Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η έννοια «γενική κρίση του καπιταλισμού» στον Ευγένιο Βάργκα



Αιτίες γέννησης και όρια εφαρμογής

του Thomas Kuczynski

Στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου του Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, ο Λένιν διαπιστώνει: «Απ’ όλα όσα είπαμε για την οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού βγαίνει ότι πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε σαν μεταβατικό ή, πιο σωστά, σαν καπιταλισμό που πεθαίνει» [1]. Πρέπει να ομολογήσω ότι ως φοιτητής, δηλαδή πριν από πενήντα χρόνια, μετά από την ανάγνωση αυτού του χαρακτηρισμού κατά τις πανεπιστημιακές παραδόσεις που ακολουθούσαν σχετικά με τη γενική κρίση του καπιταλισμού, καθώς και αργότερα, έθετα διαρκώς το ερώτημα, για ποιο λόγο ένας «καπιταλισμός που πεθαίνει» πρέπει να καταλήξει και σε μια γενική κρίση˙ ο θάνατος αρκεί. 

Ως εκ τούτου, ήμουν πολύ χαρούμενος, διαβάζοντας μερικά χρόνια αργότερα στον Ευγένιο Βάργκα έναν πολύ χρήσιμο ορισμό απ’ τη δική μου σκοπιά, για το τι μπορεί να κατανοήσει κάποιος με την έννοια της γενικής κρίσης. Ο Βάργκα έγραφε, αναπτύσσοντας παραπέρα την ορολογία του Λένιν, στην έκθεση για την οικονομική συγκυρία σχετικά με την «Οικονομία και την οικονομική πολιτική στο τρίτο τρίμηνο του 1933», ότι αυτή είναι «εκείνη η περίοδος του ιμπεριαλισμού, στην οποία ο καπιταλισμός που πεθαίνει έχει μετατραπεί σε έναν εν μέρει ήδη καπιταλισμό που έχει πεθάνει, στην οποία το καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα έχει ήδη ανατραπεί στο ένα έκτο της Γης και η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη έχει πάρει ήδη τη μορφή της πάλης δυό οικονομικών συστημάτων» [2].

Επειδή τώρα το δεύτερο οικονομικό σύστημα, το σοσιαλιστικό, έχει καταστραφεί, μπορεί μάλλον να τεθεί δικαίως το ερώτημα, εάν η αντίληψη που αναπτύχθηκε απ’ τον Βάργκα δεν έχει ισχύ και δεν είναι [πλέον] εύχρηστη, μάλιστα, αν δε θα πρέπει να τεθεί γενικά υπό αμφισβήτηση, εν όψει της λεγόμενης «προσωρινής τελικής νίκης του καπιταλισμού» [3], όπως ονομάστηκε από τον Γκέοργκ Φύλμπερτ, η αντίληψη του Λένιν για τον, όπως φαίνεται, ακόμη ολοζώντανο καπιταλισμό.

Το ζήτημα δεν είναι καθόλου τετριμμένο, επειδή αυτό που έχει καταστραφεί δεν έχει απλά εξαφανιστεί˙ για να μιλήσουμε με τα λόγια του Χέγκελ, «επέστρεψε στη βάση του» [4]. Αυτή η βάση του σοσιαλισμού, το σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό κίνημα γενικά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο ίδιος ο καπιταλισμός, οι εγγενείς σ’ αυτόν αντιφάσεις, και σ’ αυτή τη βάση του επέστρεψε ο σοσιαλισμός. Για ‘κείνους, οι οποίοι βίωσαν και υπέστησαν αυτή την καταστροφή, ασφαλώς αυτό δεν αποτελεί πολύ παρήγορη είδηση. Ωστόσο, για το ζήτημα που έθεσα εδώ, δε βλέπω ότι καθήκον μου είναι να δώσω παρηγοριά, συνεχίζω να θεωρώ τον σοσιαλισμό ως την βάση του καπιταλισμού και κατά τα άλλα υποστηρίζω τον Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος μετά την ήττα της επανάστασης του 1848/49 έγραφε: «Αν κάποτε ηττηθήκαμε, δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα άλλο παρά να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή» [5].

Λίγο πριν το ξέσπασμα αυτής της επανάστασης, τον Ιανουάριο του 1848, οι Μαρξ και Ένγκελς δεν διαπίστωσαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο μόνο ότι «η Γερμανία βρίσκεται στη παραμονή μιας αστικής επανάστασης», αλλά επίσης ότι αυτή η αστική επανάσταση στη Γερμανία μπορεί «να είναι μόνο το άμεσο προανάκρουσμα μιας προλεταριακής επανάστασης» [6]. Ο Ένγκελς το 1895 στην Εισαγωγή του στο έργο του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, δεν έγραψε μόνο ότι η ιστορία «αποκάλυψε ότι η άποψη που είχαμε τότε ήταν αυταπάτη», αλλά διαπίστωσε επιπλέον ότι: «Η ιστορία έδωσε άδικο σε μας και όλους όσους σκέφτονταν όπως κι εμείς. Ξεκαθάρισε ότι η κατάσταση της οικονομικής εξέλιξης στην ηπειρωτική Ευρώπη δεν ήταν τότε καθόλου ώριμη για την παραμέριση της καπιταλιστικής παραγωγής. Το έδειξε αυτό με την οικονομική επανάσταση που από το 1848 αγκάλιασε όλη την ήπειρο […] –κι όλα αυτά, πάνω σε καπιταλιστική βάση, βάση που το 1848 είχε επομένως ακόμα μεγάλη ικανότητα επέκτασης» [7].

Μου φαίνεται ότι αυτή η νηφάλια ανασκόπηση του επαναστάτη Ένγκελς στην ιστορία του 19ου αιώνα, όπου ο ίδιος έζησε και πάλεψε, εξακολουθεί και σήμερα να διατηρεί την επικαιρότητά της, επειδή, δυστυχώς, ο καπιταλισμός, όχι μόνο εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά αυτό το κάνει, επιπλέον, πάνω σε μια «ακόμη μεγαλύτερη ικανότητα επέκτασης της βάσης».

