Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης



Στο άρθρο τούτο που γράφτηκε το Σεπτέμβρη του 1916, ο Λένιν εμβαθύνει στη μαρξιστική θέση περί επαναστατικού πολέμου, κάνοντας ταυτόχρονα κριτική σε εσφαλμένες αντιλήψεις που επικρατούσαν την εποχή εκείνη σε ρεύματα της σοσιαλδημοκρατίας και που, τηρουμένων των αναλογιών, εκφράζονται και σήμερα. Θυμίζουμε εδώ μόνο το αυτοονομαζόμενο ρεύμα του «ευρωκομουνισμού», τις αντιλήψεις μιας σειράς μικροαστικών κομμάτων, όπως επίσης και αυτό του «πασιφισμού» (ΠΓ).

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν

Στην Ολλανδία, στις Σκανδιναβικές χώρες, στην Ελβετία, από τους κύκλους των επαναστατών σοσιαλδημοκρατών που παλεύουν ενάντια στην ψευτιά των σοσιαλσοβινιστών για την «υπεράσπιση της πατρίδας» στο σημερινό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ακούγονται φωνές υπέρ της αντικατάστασης της παλιάς θέσης του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος-μίνιμουμ: «πολιτοφυλακή ή εξοπλισμός του λαού» - με μια νέα: «αφοπλισμός». Η «Jugend-Internationale» άνοιξε συζήτηση πάνω σ’ αυτό το ζήτημα και δημοσίευσε στο 3ο φύλλο ένα άρθρο της Σύνταξης υπέρ του αφοπλισμού. Στις νεότερες θέσεις του Ρ. Γκριμμ βρίσκουμε δυστυχώς επίσης μια παραχώρηση στην ιδέα του «αφοπλισμού». Στα περιοδικά «Neues Leben» και «Vorbote» έχει αρχίσει συζήτηση.

Ας εξετάσουμε τα επιχειρήματα των υπερασπιστών του αφοπλισμού.


Ι

Το βασικό επιχείρημα είναι ότι το αίτημα του αφοπλισμού είναι η πιο ξεκάθαρη, η πιο αποφασιστική, η πιο συνεπής έκφραση της πάλης ενάντια σε κάθε μιλιταρισμό και ενάντια σε κάθε πόλεμο.

Μα σ’ αυτό ακριβώς το βασικό επιχείρημα βρίσκεται η βασική πλάνη των οπαδών του αφοπλισμού. Οι σοσιαλιστές δεν μπορούν να είναι ενάντια σε κάθε πόλεμο, αν δεν θέλουν να πάψουν να είναι σοσιαλιστές.

Πρώτο, οι σοσιαλιστές ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν μπορούν να είναι αντίπαλοι των επαναστατικών πολέμων. Η αστική τάξη των «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων έγινε πέρα για πέρα αντιδραστική και τον πόλεμο που διεξάγει τώρα αυτή η αστική τάξη τον θεωρούμε αντιδραστικό, δουλοκτητικό και εγκληματικό πόλεμο. Πως τίθεται όμως το ζήτημα σχετικά με τον πόλεμο ενάντια σ’ αυτή την αστική τάξη; Λόγου χάρη με τον πόλεμο των καταπιεζόμενων απ’ αυτή την αστική τάξη λαών και των εξαρτημένων απ’ αυτήν ή των αποικιακών λαών, για την απελευθέρωσή τους; Στις «θέσεις» της ομάδας «Η Διεθνής», στην παράγραφο 5, διαβάζουμε: «Στην εποχή αυτού του αχαλίνωτου ιμπεριαλισμού δεν μπορούν να υπάρξουν κανενός είδους εθνικοί πόλεμοι». Αυτό είναι ολοφάνερα λαθεμένο.

