Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς



Στο έργο του Λένιν «Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς» (που έχουμε ήδη αναδημοσιεύσει) καθώς και στο άρθρο που ακολουθεί, αλλά και σε μια σειρά άλλα έργα του, ξεσκέπασε το διεθνή σοσιαλσοβινισμό και καθόρισε τα καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος την εποχή του ιμπεριαλισμού (ΠΓ).

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν


Ι

Κατάρρευσε πραγματικά η ΙΙ Διεθνής; Αυτό το αρνούνται επίμονα οι αυθεντικότεροι εκπρόσωποί της, σαν τον Κάουτσκι και τον Βαντερβέλντε. Δεν συνέβηκε τίποτε, εκτός απ’ τη διακοπή των συνδέσεων, όλα είναι εντάξει. Αυτή είναι η άποψή τους.

Για να βρούμε την αλήθεια, ας στραφούμε στη Διακήρυξη του συνεδρίου της Βασιλείας του 1912, που αναφέρεται ακριβώς στο σημερινό ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο και έγινε δεκτή από τα σοσιαλιστικά κόμματα όλου του κόσμου. Αξιοσημείωτο είναι πως στη θεωρία κανένας σοσιαλιστής δεν τολμά ν’ αρνηθεί ότι είναι ανάγκη κάθε πόλεμος να εκτιμιέται συγκεκριμένα-ιστορικά.

Τώρα που ξέσπασε ο πόλεμος, ούτε οι ανοιχτοί οπορτουνιστές ούτε οι καουτσκιστές τολμούν ν’ αρνηθούν τη Διακήρυξη της Βασιλείας και να ελέγξουν με βάση τις απαιτήσεις της τη στάση των σοσιαλιστικών κομμάτων στη διάρκεια του πολέμου. Γιατί; Γιατί η Διακήρυξη ξεσκεπάζει πέρα για πέρα και τους πρώτους και τους δεύτερους.

Η Διακήρυξη δεν λέει λέξη ούτε για την υπεράσπιση της πατρίδας, ούτε για τη διαφορά ανάμεσα στον επιθετικό και τον αμυντικό πόλεμο˙ ούτε λέξη για όσα διασαλπίζουν τώρα σε όλα τα σταυροδρόμια του κόσμου οι οπορτουνιστές και οι καουτσκιστές [1*] της Γερμανίας και της τετραπλής συνεννόησης. Η Διακήρυξη δεν μπορούσε να μιλάει για αυτά, γιατί όσα λέει αποκλείουν εντελώς τη χρησιμοποίηση τέτοιων εννοιών. Κατονομάζει εντελώς συγκεκριμένα μια σειρά οικονομικές και πολιτικές συγκρούσεις, που ολόκληρες δεκαετίες προετοίμαζαν αυτό τον πόλεμο, που εκδηλώθηκαν ολοκληρωτικά και οριστικά το 1912 και προκάλεσαν τον πόλεμο του 1914. Η Διακήρυξη αναφέρει λ.χ. τη ρωσοαυστριακή σύγκρουση για την «ηγεμονία στα Βαλκάνια», τη σύγκρουση ανάμεσα «στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία» (ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις χώρες!) εξαιτίας της «κατακτητικής τους πολιτικής στη Μικρά Ασία», στην αυστροϊταλική σύγκρουση, απ’ αφορμή τις «τάσεις για κυριαρχία» στην Αλβανία κτλ. Η Διακήρυξη χαρακτηρίζει με μια λέξη όλες αυτές τις συγκρούσεις, σαν συγκρούσεις πάνω στο έδαφος του «καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού». Έτσι, η Διακήρυξη διαπιστώνει πεντακάθαρα τον κατακτητικό, ιμπεριαλιστικό, αντιδραστικό, δουλοκτητικό χαρακτήρα του σημερινού πολέμου, δηλαδή το χαρακτήρα που μετατρέπει το επιτρεπτό της υπεράσπισης της πατρίδας σε θεωρητικό παραλογισμό και σε πρακτική ανοησία. Πολεμούν μεταξύ τους οι μεγάλοι καρχαρίες για την καταβρόχθιση ξένων «πατρίδων». Η Διακήρυξη βγάζει τα αναπόφευκτα συμπεράσματα από τα αδιαφιλονίκητα ιστορικά γεγονότα: ο πόλεμος αυτός «δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε με το παραμικρότερο πρόσχημα ενός οποιουδήποτε λαϊκού συμφέροντος»˙ προετοιμάζεται «για τα κέρδη των καπιταλιστών και για τις φιλοδοξίες των δυναστειών». Θα ήταν «έγκλημα», αν οι εργάτες «αρχίσουν να πυροβολούν ο ένας τον άλλον». Αυτά λέει η Διακήρυξη.

Η εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού είναι εποχή του ώριμου και υπερώριμου καπιταλισμού, που βρίσκεται στις παραμονές της κατάρρευσής του, που έγινε τόσο ώριμος, ώστε να παραχωρήσει τη θέση του στο σοσιαλισμό. Η περίοδος 1789-1871 ήταν η εποχή του προοδευτικού καπιταλισμού, τότε που στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας βρισκόταν το γκρέμισμα της φεουδαρχίας, του απολυταρχισμού, η αποτίναξη του ξένου ζυγού. Πάνω σ’ αυτό το έδαφος, και μόνο πάνω σ’ αυτό, επιτρεπόταν η «υπεράσπιση της πατρίδας», δηλαδή υπεράσπιση ενάντια στην καταπίεση. Η έννοια αυτή θα μπορούσε να έχει εφαρμογή και τώρα σ’ έναν πόλεμο ενάντια στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, θα ήταν όμως παραλογισμός να εφαρμοστεί στον πόλεμο ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, σ’ έναν πόλεμο που γίνεται, για το ποιος θα μπορέσει να ληστέψει περισσότερο τις Βαλκανικές χώρες, τη Μικρά Ασία κτλ. Γι’ αυτό δεν πρέπει ν’ απορούμε, γιατί οι «σοσιαλιστές», που παραδέχονται την «υπεράσπιση της πατρίδας» σ’ αυτό τον πόλεμο, αποφεύγουν τη Διακήρυξη της Βασιλείας, όπως ο κλέφτης τον τόπο που έκανε την κλεψιά. Η Διακήρυξη όμως αποδείχνει ότι αυτοί είναι σοσιαλσοβινιστές, δηλαδή σοσιαλιστές στα λόγια και σοβινιστές στην πράξη, που βοηθούν τη «δική τους» αστική τάξη να ληστεύει ξένες χώρες και να υποδουλώνει άλλα έθνη. Κι αυτό ακριβώς είναι το ουσιαστικό στην έννοια του «σοβινισμού», ότι δηλαδή υπερασπίζουν τη «δική τους» πατρίδα ακόμη και τότε, όταν οι πράξεις της αποσκοπούν στην υποδούλωση ξένων πατρίδων.