Αντίστοιχα προς την πρόβλεψη των Μαρξ και Ένγκελς εβδομήντα χρόνια πριν, ο Λένιν έγραψε επίσης τον Απρίλιο του 1917, δηλαδή πριν το ξέσπασμα της Οκτωβριανής επανάστασης, στον Πρόλογο για την πρώτη έκδοση του έργου του, «ότι ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης» [8]. Διαφορετικά απ’ ότι ο Ένγκελς το 1850, ο Λένιν το 1920 ήταν σε θέση να προσθέσει: «Αυτό επιβεβαιώθηκε από το 1917 σε παγκόσμιο επίπεδο» [9]. Αυτή ήταν υπερβολή, η επιβεβαίωση στο διάστημα που έζησε, καθώς και στα επόμενα 25 χρόνια, παρέμεινε περιορισμένη στη Ρωσία.

Η ελπίδα που εκφράστηκε απ’ τους Μαρξ και Ένγκελς το 1882 στον Πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου ότι «η ρωσική επανάσταση [μπορεί] να αποτελέσει το σύνθημα για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση» [10], εκπληρώθηκε το ίδιο λίγο όπως και αυτό που δημοσίευσε ο Λένιν το 1907: «Η ρωσική εργατική τάξη θα κατακτήσει την ελευθερία, και με τις γεμάτες λάθη επαναστατικές της ενέργειες, θα δώσει στην Ευρώπη μια ώθηση προς τα μπρος […]», μια πρόβλεψη η οποία, κατά τα άλλα, έκλεινε με την παρατήρηση: «[…] και ας κορδώνονται οι χυδαίοι με το αλάθητο της επαναστατικής τους αδράνειας» [11]. Το γιατί όμως αυτές οι ελπίδες δεν εκπληρώθηκαν και, σε τελική ανάλυση, επικράτησαν οι «χυδαίοι με το αλάθητο», το είχε προβλέψει η Ρόζα Λούξεμπουργκ στις 24 Νοεμβρίου 1917, δηλαδή λίγες μέρες μετά τη νίκη των μπολσεβίκων, σ’ ένα γράμμα της προς την Λουίζε Κάουτσκι, με φοβερή σαφήνεια: «Φυσικά, δε θα κατορθώσουν να αντέξουν σ’ αυτό το χορό του διαβόλου –όχι επειδή η στατιστική παρουσιάζει μια τόσο οπισθοδρομική οικονομική κατάσταση στη Ρωσία, όπως υπολόγισε ο έξυπνος σύζυγός σου, αλλά επειδή η σοσιαλδημοκρατία στην ιδιαίτερα αναπτυγμένη Δύση αποτελείται από αξιοθρήνητα δειλούς, οι οποίοι παρακολουθώντας ήσυχα, αφήνουν τους Ρώσους να πεθαίνουν από αιμορραγία», και συνεχίζει, «ένας τέτοιος καταποντισμός είναι καλύτερος απ’ το να “μένει κάποιος ζωντανός για την πατρίδα”, είναι μια πράξη παγκόσμιας ιστορικής σημασίας, τα ίχνη της οποίας δεν θα χαθούν στους αιώνες» [12].

Μετά απ’ αυτές τις εμβόλιμες παρατηρήσεις που μου φαίνονται αναγκαίες, επιστρέφω στο πρόβλημα της γενικής κρίσης. Στο έργο του Λένιν η έννοια αυτή δεν υπάρχει. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, γιατί όποιος την άνοιξη του 1917 προβλέπει: «Μόνο η προλεταριακή, σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να βγάλει την ανθρωπότητα από το αδιέξοδο που δημιούργησε ο ιμπεριαλισμός» [13], όποιος επομένως έχει μπροστά στα μάτια του την παγκόσμια επανάσταση, όποιος στους πολιτικούς αντιπάλους του, οι οποίοι πιστεύουν ότι, «Εμείς θα βοηθήσουμε […] να βγει η χώρα από την κρίση, να σωθεί από την καταστροφή, να γλυτώσει από τον πόλεμο», απαντά: «Η κρίση είναι τόσο βαθιά, τόσο πλατιά διακλαδωμένη, τόσο παγκόσμια μεγάλη, τόσο στενά συνδεμένη με το κεφάλαιο, που η ταξική πάλη ενάντια στο κεφάλαιο πρέπει αναπόφευκτα να πάρει τη μορφή πολιτικής κυριαρχίας του προλεταριάτου και των μισοπρολετάριων» [14], όποιος γράφει έτσι, στα γραπτά του οποίου δεν «υπάρχουν τα στοιχεία της … αντίληψης περί εποχής της “γενικής κρίσης του καπιταλισμού”» [15], αυτός δεν έχει μπροστά στα μάτια του την γενική κρίση του καπιταλισμού, αλλά την τελική του κρίση και την παγκόσμια επανάσταση με το αποτέλεσμα της καταστροφής του καπιταλισμού.

Το ότι δεν έλαβε χώρα η παγκόσμια επανάσταση και η συνδεμένη μ’ αυτήν αποτυχία της λεγόμενης επιθετικής στρατηγικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) προς τα έξω, όπως επίσης η οικονομική στρατηγική του πολεμικού κομμουνισμού στο εσωτερικό, απαιτούσαν μια νηφάλια ανάλυση της κατάστασης που προέκυψε, συμπεριλαμβανομένου της παγκόσμιας οικονομίας του καπιταλισμού. Πριν από το 3ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν ανατέθηκε στον Βάργκα να συντάξει μια τέτοια ανάλυση [16]. Ένα χρόνο αργότερα, στο 4ο Παγκόσμιο Συνέδριο, κατέθεσε μια περαιτέρω ανάλυση με τίτλο Η περίοδος της παρακμής του καπιταλισμού, στην οποία μετά από τη σύμφωνη γνώμη των πολιτικά αποφασισμένα αντιτιθέμενα διακείμενων ερευνητών, διατύπωσε τις προϋποθέσεις για/ή τις πρώτες θέσεις της θεωρίας της γενικής κρίσης [17].