Η ιστορία του 20ου αιώνα, αυτού του αιώνα του «αχαλίνωτου ιμπεριαλισμού», είναι γεμάτη από αποικιακούς πολέμους. Αυτό όμως που εμείς, οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές καταπιεστές της πλειοψηφίας των λαών του κόσμου, με το σιχαμερό ευρωπαϊκό σοβινισμό που μας χαρακτηρίζει, ονομάζουμε «αποικιακούς πολέμους», είναι συχνά εθνικοί πόλεμοι ή εθνικές εξεγέρσεις των καταπιεζόμενων αυτών λαών. Μια από τις πιο βασικές ιδιότητες του ιμπεριαλισμού είναι ακριβώς ότι επιταχύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού στις πιο καθυστερημένες χώρες κι έτσι πλαταίνει και οξύνει την πάλη ενάντια στην εθνική καταπίεση. Αυτό είναι γεγονός. Κι απ’ αυτό προκύπτει αναπόφευκτα το συμπέρασμα ότι ο ιμπεριαλισμός δεν μπορεί παρά να γεννά συχνά εθνικούς πολέμους. Ο Γιούνιους, υπερασπίζοντας στην μπροσούρα του τις προαναφερμένες «θέσεις», λέει ότι στην ιμπεριαλιστική εποχή κάθε εθνικός πόλεμος ενάντια σε μια από τις ιμπεριαλιστικές μεγάλες Δυνάμεις οδηγεί στην επέμβαση μιας άλλης, επίσης ιμπεριαλιστικής μεγάλης Δύναμης που συναγωνίζεται την πρώτη, κι έτσι κάθε εθνικός πόλεμος μετατρέπεται σε ιμπεριαλιστικό. Μα και το επιχείρημα αυτό δεν είναι σωστό. Αυτό μπορεί να συμβεί, όμως δεν συμβαίνει πάντα έτσι. Πολλοί αποικιακοί πόλεμοι στην περίοδο 1900-1914 δεν ακολούθησαν αυτό το δρόμο. Και θα ήταν απλούστατα γελοίο, αν δηλώναμε ότι, λόγου χάρη, ύστερα από το σημερινό πόλεμο, αν αυτός τελειώσει με την πλήρη εξάντληση των εμπόλεμων χωρών, «δεν μπορεί» να υπάρξει «κανένας» εθνικός, προοδευτικός, επαναστατικός πόλεμος από την πλευρά π.χ. της Κίνας σε συμμαχία με την Ινδία, την Περσία, το Σιαμ κτλ. ενάντια στις μεγάλες Δυνάμεις.

Η άρνηση κάθε δυνατότητας εθνικών πολέμων στην εποχή του ιμπεριαλισμού θεωρητικά δεν είναι σωστή, ιστορικά είναι ολοφάνερα λαθεμένη και πρακτικά ισοδυναμεί με ευρωπαϊκό σοβινισμό: εμείς που ανήκουμε στα έθνη που καταπιέζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη, στην Αφρική, στην Ασία κτλ., πρέπει να δηλώσουμε στους καταπιεζόμενους λαούς ότι ο πόλεμός τους ενάντια στα έθνη «μας» είναι «αδύνατος»!