Από την αναγνώριση του πολέμου σαν εθνικοαπελευθερωτικού απορρέει μια ορισμένη τακτική, από την αναγνώρισή του σαν ιμπεριαλιστικού απορρέει μια άλλη. Η Διακήρυξη υποδείχνει ξεκάθαρα αυτή τη δεύτερη τακτική. Ο πόλεμος «θα προκαλέσει οικονομική και πολιτική κρίση», που πρέπει «να χρησιμοποιηθεί»: όχι για το μετριασμό της κρίσης, όχι για την υπεράσπιση της πατρίδας, μα αντίθετα, για «να τρανταχτούν» οι μάζες, «για να επιταχυνθεί η πτώση της κυριαρχίας του κεφαλαίου». Δεν μπορεί να επιταχύνει κανείς κάτι, για το οποίο δεν έχουν ακόμη ωριμάσει οι ιστορικές προϋποθέσεις. Η Διακήρυξη αναγνώριζε ότι η κοινωνική επανάσταση είναι πραγματοποιήσιμη, ότι οι προϋποθέσεις της έχουν ωριμάσει, ότι θα έρθει ακριβώς σε σύνδεση με τον πόλεμο: «οι κυρίαρχες τάξεις» φοβούνται «την προλεταριακή επανάσταση», δηλώνει η Διακήρυξη, αναφερόμενη στο παράδειγμα της Κομμούνας του Παρισιού και της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία, δηλαδή στο παράδειγμα των μαζικών απεργιών και του εμφυλίου πολέμου. Είναι ψέμα όταν ισχυρίζονται, σαν τον Κάουτσκι, ότι δεν είχε ξεκαθαριστεί η στάση του σοσιαλισμού απέναντι σ’ αυτό τον πόλεμο. Το πρόβλημα αυτό όχι μόνο συζητήθηκε, αλλά και είχε λυθεί στη Βασιλεία, όπου ψηφίστηκε η τακτική της επαναστατικής-προλεταριακής μαζικής πάλης.

Είναι εξοργιστική υποκρισία όταν παρακάμπτουν ολότελα, ή στα πιο ουσιαστικά της σημεία, τη Διακήρυξη της Βασιλείας και στη θέση της αναφέρουν αποσπάσματα από λόγους αρχηγών ή από αποφάσεις ορισμένων κομμάτων, που πρώτο, έχουν ειπωθεί πριν από τη Βασιλεία, δεύτερο, δεν αποτελούν αποφάσεις των κομμάτων όλου του κόσμου, τρίτο, αναφέρονται σε διάφορους ενδεχόμενους πολέμους και μόνο σε τούτο τον πόλεμο δεν αναφέρονται. Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στο ότι η εποχή των εθνικών πολέμων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές μεγάλες Δυνάμεις παραχώρησε τη θέση της στην εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων ανάμεσα σ’ αυτές και στο ότι η Διακήρυξη της Βασιλείας έπρεπε για πρώτη φορά να παραδεχτεί επίσημα αυτό το γεγονός.

Θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι η Διακήρυξη της Βασιλείας είναι μια κούφια μεγαλοστομία, τυπική φράση, όχι σοβαρή απειλή. Έτσι θα ήθελαν να βάλουν το ζήτημα εκείνοι, τους οποίους ξεσκεπάζει η Διακήρυξη αυτή. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Η Διακήρυξη είναι μόνο το αποτέλεσμα της μεγάλης προπαγανδιστικής δουλειάς όλης της εποχής της ΙΙ Διεθνούς, είναι μόνο η συνόψιση όλων, όσων διέδιδαν οι σοσιαλιστές στις μάζες με εκατοντάδες χιλιάδες λόγους τους, άρθρα και εκκλήσεις σ’ όλες τις γλώσσες. Απλώς επαναλαμβάνει όσα έγραψε, λόγου χάρη, ο Ζυλ Γκεντ το 1899, όταν μαστίγωνε το μινιστεριαλισμό των σοσιαλιστών σε περίπτωση πολέμου: μιλούσε για έναν πόλεμο, που τον χάλκευαν «οι καπιταλιστές πειρατές» En garde!», σελ. 175)˙ απλώς επαναλαμβάνει όσα έγραφε ο Κάουτσκι το 1909 στο «Δρόμο προς την εξουσία», όπου αναγνώριζε το τέλος της «ειρηνικής» εποχής και την έναρξη της εποχής των πολέμων και των επαναστάσεων. Όταν παρουσιάζει κανείς τη Διακήρυξη της Βασιλείας σαν φράση ή σαν πλάνη σημαίνει ότι βλέπει σαν φράση ή σαν πλάνη όλη τη δουλειά των σοσιαλιστών στα τελευταία 25 χρόνια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι τόσο ανυπόφορη για τους οπορτουνιστές και τους καουτσκιστές η αντίφαση ανάμεσα στη Διακήρυξη και στη μη εφαρμογή της, γιατί φανερώνει τη βαθύτατη αντίφαση που υπάρχει στη δουλειά της ΙΙ Διεθνούς. Ο σχετικά «ειρηνικός» χαρακτήρας της περιόδου 1871-1914 έθρεψε τον οπορτουνισμό στην αρχή σαν διάθεση, έπειτα σαν κατεύθυνση και τέλος σαν ομάδα ή στρώμα της εργατικής γραφειοκρατίας και των μικροαστών συνοδοιπόρων. Τα στοιχεία αυτά μπόρεσαν να επιβληθούν στο εργατικό κίνημα μόνο γιατί στα λόγια παραδέχονταν τους επαναστατικούς σκοπούς και την επαναστατική τακτική. Μπόρεσαν να κατακτήσουν την εμπιστοσύνη των μαζών γιατί ορκίζονταν πως όλη η «ειρηνική» δουλειά είναι τάχα μόνο προετοιμασία για την προλεταριακή επανάσταση. Η αντίφαση αυτή ήταν ένα απόστημα, που κάποτε έπρεπε να σπάσει και έσπασε. Όλο το ζήτημα είναι αν πρέπει να προσπαθεί κανείς, όπως κάνουν οι Κάουτσκι και Σία, να ξαναμπάσει στον οργανισμό αυτό το πύο χάρη της «ενότητας» (με το πύο) – ή αν πρέπει, για να βοηθήσει να εξυγιανθεί πέρα για πέρα ο οργανισμός του εργατικού κινήματος, να βγάλει όσο το δυνατό πιο γρήγορα και πιο προσεκτικά αυτό το πύο παρ’ όλο τον προσωρινό οξύ πόνο που προκαλεί αυτή η διαδικασία.