Ο ίδιος ο Βάργκα στη μπροσούρα του με τίτλο «Βασικά χαρακτηριστικά της παρακμής του καπιταλισμού», τα συνόψισε σε δέκα σημεία, ως εξής: [18]

1. Η γεωγραφική επέκταση του καπιταλισμού γίνεται μικρότερη …

2. Μέσα στις καπιταλιστικές χώρες εμφανίζεται μια τάση για επιστροφή σε προκαπιταλιστικές μορφές οικονομίας …

3. Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας περιορίζεται, το εξωτερικό εμπόριο συρρικνώνεται, η ενότητα της παγκόσμιας οικονομίας διασπάται …

4. Η ενιαία αξία του χρυσού αντικαθίσταται από τις αξίες του χαρτονομίσματος, τις τεράστιες διακυμάνσεις των τιμών …

5. Η συσσώρευση αντικαθίσταται από μια σταδιακή οικονομική εξαθλίωση …

6. Η παραγωγή μειώνεται …

7. Το πιστωτικό σύστημα καταρρέει …

8. Το βιοτικό επίπεδο του προλεταριάτου πέφτει …

9. Ανάμεσα στα διάφορα στρώματα των ιδιοκτητριών τάξεων βρίσκεται σε εξέλιξη μια οξεία πάλη για το μοίρασμα του μειωμένου κοινωνικού παγκόσμιου προϊόντος …

10. Ιδεολογικά, η πίστη στο ακλόνητο της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας έχει κλονιστεί …

Ανέφερα όλα τα σημεία πλήρως, επειδή από την καταγραφή τους γίνεται σαφές, ότι αυτά, απ’ τη μια μεριά παρουσιάζουν μια εξαιρετική σύνοψη της παγκόσμιας οικονομικής κατάστασης του έτους 1922, απ’ την άλλη όμως περιλαμβάνουν μια ολόκληρη σειρά από «βασικά χαρακτηριστικά», τα οποία είτε εξαφανίστηκαν στην περίοδο που ακολούθησε, της λεγόμενης σχετικής σταθεροποίησης, δηλαδή ανήκουν αποκλειστικά στη μεταπολεμική κρίση, είτε ίσχυαν μόνο για την περίοδο μέχρι τα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για την οποία θα γίνει λόγος. Στην εργασία του, που δημοσιεύτηκε λίγο πριν το 5ο Παγκόσμιο Συνέδριο, με τίτλο Άνοδος ή παρακμή του καπιταλισμού, ο Βάργκα το 1924 διόρθωσε μεν ορισμένα «βασικά χαρακτηριστικά», κατέστησε όμως σαφές «ότι πρέπει να διατηρήσουμε την μέχρι τώρα αντίληψή μας: η περίοδος παρακμής του καπιταλισμού συνεχίζεται» [19].

Η ίδια η λίστα αποκαλύπτει μεν απ’ τη μια μεριά τη διαρκή τάση που υπάρχει στον Βάργκα για βιαστική γενίκευση των εμπειρικά διαπιστωμένων γεγονότων [20], απ’ την άλλη όμως θα ήταν εσφαλμένο να βλέπει κανείς σ’ αυτά «τις πρώτες θέσεις για τη θεωρία της γενικής κρίσης του καπιταλισμού» [21]. Το αντίθετο, στο τελευταίο μέρος του έργου του ο Βάργκα διαπιστώνει καθαρά: «Ασφαλώς, βρισκόμαστε στα μέσα μιας περιόδου παρακμής του καπιταλισμού, κάτι που δημιουργεί την αντικειμενική δυνατότητα για μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση. Αλλά … η ίδια η αντικειμενική ανάπτυξη δεν οδηγεί αυτόματα στην κατάρρευση του καπιταλισμού. Αν το προλεταριάτο δεν παλεύει αποφασισμένο επαναστατικά, τότε η ιμπεριαλιστική αντίληψη για τον κόσμο θα νικήσει, τότε ο καπιταλισμός θα υπερβεί την κρίση» [22]. Και για το ζήτημα της θεωρητικής γενίκευσης των εμπειρικά διαπιστωμένων γεγονότων διαπίστωσε δυό χρόνια αργότερα με σαφήνεια στο 5ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν: «Και εγώ προσπάθησα επανειλημμένα, τουλάχιστον χοντρικά, να επεξεργαστώ μια θεωρία, αλλά μια πραγματικά ικανοποιητική θεωρία δεν υπάρχει μέχρι σήμερα» [23].

Ο όρος γενική κρίση εμφανίστηκε στον Βάργκα, απ’ όσο μπορώ να δω, για πρώτη φορά το 1931. Ναι μεν ήδη το 1927, σ’ ένα άρθρο του με τίτλο Τα πρώτα δέκα χρόνια της περιόδου του καπιταλισμού, το οποίο είχε συντάξει για την δέκατη επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης, έγραψε: «Ο σημερινός καπιταλισμός δεν είναι τώρα πλέον ένας “καπιταλισμός που πεθαίνει” αλλά ένας εν μέρει καπιταλισμός που έχει πεθάνει» [24], όμως μόνο στην πρώτη τριμηνιαία έκθεσή του τού 1931, στο εισαγωγικό κεφάλαιο Η θεωρία της κρίσης του Μαρξ και τα προβλήματα της σημερινής κρίσης, διαπιστώνει: «Ο παγκόσμιος πόλεμος … οδηγεί από τον ιμπεριαλισμό στη γενική κρίση του καπιταλισμού…», αυτός «οδήγησε στην ανατροπή της αστικής τάξης σ’ ένα απ’ τα πιο ισχυρά κράτη του κόσμου…». Και ακόμη: «Η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, η κυριαρχία της αστικής τάξης στον κόσμο ως σύνολο, έφτασε έτσι στο τέλος της! Απέναντι το ένα στο άλλο βρίσκονται δυό εντελώς αντίθετα, ασυμβίβαστα μεταξύ τους κοινωνικά συστήματα.» «Αυτό το γεγονός … ασκεί βαθιά επίδραση πάνω στην περαιτέρω διαμόρφωση του εναπομείναντος μέρους του καπιταλισμού. … οι χαρακτηριστικές για τον καπιταλισμό εσωτερικές αντιφάσεις οξύνονται ως συνέπεια της ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης. Η συνέχιση της ύπαρξης της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων έχει σε μεγάλο βαθμό τεθεί σε κίνδυνο. Η περίοδος της γενικής κρίσης του καπιταλισμού είναι η περίοδος της κοινωνικής επανάστασης!». Τέλος: «Το δεύτερο πολύ σημαντικό στοιχείο της γενικής κρίσης του καπιταλισμού είναι η αποικιακή επανάσταση. Η ανάπτυξή της επιταχύνεται από την ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή θέτει σε κίνδυνο σε αυξανόμενο βαθμό τη βάση της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας» [25].

