Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Ψηφιακή εργασία και ιμπεριαλισμός



 «Το άρθρο τούτο καταπιάνεται με το ρόλο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας σύμφωνα με τα κλασικά μαρξιστικά σχέδια [Konzepte] για τον ιμπεριαλισμό και επεκτείνει αυτές τις ιδέες στο ζήτημα του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας στην παραγωγή πληροφοριών και στην τεχνολογία πληροφοριών σήμερα.» (CF)

του Christian Fuchs

Από τότε που δημοσιεύτηκε το έργο του Λένιν «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» (1917), το έργο του Νικολάι Μπουχάριν «Ιμπεριαλισμός και παγκόσμια οικονομία» (1917) και αυτό της Ρόζας Λούξεμπουργκ το 1913 «Η συσσώρευση του κεφαλαίου», έχει περάσει στο μεταξύ ένας αιώνας. Όλοι τους έκαναν λόγο για ιμπεριαλισμό ως δύναμη και εργαλείο στα χέρια του καπιταλισμού. Ήταν η εποχή των παγκοσμίων πολέμων, των μονοπωλίων, των αντι-τραστ-νόμων, των απεργιών και των μισθολογικών αυξήσεων, της εργασίας στη γραμμή αλυσίδας του Φορντ, της Οκτωβριανής επανάστασης, της Μεξικανικής επανάστασης και της αποτυχημένης Γερμανικής επανάστασης. Ήταν μια εποχή μεγάλων και σοβαρών παγκόσμιων προκλήσεων για τον καπιταλισμό.

Το άρθρο τούτο καταπιάνεται με το ρόλο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας σύμφωνα με τα κλασικά μαρξιστικά σχέδια [Konzepte] για τον ιμπεριαλισμό και επεκτείνει αυτές τις ιδέες στο ζήτημα του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας στην παραγωγή πληροφοριών και στην τεχνολογία πληροφοριών σήμερα. Η ψηφιακή εργασία, αυτή είναι η προσέγγισή μου, ως το πιο πρόσφατο όριο στο οποίο έχει προχωρήσει η καπιταλιστική καινοτομία και εκμετάλλευση, παίζει ένα κεντρικό ρόλο στο σημερινό ιμπεριαλισμό. Προσεγγίζοντας τα κλασικά σχέδια, η ανάλυσή μου δείχνει ότι στο νέο ιμπεριαλισμό οι βιομηχανίες πληροφοριών αποτελούν έναν από τους πιο συγκεντροποιημένους τομείς˙ ότι η υπερ-βιομηχανοποίηση, η χρηματοπιστωτική σφαίρα και ο πληροφορισμός συνδέονται στενά˙ ότι οι πολυεθνικές εταιρίες της τεχνολογίας πληροφοριών ναι μεν έχουν την έδρα τους στα εθνικά κράτη, επιχειρούν όμως παγκοσμίως˙ και ότι η τεχνολογία πληροφοριών έχει γίνει εν μέρει τμήμα της πολεμικής μηχανής [1].


Ορισμός του ιμπεριαλισμού

Ο Λένιν το 1916 στην «Εκλαϊκευτική μελέτη» του, όπως ο ίδιος υποτίτλισε το έργο του, ορίζει τον ιμπεριαλισμό ως «καπιταλισμό στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης, στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ και έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες.» [2]

Ο Μπουχάριν και ο Γιεβγκένι Πρεομπραζένσκι κατανόησαν τον ιμπεριαλισμό ως «την πολιτική κατακτήσεων την οποία διεξάγει το χρηματιστικό κεφάλαιο στη πάλη για αγορές, για πηγές πρώτων υλών και χώρους τοποθέτησης κεφαλαίων» [3]. Ο Μπουχάριν, ένας σύγχρονος του Λένιν και εκδότης της Πράβντα από το 1917 έως το 1929, έβγαλε παρόμοια συμπεράσματα όπως ο Λένιν σχετικά με τα βασικά χαρακτηριστικά, σκιαγραφώντας τον ιμπεριαλισμό ως «προϊόν του χρηματιστικού καπιταλισμού» και επιχειρηματολογώντας ότι «το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν μπορεί να κάνει άλλη πολιτική πέρα από την ιμπεριαλιστική» [4].

Ο Μπουχάριν είδε επίσης στον ιμπεριαλισμό απαραίτητα μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, ένα σχέδιο, η εφαρμογή του οποίου στο νεοφιλελευθερισμό αποδεικνύεται δύσκολη, επειδή αυτός βασίζεται περισσότερο στην παγκόσμια κυριαρχία των επιχειρήσεων και λιγότερο στα εθνικά κράτη. Ο Μπουχάριν έβλεπε τα έθνη ως «κρατικο-καπιταλιστικά […] τραστ», τα οποία είναι αιχμάλωτα σε μια «διεθνή πάλη», η οποία οδηγεί τελικά σε παγκόσμιο πόλεμο [5]. Για το Μπουχάριν ο ιμπεριαλισμός ήταν απλά η «μορφή εμφάνισης του ανταγωνισμού» μεταξύ αυτών των τραστ, τα οποία όλα στόχευαν στη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση κεφαλαίου στα χέρια τους [6]. Σε αντίθεση μ’ αυτά, ο Λένιν υποστήριξε ότι «το ουσιαστικό για τον ιμπεριαλισμό είναι ο ανταγωνισμός μερικών μεγάλων Δυνάμεων που τείνουν προς την ηγεμονία, δηλ. προς το άρπαγμα εδαφών όχι τόσο άμεσα για τον εαυτό τους όσο για την εξασθένιση του αντιπάλου και την υπόσκαψη της ηγεμονίας του» [7]. Η διατύπωση του Λένιν για ανταγωνισμό των «μεγάλων Δυνάμεων» είναι πιο προσεγμένη απ’ ό,τι η αντίληψη του Μπουχάριν για τα κρατικο-καπιταλιστικά τραστ, επειδή περιλαμβάνει τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα κράτη.

