Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Νοσταλγός ή προφήτης



Ένα σύντομο σκίτσο για το Νίτσε και τη φιλοσοφία του

του Δημήτρη Γληνού

Σαράντα χρόνια πέρασαν από το θάνατό του και πενήντα τόσα χρόνια, από την ημέρα, που βυθίστηκε στο σκοτάδι της τρέλλας ο πυρωμένος του νους. Το φοβερό δράμα της ζωής του πήρε την καταστροφική του λύση την ημέρα κείνη του Γενάρη στα 1889 όπου στην πλατεία Κάρλο Ουμπέρτο του Τουρίνου παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια των αγαθών αστών ένα παράξενο θέαμα. 

Ένας άνθρωπος μεσόκοπος με μουστάκια και φρύδια πυκνά να ορμάει και ν’ αγκαλιάζει έν’ άλογο, που το ‘δερνεν ο αμαξάς. Να βγάζει στριγγές φωνές, να φοβερίζει και να βρίζει τον αμαξά. Τον περιμέζεψεν ο ξενοδόχος του. Από κείνη τη στιγμή ο Νίτσε είτανε τρελλός. Από κείνη τη στιγμή; Τον τρέλλανεν η θέα ενός ζώου, που το βασάνιζ’ ένας άνθρωπος; Μα αυτός δεν είταν ο φιλόσοφος, που διακήρυξε το «Γίνεστε σκληροί;» Αυτός δεν είτανε, που έγραψε «Να βλέπεις να πονούν οι άλλοι κάνει καλό, να κάνεις εσύ να πονούν οι άλλοι, κάνει πιότερο καλό»; Στην τελευταία δραματική στιγμή της τραγικής ζωής του, στο πέρασμα τ’ οριστικό από τη συναρτημένη σκέψη στον παραλογισμό της τρέλλας, συγκεντρώνεται και ξεσπάει ακόμη μια φορά η φοβερή αντινομία της προσωπικής του ζωής. Ένας άνθρωπος τρυφερός κι ευαίσθητος, ένας άνθρωπος διψασμένος για λίγη στοργή, για λίγην αγάπη, ένας άνθρωπος, που δε μπορούσε να πατήσει ένα μυρμήγκι, είχε γίνει φλογερός και μεγαλόστομος κήρυκας, ο εξιδανικευτής, ο θαμαστής, ο νοσταλγός και ο προφήτης του νόμου της ζούγκλας. Η φοβερή και ανυπερνίκητη αυτή αντινομία της ζωής του τον οδήγησε στην τρέλλα; Αυτή μόνο; Και πούθε πήγασεν η αντινομία τούτη; Ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά στην προσωπική του ζωή και στην ψυχοφυσική του ιδιοσυστασία.

Ο Νίτσε γεννήθηκε στις 15 του Οχτώβρη στα 1844 στο χωριό Röcken κοντά στο Lützen [1]. Είτανε γιος του προτεστάντη παπά Λουδοβίκου Νίτσε. Και η μητέρα του Φραγκίσκα Oeler είταν από παπαδοφαμίλια. Τι χαρακτηριστική καταγωγή για τον άνθρωπο, που έφτασε να γράψει τον «Αντίχριστο», να φαντάζεται μάλιστα πως ο ίδιος είταν ο Αντίχριστος, ο σταλμένος από τη μοίρα για να καταλύσει την χριστιανικήν «ηθική των σκλάβων»! Ο πατέρας του πέθανε από εγκεφαλικήν αρρώστια, όταν ο Νίτσε είτανε πέντε χρονώ. Στο σπίτι είτανε κι ένα δεύτερο παιδί, η αδελφή του Ελιζαμπέτα. Το θάνατο του πατέρα του τον αιστάνθηκε σ’ όλη του τη ζωή ο Νίτσε σαν ένα σκληρό χτύπημα. Μικρός χωρίστηκεν από το σπίτι του. Στην αρχή πήγαινε στο σχολειό και στο Γυμνάσιο στο Naumburg. Δεκατεσσάρω χρονώ κλείστηκε στο περίφημο κλασικό γυμνάσιο της Schulpforta [2] κι έμεινε ‘κει έξη χρόνια. Έπειτα γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Bonn φοιτητής της φιλολογίας. Μαθητής του μεγάλου φιλολόγου Ritschl ακολούθησε το δάσκαλό του στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Εκεί αναδείχτηκε πρώϊμα με την οξύτητα της κρίσης του, τη ζωηράδα της φαντασίας του και την ακαταπόνητη εργατικότητά του. Τόσες μεγάλες ελπίδες γέννησε στους δασκάλους του, όπου δεν είχεν ακόμη αποτελειώσει τις σπουδές του κι ο Ritschl [3] τον εσύστησε στο Πανεπιστήμιο του Basel [4] της Ελβετίας, όπου διορίστηκε Καθηγητής της κλασικής φιλολογίας. Το Πανεπιστήμιο της Λειψίας τον ανακήρυξε διδάχτορα και του έστειλε το δίπλωμά του χωρίς να δώσει εξετάσεις. Περίπτωση μοναδική στα χρονικά Πανεπιστημίων. Αυτό έγινε στα 1869.

Στο Basel αρχίζει ο Νίτσε μια πολυποίκιλη και κουραστική δράση σαν καθηγητής και  συγγραφέας.

