Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Ψυχάρης



Βιογραφικό και κριτικό σημείωμα

του Δημήτρη Γληνού

Όποιος θελήσει μ’ ένα σύντομο σημείωμα να χαρακτηρίσει τη ζωή και το έργο του Ψυχάρη επιχειρεί κάτι πολύ δύσκολο και που αναγκαστικά θα είναι λιψό.

Γιατί ο Ψυχάρης είναι μια πολυσύνθετη προσωπικότητα, ζωντανή και πλούσια και αξιομελέτητη και στα πιο μικρά κινήματά της. Είναι ένας τύπος αντιπροσωπευτικός και διδαχτικός, ένας άνθρωπος, που γέμισε με τη δράση του μισόν αιώνα ελληνικής πνευματικής ζωής. Ενδιαφέρουν όλα του. Η γενιά του, η παιδική του ζωή, ο κύκλος που ανατράφηκε στα πρώτα του χρόνια, οι σπουδές του, η διαμόρφωση του ανθρώπου και του επιστήμονα, η γέννηση και το ωρίμασμα των ιδανικών του, η ατομική του ζωή, το èlan vita! Το τόσο σπάνιο, πηγαίο και ορμητικό, αδιάκοπο και αμετάπτωτο ως την τελευταία του πνοή, η συναιστηματική του ζωή οργανικά ενωμένη με την πνευματική του δημιουργία, η επιστημονική του νοοτροπία και η επιστημονική δράση του, η λογοτεχνική του προσπάθεια, η αγωνιστική του διάθεση, η κριτική του και πάνω απ’ όλα η γλωσσική ιδέα. Η ιδέα, που τον κυριάρχησε και που σφιχτόδεσεν όλο το πολύτροπο είναι του σε μιαν ενότητα και έκαμε τη ζωή και τη δράση του ένα ολοκληρωμένο έργο. Και ακόμα είναι αξιομελέτητη η συντυχία, που τον έφερε σε τόσο στενή επαφή με το γαλλικό πολιτισμό της Τρίτης Δημοκρατίας, η ανταπόκριση που βρήκε η ψυχοσύνθεσή του στη γαλλική επιστήμη, στο γαλλικό ορθολογισμό και στη γαλλική διανόηση του ΙΘ΄ αιώνα, η στιγμή της ελληνικής ζωής που φανερώθηκε ο Ψυχάρης, το ανατάραγμα που έφερε το μήνυμά του στην ελληνική σκέψη, οι δημιουργικές δυνάμεις, που ξύπνησαν από τον αντίλαλο της φωνής του. Η μελέτη της ζωής και του έργου του Ψυχάρη, μπορεί να πει κανείς χωρίς υπερβολή, θα περιλάβει τη σπουδή της ελληνικής πνευματικής ζωής στα τελευταία πενήντα χρόνια. Βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή της ανασκόπησης αυτής. Ό,τι ειπώθηκε ως τώρα είναι κομματιαστό και βιαστικό. Ένας λαός όμως δείχνει, πως έχει μέσα του θέληση και δύναμη ζωής, όσο βαθύτερα κι εντατικώτερα, όσο περισσότερο με προσοχή και αγάπη μελετάει τους πνευματικούς εργάτες του.

* * *

Ο Ψυχάρης γεννήθηκε στην Οντέσσα στις 15 του Μάη στα 1854. Ο πατέρας του Νικολάκης Ψυχάρης ήτανε γιος του Μισέ Γιάννη του Χιώτη. Ο Μισέ Γιάννης βρέθηκε στην Πόλη, φτωχό παιδί στα γιοφύρια του Γαλατά, ύστερα από τη σφαγή της Χιος. Και όμως αποκαταστάθηκε πλούσιος έμπορος τσοχατζής, γνωρίστηκε με Τούρκους πασάδες και με δυό Σουλτάνους, απόχτησε δύναμη κι επιρροή μεγάλη κι έφτασε να διοριστεί μπέης της Χιος. Η μορφή του παππού του στάθηκε πάντα ζωντανή κι επιβλητική στην ψυχή του Γιάννη Ψυχάρη.

Η μητέρα του, από την οικογένεια Μπιάζη – Μάβρο, αποκαταστημένη στην Οντέσσα. Ο μπαμπάς του και οι θείοι του εμποροτραπεζίτες στην Πόλη και στην Οντέσσα. Υπηρετήσανε κι όλας ένας – δυό απ’ αυτούς πρόξενοι της Τουρκιάς σ’ ευρωπαϊκές πολιτείες. Η γενιά του λοιπόν ήταν αρχοντική, εμποροφαναριώτικη, μ’ επιγαμίες και συγγένειες στη Ρουσία, στη Μαρσίλια, στα Παρίσια, καθαρή μεγαλοαστική φαμίλια φραγκομαθημένη. Ο Γιάννης Ψυχάρης, ο «Βάνιας», όπως τον έλεγαν πάντα οι δικοί του, ήτανε μοναχοπαίδι, γιατί η μάνα του πέθανε και τον άφησε δεκαοχτώ μηνώ και ο πατέρας του δεν ξαναπαντρέφτηκε. Ανατράφηκε στην Πόλη σε «αριστοκρατικό» κύκλο, μιλώντας και με τον πατέρα του συχνά γαλλικά. Αργότερα, παιδί ακόμη, έμενε και σπούδαζε στη Μαρσίλια και στο Παρίσι σε συγγενικά του σπίτια. Από μικρός έχοντας κλίση στα γράμματα, βρίσκοντας μέσα του ταλέντο συγγραφέα, αποφάσισε να σπουδάσει φιλολογία και έκαμε στο Παρίσι σπουδές λαμπρές, που τις θυμάται ως τα γεράματά του. Πήγε και στη Γερμανία, γύρισε πάλι στο Παρίσι, ειδικεύτηκε στη γλωσσολογία και στα μεσαιωνικά και νέα Ελληνικά, και στα 1884 γένηκε υφηγητής και αργότερα καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας και γλώσσας στην École des Hautes Études.