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ο ιμπεριαλισμός ήταν η βίαιη γεωγραφική και πολιτική επέκταση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, η «ανταγωνιστική πάλη για τα υπόλοιπα μέρη του μη-καπιταλιστικού κόσμου που δεν έχουν ακόμη καταληφθεί. […] Με την υψηλή ανάπτυξη και τον όλο και πιο έντονο ανταγωνισμό των καπιταλιστικών χωρών για την απόκτηση των μη-καπιταλιστικών περιοχών, ο ιμπεριαλισμός αυξάνεται σε ενέργεια και βιαιότητα τόσο στην επιθετική πρακτική του ενάντια στον μη-καπιταλιστικό κόσμο όσο και με την όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των ανταγωνιζόμενων καπιταλιστικών χωρών. Όσο όμως πιο βίαιη, πιο αποφασιστική και πιο ριζική κάνει ο ιμπεριαλισμός την παρακμή των μη-καπιταλιστικών πολιτισμών, τόσο πιο γρήγορα αφαιρεί από τη συσσώρευση του κεφαλαίου το έδαφος κάτω από τα πόδια του» [8].

Η Λούξεμπουργκ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κεφάλαιο θέλει να επεκτείνει την εκμετάλλευση σε παγκόσμιο επίπεδο, επειδή αυτό «χρειάζεται γενικά το απεριόριστο διάστημα διάθεσης του συνόλου των εργατικών δυνάμεων σε όλη τη γήινη σφαίρα, ώστε με αυτές να κινητοποιήσει όλες τις παραγωγικές δυνάμεις της Γης –στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό μέσα στα όρια της παραγωγής υπεραξίας.» [9] Όσο μεγάλες κι αν είναι οι διαφορές ανάμεσα στο Λένιν, στο Μπουχάριν και τη Λούξεμπουργκ, όλοι έχουν την πεποίθηση ότι ο ιμπεριαλισμός είναι η «τελική φάση» [10] ή η φάση της «σήψης του καπιταλισμού» [11] και, επομένως, «η παρακμή της αστικής τάξης [είναι] αναπόφευκτη» [12]. Τέτοιες δηλώσεις δεν αντανακλούν μόνο την πολιτική αισιοδοξία την οποία ένιωθαν οι επαναστάτες εκείνη την περίοδο, αλλά και την τότε συνήθη δομική και λειτουργιστική κατανόηση του καπιταλισμού, η οποία υπέθετε ότι το σύστημα τείνει σ’ ένα αναπόφευκτο τέλος. Εκείνη την περίοδο αυτό δε φαινόταν τόσο παρατραβηγμένο, εξ’ άλλου οι συγγραφείς έγραψαν τις πραγματείες τους την παραμονή ή κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε, μετά από μια σύντομη περίοδο ευημερίας, η παγκόσμια οικονομική κρίση και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος: Φαινόμενα τα οποία δεν στρέφονταν ενάντια στα επιχειρήματά τους για μια παγκόσμια αποσταθεροποίηση του συστήματος. Περίπου 100 χρόνια αργότερα ο καπιταλισμός εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει. Παρ’ όλα αυτά παρουσιάζει νέες ποιότητες, μπορεί ακόμη να χαρακτηριστεί ως ιμπεριαλισμός και εξακολουθεί να βιώνει μεγάλα ξεσπάσματα της τάσης προς την κρίση η οποία ενυπάρχει σ’ αυτόν [13]. 


Εργασία και ιμπεριαλισμός

Ο Λένιν, ο Μπουχάριν και η Λούξεμπουργκ έβλεπαν το διεθνή καταμερισμό εργασίας ως ένα κεντρικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού. Ο Λένιν δείχνει με βάση τον καταμερισμό εργασίας, την κατανομή των βιομηχανιών πάνω στις οποίες οι διάφορες τράπεζες εστιάζονται στις επενδύσεις τους. Για το Λένιν η εξαγωγή κεφαλαίου –σε αντίθεση με την εξαγωγή εμπορευμάτων- αποτελεί το κεντρικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού: «Όσο ο καπιταλισμός θα εξακολουθεί να είναι καπιταλισμός, το περίσσευμα του κεφαλαίου δε θα χρησιμεύει για το ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου των μαζών σε μια δοσμένη χώρα, γιατί αυτό θα μείωνε τα κέρδη των καπιταλιστών, μα για το ανέβασμα των κερδών με την εξαγωγή κεφαλαίου στο εξωτερικό, στις καθυστερημένες χώρες. Σ’ αυτές τις καθυστερημένες χώρες, το κέρδος είναι συνήθως σχετικά μεγάλο, γιατί έχουν λίγα κεφάλαια, η τιμή της γης δεν είναι μεγάλη, ο μισθός εργασίας είναι χαμηλός και οι πρώτες ύλες φτηνές.» [14]

