Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Ποιητική συλλογή Μαραμπού (1933)



Σαν σήμερα (10/2) το 1975 έφυγε από τη ζωή ο Έλληνας ποιητής, πεζογράφος και ναυτικός Νίκος Καββαδίας. Με αφορμή το γεγονός αυτό δημοσιεύουμε την ποιητική του συλλογή «Μαραμπού», η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1933 και είναι αφιερωμένη στον Μεμά Γαλιατσάνο, φίλο του Καββαδία. Η συλλογή αυτή περιέχει 22 ποιήματα˙ σ’ αυτά κυριαρχεί η αγάπη του για τη θάλασσα, ενώ υπάρχουν περιγραφές από καυγάδες, ιθαγενείς και πληρωμένους έρωτες. Πολλά από τα ποιήματα έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Η συγκεκριμένη συλλογή έχει μελοποιηθεί πολλές φορές από γνωστούς συνθέτες όπως ο Θάνος Μικρούτσικος, η Μαρίζα Κωχ, ο Γιάννης Σπανός, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και οι Ξέμπαρκοι. Πληροφοριακά αναφέρουμε εδώ, ότι το μαραμπού, στο οποίο δόθηκε η ονομασία της συλλογής, είναι ένα πουλί που ζει στην Αφρική και την Ασία. Η λέξη έχει αραβικές ρίζες και σημαίνει «ασκητής», «ερημίτης». Τα ποιήματα τα έχουμε μετατρέψει στο μονοτονικό σύστημα γραφής (ΠΓ).

του Νίκου Καββαδία


«Rien n᾿ est beau comme ca -matelot- pour un homme»

Tr. Corbiere

Στον Μεμά Γαλιατσάτο

1. Μαραμπού
12. A Bord de l᾿ «Aspasia»
2. Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου
13. Γράμμα απ᾿ τη Μαρσίλλια
3. Οι γάτες τών φορτηγών
14. Ο πλοίαρχος Φλέτσερ
4. Ένα μαχαίρι
15. Γράμμα ενός αρρώστου
5. Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ
16. Mal Du Depart
6. Ο πιλότος Nagel
17. Η πλώρη μας
7. Έχω μία πίπα
18. William George Allum
8. Η μαϊμού του ινδικού λιμανιού
19. Καφάρ
9. Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί
20. Coaliers
10. Gabrielle Didot
21. Μαύρη λίστα
11. Οιπροσευχές των ναυτικών
22. Παραλληλισμοί



Μαραμπού

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτὰ πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ῾μαθε, γιατί δεν το ῾πα σε κανένα.

Μ᾿ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ᾿ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα -σαν άνθος εμοίαζε αλπικό-
και μία στενή μας έδεσεν αδελφικὴ φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ῾χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μίαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ᾿ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδικὴ χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ᾿ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ᾿ αυτήν που θα ῾φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μία φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε νά ῾πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!... Μία βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ᾿ άρπαξ᾿ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μία κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ᾿ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ᾿ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ᾿ ένα δέος αλλόκοτο, σα νά ῾χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μία φωνή,
κι είδα μία εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μία το πορτοφόλι μου... Μ᾿ απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μία αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζὶ
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ᾿ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ᾿ είχαν συχωρέσει...

Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω ...


Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου

Στο ημερολόγιο γράψαμε: «Κυκλών και καταιγίς».
Εστείλαμε το S.O.S μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριον Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μία μέρα στη Μπατάβια.

Μα δε λυπάμαι μία σταλιάν - Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μία μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιό της περιμένει.

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει,
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πω
σε κάποιον, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

Θεέ μου! Είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! Έχω μίαν άκακη, μία παιδικη καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συχώρεσέ με ... Κάποτες οπού ῾χα πιεί πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τί έκανα, στο Αλγέρι,
για μίαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

Συχώρεσέ με... Μία βραδιά θολή στο Σάντα Φέ,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ᾿ την κάλτσα της μία δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ᾿ την αισχρή δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε... ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική...)
κοιμήθηκα μ᾿ ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε... ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει...
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει ...


