Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους



«[Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους] είναι από κάθε άποψη ο σπουδαιότερος νόμος της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας και ο πιο ουσιαστικός για την κατανόηση των δυσκολότερων σχέσεων. Είναι από ιστορική άποψη ο σπουδαιότερος νόμος. Είναι ένας νόμος που παρόλη την απλότητά του δεν κατανοήθηκε ποτέ ως τώρα, κι ακόμα λιγότερο διατυπώθηκε συνειδητά». Καρλ Μαρξ*.

του Παναγιώτη Γαβάνα

Η παρούσα μελέτη δημοσιεύεται με αφορμή την φετινή επέτειο των 150 χρόνων από την έκδοση του 1ου τόμου του Κεφαλαίου του Καρλ Μαρξ. Αντικείμενό της είναι ο σπουδαιότερος νόμος της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού –ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, δίχως την κατανόηση του οποίου δε μπορεί να ερμηνευτεί ένα ολόκληρο σύμπλεγμα οικονομικών φαινομένων και, επομένως, μέχρι σ’ ένα βαθμό, μιας αντίστοιχης πολιτικής πρακτικής. Ο νόμος αυτός αποτελεί επίσης την πιο σημαντική οικονομική θεωρητική βάση για την κατανόηση της σημερινής βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού.

Θα ‘θέλαμε ευθύς εξ’ αρχής να επισημάνουμε, ότι η ανάλυση γίνεται σ’ ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης, κυρίως, διότι αφορά σ’ ένα νόμο τον οποίο ο Μαρξ πραγματεύεται στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου

Για την βαθύτερη κατανόηση της μελέτης, στην αρχική μας σκέψη περιλαμβάνονταν και η πρόσθεση στο τέλος ενός Παραρτήματος, με συνοπτική ανάλυση των οικονομικών εννοιών που περιέχονται σ’ αυτήν. Λόγω, όμως, του ότι είναι αρκετές και θα διόγκωναν κατά πολύ το κείμενο, την εγκαταλείψαμε. Αντ’ αυτού θα προτείναμε ως βοηθητικό συνοδευτικό υλικό το «Λεξικό Πολιτικής Οικονομίας» (2 τόμοι) των εκδόσεων Gutenberg (σ.σ.: στο διαδίκτυο μπορεί να βρεθεί με τη μορφή DJVU σε έναν τόμο).

* * *

Ο νόμος σαν τέτοιος

Ο αντικειμενικός σκοπός της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, η υπεραξία, ή, διαφορετικά ειπωμένο, ο νόμος της υπεραξίας ως αντικειμενική κινητήρια δύναμη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, εμφανίζεται σαν υποκειμενική σφοδρή επιθυμία των κεφαλαιοκρατών για ένα όσο το δυνατό μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους. Αυτός εκδηλώνεται στην ταξική πάλη μεταξύ κεφαλαιοκρατών και εργατών, στην ανταγωνιστική πάλη για πιο ευνοϊκή απόθεση εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί καθώς και στην πιο επικερδή τοποθέτηση κεφαλαίου. Η ανταγωνιστική πάλη είναι ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνται οι οικονομικοί νόμοι υπό κεφαλαιοκρατικές συνθήκες. Η ανταγωνιστική πάλη αναγκάζει ως φαινομενικά εξωτερική βία τους κεφαλαιοκράτες επιχειρηματίες να συσσωρεύουν, να διευρύνουν την παραγωγή και να την εκσυγχρονίζουν, ωθώντας μπροστά την επιστημονικο-τεχνική ανάπτυξη.

Αυτό που στον ανταγωνισμό εμφανίζεται ως εξωτερική βία, στην πραγματικότητα είναι εσωτερική οικονομική νομοτέλεια του καπιταλισμού. Οι κεφαλαιοκράτες πρέπει, για να μπορέσουν να υπάρχουν ως κεφαλαιοκράτες, να αποκομίζουν διαρκώς υπεραξία, κέρδος, πρέπει να συσσωρεύουν, να διευρύνουν και να εκσυγχρονίζουν την παραγωγή. 

Η βασική μέθοδος για να μπορέσουν οι κεφαλαιοκράτες να παραμείνουν στην ανταγωνιστική πάλη, είναι η αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, του εκσυγχρονισμού της παραγωγής, της τεχνολογίας, της βελτίωσης της οργάνωσης και της διεύθυνσης της παραγωγής, της αύξησης της εντατικότητας της εργασίας, της παράτασης του χρόνου εργασίας, της πληρωμής της εργατικής δύναμης κάτω από την αξία της κτλ. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας οδηγεί, στο βαθμό που αυτή επιτυγχάνεται μόνο από μεμονωμένους κεφαλαιοκράτες, στην παραγωγή ενός πρόσθετου κέρδους, το οποίο προκύπτει από τη διαφορά ανάμεσα στην ατομική τιμή παραγωγής και στην αγοραία τιμή παραγωγής, αυξάνοντας το ατομικό ποσοστό κέρδους. Αφότου λάβει χώρα η αύξηση της παραγωγικότητας στο κοινωνικό επίπεδο, τότε αυτή οδηγεί στην πτώση της αξίας ή, αντίστοιχα, της αγοραίας τιμής παραγωγής του εμπορεύματος, στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας και στην αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, επομένως, και του ποσοστού κέρδους.

Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, όμως, τις περισσότερες φορές συνδέεται με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, επειδή η χρήση της σύγχρονης τεχνικής απαιτεί την ανάλωση ενός μεγαλύτερου μέρους σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο. Επειδή τώρα η οργανική σύνθεση βρίσκεται σε αντίστροφη αναλογία με το ύψος του ποσοστού κέρδους, προκύπτει ότι με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, γεννιέται μια τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους. Επομένως, με το να γίνεται πάλη για την αύξηση του ποσοστού κέρδους, επιβάλλεται πίσω από τις πλάτες των κεφαλαιοκρατών και ως αποτέλεσμα αυτής της πάλης, μια τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους.

«Αν τώρα υποθέσουμε παραπέρα, ότι αυτή η βαθμιαία αλλαγή στη σύνθεση του κεφαλαίου δεν γίνεται μόνο για ξεχωριστές σφαίρες παραγωγής, αλλά λίγο-πολύ σε όλες, ή, έστω στις αποφασιστικές σφαίρες παραγωγής, ότι λοιπόν περιλαβαίνει αλλαγές στην οργανική μέση σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου, που ανήκει σε μια καθορισμένη κοινωνία, τότε πρέπει αυτή η βαθμιαία αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο, να έχει απαραίτητα σαν αποτέλεσμα μια βαθμιαία πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, όταν μένει αμετάβλητο το ποσοστό της υπεραξίας ή όταν μένει αμετάβλητος ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο» [1].

Η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου εκφράζει, επομένως, μια πρόοδο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ιδιαίτερα μια πρόοδο στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας (ή, αλλιώς κατά Marx, της παραγωγικής δύναμης της εργασίας). Στον καπιταλισμό, όμως, αυτή η πρόοδος οδηγεί στην αντίφαση ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων καταλήγει σε αντίφαση με τις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής.

Για την εξήγηση της ανάπτυξης του γενικού ποσοστού κέρδους εξαιτίας της αλλαγής της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, παρουσιάζουμε στη συνέχεια τέσσερις παραλλαγές με αριθμητικά παραδείγματα.

Προς διευκόλυνση δίνουμε το παρακάτω τυπολόγιο:


Αξία (ή αξιακό μέγεθος): Α = σ + μ + υ

Οργανική Σύνθεση Κεφαλαίου (ΟΣΚ): σ : μ

Ποσοστό υπεραξίας (σε %): υ’ = (υ : μ) • 100

Μάζα υπεραξίας, αντιστοίχως, μάζα κέρδους: Υ = (υ : μ) • Μ = υ’ • Μ

Ποσοστό κέρδους (σε %): κ’ = [υ : (σ + μ)] • 100 = (υ : Κ) • 100

Συνολικό ποσό προκαταβεβλημένου κεφαλαίου: Κ = σ + μ

Επομένως ισχύει: υ’ > κ’

Όπου:

σ = σταθερό κεφάλαιο που μεταβιβάζεται στο προϊόν

μ = προκαταβεβλημένο μεταβλητό κεφάλαιο

υ = υπεραξία

Μ = συνολικό ποσό προκαταβεβλημένου μεταβλητού κεφαλαίου


α) Το πρώτο είναι το παράδειγμα που δίνει ο Marx [2], όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνει όταν το ποσοστό της υπεραξίας (υ’) και το μεταβλητό κεφάλαιο (μ) παραμένουν σταθερά.

  50 σ + 100 μ + 100 υ
κ’ = 100 : (50 + 100) = 66,7%
100 σ + 100 μ + 100 υ
κ’ = 100 : (100 + 100) = 50%
200 σ + 100 μ + 100 υ
κ’ = 100 : (200 + 100) = 33,33%
300 σ + 100 μ + 100 υ
κ’ = 100 : (300 + 100) = 25%
400 σ + 100 μ + 100 υ
κ’ = 100 : (400 + 100) = 20%

Επειδή στο παραπάνω παράδειγμα η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου επιτυγχάνεται μέσω της συσσώρευσης κεφαλαίου προς όφελος του σταθερού κεφαλαίου (σ), η συνολική μάζα της αξίας αυξάνει αποκλειστικά μέσω της αυξημένης κατανάλωσης σε σταθερό κεφάλαιο. Αυτό όμως που δεν φαίνεται στον υπολογισμό της αξίας είναι, ότι με αυξανόμενο σταθερό κεφάλαιο αυξάνει η παραγωγικότητα της εργασίας και, επομένως, η μάζα των παραχθέντων εμπορευμάτων. Η συνολική αξία ενσωματώνει μια μάζα εμπορευμάτων, η οποία αυξήθηκε γρηγορότερα απ’ ό,τι η μάζα της αξίας.

Οι κεφαλαιοκράτες παράγουν με ένα μεγαλύτερο σταθερό σε σχέση με ένα μικρότερο μεταβλητό κεφάλαιο περισσότερα και φθηνότερα εμπορεύματα. Ο υλικός πλούτος με τη μορφή εμπορευμάτων αυξάνει. Αυτό, όμως, που θα ήταν ωφέλιμο για την κοινωνία και την ευημερία της, καταλήγει σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών: Το ποσοστό κέρδους πέφτει. Ο Marx διαπιστώνει αναφορικά μ’ αυτό: «Η αυξανόμενη τάση του γενικού ποσοστού κέρδους να πέφτει, αποτελεί λοιπόν απλώς μια έκφραση, που προσιδιάζει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, της συνεχιζόμενης ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας» [3].

Η τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους εκφράζει, επομένως, ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ιδιαίτερα η ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, καταλήγει σε αντίφαση με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Οι κεφαλαιοκράτες βρίσκονται, επομένως, μπροστά σ’ ένα δίλλημα. Αν δεν αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας, τότε θα ηττηθούν στην ανταγωνιστική αγορά. Αν αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας, τότε γεννιέται μια τάση για πτώση του ποσοστού του κέρδους, δηλαδή για χειροτέρευση της αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Οι κεφαλαιοκράτες, όμως, δεν έχουν καμιά επιλογή. Υπό την πίεση του εξαναγκασμού για αξιοποίηση πρέπει να συσσωρεύουν. Πρέπει να συνεχίσουν την αναπαραγωγή σε διευρυμένη κλίμακα και να αυξήσουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου τους. Η τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους είναι ένας αντικειμενικός νόμος απ’ τον οποίο δε μπορούν να ξεφύγουν. 

β) Όταν το ποσοστό της υπεραξίας (υ’) μένει σταθερό και η απόλυτη αύξηση του μεταβλητού κεφαλαίου (μ) αυξάνει, τότε αυξάνει η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου επειδή το σταθερό κεφάλαιο (σ) αυξάνει γρηγορότερα από το μεταβλητό:

800 σ + 200 μ + 200 υ
κ’ = 200 : (800 + 200) = 20%

γ) Όταν αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας στα 200% και το μεταβλητό κεφάλαιο μειώνεται απόλυτα, τότε η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνει πολύ:

450 σ + 50 μ + 100 υ
κ’ = 100 : (450 + 50) = 20%

δ) Η αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μπορεί να οδηγήσει επίσης, στο ότι όταν το συνολικό κεφάλαιο (σ + μ) και το ποσοστό της υπεραξίας (υ’) μένουν ίδια, τότε πέφτει η μάζα του κέρδους. Στο παράδειγμά μας εδώ το συνολικό κεφάλαιο παραμένει 200.

100 σ + 100 μ + 100 υ
κ’ = 100 : 200 = 50%
150 σ + 50 μ + 50 υ
κ’ = 50 : 200 = 25%
160 σ + 40 μ + 40 υ
κ’ = 40 : 200 = 20%

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, με αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, πέφτει τόσο η μάζα της αξίας όσο και η μάζα της υπεραξίας, τόσο η μάζα του κέρδους όσο και το ποσοστό κέρδους. Η αιτία αυτής της εξέλιξης βρίσκεται στο ότι, όταν αυξάνει η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια απόλυτη μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου και, επομένως, του αριθμού των εργατών που τους εκμεταλλεύεται το δοσμένο κεφάλαιο – αν ν είναι ο αριθμός των εργατών- απ’ όπου προκύπτει, ότι όταν το ποσοστό της υπεραξίας παραμένει το ίδιο, μειώνεται η μάζα της υπεραξίας και η μάζα του κέρδους. Και σ’ αυτή την περίπτωση ισχύει αυτό που αναφέραμε ήδη: Με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου αυξάνει η παραγωγικότητα της εργασίας και, επομένως, η μάζα των παραχθέντων εμπορευμάτων.

Στις περιπτώσεις α) και β) η μάζα της ζωντανής εργασίας δεν πέφτει, παραμένει η ίδια ή αυξάνει, η αντικειμενοποιημένη, όμως, εργασία, που τίθεται από αυτήν σε κίνηση, αυξάνει. Η πτώση του ποσοστού κέρδους λαμβάνει χώρα με την αύξηση της χρήσης κεφαλαίου, επειδή έχουμε μια σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου και κατ’ αυτό τον τρόπο, όταν το ποσοστό της υπεραξίας παραμένει το ίδιο, προκύπτει μια μεταβαλλόμενη σχέση της υπεραξίας προς το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο.

Με την σε κάθε περίπτωση, σε σύγκριση με την αφετηριακή συνθήκη, αυξημένη ανάλωση σταθερού κεφαλαίου, αυξάνει επίσης και η συνολική μάζα της αξίας. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία κατά κανόνα συνοδεύεται με αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, αυξάνει επίσης τη μάζα των εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί. Οι κεφαλαιοκράτες παράγουν μ’ ένα μεγαλύτερο σταθερό και, σε σχέση μ’ αυτό, μ’ ένα μικρότερο μεταβλητό κεφάλαιο περισσότερα εμπορεύματα, των οποίων το μέγεθος της αξίας πέφτει ανά προϊόν. Αυτό που για την κοινωνία και την ευημερία της είναι ωφέλιμο, καταλήγει σε σύγκρουση με τα κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα, το ποσοστό κέρδους πέφτει. Ο Marx αναφέρει σχετικά: «Η αυξανόμενη τάση του γενικού ποσοστού κέρδους να πέφτει, αποτελεί λοιπόν απλώς μια έκφραση, που προσιδιάζει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, της συνεχιζόμενης ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας» [4].

Η πτώση του ποσοστού κέρδους δείχνει, ότι η ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας έρχεται σε αντίφαση με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Για τους κεφαλαιοκράτες, ο επιδιωκόμενος στόχος τους –η αύξηση του ποσοστού κέρδους- αντιστράφηκε στο αντίθετο. Τις συνάφειες που οδήγησαν εκεί, κατά κανόνα δεν τις έχουν συνειδητοποιήσει. Δεν είναι σε θέση στην ανταγωνιστική πάλη να αποφύγουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και είναι αναγκασμένοι να προωθήσουν την αναπαραγωγή σε διευρυμένη κλίμακα με αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Με τη δράση τους επιβάλλεται ο αντικειμενικός νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

Η βαθμιαία πτώση του ποσοστού κέρδους [5] είναι συνδεδεμένη υπό συγκεκριμένες συνθήκες, με μια μείωση επίσης της μάζας της υπεραξίας και, κατ’ αυτό τον τρόπο, επίσης με τη μάζα του κέρδους, μόνο τότε, για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιείται λιγότερο μεταβλητό κεφάλαιο και ο βαθμός εκμετάλλευσης παραμένει ίδιος. Αλλά ακόμη και όταν μειώνεται το μεταβλητό κεφάλαιο που χρησιμοποιήθηκε (περίπτωση γ), με μια αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας, για παράδειγμα, συνεπεία προτσές ορθολογισμού κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης, μπορεί να επιτευχθεί μια παραμένουσα ή ακόμη και μια αυξανόμενη μάζα υπεραξίας. Σ’ αυτή την περίπτωση, το ποσοστό της υπεραξίας που αυξάνεται αντιδρά στην πτώση του ποσοστού κέρδους, που προκλήθηκε από την αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, κάτι που θα εξετάσουμε στην επόμενη ενότητα.