Με παρόμοιο τρόπο επιχειρηματολογεί ο Μπουχάριν επικαλούμενος τον Μαρξ. Ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ πόλης και επαρχίας και μεταξύ επιχειρήσεων, κλάδων, οικονομικών υποκατηγοριών και εθνών –ο διεθνής καταμερισμός εργασίας- αποτελούν σημαντικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Ο καταμερισμός αυτός εξαρτάται εν μέρει από τα φυσικά δεδομένα (π.χ. «το κακάο […]» μπορεί «να παραχθεί μόνο στις τροπικές χώρες» [15] και εν μέρει από κοινωνικές αιτίες: «η ανισομετρία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», η οποία δημιουργεί «διάφορους οικονομικούς τύπους και διάφορες σφαίρες παραγωγής και μ’ αυτό τον τρόπο επεκτείνει το διεθνή καταμερισμό εργασίας σε κοινωνική βάση» [16]. Η εργασία κάθε ξεχωριστής χώρας μ’ αυτό τον τρόπο της ανταλλαγής, ο οποίος λαμβάνει χώρα σε διεθνές επίπεδο, γίνεται μέρος αυτής της κοινωνικής συνολικής εργασίας» [17]. Εξαιτίας της παγκόσμιας αγοράς και της άνισης παραγωγικότητας, χώρες λιγότερο παραγωγικές είναι αναγκασμένες να πουλούν τα εμπορεύματά τους κάτω από την αξία τους, ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν, [σύμφωνα με τον Μπουχάριν], κάτι που οδηγεί σ’ ένα σύστημα άνισης ανταλλαγής.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ επικεντρώθηκε στην προσέγγισή της για τον ιμπεριαλισμό, στις συνδέσεις «μεταξύ κεφαλαίου και μη-καπιταλιστικών μορφών παραγωγής». «Εδώ κυριαρχούν ως μέθοδοι η αποικιακή πολιτική, το διεθνές σύστημα δανείων, η πολιτική των σφαιρών συμφερόντων, οι πόλεμοι. Εμφανίζονται αρκετά ξεκάθαρα και ανοιχτά η βία, η απάτη, η καταπίεση, η λεηλασία, και χρειάζεται προσπάθεια για να εντοπιστούν μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα των πολιτικών πράξεων βίας και αναμέτρησης δυνάμεων οι αυστηροί νόμοι του οικονομικού προτσές.» [18]

Για τη Λούξεμπουργκ η ληστεία και η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης είναι εγγεγραμμένοι στις διεθνείς σχέσεις του ιμπεριαλισμού. «Το κεφάλαιο δε μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς τα μέσα παραγωγής και τις εργατικές δυνάμεις όλης της γήινης σφαίρας, για την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της κίνησης συσσώρευσής του χρειάζεται τους φυσικούς πόρους και τις εργατικές δυνάμεις όλων των περιοχών της Γης.» Το κεφάλαιο «δεν έρχεται απλά στο κόσμο, στάζοντας απ’ τους πόρους του “απ’ το κεφάλι μέχρι τα νύχια” αίμα και βρωμιά, αλλά επιβάλλεται και στο κόσμο βήμα προς βήμα» [19].

Παρ’ όλο που ο Λένιν, ο Μπουχάριν και η Λούξεμπουργκ αξιολόγησαν πλευρές του ιμπεριαλισμού διαφορετικά, κυρίως σε σχέση με το ζήτημα για το ρόλο του εθνικισμού στη ταξική πάλη και την απελευθέρωση, καθώς και σε σχέση με την εθνική αυτοδιάθεση, όπως επίσης τα οφέλη των ξένων αγορών στο καπιταλισμό, είναι καθαρό ότι και για τους τρεις θεωρητικούς η περιφέρεια δεν αποτελεί μόνο πηγή πόρων και αγορά για τον κατακλυσμό εμπορευμάτων από τα καπιταλιστικά κέντρα, αλλά και ότι αυτή εντάσσεται επίσης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας [20]. Ως συστατικό στοιχείο αυτού του καταμερισμού κάνει δυνατή την εκμετάλλευση των εργατών στην περιφέρεια, την εξαγωγή και την ιδιοποίηση υπεραξίας από τις μεγάλες εταιρίες.


Ο διεθνής καταμερισμός της ψηφιακής εργασίας

Η παγκόσμια επικοινωνία με τη μορφή του τηλέγραφου και των διεθνών πρακτορείων ειδήσεων έπαιξε ένα ρόλο στον ιμπεριαλισμό κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, βοηθώντας στο συντονισμό του εμπορίου, στην οργάνωση των επενδύσεων, της συσσώρευσης, της εκμετάλλευσης και του πολέμου. 100 χρόνια αργότερα, εξελίχθηκαν από δω ποικίλα μέσα επικοινωνίας και επεξεργασίας πληροφοριών, όπως για παράδειγμα οι υπερ-υπολογιστές, το διαδίκτυο, οι φορητοί υπολογιστές, τα Tablets, τα κινητά τηλέφωνα και τα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, ακριβώς όπως η εργασία των εργατών στην περιφέρεια κατά τη διάρκεια των πρώιμων φάσεων του ιμπεριαλισμού, έτσι και η παραγωγή πληροφοριών και η τεχνολογία πληροφοριών παίζουν το ρόλο τους ως μέρος ενός διεθνούς καταμερισμού εργασίας, επηρεάζοντας όλο και περισσότερο το σύστημα της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης [21].

Κριτικοί επιστήμονες πρότειναν τη δεκαετία του 1970 το θεώρημα του νέου καταμερισμού εργασίας, για να επιστήσουν τη προσοχή, στο ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες ήταν φτηνές πηγές βιομηχανικής εργασίας. Τα περισσότερα από αυτά τα ευρήματα τα απέκτησαν από την εξέταση των ανερχόμενων πολυεθνικών κοντσέρν [22]. Στο βιβλίο τους «The Endless Crisis», ο John Bellamy Foster και ο Robert W. McChesney περιγράφουν την άνοδο των πολυεθνικών ως την προσπάθεια του καπιταλισμού να υπερβεί τη μακροχρόνια στασιμότητα της οικονομίας και να αποκομίσει παγκόσμια μονοπωλιακά κέρδη. Τα πολυεθνικά κοντσέρν στοχεύουν να ρίξουν το ποσοστό των μισθών στο εθνικό εισόδημα και να αυξήσουν τα κέρδη με τη δημιουργία ενός συστήματος παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των εργατών. Το αποτέλεσμα είναι η παγκόσμια άνοδος του ποσοστού εκμετάλλευσης, την οποία ο Foster και ο McChesney, εμπνευσμένοι από την εργασία του καναδού οικονομολόγου Stephen Hymer, ονομάζουν «στρατηγική του διαίρει και βασίλευε».