Οι γάτες των φορτηγών

for Runrun

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μία γάτα τρέφουν,
που την λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ᾿ την βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι᾿ αυτούς σα μία γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ᾿ ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι᾿ αυτό
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Της έχουν πάντα στο λαιμό μία μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ᾿ το μαύρο θάνατο μ᾿ αυτό.

Γιατί είναι τ᾿ άγρια μάτια της υγρα κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ᾿ ένα σημείο κοιτώνας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν απ᾿ τον θάνατον, από τους ναύτες ένας,
-αυτός οπού ῾δε πράματα στη ζήση του φρικτά-
χαϊδεύοντάς την μία στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στην θάλασσα την άγρια την πετά.

Και τότε οι ναύτες που πολύ σπάνια λυγάει η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μία παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουνε θερμή, γυναίκα αγαπητή.

* This is for the luckiest cat I know, Runrun, which I want to assure him
that he has nothing to fear from me when he sometimes sees me around his lady...


Ένα μαχαίρι

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικανικόν ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο τ᾿ αγόρασα στ᾿ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα νά ῾τανε, τον γέρο παλαιοπώλη,
όπου εμοίαζε με μίαν παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μία βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια.

«Ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ν᾿ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος τό ῾χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά τό ῾χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ᾿ αυτό τη Δόνα Τζούλια
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο μία βραδιά το δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλια
και κάποιος ναύτης Ιταλός έναν Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μ᾿ αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δές το, μι᾿ άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
εἰν᾿ αλαφρύ, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν᾿ αγοράσεις»
- Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ᾿ το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που ιδιοτροπία μ᾿ έκαμε και τό ῾καμα δικό μου
κι αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...


Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ

«Φαίνεται πια πως τίποτα -
τίποτα δεν μας σώζει...»
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ᾿ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατέλειωτη γη.

Κάτι που θά ῾κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θά ῾κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ᾿ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ᾿ οδηγώ.

Μία μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ᾿ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν᾿ ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ᾿ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μία γωνιά να πίνω ουίσκυ.

Και μία γριά στα Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μία γριά σ᾿ ένα πολύβοο καφενείο -
μία αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μία βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μίας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θά ῾ναι ποιητικότερο και πι᾿ όμορφο,
ο διαφέγγος βυθός και τ᾿ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντας τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θά ῾τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν᾿ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.


Ο πιλότος Nagel

Στον ποιητή Ν. Ράντο

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που έφευγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μία γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισαν ολόκληρο, μία μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν την μακρινή του χώρα
και τα νησιά πού ῾ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μία μέρα πέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισε το Steamer Tank «Fjord Folden»
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν...


Έχω μία πίπα

Στον ποιητή Απ. Μελαχρινό

Έχω μία πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
οπού πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ᾿ εμέ ναύτης Δανὸς την έχει χαρισμένη.

Και μού ῾πε αυτός πως μία φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη -λέει- αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.

Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μία γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.

Και πότε μία ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικὸ πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μεσ᾿ στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτον Αράπη μεθυσμένο.

Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μία γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο ν᾿ αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
νά ῾χει μία πίπα - όπως αυτήν εγώ - και να καπνίζει.

Έχω μία πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: «Θά ῾ναι μαγική». Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρὺς καπνός και η νευρασθένειά μου;


Η μαϊμού του ινδικού λιμανιού

Κάποτε, σ᾿ ένα μακρινό λιμάνι του Ινδικού,
δίνοντας μία πολύχρωμη μεταξωτή γραβάτα
σ᾿ έναν αράπη, μία μικρήν αγόρασα μαϊμού
με μάτια γκρίζα, σκοτεινά και πονηρία γεμάτα.

Ένα τσιμπούκι δάγκωνε στο στόμα της χοντρό
και τό ῾βγαζε όταν ήθελε μονάχα να φυσήσει
έναν καπνό πολύ βαρύ, που, ως μού ῾πε ο πουλητής,
ήταν οπίου, που από μικρή την είχε συνηθίσει.