Παρά την πτώση του ποσοστού κέρδους λόγω της αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η μάζα του κέρδους αυξάνει όταν αυξάνει το μεταβλητό κεφάλαιο. Ανεξάρτητα από τις παροδικές διακυμάνσεις, με την ανάπτυξη του καπιταλισμού αυξάνει ο αριθμός των εκμεταλλευόμενων μισθωτών εργατών. Γι΄ αυτό το λόγο αυξάνει αναγκαστικά η απόλυτη μάζα της υπεραξίας ή του κέρδους που παράγεται από αυτούς. Η πράξη στον καπιταλισμό επιβεβαιώνει για μακρές χρονικές περιόδους το θεμέλιο της θεωρίας της συσσώρευσης του Marx, ότι τόσο το σταθερό όσο και το μεταβλητό κεφάλαιο αυξάνονται απόλυτα. Όσο διάστημα λαμβάνει χώρα μια ανάπτυξη του συνολικού κεφαλαίου με γρηγορότερο ρυθμό απ’ ό,τι αυτός, όπου πέφτει το ποσοστό του κέρδους, επιτυγχάνεται μια άνοδος της μάζας του κέρδους.

«Επομένως, με την πρόοδο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η ίδια ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας εκφράζεται, από τη μια μεριά, με μια τάση προοδευτικής πτώσης του ποσοστού κέρδους και, από την άλλη μεριά, με τη σταθερή αύξηση της απόλυτης μάζας της ιδιοποιούμενης υπεραξίας ή του ιδιοποιούμενου κέρδους…» [6].

Και σ’ ένα άλλο σημείο: «Με την πρόοδο του προτσές παραγωγής και συσσώρευσης πρέπει λοιπόν να αυξάνει η μάζα της ιδιοποιήσιμης και ιδιοποιημένης υπερεργασίας, επομένως, και η απόλυτη μάζα του κέρδους που το ιδιοποιείται το κοινωνικό κεφάλαιο. Οι ίδιοι, όμως, νόμοι της παραγωγής και της συσσώρευσης, μαζί με τη μάζα του σταθερού κεφαλαίου μεγαλώνουν με αυξανόμενη πρόοδο και την αξία του γρηγορότερα από την αύξηση της αξίας του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου, που ανταλλάσσεται με ζωντανή εργασία. Επομένως, οι ίδιοι νόμοι δημιουργούν για το κοινωνικό κεφάλαιο μια μάζα κέρδους που αυξάνει απόλυτα και ένα ποσοστό κέρδους που πέφτει» [7].

Πρέπει, επομένως, να τονιστεί ακόμη μια φορά, ότι το ποσοστό κέρδους είναι η αξιακή σχέση της μάζας της υπεραξίας ή της μάζας του κέρδους προς το προκαταβεβλημένο συνολικό κεφάλαιο. Η τάση για πτώση του ποσοστού του κέρδους συνδέεται, όμως, συνεπεία τής με την αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας με μια αύξηση της μάζας των αξιών χρήσης. « Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας», γράφει ο Marx, «συνίσταται ακριβώς στο ότι το μερίδιο της ζωντανής εργασίας που περιέχεται στο εμπόρευμα μικραίνει, ενώ μεγαλώνει το μερίδιο της παρωχημένης εργασίας, αυτό γίνεται όμως έτσι που ελαττώνεται η συνολική ποσότητα της εργασίας που περιέχεται στο εμπόρευμα, συνίσταται επομένως στο ότι η ζωντανή εργασία μειώνεται περισσότερο απ’ ό,τι αυξάνει η παρωχημένη εργασία» [8].

Με την αύξηση της μάζας των αξιών χρήσης αυξάνει ο υλικός πλούτος της κοινωνίας. Τον κεφαλαιοκράτη όμως δεν τον ενδιαφέρει ο υλικός πλούτος με τη μορφή αξιών χρήσης, αλλά με τη μορφή της υπεραξίας, η αξιοποίηση του κεφαλαίου του, δηλαδή η αύξηση του πλούτου του μέσω της αύξησης του ποσοστού κέρδους. Αυτό όμως με την προοδευτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έχει την τάση να πέφτει. Το κεφάλαιο, επομένως, καταλήγει σε αντίφαση με τον εαυτό του.

Η τάση του ποσοστού του κέρδους να πέφτει παρατηρήθηκε ήδη πριν από τον Marx από τους κλασικούς άγγλους αστούς οικονομολόγους Adam Smith και David Ricardo. Δεν ήταν όμως σε θέση να τον ερμηνεύσουν σωστά.

Ο Adam Smith πίστευε ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου και η συνδεόμενη μ’ αυτήν ενίσχυση του ανταγωνισμού, ο οποίος πίεζε τις τιμές κάτω από την αξία, είναι η αιτία για την πτώση του ποσοστού κέρδους. Σ’ αυτή την αντίληψη αντιτάχθηκε ο David Ricardo. Ο Ricardo διαπίστωσε ότι ο ανταγωνισμός αντισταθμίζει μεν τα κέρδη των διαφόρων κλάδων παραγωγής σε ένα μέσο ποσοστό κέρδους, το γενικό ποσοστό κέρδους όμως δεν μπορεί να πέσει. Αυτό σχηματίζεται στη βάση της αξίας ή της τιμής της παραγωγής, για την οποία ο Smith και ο Ricardo χρησιμοποίησαν τον χαρακτηρισμό «μέση τιμή», την οποία υιοθέτησε στην αρχή ο Marx, μέχρι να καθιερώσει την έννοια «τιμή της παραγωγής».

Ο Ricardo ήταν της άποψης ότι η πτώση του ποσοστού του κέρδους βασίζεται στη μειωμένη απόδοση του εδάφους. Με την ανάπτυξη της βιομηχανίας αυξάνεται η εργατική τάξη και με αυτήν η ζήτηση για αγροτικά προϊόντα. Μ’ αυτό τον τρόπο θα ‘πρεπε, κατά τον Ricardo, η αγροτική οικονομία να μεταβεί στην καλλιέργεια λιγότερο αποδοτικών εδαφών. Αυτό θα είχε ως συνέπεια, ότι θα ‘πρεπε να ξοδευτεί περισσότερη εργασία για την παραγωγή αγροτικών προϊόντων σ’ αυτά τα εδάφη, με αποτέλεσμα η αξία και οι τιμές των αγροτικών προϊόντων να αυξηθούν. Ως συνέπεια αυτής της αύξησης των τιμών θα ‘πρεπε να αυξηθούν οι μισθοί, και μάλιστα σε βάρος των κερδών. Το αποτέλεσμα θα ήταν τότε η πτώση του ποσοστού κέρδους.

Ο Marx αντιτάχθηκε σ’ αυτό το «νόμο του Ricardo» αποδεικνύοντας πρώτο, ότι δεν υπάρχει νόμος «φθίνουσας απόδοσης του εδάφους», επειδή δεν καλλιεργούνται μόνο πιο άσχημα εδάφη, αλλά με την εκμετάλλευση νέων εδαφών για καλλιέργεια, γίνεται μετάβαση σε καλύτερα εδάφη και, κυρίως, επειδή η επιστημονικο-τεχνική ανάπτυξη οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στην αγροτική οικονομία. Δεύτερο, ο Marx έδειξε, όπως αναφέραμε ήδη αναλυτικά, ότι η πτώση του ποσοστού του κέρδους δεν προκύπτει από την μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά, αντίθετα, από την αύξησή της.

Επομένως, δεν υπάρχουν φυσικές αιτίες, οι οποίες ισχύουν για όλες τις εποχές αναφορικά με την πτώση του ποσοστού του κέρδους, αλλά αποκλειστικά κοινωνικές, καπιταλιστικές αιτίες.

Αυτό που ο Ricardo δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει, είναι το γεγονός, ότι με αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, η έκφραση για το προχώρημα της επιστημονικο-τεχνικής ανάπτυξης, το ποσοστό κέρδους πέφτει, αφετέρου, όμως, η μάζα των εμπορευμάτων, η μάζα των αξιών χρήσης αυξάνει κολοσσιαία. «Το ποσοστό του κέρδους δεν πέφτει, γιατί η εργασία γίνεται λιγότερο παραγωγική, αλλά γιατί γίνεται πιο παραγωγική» [9]. Η απόδοση της εργασίας αυξάνει κολοσσιαία, δε συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την καπιταλιστική μορφή της, το ποσοστό κέρδους, αυτό πέφτει στο βαθμό που η ίδια δαπάνη εργασίας παράγει μια μεγαλύτερη μάζα προϊόντων.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αξίας και υπεραξίας, μετατρέπεται σε τροχοπέδη της παραπέρα ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Ο Marx γράφει: «Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: Προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας˙ άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου- για την αναγκαία. Από τη μια μεριά λοιπόν ξυπνά όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως και του κοινωνικού συνδυασμού και της κοινωνικής συναλλαγής, για να κάνει τη δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από τον χρόνο εργασίας που καταβλήθηκε γι’ αυτόν. Από την άλλη μεριά, αυτές τις γιγάντιες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο θέλει να τις μετρήσει με τον χρόνο εργασίας, και να τις περιχαρακώσει μέσα στα όρια που απαιτούνται για τη διατήρηση της ήδη δημιουργημένης αξίας σαν αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις –που κι οι δυό είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου- εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα, και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα για να συνεχίσει να παράγει πάνω στη δική του στενή βάση. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν τους υλικούς όρους για να το ανατινάξουν» [10].

Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους επιδρά ανεξάρτητα από οποιαδήποτε κατανομή της υπεραξίας στις διάφορες κατηγορίες του κεφαλαίου. Γι’ αυτό ο Marx την εξετάζει σκόπιμα πριν από την παρουσίαση του εμπορικού κέρδους, του τόκου και της γαιοπροσόδου, που ιδιοποιούνται ως μέρη της υπεραξίας από το εμπορευματικό κεφάλαιο, το τοκοφόρο κεφάλαιο και την κεφαλαιοκρατική γαιοκτησία. Έτσι, αποδυναμώνονται ταυτόχρονα αστικές αντιλήψεις, οι οποίες προσπερνούν τις πραγματικές αιτίες του νόμου και αναζητούν την «εξήγηση» για την πτώση του ποσοστού κέρδους σε ειδικές μορφές του κεφαλαίου και στις συνθήκες της αξιοποίησής τους. Το κέρδος, για το οποίο κάνουμε λόγο κατά την τεκμηρίωση του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, είναι στην ουσία του η υπεραξία που δημιουργήθηκε από την εκμετάλλευση των μισθωτών εργατών, η οποία παριστάνεται στη σχέση προς το συνολικό κεφάλαιο.

Στον ανταγωνισμό, καθώς και στη συνείδηση των κεφαλαιοκρατών, ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους παρουσιάζεται αντεστραμμένα. Γίνεται αντιληπτός με τέτοιο τρόπο, σα να βγάζει ο κεφαλαιοκράτης κατά βούληση λιγότερο κέρδος από τα ξεχωριστά εμπορεύματα, αλλά αποζημιώνεται με το μεγαλύτερο αριθμό εμπορευμάτων που μπορεί να παράγει. Με την επιταχυνόμενη συσσώρευση του κεφαλαίου αυξάνει η μάζα του κέρδους. Η μάζα, όμως, αυτή, κατανέμεται τώρα σε μια επίσης μεγαλύτερη συνολική μάζα εμπορευμάτων, όταν η δομή των αξιών χρήσης μένει ίδια ή ακόμη και μεγαλώνει. Ως συνέπεια της αυξανόμενης παραγωγικότητας της εργασίας, και της κατ’ αυτό τον τρόπο μείωσης της αξίας και της τιμής ανά προϊόν, μειώνεται η μάζα του κέρδους η οποία αναλογεί στο ξεχωριστό εμπόρευμα. Το ποσοστό κέρδους πέφτει, όχι όμως μόνο σε σχέση με το ξεχωριστό εμπόρευμα, αλλά πέφτει με αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και για τη μεγαλύτερη μάζα εμπορευμάτων, η οποία παράγεται με τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό πρέπει να σημειωθεί το φαινόμενο, ότι ο μεγαλύτερος κεφαλαιοκράτης για την εκτόπιση των μικρότερων υπό συγκεκριμένες συνθήκες, για παράδειγμα, όταν υπάρχουν δυσκολίες απόθεσης, μειώνει τις αγοραίες του τιμές και έτσι μειώνει παροδικά το ποσοστό κέρδους, ώστε να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές του απ’ την αγορά. Αλλά σε τέτοιου είδους πρακτικές ανταγωνισμού, δεν έχουμε να κάνουμε με την τάση της πτώσης του γενικού ή του μέσου όρου του ποσοστού κέρδους από την οποία πλήττονται όλα τα κεφάλαια.

Υπάρχει μια νομοτελειακή σχέση μεταξύ της επιταχυνόμενης συσσώρευσης του κεφαλαίου και της κατ’ αυτό τον τρόπο απόλυτα αυξανόμενης συνολικής μάζας της ιδιοποιημένης υπερεργασίας, καθώς και της τάσης για πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους η οποία προκαλείται από την αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Η πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους οδηγεί κυρίως στις οικονομικές κρίσεις.


Αιτίες που αντιδρούν στην πτώση του ποσοστού κέρδους

Ο Marx κάνει λόγο για νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και όχι για νόμο της πτώσης του ποσοστού κέρδους. Ο καπιταλισμός υπάρχει ήδη μια ολόκληρη ιστορική εποχή, η οποία σε μερικές χώρες περιλαμβάνει μερικές εκατοντάδες χρόνια. Οι παραγωγικές δυνάμεις τις οποίες δημιούργησε ο καπιταλισμός, είναι κολοσσιαίες. Η μάζα του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου που χρησιμοποιήθηκε αυξήθηκε σημαντικά, αυξάνοντας και την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό θα μπορούσε να προκύψει το ερώτημα: Για ποιο λόγο το ποσοστό κέρδους δεν έφτασε εκείνο το όριο, πέρα από την παραγωγή του οποίου είναι για το κεφάλαιο αδιάφορο, επειδή αυτό έγινε μη κερδοφόρο;

Όπως διαπίστωσε ο Marx, υπάρχουν μια σειρά από παράγοντες οι οποίοι αντιδρούν σ’ αυτή την πτώση του ποσοστού κέρδους, έτσι που δεν εμφανίζεται μια διαρκής και απόλυτη πτώση του ποσοστού κέρδους, αλλά αυτή η πτώση σαν τάση. Κατά τον Marx: «Πρέπει να μπαίνουν στο παιχνίδι επιδράσεις που αντιδρούν, επιδράσεις που ματαιώνουν και αίρουν το αποτέλεσμα του γενικού νόμου και του δίνουν μόνο τον χαρακτήρα μιας τάσης. Αυτός είναι ο λόγος, που την πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους την χαρακτηρίσαμε σαν τάση πτώσης (tendenzieller Fall)» [11].

Οι βασικοί παράγοντες που αντιδρούν σ’ αυτή την κατεύθυνση, έχουν άμεση επιρροή στο ύψος της μάζας της υπεραξίας και στο μέρος του σταθερού κεφαλαίου στο προκαταβεβλημένο συνολικό κεφάλαιο. Αυτοί είναι απ’ τη μια μεριά η αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας και απ’ την άλλη η μείωση της αξίας, ή αντίστοιχα, της τιμής του σταθερού κεφαλαίου.