Ο Πίνακας 1 δείχνει συγκριτικά στοιχεία των 2.000 μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιριών κατά τα έτη 2004 και 2014. Τα έσοδα αυτών των εταιριών αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ και δείχνουν ότι οι πολυεθνικές εργάζονται αποβλέποντας σε μια μονοπωλιακή θέση σε παγκόσμιο επίπεδο. Στα δυό αυτά χρόνια, σχεδόν τα δυό τρίτα των δαπανών αναλογούσαν στον χρηματοπιστωτικό, στον ασφαλιστικό και στον τομέα των ακινήτων –επιβεβαιώνοντας την υπόθεση του Foster και του McChesney, ότι μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μια εποχή παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Παρ’ όλα αυτά, σχετικά μερίδια αντιστοιχούν επίσης στη λογιστική (μεταφορές, υποδομές, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, αυτοκίνητα) καθώς και στη βιομηχανία και τον κλάδο των πληροφοριών (από το ηλεκτρονικό υλικό των τηλεπικοινωνιών, των ημιαγωγών μέχρι τη βιομηχανία διαφημίσεων, τους παρόχους διαδικτύου και τα τηλεοπτικά δίκτυα). Όλα αυτά δείχνουν ότι με εναλλασσόμενες αποχρώσεις, ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν είναι μόνο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός, αλλά και λογιστικός μονοπωλιακός, υπερβιομηχανικός μονοπωλιακός και πληροφοριακός μονοπωλιακός καπιταλισμός.

Πίνακας 1: Οι 2000 μεγαλύτερες πολυεθνικές του κόσμου, 2004-2014


2004
2014
Συνολικός τζίρος
19.934 δισ. $
38.361 δισ. $
Συνολικό πάγιο ενεργητικό
68.064 δισ. $
160.974 δισ. $
Συνολικά κέρδη
760,4 δισ. $
2.927,5 δισ. $
Ποσοστό του τζίρου στο παγκόσμιο ΑΕΠ
50,8 %
51,4 %
Ποσοστό του τζίρου του χρηματοπιστωτικού, του ασφαλιστικού και του τομέα των ακινήτων στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία
70,8 %
70,8 %
Ποσοστό του χρηματοπιστωτικού, του ασφαλιστικού και του τομέα των ακινήτων στα συνολικά κέρδη
32,7 %
33,5 %
Ποσοστό του τομέα πληροφοριών στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία
5,9 %
5,5 %
Ποσοστό του τομέα πληροφοριών στα συνολικά κέρδη
0,8 %
17,3 %
Ποσοστό του τομέα πληροφοριών στο συνολικό τζίρο
11,3%
13,1%
Ποσοστό του τομέα λογιστικής στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία
7,5%
6,9%
Ποσοστό του τομέα λογιστικής στα συνολικά κέρδη
22,4%
19,0%
Ποσοστό του βιομηχανικού τομέα στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία
7,1%
6,9%
Ποσοστό του βιομηχανικού τομέα στα συνολικά κέρδη
28,3%
18,6%
Κινεζικές πολυεθνικές στις κορυφαίες 2.000
49
207
Πολυεθνικές των ΗΠΑ στις κορυφαίες 2.000
751
563
Ποσοστό των κινεζικών εταιριών στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία
1,1%
13,7%
Ποσοστό των κινεζικών εταιριών στα συνολικά κέρδη
3,6 %
14,3 %
Ποσοστό των βορειοαμερικανικών και ευρωπαϊκών εταιριών στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία
77,4%
63,1%
Ποσοστό των βορειοαμερικανικών και ευρωπαϊκών εταιριών στα συνολικά κέρδη
82,9%
61,7%

Μια σημαντική αλλαγή μεταξύ 2004 και 2014 ήταν η άνοδος των κινεζικών πολυεθνικών, των οποίων τα ποσοστά, οι τζίροι και τα κέρδη αυξήθηκαν ιδιαίτερα. Οι ευρωπαϊκές και οι βορειοαμερικανικές επιχειρήσεις δεν ελέγχουν τώρα πλέον τα τρία τέταρτα περίπου, αλλά σχεδόν τα δύο τρίτα του παγκόσμιου κεφαλαίου, κάτι που σημαίνει ότι παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να κυριαρχούν. Το ότι οι κινεζικές πολυεθνικές παίζουν ένα πιο σημαντικό ρόλο, δείχνει λιγότερο ένα βασικό ρήγμα, περισσότερο όμως, ότι η Κίνα αντιγράφει τον καπιταλισμό δυτικής προέλευσης, έτσι που έχει δει το φως ένας «καπιταλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά».

Ο νέος διεθνής καταμερισμός εργασίας σχηματίζει την καρδιά της πληροφοριακής και ψηφιακής οικονομίας, η οποία παράγει η ίδια τις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) και τις πληροφορίες. Διάφορες μορφές της φυσικής εργασίας παράγουν τεχνολογίες πληροφοριών, οι οποίες στη συνέχεια χρησιμοποιούνται από τους εργαζόμενους στα μέσα επικοινωνίας και τη βιομηχανία του πολιτιστικού τομέα, ώστε να παράγουν ψηφιακά περιεχόμενα, όπως για παράδειγμα μουσική, ταινίες, δεδομένα, στατιστικές, πολυμέσα, εικόνες, βίντεο, κινούμενα σχέδια, κείμενα και άρθρα. Η τεχνολογία και το περιεχόμενο συνδέονται επομένως άμεσα, έτσι που η οικονομία της πληροφορίας εμφανίζεται συγχρόνως φυσική και μη-φυσική. Η τεχνολογία πληροφοριών δεν είναι ούτε φαινόμενο του εποικοδομήματος ούτε άυλη, αλλά περισσότερο αποτελεί μια ειδική μορφή οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία διατρέχει εγκάρσια τη διάκριση-βάση-εποικοδόμημα.