Τις πρώτες μέρες μοναχή στης πλώρης μία γωνιά,
ξερνούσε και με κοίταζε βουβή και λυπημένη,
μα σαν επέρασε καιρός, ερχόταν μοναχή
κι ώρες πολλές στον ώμο μου ξεχνιόταν καθισμένη.

Όταν στη γέφυρα έκανα τη βάρδια της νυχτός
κι η νύστα βασανιστικά τα μάτια μου ετρυπούσε,
στον ώμο μου κρυώνοντας στεκόταν σκυθρωπή
και σοβαρά μαζί μ᾿ εμέ τον μπούσουλα εκοιτούσε.

Στα πόρτα της αγόραζα μπανάνες και γλυκά
κι έξω με μι᾿ άλυσο μικρὴ την έβγαζα δεμένη
κι αφού σ᾿ όλα καθόμαστε κι επίναμε τα μπαρ,
στο φορτηγό γυρίζαμε κι οι δυό μας μεθυσμένοι.

Δε θύμωνε και μου ῾δειχνε πολύ πως μ᾿ αγαπά,
ούτε κακά την άκουσα ποτέ να μου γρυλίσει.
Φαινόταν πως συνήθισε τις κακουχίες κι εμέ,
κι εγώ σαν έναν άνθρωπο την είχα συνηθίσει.

Κάποια φορά που επήγαινα μαζί της σκεφτικός
εξέφυγ᾿ απ᾿ τα χέρια μου χαρούμενη και πάει.
Είχε προτέρημα πολύ μεγάλο: να σιωπάει.
Μα κάτι είχε απ᾿ την ύπουλη καρδιά της γυναικός.


Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί

Του Ι. Πικραμένου

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν απ᾿ την βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην κάμαρά μου ερχότανε, γελώντας να με βρει,
κι ώρες πολλές γι πράματα περίεργα μου μιλούσε.

Μού ῾λεγε πως καπνίζουνε στ᾿ Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πως χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη,
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν,
όταν η ζάλη μ᾿ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μού λεγ᾿ ακόμα ότ᾿ είδ᾿ αυτός, μία νύχτα πού ῾χε πιεί,
πως πάνω σ᾿ άτι κάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του τρέχανε γοργόνες με φτερά.
- Σαν πάμε στο Άντεν, μού ῾λεγε, κι εσύ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και τού ῾λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά,
με τό ῾να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μι᾿ αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια
για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μίαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μία μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ᾿ τον πυρετό,
πέρα στην Άπω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ
και δώσ᾿ του εκεί που βρίσκεται, λίγη απ᾿ την άσπρη σκόνη.


Gabrielle Didot

Το βράδυ ετούτο κάρφωσε μ᾿ επιμονή το νου μου
κάποια γυναίκα που άλλοτες εγνώρισα, κοινή
που ωστόσο αυτή ξεχώριζεν από τις αδελφές της,
γιατί ήταν πάντα σοβαρή, θλιμμένη και στυγνή.

Θυμάμαι που την πείραζαν συχνά τ᾿ άλλα κορίτσια,
γελώντας την για το ύφος της το τόσο σοβαρό,
και μεταξύ τους έλεγαν, αισχρό κάνοντας σχήμα,
πως θα συνήθιζε κι αυτή σιγά με τον καιρό.

Κι αυτή, ψυχρή και σιωπηλή, καθόταν στη γωνιά της,
ενώ μία γάτα χάϊδευε με αυτάκια μυτερά
κι ένα σκυλί που δίπλα της στεκόταν λυπημένο -
ένα σκυλί οπού ποτέ δεν κούναε την ουρά.

Κι έμοιαζ᾿ η γάτα, που αυστηρή την κοίταζε στα μάτια,
η πλήξη ως νά ῾ταν, που με μάτια κοίταε ζοφερά,
και το σκυλί που εδάγκωνε το κάτασπρό της χέρι,
η τύψη ως νά ῾ταν έμοιαζε, που εδάγκωνε σκληρά.

Πολλές φορές περίεργες την εκυκλώναν σκέψεις
και προσπαθούσε - μού ῾λεγε - συχνά να θυμηθεί,
το νου της βασανίζοντας τις ώρες της ανίας,
όσους μαζί της είχανε μία νύχτα κοιμηθεί.

