον τόπο, άρα δεν είναι μέσα στο ιδανικό.

Μα αν ο άνθρωπος μπορεί να είναι ζωντανός και ενάρετος με τόσο διαφορετικό περιεχόμενο ζωής, οι ειδολογικές αυτές ικανότητες της ψυχής δε μας δίνουν στοιχεία για να εναρμονίσωμε τον υποκειμενικό και τον αντικειμενικό όρο της παιδείας.

Μπορούμε να βρούμε ένα έδαφος, όπου να ενώνωνται ο όρος ψυχή και ο όρος ιδανικό; Ούτε για το δεύτερο, ούτε για το πρώτο μας ωφελούν οι ειδολογικές ικανότητες. Όπως το ιδανικό πρέπει να είναι συγκεκριμένο, θετικό, ουσιαστικό, εδαφικό, έτσι μας χρειάζεται και για την ψυχή μία συγκεκριμένη θετική ψυχική ποιότητα.

Και τη συγκεκριμένη, θετική ψυχική ποιότητα, μας τη δίνει η ιστορικά εξελιγμένη κοινωνία ενός ωρισμένου καιρού και τόπου. Μέσα στην ιστορικά εξελιγμένη κοινωνία ενός ωρισμένου καιρού και τόπου, έχομε από τη μια μεριά τα αντικειμενικά δεδομένα όλης της μακρόχρονης συμβιωτικής ύπαρξης, την προβολή της ψυχικότητας του λαού αυτού στον έξω κόσμο και στους όρους της συνυπαρξίας του και από την άλλη μεριά την ιστορικά επίσης δημιουργουμένη γενική ψυχική ποιότητα του λαού δημιούργημα της αρχέγονης φυλετικής ιδιοσυστασίας του και των αλλαγών, που έφεραν τα περιστατικά της ζωής του και γενικά η δράση του.

Αν μεταχειριστούμε τον όρο πολιτισμένη κοινωνία για να δηλώσουμε μια ιστορικά εξελιγμένη συμβιωτική κοινότητα ανθρώπων, θα μπορούμε να μεταχειριστούμε για το δεύτερο στοιχείο, τον όρο πολιτισμένη ψυχή.

Η ενιαία ψυχική ποιότητα μιας πολιτισμένης κοινωνίας σε ωρισμένο καιρό και τόπο, είναι κάτι συγκεκριμένο θετικό και ουσιαστικό. Μα τώρα ολοένα πλησιάζομε να βρούμε ένα έδαφος στερεό για τη σχέση ιδανικού και ψυχής. Η εξιδανικευμένη ψυχική ποιότητα ενός λαού σε μια ωρισμένη στιγμή της ζωής του, να το ιδανικό του ενωμένο με την ψυχή του.

Για κάθε λαό σε κάθε εποχή υπάρχει μια εξιδανικευμένη ψυχική ποιότητα του εαυτού του. Αυτήν αναζητάει στο παρελθόν του, μέσα στο χρυσοστέφανό της τοποθετεί τους προγόνους, τους ήρωες της φυλής. Αυτήν αναζητάει στο άπειρο με ακαταγώνιστο πόθο και την προβάλλει μέσα στις μορφές των θεών του.

Και τι άλλο μπορεί να ποθή ένας λαός σε κάθε στιγμή παρά να υψωθή, να υψωθούν όσο μπορούν περισσότερα άτομα από το λαό μέσα στην εξιδανικευμένη ψυχική του ποιότητα;

Αυτή βρίσκει απήχηση σ’ όλες τις ψυχές και τις συγκινεί βαθιά και επίμονα, εκεί μέσα είναι το κοινό ανυψωτικό όνειρο, το κοινό ιδανικό, θερμό, ζωντανό, ουσιαστικό, μορφοποιημένο ακόμα μέσα στους φυλετικούς ήρωες, ήρωες σε κάθε στάδιο ενέργειας ψυχικής, ήρωες πολεμιστές και ήρωες κυβερνήτες, ήρωες τραγουδιστές και ήρωες πλάστες, ήρωες της επιστήμης και ήρωες της τέχνης και ήρωες των κοινωνικών αγώνων.

Μα η ενιαία ψυχική ποιότητα ενός λαού είναι αντικειμενοποιημένη σε όλα τα γενικά φανερώματα της ζωής του, στη γλώσσα του, στα ήθη του και έθιμά του, στα τραγούδια του, στις παροιμίες του, στα παραμύθια του, στη θρησκεία του, στο δίκαιό του, στην τέχνη του, στη φιλοσοφία του, στην επιστήμη του ακόμη.