Είναι ολοφάνερο ότι πρόδωσαν το σοσιαλισμό αυτοί που ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις, μπήκαν στις κυβερνήσεις και υπεράσπισαν την ιδέα της άμυνας της πατρίδας στα 1914-1915. Μονάχα υποκριτές μπορούν ν’ αρνούνται αυτό το γεγονός. Είναι απαραίτητο να το εξηγήσουμε.


ΙΙ

Θα ήταν ανόητο να εξετάζουμε όλο το ζήτημα σαν ζήτημα προσώπων. Τι σχέση έχει αυτό με τον οπορτουνισμό, αν άνθρωποι σαν τον Πλεχάνοφ και τον Γκεντ κτλ,; -ρωτάει ο ΚάουτσκιNeue Zeit» της 28 του Μάη 1915). Τι σχέση έχει αυτό με τον οπορτουνισμό, αν ο Κάουτσκι κτλ.; -απαντούσε ο Αξελρόντ εξ ονόματος των οπορτουνιστών της τετραπλής συνεννόησης («Die Krise der Sozialdemokratie’ [2*], «Ζυρίχη, 1915, σελ. 21). Όλα αυτά είναι κωμωδία. Για να εξηγήσουμε την κρίση όλου του κινήματος, πρέπει να εξετάσουμε, πρώτο, την  ο ι κ ο ν ο μ ι κ ή  σημασία της δοσμένης πολιτικής, δεύτερο, τις  ι δ έ ε ς  που αποτελούν τη βάση της και, τρίτο, τη σχέση της με την  ι σ τ ο ρ ί α  τ ω ν  ρ ε υ μ ά τ ω ν  μέσα στο σοσιαλισμό.

Σε τι συνίσταται η οικονομική ουσία του αμυνιτισμού στον καιρό του πολέμου 1914-1915; Η αστική τάξη όλων των μεγάλων Δυνάμεων κάνει τον πόλεμο για το μοίρασμα και την εκμετάλλευση του κόσμου, για την καταπίεση των λαών. Από τα μεγάλα κέρδη της αστικής τάξης μπορεί να πέφτουν λίγα ψίχουλα σ’ ένα μικρό κύκλο της εργατικής γραφειοκρατίας, της εργατικής αριστοκρατίας και των μικροαστών συνοδοιπόρων. Το ταξικό υπόβαθρο του σοσιαλσοβινισμού και του οπορτουνισμού είναι το ίδιο: η συμμαχία ενός μικρού προνομιούχου στρώματος εργατών με την εθνική «τους» αστική τάξη ενάντια στις μάζες της εργατικής τάξης, η συμμαχία των λακέδων της αστικής τάξης με την ίδια την αστική τάξη ενάντια στην τάξη που αυτή εκμεταλλεύεται.

Το πολιτικό περιεχόμενο του οπορτουνισμού και του σοσιαλσοβινισμού είναι το ίδιο: συνεργασία των τάξεων, παραίτηση από τη δικτατορία του προλεταριάτου, παραίτηση από την επαναστατική δράση, ανεπιφύλακτη αναγνώριση της αστικής νομιμότητας, δυσπιστία προς το προλεταριάτο, εμπιστοσύνη προς την αστική τάξη. Ο σοσιαλσοβινισμός είναι η άμεση συνέχιση και ολοκλήρωση της αγγλικής φιλελεύθερης εργατικής πολιτικής, του μιλερανισμού και του μπερνσταϊνισμού.

Η πάλη των δυό βασικών τάσεων μέσα στο εργατικό κίνημα, του επαναστατικού και του οπορτουνιστικού σοσιαλισμού, γεμίζει όλη την εποχή από το 1889 ως το 1914. Και τώρα σε όλες τις χώρες υπάρχουν επίσης δυό κύρια ρεύματα στο ζήτημα της στάσης απέναντι στον πόλεμο. Ας αφήσουμε κατά μέρος τη μέθοδο των αστών και των οπορτουνιστών να αναφέρονται στα πρόσωπα. Ας πάρουμε τα ρεύματα σε μια σειρά χώρες. Θα πάρουμε δέκα ευρωπαϊκά κράτη: τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Ρωσία, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Σουηδία, τη Βουλγαρία, την Ελβετία, το Βέλγιο και τη Γαλλία. Στις πρώτες οχτώ χώρες η διαίρεση σε οπορτουνιστικό και επαναστατικό ρεύμα αντιστοιχεί στη διαίρεση σε σοσιαλσοβινιστές και διεθνιστές. Στη Γερμανία σημεία στήριξης του σοσιαλσοβινισμού είναι τα «Sozialistische Monatshefte» και ο Λέγκιν και Σία˙ στην Αγγλία οι φαβιανοί και το Εργατικό Κόμμα (το I. L. P. συνασπιζόταν πάντα μαζί τους, υποστήριζε το όργανό τους και ήταν μέσα σ’ αυτό το συνασπισμό πάντα πιο αδύνατο από τους σοσιαλσοβινιστές, ενώ μέσα στο B. S. P. οι διεθνιστές αποτελούν τα τρία έβδομα)˙ στη Ρωσία το ρεύμα αυτό αντιπροσωπεύεται από το «Νάσα Ζαριά» (τώρα «Νάσε Ντιέλο»), την Οργανωτική Επιτροπή, την ομάδα της Δούμας κάτω από την καθοδήγηση του Τσχεΐτζε˙ στην Ιταλία από τους ρεφορμιστές με επικεφαλής τον Μπισσολάτι˙ στην Ολλανδία από το κόμμα του Τρούλστρα˙ στη Σουηδία από την πλειοψηφία του κόμματος, που καθοδηγεί ο Μπράντινγκ˙ στη Βουλγαρία από το κόμμα των «σιρόκι»˙ στην Ελβετία από τον Γκρόιλιχ και Σία. Ακριβώς ανάμεσα στους επαναστάτες σε όλες αυτές τις χώρες αντήχησε κιόλας μια περισσότερο ή λιγότερο έντονη διαμαρτυρία ενάντια στο σοσιαλσοβινισμό. Εξαίρεση αποτελούν μονάχα δυό χώρες: η Γαλλία και το Βέλγιο, όπου ωστόσο υπάρχει επίσης διεθνισμός, μόνο που είναι πολύ αδύνατος.