Στα 1870, όταν ξέσπασεν ο γαλλογερμανικός πόλεμος πηγαίνει εθελοντής νοσοκόμος στο γερμανικό στρατό, γιατί σαν υπήκοος πια Ελβετός δεν μπορούσε να υπηρετήσει στον ενεργό στρατό. Από τον πόλεμο γυρίζει άρρωστος. Τον πονούνε τα μάτια του, δεν μπορεί να δουλέψει, καταντάει σχεδόν τυφλός. Φοβεροί πονοκέφαλοι τον βασανίζουν. Παίρνει άδειες απανωτές. Στα 1876 αφήνει τη θέση του στο Pädagogikum [5] και μετά δυό χρόνια αναγκάζεται να παραιτηθεί και από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο. Από δω και πέρα θα ζήσει ο Νίτσε σαν άνθρωπος βαριά αρρωστημένος. Με φοβερήν, ακατανίκητη θέληση παλεύει ενάντια στην αρρώστια. Λαχταράει την υγεία σαν το υπέρτατο αγαθό. Γιγαντώνει τον αυτό του στην πάλη ενάντια στην αδυναμία τη φυσική, που τον καταδικάζει να ζει στη μοναξιά. Τα καλοκαίρια τα περνάει στα ψηλά βουνά της Ελβετίας, στο χωριό Sils Maria, στο Oberengadin. Το χειμώνα ζει στη Νίκαια και στην Ιταλική Ριβιέρα. Γυρίζει στα βουνά μέσα στον κρυστάλλινον αιθέρα ώρες ολόκληρες με βήμα βιαστικό. Κρατάει το σημειωματάριό του και ρίχνει σκόρπια στους στοχασμούς του. Τις νύχτες κάθεται και αντιγράφει και καταστρώνει τα έργα του. Μεταπέφτει από την πυρετικήν ενεργητικότητα σε αδράνεια, σε κατάπτωση ψυχική, σε θλίψην απέραντη. Βρίσκεται αδιάκοπα σε κυκλοθυμική κατάσταση. Πότε του φαίνεται πως πετάει μέσα σε μιαν ηλιόλουστην ατμόσφαιρα αυδαιμονίας και δράσης πνευματικής αχτινόβολης. «Τώρα είμ’ αλαφρός, τώρα πετώ, τώρα βλέπω τον εαυτό μου από ψηλά, τώρα χορεύει μέσα μου ένας θεός». Τα περισσότερα έργα του τα γράφει σε λίγες ημέρες, σε δυό ή τρεις βδομάδες μέσα σ’ έναν πυρετό δουλειάς, που δεν ξέρει κούραση, χωρίς να πάρει ανάσα. Ο τρόπος της εργασίας του μοιάζει σαν ένα συγγραφικό παραλήρημα. Κι έπειτα τον πλημμυρίζει η μοναξιά, η στέρηση των ανθρώπων, η ερήμωση και η κατάθλιψη.

Τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας του, τη φλόγωση και τους πόνους στα μάτια και τους πονοκεφάλους, τα υπερνίκησε με την τεράστια προσπάθεια της θέλησής του και για λίγα χρόνια αιστάνεται τον εαυτό του καλύτερα. Αργότερα όμως η πυρετική κίνηση του μυαλού του η κακοκεφιά και οι κυκλοθυμικές εναλλαγές τον κατατρώγουν, ώσπου ξέσπασε τέλος η τρέλλα.

Από τα 1889 είναι πια ένας ζωντανός νεκρός. Στην αρχή τον έκλεισαν στο φρενοκομείο. Έπειτα η μητέρα και η αδελφή του τον κράτησαν κοντά τους. Τον περιποιήθηκαν σαν μωρό, σαν άβουλο και κουτό παιδί που είχε ξαναγίνει, βυθισμένος στην ηλιθιότητα. Στις 25 Αυγούστου 1900 πέθανε.

Από τι έπασχεν ο Νίτσε; Είτανε μόνο νευροπαθολογική η κατάστασή του, μια νεύρωση από ψυχικούς τραυματισμούς; Ή τον έφαγε κάποιο μικρόβιο σκληρής αρρώστειας; Γύρω από το θέμα τούτο έγιναν μεγάλες συζητήσεις. Σήμερα φαίνεται βέβαιο, πως ο Νίτσε νέος αρρώστησε από σύφιλη στη Λειψία. Κακή θεραπεία άφησε τη σπειροχαίτη να δουλεύει και να κατατρώει το νευρικό του σύστημα. Η αρρώστια του είτανε προχωρητική γενική παράλυση και απ’ αυτή πέθανε. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί και προπάντων ο γιατρός Möbius [6] προσπάθησαν ν’ αποδείξουν πως τα περισσότερα έργα του και μάλιστα της τελευταίας εποχής είταν επηρεασμένα από την αρρώστια του, από το παραλήρημα των μεγαλείων και τη μανία της καταδίωξης. Μα ως τόσο είναι ακόμη βέβαιο πως μια δυνατή νεύρωση από συναιστήματα μειονεχτικότητας έπαιξε τεράστιο ρόλο στη ψυχοπνευματική του διαμόρφωση. Ο Νίτσε είταν ένας νευρωτικός, πριν ακόμη η ωχρή σπειροχαίτη οργώσει τον εγκέφαλό του. Και είναι ακόμη ολοφάνερο, πως το έργο του είναι από την αρχήν αρχήν επηρεασμένο βαθιά και σφραγισμένο απόλυτα με τον προσωπικό του χαραχτήρα και τις περιπέτειες της ψυχοφυσικής του ιδιοσυστασίας.

Ωστόσο το έργο αυτό δεν παύει να έχει μεγάλη σημασία, γιατί περιπλέχτηκε τόσο στενά με τα προβλήματα του καιρού του και πήρε τέτια ψυχοδυναμικήν έκφραση, ώστε η επίδρασή του σε πολλούς κύκλους από τα 1900 και δώθε είταν αρκετά δυνατή. Για ένα δυό δεκαετίες στην αρχή του εικοστού αιώνα ο Νίτσε είταν ο φιλόσοφος της μόδας. Υπάρχει άραγες τίποτα με μονιμότερην αξία μέσα στο έργο του;

* * *

Ο Νίτσε είτανε πλούσια προικισμένος από τη φύση. Τρυφερή ψυχή κι ευαίσθητη, μουσικό τάλαντο, ακουστική και οπτική ενάργεια στον υπέρτατο βαθμό, φαντασία διεισδυτική, αναλυτική και συνθετική, ένας δέχτης ψυχικός, που συγκλονιζότανε και από την προσωπικήν επαφή με τους ανθρώπους και από τα γενικά ιδεολογικά ρέματα του καιρού του, μια πύρινη λαχτάρα για τη ζωή, μιαν απέραντη αγάπη ανικανοποίητη, ένας φλογερός πόθος για κυριαρχικήν επιβολή.

Μα κυριότερο χαρακτηριστικό του είναι, που όλες αυτές οι ψυχοδυναμικές του ικανότητες ελειτούργησαν με μιαν υπέρτατην ένταση πυρετικής ενέργειας. Ο ίδιος αιστάνεται τον εαυτό του σα φλόγα, αιστάνεται να τον καίνε οι στοχασμοί του.