Προσπερνώ ως λιγότερο σημαντικό το γεγονός ότι ο Βάργκα εδώ θεωρεί ακόμη τη γενική κρίση –διαφορετικά απ’ ότι δυό χρόνια αργότερα- ως μια συνέχεια της περιόδου του ιμπεριαλισμού. Πολύ πιο σημαντικό μου φαίνεται, ότι για αυτόν τα δυό πιο ουσιαστικά στοιχεία της γενικής κρίσης δεν βρίσκονται στις βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις˙ απέναντι σ’ αυτά, όλα τα άλλα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν απ’ αυτόν, τα οποία δε μπορώ να εξετάσω εδώ λεπτομερέστερα, είναι δευτερεύοντα. Αυτό είναι σημαντικό επειδή ακριβώς η ίδια σπουδαιότητα κατά τον καθορισμό του δεύτερου σταδίου της γενικής κρίσης, δείχνει ότι αυτό είχε αρχίσει μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ότι ξεχώρισε κυρίως από την εξάπλωση του σοσιαλισμού στην ανατολική Ευρώπη και την ανατολική Ασία, καθώς και την κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος˙ [26] όλα τα άλλα στοιχεία που αναφέρθηκαν σ’ αυτό το πλαίσιο ήταν λίγο ή πολύ σημαντικές παραλλαγές του καθιερωμένου «οι αντιφάσεις οξύνονται», δείχνουν επομένως, αν διαβαστούν σωστά, ότι δε συνέβη τίποτα βασικά καινούριο. Το ίδιο ισχύει και για το τρίτο στάδιο, το οποίο χαρακτηριζόταν κυρίως απ’ το ότι «το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα [έχει γίνει] καθοριστικός παράγοντας της ανθρώπινης κοινωνίας» [27].

Από τη σύντομη ανασκόπησή μου για την προέλευση και την ανάπτυξη της ιστορίας του όρου γενική κρίση, προκύπτει ότι είμαι αναγκασμένος να εκφράσω αμφιβολία για προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί και πάλι η θεωρία της γενικής κρίσης ή, μελλοντικά, ως εργαλείο ανάλυσης του σημερινού καπιταλισμού μετά την κατάρρευση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος. Για τη διασαφήνιση της θέσης μου σχετικά με την αντίληψη του Βάργκα η οποία αναπτύχθηκε τις δεκαετίες του 1920 και 1930, παίρνω το θάρρος να παραθέσω έναν στοίχο του Μπέρτολτ Μπρεχτ «για την κατασκευή ευνόητων εικόνων», σχετικά με «τα παλιά μοντέλα»: «[…] αυτά φαίνονται εσφαλμένα, όμως δεν είναι: έγιναν».

Το ότι τώρα οι θεωρίες και τα μοντέλα γίνονται εσφαλμένα, αυτή είναι μια γνωστή διαδικασία από την ιστορία όλων των επιστημών. Όπως τη διατύπωσε κάπως άνετα ο Ένγκελς, αυτή είναι ένα μέρος της «ιστορίας της σταδιακής αντικατάστασης αυτής της ανοησίας από μια νέα, αλλά λιγότερο παράλογη ανοησία» [28]. Αυτό το προτσές αντικατάστασης μου φαίνεται όμως εδώ και πολύ καιρό, και όχι μόνο πρώτα από το 1989, ότι έχει σκαλώσει. Αλλά ακριβώς σήμερα, όπου ήδη μερικοί κάνουν ξανά λόγο για τελική κρίση του καπιταλισμού και για παρόμοια φαινόμενα, μου φαίνεται σημαντικό ότι πρέπει να μαθαίνουμε από τα λάθη των δασκάλων μας αντί να επαναλαμβάνουμε τα αναμφισβήτητα σωστά από τα έργα τους μέχρι κορεσμού. Έτσι, οι εμπειρίες για την αποτυχημένη απ’ τη σκοπιά τους επανάσταση του 1848/49, δεν εμπόδισε σε καμιά περίπτωση τον Μαρξ και τον Ένγκελς να ερμηνεύουν τις νέες εξελίξεις πάντα με τρόπο τέτοιο, που να υποδηλώνουν την υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ότι επίκειται άμεσα ένα «κραχ».

Ο Μαρξ για παράδειγμα, έγραψε στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών το 1864 σχετικά με την καθιέρωση του δεκάωρου: Αυτό δεν ήταν μόνο «μια μεγάλη πρακτική επιτυχία, ήταν η νίκη μιας αρχής. Για πρώτη φορά η πολιτική οικονομία της αστικής τάξης υπόκυψε μέρα-μεσημέρι στην πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης» [29]. Στην πράξη η αστική τάξη ήταν πάντα σε θέση, ακόμη και αργότερα κατά την καθιέρωση του οχτάωρου και της εβδομάδας των 35 ωρών, να χρησιμοποιήσει τις επιβληθείσες από το προλεταριάτο ενάντια στην πιο σφοδρή αντίστασή της μειώσεις του χρόνου εργασίας στο δρόμο του εξορθολογισμού για μια μεγάλη αύξηση της απόδοσης της εργασίας με τρόπο τέτοιο, που αντί των δήθεν επικείμενων απωλειών έλαβαν χώρα τεράστιες αυξήσεις στα κέρδη: Η μείωση της εργάσιμης ημέρας ως βασική προϋπόθεση για τον εξορθολογισμό και, έτσι επίσης, η παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Στην ίδια Ιδρυτική Διακήρυξη ο Μαρξ ανέφερε: «[…] μια ακόμη μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας ενάντια στην πολιτική οικονομία του κεφαλαίου» ήταν το συνεταιριστικό κίνημα, δηλαδή τα συνεταιριστικά εργοστάσια [30]. Στην πράξη οι συνεταιρισμοί στον καπιταλισμό έπρεπε και πρέπει μέχρι σήμερα να αντιμετωπίσουν δυό ειδών καταστάσεις, ή να γίνουν μεγάλοι και να ενσωματωθούν στο καπιταλιστικό σύστημα –όπως για παράδειγμα οι συνεταιρισμοί για εμπορεύματα στη Γερμανία- ή να παραμείνουν μικροί και ασήμαντοι, επομένως ακίνδυνοι για το καπιταλιστικό σύστημα, όπως είναι σήμερα η πλειοψηφία των οικο-κοινωνικών κοινοτήτων.