Ο σοσιαλσοβινισμός είναι ολοκληρωμένος οπορτουνισμός. Έχει ωριμάσει για μια ανοιχτή, συχνά πρόστυχη, συμμαχία με την αστική τάξη και τα γενικά επιτελεία. Και ακριβώς αυτή η συμμαχία του δίνει μεγάλη δύναμη και το μονοπώλιο του νόμιμου έντυπου λόγου και της εξαπάτησης των μαζών. Είναι ανόητο να θεωρούμε ως τα σήμερα τον οπορτουνισμό φαινόμενο εσωκομματικό. Είναι παράλογο να σκέπτεται κανείς να εφαρμόσει την απόφαση της Βασιλείας μαζί με τους Ντάβιντ, Λέγκιν, Χάιντμαν, Πλεχάνοφ, Ουέμπ. Η ενότητα με τους σοσιαλσοβινιστές είναι ενότητα με τη «δική» σου εθνική αστική τάξη, που εκμεταλλεύεται άλλα έθνη, είναι διάσπαση του διεθνούς προλεταριάτου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ρήξη με τους οπορτουνιστές μπορεί να γίνει παντού αμέσως, σημαίνει μόνο ότι αυτή ωρίμασε ιστορικά, ότι είναι απαραίτητη και αναπόφευκτη για την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου, ότι η ιστορία, που οδήγησε από τον «ειρηνικό» στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό, έχει προετοιμάσει αυτή τη ρήξη. Volentem ducunt fata, nolentem trahunt [3*].


ΙΙ

Οι έξυπνοι εκπρόσωποι της αστικής τάξης το κατάλαβαν αυτό θαυμάσια. Γι’ αυτό επαινούν τόσο τα σημερινά σοσιαλιστικά κόμματα, που επικεφαλής τους βρίσκονται οι «υπερασπιστές της πατρίδας», δηλαδή οι υπερασπιστές της ιμπεριαλιστικής ληστείας. Γι’ αυτό οι κυβερνήσεις ανταμείβουν τους σοσιαλσοβινιστές αρχηγούς είτε με υπουργικές θέσεις (στη Γαλλία και στην Αγγλία), είτε με το μονοπώλιο της νόμιμης ανεμπόδιστης ύπαρξης (στη Γερμανία και στη Ρωσία). Γι’ αυτό ακριβώς στη Γερμανία, όπου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ήταν πιο ισχυρό και η μετατροπή του σε εθνικοφιλελεύθερο, αντεπαναστατικό εργατικό κόμμα ήταν πιο έκδηλη, τα πράγματα έφτασαν στο σημείο, που η εισαγγελία αντιμετωπίζει την πάλη ανάμεσα στη «μειοψηφία» και στην «πλειοψηφία» σαν «υποκίνηση του ταξικού μίσους»! Γι’ αυτό οι έξυπνοι οπορτουνιστές νοιάζονται περισσότερο απ’ όλα για τη διατήρηση της προηγούμενης «ενότητας» των παλιών κομμάτων, που το 1914-1915 πρόσφεραν τόσο μεγάλες υπηρεσίες στην αστική τάξη. Ένα μέλος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, σε άρθρο που δημοσίευσε τον Απρίλη του 1915 με το ψευδώνυμο «Μόνιτορ», στο αντιδραστικό περιοδικό «Preußische Jahrbücher» εκφράζει με ειλικρίνεια άξια ευχαριστιών τις αντιλήψεις αυτών των οπορτουνιστών σ’ όλες τις χώρες του κόσμου. Ο Μόνιτορ είναι της γνώμης, ότι θα ήταν πολύ επικίνδυνο για την αστική τάξη, αν η σοσιαλδημοκρατία τραβούσε ακόμη πιο δεξιά: «Πρέπει να διατηρήσει (η σοσιαλδημοκρατία) το χαρακτήρα της σαν εργατικό κόμμα με σοσιαλιστικά ιδανικά, γιατί τη μέρα που θα τον αποβάλει, θα παρουσιαστεί ένα νέο κόμμα που θα πάρει το πρόγραμμα που απαρνήθηκε το παλιό προηγούμενο κόμμα και θα του δώσει ακόμη πιο ριζοσπαστική διατύπωση» («Preußische Jahrbücher», 1915, τεύχ. 4, σελ. 50-51).

Ο Μόνιτορ πέτυχε ακριβώς το στόχο. Αυτό ακριβώς ήθελαν πάντα οι άγγλοι φιλελεύθεροι και οι γάλλοι ριζοσπάστες: φράσεις που ηχούν επαναστατικά για να εξαπατούν τις μάζες, έτσι που να έχουν εμπιστοσύνη στους Λόυντ-Τζώρτζ, Σαμπά, Ρενοντέλ, Λέγκιν και Κάουτσκι, σε ανθρώπους που είναι ικανοί να κηρύσσουν την «άμυνα της πατρίδας» σ’ ένα ληστρικό πόλεμο.