Ώρες πολλές εκοίταζα τα σκοτεινά της μάτια
κι ενόμιζα πως έβλεπα βαθιά μέσα σ᾿ αυτά
τρικυμισμένες θάλασσες, νησιά του αρχιπελάγους
και καραβάκια που έφευγαν με τα πανιά ανοιχτά.

Απόψε αναθυμήθηκα κάποια κοινή γυναίκα
κι ένα τραγούδι εσκάρωσα σε στυλ μπωντλαιρικό,
που ως το διαβάζεις, σιωπηλέ, παράξενε αναγνώστη,
γελάς γι᾿ αυτόν που τό ῾γραψε, με γέλιο ειρωνικό.


Οι προσευχές των ναυτικών

Στον Θανάση Καραβία

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μία γωνιά που δέν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ᾿ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μία χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών...»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.


A bord de l᾿ «Aspasia»

Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για τη κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία,
πάντα στο
deck, σε μία σαιζ-λογκ πεσμένη, κάτωχρη
απ᾿ τη γνωστή και θλιβερότατη αιτία.

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν,
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες.
Σ᾿ ότι σού ῾λεγαν πικρογέλαγες, γιατ᾿ ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες.

Κάποια βραδιά, που από το Στρόμπολι περνούσαμε
είπες σε κάποιον γελαστή, σε τόνο αστείου:
«Πως μοιάζει τ᾿ άρρωστο κορμί μου, καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγόμενη του ηφαιστείου!»

Ύστερα σ᾿ είδα στην Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κι εγώ, που μόνο την υγρή έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν᾿ αγαπήσω.


Γράμμα απ᾿ τη Μαρσίλλια

Έσχισα, φίλε μου, πολλά χαρτιά για να σου γράψω.
Εδώ η Μαρσίλλια μ᾿έκαμε πολύ να ζαλιστώ,
κι όμως δεν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, αγαπητέ μου,
χωρίς και μες στη ζάλη μου να σας συλλογιστώ.

Σας εσκεφτόμουν στο Μπουλβάρ ντε Νταμ σαν περπατούσα
ανάμεσα σε δυό τροτέζ που εκάναν σαν τρελές,
ενώ μιλώντας δυνατά τριγύρω μας περνούσαν
ανθρώποι απ᾿ όλες, θά ῾λεγες, του κόσμου τις φυλές.

Κι έπειτα πάλι στη μεστή από κόσμο Κανναμπιέρα,
στο Πόρτο Βέκκιο, στην τεφρήν οδό Σαιντ Ονορέ,
κι ακόμα, συγχωρήστε με, σας ένιωθα μαζί μου
στα θορυβώδη και γιομάτα κόσμο καμπαρέ.

Βορινοί ναύτες μπλέκονται με θερμαστές του Νότου,
στα γόνατά τους κάθονται κορίτσια της δουλειάς,
παίζει το πιάνο μοναχό και μία μικρὴ σφυρίζει
έναν παράταιρο σκοπό μία μελωδίας παλιάς.

Κι ύστερα σαν απ᾿ το Ταρτάν εβγήκα μεθυσμένος
και νόμιζα το σώμα μου ανάξιο και μικρό,
πολύ κοντά σας ένιωθα να μου χαμογελάτε
μ᾿ εκείνο το παράξενο το γέλιο, το πικρό.

Και μόνον όταν στην Κορνίς, σε κάποιο γκρίζο σπίτι,
γύρω από εβραίους πού ῾χανε με γυναικεία ντυθεί,
σας έχασα για μία στιγμή απ᾿ τα μάτια μου, μου εφάνη
ο φύλακάς μου ο άγγελος πως είχε πια χαθεί.

Αύριο φεύγω και μαζί μου φέρνω στην Αθήνα
ανάμνησες παράξενες, πολλές, με το σωρό
και κάποιο δώρο θλιβερό, προϊόν της Μασσαλίας
που μία Πωλίν μου χάρισε προχθές στα Numeros...