Σαν τη φλόγα δε χορταίνω!
Καίω και τον εαυτό μου τρώω.
Φως γεννιέτ’ απ’ ότι αγγίζω.
Στάχτη γίνετ’ ό,τι αφήνω.
Σίγουρα είμαι φλόγα εγώ!

Η ακοίμητη και αχόρταγη τούτη φλόγα, που τον κατάτρωγεν, έγινε λόγος πύρινος, σπαθωτός και αστραποβόλος. Από την αρχή, που προσπαθούσε να γράψει έργα με ειρμό και αποδειχτικήν αλληλουχίαν επιστημονική, ξεσπάει κάθε τόσο μέσα στο ύφος του το γνωμικό, ο λόγος ο προφητικός, ένας όγκος από σκέψη και από συναίστημα συμπιεσμένος σε μια φλογερή φράση. Το ύφος αυτό το αποφτεγματικό και αποσπασματικό κυριαρχεί αργότερα στα περισσότερα έργα του. Και γι’ αυτό στάθηκε συγγραφέας μοναδικός. Η καλλιτεχνική μορφή των έργων του και προπάντων του Ζαρατούστρα είναι από τα κορυφαία δημιουργήματα του παγκόσμιου λόγου στο είδος αυτό της επιγραμματικής φράσης. Μόνο λίγα κομμάτια από τη Βίβλο και από τους Έλληνες κλασικούς μπορούνε να σταθούνε δίπλα του.

Η ψυχοδυναμική του λόγου αυτού είναι τεράστια. Φωτίζει έντονα τη διάνοια του αναγνώστη σα μιαν αστραπή μέσα σε βαθύ σκοτάδι. Γεμίζει με φως τα πράματα, κοιταγμένα από μίαν άποψη, μονόπλευρην αν θέλετε, αστήριχτη στο λογικόν έλεγχο, αν θέλετε. Ωστόσο η ψυχή του αναγνώστη χτυπιέται, συγκλονίζεται, καρφώνεται. Και χρειάζεται πολύς, ήρεμος και βαθύς και οξύς στοχασμός για να γλυτώσει κανείς από τα μάγια του λόγου αυτού.

Η καλλιτεχνική ιδιοσυστασία του Νίτσε, η πάλη ανάμεσα στον αυστηρό λογικόν ειρμό, που χρειάζεται ο φιλοσοφικός και ο επιστημονικός στοχασμός και στην ανάγκη να δώσει στο λόγο του έκφραση συναρπαστική, την ενέργεια ηλεχτρικού σπινθήρα που τινάζεται μέσ’ από μια τέλεια και απόλυτα σφιχτοδεμένη και συγκεντρωμένη μορφή, σαν ένα βέλος που καρφώνει την καρδιά, είναι μια προϋπόθεση απαραίτητη για να κατανοηθεί το έργο του και οι περιπέτειες, τ’ ανεβοκατεβάσματα της έκφρασής του και ακόμη πολλές φορές και οι ιδεολογικές του μεταστροφές κι εναλλαγές.

Μα και μιαν άλλη αντινομία που κυριάρχησε τη ζωή του είναι ακόμη πιο απαραίτητο να είναι μπροστά μας πάντα ζωντανή, για να κατανοήσουμε το έργο του. Η σχέση του με τους ανθρώπους γύρω του και με τον άνθρωπο γενικά. Είναι αναμφισβήτητο πως το βασικό του ψυχοκίνητρο είναι μιαν απέραντη ανάγκη αγάπης. Η ανάγκη αυτή τον οδηγεί προς τη φιλία την απόλυτη, το ρωμαντικό θαμασμό, τη λατρεία και την αφοσίωση προς ορισμένους ανθρώπους, που του παρουσιάζονται σαν ενσαρκωμένα ιδανικά. Τους οραματίζεται, τους εξιδανικεύει, προβάλλει μέσα σ’ αυτούς ολόκληρο τον εαυτό του και το ακατανίκητο πέταγμα του νου του προς τα ψηλά και τα μεγάλα. Ο Σοπεγχάουερ, ο Ρίχαρντ Βάγνερ, άλλοι φίλοι του λιγότερο σημαντικοί γίνουνται με τη σειράν αντικείμενα της λατρείας του και του θαμασμού του.

Μα η απόλυτη εξιδανίκεψη, που βάζει στην αγάπη του τους μικραίνει γρήγορα στα μάτια του. Και τότες η αγάπη του πέφτει στο αντίθετο. Περιφρόνηση, μίσος, λύσσα πραγματική ενάντια στα είδωλά του τα πρωτυτερνά. Και αποτέλεσμα η μοναξιά και η ψυχική ερήμωση. Απέραντη λαχτάρα γι’ αγάπη που μένει με άδεια χέρια, φλογερός πόθος στοργής και λατρείας που μένει ανικανοποίητος.

«Είμαι μόνος, ηλίθια μόνος –γράφει στα 1888.- Για χρόνια τώρα πολλά καμιά δροσιά, καμιά στάλα ανθρωπινότητας, ούτε μια πνοή αγάπης». Να και η άλλη αντινομία η ψυχική, που συγκλόνισε το Νίτσε και που αντικαθρεφτίζεται με πύρινην έκφραση στα έργα του.

Και κοντά σ’ αυτό, χαρακτηριστικότερο ίσως απ’ όλα, η απουσία της γυναίκας από τη ζωή του. Στην αρχήν αρχή και στο τέλος της ζωής του τον εθέρμανεν η στοργή της μάνας και της αδελφής. Πολύ νωρίς, πάρα πολύ νωρίς και πολύ αργά, πάρα πολύ αργά και μάταια. Από τα οχτώ ως τα σαρανταπέντε του χρόνια, που βυθίστηκε στην τρέλλα, έρημη μέν’ η ψυχή του από το χάδι και την γλύκα μιας γυναικείας αφοσιωμένης καρδιάς. Η ακαταληψία του για τη γυναίκα, η φαρμακερή πίκρα του για τη στέρηση αυτή είναι χυμένη σ’ όλο του το έργο. Ο μισογυνισμός του Νίτσε είναι η άσβηστη λαχτάρα για ένα τρυφερό χέρι, που θ’ ακουμπούσε στο πυρωμένο μέτωπό του να του δώσει λίγη δροσιά.