Εδώ δεν πρόκειται για παράγοντες οι οποίοι εμφανίζονται τυχαία. Πολύ περισσότερο, είναι οι ίδιες αιτίες και προτσές, που απ’ τη μια μεριά προκαλούν την τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους και απ’ την άλλη αντιδρούν σ’ αυτή την τάση. Η διαλεκτική αυτών των αντιφατικών προτσές, είναι ανάγκη, επομένως, να κατανοηθεί.

Οι πιο σημαντικοί παράγοντες που αντιδρούν στην πτώση του ποσοστού κέρδους, είναι οι ακόλουθοι:


1. Αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας

Το ύψος του ποσοστού της υπεραξίας, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, βρίσκεται σε άμεση σχέση με το ύψος του ποσοστού κέρδους. Ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας, αντιδρά επομένως στην τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους. Η πτώση του ποσοστού κέρδους μπορεί να αντισταθμιστεί, όταν το ποσοστό της υπεραξίας αυξάνει γρηγορότερα απ’ ό,τι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου.

Οι βασικές μέθοδοι για την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης είναι η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας και η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας. Και οι δυό αντιδρούν στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

Η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας, έχει εδώ για τη θεώρησή μας μια ιδιαίτερη σημασία, επειδή εμπεριέχει την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας μέσω της ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας στους κλάδους, τα εμπορεύματα των οποίων πηγαίνουν άμεσα ή έμμεσα για την κατανάλωση της εργατικής τάξης. Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας οδηγεί στην πτώση τού για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης αναγκαίου χρόνου εργασίας και για την πτώση της αξίας της. Επειδή όμως η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας συνδέεται κατά κανόνα άμεσα με την χρήση καλύτερων και πιο σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, αυτή συνοδεύεται επίσης από μια αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου.

Συνεπώς, η αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας μέσω της παραγωγής της σχετικής υπεραξίας (η οποία συνδέεται με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) έχει μια διπλή αντίδραση: Απ’ τη μια μεριά αυτή αυξάνει το ποσοστό κέρδους, και απ’ την άλλη, μέσω της συνδεόμενης μ’ αυτήν οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου οδηγεί στην τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους.

Το ποσοστό κέρδους δεν πέφτει, «γιατί η εργασία γίνεται λιγότερο παραγωγική, αλλά γιατί γίνεται πιο παραγωγική. Και τα δυό, και η άνοδος του ποσοστού της υπεραξίας και η πτώση του ποσοστού του κέρδους, αποτελούν απλώς ειδικές μορφές, με τις οποίες εκφράζεται με κεφαλαιοκρατικό τρόπο η αναπτυσσόμενη παραγωγικότητα της εργασίας» [12] 


2. Συμπίεση του εργατικού μισθού κάτω από την αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη

Στη μέχρι τώρα θεώρησή μας υποθέσαμε ότι η εργατική δύναμη πληρώνεται στην αξία της. Στη πράξη, όμως, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή, οι κεφαλαιοκράτες προσπαθούν να συμπιέσουν το μισθό κάτω από την αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη. Έτσι αυξάνει το απλήρωτο μέρος της εργασίας και, επομένως, το ποσοστό της υπεραξίας, το οποίο αντιδρά στην πτώση του ποσοστού κέρδους.

Στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό οι ριζικές αλλαγές της επιστημονικο-τεχνικής ανάπτυξης επιδρούν σε σημαντικό βαθμό πάνω στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Με την αυξανόμενη ανάπτυξη της τεχνικής και τη μετατροπή της επιστήμης σε παραγωγική δύναμη, αυξάνονται οι απαιτήσεις στην εκπαίδευση και την εξειδίκευση των εργαζομένων, το υγειονομικό σύστημα και οι συγκοινωνίες, η οικοδόμηση κατοικιών και η προστασία του περιβάλλοντος αποκτούν μεγάλη σημασία. Τα κόστη για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης ανεβαίνουν, οι ανάγκες όμως αυτές καθώς και νέες που γεννιούνται, ικανοποιούνται μόνο σε μικρό βαθμό από την ατομική κατανάλωση με το μισθό. Ο μισθός, δηλαδή εδώ, ο πραγματικός («καθαρός») μισθός, δεν καλύπτει τα κόστη αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και οι δαπάνες για το σύστημα εκπαίδευσης, υγείας, τις συγκοινωνίες κτλ πληρώνονται από τους άμεσους και έμμεσους φόρους, οι οποίοι αφαιρούνται από τον ακαθάριστο μισθό ή μέσω των τιμών των εμπορευμάτων, τα οποία αγοράζουν οι εργαζόμενοι. Ένα μέρος των φόρων και τις εισφορές που πληρώνουν οι εργαζόμενοι ξοδεύεται επίσης για τη διατήρηση του κρατικού μηχανισμού και για εξοπλισμούς, έτσι που οι ανάγκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης καλύπτονται ανεπαρκώς και, επομένως, η εργατική δύναμη συχνά πληρώνεται κάτω από την αξία της. 

Στο σημερινό καπιταλισμό οι μισθοί συμπιέζονται κάτω από την αξία, κυρίως σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή, καθώς και για ομάδες της εργατικής τάξης οι οποίες υφίστανται διακρίσεις, όπως γυναίκες, εθνικές μειονότητες και μετανάστες, ώστε να αυξηθεί το ποσοστό εκμετάλλευσης.

Ο πληθωρισμός επίσης στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες οδηγεί στο να πληρώνεται το εμπόρευμα εργατική δύναμη κάτω από την αξία του.

Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί, ότι η συμπίεση του μισθού είναι ταυτόσημη με τον περιορισμό της ικανής για πληρωμή ζήτησης για καταναλωτικά αγαθά και ότι δυσχεραίνεται η ρευστοποίηση της παραγόμενης υπεραξίας, ενώ οξύνεται η αντίφαση μεταξύ παραγωγής και αγοράς καθώς και μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης.


3. Σχετικός υπερπληθυσμός

Ο σχετικός υπερπληθυσμός αντιδρά μ’ ένα διπλό τρόπο στην πτώση του ποσοστού κέρδους: 1. Με το να χρησιμεύει στους κεφαλαιοκράτες ως μέσο πίεσης απέναντι στους εργάτες που ακόμη εργάζονται, για να ρίξουν τον εργατικό μισθό κάτω από την αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη. 2. Ως συνέπεια του φθηνέματος του εμπορεύματος εργατική δύναμη λόγω της χρήσης της σύγχρονης τεχνικής, αντιδρώντας έτσι στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου.

Ο σχετικός υπερπληθυσμός ως παράγοντας, ο οποίος αντιδρά στην πτώση του ποσοστού κέρδους, αποκτά σήμερα διεθνή σημασία. Μέσω της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης ο σχετικός υπερπληθυσμός της μιας χώρας μετατρέπεται σε βιομηχανικό εφεδρικό στρατό μιας άλλης χώρας. Αυτό συμβαίνει με τη μορφή των μεταναστών, ο αριθμός των οποίων σήμερα παγκοσμίως φτάνει πολλά εκατομμύρια. Οι μετανάστες εργάτες χρησιμοποιούνται σήμερα τόσο ως φτηνό εργατικό δυναμικό όσο και με πολλούς τρόπους ως μέσο πίεσης ενάντια στους ντόπιους εργάτες.


4. Φτήνεμα των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου

Ο Marx έχει αποδείξει ότι το «φτήνεμα των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου» αντιδρά στην πτωτική πτώση του ποσοστού κέρδους, επειδή μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στη βιομηχανία μέσων παραγωγής, η αξία του σταθερού κεφαλαίου δεν αυξάνει τόσο γρήγορα όσο το υλικό του μέγεθος. Κατά την παραγωγικότητα της εργασίας που έχει αυξηθεί, ένα συγκεκριμένο αξιακό μέγεθος σταθερού κεφαλαίου ενσωματώνει μια μεγαλύτερη μάζα μέσων παραγωγής. Αυξάνει μεν η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, η αξιακή σύνθεσή του, όμως, δεν αυξάνει στον ίδιο βαθμό. Σε σχέση με την εξέταση της οικονομίας στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου, διαπιστώσαμε ήδη, ότι αυτός είναι ένας παράγοντας από τον οποίο εξαρτάται το ύψος του ποσοστού κέρδους. Επειδή αυτός ο παράγοντας αντιδρά στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, αντιδρά ταυτόχρονα και στην τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους.


5. Επιστημονικο-τεχνική επανάσταση

Η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση έχει επιταχύνει την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Έτσι εμφανίζονται μια σειρά φαινόμενα, τα οποία είναι σημαντικά για τις μελέτες μας.

Σε συνθήκες επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης αυξάνονται ιδιαίτερα οι δαπάνες για την επιστήμη και την έρευνα. Η δημιουργία επιστημονικών ιδρυμάτων και εργαστηρίων απαιτεί εκτός από τις δαπάνες για τις εργατικές δυνάμεις (μεταβλητό κεφάλαιο) σημαντικά ποσά σε σταθερό κεφάλαιο, τα οποία αυξάνουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Τις δαπάνες αυτές εν μέρει τις αναλαμβάνει το κράτος. Η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση συνδέεται με μια διαλεκτική αντίφαση ανάμεσα στην τάση για αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και, επομένως, με την τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους και την οικονομικοποίηση της παραγωγής, και την συνδεόμενη με αυτήν τάση για αύξηση του ποσοστού κέρδους.

Ο Engels διαπίστωσε ήδη, ότι η χρήση σύγχρονων μέσων παραγωγής δεν οδηγεί οπωσδήποτε στην πτώση του ποσοστού κέρδους. Σε σχέση με την επίδραση της περιστροφής του κεφαλαίου πάνω στο ποσοστό κέρδους, τεκμηρίωσε το φαινόμενο αυτό στο ζήτημα της τεχνικής προόδου στη μεταλλουργία και τη χημική βιομηχανία, όπου έβρισκαν εφαρμογή νέες μέθοδοι με σχετικά μικρά κόστη [13].

Αν πρόκειται στην περίπτωση αυτή για μεθόδους, οι οποίες απαιτούν μικρότερη ανάλωση στο πάγιο μέρος του σταθερού κεφαλαίου, τότε το ίδιο το πάγιο κεφάλαιο με την τεχνική πρόοδο παράγεται φθηνότερα. Κυρίως, η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας επιδρά πάνω στην αξία του κυκλοφοριακού μέρους του σταθερού κεφαλαίου, στις πρώτες και βοηθητικές ύλες. «Το μέρος της αξίας του εμπορεύματος, που προέρχεται από τις πρώτες και βοηθητικές ύλες, πρέπει με την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας να μικραίνει, γιατί αυτή η ανεβασμένη παραγωγικότητα εκδηλώνεται, όσον αφορά τις ύλες αυτές, ακριβώς στο ότι έπεσε η αξία τους» [14].

Επειδή η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση παίζει ένα ιδιαίτερο σημαντικό ρόλο, οι γνώσεις σχετικά με την επιρροή της πάνω στην αξιοποίηση του κεφαλαίου είναι εξαιρετικά σημαντικές, επειδή εξαρτάται απ’ το βαθμό αξιοποίησης τού μέχρι σε ποιο βαθμό βρίσκουν εφαρμογή οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις στον καπιταλισμό, ή, μέχρι σε ποιο βαθμό πρέπει και μπορούν να βελτιωθούν οι συνθήκες αξιοποίησής τους από το καπιταλιστικό κράτος.

Ποιοι παράγοντες της επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης αντιδρούν στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και, επομένως, στην πτώση του ποσοστού κέρδους;

α) Η πτωτική ένταση του πάγιου μέρους του σταθερού κεφαλαίου: Η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση συνδέεται με μια τάση για πτώση της έντασης του κεφαλαίου. Η ένταση του κεφαλαίου πέφτει, όταν η ανάλωση στο πάγιο μέρος του σταθερού κεφαλαίου μένει ίδια ή πέφτει, επιτυγχάνοντας το ίδιο ή μεγαλύτερο αποτέλεσμα στην παραγωγή, έτσι που το μέρος του πάγιου κεφαλαίου που μεταβιβάζεται στη συνολική αξία ενός εμπορεύματος και στη συνολική παραγωγή, πέφτει.

β) Η πτωτική ένταση του κυκλοφοριακού μέρους του σταθερού κεφαλαίου (πτωτική ένταση σε πρώτες ύλες): Μέσω καλύτερων μεθόδων στην παραγωγή, μέσω χρήσης νέων και καλύτερων πρώτων υλών κτλ είναι δυνατή μια πτώση του κυκλοφοριακού μέρους του σταθερού κεφαλαίου. Έτσι, μπορεί για παράδειγμα, με τη χρήση πλαστικών, ελαστικών, συνθετικών ινών κτλ να φτηναίνει τόσο η ανάλωση υλικού όσο και να επιτευχθεί μια αποδοτικότερη τεχνολογία.

γ) Το φτήνεμα των υλικών στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου: Αυτό ενισχύει την πτωτική ένταση του πάγιου μέρους του σταθερού κεφαλαίου και του κυκλοφοριακού κεφαλαίου.

Η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνει γρηγορότερα απ’ ό,τι η αξιακή του σύνθεση. Και αυτό σχετίζεται με την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας η οποία επιδρά στη μείωση της αξίας των εμπορευμάτων, όπου η ίδια ποσότητα εργασίας ενσωματώνει μεγαλύτερη ποσότητα αξιών χρήσης.

Στις αρχές, όμως, της δεκαετίας του 1970, παρατηρήθηκε ότι με την επιστημονικο-τεχνική επανάσταση η αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου επιβραδύνθηκε. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην αυξανόμενη αποτελεσματικότητα των μέσων παραγωγής. Μια άλλη αιτία είναι η μείωση του μέρους των παθητικών στοιχείων του πάγιου κεφαλαίου (κτίρια και εγκαταστάσεις) σε σχέση με το ενεργό μέρος (εξοπλισμός) στους βασικούς κλάδους της υλικής παραγωγής. Μολαταύτα, με τον αυξανόμενο αυτοματισμό της παραγωγής εντείνεται ο εκτοπισμός της ζωντανής εργασίας από την αντικειμενοποιημένη εργασία. Αυτό δε σημαίνει τίποτα άλλο απ’ το ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου επιβάλλεται μέσω της αύξησης του πάγιου κεφαλαίου.

Με την επιστημονικο-τεχνική επανάσταση προκύπτει, επομένως, μια τάση να πέφτουν τα έξοδα τόσο σε πάγιο όσο και σε κυκλοφοριακό κεφάλαιο και μάλιστα από μια διπλή σκοπιά: πρώτο, επειδή συνεπεία της ανοδικής παραγωγικότητας της εργασίας μειώνεται η αξία του κυκλοφοριακού και του πάγιου κεφαλαίου ανά μονάδα προϊόντος και δεύτερο, επειδή πέφτουν οι υλικές δαπάνες ανά μονάδα προϊόντος, κάτι που οδηγεί σε μια πτωτική ένταση υλικών και κεφαλαίου. Και τα δυό επιδρούν στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και, επομένως, αντιδρούν στην τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους.

δ) Η επιστημονικο-τεχνική επανάσταση οδηγεί σε αλλαγές της δομής του παραγωγικού συνολικού εργάτη. Η σφαίρα του παραγωγικού συνολικού εργάτη επεκτείνεται επειδή η επιστημονικο-τεχνική εργασία μετατρέπεται σε παραγωγική εργασία. Έτσι, για παράδειγμα, αυξάνει το μέρος εκείνο της εργασίας που αφορά στην έρευνα και την ανάπτυξη της παραγωγής, με αποτέλεσμα να αυξάνει το ξόδεμα σε μεταβλητό κεφάλαιο και, επομένως, το μερίδιό του σε σχέση με το σταθερό κεφάλαιο. Κατ’ αυτό τον τρόπο προκύπτει μια αντίδραση στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, άρα και της τάσης για πτώση του ποσοστού κέρδους. Στην ίδια κατεύθυνση επιδρά επίσης η αύξηση των μισθών και ημερομισθίων, επομένως, του μεταβλητού κεφαλαίου.