Στα 1904 έγινε καθηγητής της νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στην École des langues orientales vivantes. Στην Ελλάδα κατέβηκε τέσσερις ή πέντε φορές, το περισσότερο για μελέτη. Στα 1912 χώρισε από την πρώτη του γυναίκα, την Νοεμή Ρενάν, και παντρέφτηκε την Ειρήνη Baume και τότες έγραψε το βιβλίο του «Le crime du poète». Τα τελευταία χρόνια της ζωής του βασανίστηκε από κακή αρρώστεια, που τον κράτησε ακρωτηριασμένο στο κρεβάτι. Και όμως δεν έχασε τίποτε από το θάρρος του, το χιούμορ του, τους θυμούς του. Το τελευταίο βιβλίο του, «Un pays qui ne veut pas de sa langue», είναι από τα καλύτερα δημιουργήματα του νου του. Πέθανε στις 30 του Σεπτέμβρη στα 1929.

* * *

Η φιλολογική μόρφωση του Ψυχάρη ήτανε βαθειά και πλατειά. Τα αρχαία Ελληνικά του και τα Λατινικά του πολύ γερά, η γνώση της γαλλικής γλώσσας και φιλολογίας τέτια, που, όπως λέει ο ίδιος, ο Ρενάν του έδειχνε τα δοκίμιά του και ζητούσε τη γνώμη του.

Όλες οι νεώτερες μεγάλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες τού ήτανε γνώριμες. Ως τα γεράματά του αράδιαζε στίχους, ποιήματα αλάκαιρα από κάθε μεγάλο ποιητή παλιότερο ή σύγχρονο. Τα πνεματικά του χαρίσματα ήτανε εξαιρετικά. Η παρουσία του νου του αδιάπτωτη, η φινέτσα του, η σπιρτάδα του μυαλού, η βέρβα, το χαμόγελο, το πείραγμα, ο έξυπνος πρεπούμενος λόγος αφάνταστα πρόχειρος. Ήτανε ένας μοναδικός ομιλητής και μπροστά στο μεγάλο κοινό και σε μια φιλική συνομιλία. Στην πιο απλή επαφή μαζί του ένιωθες ένα ολοζώντανο μυαλό. Ο λόγος του, το μάτι του, το γέλιο του, το χέρι του έλαμπαν σαν ένα αστραφτερό ατσάλι. Προικισμένος με τέτια εφόδια, με κορμοστασιά τέλειου άντρα, ψηλός, γεμάτος, λαμπαδιαστός, πρόσωπο αντρίκιο, αδρό και φίνο συνάμα, μπήκε και μέσα στους κοινωνικούς κύκλους του επιστημονικού Παρισιού σαν ένας καταχτητής. Ο γάμος του με την Νοεμή Ρενάν, μοναχοκόρη του Ερνέστου Ρενάν, που ήτανε κορυφαίος της γαλλικής επιστήμης και ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της Γαλλίας, στα 1880, το μαρτυράει.

* * *

Η πρωταρχική φιλοδοξία του Ψυχάρη ήτανε να γίνει μεγάλος ποιητής. Όταν σπούδαζε στη Γερμανία, έγραψε κάποτε στο θειο του· «Je veux être Goethe on rien!» Και τη φιλοδοξία τούτη την κράτησε ακοίμητη ως το τέλος της ζωής του. Ότι ήτανε προικισμένος με λογοτεχνικό ταλέντο είναι χωρίς άλλο σωστό. Άλλο το ζήτημα αν ήταν και μεγάλος δημιουργός. Είχε όμως πρώτα απ’ όλα την αίστηση της φόρμας. Ήτανε στυλίστας με τόση γνώση και τέχνη, όπου είχε το θάρρος και τη δύναμη να γράψει λογοτεχνικά έργα σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, Γαλλικά και Ιταλικά. Είχε ακόμη σε εξαιρετικό βαθμό εξελιγμένη την ικανότητα να δέχεται ενεργητικά, να ρουφάει τη ζωή. Ανοιχτές οι αίστησές του, από μικρό παιδί, στο κάθε τι που γινότανε γύρω του, του πλούτιζαν τον εσωτερικό του κόσμο. Και ό,τι έπαιρνε, το κρατούσε και το δούλεβε, το μετουσίωνε, ή καλύτερα προσπαθούσε να το μετουσιώσει καλλιτεχνικά.

Η προσπάθεια του ήτανε ίσως υπερβολικά συνειδητή και υπερβολικά οπλισμένη με φιλολογικά μέσα. Η πρόθεση, η προμελέτη, το σχεδιασμένο φαίνονται στα λογοτεχνικά έργα του περισσότερο απ’ ό,τι στέκει σ’ ένα πηγαίο καλλιτέχνημα. Ξεχύνεται όμως η συγκίνησή του ειλικρινά. Ήτανε τόση η εσωτερική του παρόρμηση να δίνει ανοιχτά τον εαυτό του αλάκαιρο και τόση η ξέσκεπη παλληκαριά του σ' αυτό, όπου νιώθει κανείς αληθινά τον άνθρωπο που κινιέται λέφτερα μέσα στην περιοχή της τέχνης και πάνω από κάθε συμβατικότητα εξωκαλλιτεχνική. Ο Ψυχάρης ήτανε ένας «ομολογητής». Είχε ειλικρίνεια και λεφτεριά, ξεχωριστά γνωρίσματα του δημιουργικού καλλιτέχνη. Μα η καλλιτεχνική διάθεσή του φαίνεται ακόμη και από ένα άλλο σημαντικό γνώρισμα. Ενώ η ζωή του κυριαρχήθηκε τόσο πολύ από την γλωσσικήν ιδέα, όμως σχεδόν ποτέ δεν υπόταξε την τέχνη του στην ιδέα τούτη. Η τέχνη τού ήταν ξεχωριστός σκοπός. Γι’ αυτό έγραψε λογοτεχνήματα όχι μόνο ελληνικά μα και γαλλικά και ιταλικά και θεωρούσε τον εαυτό του το ίδιο Γάλλο ποιητή όσο και Έλληνα, μ' όλο που κάποτε είπε, πως θυσίασε στην Ελλάδα τ’ όνειρό του «να γίνει μια μέρα Γάλλος ποιητής, κανένας καινούργιος Chénier» (Ρόδα και Μήλα Δ', σελ. 10).