Πάλη ανάμεσα στην αρρώστια, την αδυναμία και στην τεράστια θέληση για ζωή, για μεγάλα κι εξαίσια έργα, και για δυναμικήν επιβολή. Πάλη ανάμεσα στο λογικό στοχασμό και στη συστηματική και καλλιτεχνικήν ενόραση και την καλλιτεχνική μορφοπλασία. Πάλη ανάμεσα στην απέραντην ανάγκη για στοργή και στην αποξένωση από τους ανθρώπους και την ερήμωση την ψυχική.

Οι σωματικές και ψυχικές αδυναμίες του, οι λειτουργικές μειονεχτικότητές του εκέντριζαν σαν αγκάθια το νου του και τον ετίναζαν στην εξιδανίκεψη του αντίθετου. Από μέσα από τις αδυναμίες μας πλάθουμε τα ιδανικά μας. Υγεία, δύναμη, θέληση για δύναμη, επιβολή κυριαρχική, σκληρότητα! Το γερό ένστιχτο, η ακατανίκητη ζωϊκή ορμή, το ασυνείδητο, το εγωϊστικό, το δυναμικό, το αρπαχτικό θεριό, που χαίρεται ικανοποιώντας τα ένστιχτά του κι ενεργοποιώντας υπέροχα τη δύναμή του, το θεριό που δεν το κατατρώγουν, δεν το μικραίνουν, δεν το ταπεινώνουν, δεν το χαμοσέρνουν οι αδυναμίες του και δεν κατεβάζουνε την ψυχή του σε ψυχή σκλάβου, να το ιδανικό του Νίτσε, να ο Υπεράνθρωπος! Το ιδανικό του είναι το αντιστάθμισμα της αδυναμίας του.

Μέσα σε ποια κυκλογυρίσματα του νου, από ποιους δρόμους και ποιες περιπλανήσεις μέσα στα ιδεολογικά ρέματα του καιρού του έφτασεν ο Νίτσε στο ιδανικό αυτό και πως το διατύπωσεν; Ας ρίξουμε μια ματιά στο έργο του.

* * *

Στη δημιουργία του Νίτσε ξεχωρίζουμε καθαρά τρεις εποχές και τρεις κύκλους από έργα. Φυσικά ο χωρισμός αυτός στηρίζεται σε κάποια πολύ γενικά ιδεολογικά γνωρίσματα. Γιατί από τη μια μεριά το έργο του Νίτσε φαίνεται αποσπασματικό και κομματιασμένο και πολλές φορές ανακόλουθο και αντιφατικό και μέσα στα έργα του ίδιου κύκλου και μέσα σ’ ένα και το ίδιο έργο και από την άλλη μεριά κάποια βαθύτερη ενότητα που πηγάζει από την προσωπικότητα του δημιουργού και τις βασικές προσπάθειές του, τα δένει όλα, από το πρώτο ως το τελευταίο.

Η βασική προσπάθεια του Νίτσε, ο βασικός τόνος της φιλοσοφίας του είναι ο πόθος του ν’ αλλάξει το γύρω του κόσμο, να γίνει ο προφήτης και ο δημιουργός μιας νέας μορφής ζωής, ενός νέου πολιτισμού. Και αυτόν το βασικό τόνο τον ακούμε κιόλας ολοκάθαρα από το πρώτο φιλοσοφικό έργο του, τη «Γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής».

Το έργο κυκλοφόρησε κατά τα τέλη του 1871. Καθώς ο ίδιος λέει, με τη Γέννηση της Τραγωδίας «θέλει να συμπαραβάλει το Σοπεγχάουερ, το Βάγνερ και τον αρχαϊκότερον Ελληνισμό. Αυτή η σύνθεση δίνει την προοπτική ενός εξαίσιου πολιτισμού». Είναι ποτισμένος από τη φιλοσοφία του Σοπεγχάουερ, τον «πεσσιμισμό», όμως αυτός τον μετατρέπει από τελικήν άρνηση της ζωής σε τελική κατάφαση και αποδοχή της.

Η τελική αυτή κατάφαση και η λύτρωση και η λύτρωση της ζωής θα γίνει με την τέχνη. «Μόνο σαν αισθητικό φαινόμενο δικαιώνεται για πάντα και η ύπαρξη και ο κόσμος». Η τέχνη είναι απαραίτητη για την πεσσιμιστικήν άποψη της ζωής, γιατί η τέχνη μάς προφυλάει από τα πραχτικά επακόλουθα του πεσσιμισμού. Και γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες σαν πεσσιμιστές, όπως τους φαντάζεται ο Νίτσε, σώθηκαν από την βουδδιστικήν άρνηση της ζωής με την τέχνη. Η βασική αυτή ορμή της παγκόσμιας θέλησης προς την καλλιτεχνική μορφοπλασία χύθηκε στους κόσμους των άστρων, των σωμάτων, των ατόμων.

Η αδιάκοπη εναλλαγή των φαινομένων κρύβει πίσω της την αιώνιαν ηδονή της μορφοπλασίας αυτής. «Ο κόσμος είναι τ’ όνειρο και το ποίημα κάποιου θεού. Χρωματιστό θυμίαμα μπροστά στα μάτια ενός θεού ανικανοποίητου», λέει αργότερα ο Ζαρατούστρας.