Ο πλοίαρχος Φλέτσερ

* Ο Γερμανός εμποροπλοίαρχος Χένρυ Φλέτσερ εξώκειλε
στον Ματαπά με το φορτηγό «Σχελδ», γιατί λόγω ομίχλης
δεν μπόρεσε επί μέρες να κατεβάσει τον ήλιο με τον εξάντα.
Τρελάθηκε και πέθανε στον Πειραιά από ηλίαση.

Στον ποιητὴ Κώστα Ουράνη

Ο πλοίαρχος Φλέτσερ έριξε το «Σχελδ» στον Ματαπά
μία μέρα που των θαλασσών παλεύαν τα στοιχεία,
γιατί ήλιος δεν φαινότανε το στίγμα του να βρει
ούτε μπορούσε απ᾿ τις στεριές να πάρει αντιστοιχία.

Κι αυτό στο μέρος που έπεσεν εσφήνωσε βαθιά,
τόσο που οι βράχοι οι μυτεροί μεμιάς το καταστρέψαν,
μα τίποτ᾿ απ᾿ το πλήρωμα δεν έπαθε κανείς
κι όλοι με κάποιο ρυμουλκό στον Πειραιά επιστρέψαν.

Σε λίγες μέρες φύγανε, τρισάθλιοι ναυαγοί,
μία μελαγχολική, στυγνά θλιμμένη συνοδεία,
κι έμεινε ο Φλέτσερ μοναχά, ζητώντας στο πιοτό
την πίκρα του στα βρωμερά να πνίξει καφωδεία.

Κοντός, με το πηλίκιο του, το γείσο το χρυσό,
και με τα τέσσερα χρυσά γαλόνια του, τ᾿ αστέρια,
έμπαινε μόλις άρχιζε ν᾿ απλώνεται η νυχτιά,
και την αυγήν αναίσθητο τον βγάνανε στα χέρια.

Μα τα γαλόνια ξέφτισαν και σχίστηκε η στολή,
τα ωραία του ρούχα επούλησε, την πέτσινή του τσάντα,
κι ένα εργαλείον εκράτησε μονάχα, ναυτικό,
τ᾿ όργανο εκείνο που μετράν τον ήλιο, τον εξάντα.

Η στεναχώρια και το αλκοόλ δουλεύοντας σιγά,
μέρα τη μέρα σ᾿ ένα χαίνον χάσμα τον ωθούσαν.
Τρελάθηκε. Τον πείραζαν στους δρόμους τα παιδιά,
κι οι ψείρες πάνω στα ξανθά του γένια επερπατούσαν.

Όταν ο ήλιος φλόγιζε τον αττικό ουρανό,
αυτός με τον εξάντα του στο χέρι εξεκινούσε,
το ύψος γοργά υπολόγιζε σε μία μαούνα ορθός,
κι ύστερα αισχρά μουντζώνοντας τον ήλιο, εβλαστημούσε.

Μα κάποια μέρα βλέποντας με τ᾿ όργανο ψηλά,
έφυγε για το σκοτεινό λιμάνι του θανάτου,
ενώ σιγά σαν πάντοτε, φαιδρός και φλογερός,
ο ήλιος την κανονική διέσχιζε τροχιά του.


Γράμμα ενός αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, τό ῾λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τί γίνομαι, τί κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως ειπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που εχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
-σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε-
και τ᾿ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ᾿ την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μού ῾λεγε: Το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ᾿ ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ῾ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ᾿ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ᾿ έκαμα να κλάψεις.
Δε θά ῾βρεις, βέβαια, λόγια για μι᾿ απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...


Mal Du Depart

Στην αδερφή μου Ζένια

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μία βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολὴ γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ᾿ Αλγέρι και το Σφαξ
θ᾿ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ᾿ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τά ῾χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ᾿ όποιον ρωτά
«Ήταν μία λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει...»

Μα ο εαυτός μου μία βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μία μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θά ῾χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.


Η πλώρη μας

Στον Θ. Λιαρούτσο

Ήταν η πλώρη μας καθώς των φορτηγών οι πλώρες.
Γιομάτη πράγματα παλιά, που εμύριζαν βαριά,
μ᾿ ένα τραπέζι ξύλινο στη μέση, λερωμένο
και σκαλισμένο σε πολλές μεριές με το σουγιά.