Η Εικόνα 1 δείχνει ένα μοντέλο των μεγάλων προτσές παραγωγής, τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Κάθε βαθμίδα παραγωγής περιλαμβάνει ανθρώπινα υποκείμενα (S), τα οποία χρησιμοποιούν εργασιακές τεχνολογίες (T), αυτές τις εφαρμόζουν στα αντικείμενα της εργασίας (O) και κατ’ αυτό τον τρόπο παράγουν ένα νέο προϊόν. Το θεμέλιο πάνω στο οποίο βασίζεται η ψηφιακή εργασία είναι η εργασιακή κυκλοφορία της αγροτικής οικονομίας, όπου οι μεταλλωρύχοι  εξορύσσουν ορυκτά από τη γη. Αυτές οι πρώτες ύλες γίνονται στη συνέχεια αντικείμενα στην επόμενη φάση παραγωγής, στην οποία υποβάλλονται σε περαιτέρω κατεργασία σε συστατικά των ΤΠΕ, τα οποία μετά γίνονται αντικείμενα στο επόμενο εργασιακό βήμα: Οι εργάτες στην αλυσίδα παραγωγής κατασκευάζουν τις ψηφιακές τεχνολογίες των μέσων ενημέρωσης με τη βοήθεια των συστατικών των ΤΠΕ ως εισροή (Input). Από δω προκύπτουν ακριβώς εκείνες οι ψηφιακές τεχνολογίες των μέσων ενημέρωσης, οι οποίες κατευθύνουν την παραγωγή, τη διανομή, την κυκλοφορία και την κατανάλωση διαφόρων τύπων πληροφοριών.
Εικόνα 1: Ο διεθνής καταμερισμός εργασίας

Υπό την ετικέτα «Ψηφιακή Εργασία» δεν κατανοείται επομένως μόνο η παραγωγή ψηφιακών περιεχομένων. Πολύ περισσότερο, πρόκειται για μια κατηγορία, η οποία περιλαμβάνει όλη την αλυσίδα παραγωγής, ως δίκτυο αγροτικής, βιομηχανικής και πληροφοριακής εργασίας, μέσω των οποίων γίνεται πρώτα δυνατή η ύπαρξη και η χρήση των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης. Τα υποκείμενα (S), τα οποία έχουν εμπλακεί κατά μήκος αυτής της ψηφιακής οργανωμένης εργασίας στα ορυχεία, στα εργοστάσια και μπροστά από την οθόνη, βρίσκονται σε μια ειδική σχέση προς την παραγωγή. Αυτό που στην εικόνα εντάσσεται στο S, είναι επομένως, πραγματικά, μια σχέση μεταξύ S1 και S2, μια σχέση μεταξύ διαφόρων υποκειμένων και ομάδων από υποκείμενα.

Σήμερα, οι περισσότερες από αυτές τις «ψηφιακές» σχέσεις παραγωγής αποτελούνται από μισθωτή εργασία, καταναγκαστική εργασία, απλήρωτη επισφαλή και αυτόνομη εργασία, όπου ο διεθνής καταμερισμός εργασίας εμφανίζεται ως ένα μεγάλο και πολύπλοκο δίκτυο συνδεδεμένων μεταξύ τους παγκόσμιων προτσές εκμετάλλευσης. Αυτά ξεκινούν από τους κονγκολέζους μεταλλωρύχους καταναγκαστικής εργασίας, οι οποίοι κουβαλούν από το βουνό τις σπάνιες γαίες για τη βιομηχανία της τεχνολογίας πληροφοριών και μέσω των εκμεταλλευόμενων μισθωτών εργατών στα εργοστάσια της Foxconn και των κακοπληρωμένων κατασκευαστών λογισμικού (software) στην Ινδία, φτάνουν μέχρι τους καλοπληρωμένους, ιδιαίτερα στρεσαρισμένους σχεδιαστές λογισμικού της Google και σε άλλες επιχειρήσεις της Δύσης, τους επισφαλείς ψηφιακούς ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι διαδίδουν και δημιουργούν κουλτούρα και, τέλος, τους εργάτες των ηλεκτρονικών αποβλήτων, οι οποίοι αποσυναρμολογούν ξανά τις τεχνολογίες πληροφοριών, οι οποίοι εδώ είναι εκτεθειμένοι στις δηλητηριώδεις ουσίες.