Μέσα στη φύση, όπως και μέσα στον κόσμο της τέχνης αποκαλύφτονται δυό καλλιτεχνικές ορμές, η Διονυσιακή και η Απολλώνια. (Η θέληση και η παράσταση του Σοπεγχάουερ). Η Διονυσιακή ορμή εκφράζεται με τη μουσική, η Απολλώνια με τις εικαστικές τέχνες και την επική ποίηση. Και τα δυό τούτα στοιχεία υψώνονται ολοένα σε ανώτερα δημιουργήματα, ώσπου συνενωμένα για πρώτη φορά παράγουνε την αττική τραγωδία, γεννημένη από το διθυραμβικό χορό, που υμνούσε το Διόνυσο. Η καλλιτεχνική τούτη κοσμοθεωρία χρησιμεύει στο Νίτσε για να στρέψει την προσοχή τού γύρω του κόσμου προς τη θεώρηση ενός νέου πολιτισμού, του πολιτισμού «της τραγικής γνώσης». Ο ήρωας του πολιτισμού αυτού θα είν’ ένα «πλάσμα ορμητικά μεγαλόπρεπο, με βλέμμα εξαίσια περήφανο, με τολμηρότατη θέληση, ένας αγωνιστής, ένας ποιητής, ένας φιλόσοφος, που θα βαδίζει σα να πρόκειται να περάσει, απάνω από φίδια και τέρατα». Ένας τέτιος προδρομικός δημιουργός ενός νέου πολιτισμού είναι ο Ρίχαρντ Βάγνερ και το μουσικόδραμά του είναι η συνέχεια της αρχαίας τραγωδίας μέσα στο νέον κόσμο.

Την ανάπτυξη της κοσμοθεωρίας τούτης από διαφορετικές πλευρές βρίσκουμε και στ’ ακόλουθα έργα, που συναπαρτίζουνε τον πρώτο κύκλο της δημιουργίας του, τις τέσσερις μελέτες με το γενικό τίτλο «Ανεπίκαιροι στοχασμοί» (1872-1876).

«Ο Δαβίδ Στράους και άλλοι φιλισταίοι», «Για την ωφέλεια και τη βλάβη της ιστορίας για τη ζωή», «Ο Σοπεγχάουερ σαν παιδαγωγός» και «Ο Ρίχαρντ Βάγνερ στο Μπαϋρόϋτ».

Οι «Ανεπίκαιροι στοχασμοί» έκλεισαν με το κορύφωμα του θαυμασμού του για το Βάγνερ, που είναι συνάμα και η αρχή της αντιστροφής. Όταν πρωτοάκουσε το Βαγνερικό κύκλο στο Μπαϋρόϋτ, τόνε πλυμμύρισε, καθώς ο ίδιος λέει, «αηδία για τον εαυτό του». Το έργο του Βάγνερ του παρουσιάστηκε σαν ένα φιάσκο της ρωμαντικής μεταφυσικής για την Τέχνη, που τον είχε κυριαρχήσει ως τότε.

Απολυτρώθηκε με μιας και από το μουσικό και από το φιλοσοφικό ρωμαντισμό, και από το Βάγνερ και από το Σοπεγχάουερ.

Τα νέα του έργα, δηλ. τα δυό βιβλία με τον τίτλο «Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» (1878-1879), «Ο οδοιπόρος και η σκιά του» (1880) και η «Χαραυγή» (1881), γραμμένα στο αποσπασματικό κι «επιγραμματικό» ύφος του γνωμικού, αρμενίζουνε σ’ άλλα νερά. Το «Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» έχει για υπότιτλο «Ένα βιβλίο για ελεύτερα πνεύματα» και είναι αφιερωμένο πολύ χαραχτηριστικά «στα εκατόχρονα από το θάνατο του Βολταίρου». Ελεύτερα πνεύματα είναι τα ελευτερωμένα πνεύματα, είναι ο ίδιος ο Νίτσε απολυτρωμένος «από κάθε μεταφυσική», από κάθε αναζήτηση για το ον «καθεαυτό». Η επιστήμη, που μας αναλύει τον κόσμον «όπως φαίνεται», σαν απλή «παράσταση», αυτή μας δίνει και τη σημασία του και μπορεί να μας λυτρώσει.

Ο νέος προφήτης και ήρωας του πολιτισμού δεν είναι ο καλλιτέχνης, είναι ο επιστήμονας, το ελεύτερο, το απολυτρωμένο πνεύμα. Αυτός είναι ο ευτυχισμένος και κάνει τον κόσμον ωραιότερο. «Η ευτυχία του επιστήμονα πολλαπλασιάζει την ομορφιά του κόσμου και κάνει τα πάντα πιο φωτεινά».

Όλες οι αξιολογικές κρίσεις του Νίτσε στην εποχήν αυτή της πνευματικής του δημιουργίας μπαίνουν κάτω από τη νέαν αντίληψη, την ποζιτιβιστική. Στην ηθική της συμπόνιας δεν αντιπαραθέτει την ηθική του άγριου ένστιχτου του αρπακτικού θεριού, παρά την «ηθική του λόγου». «Ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας έχουνε δίκιο: ο άνθρωπος κάνει πάντα το καλό ανάλογα με τη γνώση του, ανάλογα με το κάθε φορά μέτρο της λογικότητάς του».

Για πρώτη και μόνη φορά στη ζωή του ο ατομικιστής Νίτσε φτάνει ν’ αναγνωρίσει την ηθική σημασία του σύνολου. «Το έδαφος για κάθε ηθικότητα μπορεί τότε μόνο να προετοιμαστεί όταν ένα δυνατότερο άτομο ή ένα συλλογικό άτομο, λόγου χάρη η κοινωνία ή το κράτος υποτάζει τους ανθρώπους κι έτσι τους βγάζει από τη μόνωσή τους και τους τοποθετεί μέσα σ’ ένα συνολικό δεσμό». Με άλλα λόγια εδώ βασίζει την ηθικότητα ο Νίτσε στην κοινωνία και στα συμφέροντα του αθροιστικού σύνολου, που αργότερα θα τ’ ονομάσει «αγελόζωο».

Και μας ξαφνιάζει ακόμη πιο πολύ, όταν τον ακούμε να λέει: «Καλύτερα να χαθεί κανείς, παρά να μισεί και να φοβάται και δυό φορές καλύτερα να χαθεί, παρά να κάνει τους άλλους να τόνε μισούν και να τόνε φοβούνται».

Ωστόσο η περίοδο αυτή της λογικοκρατίας δεν κράτησε πολύ. Με το «Ζαρατούστρα» μπαίνει ο Νίτσε στην τρίτη και τελευταίαν εποχή της φιλοσοφικής του δημιουργίας, την πιο χαραχτηριστική εκείνη που θέτει την τελική σφραγίδα στη φιλοσοφική του προσωπικότητα. Ο Νίτσε, που «όλος ο κόσμος» ξέρει, είναι ο Νίτσε της τρίτης εποχής (1882-1889).