Όποιος νομίζει ότι εδώ αναφέρθηκα στον πολιτικό Μαρξ και όχι στον οικονομολόγο, ασφαλώς κάνει λάθος. Στο χειρόγραφο του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου που γράφτηκε στο ίδιο χρονικό διάστημα, αναφέρεται μάλιστα: «Τις κεφαλαιοκρατικές μετοχικές επιχειρήσεις πρέπει να τις βλέπουμε εξίσου, όπως και τα εργοστάσια των συνεταιρισμών, σαν μεταβατικές μορφές από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στο συνεταιριστικό τρόπο», δηλαδή τον κομμουνιστικό [31]. Όσον αφορά τις μετοχικές εταιρίες αργότερα, κατά την επεξεργασία της γαλλικής έκδοσης του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, κατέληξε σε άλλα συμπεράσματα [32].

Ένα άλλο παράδειγμα που αφορά στο θέμα: Η αποικιακή επανάσταση και η κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος που ακολούθησε, θεωρήθηκε και αξιολογήθηκε πάντα ως αναπόσπαστο μέρος της γενικής κρίσης. Αυτό ήταν απολύτως σωστό, το μονοπωλιακό όμως κεφάλαιο στις «μητροπόλεις», αφότου είχε καταπολεμήσει για δεκαετίες το αντιαποικιακό κίνημα και σ’ αυτή την πάλη ήταν υποδεέστερο, μπόρεσε ν’ αλλάξει ριζικά τη στρατηγική του και στα τώρα κυρίαρχα εθνικά κράτη του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου», βρήκε εκείνες τις ιδιαίτερα επικερδείς σφαίρες απόθεσης για το κεφάλαιο, τις οποίες είχε υποθέσει η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η νεοαποικιοκρατία γιόρτασε τους θριάμβους της, και για τις άλλοτε «αναπτυσσόμενες χώρες με σοσιαλιστικό προσανατολισμό» δεν κάνει σήμερα κανένας λόγο.

Ωστόσο, αυτή η εξαγωγή κεφαλαίου προς τον «Τρίτο Κόσμο», σε τελική ανάλυση απέδωσε αποτελέσματα, τα οποία αναμφίβολα αντέβαιναν στις αρχικές προθέσεις των εξαγωγέων, επειδή οι εξαγωγείς κεφαλαίου, όπως και στις πρώιμες εποχές του καπιταλισμού [33], προμήθευαν τους δικούς τους ανταγωνιστές με κεφάλαιο. Η νεοαποικιοκρατία που μέχρι τώρα ήταν τόσο επικερδής, έτρεφε, για να ειπωθεί έτσι, ένα φίδι στον κόρφο της, το οποίο τώρα στρέφεται εναντίον της και το στέλνει με τη μορφή των λεγόμενων αναδυόμενων χωρών να ξεπεράσει τη σπουδαιότητα των άλλοτε «μητροπόλεων».

Γι’ αυτό στη σημερινή κριτική του καπιταλισμού μου φαίνεται μεγάλο λάθος στις σημερινές θεωρήσεις για την κρίση, να έχει κανείς κατά κύριο λόγο στο οπτικό του πεδίο τις παλιές βιομηχανικές χώρες και να παραβλέπει την άνοδο των «αναδυόμενων χωρών». Αυτή η οπτική που εξακολουθεί να είναι ευρωκεντρική, διαγιγνώσκει μεν πολύ σωστά μερικές κρίσεις στις παλιές βιομηχανικές χώρες (συμπεριλαμβανομένου των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας), τις θεωρεί όμως κατά ανεπίτρεπτο τρόπο ως έκφραση μιας κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Φυσικά και οι αναδυόμενες χώρες, στις οποίες σήμερα –ανάλογα με την κατάταξη- παράγεται από το ένα τέταρτο έως το ένα τρίτο του παγκόσμιου ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, υπόκεινται στους βασικούς νόμους κίνησης του καπιταλισμού. Οι κυκλικές κρίσεις, η ανεργία και πολλές άλλες φυσικές καπιταλιστικές πληγές, κυριαρχούν επίσης την οικονομική ζωή στην τώρα πλέον δική τους αυτοδημιούργητη βάση, δεν μπορεί όμως να γίνει λόγος εκεί για γενική κρίση με την παραδοσιακή, μαρξιστική-λενινιστική έννοια και, ασφαλώς, όχι για τελική κρίση. 

Προτού έρθω σ’ ένα τελευταίο παράδειγμα, θέλω να επανέλθω στο πρόβλημα της μείωσης του χρόνου εργασίας και να υπενθυμίσω ότι ο Μαρξ όχι μόνο σημείωσε ότι το κεφάλαιο υπονομεύει τις πηγές όλου του πλούτου, τη γη και τους εργάτες [34], αλλά και τους κανονισμούς που θεσπίστηκαν κάποτε για την προστασία των τελευταίων, δηλαδή των εργατών, συνοψίζοντας στην πρόταση: «Η απεριόριστη παράταση της εργάσιμης ημέρας, που προκαλούν οι μηχανές στα χέρια του κεφαλαίου, οδηγεί αργότερα, όπως είδαμε, σε μια αντίδραση της κοινωνίας, που απειλείται ως τη ρίζα της ζωής της, και μαζί σε μια περιορισμένη από το νόμο κανονική εργάσιμη ημέρα» [35].

Αυτή η νομική ρύθμιση με μια κοινωνία που απειλείται η ρίζα της ζωής της, έλαβε χώρα κάποτε σε εθνοκρατικό επίπεδο, και από αυτήν προηγήθηκαν μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, στις οποίες, απ’ τη μεριά του κεφαλαίου και των ιδεολόγων του, προβλήθηκαν τα πιο ανόητα επιχειρήματα ενάντια στη μείωση της εργάσιμης ημέρας, κυρίως φυσικά, για το ότι μια τέτοια μείωση θα περιορίσει την κερδοφορία της παραγωγής, μάλιστα, ότι θα την εξαφάνιζε. Ο Μαρξ όλα αυτά τα παρουσίασε πολύ όμορφα στο υποκεφάλαιο «Η “τελευταία ώρα” του Σένιορ» [36].

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ συνέκρινε τις ρυθμίσεις στην Εισαγωγή στην Εθνική Οικονομία της με τους νόμους για το κυνήγι: «Ακριβώς, όπως με το πολύτιμο θήραμα εξασφαλίζεται με τους νόμους μια σχετική εποχή απαγόρευσης κυνηγιού, ώστε αυτό να εξαπλωθεί σκόπιμα και να μπορεί κανονικά να χρησιμεύσει ως αντικείμενο κυνηγιού, έτσι ακριβώς και η κοινωνική μεταρρύθμιση εξασφαλίζει μια σχετική περίοδο χάριτος της εργατικής δύναμης του προλεταριάτου, ώστε να μπορεί να χρησιμεύσει οικονομικά στην εκμετάλλευση από το κεφάλαιο» [37]. Ούτε ο Μαρξ ούτε η Λούξεμπουργκ ήταν επομένως της άποψης, ότι μ’ αυτές τις νομοθετικές ρυθμίσεις θα έρθουν παραδεισένιες εποχές για το προλεταριάτο.