Ας δούμε ένα παράδειγμα ψηφιακής εργασίας. Το 2015 η Apple, σύμφωνα με το περιοδικό Fortune, ανήκε στις μεγαλύτερες υπερεθνικές εταιρίες του κόσμου. Η Apple ήταν κάποτε η δωδέκατη σε μέγεθος εταιρία στον κόσμο. Τα κέρδη της αυξήθηκαν από 37 δισ. δολάρια ($) το 2013, μέχρι σε σχεδόν 40 δισ. $ το 2014, φτάνοντας μάλιστα τα 44,5 δισ. $ το 2015. Το ίδιο έτος τα iPhones αντιπροσώπευαν το 56% του ποσοστού των καθαρών πωλήσεων, τα iPads βρίσκονταν στο 17%, τα Macs στο 13% και το λογισμικό καθώς και άλλες υπηρεσίες περίπου στο 10%. Η κινεζική εργασία που είναι ενσωματωμένη σ’ ένα iPhone αποτελούσε μόνο το 1,8% της τιμής, ενώ τα κέρδη από τα iPhones της Apple βρίσκονταν στο 58,5% και οι προμηθευτές της Apple καθώς και η ταϊβανέζικη εταιρία Foxconn αποκόμισαν το 14,3% του κέρδους. Γι‘ αυτό το iPhone 6 Plus κοστίζει 299 $, όχι λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής, αλλά επειδή η Apple κατά μέσο όρο έχει κέρδος 175 $, η Foxconn αποκομίζει επιπλέον 43 $, ενώ οι εργάτες παίρνουν μισθό μόνο 5 $. Τα υψηλά κόστη των iPhones και άλλων προϊόντων είναι αποτέλεσμα ενός υψηλού ποσοστού κέρδους και υψηλού ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασίας –άμεσα αποτελέσματα του διεθνούς καταμερισμού εργασίας στην ψηφιακή εποχή. Η Κίνα εδώ, σύμφωνα με τους Foster και McChesney, παίζει το ρόλο ενός «επιμηκυνόμενου πάγκου εργασίας του κόσμου» σ’ ένα σύστημα «εκμετάλλευσης των μισθολογικών διαφορών παγκοσμίως […] και ακραίας εκμετάλλευσης» [23].

Στη λίστα του περιοδικού Fortune με τις 500 επιχειρήσεις που έχουν το μεγαλύτερο τζίρο, η Foxconn, με περισσότερους από ένα εκατομμύριο εργάτες, κυρίως νέοι μετανάστες εργάτες από αγροτικές περιοχές της Κίνας, είναι ο τρίτος σε μέγεθος εργοδότης στον κόσμο. Η εταιρία κατασκευάζει το iPad, το iMac, το iPhone, το Amazon Kindle, αλλά και τις βίντεο κονσόλες παιχνιδιών της Sony, της Nintendo και της Microsoft. Όταν μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου του 2010, 17 εργάτες της Foxconn προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν και αυτό δεν το κατόρθωσαν οι περισσότεροι, στο πρόβλημα των άθλιων συνθηκών εργασίας στην κινεζική βιομηχανία υπολογιστών δόθηκε μεγαλύτερη προσοχή. Έχουν ήδη δημοσιευτεί μερικές επιστημονικές μελέτες, οι οποίες περιέγραφαν την καθημερινότητα στα εργοστάσια της Foxconn, στα οποία οι εργάτες παίρνουν χαμηλούς μισθούς, πρέπει να κάνουν υπερωρίες, ενώ είναι εκτεθειμένοι στις βραχυπρόθεσμες αλλαγές του προγράμματος εργασίας. Σ’ αυτά προστίθενται οι ακατάλληλες προστατευτικές ενδυμασίες, η υπερπλήρης στέγαση που μοιάζει με φυλακή, το αηδιαστικό φαγητό, τα κίτρινα συνδικάτα που διευθύνονται από εκπροσώπους των εργοστασίων και τα οποία δεν εμπιστεύεται κανένας εργάτης, οι απαγορεύσεις συζητήσεων κατά τη διάρκεια της εργασίας, ενώ οι ξυλοδαρμοί και τα καψώνια από τους φρουρούς ασφαλείας είναι στην ημερήσια διάταξη.

Παρ’ όλα αυτά η Apple επαίρεται σε μια έκθεση προόδου της σχετικά με την ευθύνη των προμηθευτών για το έτος 2014: «έχουμε φροντίσει ώστε με τους προμηθευτές μας να τηρείται ένας μέγιστος χρόνος εργασίας 60 ωρών τη βδομάδα κατά μέσο όρο στο 95%». Η σύμβαση της ILO [Διεθνής Οργάνωση Εργασίας] C030 σχετικά με τις ώρες εργασίας, συνιστά ένα όριο 48 ωρών ανά βδομάδα εργασίας και όχι περισσότερες από 8 ώρες ανά ημέρα. Το ότι η Apple επαίρεται ότι επιβάλλει μια βδομάδα 60 ωρών με τους προμηθευτές της, δείχνει ότι ο σημερινός διεθνής καταμερισμός της Ψηφιακής Εργασίας δεν είναι μόνο εκμεταλλευτικός, αλλά επιπρόσθετα είναι και χειροπιαστά ρατσιστικός: Η Apple θεωρεί ότι οι 60 ώρες για τους ανθρώπους στην Κίνα αποτελούν ένα κατάλληλο πρότυπο.

Η έκθεση της εταιρίας για το 2014 ισχυρίζεται επίσης, ότι η εταιρία μπορεί να επιτηρεί τις συνθήκες εργασίας για περισσότερους από ένα εκατομμύριο εργάτες. Επειδή εδώ η Apple δε βασίζεται σε ανεξάρτητες ΜΚΟ όπως η Students And Scholars Against Corporate Misbehaviour (SACOM), πρόκειται για μια επιβληθείσα μεροληπτική έκθεση: Εργάτες οι οποίοι εξετάζονται από τα δικά τους αφεντικά, ασφαλώς και δε θα παρουσιάσουν τα παράπονά τους με τον κατάλληλο τρόπο όταν διακυβεύεται η δουλειά τους.