ε) Αποφασιστική επιρροή πάνω στο ύψος της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου έχουν επίσης οι βασικές γραμμές ανάπτυξης της τεχνικής προόδου. Η ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας έχει, για παράδειγμα, διαφορετική επίδραση πάνω στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου απ’ ό,τι η ανάπτυξη της βιομηχανίας ηλεκτρονικών ειδών. Κατά κανόνα η ανάλωση αντικειμενοποιημένης εργασίας στη βαριά βιομηχανία είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι στη βιομηχανία ηλεκτρονικών ειδών. Καθόσον η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου επηρεάζεται αρνητικά από τις βασικές γραμμές ανάπτυξης της τεχνικής ανάπτυξης, υπάρχει αντίδραση στην τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους.


6. Εξωτερικό εμπόριο

Οι πιο πάνω παράγοντες περιλαμβάνονται στο προτσές διεθνοποίησης της οικονομικής ζωής και, επομένως, στις διεθνείς σχέσεις παίζουν μεγάλο ρόλο.

Το εξωτερικό εμπόριο, ιδιαίτερα με τις αδύναμες οικονομικά αναπτυγμένες χώρες, αντιδρά στην πτώση του ποσοστού κέρδους, επειδή τις περισσότερες φορές δεν επιτυγχάνεται ισοδύναμη ανταλλαγή ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές και στις άλλες χώρες. Οι κεφαλαιοκράτες των ιμπεριαλιστικών χωρών πουλούν ακόμη και σήμερα τα εμπορεύματά τους πάνω από την αξία, ενόσω αγοράζουν τα εμπορεύματα των εξαρτημένων χωρών κάτω από την αξία. Εδώ παίζει σημαντικό ρόλο το γεγονός, ότι στις χαμηλά αναπτυγμένες χώρες δεν είναι αναπτυγμένη η καθετοποίηση της παραγωγής. Τα επιπρόσθετα κέρδη που πραγματοποιούνται μέσω της ψαλίδας των τιμών αυξάνουν το ποσοστό κέρδους και, επομένως, αντιδρούν στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. 

Πρόσθετα όμως κέρδη για τους κεφαλαιοκράτες των ιμπεριαλιστικών χωρών προκύπτουν επίσης από την εθνική διαφορά των αξιών των εμπορευμάτων και των μισθών. Επειδή απ’ τη μια μεριά η παραγωγή στις αναπτυγμένες χώρες, συνεπεία των λιγότερο αναπτυγμένων συνθηκών στην παραγωγή, απαιτεί μια μεγαλύτερη κοινωνικά αναγκαία δαπάνη εργασίας απ’ ό,τι στις ιμπεριαλιστικές χώρες και, απ’ την άλλη, στην παγκόσμια οικονομία σχηματίζεται περίπου μια ενιαία αξία ως συγκριτικό μέτρο, οι κεφαλαιοκράτες των ιμπεριαλιστικών χωρών αποκομίζουν ένα πρόσθετο κέρδος, το οποίο αυξάνει το ποσοστό κέρδους τους. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός, ότι η αξία της εργατικής δύναμης και, επομένως, οι μισθοί στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, είναι μικρότερη απ’ ό,τι στις ιμπεριαλιστικές χώρες.

Η αγορά μέσων παραγωγής και κατανάλωσης πάνω στην παγκόσμια αγορά σε τιμές χαμηλότερες απ’ ό,τι στην εγχώρια αγορά, πηγάζει από τις διαφορετικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες ανάπτυξης των ξεχωριστών χωρών. Αν τα εμπορεύματα με ένα υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας κατασκευάζονται στο εξωτερικό με μικρότερες δαπάνες ανά προϊόν λόγω ευνοϊκότερων συνθηκών ή λόγω αξιοποίησης μακροπρόθεσμων εμπειριών στην εξειδίκευση της παραγωγής απ’ ό,τι στο εσωτερικό, τότε οι χαμηλές τιμές των εισαγωγών μπορούν να αποτελέσουν την χρηματική έκφραση της αξίας. Το τοποθετημένο στο εξωτερικό εμπόριο κεφάλαιο, μπορεί, αντίστροφα, κατά τις εξαγωγές, να αποφέρει ένα υψηλότερο ποσοστό κέρδους, όταν εδώ γίνεται ανταγωνισμός με εμπορεύματα τα οποία έχουν κατασκευαστεί από άλλες χώρες με μεγαλύτερες κοινωνικά αναγκαίες δαπάνες. Έτσι, η πιο αναπτυγμένη χώρα μπορεί να πουλήσει τα εμπορεύματά της πάνω από την αξία που διαμορφώθηκε σ’ αυτήν, παρ’ όλο που είναι φτηνότερα απ’ ό,τι κάνουν οι ανταγωνίστριες χώρες.

Η διαφορετική οικονομική και πολιτική εξουσία των ξεχωριστών χωρών εφαρμόζεται, όμως, επίσης, υπό την χρήση κρατικής βίας, και για την εξαγωγή και εισαγωγή εμπορευμάτων σε τιμές τέτοιες, οι οποίες περιλαμβάνουν μια μακροπρόθεσμη παραβίαση του νόμου της αξίας μέσω μιας ισοδύναμης ανταλλαγής. Η ανταλλαγή αυτή συνεισέφερε και συνεισφέρει σημαντικά στη λεηλασία των αποικιών, των νεοαποικιών και, γενικότερα, των εξαρτημένων χωρών.

Στις χώρες οι οποίες ευνοούνται από το εξωτερικό εμπόριο, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναπτύσσεται γρηγορότερα απ’ ό,τι στις άλλες. Υψηλά ποσοστά κέρδους ή, στην πτώση τους ποσοστά κέρδους που έχουν ανακοπεί, δημιουργούν μεγαλύτερες δυνατότητες για τη συσσώρευση και την επίδραση εκείνων των παραγόντων, οι οποίοι αντιδρούν στην πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους. Αλλά με την επιταχυνόμενη συσσώρευση εμφανίζεται και πάλι η μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση με το σταθερό, κάτι που είναι καθοριστικό για την πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους.


7. Αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου

Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μπορεί να επιβραδύνει την πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους. Το μετοχικό κεφάλαιο αποτελεί μια βασική μορφή του τοκοφόρου κεφαλαίου. Επειδή το μετοχικό κεφάλαιο αποφέρει για τους ιδιοκτήτες μετοχών μόνο τόκους με τη μορφή μερισμάτων, αυτά, όπως και άλλα είδη τόκου, δεν υπολογίζονται στην αντιστάθμιση του γενικού ποσοστού κέρδους. Αν, αντίθετα, τα μερίσματα που έχουν διανεμηθεί στους μετόχους, τα οποία βρίσκονται κάτω από το μέσο κέρδος, περιλαμβάνονταν στο σχηματισμό του γενικού ποσοστού κέρδους, τότε η πτώση θα ήταν μεγαλύτερη [15]. 

Εκτός απ’ αυτή την πλευρά, το μετοχικό κεφάλαιο ευνοεί την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και την αποτελεσματική χρήση του με την ενιαία διεύθυνση της μετοχικής εταιρίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο η παραγωγή και η συσσώρευση ενισχύονται από την υπεραξία. Το μετοχικό κεφάλαιο αντιδρά εντονότερα απ’ ό,τι οι άλλοι παράγοντες, που αναφέρθηκαν ήδη, στην πτώση του ποσοστού κέρδους. Οι μεγαλομέτοχοι ενδιαφέρονται, ώστε για την επιτάχυνση της συσσώρευσης της υπεραξίας, να διανεμηθούν μόνο μικρά μερίδια από το κέρδος, αφού μπορούν να πλουτίσουν με άλλο τρόπο, για παράδειγμα, με εισοδήματα από ποσοστά ως μέλη διοικητικών εποπτικών συμβουλίων. Επειδή οι μετοχές παζαρεύονται ως αξιόγραφα, οι μεγάλοι καρχαρίες λαμβάνουν υψηλά κέρδη από την κερδοσκοπία. Τα κέρδη αυτά σήμερα εισρέουν στο χρηματιστικό κεφάλαιο και αυξάνουν τα μονοπωλιακά ποσοστά κέρδους.

Απ’ την άλλη μεριά πρέπει να σημειωθεί, αναφορικά με τη διαλεκτική της επίδρασης του μετοχικού κεφαλαίου πάνω στο ύψος του ποσοστού κέρδους, ότι η ενίσχυση της συσσώρευσης –με την συνένωση ξεχωριστών κεφαλαίων και τον περιορισμό του κινδύνου απωλειών για τους μετόχους στα μερίδια του κεφαλαίου τους- υπό την πίεση του οξυμένου ανταγωνισμού, τις περισσότερες φορές οδηγεί στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Έτσι μπορεί στη συνέχεια να επιβληθεί η τάση για πτώση του ποσοστού κέρδους.

* * *

Συμπεράσματα

Πιο πάνω αναφέραμε μόνο τους σημαντικότερους παράγοντες, οι οποίοι αντιδρούν στην πτώση του ποσοστού κέρδους και οδηγούν στο ότι αυτός ο νόμος επιδρά μόνο ως τάση για μεγάλες χρονικές περιόδους.

Όπως φάνηκε, οι ίδιες αιτίες που γεννούν την πτώση του ποσοστού κέρδους προκαλούν επίσης και τις αντενέργειες. Γι’ αυτό ο Marx διαπιστώνει: «Παρ’ όλες τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται διαρκώς … στα πραγματικά ποσοστά κέρδους των ξεχωριστών σφαιρών παραγωγής, μια πραγματική αλλαγή στο γενικό ποσοστό κέρδους –εφόσον δεν προκαλείται από κάποια έκτακτα οικονομικά γεγονότα- είναι το πολύ αργό έργο μιας σειράς διακυμάνσεων, που απλώνεται σε μεγάλες χρονικές περιόδους, δηλαδή, διακυμάνσεων, που χρειάζονται πολύ χρόνο, ως που να καταλήξουν σε μια πάγια και εξισωτική αλλαγή του γενικού ποσοστού κέρδους» [16].

Συνοπτικά, διαπιστώνεται ότι οι παράγοντες που αναφέρθηκαν, μπορούν να αναχαιτίσουν ή να επιβραδύνουν την πτώση του ποσοστού κέρδους, όμως πηγάζουν από αιτίες που έχουν ως βάση το ίδιο το ποσοστό κέρδους. Πρόκειται για αντιδράσεις, «που αναχαιτίζουν, επιβραδύνουν και εν μέρει παραλύουν αυτή την πτώση. Δεν αναιρούν το νόμο, αδυνατίζουν όμως την αποτελεσματικότητά του. Χωρίς να παρθεί αυτό υπόψη, ακατανόητη δεν θα ήταν η πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, αλλά αντίθετα, η σχετική βραδύτητα αυτής της πτώσης. Έτσι ο νόμος επενεργεί, μονάχα σαν τάση, η δε επενέργειά του προβάλλει χτυπητά μονάχα κάτω από καθορισμένες συνθήκες και στην πορεία μακρόχρονων περιόδων» [17]. (Η υπογράμμιση δική μας).

Παρ’ όλο που το κεφάλαιο στην ανάπτυξή του μέχρι τον σημερινό κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό ανέπτυξε και χρησιμοποίησε πολλά/ές μέσα και μεθόδους για την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων και την εξοικονόμηση σταθερού κεφαλαίου, δηλαδή για αύξηση του ποσοστού κέρδους, δε μπορεί να εμποδίσει την αντικειμενικά προκαλούμενη πτώση του ποσοστού κέρδους.

Η διαλεκτική, σύμφωνα με την οποία οι επιδράσεις της πτώσης του ποσοστού κέρδους οφείλονται στις ίδιες αιτίες, οι οποίες απ’ τη μια μεριά προκαλούν την πτώση του ποσοστού κέρδους και απ’ την άλλη αντιδρούν σ’ αυτή την πτώση, παριστάνει μια ουσιαστική κινητήρια δύναμη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στην επίδρασή του, αναπτύσσει σημαντικές εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, οι οποίες εξαναγκάζουν σε προσαρμογές των σχέσεων παραγωγής προς τις παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν εμφανίζεται εξάλειψη των ανταγωνισμών της καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά αναπαραγωγή τους σε διευρυμένη κλίμακα.

Επειδή ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εκφράζει την ιστορική οριακότητα του κεφαλαίου για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την κατ’ αυτό τον τρόπο τεκμηριωμένη αναγκαιότητα της επαναστατικής αντικατάστασης του καπιταλισμού με μια κοινωνία ελεύθερη από τους εξαναγκασμούς του κέρδους, «είναι από ιστορική άποψη ο σπουδαιότερος ιστορικός νόμος» [18].

Η σημασία του για την ιστορική ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι ιδιαίτερα μεγάλη, επειδή:

● Ο νόμος αυτός, πρώτο, επιδρά, ώστε για την αξιοποίηση του κεφαλαίου πρέπει να αναπτυχθούν οι παραγωγικές δυνάμεις, αυτές όμως ως μέσο συγκρούονται με το στόχο, με τρόπο τέτοιο, που αναπόφευκτα έχουν ως συνέπειες την μη πλήρη χρήση των  μέσων παραγωγής, τη μαζική ανεργία και, κυρίως, τις βαθιές κυκλικές και δομικές κρίσεις υπερπαραγωγής κεφαλαίου.

Δεύτερο, μέσω αυτής της σύγκρουσης στόχου-μέσου, οι αντιφάσεις του καπιταλισμού οξύνονται, έτσι που η προσαρμογή των σχέσεων παραγωγής στην βαθμιαία κοινωνικοποίηση της παραγωγής για την εξασφάλιση της ατομικής-καπιταλιστικής ιδιοποίησης, παίρνει, αυξανόμενα, παρασιτικά χαρακτηριστικά. Με το ξεδίπλωμα αυτής της καπιταλιστικής βασικής αντίφασης, οξύνεται κυρίως η ταξική του έκφραση –η αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας- και πιέζει για λύση.


Ανάπτυξη των εσωτερικών αντιφάσεων του νόμου

Το νόημα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής βρίσκεται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Αυτή προϋποθέτει την συσσώρευση υπεραξίας, η οποία υπό την πίεση του ανταγωνισμού οδηγεί στη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Παρ’ όλο που κατ’ αυτό τον τρόπο προκύπτουν συνθήκες για τη δημιουργία ενός πρόσθετου κέρδους και μιας μεγαλύτερης μάζας κέρδους, δε μπορούν να αποτραπούν η πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους και η εδώ εμφανιζόμενη πτώση του ποσοστού συσσώρευσης.

Αν αυξάνει η παραγωγικότητα της εργασίας, με σκοπό να αυξηθεί η μάζα του κέρδους και να αξιοποιηθούν οι παραγωγικές δυνάμεις, έτσι που να αντιδράσουν στην πτώση του ποσοστού κέρδους, τότε η δραστηριότητα αυτή περιορίζεται αρχικά μόνο στο άμεσο προτσές παραγωγής. Θα πρέπει όμως να λάβει χώρα η δεύτερη πράξη του προτσές στη σφαίρα κυκλοφορίας με την πώληση της συνολικής μάζας εμπορευμάτων, στην οποία είναι ενσωματωμένο το άθροισμα σ + μ + υ (όπου: σ = σταθερό κεφάλαιο, μ = μεταβλητό κεφάλαιο, υ = υπεραξία). Αν αυτό επιτευχθεί μόνο εν μέρει, τότε, ναι μεν εκμεταλλεύεται τον εργάτη ο κεφαλαιοκράτης, η εκμετάλλευσή του, όμως, σαν τέτοια, δεν ρευστοποιείται για τον κεφαλαιοκράτη.

Οι συνθήκες της άμεσης εκμετάλλευσης των μισθωτών εργατών, και αυτές, της χρησιμοποίησης των αποτελεσμάτων τους, δεν είναι, επομένως, ταυτόσημες. Οι συνθήκες εκμετάλλευσης είναι περιορισμένες μόνο μέσω της παραγωγικής δύναμης της κοινωνίας, οι συνθήκες ρευστοποίησης, όμως, μέσω της αναλογικότητας των διαφόρων κλάδων παραγωγής και της καταναλωτικής δύναμης της κοινωνίας.