* * *

Το λογοτεχνικό έργο του Ψυχάρη είναι μεγάλο. Περιλαβαίνει τ’ ακόλουθα έργα. «Τ' όνειρο του Γιαννίρη» (1897), «Για το Ρωμέϊκο θέατρο. Κυρούλης, Γουανάκος» (1901), «Ζωή κι αγάπη στη μοναξιά. Ιστορικά ενός καινούργιου Ρομπινσώνα» (1904), «Η άρρωστη δούλα» (1907), «Τα δυο αδέρφια» (1910), «Στον ίσκιο του πλατάνου» (1911), «Αγνή» (1913), «Τα δυο τριαντάφυλλα του Χάρου» (1914). Αυτά σε ιδιαίτερα βιβλία. Μα εκτός απ’ αυτά, τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά άλλα μικρά έργα του Ψυχάρη: πεζοτράγουδα, δραματάκια, διηγηματάκια, και βρίσκονται και πολλά ανέκδοτα. Γαλλικά λογοτεχνικά έργα δημοσίεψε τ’ ακόλουθα: «Jalousie» (1892), «Cadeau des noces» (1893) «Le rêve de Janniri» (1897), «La croyante» (1898), «L'épreuve» (1899), «Le crime du poète» (1913), «Soeur Anselmine» (1918),«Le solitaire du Pacifique» (1922), «Typesses» (1904), «Le crime de Lazarine» (1926). Ιταλικά ένα τόμο με τραγούδια: «Fioretti per Francesca».

* * *

Τα έργα του αυτά, μα όχι μόνο αυτά μα και πολλά από τα κριτικά και επιστημονικά του έργα, είναι γεμάτα από αυτοανάλυση, εξομολόγηση και περιγραφές πραγματικών προσώπων και περιστατικών. Ο Ψυχάρης μας ανιστοράει παντού πώς είδε τη ζωή, τι είδε από τη ζωή και το γύρω του κόσμο. Και, ας το πούμε ευτύς από την αρχή. Το περιεχόμενο της καλλιτεχνικής του συγκίνησης είναι ορισμένο και καθορισμένο από την κοινωνική του υπόσταση και την ψυχική του τοποθέτηση. Ο Ψυχάρης είδε το γύρω του κόσμο σαν ένας αστός, που έζησε στο δεύτερο μισό του ΙΘ΄ αιώνα. Όπως σε όλα του, έτσι και στη λογοτεχνική του δημιουργία ο Ψυχάρης δεν ξέφυγε ούτε ένα βήμα από το κοινωνικό του είναι. Δεν αγωνίστηκε για να ιδεί πολύπλευρα τη ζωή, δεν θαλασσοδάρθηκε μέσα στη μεγάλη φουρτούνα της κοινωνικής πάλης. Τα είδε όλα από την αρχή ως το τέλος από την ίδια πλευρά, την πλευρά του νικητή, κυρίαρχου αστού. Τα μεγάλα προβλήματα του ξεφεύγουν, και αν κάποτε αναγκαστεί να τ’ αντικρίσει είναι απλοϊκός σαν αμόρφωτος χωριάτης. Το λογοτεχνικό του έργο αλάκαιρο είναι πρώτα απ’ όλα μια αυτοανάλυση επίμονη, που φτάνει στα σύνορα του ναρκισσισμού. Ο ίδιος είναι μέσα σ’ όλα του τα έργα και από τον άλλον κόσμο οι άνθρωποι μόνο που γνώρισε, που τόνε συγκινήσανε ή τον ερεθίσανε ή τόνε θυμώσανε ή τόνε λυπήσανε. Πάντα και μόνο όσοι ήρθανε σε επαφή με το άτομό του.

Είναι ένας ατομικιστής, που βλέπει τον κόσμο τόσο μόνο, όσο τον ενδιαφέρει το ατομικό του άνθισμα, η προσωπική του χαρά, η προσωπική του θλίψη, η προσωπική του επιβολή. Και οι άλλοι που βλέπει γύρω του είναι το ίδιο άτομα. Είναι καλοί ή κακοί, όσο φτάνει η προσωπική τους συγκίνηση, το συμφέρο τους, ο χαραχτήρας τους, οι συνήθειές τους. Και από τα προσωπικά πάλι ψυχόρμητα, εκείνα που περισσότερο απ’ όλα τόνε συγκινούν είναι δυο, ο έρωτας και η φιλοδοξία. Ο «έρωτας» είναι το θέμα που ανάλυσε σε όλα του σχεδόν τα έργα. Η ερωτική αγάπη, σαν ένα δικαίωμα προσωπικό, το ανώτατο δικαίωμα, που για χάρη του μπορούσαν να σπάσουν όλοι οι καθιερωμένοι δεσμοί και θεσμοί. Και ό,τι έκαμε στη ζωή του για την αγάπη, βρίσκεται μετουσιωμένο ή άμεσα δοσμένο μέσα στα έργα του. Όμως και την προβληματική του έρωτα, αν και η ζωή του έδωκε μεγάλες και τραγικότατες αφορμές, δεν την είδε σε όλο της το τραγικό βάθος. Μ' όλη τη λυρική συγκίνηση που του προκαλεί, δεν τη βλέπει την αγάπη στο βάθος παρά σαν ένα ατομικό πάθος, μιαν εγωιστική ικανοποίηση. Είναι ο μεγαλοαστός, που περπατάει στη ζωή σαν μέσα σ’ ένα περιβόλι δικό του, που έχει το δικαίωμα να μυρίσει και να κόψει, να ξεφυλλίσει και να πετάξει το κάθε λουλούδι, και που μπορεί να πονέσει κάποτες από κανένα αγκάθι, που μπορεί να κλάψει για κανένα μαραμένο κρίνο, που μπορεί να κρατήσει με συγκίνηση κάποια θύμηση, μα τραβάει ολοένα παρακάτω περιδιαβάζοντας μέσα στο χτήμα του. Γιατί χτήμα του είναι η ζωή.