Στις πολλές παραβιάσεις των εργατικών δικαιωμάτων, οι οποίες αναφέρθηκαν πιο πάνω, προστίθεται ακόμη ένα γεγονός: Το ύφος και η γλώσσα της έκθεσης δείχνουν ότι οι αποτυχίες αποδίδονται αποκλειστικά στους προμηθευτές και στα τοπικά πρακτορεία: «Από τους προμηθευτές μας ζητάμε να τηρούν τις πιο αυστηρές προδιαγραφές του κώδικα δεοντολογίας της Apple, και ανεβάζουμε τον πήχη των προσδοκιών μας κάθε χρόνο ψηλότερα […] Όλοι οι τόποι της τελικής κατασκευής ελέγχονται από εμάς κάθε χρόνο». Μια έκθεση όπως αυτή, ποτέ δε θα αναγνώριζε ότι μια τέτοια συμπεριφορά είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα της απαίτησης των διεθνών επιχειρήσεων για γρηγορότερη και φθηνότερη παραγωγή. Η ιδεολογική στρατηγική της Apple στοχεύει στην απόσπαση της προσοχής από τη δική της ευθύνη για την εκμετάλλευση των κινέζων εργατών.

Συμπέρασμα: Ιδεολογία και αντίσταση

Η εταιρία με το μήλο πλάσαρε το iPhone 5 ως κινητό τηλέφωνο «για όλους όσους ζουν ποικιλοτρόπως». Τέτοια σλόγκαν προσπαθούν να μας μεταδώσουν ότι η ψηφιακή τεχνική επανάσταση μάς έχει φέρει μια νέα και καλύτερη κοινωνία, απ’ την οποία όλοι κερδίζουν. Παρόμοια/οι ιδεολογικά μέτρα και ισχυρισμοί μπορούν να εξακριβωθούν στο πλαίσιο των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης, του Cloud Computing, Big Data, Crowdsourcing και σε αντίστοιχα φαινόμενα. Τέτοιες υποθέσεις αποτελούν μορφές ενός τεχνολογικού φετιχισμού, ο οποίος καταλήγει στο ότι η τεχνολογία από μόνη της δημιουργεί μια καλύτερη κοινωνία χωρίς να αναλυθούν οι κοινωνικές σχέσεις στις οποίες αυτή εντάσσεται. Σ’ αυτό τον τεχνολογικό φετιχισμό «η συγκεκριμένη κοινωνική σχέση των ανθρώπων» παίρνει τη μορφή «μιας σχέσης πραγμάτων» [24].

Παρατηρώντας κάποιος αυτό το διεθνή καταμερισμό εργασίας απ’ τη σκοπιά των κλασικών αντιλήψεων περί ιμπεριαλισμού του Λένιν, της Λούξεμπουργκ και του Μπουχάριν, αυτό μας βοηθά να κοιτάξουμε πίσω απ’ αυτό τον τεχνολογικό φετιχισμό. Το παράδειγμα της Apple δείχνει ότι η ψηφιακή τεχνολογία και οι ιδέες που πλαισιώνουν τις διαφημίσεις και την πολιτική, δημιουργούνται με τη γοητεία για το νέο και σβήνουν αναγκαστικά τη διατήρηση της παγκόσμιας εκμετάλλευσης.

Η Apple στο διεθνή καταμερισμό της ψηφιακής εργασίας πραγματοποιεί υψηλά κέρδη μέσω ανάθεσης εργασιών συναρμολόγησης προς την Κίνα, όπου η δυτική στρατηγική της «εξαγωγής κεφαλαίου», εξαιτίας των χαμηλών μισθών και των υψηλών ποσοστών εκμετάλλευσης της εργασίας, αποφέρει υψηλά κέρδη. Η εκμετάλλευση των εργατών στην Foxconn, στην Pegatron και σε άλλες εταιρίες δείχνει ότι το κεφάλαιο «δεν έρχεται απλά στο κόσμο, στάζοντας απ’ τους πόρους του “απ’ το κεφάλι μέχρι τα νύχια” αίμα και βρωμιά, αλλά επιβάλλεται και στο κόσμο βήμα προς βήμα» [25]. Οι αναλύσεις του Λένιν και της Λούξεμπουργκ παραμένουν πέρα για πέρα σωστές για τον 21ο αιώνα όπως και πριν από 100 χρόνια.

Οι Foster και McChesney επιχειρηματολογούν, ότι «οι καπιταλιστικές αντιφάσεις κινεζικής κοπής» περιλαμβάνουν υπερ-επενδύσεις στον κατασκευαστικό κλάδο και την αγορά ακινήτων, μια αδύναμη εγχώρια κατανάλωση, ακραία εκμετάλλευση, αυξανόμενη ανισότητα, ανεκμετάλλευτες υποδομές, διακρίσεις κατά των μεταναστών εργατών, ατμοσφαιρική ρύπανση και περιβαλλοντικές καταστροφές [26]. Παρ’ όλα αυτά, τα μέσα ενημέρωσης τείνουν να αγνοούν τη δραστήρια πολιτική κουλτούρα των αγώνων της εργατικής τάξης και των άλλων κοινωνικών συγκρούσεων που προκύπτουν από αυτές τις αντιφάσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του Δελτίου Εργασίας της Κίνας, το έτος 2014 στην Κίνα έγιναν 1.276 απεργίες. Η Κίνα δεν είναι μια μονολιθική κοινωνία, αλλά, χωρίς αμφιβολία, μια κοινωνία με ενεργούς και ζωντανούς αγώνες της εργατικής τάξης ενάντια στην εκμετάλλευση. Τον Οκτώβριο του 2014, λίγο μετά τις σποραδικές αναταραχές των εργατών τον Ιούνιο, έκαναν απεργία μερικές χιλιάδες εργάτες των εργοστασίων της Foxconn στην πόλη Τσονγκτσίνγκ για μισθολογικές αυξήσεις.