Το έργο του «Έτσι μίλησεν ο Ζαρατούστρας» γράφτηκε σε τέσσερα μέρη μέσα σ’ ένα παραληρηματικό πυρετό και δημοσιεύτηκεν από το 1883 ως τα 1885.

Τώρα ο Νίτσε έφτασε να συλλάβει τις δυό υπέρτατες και βασικές ιδέες της φιλοσοφίας του, που τον εγέμισαν από ένα φλογερόν ενθουσιασμό και τον ύψωσαν πια τελειωτικά καθώς επίστευε σ’ εξάγγελο, προφήτη και δημιουργό του νέου κόσμου. Ο ίδιος ενσαρκωμένος μέσα στο Ζαρατούστρα έφερε το μεγάλο μήνυμα στην ανθρωπότητα. Με το βιβλίο του αυτό επίστευεν ο Νίτσε, πως εχάρισε στους ανθρώπους μια «Νέα Βίβλο», πολύ ανώτερην από τη χριστιανική, τ’ οριστικό απολυτρωτικό βιβλίο για τον άνθρωπο, την «Αντίβιβλο». Ο ίδιος τ’ ονομάζει το «πιο βαθύ βιβλίο, απ’ όσα ως τώρα είχεν η ανθρωπότητα». «Ένα εξαιρετικό γεγονός χωρίς πρότυπο παράδειγμα ή παρόμοιο σε καμμιά λογοτεχνία το βιβλίο των βιβλίων». Η πρώτη από τις νέες ιδέες είταν η θεωρία για την «ανακύκληση του παντός», για τον «αιώνιο ξαναγυρισμό» των φαινομένων. Το κάθε τι που γίνεται και μέσα στο φυσικό και μέσα στον κοινωνικό κόσμο, θα ξαναγίνει κάποτες εντελώς το ίδιο και ο ξαναγυρισμός θα γίνει άπειρες φορές στην αιωνιότητα. Την ιδέαν αυτή πίστευεν ο Νίτσε πως πρώτος αυτός την οραματίστηκε με τόσην ενάργεια και με λογικήν αποδειχτικότητα στο Sils Maria Oberengadin «6.000 πόδια πάνω από τη θάλασσα και πολύ ψηλότερ’ απ’ όλα τ’ ανθρώπινα πράματα».

Είναι γεμάτος έκσταση μπροστά σ’ αυτή την αποκαλυφτικήν ιδέα, που την ονομάζει «ιδέα των ιδεών». Λησμόνησε πως είναι πολύ παλιά ιδέα ανατολίτικη («το κοσμικό ή μέγα έτος» των Βαβυλωνίων) που βρίσκεται και μέσα στη διδασκαλία των Πυθαγορείων. Λησμόνησε ακόμη, πως ο ίδιος στους «Ανεπίκαιρους στοχασμούς» και στη μελέτη για την «Ωφέλεια και τη βλάβη της ιστορίας» ανάφερε την πηγή της και την περίπαιξε την ιδέα των ιδεών. Τώρα φαντάζεται πως την αποδείχνει και επιστημονικά με τον ακόλουθο στοχασμό: Αφού η ύλη και η ενέργεια είναι ορισμένη και ακατάλυτη και ο χρόνος είναι απεριόριστος και άπειρος, αναγκαστικά, αφού γίνουν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί της ύλης και της ενέργειας, κάποτε θα ξαναγυρίσουν οι ίδιοι συνδυασμοί και όλα θα ξαναγίνουν, όπως ξανάγιναν και πριν. Κι αυτό θα επαναλαβαίνεται στους αιώνες των αιώνων.

Αν όμως πρόκειται να ξαναγυρίσουν αιώνια όλα τα μικρά και ταπεινά της ζωής, όλοι οι πόνοι και οι αδυναμίες, η ζωή θα είναι αβάσταχτη. «Αχ! Ο άνθρωπος ξαναγυρίζει αιώνια! Ο μικρός άνθρωπος ξαναγυρίζει αιώνια! Ο μικρότατος και όταν ακόμη είναι μέγιστος! Αιώνιος ξαναγυρισμός και του πιο μικρού! Αχ! Αηδία! Αηδία! Αηδία!».

Μα μόνο παρηγοριά και απολύτρωση υπάρχει από τούτη την αποπνιχτική προοπτική. Μόνο αν η σημερινή ζωή και ο σημερινός άνθρωπος είναι το διάμεσο στάδιο, η προβαθμίδα για τον «Υπεράνθρωπο», παίρνει κάποιο νόημα και ο πόνος και η σημερινή δυστυχία, παίρνει σκοπό και νόημα ολόκληρη της ανθρωπότητας η ως τώρα ιστορία. Η αρχική του παρορμητική σκέψη, το βασικό κίνητρο του στοχασμού του ν’ αναπλάσει τη σημερινή κοινωνία και να δημιουργήσει ένα νέο πολιτισμό βρήκε τώρα την αποκορύφωσή της και την τελική μορφή της στην ιδέα του «Υπεράνθρωπου». Ποιο είναι το νόημα τής ως τα τώρα ιστορίας του ανθρώπου; Ξεκίνησεν ο άνθρωπος από το ζώο που κυριαρχιέται από τα ένστιχτά του και χαίρεται τη ζωή με την ικανοποίησή τους. Ανάμεσα στους ανθρώπους ξεχώρισαν πάντα οι δυνατοί εκείνοι, που ακολουθούσανε τα γερά φυσικά τους ένστιχτα και τα ικανοποιούσαν απέναντι στους άλλους υποτάζοντάς τους. Οι δυνατοί και οι σκληροί είτανε πάντα το άνθος της ανθρωπότητας, σαν άτομα, τάξεις κοινωνικές, ράτσες. Αυτοί απαρτίζανε πάντα την αριστοκρατία. Το νόημα της ανθρώπινης ιστορίας και ο σκοπός της είτανε να διαπλάσει τους εξαιρετικούς τύπους, τους διαλεχτούς και μοναδικούς. Με αυτούς γινόταν η εξύψωση της ανθρωπότητας. «Κάθε νέα δημιουργία πολιτισμού γίνεται με τις δυνατές, τις πρότυπες προσωπικότητες». «Κάθε ανύψωση του τύπου άνθρωπος είταν ως τώρα το έργο μιας αριστοκρατίας κι έτσι θα είναι πάντα». Υπέρτατες μορφές τέτιας αριστοκρατίας έχομεν ως τώρα τους αρχαίους Έλληνες, τους Ρωμαίους, τους Γερμανούς, τους ανθρώπους της Αναγέννησης. Υπέρτατες προσωπικότητες είχαμε τους μεγάλους οδηγούς των λαών, ηγεμόνες στρατιωτικούς ηγέτες, προφήτες, τον Ζαρατούστρα, τον Αλέξαντρο, τον Καίσαρα, τον Ναπολέοντα.