* * *

Δίνοντας στην αγάπη τέτοια πρωταρχική θέση, ο Ψυχάρης πιστεύει πως γνωρίζει τέλεια τη γυναικεία ψυχή. Οι γυναίκες αληθινά πήραν τεράστιο μέρος στη ζωή του. Μας ξομολογιέται κάπου, πως σαράντα έξι φορές αγάπησε, εξόν από τα διαβατάρικα πουλιά, που απάντησε στο δρόμο του. Και πως εφτά από τις αγάπες του αυτές ήτανε «θανάσιμες». Είναι λοιπόν το έργο του γεμάτο από την προσπάθεια ν' αναλύσει τη γυναίκεια ψυχή. Και πολλές φορές η φινέτσα του στην ανάλυση της γυναίκας είναι μεγάλη. Ως τόσο καμιά από τις γυναίκες, που ζωγραφίζει, δεν κατόρθωσε να την υψώσει σε σύμβολο, σε μορφή ξεκάθαρη, πλαστική, ζωντανή. Χαραχτηριστικός γι’ αυτό που λέμε ο τύπος της Αγνής, που έδωκε και τ’ όνομά της στο μυθιστόρημα τούτο. Όταν διαβάσει κανείς και αποτελειώσει το έργο, η Αγνή έχει μείνει στη σκιά. Εκείνος που ανορθώνεται στην ψυχή μας και αφήνει τον αντίλαλό του είναι ο Αντρέας, δηλαδή ο ίδιος ο Ψυχάρης. Γιατί στ’ αλήθεια αυτόν μας αναλύει και αυτουνού είναι αλάκαιρη η περιπέτεια, που περιγράφεται στο μυθιστόρημα. Και τούτο γίνεται, γιατί ο Ψυχάρης μ' όλη του την προσπάθεια να μπει στην ψυχή του άλλου, δεν έχει διεισδυτική φαντασία. Είναι εξωτερικός ζωγράφος, πολλές φορές λεπτολόγος αναλυτής, πολλές φορές και πολυλόγος αναλυτής. Μα, ως εκεί.

* * *

Δίπλα στην αγάπη, η φιλοδοξία, άλλο καθαρό προσωπικό συναίστημα, είναι μέσα στα έργα του το δικαιωμένο ψυχόρμητο της ζωής. Αν υπάρχει κάποιο πλατύτερο, κάποιο γενικότερο ανθρώπινο υπερατομικό στήριγμα σ' αυτήν, είναι μόνο αφορμή και όχι αληθινός σκοπός. Το υπερατομικό αυτό στήριγμα της προσωπικής φιλοδοξίας στην ψυχή του Ψυχάρη είναι το «Έθνος», το «Γένος», η «Ιδέα». Μα το βλέπει κανένας πόσο συμβατικό, πόσο άϋλο, πόσο αχρωμάτιστο γίνεται το φόντο αυτό στα έργα του Ψυχάρη, αν και μιλάει σχεδόν αδιάκοπα γι’ αυτό. Ίσως η μοίρα που τον έκαμε δισυπόστατο και στο σημείο τούτο, Έλληνα και Γάλλο μαζί, να έγινε και αφορμή για το ουσιαστικό ξεθώριασμα της ιδέας του «Έθνους», όπως και της γλωσσικής ιδέας σαν ιδέας «εθνικής». Προσωπικές, καθαρά ατομικές θυσίες, δεν έκαμε ο Ψυχάρης για το έθνος το ελληνικό. Όμως στη Γαλλία έδωκε τα δυο του αγόρια. Και μ' όλο το τραγικό αυτό άγγιγμά του από την έννοια της πατριωτικής θυσίας, το έθνος έμεινε ουσιαστικά για τον Ψυχάρη μέσα στην περιοχή της φιλολογίας. Και είναι κι αυτό ένα γνώρισμα μεγαλοαστικό. Ένα φανέρωμα και μια πιστοποίηση του πόσο μακριά στέκεται από το λαό όποιος γνωρίζει το λαό μόνο από τα βιβλία. Πέρα απ’ αυτά τα βασικά ψυχόρμητα, το ιδανικό που μετράει τους ανθρώπους ο Ψυχάρης είναι η αστική αξιοπρέπεια. Μέτρο τον ανθρωπισμού είναι τα φερσίματα του καλοαναθρεμμένου, του πολιτισμένου Ευρωπαίου. Αδιάκοπα μετράει τους Έλληνες με το σχηματοποιημένο πρότυπο ενός ιδανικού τζέντλεμαν. Όσοι δε μπαίνουν στο καλούπι αυτό, είναι κατώτεροι, ανατολίτες, βάρβαροι. Έτσι ο Ψυχάρης μ' όλο το πλατύ λογοτεχνικό έργο του δεν μας παρουσίασε καμιά σύνθεση και κανέναν τύπο, παρά μόνο τον εαυτό του. Όλα τ' άλλα είναι το πλαίσιο του εαυτού του. Ένας αυτοζωγραφισμένος, ειλικρινά, θαρρετά αυτοζωγραφισμένος άνθρωπος.

Ο Ψυχάρης είναι λυρικός ποιητής, αν και πολύ λιγοστούς έγραψε στίχους. Εδώ συνοψίζεται η εσωτερική αξία του έργου του. Η λογοτεχνική αξία του βρίσκεται στη φόρμα. Ο Ψυχάρης ξέρει να γράφει. Είναι ένας καλλιτέχνης, ένας διαμορφωτής του πεζού λόγου. Για την Ελλάδα είναι ως τώρα ο τελειότερος πεζογράφος της. Ως προς την τεχνοτροπία του μένει μέσα στα όρια της εποχής του και της ιδιοσυγκρασίας του. Είναι ρεαλιστής. Τα ψυχογραφήματά του, όπως και οι περιγραφές του φυσικού κόσμου, γίνονται με την πιο καλοσυνείδητη προσοχή και την προσπάθεια της αντικειμενικότητας. Στην αίστηση και την απόδοση της φυσικής ομορφιάς ο Ψυχάρης στάθηκε αληθινός μαέστρος. Οι ζωγραφιές του φυσικού κόσμου, είτε περιγράφει την Ανατολή, την Πόλη, τα νησιά της Προποντίδας, το ελληνικό τοπίο, είτε παρασταίνει την ωκεάνια φύση, τον Ατλαντικό, τα γαλλικά παράλια της Μπρετάνιας, είτε ζωγραφίζει τα ελβετικά βουνά και τη λίμνη της Γενέβης, είναι αληθινά αριστουργήματα.

Οξύνοια, ορθοφροσύνη και αληθινό καλλιτεχνικό γούστο με την ίδια νατουραλιστική τάση έδειξε ο Ψυχάρης και στο κριτικό του έργο. Οι λίγες λογοτεχνικές κριτικές που έγραψε, προ πάντων εκείνη του Σουρή, έμειναν ιστορικές. Η ρεαλιστική τεχνοτροπία του και η κριτική του ασφάλεια έχει τη πηγή και το στήριγμά της στην επιστημονική του νοοτροπία.