Ο βραχυπρόθεσμος και μεσοπρόθεσμος στόχος των αγώνων της ψηφιακής εργατικής τάξης, θα ‘πρεπε να είναι η δημιουργία εργοστασίων ελεγχόμενων από τους εργάτες στις ψηφιακές και πολιτιστικές βιομηχανίες, σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης και διαμοιρασμένων σ’ όλη τη γήινη σφαίρα, ανεξάρτητα απ’ το αν πρόκειται για τα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης, τον προγραμματισμό λογισμικού, την-οικονομία-με-ελεύθερους-επαγγελματίες, τη μεταλλευτική βιομηχανία ή τις συναρμολογήσεις. Μακροπρόθεσμα στόχος θα πρέπει να είναι η υπέρβαση της καπιταλιστικής οργάνωσης αυτών των σφαιρών και της καπιταλιστικής κοινωνίας συνολικά. Το ζήτημα, για το ποιο ρόλο θα πρέπει να παίξει σ’ αυτούς τους αγώνες η εθνική ή η διεθνής διάσταση, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο στρατηγικών πολιτικών συζητήσεων. Σε μια έκκληση του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών το 1867, ο Μαρξ έγραψε ότι «οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων για να αντισταθούν στους εργάτες τους, άφησαν να έρχονται οι ξένοι εργάτες όσο και να παράγουν τα εμπορεύματά τους εκεί όπου οι μισθοί εργασίας είναι φτηνότεροι.» Σήμερα [εξακολουθεί] ακόμη να είναι σωστό όπως και τότε, ότι αν «η εργατική τάξη […] θέλει να συνεχίσει τον αγώνα της με κάποια προοπτική επιτυχίας», η μόνη κατάλληλη απάντηση στην παγκόσμια καπιταλιστική κυριαρχία είναι η αναδιαμόρφωση «των δικών της εθνικών Ενώσεων σε διεθνείς» [27].


Καθηγητής Δρ. Christian Fuchs, Λονδίνο, επιστήμονας Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνιών, καθηγητής πανεπιστημίου στο Communication and Media Research Institute (CAMRI) [Ινστιτούτο Ερευνών Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης] στο Πανεπιστήμιο του Γουέστμινστερ.

Μετάφραση (από τα αγγλικά στα γερμανικά): Alan van Keeken
_______

Σημειώσεις

MEW = Marx-Engels Werke (Έργα των Μαρξ-Ένγκελς)

LW = Lenin Werke (Έργα του Λένιν)

[1] Για μια λεπτομερή ανάλυση βλ. C. Fuchs: Media, War and Information Technology, στο: D. Freedman/D.K. Thussu (Hrsg.): Media and Terrorism: Global Perspectives, Λονδίνο 2012, σ. 47-62. Του ίδιου: Critical Globalization Studies: An Empirical and Theoretical Analysis of the New Imperialism, στο: Science & Society, έτος 74ο, Αρ.. 2/2010, σ. 215-247. Του ίδιου: Critical Globalization Studies and the New Imperialism, στο: Critical Sociology, έτος 36ο, Αρ. 6/2010, σ. 839-867. Του ίδιου: New Imperialism: Information and Media Imperialism?, στο: Global Media and Communication, έτος 6ο, Αρ. 1/2010, σ. 33-60. 

[2] LW τόμ. 22, σ. 271. 

[3] N. Bucharin/E. Preobraschenski: Das ABC des Kommunismus. Populäre Erläuterung des Programms der Kommunistischen Partei Russlands (Bolschewiki), 1920, σ. 527, στο: Manesse Bibliothek der Weltgeschichte, Ζυρίχη 1985, σ. 198.

[4] N. Bucharin: Imperialismus und Weltwirtschaft, 1917, σ. 12. Κεφάλαιο 12, online:
https://www.marxists.org/deutsch/archiv/bucharin/1917/imperial/index.htm. 

[5] Bucharin: Imperialismus, ό.π., 13ο κεφάλαιο

[6] Ό.π.

[7] LW τόμ. 22, σ. 273. 

[8] R. Luxemburg: Gesammelte Werke, τόμ 5, Βερολίνο (DDR) 1975, σ. 391. 

[9] Ό.π., σ. 311. 

[10] Ό.π., σ. 391. 

[11] LW τόμ. 22, σ. 283. 

[12] Bucharin/Preobraschenski: ABC, ό.π., σ. 534. 

[13] J.B. Foster/R.W. McChesney: The Endless Crisis. How Monopoly-Finance Capitalism Produces Stagnation and Upheaval from the USA to China, Νέα Υόρκη 2012; D. Harvey: Der neue Imperialismus, Αμβούργο 2005; E.M. Wood: Empire of Capital, Λονδίνο 2003. 

[14] LW τόμ. 22, σ. 245. 

[15] Bucharin: Imperialismus, ό.π., πρώτο κεφάλαιο

[16] Ό.π

[17] Ό.π

[18] Luxemburg: Gesammelte Werke. Τόμ. 5., ό.π., σ. 397. 

[19] Ό.π, σ. 314 και 398. 

[20] Σύγκρ. P. Mattick: Die Gegensätze zwischen Luxemburg und Lenin, στο: Rätekorrespondenz, τεύχ. 12/1935, σ. 1-23. 

[21] C. Fuchs: Digital Labor and Karl Marx, Νέα Υόρκη 2014.

[22] F. Fröbel/J. Heinrichs/O. Kreye: Die neue internationale Arbeitsteilung. Strukturelle Arbeitslosigkeit in den Industrieländern und die Industrialisierung der Entwicklungsländer, Ράινμπεκ 1977.

[23] Foster/McChesney: Endless Crisis, ό.π., σ. 172.

[24] MEW τόμ. 23, σ. 86.

[25] Luxemburg: Gesammelte Werke. Τόμ. 5., ό.π., σ. 398.

[26] Foster/McChesney: Endless Crisis, ό.π., σ. 157.

[27] MEW τόμ. 16, σ. 526. 


Πηγή: Marxistische Blätter [Μαρξιστικά Φύλλα], τεύχ. 3, 2016

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.