Για τη δημιουργία της αριστοκρατίας, για την προκοπή του πολιτισμού χρειάζονται πάντα οι σκλάβοι, οι γεννημένοι σκλάβοι, άτομα, κοινωνικές τάξεις, φυλές.

Οι μεγάλοι και οι δυνατοί είτανε πάντα σκληροί, δεν είχανε χαλασμένα τα πρωτόγονα ζωϊκά ένστιχτα της αρπαγής, της κυριαρχικής επιβολής, της αγριότητας, της χαράς της ζωής. Σ’ αυτούς το μεγάλο παρορμητικό ένστιχτο «η θέληση για κυριαρχία» δεν είταν εκφυλισμένο από τα θηλυκά συναιστήματα της συμπόνιας. «Οι φοβερές ενέργειες –αυτό που ονομάζουμε κακό- είναι οι κυκλωπικοί αρχιτέκτονες και οι δρομοδόμοι της ανθρωπότητας». «Όλοι οι δημιουργοί είναι σκληροί».

Ωστόσο στην ανθρώπινην ιστορία έγινεν από τη συνωμοσία των σκλάβων μια τεράστια μεταβολή. Ήρθε κάποιος καιρός όπου ένας παπαδολαός, οι Εβραίοι, κηρύχνοντας τη θρησκεία της συμπόνιας, συσσωματώνοντας τους σκλάβους γύρω απ’ αυτή, κατόρθωσαν ν’ ανατρέψουνε τη Ρωμαϊκήν αριστοκρατία κι αργότερα τη Γερμανική. Σε μια διαδρομή δύο χιλιάδων χρόνων έφτασαν ως τη Γαλλικήν Επανάσταση και ο σημερινός κόσμος με τα ιδανικά της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού είναι σταθμός ξεπεσμού για τον άνθρωπο.

Η σωτηρία λοιπόν είναι να ξαναγυρίσουμε στ’ αριστοκρατικά ιδανικά. Να ξαναγίνουμε σκληροί. «Η κακία είναι του ανθρώπου η καλύτερη δύναμη». «Η κακία είναι ο σκληρότατος λίθος για τον υπέρτατο δημιουργό». «Ο άνθρωπος πρέπει να γίνει καλύτερος, δηλαδή περισσότερο κακός». «Στις πιο αξιέπαινες πράξεις και χαραχτήρες η δολοφονία, η κλεψιά, η αγριότητα, η ενέδρα είναι απαραίτητα στοιχεία της δύναμης. Στις πιο αξιοπεριφρόνητες πράξεις βρίσκονται η αγάπη και η καλωσύνη». 

Γι’ αυτό πρέπει ν’ αντιστραφεί ολόκληρη η σημερινή ηθική αξιολογία για να δημιουργηθεί ο υπεράνθρωπος. Ό,τι λέμε σύμφωνα με τη σημερινήν ηθική των σκλάβων και του αγελόζωου «κακό», αυτό είναι το «καλό» και ό,τι θεωρούμε «καλό» αυτό είναι το «κακό». Αντιστροφή λοιπόν και μεταξίωση όλων των αξιών.

Τις θεωρίες αυτές θέλησε ν’ αποδείξει και με δήθεν επιστημονικά επιχειρήματα στα δυό κατοπινά έργα του: «Πέραν από το καλό και το κακό» (1886) και η «Γενεαλογία της Ηθικής» (1887). Στο έργο τούτο η περισσότερο αξιοπρόσεκτη είναι η πρώτη πραγματεία, όπου με ιστορικές αναδρομές κι ετυμολογικές αναζητήσεις ξεχωρίζει τη διπλή καταγωγή των ηθικών εννοιών. Από τη μια μεριά οι ηθικές έννοιες επήγασαν από την αριστοκρατία, τους άρχοντες, τους ευγενείς, τους δυνατούς και από την άλλη μεριά από τους πολλούς, από τους σκλάβους, από τους ανθρώπους της μνησικακίας και της εκδίκησης, από τους ανθρώπους του πρόστυχου μίσους και της συμπόνιας.

Επακολούθησαν δυό μικρότερα έργα «Η περίπτωση Βάγνερ» (1888) και «Η δύση των ειδώλων» (1888). Στο τέλος εσχεδίασεν ο Νίτσε να γράψει ένα μεγάλο έργο, το συγκεντρωτικότερο και πιο βασικό για τη θεωρία του με τον τίτλον «Η θέληση για κυριαρχία» (Δοκίμιο μεταξίωσης όλων των αξιών). Από το έργο αυτό κυκλοφόρησε μόνο το πρώτο βιβλίον ο «Αντίχριστος», όπου με λύσσα που φτάνει και ξεπερνάει τα σύνορα της μανίας, χτυπάει το χριστιανισμό και την ηθική των σκλάβων, και ο ίδιος σαν αντίχριστος έρχεται να γκρεμίσει σύρριζα τη θρησκεία της συμπόνιας και να θεμελιώσει τη νέαν ηθική.

Το τελευταίο του έργο, πριν περάσει οριστικά στο σκοτάδι της τρέλλας, είταν η αυτοβιογραφία του, ένα συναρπαστικό βιβλίο με το τίτλο «Ιδού ο άνθρωπος» (1889).