Απ’ αυτή τη σκοπιά τώρα, πρέπει να εξεταστούν ορισμένες πτυχές του λεγόμενου green capitalism [πράσινος καπιταλισμός], ένα σχέδιο [Konzept], το οποίο αυτό το διάστημα από τους μεν υποστηρίζεται σθεναρά, όπως και από κάποιους άλλους απορρίπτεται επίσης κατηγορηματικά.

Με δεδομένο το πολυσυζητημένο ζήτημα περί point of no return [σημείο χωρίς επιστροφή] και μιας –όπως θα τη διατύπωνε ο Μαρξ- παγκόσμιας κοινωνίας η οποία απειλείται στη ρίζα της ζωής της, δεν πρέπει να αποκλείεται γενικά, κατά την άποψή μου, ότι το παγκόσμιο κεφάλαιο διεισδύει έτσι όπως κάποτε το αγγλικό κεφάλαιο στους εργάτες «του», τώρα όμως διεισδύει και στη βιόσφαιρα για να εξασφαλίσει μια σχετική περίοδο χάριτος με νόμους. Αυτό φαίνεται μεν να είναι μια ειρωνεία της ιστορίας, το ότι [δηλαδή] οι κύριοι υπαίτιοι της καταστροφής του περιβάλλοντος θα πρέπει να μεταλλάσσονται σε φύλακες του φυσικού περιβάλλοντος, όμως το ότι στη σημερινή παγκόσμια συγκυρία μπορεί να φτάσει η κατάσταση ακριβώς εκεί, αυτό δεν είναι εντελώς απίθανο, σε τελική ανάλυση ακόμη και για το λόγο, επειδή τα αριστερά κινήματα σήμερα δεν είναι προφανώς σε θέση να εξαναγκάσουν με πολιτικά μέσα μια μη καπιταλιστική ή μια αντικαπιταλιστική λύση.

Αυτές οι, ας πούμε, παραδεισένιες εποχές, στις οποίες η φύση, για την ακρίβεια η βιόσφαιρα, μας πρόσφερε σχεδόν δωρεάν τα πλούτη της και εξίσου δωρεάν απομάκρυνε τα άθλια περιττώματά μας, μετατρέποντάς τα σε νέα φυσικά πλούτη, αυτές οι εποχές τέλειωσαν μια για πάντα. Ασφαλώς, ο ήλιος θα εξακολουθεί να λάμπει για μας δωρεάν και θα μας εφοδιάζει μ’ αυτό τον τρόπο με ενέργεια, όμως και ο ήλιος δεν είναι συστατικό στοιχείο της βιόσφαιρας.

Από οικονομική σκοπιά πρόκειται στην πραγματικότητα, για το τι κοστίζει η αναπαραγωγή των φυσικών πόρων. Ως παραχθέντες από τον άνθρωπο πόροι, δεν υπάρχουν πλέον από τη φύση, και ως τέτοιοι, δηλαδή ως αποτελέσματα ενός εργασιακού προτσές, έχουν μια αξία. Όλα αυτά που οι εργαζόμενοι αγγίζουν στο εργασιακό προτσές, αποκτούν έτσι μιαν αξία και, αυτή είναι η άλλη όψη του νομίσματος, αξιοποιείται [wird verwertet] για αυτό το λόγο από το κεφάλαιο σ‘ αυτό τον τρόπο παραγωγής. Κάτι ανάλογο ισχύει για τα περιττώματα της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτά της παραγωγής όπως και αυτά της κατανάλωσης, και της κοινωνικής τους διάθεσης. Ο καθαρός αέρας και το καθαρό νερό έχουν επίσης την αξία τους με τη μορφή του αέρα και του νερού που έχουν καθοριστεί –όχι μόνο με τη μεταφορική αλλά με την αυστηρά οικονομική έννοια.

Παρ’ όλο που τα ζητήματα αυτά δεν είχαν τεθεί έτσι στην εποχή του Μαρξ, ο Μαρξ δεν τα μετέθετε, οι απαντήσεις που δόθηκαν απ’ αυτόν φτάνουν πέρα απ’ τα ερωτήματά του, φτάνουν μέχρι τη δική μας εποχή. Έτσι για παράδειγμα σημειώνει: «Η έννοια του σταθερού κεφαλαίου δεν αποκλείει με κανένα τρόπο μιαν επανάσταση στην αξία των συστατικών μερών του. […] Αν έχει αλλάξει ο χρόνος εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή του […] τότε έχουμε αντίχτυπο στο παλιό εμπόρευμα […], που η αξία του μετριέται πάντα με την κοινωνικά αναγκαία εργασία, και επομένως πάντα με την εργασία που είναι αναγκαία κάτω από τις κοινωνικές συνθήκες της στιγμής.» [38] Αυτό όμως που μετριέται με τον αναγκαίο εργάσιμο χρόνο κάτω από τις κοινωνικές συνθήκες της στιγμής, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αξία αναπαραγωγής, η οποία διαφέρει από εκείνη την αξία, η οποία παριστάνεται ως άθροισμα της άλλοτε αντικειμενοποιημένης στο εμπόρευμα εργασίας. 

Παρεμπιπτόντως, από την οικονομική των επιχειρήσεων είναι αρκετά γνωστό, το πώς μια τέτοια αξία αναπαραγωγής, ή, η τιμή της εκφρασμένη σε χρήμα μπορεί να εκτιμηθεί ή να υπολογιστεί, συγκεκριμένα με τις λεγόμενες τιμές αντικατάστασης (ή αναπλήρωσης). Ένα απλό παράδειγμα κάνει άμεσα σαφή τη σημασία τους. Όταν τα διυλιστήρια αυξάνουν τις τιμές του πετρελαίου, τότε και τα πρατήρια καυσίμων αυξάνουν τις τιμές της βενζίνης. Παρ’ όλο που έχουν αγοράσει τη βενζίνη τους στην παλιά τιμή, στην κοστολόγησή τους δεν υπολογίζεται η (προβλεπόμενη) τιμή αντικατάστασης για τα καύσιμο. Η πρακτική αυτή είναι επομένως πολύ συνηθισμένη, και αυτοί που δρουν έτσι δε το κάνουν ούτε με δόλο ούτε ανήθικα, αλλά σύμφωνα με τις αναγκαιότητες της οικονομικής αναπαραγωγής πάνω σε καπιταλιστική βάση.