Είχε δεξιά κι αριστερά, απάνω τό ῾να στ᾿ άλλο,
τα ξύλινα κρεβάτια μας στα πλάγια κολλητά,
που έμοιαζαν, μέσα στο θαμπόν, ανάλαφρο σκοτάδι,
φέρετρα που ξεχάστηκαν και μείναν ανοιχτά.

Σε μία γωνιά το αρμάρι μας, απ᾿ έξω στολισμένο
με ζωγραφιές χρωματιστές από περιοδικό
ή γαλλικές φωτογραφίες αισχρές, που παρασταίνουν
το αμάρτημα της ηδονής το προπατορικό.

Πάντα βασίλευε σιγή θανατερή εκεί μέσα
και περπατούσαμε όλοι μας στις μύτες των ποδιών,
κι ήταν στιγμές που νόμιζες πως άκουες να χτυπούνε
σαν το ρολόι, μες στη σιγή, οι χτύποι των καρδιών.

Κι έκοβε μόνο τη σιγήν ο χτύπος της καμπάνας
που απάνω στο καμπούνι, αργά, χτυπούσε των ωρών
το πέρασμα, μ᾿ ένα βαρύ μα λυπημένο ήχο,
που πνίγονταν μες στη βοή του αγέρα ή των νερών.

Τις Κυριακές, σαν είχανε δουλειά μονάχα οι βάρδιες,
σ᾿ αυτήν εμαζευόμαστε κι ανάβαμε φωτιά
κι ή αισχρές, σιγά, για τις γυναίκες λέγαμε ιστορίες
ή το φαΐ μας παίζαμε με πείσμα στα χαρτιά.

Στην πλώρη αυτή κατάστρεψα τον ήρεμο εαυτό μου
και σκότωσα την τρυφερή παιδιάτικη ψυχή.
Όμως ποτέ δε μ᾿ άφησε το επίμονο όνειρό μου
και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί.


William George Allum

Εγνώρισα κάποια φορά σ᾿ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενο Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δεν μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μία πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μία θλιβερή πως είχε ιστορία
κι όσοι είχαν στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ᾿ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μία μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένη είχε
με στίγματ᾿ ανεξάλειπτα μίαν άγρια καλλονή ...

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ᾿ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μία αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησε αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα στο στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές ...
Του κάκου, γνώριζε αυτός - καθώς το ξέρουμ᾿ όλοι -
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές ...

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky
μ᾿ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: «Θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευτεί.


Καφάρ

Στο Γιώργο Παπά

Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και νά ῾χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ᾿ το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.

Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι τί ίδιο πια να μένεις στην Ελλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.

Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
μες στα ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Ραγκούν
είν᾿ ένα πράγμα που σκοτώνει τους αρτίστες.

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλας
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.

Στην Ταϊτή έζησε μήνες κι ο Λοτί,
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.

Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή,
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.

Η αυτοκτονία, προνόμιο πια στα θηλυκά-
κάποτε κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία κι αυτά τάχουν νοθέψει.


Coaliers

Στο Ν. Φαμελιάρη

Σε πολιτείες του Καναλιού, στο Λίβερπουλ, στο Σουάνς
βλέπει κανείς πρωί πρωί, στους ντόκους με τα κρένια,
κάποιους που ενώ δε μοιάζουνε πολύ για ναυτικοί,
προς τα καράβια οδεύουνε γελώντας δίχως έννοια.

Πέντ᾿ έξι οργιές τα μπάρκα τους κι όμοια τόσο πολύ,
που ως να τα βρουν κουράζονται πολλές φορές στη ράδα.
Πλώρη ψηλή ψαράδικη, φουγάρο μυτερό,
κι είναι το πιο μεγάλο τους ταξίδι μία βδομάδα.

Ένα βρακί ασιδέρωτο φοράνε βρωμερό
και μία φανέλα από φιλέ χειμώνα καλοκαίρι,
ένα μαντίλι της φωτιάς δεμένο στο λαιμό
και περπατάν τρεκλίζοντας πιασμένοι από το χέρι.