Ο Μόνιτορ όμως αντιπροσωπεύει μονάχα τη μια παραλλαγή του οπορτουνισμού: την ανοιχτή, χοντροκομμένη, την κυνική παραλλαγή. Οι άλλοι δρουν κρυφά, εκλεπτυσμένα, «τίμια». Ο Ένγκελς είπε κάποτε: οι «τίμιοι» οπορτουνιστές είναι οι πιο επικίνδυνοι για την εργατική τάξη… [1] Να ένα παράδειγμα:

Ο Κάουτσκι γράφει στη «Neue Zeit» (26 του Νοέμβρη 1915): «Η αντιπολίτευση ενάντια στην πλειοψηφία μεγαλώνει. Οι μάζες έχουν αντιπολιτευτικές διαθέσεις». «Ύστερα από τον πόλεμο (μονάχα ύστερα από τον πόλεμο; Ν. Λ.) οι ταξικές αντιθέσεις θα οξυνθούν σε τέτοιο βαθμό, που μέσα στις μάζες θα επικρατήσει ο ριζοσπαστισμός». «Ύστερα από τον πόλεμο (μονάχα ύστερα από τον πόλεμο; Ν. Λ.) μας απειλεί ο κίνδυνος να φύγουν τα ριζοσπαστικά στοιχεία από το κόμμα και να συρρεύσουν στο κόμμα των αντικοινοβουλευτικών (;; πρέπει να εννοούμε: των εξωκοινοβουλευτικών) μαζικών ενεργειών». «Έτσι το κόμμα μας διασπάται σε δυό άκρως αντίθετα στρατόπεδα, που δεν έχουν τίποτε το κοινό μεταξύ τους». Στο όνομα της διάσωσης της ενότητας ο Κάουτσκι προσπαθεί να πείσει την πλειοψηφία του Ράιχσταγκ να επιτρέψει στη μειοψηφία να βγάλει μερικούς ριζοσπαστικούς κοινοβουλευτικούς λόγους. Αυτό σημαίνει ότι ο Κάουτσκι θέλει με τη βοήθεια μερικών ριζοσπαστικών κοινοβουλευτικών λόγων να συμφιλιώσει τις επαναστατικές μάζες με τους οπορτουνιστές, που «δεν έχουν τίποτε το κοινό» με την επανάσταση, που από πολύν καιρό κρατούν στα χέρια τους την καθοδήγηση των συνδικάτων και τώρα, στηριζόμενοι στην άμεση συμμαχία με την αστική τάξη και την κυβέρνηση, κυριάρχησαν και στην καθοδήγηση του κόμματος. Σε τι διαφέρει στην ουσία αυτό από το «πρόγραμμα» του Μόνιτορ; Σε τίποτε, εκτός από τις μελίρρυτες φράσεις, που εκπορνεύουν το μαρξισμό.

Στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του Ράιχσταγκ, στις 18 του Μάρτη 1915, ο καουτσκιστής Βουρμ «προειδοποίησε» την ομάδα «να μην παρατραβήξει το σκοινί. Μέσα στις εργατικές μάζες μεγαλώνει η αντιπολίτευση ενάντια στην πλειοψηφία της ομάδας. Πρέπει να σταθούμε στο μαρξιστικό» (;! Πιθανόν τυπογραφικό λάθος: διάβαζε: «μονιτορικό») «κέντρο» («Klassenkampf gegen den Krieg! Material zumFall Liebknecht”». Als Manuskript gedruckt [4*]. Σελ. 67). Έτσι, ακόμη από το Μάρτη του 1915 βλέπουμε ότι εξ ονόματος όλων των καουτσκιστών (του λεγόμενου «κέντρου») έχει αναγνωριστεί το γεγονός ότι  ο ι  μ ά ζ ε ς  είναι επαναστατικές!! Και όμως ύστερα από 8½ μήνες ο Κάουτσκι ξαναπροτείνει να «συμφιλιώσουν» με το οπορτουνιστικό, αντεπαναστατικό κόμμα τις μάζες, που θέλουν να παλέψουν, και μάλιστα με μερικές φράσεις που ηχούν επαναστατικά!!

Ο πόλεμος είναι συχνά ωφέλιμος, γιατί αποκαλύπτει το σάπιο και σαρώνει το συμβατικό.

Ας συγκρίνουμε τους άγγλους φαβιανούς με τους γερμανούς καουτσκιστές. Να τι έγραφε για τους πρώτους ένας πραγματικός μαρξιστής, ο Φρίντριχ Ένγκελς, στις 18 του Γενάρη 1893: «… μια σπείρα καριερίστες, αρκετά λογικοί ώστε να καταλαβαίνουν το αναπόφευκτο της κοινωνικής ανατροπής, μα που σε καμιά περίπτωση δεν επιθυμούν να εμπιστευθούν αυτό το τιτάνιο έργο αποκλειστικά στο ανώριμο προλεταριάτο… Βασική τους αρχή είναι ο φόβος μπροστά στην επανάσταση…» (Αλληλογραφία με τον Ζόργκε, σλ. 390). [2]

Και στις 11 του Νοέμβρη 1893 έγραφε: «αυτοί οι υπερφίαλοι αστοί που ευαρεστούνται να κατεβούν στο προλεταριάτο για να το απελευθερώσουν από τα πάνω, αρκεί μόνο το προλεταριάτο να θελήσει να καταλάβει ότι μια τόσο ακαλλιέργητη, αμόρφωτη μάζα δεν μπορεί ν’ απελευθερωθεί μόνη της και δεν μπορεί να πετύχει χωρίς την καλοσύνη αυτών των έξυπνων δικηγόρων, λογίων και συναισθηματικών κυράδων…» (στο ίδιο μέρος, σελ. 401) [3]

Στη θεωρία ο Κάουτσκι βλέπει τους φαβιανούς με περιφρόνηση, όπως ο φαρισαίος το φτωχό τελώνη. Αφού ορκίζεται δα στο «μαρξισμό». Ποια διαφορά όμως υπάρχει στην πράξη ανάμεσά τους; Και οι δυό υπόγραψαν τη Διακήρυξη της Βασιλείας, και οι δυό φέρθηκαν απέναντί της όπως φέρθηκε ο Γουλιέλμος ΙΙ απέναντι στη βελγική ουδετερότητα. Και όμως ο Μαρξ σε όλη του τη ζωή μαστίγωνε τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να σβήσουν την επαναστατική φλόγα των εργατών.