Η αντίφαση μεταξύ των συνθηκών, υπό τις οποίες παράγεται υπεραξία, και αυτών, υπό τις οποίες αυτή ρευστοποιείται, συνάγεται από την κεφαλαιοκρατική βασική αντίφαση. Η παραγωγή είναι προσανατολισμένη στην ατομική-καπιταλιστική ιδιοποίηση, όμως, για να υπάρχει στον ανταγωνισμό, πρέπει να αυξάνει μέσω του καταμερισμού της εργασίας και της εξειδίκευσης του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής. Κατ’ αυτό τον τρόπο, στο σύνολο της κοινωνίας γίνεται δυσκολότερη η ρευστοποίηση της αξίας της συνολικής μάζας των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένου της υπεραξίας, επειδή αυτό απαιτεί την ρευστοποίηση της αξίας χρήσης αυτής της μάζας εμπορευμάτων μέσω της παραγωγικής και ατομικής κατανάλωσης. Η δομή της αξίας χρήσης και της αξίας του συνολικού προϊόντος, πρέπει να είναι κατάλληλη για τη δομή των κοινωνικών αναγκών. Επειδή, όμως, αυτή υποτάσσεται στο νόμο του κέρδους, οι συνθήκες ρευστοποίησης των αποτελεσμάτων της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής φτάνουν σε σύγκρουση με αυτές της άμεσης παραγωγής. Αυτό προκύπτει από την παραβίαση της αναγκαίας αναλογικότητας

πρώτο, ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, δηλαδή, από την παραβίαση της αναλογίας μεταξύ παραχθέντος προϊόντος και παραχθείσας ανάγκης, και 

δεύτερο, μεταξύ συσσώρευσης και κατανάλωσης.

Για την αύξηση της συσσώρευσης υπεραξίας, οι κεφαλαιοκράτες είναι διαρκώς αναγκασμένοι να λαμβάνουν υπόψη τον περιορισμό της κατανάλωσης των εργαζόμενων μαζών. Η ανταγωνιστική σχέση διανομής που θεμελιώνεται στην αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, περιορίζει από πριν την ικανή για πληρωμή ζήτηση των εργαζόμενων μαζών μέσω του εμπορευματικού χαρακτήρα της εργατικής δύναμης. Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αυξάνει ως γνωστό ο χρόνος της πρόσθετης εργασίας σε βάρος του αναγκαίου χρόνου εργασίας και από ένα κεφάλαιο συγκεκριμένου ύψους, χρησιμοποιείται ένας μικρότερος αριθμός εργατών στο προτσές παραγωγής. Ο περιορισμός της καταναλωτικής δύναμης των εργαζόμενων μαζών που προκύπτει από τις ατομικές-κεφαλαιοκρατικές σχέσεις ιδιοκτησίας και ιδιοποίησης, αποκλείει τη λύση της σύγκρουσης μεταξύ επέκτασης της παραγωγής και της αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Επειδή η παραχθείσα υπεραξία μπορεί να ρευστοποιηθεί μόνο με την πώληση των εμπορευμάτων στην αγορά, η σύγκρουση αυτή εκδηλώνεται ως αντίφαση μεταξύ παραγωγής και αγοράς. Βρίσκεται σε άμεση σχέση με το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

● Απ’ τη μια μεριά, η απεριόριστη επέκταση της παραγωγής προκύπτει από την πρόθεση, η πτώση του ποσοστού αξιοποίησης να αντισταθμιστεί από την αυξανόμενη μάζα του κέρδους.

● Απ’ την άλλη, όμως, το κεφάλαιο περιορίζει τις δυνατότητες για ρευστοποίηση του αυξανόμενου συνολικού προϊόντος, επειδή αντιδρά στην πτώση του ποσοστού κέρδους με όξυνση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Αν στο άμεσο προτσές της παραγωγής και εκμετάλλευσης, τα αποτελέσματα που δημιουργήθηκαν δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν με την μετατροπή του εμπορευματικού κεφαλαίου σε χρηματικό κεφάλαιο, τότε ο στόχος της επέκτασης της παραγωγής –η αξιοποίηση του κεφαλαίου- δεν επιτυγχάνεται. Το αντίθετο, εμφανίζεται η απαξίωση κεφαλαίου.

Η ανάπτυξη της αντίφασης μεταξύ αξιοποίησης και απαξίωσης κεφαλαίου προκύπτει από:

● την όξυνση της κεφαλαιοκρατικής βασικής αντίφασης και της ταξικής της έκφρασης και από

● την όξυνση της αντίφασης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Πως μπορεί να μετρηθεί η απαξίωση του κεφαλαίου;

Όλο το κεφάλαιο, που σε μια δοσμένη περίοδο δεν επιτυγχάνει το μέχρι τώρα υπάρχον ποσοστό κέρδους, υπόκειται στην απαξίωση κεφαλαίου. Αυτή εμφανίζεται ως υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, όταν μια διεύρυνση της παραγωγής μέσω συσσώρευσης της υπεραξίας, οδηγεί στο ότι το γενικό ποσοστό κέρδους δεν επιτυγχάνεται. Απ’ τη μια μεριά τα μέσα παραγωγής και απ’ την άλλη οι εργατικές δυνάμεις πλεονάζουν, όμως μόνο σε σύγκριση με το ύψος του μέχρι τώρα ποσοστού κέρδους που έχει πραγματοποιηθεί, που στον καπιταλισμό είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων.

Η απαξίωση του κεφαλαίου αφορά στο παραγωγικό, στο χρηματικό και στο εμπορευματικό κεφάλαιο. Αρχικά, αυτή ξεκινούσε κυρίως από το εμπορευματικό κεφάλαιο, όταν υπήρχαν δυσκολίες στην απόθεση εμπορευμάτων και αυτά έπρεπε να πουληθούν σε χαμηλές τιμές ή καταστρέφονταν λόγω του ότι δε μπορούσαν να πουληθούν. Η απαξίωση κεφαλαίου πιάνει στη συνέχεια και το παραγωγικό κεφάλαιο, με το να τίθενται εκτός λειτουργίας οι μηχανές σε τμήματα εργοστασίων ή να καταστρέφονται ολοσχερώς όταν κλείνουν οι επιχειρήσεις. Στην περίπτωση αυτή το κεφάλαιο δεν ενεργεί στο προτσές παραγωγής ως ενότητα προτσές εργασίας και προτσές αξιοποίησης, ώστε με τον περιορισμό της παραγωγής να επιτευχθεί μια τέτοια προσαρμογή στην ικανή για πληρωμή ζήτηση, η οποία αποτρέπει την πτώση των τιμών. Στην απαξίωση του χρηματικού κεφαλαίου συνεισφέρει επίσης σε μεγάλο βαθμό ο πληθωρισμός.

Σε κάθε περίπτωση, η απαξίωση κεφαλαίου οφείλεται στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου. Αυτή είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης της επέκτασης της παραγωγής η οποία ωθείται από το συμφέρον για κέρδος μέσω της συσσώρευσης, με τις συνθήκες της αξιοποίησης του κεφαλαίου οι οποίες καθορίζονται από την παραγωγή και την αγορά.

Απόλυτη υπερσυσσώρευση κεφαλαίου έχουμε όταν το συσσωρευμένο πρόσθετο κεφάλαιο δεν μπορεί πλέον να αποκομίσει κανένα κέρδος. Με την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, από το κεφάλαιο που αυξήθηκε, μπορεί να παραχθεί τότε η ίδια, ή, μάλιστα, ακόμη και λιγότερη υπεραξία. 

Σχετική υπερσυσσώρευση κεφαλαίου έχουμε όταν το νέο κεφάλαιο παράγει μικρότερο ποσοστό κέρδους απ’ ό,τι αυτό που έχει έως τώρα τοποθετηθεί, δηλαδή αξιοποιείται πιο άσχημα.

Το πόση απαξίωση κεφαλαίου υφίσταται κάθε ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης, το μέχρι σε ποιο βαθμό πλήττεται απ’ αυτήν, είναι ζήτημα δύναμης και πανουργίας. Η άλλη όψη του ανταγωνισμού για την όσο το δυνατό μέγιστη αξιοποίηση του κεφαλαίου, είναι η πάλη κάθε ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη ενάντια στην απαξίωση του κεφαλαίου. Εδώ βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλο σαν «εχθρικά αδέρφια». Η αντίθεση ανάμεσα στο συμφέρον κάθε ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη και της κεφαλαιοκρατικής τάξης επιβάλλεται [19].

Από την απαξίωση κεφαλαίου στην αντίφασή της προς την αξιοποίηση του κεφαλαίου, τα τοποθετημένα στους ξεχωριστούς κλάδους παραγωγής κεφάλαια, πλήττονται σε διαφορετικό βαθμό. Αν μετά απ’ αυτό λάβει χώρα μια μείωση της παραγωγής στους ξεχωριστούς κλάδους, τότε μπορούν παροδικά οι δυσαναλογίες να περιοριστούν. Από την κεφαλαιοκρατική βασική αντίφαση συνάγεται, όμως, επίσης, και η αντίφαση μεταξύ της οργάνωσης στο εργοστάσιο και της αναρχίας στην εθνική οικονομία. Η αντίφαση αυτή επιδρά σε συνάρτηση με την αντίφαση μεταξύ παραγωγής και αγοράς.
 
Το κίνητρο του κεφαλαίου για όσο το δυνατό μεγαλύτερη αξιοποίηση και η τάση να αντισταθμιστεί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, οδηγούν στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και την αύξηση του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στην κοινωνικοποίηση της εργασίας και έτσι, στην όλο και μεγαλύτερη επέκταση της παραγωγής. Αλλά κάθε παραγωγή πρέπει να καταναλωθεί, σε τελική ανάλυση εξυπηρετεί την κατανάλωση. Οι συνθήκες, όμως, της παραγωγής και αυτές της κατανάλωσης είναι στον καπιταλισμό διαφορετικές.

Ενώ η παραγωγή διεγείρεται μέσω του κινήτρου του κεφαλαίου για αξιοποίηση, βρίσκοντας τα όριά της ουσιαστικά μόνο στην παραγωγική δύναμη της κοινωνίας, η κατανάλωση καθορίζεται από την αγοραστική ικανότητα ζήτησης της κοινωνίας για μέσα παραγωγής και μέσα κατανάλωσης. Η αξιοποίηση του κεφαλαίου, το κίνητρο να εξασφαλιστούν όσο το δυνατό μεγαλύτερα κέρδη, περιορίζει παραπέρα την αγοραστική δύναμη της πλειοψηφίας της κοινωνίας και την μειώνει σ’ ένα ιστορικά συγκεκριμένο μίνιμουμ.

Αν για παράδειγμα, η αύξηση της εκμετάλλευσης στην παραγωγή μέσω της αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, συμπεριλαμβανομένου της συμπίεσης του μισθού κάτω από την αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη, είναι ένας παράγοντας, ο οποίος αντιδρά στην πτώση του ποσοστού κέρδους, βελτιώνοντας τις συνθήκες αξιοποίησης και διεγείροντας μ’ αυτό τον τρόπο την επέκταση της παραγωγής, τότε απ’ τη σκοπιά της ρευστοποίησης της μάζας των εμπορευμάτων που παράγονται, αποτελεί ταυτόχρονα έναν παράγοντα ο οποίος περιορίζει την αγοραστική δύναμη των μαζών, δυσκολεύει την ρευστοποίηση της παραχθείσας υπεραξίας και μπορεί ακόμη να μειώσει το ποσοστό κέρδους συνεπεία της υπερπροσφοράς εμπορευμάτων.

Ο Marx γράφει σχετικά μ’ αυτό: «Η συνολική μάζα των εμπορευμάτων, το συνολικό προϊόν, τόσο το μέρος που αναπληρώνει το σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο, όσο και το μέρος που αντιπροσωπεύει την υπεραξία, πρέπει να πουληθεί. Αν δεν γίνει αυτό, ή αν γίνει μόνο εν μέρει, ή μόνο σε τιμές που είναι κατώτερες από τις τιμές παραγωγής, τότε είναι αλήθεια, ότι εκμεταλλεύτηκαν τον εργάτη, αλλά η εκμετάλλευσή του δεν πραγματοποιείται σαν τέτοια για τον κεφαλαιοκράτη, γιατί δεν μπορεί η εκμετάλλευση αυτή να συνδεθεί με την πραγματοποίηση όλης ή ενός μέρους της εκθλιμένης υπεραξίας, δηλαδή να συνδεθεί με το ότι ο κεφαλαιοκράτης μπορεί να χάσει ένα μέρος ή και ολόκληρο το κεφάλαιό του. Οι όροι της άμεσης εκμετάλλευσης και οι όροι της πραγματοποίησής της δεν συμπίπτουν χρονικά και τοπικά, αλλά διαφέρουν και εννοιακά. Οι πρώτοι περιορίζονται μόνο από την παραγωγική δύναμη της κοινωνίας, οι δεύτεροι από την αναλογία των διαφόρων κλάδων παραγωγής μεταξύ τους και από την καταναλωτική δύναμη της κοινωνίας. Αυτή η τελευταία, όμως, δεν καθορίζεται ούτε από την απόλυτη παραγωγική δύναμη, ούτε από την απόλυτη καταναλωτική δύναμη, αλλά από την καταναλωτική δύναμη πάνω στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων διανομής, που περιορίζουν την κατανάλωση των μεγάλων μαζών της κοινωνίας σε ένα μίνιμουμ, που μπορεί να μεταβάλλεται μόνο μέσα σε λίγο-πολύ στενά όρια» [20].

Η καταναλωτική δύναμη στον καπιταλισμό περιορίζεται παραπέρα από το κίνητρο για συσσώρευση, το κίνητρο για αύξηση του κεφαλαίου και της παραγωγής υπεραξίας σε διευρυμένη κλίμακα [21]. Αυτός είναι ένα νόμος της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, υπαγορευμένος από τις διαρκείς αλλαγές των μεθόδων παραγωγής, από τη συνδεόμενη μ’ αυτές απαξίωση του κεφαλαίου, την γενική ανταγωνιστική πάλη και την ανάγκη για βελτίωση της παραγωγής και επέκταση της κλίμακάς της. «Γι’ αυτό πρέπει διαρκώς να επεκτείνεται η αγορά, έτσι που οι εσωτερικές της συνάφειες και οι όροι που τις ρυθμίζουν, αποχτούν όλο και περισσότερο τη μορφή φυσικού νόμου … Η εσωτερική αντίφαση προσπαθεί να λυθεί με την επέκταση του εξωτερικού πεδίου της παραγωγής. Όσο περισσότερο όμως αναπτύσσεται η παραγωγική δύναμη, τόσο περισσότερο έρχεται σε σύγκρουση με τη στενή βάση, πάνω στην οποία στηρίζονται οι σχέσεις κατανάλωσης. Πάνω σ’ αυτή τη γεμάτη από αντιφάσεις βάση δεν αποτελεί καθόλου αντίφαση το γεγονός, ότι η πληθώρα κεφαλαίου συνδέεται με αυξανόμενη πληθώρα του πληθυσμού» [22].

Επομένως, δεν παράγονται πάρα πολλά μέσα για την ύπαρξη με την απόλυτη έννοια, αλλά πολύ λίγα για να τραφούν κανονικά και σωστά οι εργαζόμενοι, να ντυθούν, να εκπαιδευτούν κτλ. Δεν παράγονται επίσης πολλά μέσα παραγωγής για να εργαστεί ο ικανός για εργασία πληθυσμός, αλλά αντίστροφα, με τη συσσώρευση του κεφαλαίου και την αύξηση της οργανικής του σύνθεσης, η οποία αποτελεί τη βάση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, παράγεται περίσσευμα κεφαλαίου και ένας σχετικός υπερπληθυσμός.

Η ιδιαιτερότητα στην επίδραση αυτού του νόμου και των αντιφάσεών του υπό την επιρροή της μονοπωλιακά-καπιταλιστικής και κρατικής βίας, βρίσκεται σήμερα στο ότι παρά τις κρίσεις υπερπαραγωγής δεν φτάνει ούτε καν σε μια παροδική αντιστάθμιση της χαρακτηριστικής για τον καπιταλισμό δυσαναλογίας. Γι’ αυτό υπάρχει επίσης και έλλειψη σε διαρκή κίνητρα για τη συσσώρευση κεφαλαίου. Η σύγκρουση μεταξύ επέκτασης της παραγωγής και της αξιοποίησης οξύνεται, επειδή

● οι μη ευνοϊκές συνθήκες αξιοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου, παίρνονται ως αφορμή για να μειωθεί η κατανάλωση των εργαζομένων μέσω της έντονης συμπίεσης του μισθού και της αφαίρεσης των κοινωνικών παροχών,

● η προκύπτουσα κρίση της κεφαλαιοκρατικής παγκόσμιας οικονομικής δομής, οξύνει τη διεθνή ανταγωνιστική πάλη και την ταξική αντιπαράθεση.