Δεύτερο. Και οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι πόλεμοι. Όποιος παραδέχεται την πάλη των τάξεων δεν μπορεί να μην παραδέχεται τους εμφύλιους πολέμους, οι οποίοι σε κάθε ταξική κοινωνία αποτελούν τη φυσική και κάτω από ορισμένες συνθήκες αναπόφευκτη συνέχιση, ανάπτυξη και όξυνση της ταξικής πάλης. Αυτό το επιβεβαιώνουν όλες οι μεγάλες επαναστάσεις. Το να αρνιέσαι τους εμφύλιους πολέμους ή να τους ξεχνάς σημαίνει ότι πέφτεις στον έσχατο οπορτουνισμό και απαρνιέσαι τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Τρίτο, ο σοσιαλισμός που νίκησε σε μια μόνη χώρα δεν αποκλείει καθόλου μεμιάς όλους γενικά τους πολέμους. Απεναντίας, τους προϋποθέτει. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού συντελείται στον ανώτατο βαθμό ανισόμετρα στις διάφορες χώρες. Κι ούτε μπορεί να γίνει διαφορετικά στις συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής. Από δω βγαίνει το αδιαφιλονίκητο συμπέρασμα: ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να νικήσει ταυτόχρονα σ’ όλες τις χώρες. Θα νικήσει αρχικά σε μια ή σε μερικές χώρες και οι υπόλοιπες θα παραμείνουν για ένα διάστημα αστικές ή προαστικές. Αυτό δεν μπορεί παρά να προκαλέσει όχι μονάχα προστριβές, μα και άμεση επιδίωξη της αστικής τάξης των άλλων χωρών να συντρίψει το νικηφόρο προλεταριάτο του σοσιαλιστικού κράτους. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο πόλεμος από την πλευρά μας θα ήταν νόμιμος και δίκαιος. Θα ήταν πόλεμος υπέρ του σοσιαλισμού, για την απελευθέρωση άλλων λαών από την αστική τάξη. Ο Ένγκελς είχε απόλυτα δίκιο, όταν στο γράμμα του προς τον Κάουτσκι της 12 του Σεπτέμβρη 1882 παραδεχόταν ξεκάθαρα τη δυνατότητα «αμυντικών πολέμων» του σοσιαλισμού που έχει πια νικήσει. Είχε υπόψη του ακριβώς την άμυνα του νικηφόρου προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη των άλλων χωρών.

Μόνο αφού ανατρέψουμε, νικήσουμε οριστικά και απαλλοτριώσουμε την αστική τάξη σ’ όλο τον κόσμο, κι όχι μονάχα σε μια χώρα, οι πόλεμοι θα γίνουν αδύνατοι. Και από επιστημονική άποψη δεν θα είναι καθόλου σωστό και καθόλου επαναστατικό, αν παρακάμψουμε ή αποκρύψουμε ακριβώς το πιο σπουδαίο: την κατάπνιξη της αντίστασης της αστικής τάξης, που είναι το πιο δύσκολο και που απαιτεί μεγαλύτερο αγώνα στην περίοδο του περάσματος στο σοσιαλισμό. Οι «κοινωνικοί» παπάδες και οι οπορτουνιστές είναι πάντα έτοιμοι να ονειροπολήσουν ένα μελλοντικό ειρηνικό σοσιαλισμό, αλλά διαφέρουν από τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες, ακριβώς γιατί δεν θέλουν να σκέπτονται και να συλλογίζονται τη σκληρή ταξική πάλη και τους ταξικούς πολέμους για την πραγματοποίηση αυτού του θαυμάσιου μέλλοντος.

Δεν πρέπει να αφεθούμε να μας εξαπατούν με τα λόγια. Η έννοια «υπεράσπιση της πατρίδας» είναι σε πολλούς μισητή, γιατί μ’ αυτήν οι ανοιχτοί οπορτουνιστές και οι καουτσκιστές καλύπτουν και κρύβουν την ψευτιά της αστικής τάξης στο σημερινό ληστρικό πόλεμο. Αυτό είναι γεγονός. Απ’ αυτό όμως δεν προκύπτει ότι πρέπει να ξεμάθουμε να σκεπτόμαστε τη σημασία των πολιτικών συνθημάτων. Το να αναγνωρίζει κανείς την «υπεράσπιση της πατρίδας» στο σημερινό πόλεμο, σημαίνει ότι το θεωρεί «δίκαιο», ανταποκρινόμενο στα συμφέροντα του προλεταριάτου –και τίποτε, μα τίποτε παραπάνω, γιατί η εισβολή δεν αποκλείεται σε κανένα πόλεμο. Θα ήταν απλώς ανοησία να αρνιέται κανείς την «υπεράσπιση της πατρίδας» από μέρους των καταπιεζόμενων λαών, στον πόλεμό τους ενάντια στις ιμπεριαλιστικές μεγάλες Δυνάμεις ή από μέρους του νικηφόρου προλεταριάτου στον πόλεμό του ενάντια σε οποιονδήποτε Γκαλιφέ αστικού κράτους.