Ο Κάουτσκι αντιπαράθεσε στους επαναστάτες μαρξιστές τη νέα θεωρία του «υπεριμπεριαλισμού». Μ’ αυτό εννοεί ότι «η κοινή εκμετάλλευση του κόσμου από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο» θα παραμερίσει «την πάλη ανάμεσα στα εθνικά χρηματιστικά κεφάλαια» («Ν. Ζ.», 30 του Απρίλη 1915). Προσθέτει όμως: «δεν έχουμε ακόμη αρκετές προϋποθέσεις για ν’ αποφανθούμε αν είναι πραγματοποιήσιμη μια τέτοια νέα φάση του καπιταλισμού». Κι έτσι, με βάση απλώς την υπόθεση για μια «νέα φάση» -μ’ όλο που κι ο ίδιος δεν τολμά να δηλώσει ανοιχτά ότι είναι «πραγματοποιήσιμη»- ο εφευρέτης αυτής της «φάσης» απαρνείται τις ίδιες τις δικές του επαναστατικές δηλώσεις, απαρνείται τα επαναστατικά καθήκοντα και την επαναστατική τακτική του προλεταριάτου τώρα, στη «φάση» της κρίσης που έχει κιόλας αρχίσει, του πολέμου, της πρωτάκουστης όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων! Μήπως αυτό δεν είναι ο πιο σιχαμερός φαβιανισμός;

Ο ηγέτης των ρώσων καουτσκιστών Αξελρόντ βλέπει «το κέντρο βάρους στο πρόβλημα της διεθνικοποίησης του προλεταριακού απελευθερωτικού κινήματος στη διεθνικοποίηση της καθημερινής πρακτικής δουλειάς»: λ.χ. «η νομοθεσία για την προστασία της εργασίας και η νομοθεσία για τις ασφαλίσεις πρέπει να γίνουν αντικείμενο διεθνών ενεργειών και της διεθνούς οργάνωσης των εργατών» (Αξελρόντ, «Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, Ζυρίχη, 1915, σελ. 39-40). Είναι πεντακάθαρο ότι όχι μονάχα ο Λέγκιν, ο Ντάβιντ, οι Ουέμπ, μα ακόμη και ο ίδιος ο Λόυντ-Τζώρτζ, ο Νάουμαν, ο Μπριάν και ο Μιλιουκόφ θα συμφωνούσαν απόλυτα μ’ έναν τέτοιο «διεθνισμό». Όπως και το 1912, ο Αξελρόντ είναι έτοιμος να σερβίρει για το μακρινό, πολύ μακρινό μέλλον τις πιο επαναστατικές φράσεις, αν η μελλοντική διεθνής «δράσει (ενάντια στις κυβερνήσεις, σε περίπτωση πολέμου) και ξεσηκώσει μια επαναστατική θύελλα». Για δέστε, λοιπόν, πόσο θαρραλέοι είμαστε! Όταν όμως πρόκειται να υποστηρίξουμε και να αναπτύξουμε  τ ώ ρ α  τον επαναστατικό αναβρασμό που αρχίζει μέσα στις μάζες, ο Αξελρόντ απαντά ότι αυτή η τακτική των επαναστατικών ενεργειών «θα μπορούσε ίσως ακόμη να δικαιολογηθεί κάπως, αν βρισκόμασταν άμεσα στις παραμονές της κοινωνικής επανάστασης, όπως λ.χ. έγινε στη Ρωσία ύστερα από τις φοιτητικές διαδηλώσεις του 1901, που προανάγγειλαν τις επερχόμενες αποφασιστικές μάχες ενάντια στον απολυταρχισμό». Τώρα όμως όλα αυτά είναι «ουτοπίες», «μπακουνισμός» κτλ., πέρα για πέρα στο πνεύμα του Κολμπ, του Ντάβιντ, του Ζύντεκουμ και του Λέγκιν.

Μόνο που ο φίλτατος Αξελρόντ ξεχνάει ότι το 1901 κανένας δεν ήξερε και δεν μπορούσε να ξέρει στη Ρωσία ότι η πρώτη «αποφασιστική μάχη» θ’ αρχίσει ύστερα από τέσσερα χρόνια –και ότι θα μείνει «χωρίς αποφασιστικό αποτέλεσμα». Κι ωστόσο τότε μόνο εμείς, οι επαναστάτες μαρξιστές, είχαμε δίκιο: κοροϊδεύαμε τους Κριτσέβσκι και Μαρτίνοφ, που καλούσαν σε άμεση έφοδο. Συμβουλεύαμε μονάχα τους εργάτες να στέλνουν παντού στο διάβολο τους οπορτουνιστές και να υποστηρίζουν, να οξύνουν και να πλαταίνουν με όλες τους τις δυνάμεις τις διαδηλώσεις και τις άλλες μαζικές επαναστατικές εκδηλώσεις. Απόλυτα ανάλογη είναι η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη. Θα ήταν παράλογο, αν σαλπίζαμε «άμεση» έφοδο. Θα ήταν όμως ντροπή να λεγόμαστε σοσιαλδημοκράτες και να μη συμβουλεύουμε τους εργάτες να ξεκόψουν από τους οπορτουνιστές και να υποστηρίζουν, να βαθαίνουν, να πλαταίνουν και να οξύνουν με όλες τους τις δυνάμεις το επαναστατικό κίνημα και τις διαδηλώσεις που αρχίζουν. Η επανάσταση ποτέ δεν πέφτει εντελώς έτοιμη από τον ουρανό και στην αρχή του επαναστατικού αναβρασμού κανείς ποτέ δεν ξέρει, αν αυτός θα οδηγήσει και πότε στην «πραγματική», στη «γνήσια» επανάσταση. Ο Κάουτσκι και ο Αξελρόντ δίνουν στους εργάτες παλιές, ξεφτισμένες, αντεπαναστατικές συμβουλές. Ο Κάουτσκι και ο Αξελρόντ τρέφουν τις μάζες με την ελπίδα ότι η μελλοντική Διεθνής θα είναι ασφαλώς επαναστατική –μόνο και μόνο για να περιφρουρήσουν, να καλύψουν και να εξωραΐσουν τώρα την κυριαρχία των αντεπαναστατικών στοιχείων- των Λέγκιν, των Ντέβιντ, των Βαντερβέλντε, των Χάιντμαν. Μήπως δεν είναι ξεκάθαρο ότι «η ενότητα» με τον Λέγκιν και Σία είναι το πιο σίγουρο μέσο για την προετοιμασία της «μελλοντικής» επαναστατικής Διεθνούς; 

«Θα ήταν τρέλα, αν επιδιώκαμε να μετατρέψουμε τον παγκόσμιο πόλεμο σε εμφύλιο πόλεμο», δηλώνει ο ηγέτης των γερμανών οπορτουνιστών ΝτάβιντDie Sozialdemokratie und der Weltkrieg» - «Η σοσιαλδημοκρατία και ο παγκόσμιος πόλεμος», 1915, σελ. 172), απαντώντας στη Διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματός μας της 1 του Νοέμβρη 1914. Η Διακήρυξη αυτή έλεγε ανάμεσα στ’ άλλα:

«Όσο μεγάλες κι αν φαίνονται οι δυσκολίες αυτής της μετατροπής τούτη ή εκείνη τη στιγμή, οι σοσιαλιστές δεν θα εγκαταλείψουν ποτέ τη συστηματική, επίμονη, σταθερή προπαρασκευαστική δουλειά προς αυτή την κατεύθυνση, μια και ο πόλεμος έγινε γεγονός».