Σε όλες τις φάσεις ανάπτυξης του καπιταλισμού επιβεβαιώνεται: Κατά την πτώση του ποσοστού κέρδους εκφράζεται, ότι: «Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο» [23]. Αυτό φαίνεται στα παρακάτω:

Πρώτο: Στην παραγωγικότητα της εργασίας, με την πτώση του ποσοστού κέρδους αντιδρά ένας νόμος, ο οποίος μέχρι σ’ ένα ορισμένο σημείο στέκεται απέναντί της εχθρικά. Αυτό οδηγεί σε κρίσεις ή κατά ένα άλλο τρόπο φρενάρει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων –με τη λεηλασία των αναπτυσσόμενων χωρών, τους εξοπλισμούς και τον πόλεμο.

Δεύτερο: Αποφασιστικές δεν είναι οι ανάγκες της πλειοψηφίας των ανθρώπων στη κοινωνία, αλλά αποφασιστικό είναι το ύψος του ποσοστού κέρδους για την επέκταση ή τον περιορισμό της παραγωγής, για την ανάπτυξη των κλάδων της οικονομίας και των γενικών συνθηκών της κοινωνικής παραγωγής.

Τρίτο: Ο σχετικός υπερπληθυσμός αναπτύσσεται σε εξάρτηση από την αξιοποίηση του κεφαλαίου με την υπερπαραγωγή του. Αυτός δυναμώνει στην κρίση υπερπαραγωγής, και υπό τις σημερινές συνθήκες εμφανίζεται ως χρόνια ανεργία. Ο υπερπληθυσμός αυτός δεν απασχολείται από το πλεονάζον κεφάλαιο, ακριβώς επειδή η εργασία του κατά το δοσμένο βαθμό εκμετάλλευσης θα απέφερε ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους.

Με τη γρήγορη αντικατάσταση της ζωντανής εργασίας από τη σύγχρονη τεχνική στη βιομηχανία, ιδιαίτερα με τους υπολογιστές και τα βιομηχανικά ρομπότ, αντικαθίσταται ένα μέρος των μισθωτών στην υλική παραγωγή. Η ίδια η τεχνική, όπως και παλιότερα, δεν δημιουργεί υπεραξία. Γι’ αυτό και η αύξηση της μάζας του κέρδους πέφτει, παρ’ όλο που το ποσοστό της υπεραξίας συνεχίζει να αυξάνει μέσω της υψηλότερης εντατικοποίησης της εργασίας που επιβάλει το κεφάλαιο και της μείωσης των πραγματικών μισθών. Έτσι, η τωρινή ανάπτυξη της αντίφασης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των μονοπωλιακά-καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής ταρακουνά τις ιδίες βάσεις του καπιταλισμού.

Το πλεονάζον κεφάλαιο, αξιοποιώντας την ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών, αποτίθεται κυρίως ως τοκοφόρο κεφάλαιο. Αυτό λαμβάνεται κατά ένα μεγάλο μέρος από τα καπιταλιστικά κράτη για τη χρηματοδότηση των κρατικών τους δαπανών. Οι δαπάνες αυτές αυξάνουν τόσο πιο γρήγορα, όσο περισσότερο χρηματοδοτεί το κράτος δαπάνες για παρασιτικούς σκοπούς όπως οι εξοπλισμοί, η επιδότηση των μονοπωλιακών επιχειρήσεων για μηχανήματα παραγωγής ανεκμετάλλευτα, για τη στήριξη της μονοπωλιακής υπαγόρευσης των τιμών κτλ. Κατ’ αυτό τον τρόπο η υπερσυσσώρευση χρηματικού κεφαλαίου ενισχύει τον πληθωρισμό. Αυτός, μέσω του νόμου της κυκλοφορίας του χρήματος στο σημερινό κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, αποτελεί ένα μεσολαβητικό ειδικό προτσές ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος, με το οποίο το μονοπωλιακό κεφάλαιο ξαλαφρώνει από την απαξίωση κεφαλαίου. Και αυτό το προτσές της απαξίωσης κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από την λεηλάτηση όλων των τάξεων και στρωμάτων που υποτάσσονται στην εξουσία του κεφαλαίου.

Με την πίεση κάθε κεφαλαίου για επέκταση της παραγωγής και τον αντιτιθέμενο περιορισμό της ικανής για πληρωμή ζήτησης σε κοινωνικό επίπεδο, συσσωρεύεται όλο και περισσότερο συγκρουσιακό υλικό. Αυτό έχει ως βάση τις αντιφάσεις που αναφέρθηκαν, οι οποίες στις κρίσεις υπερπαραγωγής κεφαλαίου εκδηλώνονται στο σύνολο της οικονομίας. 

Επειδή η αξιοποίηση των κεφαλαίων στις διάφορες σφαίρες μιας καπιταλιστικής οικονομίας είναι διαφορετική συνεπεία της διαφορετικής οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, προκύπτει μια διαρκής ανταγωνιστική πάλη για την πιο κερδοφόρα σφαίρα απόθεσης, μια διαρκής μετανάστευση κεφαλαίου, η οποία προκαλεί ταυτόχρονα την κατανομή των μέσων παραγωγής και των εργατικών δυνάμεων στους ξεχωριστούς κλάδους της οικονομίας, χωρίς την οποία ο καπιταλισμός δεν θα ήταν ικανός να λειτουργήσει.

Επειδή επίσης τα προτσές αυτά λαμβάνουν χώρα αποκλειστικά πάνω στη βάση της αξιοποίησης του κεφαλαίου και του ποσοστού κέρδους, προκύπτει ανά διαστήματα σε ξεχωριστούς κλάδους της παραγωγής μια πληθώρα κεφαλαίου και ταυτόχρονα έλλειψη κεφαλαίου σε άλλους κλάδους. Οι αναλογίες που είναι αναγκαίες για το προτσές αναπαραγωγής του κεφαλαίου, πραγματοποιούνται μέσω δυσαναλογιών. Αυτές, μαζί με τις εμφανιζόμενες δυσκολίες, όπως για παράδειγμα η σπατάλη κοινωνικής εργασίας, η ανεργία, οι κρίσεις, και όχι τελευταία τα σήματα από την αντίδραση του ποσοστού κέρδους, δείχνουν ότι η σύνθεση του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου δεν αντιστοιχεί στις ανάγκες. «Όταν λένε ότι δεν σημειώνεται γενική υπερπαραγωγή, αλλά μόνο δυσαναλογία ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, αυτό δεν θα πει τίποτα άλλο, παρά μόνον ότι στα πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής η αναλογική σχέση ανάμεσα στους ξεχωριστούς κλάδους της παραγωγής προκύπτει σαν μόνιμο προτσές από τη δυσαναλογία, γιατί εδώ η εσωτερική συνάρτηση της συνολικής παραγωγής επιβάλλεται στους παράγοντες της παραγωγής σαν τυφλός νόμος και όχι σαν νόμος που τον κατανόησαν με τη συλλογική νόησή τους, οπότε θα τον εξουσίαζαν και θα υπότασσαν έτσι το προτσές της παραγωγής στον κοινό έλεγχό τους» [24].

Επειδή, όπως τονίζει ο Marx, οι παραγωγικές δυνάμεις, η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και, επομένως, τα ποσοστά κέρδους είναι επίσης διαφορετικά στις ξεχωριστές χώρες, λαμβάνει επίσης χώρα μια διεθνής μετανάστευση κεφαλαίου από μια χώρα σε μια άλλη. Το κεφάλαιο εκρέει από μια χώρα και αποτίθεται εκεί, όπου το ποσοστό κέρδους είναι υψηλότερο ή η τάση για πτώση είναι λιγότερο έντονη. Βάση αυτής της διεθνούς μετανάστευσης κεφαλαίου, της εξαγωγής κεφαλαίου, είναι το σχετικό πλεόνασμα κεφαλαίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το κεφάλαιο που εκρέει είναι απόλυτα πλεονάζον και ότι στην ιδία χώρα δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Ο Lenin τόνισε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, για την ανάπτυξη της καθυστερημένης αγροτικής οικονομίας κτλ. Επειδή όμως το μέτρο για τη χρήση των μέσων παραγωγής στον καπιταλισμό είναι αποκλειστικά το ποσοστό κέρδους και η κίνησή του, το κεφάλαιο εκρέει, ανεξάρτητα απ’ το ποιες κοινωνικές επιδράσεις θα έχει αυτό στον εργαζόμενο πληθυσμό [25]. Συνεπώς, και η αντίφαση ανάμεσα στην εξαγωγή κεφαλαίου στο εξωτερικό απ’ τη μια μεριά και το έλλειμμα κεφαλαίου στην ιδία χώρα απ’ την άλλη, είναι μια αντίφαση εγγενής του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

Οι κεφαλαιοκράτες ως τάξη δε μπορούν να αποφύγουν την απαξίωση του κεφαλαίου, επειδή αυτή πηγάζει από τις νομοτέλειες του κεφαλαιοκρατικού προτσές αναπαραγωγής. Βίαια, λαμβάνει χώρα μια προσαρμογή της παραγωγής προς την ικανή για πληρωμή ζήτηση της κοινωνίας και μια διόρθωση των δυσαναλογιών στην ανάπτυξη των διαφόρων κλάδων της παραγωγής. Το προτσές αυτό λαμβάνει χώρα έτσι, που ένα μέρος του κεφαλαίου μένει πλήρως ή εν μέρει ανεκμετάλλευτο και το άλλο μέρος αξιοποιείται υπό την πίεση του απασχολούμενου ή του μισοαπασχολούμενου κεφαλαίου με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Η αντιστάθμιση της πτώσης του ποσοστού κέρδους μέσω της αύξησης της μάζας του κέρδους, είναι δυνατή κατά κανόνα μόνο για το μεγάλο κεφάλαιο.

Η παροδική ή η ολοκληρωτική αποβολή ενός μέρους του κεφαλαίου από το κεφαλαιοκρατικό προτσές αναπαραγωγής, δημιουργεί ταυτόχρονα για τους κεφαλαιοκράτες εκείνους που είναι σε θέση να επιβληθούν στην ανταγωνιστική πάλη, νέες συνθήκες για την συσσώρευση του κεφαλαίου. Έτσι εξηγείται, ότι η απαξίωση του υπαρκτού κεφαλαίου στη διαλεκτική της επίδρασής της, αναχαιτίζει ξανά την πτώση του ποσοστού κέρδους, επειδή δίνει ώθηση στη συσσώρευση κεφαλαίου, επομένως, και στους παράγοντες εκείνους οι οποίοι αντιδρούν στην πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους.

Οι εσωτερικές αντιφάσεις του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εξηγούν, για ποιο λόγο ο καπιταλισμός ανέπτυξε τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας σε βαθμό που δεν υπήρξε ποτέ ως τώρα. Οι μοναδικές ωθήσεις για την εκπλήρωση αυτής της ιστορικής αποστολής ήταν και παραμένουν, η επιδίωξη για μέγιστο κέρδος και η διαφυγή από την απαξίωση κεφαλαίου, οι οποίες καθορίζονται από τον οικονομικό βασικό νόμο του καπιταλισμού. Οι κεφαλαιοκράτες δεν εκπληρώνουν την αποστολή τους ως υπέρμαχοι της οικονομικο-τεχνικής και πολιτισμικής προόδου για να οδηγήσουν την ανθρώπινη κοινωνία σε μια υψηλότερη βαθμίδα ανάπτυξης, αλλά για να επιτύχουν το ποσοστό κέρδους που τους είναι αναγκαίο για την ύπαρξή τους.

Για να υπάρχει ο κεφαλαιοκράτης στον ανταγωνισμό, είναι αναγκαίο ένα αυξανόμενο μίνιμουμ κεφαλαίου. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προχωρά και ενισχύει την επέκταση της παραγωγής. Αυτό οδηγεί με τη σειρά του, εξαιτίας των συνθηκών που αναφέρθηκαν, στην πτώση του ποσοστού κέρδους. Ως αντίδραση απέναντι σ’ αυτή την αντιφατική ανάπτυξη, προέκυψε στα τέλη του 19ου αιώνα η αντικατάσταση του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού από το σχηματισμό των μονοπωλιακών-κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο κάνει χρήση της εξουσίας και της κρατικής βίας, που προκύπτει από τη συγκέντρωση και της συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου, για να αποτρέψει τις επιδράσεις της υπερσυσσώρευσης, οι οποίες προκύπτουν τόσο από τις διαρκείς όσο και από τις παροδικές εμφανιζόμενες συνθήκες.

Οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται μόνο σε τέτοιες σφαίρες απόθεσης, οι οποίες προσφέρουν προϋποθέσεις για μια κατάλληλη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Συνεπεία της επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης πολλοί κλάδοι παραγωγής έχουν συρρικνωθεί. Η ηθική φθορά των μηχανημάτων και του εξοπλισμού, έφτασε ακόμη και στους κλάδους παραγωγής, οι οποίοι κατά κύριο λόγο συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, όπως η βιομηχανία αυτοκινήτων και η χημική βιομηχανία, σ’ έναν άγνωστο μέχρι τώρα ρυθμό. Κατ’ αυτό τον τρόπο εμφανίστηκε μια απαξίωση κεφαλαίου τέτοιας έκτασης, που ολοφάνερα δυσκόλεψε την αναπαραγωγή κεφαλαίου. 

Εξαιτίας τής στην επιστημονικο-τεχνική επανάσταση επιταχυνόμενης ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης, οξύνθηκε επίσης ο διεθνής ανταγωνισμός για πιο ευνοϊκές σφαίρες απόθεσης κεφαλαίου, για παράδειγμα, στην ηλεκτρονική και πετροχημική βιομηχανία. Ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών περιλαμβάνει, το ότι η αξιοποίηση του κεφαλαίου στη διαλεκτική της προς την απαξίωση του κεφαλαίου στα ξεχωριστά καπιταλιστικά κράτη, παριστάνεται πολύ διαφορετικά. Ο νόμος αυτός επιδρά ως συνθήκη για την εξαγωγή από μια χώρα ενός σχετικά πλεονάζοντος κεφαλαίου σε μια άλλη χώρα με ευνοϊκότερες συνθήκες αξιοποίησης. Η εξαγωγή κεφαλαίου εκφράζει τη διαλεκτική αξιοποίησης και απαξίωσης του κεφαλαίου στη βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών.

Η προσαρμογή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, που προκύπτει από την κίνηση του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους προς την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες αυξανόμενα φέρουν κοινωνικό χαρακτήρα, προσανατολίζεται πάντα μόνο στην εξασφάλιση των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Οι έντονες τεχνικο-οικονομικά δομικές αλλαγές που έχουν προξενηθεί στο κεφαλαιοκρατικό προτσές αναπαραγωγής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, γέννησαν εκτός από τις από τις γνωστές μορφές της απαξίωσης του κεφαλαίου, οι οποίες εμφανίστηκαν στις κρίσεις υπερπαραγωγής, και νέες μορφές. Αυτές συνάγονται όπως και πριν, από τη διαλεκτική της αξιοποίησης και απαξίωσης του κεφαλαίου, στη σύνδεσή τους με την αντίφαση μεταξύ παραγωγής και αγοράς, την αντίφαση μεταξύ οργάνωσης στο εργοστάσιο και αναρχίας στην εθνική οικονομία καθώς και την αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Βαθμιαία, όμως, γίνονται δραστικές με τη χρήση της οικονομικής και εξωοικονομικής βίας για την αναδιανομή του εισοδήματος μέσω του προτσές διανομής. Μ’ αυτό τον τρόπο το μονοπωλιακό κεφάλαιο μετακυλύει από πάνω του ένα σημαντικό μέρος της απαξίωσης του κεφαλαίου. Έτσι, το κρατικά τοποθετημένο κεφάλαιο καθώς και αυτό που βρίσκεται στα χέρια της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης, πλήττεται ιδιαίτερα από την απαξίωση του κεφαλαίου. Για την εργατική τάξη και τους μικρούς εμπορευματοπαραγωγούς, τα προτσές αυτά που συνδέονται με την απαξίωση κεφαλαίου, προκαλούν μια μείωση στα εισοδήματά τους. Στο βαθμό που αυτοί κατακτούν και υπερασπίζονται επιτυχημένα τα βασικά τους δικαιώματα στην ταξική αντιπαράθεση, προβάλουν αντίσταση απέναντι σ’ αυτή την μετακύλιση της απαξίωσης κεφαλαίου σε βάρος τους.

Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εκφράζει με σαφήνεια την ιστορική οριακότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σε σχέση με τη φεουδαρχία, η οποία στην τελευταία φάση εξέλιξής της μετατράπηκε σε φρένο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ο καπιταλισμός αντιπροσώπευε αρχικά την πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ιστορική αποστολή του καπιταλισμού βρισκόταν στο να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας σ’ ένα βαθμό τέτοιο, που μέχρι τότε δεν υπήρξε στην ιστορία της ανθρωπότητας. Όμως το μοναδικό κίνητρο για την εκπλήρωση αυτής της αποστολής ήταν για τους κεφαλαιοκράτες η επιδίωξη για υψηλότερο κέρδος, η οποία προκύπτει απ’ τον βασικό νόμο του καπιταλισμού. Οι κεφαλαιοκράτες δεν εκπλήρωσαν την αποστολή τους ως υπέρμαχοι της οικονομικής, τεχνικής και πολιτισμικής προόδου για να οδηγήσουν την ανθρώπινη κοινωνία σε μια υψηλότερη βαθμίδα εξέλιξης, αλλά για να αποκτήσουν τα μέγιστα δυνατά κέρδη.

Το αποφασιστικό κίνητρο όμως δεν είναι απλά το κέρδος, αλλά το ποσοστό κέρδους, ο βαθμός αξιοποίησης του κεφαλαίου. Ο Marx αναφέρει: «Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας είναι το ιστορικό καθήκον και η δικαίωση του κεφαλαίου. Ακριβώς έτσι δημιουργεί, χωρίς να το συνειδητοποιεί, τους υλικούς όρους μιας ανώτερης μορφής παραγωγής. Αυτό που ανησυχεί τον Ricardo είναι ότι το ποσοστό κέρδους, το κεντρί της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, και ταυτόχρονα όρος και κίνητρο της συσσώρευσης, απειλείται από την ανάπτυξη της ίδιας της παραγωγής. Και εδώ το παν είναι η ποσοτική σχέση. Πράγματι, υπάρχει κάτι το βαθύτερο, που μόνο θολά το υποπτεύεται. Εδώ φανερώνεται με καθαρά οικονομικό τρόπο, δηλαδή από τη σκοπιά του αστού, μέσα στα όρια του κεφαλαιοκρατικού λογικού, από τη σκοπιά της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, το όριό της, η σχετικότητά της, ότι δεν είναι ένας απόλυτος τρόπος παραγωγής, αλλά μόνο ένα παροδικό, ιστορικό φαινόμενο, που αντιστοιχεί σε μιαν ορισμένη, χρονικά περιορισμένη εποχή ανάπτυξης των υλικών όρων παραγωγής» [26].

Στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους η βασική αντίφαση του καπιταλισμού αποκτά την κορύφωσή της. Η κεφαλαιακή σχέση μετατρέπεται σε όριο της δικής του ανάπτυξης. Αυτό όμως δε σημαίνει, ότι έτσι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μένει απόλυτα στάσιμος. Η καπιταλιστική παραγωγή τείνει διαρκώς να υπερβεί αυτό το εγγενές όριό της. Όμως μπορεί να το υπερβεί μόνο με μέσα, τα οποία θέτουν σ’ αυτό το όριό της διαρκώς νέα όρια. Έτσι, για παράδειγμα, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εξανάγκασε τις παραγωγικές δυνάμεις σε μια αλλαγή της δομής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Προέκυψαν μεγάλες επιχειρήσεις και τελικά μονοπώλια, τα οποία είναι η ιδιοκτησία μιας ομάδας κεφαλαιοκρατών. Το μονοπώλιο όμως είναι μια αντίφαση ενός καπιταλισμού δομημένου στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όπως επίσης το μονοπωλιακό κέρδος βρίσκεται σε αντίφαση με το γενικό ποσοστό κέρδους και το μέσο κέρδος. 

Οι νέες συνθήκες αξιοποίησης που προέκυψαν είναι ταυτόσημες με την αυξανόμενη εκμετάλλευση της πλειοψηφίας του πληθυσμού, επειδή το κέρδος δημιουργείται πάντα μόνο από τους εργαζόμενους στην υλική παραγωγή. Βαθμιαία γίνεται το πέρασμα στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, όπου λαμβάνουν χώρα εκ νέου αλλαγές. Αυτές έκαναν δυνατό στο μονοπωλιακό κεφάλαιο να δημιουργήσει με τη βοήθεια του κράτους τέτοιου είδους συνθήκες αξιοποίησης, οι οποίες έδωσαν επιπρόσθετο χώρο στην ανάπτυξη και τη χρήση των παραγωγικών δυνάμεων στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. 

Στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό επίσης, το καπιταλιστικό κράτος υφίσταται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού ένα σημαντικό μέρος της απαξίωσης κεφαλαίου, με το να αποθέτει βίαια μέσω του προτσές αναδιανομής, το υπάρχον κεφάλαιο, για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, κατά κύριο λόγο σε σφαίρες απόθεσης με μικρότερη ή μηδενική αξιοποίηση. Αυτές οι σφαίρες απόθεσης στο κοινωνικό προτσές αναπαραγωγής παίζουν έναν ιδιαίτερα διαφοροποιημένο ρόλο. Απ’ τη μια μεριά πρόκειται, για παράδειγμα, για κρατικά μέσα που αφορούν στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στις κοινωνικές παροχές, που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, απ’ την άλλη μεριά, διατίθενται κρατικά μέσα για τη χρηματοδότηση της επιθετικής πολιτικής μέσω στρατιωτικών βάσεων, εξοπλισμών γενικά κτλ, φρενάροντας και καταστρέφοντας παραγωγικές δυνάμεις. Με την επίδραση του κρατικά κινητοποιημένου κεφαλαίου το οποίο υπόκειται στο σχεδιασμό (κρατικός προϋπολογισμός), το ατομικό μονοπωλιακό κεφάλαιο μπορεί να αποκομίσει υψηλά ποσοστά μονοπωλιακού κέρδους. Το κοινωνικό συνολικό κεφάλαιο, όμως, υπόκειται, εξαιτίας των πιο άσχημων συνθηκών αξιοποίησης, στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

Σε σχέση με τα παραπάνω, κατευθυντήρια είναι εδώ η αξιωματική εκτίμηση του Marx: «Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα, που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια» [27].


Ορισμένα ακόμη ζητήματα που αφορούν στην κατανόηση του νόμου

Με το ζήτημα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους δεν θίγεται φυσικά όλο το σύμπλεγμα της οικονομίας και της πολιτικής. Πρόκειται όμως για μια πολύ ουσιαστική πλευρά αυτής της σχέσης, επειδή ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους αφορά σ’ εκείνη ακριβώς την κατηγορία της κίνησης του κεφαλαίου, το κέρδος, η οποία επιδρά ως κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης και, μέσω του μηχανισμού τιμή-κέρδος, ως ρυθμιστής της καπιταλιστικής παραγωγής. Στο νόμο αυτό δεν πρόκειται, επομένως, απλά για μορφές κίνησης της καπιταλιστικής παραγωγής κτλ, αλλά –όταν έχει αναπτυχθεί ένας συγκεκριμένος βαθμός κοινωνικοποίησης της παραγωγής- πρόκειται για την κίνηση του κεφαλαίου γενικά ή, διαφορετικά ειπωμένο, για την κίνηση και την ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής ως καπιταλιστικής παραγωγής.

Για το ζήτημα της ανάπτυξης του ποσοστού κέρδους, έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί εμπειρικές μελέτες, οι οποίες ανάλογα με το πώς έχουν διενεργηθεί, καταλήγουν σε διαφορετικά, μάλιστα εν μέρει και σε αντίθετα αποτελέσματα. Δε θα ασχοληθούμε εδώ μ ’αυτές τις μελέτες, γιατί υπάρχουν φαινόμενα τα οποία μπορεί να επιβεβαιώνουν τόσο την πτώση όσο και την άνοδο του ποσοστού κέρδους. Το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή, ότι υπάρχει άνοδος του ποσοστού κέρδους, βασίζεται κατά κανόνα σε μελέτες οι οποίες δεν είναι προσανατολισμένες στην ουσία του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, αλλά μόνο σε εξωτερικά φαινόμενα, όχι δηλαδή σ’ ένα ποσοστό κέρδους και στην ανάπτυξή του με μια μακροπρόθεσμη σύγκριση.

Το πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι τα αποτελέσματα κατά τη μελέτη της εξέλιξης του ποσοστού κέρδους, θα το δείξουμε με ένα παράδειγμα. Αν ξεκινήσει κανείς κατά την ανάλυση της στατιστικής για τη δομή του κόστους, τότε στην πάροδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων φαίνονται δυό αντιτιθέμενα προτσές: Οριζόντια, δηλαδή, αν η ανάπτυξη ειδωθεί στο πλαίσιο μιας δοσμένης τάξης μεγέθους που αφορά στον κύκλο εργασιών, στο τζίρο, το ποσοστό των δαπανών για μισθούς στα συνολικά κόστη κατά τη δεκαετία, για παράδειγμα, του 1960, αυξήθηκε, αντίθετα, τα κόστη για δαπάνες σε υλικά μειώθηκε. Η μείωση ή το φτήνεμα στη χρήση υλικών και ενέργειας, αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της τεχνικής επανάστασης, εκφράζεται, επομένως, στη μείωση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Πρόκειται για προτσές με σημαντικές συνέπειες. Στις επιχειρήσεις, για παράδειγμα, με πολύ ευρεία διάδοση, όπως στον κλάδο της μηχανολογίας, το ποσοστό σε κόστη για υλικά στη δεκαετία του 1960 έπεσε (περίπου κατά 5%). Αν όμως συγκρίνει κανείς την κάθετη ανάπτυξη, δηλαδή τη μετάβαση σε επιχειρήσεις υψηλότερης κλίμακας, τότε, παρά του ότι είχε λάβει χώρα το πρώτο προτσές, το ποσοστό του κυκλοφοριακού μέρους του σταθερού κεφαλαίου αυξήθηκε, ενώ αυτό του μεταβλητού έπεσε, και μάλιστα σε τόσο μεγάλο βαθμό, που οι συνέπειες του πρώτου προτσές αντισταθμίζονται κατά πολύ. Όμως, ακριβώς, αυτή η κάθετη ανάπτυξη είναι χαρακτηριστική για την παραγωγή σε όλο και πιο ευρεία κλίμακα, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό προτσές. Αυτό φαίνεται επίσης και από την ανάπτυξη της παραγωγής ανά εργαζόμενο. Θα ‘πρεπε να υποθέσει κανείς ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στην προαναφερθείσα περίοδο έχει αυξηθεί. Αν εξεταστεί η συνολική ανάπτυξη στη μεταποιητική βιομηχανία, για παράδειγμα στην τότε Δυτική Γερμανία και στις ΗΠΑ, τότε μπορεί να διαπιστωθεί ότι το ποσοστό κέρδους έχει πέσει. Πρέπει, επομένως, να εξετάζονται μια σειρά από προτσές μακροπρόθεσμα με συγκρίσεις των ποσοστών κέρδους, προτού καταλήξει κανείς σε συμπεράσματα για τον ίδιο τον νόμο και τις επιδράσεις του.

* * *

Είναι ανάγκη να θυμίσουμε ακόμη μια φορά την προβληματική αυτού του νόμου. Ο πυρήνας του προβλήματος βρίσκεται στο ότι το κεφάλαιο επιδιώκει διαρκώς την αξιοποίησή του. Το σημαντικό, όμως, για αυτό μέσο, είναι η ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας. Συγκεκριμένα, αυτό δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά το ότι η ίδια ποσότητα εργασίας με τη βοήθεια όλο και πιο αναπτυγμένων μέσων εργασίας, μηχανών κτλ, μπορεί να κατεργαστεί μια αυξανόμενη μάζα πρώτων υλών σε προϊόντα. Συσχετιζόμενα με το κεφάλαιο, αυτό σημαίνει ότι με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αυξάνει η οργανική του σύνθεση. Το σταθερό κεφάλαιο (σ) αυξάνει, οι μηχανές, οι πρώτες ύλες, η ενέργεια κτλ, σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο (μ), δηλαδή την εργασία που έχει πληρωθεί. Επειδή όμως το κέρδος πηγάζει αποκλειστικά από τη χρήση της ζωντανής εργασίας, αυτό οδηγεί σε τελική ανάλυση, στο ότι η μάζα του κέρδους σε σχέση με τη μάζα του κεφαλαίου που χρησιμοποιήθηκε (σ + μ) μικραίνει, επομένως, το ποσοστό κέρδους πρέπει να πέσει.

Εντούτοις, αυτός δεν είναι απόλυτος νόμος. Όπως είδαμε υπάρχουν μια σειρά παράγοντες που αντιδρούν σ’ αυτόν. Σημαντική είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή δεν επιδρά μόνο στην ανάπτυξη του ποσοστού του κέρδους, αντιδρά και σ’ αυτήν. Όταν πέφτει η χρήση των υλικών ή φτηναίνει η παραγωγή πρώτων υλών, ενέργειας, μέσων εργασίας κτλ, τότε επιδρά κατά της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, την κρατά σε όρια. Κυρίως, όμως, με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και το ποσοστό υπεραξίας, δηλαδή, τη σχέση μεταξύ μισθολογικού κόστους και υπεραξίας. Όποιοι παράγοντες, όμως, κι αν επηρεάζουν την ανάπτυξη του ποσοστού κέρδους και σε ποια κατεύθυνση μπορούν να επιδράσουν, όλους αυτούς τους θέτει κανείς σ’ έναν παρονομαστή, έτσι που μπορεί να ειπωθεί: το ποσοστό της υπεραξίας πρέπει να αυξάνεται τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό όσο και η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, ώστε να μην πέσει το ποσοστό κέρδους. Και αυτό πάλι, για να το διατυπώσουμε προσεκτικά, ίσχυε κατά κανόνα παλιότερα. Ο Marx κάνει λόγο για νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

Αυτό, όμως, που κάνει το νόμο αυτό τόσο ενδιαφέρον, δεν είναι το γεγονός της πτώσης του ποσοστού κέρδους. Μάλιστα, η μάζα του κέρδους αυξάνει. Ο νόμος αυτός αποκτά ενδιαφέρον μέσω της σύγκρουσης στόχου-μέσου ο οποίος την εμπεριέχει. Ο στόχος, η αύξηση της αξιοποίησης του κεφαλαίου, καταλήγει με το μέσο για την πραγματοποίησή του, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, σε σύγκρουση, και, σε τελική ανάλυση, η αξιοποίηση πέφτει. Αυτό που ανησυχούσε τον Ricardo σ’ αυτή τη νομοτέλεια, ήταν το προαίσθημα ότι έτσι μπορούν να τεθούν όρια στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από το κεφάλαιο και, ακριβώς, αυτό ήταν επίσης που ο Marx τόνισε ως το βασικό περιεχόμενο κατά την εξέταση αυτού του νόμου. (Αυτό είναι επίσης που πρέπει να εξεταστεί όταν έχει κανείς μπροστά του την προβληματική αυτού του νόμου).

Σχετικά όμως μ’ αυτό το ζήτημα, η διαπίστωση ότι το ποσοστό κέρδους αυξήθηκε από τη δεκαετία του 1920 ή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχικά δεν λέει τίποτα. Η ίδια η πτώση του ποσοστού κέρδους δεν αποτελούσε ούτε παλιότερα όριο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Άμεσο αποτέλεσμα –και επομένως κίνητρο- για την ανάπτυξή του, ήταν ένα πρόσθετο κέρδος και μια αύξηση του ποσοστού κέρδους για το μεμονωμένο κεφάλαιο. Μόνο στην περαιτέρω πορεία του προτσές επέκτασής του στο συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, επικράτησε στη συνέχεια η πτώση του ποσοστού κέρδους.