Θεωρητικά θα ήταν τελείως λαθεμένο να ξεχνάμε ότι κάθε πόλεμος είναι μόνο συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα˙ ο τωρινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η συνέχιση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής δυό ομάδων μεγάλων Δυνάμεων, κι αυτή η πολιτική γεννήθηκε και τρέφεται από το σύνολο των σχέσεων της ιμπεριαλιστικής εποχής. Όμως αυτή η ίδια η εποχή δεν μπορεί παρά να γεννήσει και να θρέψει κατ’ ανάγκη και την πολιτική του αγώνα ενάντια στην εθνική καταπίεση και του αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, και γι’ αυτό και τη δυνατότητα και το αναπόφευκτο, πρώτο, των επαναστατικών εθνικών εξεγέρσεων και πολέμων, δεύτερο, των πολέμων και των εξεγέρσεων του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, τρίτο, της συνένωσης των δυό αυτών ειδών επαναστατικών πολέμων κτλ.


ΙΙ

Σ’ αυτά πρέπει ακόμη να προσθέσουμε και τον παρακάτω γενικό συλλογισμό.

Μια καταπιεζόμενη τάξη που δεν επιδιώκει να μάθει να χειρίζεται τα όπλα, να έχει όπλα, μια τέτοια καταπιεζόμενη τάξη δεν θα άξιζε παρά να τη μεταχειρίζονται όπως μεταχειρίζονται τους δούλους. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, αν δεν θέλουμε να μεταβληθούμε σε αστούς πασιφιστές ή οπορτουνιστές, ότι ζούμε σε ταξική κοινωνία και ότι απ’ αυτή δεν υπάρχει και ούτε μπορεί να υπάρξει άλλη διέξοδος, εκτός από την ταξική πάλη. Σε κάθε ταξική κοινωνία –άσχετα αν στηρίζεται στη δουλεία, στη δουλοπαροικία ή, όπως σήμερα, στη μισθωτή εργασία- η τάξη που καταπιέζει είναι ένοπλη. Όχι μόνο ο τωρινός τακτικός στρατός, μα και η τωρινή πολιτοφυλακή -ακόμη και στις πιο δημοκρατικές αστικές δημοκρατίες, π.χ. στην Ελβετία- είναι εξοπλισμός της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο. Αυτό είναι μια τόσο στοιχειώδης αλήθεια, που νομίζω ότι δεν χρειάζεται να σταθούμε ιδιαίτερα σ’ αυτή. Φτάνει να υπενθυμίσουμε τη χρησιμοποίηση του στρατού ενάντια στους απεργούς σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες.

Ο εξοπλισμός της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο είναι ένα από τα πιο μεγάλα, βασικά και σπουδαιότερα γεγονότα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Και μπροστά σ’ ένα τέτοιο γεγονός προτείνουν στους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες να προβάλλουν το «αίτημα» του «αφοπλισμού»! Αυτό ισοδυναμεί με πλήρη εγκατάλειψη της άποψης της ταξικής πάλης, με παραίτηση από κάθε σκέψη για επανάσταση. Σύνθημά μας πρέπει να είναι: εξοπλισμός του προλεταριάτου για να νικήσει, ν’ απαλλοτριώσει και ν’ αφοπλίσει την αστική τάξη. Αυτή είναι η μοναδικά δυνατή τακτική της επαναστατικής τάξης, τακτική που απορρέει απ’ όλη την αντικειμενική ανάπτυξη του καπιταλιστικού μιλιταρισμού που υπαγορεύεται απ’ αυτή την ανάπτυξη. Μόνο αφού αφοπλίσει την αστική τάξη, μπορεί το προλεταριάτο, χωρίς να προδώσει την κοσμοϊστορική του αποστολή, να πετάξει στα παλιοσίδερα κάθε όπλο γενικά και το προλεταριάτο θα το κάνει αυτό αναμφίβολα, αλλά μόνο τότε, σε καμιά περίπτωση νωρίτερα.