(Το απόσπασμα αυτό το παραθέτει και ο Ντάβιντ, σελ. 171). Ένα μήνα προτού βγει το βιβλίο του Ντάβιντ, το κόμμα μας δημοσίευσε αποφάσεις, όπου εξηγούσε αυτή τη «συστηματική προπαρασκευή» με τον παρακάτω τρόπο: 1. Καταψήφιση των πιστώσεων. 2. Διακοπή της ταξικής ειρήνης. 3. Δημιουργία παράνομων οργανώσεων. 4. Υποστήριξη των εκδηλώσεων αλληλεγγύης στα χαρακώματα. 5 Υποστήριξη όλων των επαναστατικών μαζικών εκδηλώσεων.

Ο Ντάβιντ είναι σχεδόν τόσο παλικάρι όσο και ο Αξελρόντ: το 1912 δεν το θεωρούσε «τρέλα» να επικαλεστούμε την Παρισινή Κομμούνα σε περίπτωση πολέμου.

Ο Πλεχάνοφ, τυπικός εκπρόσωπος των σοσιαλσοβινιστών της Αντάντ, κρίνει την επαναστατική τακτική όπως και ο Ντάβιντ. Την ονομάζει κάτι «ανάμεσα σε όνειρο και φάρσα». Ας ακούσουμε όμως τον Κολμπ, τον ειλικρινή οπορτουνιστή, που έγραφε: «Τα αποτελέσματα της τακτικής των ανθρώπων του περιβάλλοντος του Λήμπκνεχτ θα ήταν ένας εσωτερικός αγώνας μέσα στο γερμανικό έθνος, που θα έφτανε ως το σημείο του βρασμού» («Die Sozialdemokratie am Scheidewege» - «Η σοσιαλδημοκρατία στο σταυροδρόμι», σελ. 50).

Τι άλλο είναι όμως ο αγώνας που φτάνει ως το σημείο του βρασμού, αν όχι ο εμφύλιος πόλεμος;

Αν η τακτική της ΚΕ μας, που βασικά συμπίπτει με την τακτική της Αριστεράς του Τσίμμερβαλντ, ήταν «τρέλα», «όνειρο», «τυχοδιωκτισμός», «μπακουνισμός» -όπως ισχυρίζονταν ο Ντάβιντ, ο Πλεχάνοφ, ο Αξελρόντ,ο Κάουτσκι και άλλοι- ποτέ δεν θα μπορούσε να οδηγήσει «σε εσωτερικό αγώνα μέσα σε ένα έθνος» και μάλιστα σε ένα αγώνα ανεβασμένο ως το σημείο του βρασμού. Οι αναρχικές φράσεις πουθενά στον κόσμο δεν οδήγησαν σε εσωτερικό αγώνα μέσα στο έθνος. Αντίθετα, τα γεγονότα δείχνουν ότι, ίσα-ίσα το 1915 πάνω στο έδαφος της κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος, αναπτύσσεται ο επαναστατικός αναβρασμός μέσα στις μάζες, αυξάνουν οι απεργίες και οι πολιτικές διαδηλώσεις στη Ρωσία, οι απεργίες στην Ιταλία και στην Αγγλία, οι πορείες πείνας και οι πολιτικές διαδηλώσεις στη Γερμανία. Άραγε αυτό δεν είναι η αρχή επαναστατικών μαζικών εκδηλώσεων;

Η υποστήριξη, η ανάπτυξη, το πλάτεμα, η όξυνση των μαζικών επαναστατικών ενεργειών, η δημιουργία παράνομων οργανώσεων, που χωρίς αυτές δεν μπορείς να πεις την αλήθεια στις λαϊκές μάζες ακόμη και στις «ελεύθερες χώρες»: να όλο το πρακτικό πρόγραμμα της σοσιαλδημοκρατίας σε τούτο τον πόλεμο. Όλα τ’ άλλα είναι ψευτιά ή παχιά λόγια, με οποιεσδήποτε οπορτουνιστικές ή πασιφιστικές θεωρίες κι αν στολίζονται [5*].

Όταν μας λένε ότι αυτή η «ρωσική τακτική» (πρόκειται για έκφραση του Ντάβιντ) δεν είναι κατάλληλη για την Ευρώπη, τότε απαντούμε συνήθως αναφερόμενοι στα γεγονότα. Στις 30 του Οχτώβρη στο Βερολίνο μια αντιπροσωπεία από βερολινέζες συντρόφισσες πήγε στο Προεδρείο του κόμματος και δήλωσε «ότι τώρα που υπάρχει ένας μεγάλος οργανωτικός μηχανισμός μπορούμε πολύ πιο εύκολα, παρά στον καιρό του νόμου ενάντια στους σοσιαλιστές, να μοιράζουμε παράνομες μπροσούρες και προκηρύξεις και να οργανώνουμε “απαγορευμένες συγκεντρώσεις”». «Δεν λείπουν τα μέσα και οι τρόποι, αλλά λείπει, φαίνεται, η θέληση» («Berner Tagwacht», 1915, αρ. φύλ. 271). 

Μήπως αυτές τις κακές συντρόφισσες τις έχουν παραπλανήσει ρώσοι «σεχταριστές» κτλ.; Μήπως τις πραγματικές μάζες δεν τις αντιπροσωπεύουν αυτές οι συντρόφισσες, αλλά τις αντιπροσωπεύουν ο Λέγκιν και ο Κάουτσκι; Ο Λέγκιν που με την έκθεσή του στις 27 του Γενάρη 1915 κατακεραύνωσε την «αναρχική» ιδέα για τη δημιουργία παράνομων οργανώσεων˙ ή ο Κάουτσκι, που έγινε σε τέτοιο βαθμό αντεπαναστάτης, που στις 26 του Νοέμβρη, τέσσερις μέρες πριν από μια διαδήλωση δέκα χιλιάδων ανθρώπων στο Βερολίνο, χαρακτήρισε «τυχοδιωκτισμό» τις διαδηλώσεις στους δρόμους!!