Και αληθινά η επιστήμη, το δεύτερο μεγάλο όνειρό του, στάθηκε το ίδιο της ζωής του λαχτάρα, όπως η ποίηση. Λαχτάρα και κατάχτηση πολύ πιο πιστή, πολύ περισσότερο δική του. Και το περίεργο είναι, που στην επιστήμη φαίνεται να πήγε ο Ψυχάρης για να του χρησιμέψει σαν προετοιμασία στην ποίηση. Γι' αυτό διάλεξε να σπουδάσει φιλολογία. Και όμως αυτή ήταν η κυρά. Ο ίδιος δεν ξεδιάλυνε ίσως ποτέ ποιο ήτανε το αληθινό του είναι, ποιητής ή επιστήμονας; Στάθηκε και σ' αυτό δισυπόστατος, όπως και σε πολλά άλλα.

* * *

Ο Ψυχάρης σπούδασε φιλολογία στη Γαλλία και στη Γερμανία στις αρχές του τελευταίου τέταρτου του ΙΘ' αιώνα. Η εποχή αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί σα μια κορυφή της αστικής επιστήμης. Οι φυσικές επιστήμες συνεχίζουν το θριαμβευτικό δρόμο τους με αδιάκοπες και απανωτές τις μεγάλες ανακαλύψεις και εφευρέσεις τους. Οι ιστορικές και πνεματικές επιστήμες, ας τις πούμε με το σωστό τους όνομα, οι κοινωνικές, προσπαθούνε να στηριχτούνε στη μέθοδο των φυσικών και να πετύχουνε αποτελέσματα, να καθιερώσουν νόμους το ίδιο γενικούς και απόλυτους, όπως νομίζονταν οι φυσικοί νόμοι. Η Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης, μάλιστα με τον καθολικό κοσμικό χαραχτήρα που της έδωκεν ο Σπένσερ, πρόκειται να γίνει ο ενωτικός δεσμός ανάμεσα στη φύση και στο πνέμα. Η τάση αυτή φαίνεται και στη γλωσσολογία και στη φιλολογία, όπου από τη μια μεριά η γλώσσα θεωρήθηκε σαν ένα φυσικό φαινόμενο και οι νόμοι της νόμοι φυσικοί, και από την άλλη μεριά το κάθε πνεματκό δημιούργημα ανεξάρτητα από κάθε άλλη αξιολογική κρίση έχει την ιστορική του αξία, την θέση του στην αδιάκοπη αλυσίδα της εξέλιξης, στη συνέχεια της ζωής και στη μεταλλαγή της. Σ' αυτό ακόμα βοήθησε και ο εγελιανισμός, μετουσιωμένος σε καθαρή επιστημονική και όχι μεταφυσική αντίληψη. Κάθε τι που έγινε είναι λογικό, άρα σωστό. Έτσι γεννήθηκε ο ιστορικός ρεαλισμός, η τάση να διαπιστωθεί και η παραμικρότερη αντικειμενική ιστορική λεπτομέρεια. Μέσα σε μια τέτια τάση βρίσκει άνετα τη θέση του ο ορθολογισμός. Γιατί, αν κάθε τι που έγινε είναι λογικό, βγαίνει από τη μέση κάθε αντίθεση μεταξύ λογικού και πραγματικού και ό,τι είναι λογικό, είναι και σωστό. Μέσα σ' αύτη την τάση είναι αλάκαιρος ο Ψυχάρης σαν επιστήμονας, πιστός και σ' αυτό αντιπρόσωπος της κοινωνικής του θέσης και του κοινωνικού του καθορισμού. Η γαλλική επιστήμη, που πάντα κρατάει τη μακρόχρονη ορθολογιστική παράδοσή της, τον έθρεψε γερά. Στη φιλολογία η ροπή της εποχής δημιουργεί την προσπάθεια να ερευνηθούν και τα μνημεία των χρόνων εκείνων, που και ο κλασσικισμός και ο ρωμαντισμός με τα απόλυτα αξιολογικά τους μέτρα τα περιφρονούσαν. Και τόσο περισσότερο έπρεπε να ερευνηθούν, όσο τα μνημεία αυτά ήτανε λαϊκά ή δημιουργημένα από τεχνίτες, που στεκόντανε κοντά στο λαό. Γιατί ο λαός είναι στα κοινωνικά φαινόμενα ό,τι η φύση στα φυσικά. Έτσι την εποχή εκείνη η γλωσσολογική επιστήμη και η φιλολογία άρχισαν να υψώνουν στη θέση ερευνητικών θεμάτων πρώτης γραμμής και τη μετακλασική και τη βυζαντινή και τη νεώτερη μορφή της ελληνικής γλώσσας και τα πνεματικά μνημεία των χρόνων αυτών. Ο Ψυχάρης γίνεται μαθητής του Emile Legrand, ερευνητής της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας με βάση τα μεσαιωνικά και νέα ελληνικά και τα φιλολογικά μνημεία του Βυζαντινού και νεότερου ελληνισμού. Την ίδια εποχή ακριβώς σπουδάζοντας και ο Χατζιδάκης γλωσσολογία, παίρνει τον ίδιο επιστημονικό δρόμο με τον Ψυχάρη. Η επιστημονική αποστολή τους είναι η ίδια, η ιστορική τους όμως αποστολή στάθηκε ολότελα αντίθετη και τα αίτια γι’ αυτό δεν ήταν επιστημονικά, ήτανε καθαρά κοινωνικά.

* * *

Ο Ψυχάρης δημοσίεψε τα ακόλουθα επιστημονικά έργα:

«Terence, Les Adelphes, Texte latin, publiè avec une introduction, des notes en francais, les fragments des Adelphes de Mènandre, les imitations de Molière», Paris (1881).

«La ballade de Lenore en Grèce», Paris (1884)

«Essais de grammaire historique néo-grecque», tome I, Paris (1886); tome II, «Études sur la langue médiévale», Paris (1888).

«Essai de phonétique néo-grecque. Futur composé du grec moderne, θα γράφω, θα γράψω», Paris (1884).

«Essai de Phonétique néo-grecque. Doublets syntactiques. Όταν, όνταν», Paris (1885).

«Le poème a Spanéas», Paris (1886).

«Observations phonétiques et étymologiques sur quelques phénomènes néo-grecs», Paris (1888).

«Observations sur la langue littéraire moderne et le Style de Solomos», Paris (1888).

«Quelques observations sur le phonétique des patois et leur influence sur la langue commune», Paris (1888).

«Introduction sous forme de lettre à la grammaire de la langue grecque vulgaire de S. Portius», Paris (1888).