Αν δεν θέσει κανείς στο επίκεντρο της προσοχής του τη σύγκρουση στόχου-μέσου, δηλαδή το ζήτημα της αξιοποίησης του κεφαλαίου καθώς και τα προτσές και τους παράγοντες που την καθορίζουν, αλλά μόνο τη μορφή της εμφάνισής του, την τελική πτώση του ποσοστού κέρδους, τότε δε θα καταλήξει σ’ ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα αναφορικά με την κεφαλαιακή σχέση ως όριο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Τότε θα έπρεπε, ορθό με βάση την τυπική λογική, το περιεχόμενο αυτού του νόμου να βρίσκεται στο ότι η μάζα της χρησιμοποιούμενης ζωντανής εργασίας στην πάροδο της ανάπτυξης, θα πέφτει για τόσο διάστημα, έως ότου το μεταβλητό κεφάλαιο θα γινόταν άπειρα μικρό σε σχέση με το σταθερό, έτσι που κάθε παραπέρα αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, όσο μεγάλη κι αν είναι με την αύξηση του ποσοστού κέρδους που συνδέεται μ’ αυτήν, δεν θα ασκούσε πλέον επιρροή στην αύξηση του ποσοστού κέρδους και για το λόγο αυτό δε θα μπορεί να επιδράσει ως κίνητρο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η ερμηνεία αυτή, όμως, εγείρει περισσότερα ερωτήματα από όσα επιλύει. Μπορεί μεν να φανταστεί κανείς μια τέτοια ανάπτυξη θεωρητικά, αλλά το πολύ ως ένα άπειρα μακροχρόνιο προτσές. Ήδη εδώ και δεκαετίες υπάρχουν κλάδοι στους οποίους το μεταβλητό κεφάλαιο δεν παίζει τόσο σημαντικό ρόλο. Αλλά και πάλι η παραγωγικότητα της εργασίας μπορεί να αυξηθεί. Υπάρχουν μεν λίγες δυνατότητες να μειωθεί η ζωντανή εργασία σε τέτοια εργοστάσια, εξακολουθεί όμως να αυξάνει η μάζα των προϊόντων τα οποία παράγει αυτή η εργασία, δηλαδή, εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη δυνατότητες για ένα πρόσθετο κέρδος. Μπορεί επίσης να φτηναίνει κανείς το σταθερό κεφάλαιο, έτσι που το ποσοστό κέρδους να αυξάνει και πάλι. Έχουμε φτάσει ούτως ή άλλως σ’ ένα επίπεδο ανάπτυξης, στο οποίο η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι τόσο υψηλή, που στο προτσές της αποδέσμευσης της κοινωνικής εργασίας, η εξοικονόμηση της αντικειμενοποιημένης εργασίας γίνεται όλο και πιο σημαντική. Δε μπορούμε εδώ να συζητήσουμε όλες τις δυνατότητες που προκύπτουν. Σε κάθε περίπτωση αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι, ότι, ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους αποκαλύπτει τη σύγκρουση, από την οποία σε τελική ανάλυση προκύπτει, ότι η κεφαλαιακή σχέση μετατρέπεται σε όριο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

* * *

Στον καπιταλισμό οι δομές της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου δεν προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της τεχνικής ανάπτυξης, αλλά, αντίθετα, η τεχνική ανάπτυξη προσαρμόζεται στο πλαίσιο των δομών της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το σχετικά περιορισμένο προτσές της τεχνικής ανάπτυξης, οδηγεί σε συγκρούσεις, οι οποίες «σπάνε» τις δομές ιδιοκτησίας του κεφαλαίου και προκαλούν προτσές συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

Μέσω αυτής της ειδικής μορφής της τεχνικής ανάπτυξης εντείνεται για το κεφάλαιο ένα άλλο πρόβλημα, αυτό της καταστροφής κεφαλαίου. Είναι προφανές, ότι εδώ δεν κάνουμε λόγο για καταστροφή κεφαλαίου η οποία λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης –σ’ αυτήν αναφερθήκαμε ήδη-, αλλά για καταστροφή κεφαλαίου που αφορά στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η τεχνική. Με τη μορφή αυτή της τεχνικής ανάπτυξης μειώνεται η διάρκεια ζωής των εγκαταστάσεων πέρα από το μέτρο που είναι ήδη δοσμένο από τον υψηλό ρυθμό της επιστημονικο-τεχνικής ανάπτυξης. Εισάγονται εκ νέου στην παραγωγή νέες εγκαταστάσεις, των οποίων η ικανότητα απόδοσης στη μεγάλη μάζα τους βρίσκεται πολύ κάτω από το επίπεδο των ήδη μεμονωμένα λειτουργούντων εγκαταστάσεων αιχμής. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνει επίσης με κάθε βαθμίδα σ’ αυτό το προτσές ανάπτυξης το μέγεθος του πάγιου κεφαλαίου, αυτό όμως σημαίνει επίσης, ότι αυξάνει και το μέγεθος της αξίας που δεσμεύεται στις εγκαταστάσεις που λειτουργούν, η οποία (αξία) αντιτίθεται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, επειδή καταστρέφεται από αυτές. 

Κατ’ αυτό τον τρόπο εντείνεται η συνολική προβληματική της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων για το κεφάλαιο με δυό τρόπους: Πρώτο, γίνεται αισθητό με τη σειρά του το πρόβλημα των αλμάτων στα μέσα παραγωγής. Όσο πιο μεγάλη είναι η έκταση της καταστροφής κεφαλαίου, τόσο πιο μεγάλο πρέπει να είναι αναγκαστικά το άλμα στην παραγωγικότητα της εργασίας, διαφορετικά το πρόσθετο κέρδος δε μπορεί να αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, που να είναι σε θέση να αντισταθμιστεί η καταστροφή κεφαλαίου. Τόσο πιο έντονα όμως εμφανίζεται στο προσκήνιο και το ζήτημα των δυνατοτήτων της απόθεσης κεφαλαίου. Στο πρόβλημα αυτό βρίσκεται και μια από τις βασικές αιτίες των προτσές συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

Δεύτερο, όσο πιο μεγάλο είναι το τεχνικό άλμα σ’ ένα τέτοιο προτσές, τόσο μεγαλύτερη είναι με τη σειρά της και η καταστροφή κεφαλαίου, επειδή σε μια σχετικά περιορισμένη ανάπτυξη της αγοράς, διευρύνεται το τμήμα των παλιών εγκαταστάσεων που πρέπει αναγκαστικά να τεθούν εκτός λειτουργίας από την τεχνική ανάπτυξη. Ακόμη κι αν προσαρμόζονταν νέοι μηχανισμοί στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις, αυξάνει στη συνέχεια ο αριθμός των παλιών μηχανισμών οι οποίοι πρέπει να ξεσκαρταριστούν, κατά προσέγγιση παράλληλα με την επέκταση των μέσων παραγωγής από τη νέα τεχνική.

Η κεφαλαιακή σχέση σήμερα μετατρέπεται πραγματικά και από πολλές απόψεις σε φρένο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Εδώ, όμως, βρίσκεται και ο πυρήνας του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Το αν το ποσοστό κέρδους σε μια μακροπρόθεσμη σύγκριση αυξάνει, δεν είναι εκεί η ουσία. Είναι μάλιστα πιθανό, αν σκεφτεί κανείς σε ποιο βαθμό η σύγχρονη επιστημονικο-τεχνική ανάπτυξη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας, παρ’ όλο που τα τελευταία χρόνια ο αριθμός αύξησής της έχει επιβραδυνθεί σημαντικά. Ο νόμος αυτός δεν περιέχει ούτως ή άλλως απόλυτα όρια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Πιθανώς τέτοια όρια να υπάρξουν, μέχρι σήμερα όμως δεν είναι σε καμιά περίπτωση προβλέψιμα ή, γενικά, δύσκολα μπορεί να τα φανταστεί κανείς. Ο νόμος αυτός, πολύ περισσότερο, λέει, ότι με την αύξηση του βαθμού κοινωνικοποίησης της παραγωγής, ο βαθμός ορθολογισμού της ανάπτυξης, που πηγάζει από τις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής, χάνει σε δραστικότητα, ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων –ακριβώς, εξαιτίας των προτσές που υπόκεινται σ’ αυτό το νόμο- στη βάση της αυθόρμητης κίνησης του κεφαλαίου, βγαίνοντας έξω απ’ αυτήν, προσκρούει σε όρια. Ακριβώς αυτό συμβαίνει. Και όχι μόνο σήμερα, αλλά ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Εδώ βρίσκεται και η βάση σχηματισμού του μονοπωλίου, δηλαδή, αυτή η ειδική μορφή ανάπτυξης της κεφαλαιακής σχέσης, ως αναγκαία βάση για την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Φυσικά, με το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους δεν εξαντλείται η προβληματική που αφορά στο ζήτημα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω. Το ζήτημα αυτό το θίξαμε ιδιαίτερα επειδή μπορεί να γίνει ξεκάθαρα ορατός ο πυρήνας της προβληματικής. Σ’ αυτήν ανήκουν ακόμη μια σειρά άλλα κεντρικά ζητήματα. Για παράδειγμα, το ζήτημα της κινητοποίησης του κεφαλαίου, δηλαδή, του περιορισμένου βαθμού συσσώρευσης του μεμονωμένου κεφαλαίου στη δοσμένη κλίμακα σε σύγκριση με τις απαιτήσεις της σύγχρονης τεχνικής ανάπτυξης. Ή, ακόμη πιο σημαντικό, το ζήτημα της ρύθμισης της παραγωγής με την έννοια της κατανομής της κοινωνικής συνολικής εργασίας πάνω στους ξεχωριστούς τομείς της κοινωνικής παραγωγής. Σήμερα με δυσκολία μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο μηχανισμός τιμή-κέρδος, διαφορετικά ειπωμένο, ο μηχανισμός της αγοράς δε μπορεί να εκπληρώσει (πλήρως) τη ρυθμιστική του λειτουργία. Είναι αυτή η συνολική προβληματική, η οποία αποκρυσταλλώνεται στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Γι’ αυτό ο Marx χαρακτήρισε αυτό το νόμο ως τον πιο σημαντικό της πολιτικής οικονομίας.

Πάνω σ’ αυτή τη βάση επίσης, λαμβάνει χώρα η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία, ανεξάρτητα απ’ το ποιοι παράγοντες τις προκαλούν άμεσα. Το ότι η ανάπτυξη αυτή μπορεί να λάβει χώρα σ’ αυτή τη βάση και το ποια σημασία έχει εδώ ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, αυτό το δείχνει η αυξανόμενη σύνδεση των κρατικών μέτρων με τα προτσές επενδύσεων του ιδιωτικού κεφαλαίου. Οι κρατικές παρεμβάσεις δημιουργούν σε μεγάλο βαθμό τις προϋποθέσεις για την επικερδή εφαρμογή της σύγχρονης τεχνικής στο πλαίσιο των δοσμένων δομών του κεφαλαίου. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν αίρουν τα όρια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Το κράτος, όμως, θέτει συνθήκες αξιοποίησης για το κεφάλαιο, οι οποίες διευρύνουν αυτά τα όρια, δημιουργώντας έτσι τις βάσεις για τη χρήση της σύγχρονης τεχνικής. Με το να δημιουργεί το κράτος κατ’ αυτό τον τρόπο περιθώρια για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, κάνει δραστικό τον πιο σημαντικό παράγοντα, αυτόν που αντιδρά στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, την ανάπτυξη των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων.

* * *

Όπως αναφέρθηκε ήδη, το ποσοστό κέρδους περιγράφει τη σχέση της υπεραξίας προς το χρησιμοποιηθέν συνολικό κεφάλαιο [υ : (σ + μ)]. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στον ισολογισμό μιας εταιρίας ή στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας που αφορούν στην εθνική οικονομία, τότε μάταια θα αναζητήσει τον δείκτη «ποσοστό κέρδους». Αντ’ αυτού, γίνεται συχνότερα λόγος περί «απόδοσης κεφαλαίου». Το ποσοστό κέρδους μολαταύτα διαφέρει εντελώς από την απόδοση κεφαλαίου επειδή έχει ως βάση μια διαφορετική έννοια περί κεφαλαίου. 

Με την κατηγορία του κέρδους και, επομένως, με το ποσοστό κέρδους, πρόκειται για τον Marx, για μυστικιστικές μορφές, επειδή συσχετίζονται χωρίς διάκριση με το χρησιμοποιηθέν συνολικό κεφάλαιο. Τόσο το σταθερό κεφάλαιο που έχει χρησιμοποιηθεί, δηλαδή μηχανές, πρώτες ύλες κτλ., όσο και το μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή η χρησιμοποιηθείσα εργατική δύναμη, εμφανίζονται στην αστική στατιστική ως μεγέθη που παράγουν αξία. Σύμφωνα όμως με τον Marx, αξία παράγει μόνο η ζωντανή εργασία. Στην έννοια «απόδοση κεφαλαίου» δεν γίνεται λόγος περί εκμετάλλευσης και, επομένως, η έννοια αυτή ανήκει στην αστική οικονομία. Σ’ αυτό το επίπεδο οι πραγματικές σχέσεις εμφανίζονται μόνο με καλυμμένη μορφή. Το ποσοστό κέρδους είναι μολαταύτα για τον Marx ιδιαίτερα σημαντικό στην ανάλυση του κεφαλαίου, επειδή η ανάπτυξή του για το κεφάλαιο και τα στελέχη του έχει ιδιαίτερο βάρος και επειδή με τη βοήθειά του μπορούν να εκφραστούν με σαφήνεια οι βασικές αλλαγές των συνθηκών της παραγωγής.

Το αν το ποσοστό κέρδους σε μια συγκεκριμένη περίοδο πέφτει ή ανεβαίνει, είναι πρώτα απ’ όλα εμπειρικό ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί. Ωστόσο, μόνο με μεγάλη προσπάθεια, επειδή το υπάρχον στατιστικό υλικό δεν είναι απαλλαγμένο από ιδεολογικές σκουριές. Πέρα απ’ αυτό, σημαντικές εξωτερικές επιδράσεις όπως πόλεμοι, πολιτικές αποφάσεις, ταξικοί αγώνες κτλ, αφήνουν τα σημάδια τους, αλλά και η εσωτερική νομοτέλεια ενός τρόπου παραγωγής, ο οποίος αναπτύσσεται με ανισόμετρο τρόπο, μπορούν να αντανακλαστούν με παραμορφωμένο τρόπο. 

Τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι ένας ακριβής υπολογισμός του ποσοστού κέρδους δεν είναι δυνατός, αλλά μόνο κατά προσέγγιση.
 
* * *

Ένα πολύ μεγάλο χώρο στη συζήτηση μέσα στη μαρξιστική αριστερά σχετικά με το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, καταλαμβάνουν οι τοποθετήσεις που συνάγονται από θεωρίες για την κρίση. Εντούτοις, ως θεμέλιο μιας θεωρίας της κατάρρευσης ο νόμος αυτός δεν είναι κατάλληλος και δεν κατανοήθηκε έτσι από τον Marx. Πολύ περισσότερο, οι παρατηρήσεις του στο 14ο κεφάλαιο για τις «Αιτίες που αντιδρούν», κάνουν σαφές, ότι, μεταξύ άλλων, η ανάλυση του υφιστάμενου συσχετισμού δυνάμεων στην ταξική πάλη, ο ρόλος του κράτους στον καπιταλισμό καθώς και οι στρατηγικές του κεφαλαίου, είναι στοιχεία απαραίτητα για να γίνει κατανοητό, για ποιο λόγο μια πτώση του ποσοστού κέρδους δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε μια όξυνση των κοινωνικών αγώνων.


* Καρλ Μαρξ: Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμ. Β’, σ. 574, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1990.
______

Σημειώσεις

[1] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 268, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

[2] Ό. π., σ. 267.

[3] Ό. π., σ. 269.

[4] Ό. π. 

[5] Ό. π., σ. 268.

[6] Ό. π., σ. 282.

[7] Ό. π., σ. 276/277.

[8] Ό. π., σ. 329.

[9] Ό. π., σ. 303.

[10] Καρλ Μαρξ: Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμ. Β’, σ. 539, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1990].

[11] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 293.

[12] Ό. π., σ. 303.

[13] Ό. π., σ. 69.

[14] Ό. π., σ. 329/330.

[15] Ό. π., σ. 303/304.

[16] Ό. π., σ. 209.

[17] ] Ό. π., σ. 301/302.

[18] Καρλ Μαρξ: Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμ. Β’, σ. 574.

[19] Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 319/320.

[20] Ό. π., σ. 309.

[21] Ό. π.

[22] Ό. π., σ. 309/310.

[23] Ό. π., σ. 316.

[24] Ό. π., σ. 325.

[25] Β. Ι. Λένιν: Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σελ. 73, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009.

[26] Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 328.

[27] Ό. π., σ. 316.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.