Φτάνουν τα λόγια, φτάνει ο εκπορνευμένος «μαρξισμός» à la Κάουτσκι! Ύστερα από 25 χρόνια ύπαρξης της ΙΙ Διεθνούς και ύστερα από τη Διακήρυξη της Βασιλείας οι εργάτες θα πάψουν να πιστεύουν πια στα λόγια. Ο οπορτουνισμός παραωρίμασε, μετατράπηκε σε σοσιαλσοβινισμό και πέρασε οριστικά στο στρατόπεδο της αστικής τάξης: πνευματικά και πολιτικά έχει ξεκόψει από τη σοσιαλδημοκρατία. Θα ξεκόψει απ’ αυτήν και οργανωτικά. Οι εργάτες ζητάνε κιόλας τύπο «χωρίς λογοκρισία» και συγκεντρώσεις «απαγορευμένες», δηλαδή παράνομες οργανώσεις για την υποστήριξη του επαναστατικού κινήματος των μαζών. Μονάχα ένας τέτοιος «πόλεμος ενάντια στον πόλεμο» είναι σοσιαλδημοκρατική δουλειά και όχι τα λόγια. Και παρ’ όλες τις δυσκολίες, τις προσωρινές ήττες, τα λάθη, τις παραπλανήσεις, τις διακοπές, αυτή η δουλειά θα οδηγήσει την ανθρωπότητα στη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση.
__________

[1*] Δεν πρόκειται για τους οπαδούς του Κάουτσκι στη Γερμανία σαν πρόσωπα, μα για το διεθνή εκείνο τύπο των δήθεν μαρξιστών, που ταλαντεύονται ανάμεσα στον οπορτουνισμό και στο ριζοσπαστισμό, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμεύουν μονάχα σαν φύλλο συκής για τον οπορτουνισμό.

[2*] «Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας». Η Σύντ.

[3*] Το πεπρωμένο οδηγεί εκείνον που θέλει να βαδίσει και σέρνει εκείνον που δεν θέλει. Η Σύντ.

[4*] «Η ταξική πάλη ενάντια στον πόλεμο! Στοιχεία για την “Υπόθεση Λήμπκνεχτ”». Με δικαιώματα χειρογράφου. Η Σύντ.

[5*] Στο διεθνές συνέδριο των γυναικών, που συνήλθε στη Βέρνη το Μάρτη του 1915, οι γυναίκες-αντιπρόσωποι της ΚΕ του κόμματός μας τόνισαν την απόλυτη ανάγκη να δημιουργηθούν παράνομες οργανώσεις. Αυτό απορρίφθηκε. Οι αγγλίδες κορόιδευαν την πρόταση αυτή και εξυμνούσαν την αγγλική «ελευθερία». Ύστερα όμως από μερικούς μήνες πήραμε αγγλικές εφημερίδες, όπως λόγου χάρη την «Labour Leader» [4], με κενούς χώρους κι έπειτα ήρθαν ειδήσεις για αστυνομικές έρευνες, κατασχέσεις βιβλίων, συλλήψεις και δρακόντειες καταδικαστικές αποφάσεις ενάντια σε συντρόφους που μιλούσαν στην Αγγλία για την ειρήνη και μόνο για την ειρήνη!
__________

Δημοσιεύτηκε το Γενάρη του 1916
 στο περιοδικό «Vorbote», τεύχ. 1
     Υπογραφή: N.  L e n i n


     Πρωτοδημοσιεύτηκε στα ρωσικά
      το 1929 στη 2η και 3η έκδοση
των Απάντων του Β. Ι. Λένιν, τόμ. XIX
                           Δημοσιεύεται σύμφωνα
                            με το κείμενο του περιοδικού
Μεταφράστηκε από τα γερμανικά



Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 27, σ. 117-130

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας
__________

Σημειώσεις

* Το άρθρο «Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς» δημοσιεύτηκε το Γενάρη του 1916 στο τεύχ. 1 του περιοδικού «Vorbote» («Προάγγελος»).

«Vorbote» - περιοδικό, θεωρητικό όργανο της Αριστεράς του Τσίμμερβαλντ˙ έβγαινε στη γερμανική γλώσσα στη Βέρνη. Βγήκαν δυό τεύχη: το τεύχος 1 – το Γενάρη και το τεύχος 2 - τον Απρίλη του 1916. Επίσημοι εκδότες του περιοδικού ήταν η Γκ. Ρόλαντ-Χολστ και ο Α. Πέννεκουκ. Ο Λένιν πήρε ενεργό μέρος στην ίδρυση του περιοδικού και, μετά την έκδοση του 1ου τεύχους, οργάνωσε τη μετάφρασή του στη γαλλική γλώσσα για την πιο πλατιά διάδοσή του. Στις σελίδες του περιοδικού άνοιξε συζήτηση των αριστερών του Τσίμμερβαλντ για το ζήτημα του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των εθνών και για το σύνθημα του «αφοπλισμού». Εκτός από το άρθρο «Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς» στο περιοδικό δημοσιεύτηκε και το άρθρο του Λένιν «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών (Θέσεις)».

[1] Βλ. Φ. Ένγκελς: «Κριτική του σχεδίου του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος του 1891» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, ρωσ. έκδ. τ. XVI, μέρ. ΙΙ, 1936, σελ. 109).

[2] Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς: Διαλεχτά γράμματα, ρωσ. έκδ., 1953, σελ. 459.

[3] Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς: Άπαντα, ρωσ. έκδ., τόμ. XXIX, 1946, σελ. 265.

[4] «The Labour Leader» («Εργατικός ηγέτης») – εβδομαδιαία εφημερίδα. Εκδίδεται από το 1891 μέχρι σήμερα. Από το 1893 είναι όργανο του Ανεξάρτητου εργατικού κόμματος της Αγγλίας. Από το 1922 η εφημερίδα έβγαινε με τον τίτλο «New Leader» («Νέος ηγέτης»)˙ από το 1946 φέρνει τον τίτλο «Socialist Leader» («Σοσιαλιστής ηγέτης»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.