«Questions d'histoire et de linguistique, Ιστορικά και γλωσσολογικά ζητήματα. (Μεσαιωνικά κείμενα. Γραμματική-Λεξικό), Constantinople (1888).

«Le roman de Florimont» (1891).

«Etude de philologie byzantine et néo-grecque» (1892).

«Les études du grec moderne en France au XIXme siècle» (1904).

«Le poète Denys Solomos» (1907).

«Étude sur le grec de la Septente» (1908).

«Sophocle et Hippocrate» (1908).

«Effendi: Étude de lexicologie historique» (1912)

«L'arbre chantant» (1910).

«Lamed et Lambda» (1911).

«Salomé et la décollation de Saint-Jean Baptiste» (1916).

«La chèvre chez Homère, chez les Attiques et chez les Grecs modernes» (1921).

«Un pays qui ne veut pas de sa langue» (1928).

Εκτός από αυτά είναι δημοσιεμένα σε περιοδικά γαλλικά πλήθος μελέτες επιστημονικές του Ψυχάρη και απ’ αυτές αναφέρουμε μόνο μερικές:

«Observations sur la prononciation ancienne et moderne du grec» («Revue Critique», Paris 1887).

«Coup d'œil sur le développement de la langue néo-grecque» («Revue Critique», 1884).

«Korais et le Grec moderne» («Revue Critique» 1886).

«Sur la formation de la langue médiévale» (Berlin 1888, γερμ. στη Berliner Philologische Wochenschrift).

«La science et les destinées nouvelles de la poésie» («Nouvelle Revue», Paris 1884).

Στα επιστημονικά του έργα καταλογίζονται ακόμη «Τα Ρόδα και Μήλα» τόμ. 5 (ο πέμπτος τόμος διπλός. 1902-1909).

Ας αναφερθούν ακόμη τα κριτικά έργα του: «Ernest Renan» (1925), «Κωστής Παλαμάς» (1927), «Αu-tour de Grèce» (1895). Τέλος ξεχωριστά απ' όλα πρέπει να καταγραφεί «Το ταξίδι μου» (1888), βιβλίο ιδιότυπο και ιστορικό, που γι’ αυτό θα μιλήσουμε σε ιδιαίτερο κεφάλαιο.

Από την αδημοσίευτη εργασία του το σημαντικότατο έργο φαίνεται να είναι η «Ρωμέϊκη Γραμματική», που από χρόνια τη σχεδίαζε και τη δούλευε και που την τελείωσε με την τελευταία πνοή της ζωής του.

* * *

Καθώς βλέπει κανείς, εκτός από την επίσημη διατριβή του για τους «Αδελφούς» του Τερέντιου και ένα δυο άλλες μελέτες, όλη του Ψυχάρη η επιστημονική έρευνα στρέφεται στη βυζαντινή και νέα ελληνική εποχή. Οι εργασίες του είναι βέβαια κομματιαστές, για ζητήματα ξεχωριστά, όλο μονογραφίες ή μελέτες. Αν εξαιρέσει κανείς την ανέκδοτη ακόμη γραμματική του, δε μας έδωκε ο Ψυχάρης κανένα μεγάλο συνθετικό επιστημονικό έργο. Αυτό όμως εύκολα εξηγιέται. Ο Ψυχάρης στην επιστήμη ήθελε να είναι «επιστήμονας», δηλ. απόλυτα αντικειμενικός. Κάθε υποκειμενικό στοιχείο, που αναγκαστικά μπαίνει σε μια σύνθεση, το θεωρούσε αντιεπιστημονικό. Γι' αυτό υποστήριξε λ.χ. πως ο Ρενάν δεν ήτανε επιστήμονας, γιατί έγραφε μόνο συνθετικά έργα. Ενώ ο Ψυχάρης έδινε πολύ περισσότερη σημασία σε ένα αντικειμενικό «καθέκαστο» παρά στη σύνθεση του ιστορικού επιστήμονα. «Πας, μαζεύεις δοκουμέντα γνωστά και άμα τα μελέτησες, βγάζεις συμπεράσματα δικά σου, που είναι είτε της φαντασίας σου είτε της ατομικής σου λογικής γεννήματα, όχι όμως άμεσα της επιστήμης παιδιά, όπως όταν άξαφνα βρίσκεις μιαν αρχαία επιγραφή, που αυτό αποτελεί γεγονότο». Εδώ φαίνεται ολοκάθαρα ο οπαδός του ιστορικού ρεαλισμού. Γι' αυτό και ο ίδιος περιόριζε την έρευνά του στα καθέκαστα και θεωρεί τελικό σκοπό της επιστήμης του να καθορίσει ένα νόμο λεπτομερειακό, που να συστηματοποιεί και εξηγάει τα «γεγονότα». Και στο νόμον αυτό, που ερμηνεύει τα γεγονότα, πιστεύει ο Ψυχάρης απόλυτα. Μα ανεξάρτητα απ’ αυτό, στην επιστημονική του έρευνα έδειξεν ήθος αληθινού επιστήμονα, σεβασμό της «αλήθειας», αντικειμενικότητα, ευθυκρισία και οξύνοια. Είναι και σε τούτο το σημείο τυπικός αντιπρόσωπος της εποχής του και της τάξης του. Έχει όλα τα γνωρίσματα του κλασσικού τύπου του επιστήμονα, που δημιούργησεν η αστική τάξη στα μέσα του ΙΘ’ αιώνα. Ρεαλιστής και ορθολογιστής μαζί, διαπίστωσε τη «φυσική» εξέλιξη της γλώσσας στο στόμα του λαού, της γλώσσας, που μόνο στο στόμα του λαού είναι γνήσιο φαινόμενο, «γεγονότο», και έχει απόλυτη αντικειμενική αξία. Από κει ως το γλωσσικό του κήρυγμα είναι ένα βήμα, ένα βήμα όμως, που δεν το ‘καμε ο επιστήμονας, αλλά ο άνθρωπος. Ένα βήμα, που φαινότανε φυσικό και όμως είναι τεράστιο.