Και απ’ αυτά όλα είναι παρμένα τα επακτά στοιχεία, που από την πρώτη μέρα, που γεννιέται ο άνθρωπος τού προσφέρονται από τον έξω κόσμο και ζυμώνονται με τις ψυχικές του λειτουργίες και αποτελούν το προζύμι για όλη του την κατοπινή εξέλιξη. Τα επακτά στοιχεία, η γλώσσα, που μαθαίνει το μικρό και όλοι οι τρόποι και οι δεσμοί των εξωτερικών γεγονότων με την ψυχική του ζωή, ό,τι του γίνεται άσκηση και έξη από τη στιγμή που γεννιέται, είναι στοιχεία, που τον ενώνουν κατ’ ευθείαν με τον ιδανικό σκοπό της αγωγής του, την εξύψωσή του δηλαδή προς την εξιδανικευμένη ψυχική ποιότητα του λαού του. Είναι η μόνη αληθινή και στέρεα γέφυρα της παιδείας, ο πιο σταθερός σύνδεσμος ανάμεσα στην ατομική ψυχή και στο ιδανικό της παιδείας. Εκεί μέσα υπάρχει το εναρμονιστικό στοιχείο για τον υποκειμενικό και τον αντικειμενικό όρο της παιδείας.

Μια παιδεία, που μεταχειρίζεται σωστά τα επακτά στοιχεία, είναι παιδεία σωστή, γιατί αυτή θα πετυχαίνη στον περισσότερο δυνατό βαθμό την εναρμόνηση μεταξύ ψυχής του παιδιού και εξωτερικού ιδανικού ζωής. Και κάθε παιδεία που ή αγνοεί ή κακομεταχειρίζεται τα επακτά στοιχεία είναι ανεδαφική, βαλμένη σε δρόμο στραβό, δημιουργεί δυσαρμονία μεταξύ της ψυχής του παιδιού και του ιδανικού της παιδείας, είναι ή τυφλή παιδεία ή άρρωστη.

Μένει όμως να διευκρινιστούν δυό ακόμη σημεία. Το πρώτο: Προς ποια γραμμή εξιδανικεύει τη ζωή του ένας λαός; Το δεύτερο: Η παιδεία δέχεται ή πρέπει να δέχεται παθητικά όλα τα επακτά στοιχεία;

Το πρώτο σημείο μας φέρνει σε έρευνα έξω από τα όρια της τωρινής μελέτης σε θέμα γενικώτερο φιλοσοφικό, που θα το εξετάσωμε σε άλλη μελέτη. Μα ένα είναι βέβαιο. Το γεγονός, ότι εξιδανικεύει κάθε λαός τη ζωή του και η εξιδανικευμένη ψυχική του ποιότητα είναι μια πραγματικότητα αναμφισβήτητη, φαινόμενο κοινωνικό, να πούμε, που το απαντούμε σε κάθε λαό.

Στο δεύτερο σημείο η απάντηση είναι πως η σωστή παιδεία δε δέχεται παθητικά όλα τα επακτά στοιχεία, αλλά κάνει επιλογή, ακριβώς την επιλογή προς τη γραμμή του ιδανικού.

Και εδώ μας φανερώνεται ολοκάθαρα ο προοδευτικός ρόλος της παιδείας, το εξυψωτικό της έργο. Ο δάσκαλος, ο σωστός δάσκαλος, πρέπει να είναι πάντα ένας κοινωνικός αναμορφωτής, ένας απόστολος μιας θρησκείας, μιας θρησκείας ιδεών.

Σεπτέμβριος 1923


Αναδημοσιεύεται από το περιοδικό «Εργασία», τόμ. 1 (1923-1924), σ. 5-8, 28-31, 75-78, 100-103 (Σημείωση Εκδότη).

Σημείωση: Στο κείμενο έχει διατηρηθεί ο τονισμός και η ορθογραφία, ενώ έγινε μετατροπή στο μονοτονικό σύστημα. Οι υπογραμμίσεις είναι του συγγραφέα (ΠΓ).


Πηγή: Δημήτρη Γληνού: Το βασικό πρόβλημα της παιδείας, στο: Δημήτρη Γληνού: Εκλεκτές σελίδες, τόμ. 1ος, σ. 63-82, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1971.

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.