* * *

Για να εξηγηθεί, να κατανοηθεί και να εχτιμηθεί το έργο του Νίτσε δεν αρκεί μόνο η διείσδυση στην προσωπικότητά του. Χρειάζεται παράλληλα η διείσδυση μέσα στα προβλήματα και τα ιδεολογικά ρέματα της εποχής που έζησε. Η ψυχοφυσική του ιδιοσυστασία τον έσπρωχνε, τον εκέντριζε να επιτελέσει κάτι μεγάλο κι εξαιρετικό στη σφαίρα την πνευματική, το μέγιστο και το εξαιρετικότατο, να γίνει ο δημιουργός ενός νέου τρόπου ζωής για όλη την ανθρωπότητα, ο προφήτης ενός νέου πολιτισμού. Η βασική του αυτή ροπή, που αναφλογιζόταν αδιάκοπα μέσα του, αναζήτησε το περιεχόμενό της μέσα στα προβλήματα του καιρού του. Στην αναζήτησην αυτήν αρπάχτηκεν ο Νίτσε από διαφορετικές τάσεις, από την πεσσιμιστική φιλοσοφία του Σοπεγχάουερ, από το μουσικόδραμα του Βάγνερ, από τη Δαρβίνεια θεωρία για τον αγώνα της ζωής, τη φυσικήν επιλογή και την επιβίωση των καλύτερα προικισμένων και δυνατών και ακόμη, χωρίς να το καταλαβαίνει και με κάποια φαινομενικήν αντίθεση σ’ αυτό, από το ξύπνημα του ιμπεριαλισμού στη χώρα του.

Οι επιρροές αυτές σφιχτοπεριπλέχτηκαν με τα ψυχολογικά του δεδομένα, την αηδία του για τις φυσικές του μειονεχτικότητες για τις ψυχικές του αδυναμίες, τη λαχτάρα της υγείας και της δύναμης, τον πόθο της χαρούμενης ζωής, τη δίψα της αγάπης. Η αντιστροφή των αξιών έγινε μέσα του και από κει μέσα με τεράστια δυναμικότητα λόγου θέλησε να την προβάλει και να την αντικειμενοποιήσει μέσα στο γύρω του κόσμο. Γι’ αυτό το δράμα της ζωής του και της σκέψης του δεν έμεινε καθαρά προσωπικό. Ίσα ίσα γιατί είτανε σφιχτοδεμένο το προσωπικό του δράμα με τα ζωτικά προβλήματα του καιρού του, έδωκε πύρινην κι εξαιρετικά ψυχοδυναμικήν έκφραση σε πόθους και ιδανικά, που φώλιαζαν σ’ ένα μεγάλο μέρος τού γύρω του κόσμου.

Οι πόθοι και τα ιδανικά αυτά είταν άραγες απλή νοσταλγία ενός περασμένου κόσμου από μιαν αριστοκρατία που έβλεπε τον εαυτό της να παραμερίζεται από τα εξισωτικά ιδανικά της μεγάλης μάζας; Είταν η νοσταλγία της επιστροφής στη φεουδαρχία, που παραμεριζόταν από το ανέβασμα της αστικοδημοκρατικής μάζας; Ή πολύ περισσότερο είταν οι πόθοι και τα ιδανικά τούτα η δυναμική προβολή ενός νέου κόσμου, που εξορμούσε για την κατάχτηση της ζωής; Στάθηκεν ο Νίτσε ένας νοσταλγός ή ένας προφήτης; Ο καιρός που πέρασεν από το θάνατό του ως σήμερα και οι τεράστιες πολιτικοκοινωνικές συγκρούσεις που γέμισαν το διάστημ’ αυτό δίνουν ακόμη διφορούμενην απάντηση. Η αδελφή του Ελιζαμπέττα Φέρστερ Νίτσε, που στοργικά τη ζωή της όλην αφιέρωσε στον αδελφό της, στην εξιστόρηση της ζωής του και την περισυλλογή κι έκδοση του έργου του, έβγαλε τελευταία ένα βιβλίο με τον τίτλο «Προφητικοί λόγοι του Νίτσε για έθνη και φυλές». Βέβαια τα ιδανικά του Νίτσε φαίνονται ν’ αντιστοιχούνε με κάποια πολύ δυνατά ρέματα του καιρού μας. Μα για την οριστικήν απάντηση χρειάζεται μια βαθύτερη ανάλυση που δε μπορεί να γίνει τώρα και κάποιο πέρασμα καιρού. Ως τόσο το ερώτημα μένει ακέραιο. Στάθηκεν ο Νίτσε ένας νοσταλγός ή ένας προφήτης;

Ιούλιος 1941


[ΠΓ: Το παρόν κείμενο αποτελεί] πρόλογο στο βιβλίο του Φρ. Νίτσε, Η γενεαλογία της ηθικής, μετάφραση-πρόλογος Δ. Αλεξάνδρου (Δ. Γληνού), εκδ. Γκοβόστη, (Αθήνα, 1942), σελ. γ΄- ιε΄ (Σημείωση Εκδότη).

Σημείωση: Στο κείμενο έχει διατηρηθεί ο τονισμός και η ορθογραφία, ενώ έγινε μετατροπή στο μονοτονικό σύστημα. Οι υπογραμμίσεις είναι του συγγραφέα (ΠΓ).
_____

Σημειώσεις

Συντομογραφίες

Σ.Σ = Σημείωση συγγραφέα

Σ. Ε. = Σημείωση Εκδότη

[1] Πόλεις της Πρωσίας (Σ. Ε.).

[2] Πόλη της Πρωσίας (Σ. Ε.).

[3] Ritschl Φρειδερίκος – Γουλιέλμος, (1806-1876). Γερμανός κλασικός φιλόλογος, καθηγ. Πανεπιστημίου (Σ. Ε.).

[4] Η Βασιλεία πόλη της Ελβετίας (Σ. Ε.).

[5] Η καθηγητική έδρα (Σ. Ε.)
.
[6] Möbius Πάουλ (1853-1907), γιατρός. Ασχολήθηκε με το έργο κλασικών γερμανών συγγραφέων, από ψυχοπαθολογική κυρίως άποψη.


Πηγή: Δημήτρη Γληνού: Νοσταλγός ή προφήτης. Ένα σύντομο σκίτσο για το Νίτσε και τη φιλοσοφία του, στο: Δημήτρη Γληνού: Εκλεκτές σελίδες, τόμ. 1ος, σ. 83-100, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1971.

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.