Το ότι βρήκε ο Ψυχάρης μέσα του τη δύναμη να κρατήσει απόλυτη συνέπεια αναμεταξύ σε θεωρία και πράξη, αποτελεί την ανθρώπινη αξία του, που τον ύψωσε σε οδηγητή του λαού του. Και απόδειξη, που το βήμα αυτό δεν το ‘καμε ο Χατζιδάκης, επιστήμονας της ίδιας ολκής, της ίδιας εποχής, της ίδιας σχολής και της ίδιας θεωρίας με τον Ψυχάρη. Ο Χατζιδάκης χώρισε θεωρία και πράξη, όπου σημαίνει πως διχάστηκε σαν άνθρωπος και έζησε μέσα σε μια φριχτή και ολέθρια αντίφαση. Αυτό το μεγαλείο και την ευτυχία της εσωτερικής αρμονίας λίγοι διαλεχτοί και ανώτεροι άνθρωποι τα χαίρονται πλέρια σ' όλη τους τη ζωή. Και οι λίγοι αυτοί, όταν είναι προικισμένοι και με δύναμη βουλητική και ικανότητα να διατυπώνουν το στοχασμό τους, γίνονται οι μεγάλοι παρορμητές. Ένας απ’ αυτούς στάθηκε χωρίς αμφιβολία ο Ψυχάρης.

* * *

Η εποχή που μορφώθηκε και ήταν έτοιμος να δράσει ο Ψυχάρης παρουσίαζε στους Έλληνες πνεματικούς ηγέτες ωριμασμένο πια το γλωσσικό ζήτημα. Είχε τεθεί τρακόσια και τετρακόσια χρόνια πριν. Μα η ελληνική φεουδαρχία γκρεμίστηκε από τους Τούρκους πριν αρχίσει καν να κινιέται οπωσδήποτε αισθητά η νέα τάξη που θα ζητούσε τη λύση του. Στη θέση της πέρασε η φεουδαρχία των Τούρκων και οι Έλληνες ξέπεσαν όλοι μαζί σε σκλάβους.

Η νέα ελληνική φεουδαρχία που μορφώθηκε, δεσποτάδες και Φαναριώτες στην Πόλη και κοτζαμπάσηδες στις επαρχίες, κληρονόμησαν την βυζαντινή παράδοση και συμμαχούσαν με τον Τούρκο. Η ελληνική αστική τάξη, που μορφωνότανε σιγά σιγά και δύσκολα κάτω από την τουρκική σκλαβιά, από το δέκατο έβδομο αιώνα έκαμε κιόλας τα πρώτα της πνεματικά κινήματα. Στα τέλη του δέκατου όγδοου και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, όταν πια δυνάμωσε αρκετά για να κινήσει τον πολιτικόν αγώνα ενάντια στην ξένη κυριαρχία, παρουσίασε και τους αντιπροσώπους της, που ζήτησαν να λυθεί και το γλωσσικό πρόβλημα με τον ίδιον ακριβώς τρόπο που το ‘λυσαν οι αστικές τάξες στη Δύση, υψώνοντας δηλ. τη λαϊκή γλώσσα σε καθολικό πνεματικό όργανο. Η τάξη όμως αυτή αμέσως ύστερα από την επανάσταση του 1821 έχασε τα οικονομικά στηρίγματά της στο μικρό κράτος που λεφτερώθηκε. Στην Ελλάδα διαμορφώθηκε μια καινούργια παρασιτική φεουδαρχία, με ένα υπόστρωμα μικροαστικό και ένα εξαθλιωμένο πενέστη λαό, ανίκανο να κατατοπιστεί και να κινηθεί στα κοινωνικά προβλήματα και να κατανοήσει οποιαδήποτε ιστορική αποστολή. Η μοίρα του αλύτρωτου «γένους» βάραινε τρομερά απάνω στους λέφτερους Έλληνες και εκεί στην Τουρκιά έμεναν οι προεπαναστατικές κοινωνικές φόρμες. Ο παρασιτικός φεουδαρχισμός του ελληνικού κράτους εύρισκε σύμμαχο το βυζαντινοκρατημένο Πατριαρχείο. Έτσι έσβησαν και τα πρώτα απολυτρωτικά κινήματα στο γλωσσικό πρόβλημα και όλο το Έθνος στα μέσα του ΙΘ’ αιώνα τραβούσε για την ανάσταση της αρχαίας γλώσσας. Όταν άρχισαν να δυναμώνουν τα αστικά κέντρα του αλύτρωτου ελληνισμού, οι αστικές ελληνικές παροικίες στο εξωτερικό, και να διαμορφώνεται κάπως μια ισχυρότερη εμποροτραπεζιτική τάξη στην Αθήνα, το γλωσσικό ζήτημα ξαναμπήκε στη μέση ορμητικό.

Χαραχτηριστική είναι η δεκαετία 1880-1890. Απ' όλες τις πλευρές ξυπνάει το ζήτημα. Από την Εφτάνησο, όπου κρατούν τη Σολωμική παράδοση, από την Αθήνα, όπου οι νέοι ποιητάδες νιώθουν την ανάγκη να γράψουν στη λαϊκή γλώσσα, από το εξωτερικό, όπου μίλησε με μιας και τελειωτικά ο Ψυχάρης. Στη θεωρία αντιπροσωπεύονται τα ρέματα της εποχής από έξι ονόματα. Κόντος, Χατζιδάκης, Βερναρδάκης, Ροΐδης, Πολυλάς, Ψυχάρης. Ο Κόντος: Γυρισμός στην αρχαία παράδοση, φεουδαρχία. Ο Χατζιδάκης: «Ναι, έχει δίκιο ο Κόντος, αν πρόκειται να γράψουμε την αρχαία, καλό όμως θα ήτανε να παίρναμε τη δημοτική το δέκατο έβδομο αιώνα από την Κρήτη, καλό είναι και τώρα να πάρουμε τη δημοτική δια μιας, όχι σιγά σιγά, μα αργότερα, αφού τη μελετήσουμε πρώτα». Μασημένα λόγια αντιδραστικού ανθρώπου, που τον βαραίνει η επιστημονική του συνείδηση. Ο Βερναρδάκης και ο Ροΐδης: «Να προχωρήσουμε στη δημοτική σιγά σιγά καθαρίζοντας την καθαρεύουσα από τα αρχαϊκά της στοιχεία». Ο Πολυλάς: «Ελληνικός ποιητικός λόγος δε μπορεί να υπάρξει χωρίς τη δημοτική». Και οι τρεις αντιπρόσωποι ενός μικροαστικού, αδύναμου και συναιστηματικού προοδευτισμού με αμφιταλάντεψη και δισταγμούς και αντιφάσεις. Ο Ψυχάρης: «Μόνο δημοτική και τώρα αμέσως και σε όλα τα είδη του λόγου». Αστικός ρεαλισμός και πραγμάτωση! Ο Ψυχάρης, είναι γνήσιο λουλούδι του ελληνικού αστισμού, πιστός αντιπρόσωπος της τάξης του και της γενιάς του· από τους εμποροχρηματιστές της Πόλης και της Οντέσσας και των ελληνικών παροικιών της Δύσης, δηλ. από τους πιο προοδεμένους Έλληνες αστούς, βρήκε τη σωστή λύση του το γλωσσικό πρόβλημα, όπως εκεί πρωτοοργανώθηκε και η επανάσταση του 1821.