Όμως περνούν το τρομερό κανάλι του Saint George
κι ορθοπλωρίζουνε για κει που κυβερνάει πούσι,
που τα καραβοφάναρα, βογγώντας τρομερά,
τρελαίνουνε τον άμαθο που θα τα πρωτακούσει.

Περήφανα του Ατλαντικού διαβαίνουν τα νερά,
των φαναριών ακολουθώντας πάντα τις σειρήνες,
χορεύοντας ένα χορό στα κύματ᾿ αλαφρό,
που οι ναυτικοί των φορτηγών τα λέμε μπαλαρίνες.

Οι Φλαμαντέζοι ναυτικοί γελάν και λένε πως
οι Εγγλέζοι τους πνιγμένους τους κλαίνε μία μέρα μόνο
μ᾿ αν ήθελαν περισσότερο δε θά ῾χανε καιρό:
δέκα απ᾿ αυτά σαν φύγουνε, γυρνάνε πέντε μόνο.

Από συνήθεια παίρνουνε σε χρήμα την τροφή,
ψωνίζουνε λιγάκι χαμ κι ένα κουτί με βρώμη
μα τό ῾χουν προτιμότερο να πιούνε τα λεφτά,
πριν φύγουν και να τους τραβούν στερνή στιγμή οι λοστρόμοι.

Μα είναι τα πιο καλύτερα που γνώρισα παιδιά
μπαρκάρουνε τρεκλίζοντας, πάντα δυό δυό πιασμένοι,
και δίχως να το νιώσουνε καλά, πολλές φορές
βουλιάζουν με τα μπάρκα τους γελώντας μεθυσμένοι.


Μαύρη λίστα

Στον Π. Τζόανο

Είναι κάτι μεσόκοποι καπεταναίοι Εγγλέζοι,
που φάγανε τα νιάτα τους στις γέφυρες απάνω,
σε βάρδιες εξαντλητικές, κοιτώντας τα φανάρια,
σε θεωρίες παράξενες για στίγματα, για μήκη,
που όλη στο νου τους κλείσανε τη ναυτική επιστήμη.
Μα θες από την κούραση ή απ᾿ το πολύ που επίναν
έπεσαν έξω, το μεγάλο δίπλωμα τους πήραν,
στη «Μαύρη Λίστα» γράφτηκαν κι ένα χαρτί τους δώσαν,
ένα χαρτί που δίνουνε μονάχα στους λοστρόμους.
Και τότε αυτοί, από κούραση κι από πικρία γιομάτοι,
στις πολιτείες τους μείνανε και δεν εξαναφύγαν.

Ξέρω κάτι μεσόκοπους Εγγλέζους καπετάνιους,
αλκολικούς, με τις χρυσές που σχίστηκαν στολές τους,
που όλη τη μέρα μες στα μπαρ γυρίζουνε και πίνουν,
τσίκλα μασάν, αισχρολογούν, φωνάζουν, φτύνουν χάμω,
μα σαν βραδιάσει κι αρχινάν να φεύγουν τα καράβια,
κάνοντας μέσα στα νερά του λιμανιού μπρος πίσω,
βγαίνουν αυτοί και κρίνουνε με πείσμα τις μανούβρες.
Πολλές φορές μαλώνουνε, παίζουν γροθιές και βγάζουν
κάτι μαχαίρια ναυτικά του Σέφιλντ σκουριασμένα.
χτυπιούνται και πεθαίνουνε πάνω σε μπάλες κάμποτ
ή σε τσουβάλια απ᾿ το Penang μπαχαρικά γιομάτα.


Παραλληλισμοί

Τρία πράματα στον κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.
Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών,
των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες
και οι κατοικίες των κοινών, χαμένων γυναικών.

Έχουνε μία παράξενη συγγένεια και τα τρία
παρ᾿ όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,
μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει
η κίνηση, η άνεση του χώρου και η χαρά.

Πηγή: (http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/nikos_kabbadias/1933_marampoy_home.htm#01)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.