Αν ο τωρινός πόλεμος προκαλεί στους αντιδραστικούς χριστιανοσοσιαλιστές, στους κλαψιάρηδες μικροαστούς μόνο φρίκη και τρόμο, μόνο αποστροφή προς κάθε χρησιμοποίηση των όπλων, προς το αίμα, το θάνατο κτλ., τότε πρέπει να πούμε: η καπιταλιστική κοινωνία ήταν και είναι πάντα μια φρίκη δίχως τέλος. Και αν τώρα αυτός ο πόλεμος, ο πιο αντιδραστικός απ’ όλους τους πολέμους, ετοιμάζει σ’ αυτή την κοινωνία ένα τέλος γεμάτο φρίκη, εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να πέσουμε σε απόγνωση. Και στην αντικειμενική του σημασία το «αίτημα» του αφοπλισμού –ή σωστότερα: το ονειροπόλημα του αφοπλισμού- δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκδήλωση ακριβώς απόγνωσης σε μια τέτοια περίοδο που μπροστά στα μάτια όλων προετοιμάζεται με τις δυνάμεις της ίδιας της αστικής τάξης ο μοναδικά νόμιμος και επαναστατικός πόλεμος, δηλαδή ο εμφύλιος πόλεμος ενάντια στην ιμπεριαλιστική αστική τάξη.

Όποιος πει ότι αυτό είναι θεωρία αποσπασμένη από τη ζωή, θα του θυμίσουμε δυό κοσμοϊστορικά γεγονότα: το ρόλο των τραστ και τη δουλειά των γυναικών στα εργοστάσια, από το ένα μέρος, την Κομμούνα του 1871 και την εξέγερση του Δεκέμβρη του 1905 στη Ρωσία, από το άλλο.

Έργο της αστικής τάξης είναι να αναπτύσσει τα τραστ, να σπρώχνει τα γυναικόπαιδα στις φάμπρικες, να τα βασανίζει εκεί, να τα διαφθείρει και να τα καταδικάζει στην έσχατη φτώχια. Εμείς δεν «διεκδικούμε» μια τέτοια ανάπτυξη, δεν την «υποστηρίζουμε», παλεύουμε ενάντιά της. Μα πως παλεύουμε; Ξέρουμε ότι τα τραστ και η δουλειά των γυναικών στα εργοστάσια αποτελούν πρόοδο. Δεν θέλουμε να πάμε πίσω, στη χειροτεχνία, στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, στη σπιτική δουλειά των γυναικών. Εμπρός μέσω των τραστ κτλ. και πέρα απ’ αυτά προς το σοσιαλισμό!

Ο συλλογισμός αυτός ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών και για τη σημερινή στρατιωτικοποίηση του λαού. Σήμερα η ιμπεριαλιστική αστική τάξη στρατιωτικοποιεί όχι μονάχα όλο το λαό, μα και τη νεολαία. Αύριο θ’ αρχίσει, ίσως να στρατιωτικοποιεί και τις γυναίκες. Εμείς, παίρνοντας αφορμή απ’ αυτό, πρέπει να πούμε: τόσο το καλύτερο! Γρηγορότερα εμπρός! Όσο πιο γρήγορα, τόσο θα βρεθούμε πλησιέστερα στην ένοπλη εξέγερση ενάντια στον καπιταλισμό. Πως μπορούν οι σοσιαλδημοκράτες να αφήνονται να τρομοκρατηθούν από τη στρατιωτικοποίηση της νεολαίας κτλ., όταν δεν ξεχνούν το παράδειγμα της Κομμούνας; Αυτό δεν είναι «θεωρία αποσπασμένη από τη ζωή», δεν είναι όνειρο, αλλά γεγονός. Και θα ήταν στ’ αλήθεια πολύ άσχημο, αν οι σοσιαλδημοκράτες, στο πείσμα όλων των οικονομικών και πολιτικών γεγονότων, άρχιζαν να αμφιβάλλουν ότι η ιμπεριαλιστική εποχή και οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν αναπόφευκτα στην επανάληψη αυτών των γεγονότων.