* * *

Ο Ψυχάρης ήτανε άνθρωπος του «πρέπει», ενός αμείλιχτου κατηγορικού κανόνα. Εδώ είναι όλο το μεγαλείο του, ο τίτλος του για την ιστορία. Και είχε όλα τα καθαρά γνωρίσματα του επαναστάτη οδηγητή μέσα στο ρόλο που του όρισαν οι αντικειμενικοί όροι. Είχε τη γνώση, μια γνώση ξεκαθαρισμένη, φωτισμένη, χωρίς κανένα δισταγμό, χωρίς καμιάν αμφιβολία, χωρίς καμιά ταλάντεψη. Και είχε την πίστη, την απόλυτη πίστη. Και είχε την παλληκαριά των ιδεών του και της πίστης του, την απόλυτη αδιαλλαξία, το φανατισμό, και την απόλυτη συνέπεια.

Όσα του κατηγόρησαν οι εχτροί του, όσα του κατηγόρησαν οι ταλαντευόμενοι μικροαστοί, όσα του έψεξαν οι λιγόψυχοι δημοτικιστάδες, αυτά ίσα ίσα αποτελούν την αρετή του. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει επαναστάτης και δεν υπάρχει οδηγητής.

* * *

Έτσι έγραψεν ο Ψυχάρης το «Ταξίδι». Και στάθηκεν ακέριος, ατράνταχτος σαράντα χρόνια στο πυργοκάστελό του, απάνω στην πολεμίστρα, χωρίς μια στιγμή να αποκαρδιώσει, χωρίς μια στιγμή να φοβηθεί, με ένα πάθος ακούραστο, απαράμιλλο, πάθος για την ιδέα, πάνω από τα πρόσωπα, πάνω από κάθε μικρότητα.

Μέσα στο «Ταξίδι» είναι όλος ο Ψυχάρης, ο επιστήμονας, ο λογοτέχνης, ο κριτικός, ο μαχητής, ο άνθρωπος. Είναι το «έργο» του. Μπορούσε και να πεθάνει ύστερ' απ’ αυτό χωρίς να χάσει τίποτε από τον ιστορικό του ρόλο. Όλες οι ικανότητες του Ψυχάρη συντρέξανε για να συνθέσει με μιας το έργο αλάκαιρης της ζωής του.

Ο ίδιος δεν το ξεπέρασε ποτέ, μα ούτε το ξεπέρασε κανείς άλλος από την τάξη του. Δεν είναι έργο θεωρητικό. Δεν είναι μόνο επιστήμη. Είναι και λογοτεχνικό, είναι και κριτικό. Και περισσότερο απ' όλα είναι το έργο που δίνει την ιδέα ακέρια και ολοκληρωτικά ενσαρκωμένη. Δε ζητάει να πείσει το έθνος να πάρει τη λαϊκή γλώσσα, του έδωκε τη γλώσσα. Και την έδωκε απαρτισμένη, κανονισμένη, με μιας.

Ο ελληνικός πεζός λόγος δεν παρουσίασε τίποτε ως τώρα που να ξεπέρασε το «Ταξίδι». Είναι για το δημοτικισμό έργο κλασσικό και θα μείνει φαίνεται ακόμη για πολύ, ως που ν' ανέβει ο νεοελληνικός πεζός λόγος ως το «Ταξίδι». Σήμερα μόλις αρχίζουμε να νιώθουμε τη βαθύτερη, την αναγκαστική του προσταγή.

* * *

Η σημερινή εποχή ξεπέρασε τον Ψυχάρη, όχι όμως γλωσσικά. Τον ξεπέρασε κοινωνικά. Μα ο ίδιος δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Αυτό ήταν έξω από την αποστολή του. Η δικαίωση του Ψυχάρη σα γλωσσικού ρυθμιστή θα είναι απόλυτη. Ο Ψυχάρης ο λογοτέχνης, ο Ψυχάρης ο επιστήμονας, ο Ψυχάρης ο εθνικιστής, ο Ψυχάρης ο αντιδραστικός στα κοινωνικά προβλήματα, ο Ψυχάρης ο κριτικός έμεινε μέσα στα σύνορα της εποχής του και της τάξης του και πέθανε μέσα σ’ αυτά. Ο Ψυχάρης όμως ο γλωσσικός οδηγητής άφησε μια κληρονομιά ολοζώντανη και την άφησε όχι σε κείνους που ο ίδιος φανταζότανε. Την άφησε σε κείνους που πήραν στα χέρια τους αληθινά τον αγώνα για την ολοκληρωτική απολύτρωση του λαού.

Αν πρόκειται να ζήσει ο λαός τούτος, θα περάσει αναγκαστικά από τον κανόνα του Ψυχάρη και όσοι δουλεύουν πνεματικά για την ολοκληρωτική απολύτρωση του λαού, θα προδώσουν την αποστολή τους, αν δεν υποτάξουν τον εαυτό τους στο γλωσσικό κανόνα που έδωκεν Εκείνος.

Αθήνα, Μάρτης του 1930


[ΠΓ: Το παρόν κείμενο αποτελεί] πρόλογο στο βιβλίο του Γ. Ψυχάρη, Αγνή, εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα (1930, β΄ έκδ.), σελ. 7-31 (Σημείωση Εκδότη).

Σημείωση: Στο κείμενο έχει διατηρηθεί ο τονισμός και η ορθογραφία, ενώ έγινε μετατροπή στο μονοτονικό σύστημα. Οι υπογραμμίσεις είναι του συγγραφέα (ΠΓ).


Πηγή: Δημήτρη Γληνού: Γιάννης Ψυχάρης. Βιογραφικό και κριτικό σημείωμα, στο: Δημήτρη Γληνού: Εκλεκτές σελίδες, τόμ. 1ος, σ. 101-120, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1971.

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.