Μια πολύ παρόμοια πρακτική είναι εφαρμόσιμη, τουλάχιστον για τις ανανεώσιμες πρώτες ύλες, κάτω από καπιταλιστικές οικονομικές συνθήκες, για τον αέρα, το νερό, τα ξύλα (δάσος) κτλ. Ναι μεν αυτές οι πρώτες ύλες που τις προσφέρει η φύση δωρεάν πρακτικά δεν κοστίζουν τίποτα, η αναπαραγωγή τους όμως κοστίζει. Αυτός ο λογαριασμός πρέπει επιτέλους να ληφθεί υπόψη στους οικονομικούς υπολογισμούς των επιχειρήσεων και των κρατών. Όσον αφορά τις εν λόγω μη ανανεώσιμες πρώτες ύλες, όπως ο άνθρακας, το πετρέλαιο κτλ μπορεί να γίνει υπολογισμός των τιμών αντικατάστασης μόνο με τη μεταφορική έννοια. Επειδή αυτές δεν είναι ανανεώσιμες, στη θέση τους εμφανίζονται τα κόστη για την ανάπτυξη ενός εναλλακτικού ενεργειακού εφοδιασμού, τα κόστη για την ανάπτυξη υδροηλεκτρικών σταθμών, σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αξιοποιώντας την παλίρροια, την παραγωγή ηλιακών συλλεκτών κτλ. Τα κόστη αυτά είναι ασφαλώς γνωστά, και μπορεί να ξεκινήσει κανείς απ’ το ότι στην πορεία μιας περαιτέρω ανάπτυξης αυτών των εγκαταστάσεων παροχής ενέργειας θα πέσουν. Όλα αυτά θα μπορούσαν να επιβληθούν στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής υπεραξίας, όπως επιβλήθηκαν πριν από εκατό πενήντα χρόνια οι κανονισμοί για τον εργάσιμο χρόνο και την προστασία της εργασίας σε δύσκολους πολιτικούς αγώνες. Χωρίς αυτούς και αυτή τη φορά δεν θα προχωρήσει η κατάσταση.

Με τον εξαναγκασμό να λάβουν υπόψη τους απ’ την άποψη της οικονομίας των επιχειρήσεων τις δαπάνες που κοστίζουν η αναπαραγωγή των φυσικών πόρων και του φυσικού περιβάλλοντος, δεν είναι συνδεμένη μόνο μια παγκόσμια επανάσταση με τη μαρξική έννοια, αλλά μια τεράστια διεύρυνση της σφαίρας της αξιοποίησης του κεφαλαίου και της παραγωγής υπεραξίας, η οποία ίσως θα μπορούσε να συγκριθεί με την πριν από 500 χρόνια ανάπτυξη του αποικιοκρατικού συστήματος. Όταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ πριν από εκατό χρόνια προέβλεψε ότι το τέλος του καπιταλισμού θα λάμβανε χώρα τουλάχιστον τότε, όταν όλες οι μη καπιταλιστικές σφαίρες παραγωγής γίνουν παγκοσμίως καπιταλιστικές, τότε είχε στο μυαλό της μόνο το αποικιοκρατικό σύστημα. Αλλά η βιόσφαιρα, αυτή θα ήταν ένα «αποικιοκρατικό σύστημα» εντελώς άλλου μεγέθους, και από τη χρήση και την αξιοποίησή της θα γινόταν μάλιστα στο κεφάλαιο δυνατή μια παραγωγή υπεραξίας ονειρικών διαστάσεων. Το αν θα συμβεί αυτό, εξαρτάται αποκλειστικά από τις πολιτικές συνθήκες, και όχι από τις οικονομικές.

Η αστική τάξη απέδειξε για πάνω από 150 χρόνια ότι είναι σε θέση, τις νομικές ρυθμίσεις, που άλλοτε τις είχε καταπολεμήσει η ίδια με τον πιο έντονο τρόπο, να τις διαμορφώσει για τον εαυτό της επικερδώς, να τις ενσωματώσει στον οικονομικό της οργανισμό, και όλες οι μέχρι τώρα αρνητικές προγνώσεις, για τις οποίες δεν είναι σε θέση, να αποδειχτούν παράλογες. Αντίθετα, οι αντικαπιταλιστικές κουβέντες, το ποια προβλήματα δεν μπορεί υποτίθεται να λύσει με το δικό της τρόπο, δεν έχει καμιά αξία. Η απαισιόδοξη πρόγνωση του Γκέοργκ Φύλμπερτ «ακόμη 500 χρόνια» μπορεί λοιπόν ασφαλώς να επαληθευτεί.

Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίθετο. Σε μια ομιλία του προς την ελβετική εργατική νεολαία τον Ιανουάριο του 1917, ο Λένιν πίστευε μεν ότι: «Δεν πρέπει να μας ξεγελά η σημερινή νεκρική σιγή στην Ευρώπη. Η Ευρώπη εγκυμονεί την επανάσταση», για να διαπιστώσει στη συνέχεια κάπως μελαγχολικά: «Εμείς, οι ηλικιωμένοι» -ο Λένιν τότε ήταν 45 χρονών!- «ίσως να μη ζήσουμε ως τις αποφασιστικές μάχες αυτής της επανάστασης που έρχεται», και κλείνοντας εξέφρασε απλώς την ελπίδα του για την μελλοντική επανάσταση [39]. Έξι βδομάδες αργότερα ξέσπασε στη Ρωσία η επανάσταση του Φλεβάρη, εννέα μήνες αργότερα η Οκτωβριανή επανάσταση˙ ο Λένιν έκανε μια εντελώς κλασική εσφαλμένη πρόβλεψη. Και για αυτό το λόγο θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις προγνώσεις όλων των ειδών στη σφαίρα της πολιτικής με μια πρέπουσα δόση σκεπτικισμού, γιατί κανείς δεν ξέρει ποιες πολιτικές επαναστάσεις σε ποιο χρόνο σε ποιο τόπο θα λάβουν χώρα.


Thomas Kuczynski, καθηγ. Δρ., Βερολίνο, στατιστικός και μαρξιστής οικονομολόγος

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις σε όλο το κείμενο είναι του συγγραφέα (ΠΓ).
_______

Σημειώσεις

MEW = Marx-Engels Werke (Έργα των Μαρξ-Ένγκελς)

LW = Lenin Werke (Έργα του Λένιν)

[1] W.I. Lenin: Werke (LW), τόμ. 22, σ. 307.

[2] Rundschau über Politik, Wirtschaft und Arbeiterbewegung (Basel), έτος. 2, Αρ. 44, 18.11.1933, σ. 1709, παράθεση σύμφωνα με την ανατύπωση Eugen Varga: Wirtschaft und Wirtschaftspolitik (WuW), τόμ. 5, Westberlin 1977.

[3] Βλ. Georg Fülberth: Sieben Anstrengungen, den vorläufigen Endsieg des Kapitalismus zu begreifen, Hamburg 1991.

[4] Βλ. Georg Wilhelm Friedrich Hegel: Die Wissenschaft der Logik. Τόμ. 2 (1813), Hamburg 1999, σ. 54.

[5] Friedrich Engels: Revolution und Konterrevolution in Deutschland. MEW, τόμ 8, σ. 5.

[6] MEW, τόμ 4, σ. 493.

[7] MEW, τόμ. 22, σ. 513 και 515.

[8] LW, τόμ. 22, σ. 192.

[9] Ό.π., σ. 198.

[10] MEW, τόμ. 19, σ. 296.

[11] LW, τόμ. 12, σ. 376.

[12] Rosa Luxemburg: Gesammelte Briefe, τόμ. 5, σ. 329.

[13] LW, τόμ. 24, σ. 470.

[14] Ό.π., σ. 352/353.

[15] Έτσι και ο Wolfgang Küttler στο: Historisch-kritisches Wörterbuch des Marxismus. Τόμ. 7/II, στήλη 2146 (λήμμα Κρίση II.).

[16] Βλ. τον «Vorwort zur ersten Auflage» του Eugen Varga: Die Krise der kapitalistischen Weltwirtschaft. Hamburg 1922, σ. 5, ή Varga: Ausgewählte Schriften (AS). Τόμ. 1, Berlin 1979, σ. 183, καθώς και Gerhard Duda: Jenö Varga und die Geschichte des Instituts für Weltwirtschaft und Weltpolitik in Moskau 1921-1970. Zu den Möglichkeiten und Grenzen wissenschaftlicher Auslandsanalyse in der Sowjetunion. Berlin 1992, σ. 30-36.

[17] Βλ. Duda, σ. 33, τον πρόλογο των εκδοτών του Βάργκα: AS, τόμ. 1, σ. XXXVIII, καθώς και τελευταία Gretchen Binus, Beate Landefeld, Andreas Wehr: Staatsmonopolistischer Kapitalismus. Köln 2014, σ. 14.

[18] Varga: Die Niedergangsperiode des Kapitalismus. Hamburg 1922, σ. 15-20, ή. AS, τόμ. 1, σ. 289-296.

[19] Varga: Aufstieg oder Niedergang des Kapitalismus. Hamburg 1924, σ. 12 και 66.

[20] Βλ. εδώ την ανάλυση του Jörg Goldberg: Methodische und theoretische Probleme in Vargas Vierteljahresberichten. στο: Varga: WuW, τόμ. 1, π.χ. σ. 63 και σ. 110 σημ. 40.

[21] Έτσι οι εκδότες του Βάργκα: AS, τόμ. 1, σ. XXXVIII.

[22] Varga: Die Niedergangsperiode…, σ. 52, ή AS, τόμ. 1, σ. 321.

[23] Ο Βάργκα στην τελική του ομιλία στην 15η συνεδρίαση, παράθεση σύμφωνα με: Der V. Weltkongress der Kommunistischen Internationale. Protokoll. Τόμ. I, Hamburg 1925, σ. 448.

[24] Varga: Die ersten zehn Jahre der Niedergangsperiode des Kapitalismus (Eine Skizze). Στο: Die Kommunistische Internationale. Wochenschrift des Exekutivkomitees der Kommunistischen Internationale (Berlin), έτος. 8, Αρ. 45/46, 9.11.1927, σ. 2206, ή Varga: Die Krise des Kapitalismus und ihre politischen Folgen. Έκδ. και εισαγ. Από τον E. Altvater. Frankfurt/M. 1969, σ. 67.

[25] Varga: Wirtschaft und Wirtschaftspolitik im 1. Vierteljahr 1931. In: Internationale Presse-Korrespondenz (Berlin), έτος. 11, Αρ. 43 , 9. Mai 1931, σ. 1031, παράθεση σύμφωνα με την ανατύπωση WuW, τόμ. 4.

[26] Βλ. Binus/Landefeld/Wehr, σ. 16/17, καθώς και Varga: Der Kapitalismus des 20. Jahrhunderts. Berlin 1962, σ. 36 σσ. Και 51 σσ.

[27] Βλ. Varga: Der Kapitalismus des 20. Jahrhunderts, σ. 102, καθώς και Erklärung von Vertretern der kommunistischen und Arbeiterparteien (November 1960). Berlin 1961, σ. 17/18.

[28] MEW, τόμ. 37, σ. 492 (Engels an Konrad Schmidt στις 27.10.1890).

[29] MEW, τόμ. 16, σ. 11.

[30] MEW, τόμ. 16, σ. 11.

[31] MEW, τόμ. 25, σ. 456 (για τους γλωσσαμύντορες του Μαρξ: Πρακτικά όπως και στο MEGA2, τόμ. II/4.2, σ. 504.

[32] MEW, τόμ. 23, σ. 657 (για το γαλλικό προτότυπο βλ. MEGA2, τόμ. II/7, σ. 549).

[33] Βλ. MEW, τόμ. 23, σ. 783/84.

[34] Ό.π., σ. 530.

[35] Ό.π., τόμ. 23, σ. 431.

[36] Ό.π., τόμ. 23, σ. 237 σσ.

[37] Luxemburg: Gesammelte Werke, τόμ. 5, σ. 745/46.

[38] MEW, τόμ. 23, σ. 224/25.

[39] LW, τόμ. 23, σ. 261.


Πηγή: Marxistische Blätter [Μαρξιστικά Φύλλα], τεύχ. 4, 2016.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.