Ένας αστός παρατηρητής της Κομμούνας το Μάη του 1871 έγραφε σε μια αγγλική εφημερίδα: «Αν το γαλλικό έθνος αποτελούνταν μόνο από γυναίκες, τι τρομερό έθνος θα ήταν!». Τον καιρό της Κομμούνας γυναίκες και παιδιά 13 χρονών πολέμησαν δίπλα στους άντρες. Και δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά και στις μελλοντικές μάχες για την ανατροπή της αστικής τάξης. Οι προλετάρισσες δεν θα βλέπουν παθητικά πως η καλοοπλισμένη αστική τάξη θα τουφεκίζει τους κακοοπλισμένους ή τους άοπλους εργάτες. Θα αδράξουν τα όπλα, όπως το 1871 και από τα τωρινά τρομαγμένα έθνη –σωστότερα: από το τωρινό εργατικό κίνημα, το αποδιοργανωμένο από τους οπορτουνιστές περισσότερο παρά από τις κυβερνήσεις- θα γεννηθεί αναμφισβήτητα, αργά ή γρήγορα, μα οπωσδήποτε αναμφισβήτητα, η διεθνής συμμαχία των «τρομερών εθνών» του επαναστατικού προλεταριάτου.

Τώρα η στρατιωτικοποίηση διεισδύει σ’ όλη την κοινωνική ζωή. Ο ιμπεριαλισμός είναι η άγρια πάλη των μεγάλων Δυνάμεων για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου –γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει αναπόφευκτα στην παραπέρα στρατιωτικοποίηση όλων των χωρών και των ουδέτερων και των μικρών. Τι θα κάνουν ενάντια σ’ αυτό οι προλετάρισσες;; Θα καταριούνται απλώς κάθε πόλεμο και καθετί το στρατιωτικό, θα ζητούν μονάχα αφοπλισμό; Ποτέ οι γυναίκες μιας καταπιεζόμενης τάξης, που είναι πραγματικά επαναστατική, δεν θα συμβιβαστούν μ’ ένα τέτοιο επαίσχυντο ρόλο. Αλλά θα πουν στα παιδιά τους: «Γρήγορα θα γίνεις μεγάλος. Θα σου δώσουν όπλο. Παρ’ το και μάθε καλά την πολεμική τέχνη. Αυτή η μάθηση είναι απαραίτητη στους προλετάριους –όχι για να πυροβολούν ενάντια στ’ αδέλφια σου, τους εργάτες των άλλων χωρών, όπως γίνεται στον τωρινό πόλεμο και όπως σε συμβουλεύουν να κάνεις οι προδότες του σοσιαλισμού, μα για να παλεύουν ενάντια στην αστική τάξη της δικής τους χώρας, για να βάλουν τέρμα στην εκμετάλλευση, την αθλιότητα και τους πολέμους, όχι με ευσεβείς ευχές, αλλά νικώντας την αστική τάξη και αφοπλίζοντάς την».

Αν παραιτείσαι από τη διεξαγωγή μιας τέτοιας προπαγάνδας και ακριβώς της τέτοιας προπαγάνδας σχετικά με τον τωρινό πόλεμο, είναι καλύτερα να μη λες μεγάλα λόγια για διεθνή επαναστατική σοσιαλδημοκρατία, για σοσιαλιστική επανάσταση, για πόλεμο κατά του πολέμου.


ΙΙΙ

Οι οπαδοί του αφοπλισμού τάσσονται ενάντια στην προγραμματική θέση «του εξοπλισμού του λαού», ανάμεσα στ’ άλλα και για το λόγο πως το τελευταίο αυτό αίτημα οδηγεί τάχα πιο εύκολα σε παραχωρήσεις προς τον οπορτουνισμό. Εξετάσαμε παραπάνω το σπουδαιότερο: τη σχέση του αφοπλισμού προς την ταξική πάλη και προς την κοινωνική επανάσταση. Ας εξετάσουμε τώρα το ζήτημα της σχέσης του αιτήματος του αφοπλισμού προς τον οπορτουνισμό. Μια από τις κυριότερες αιτίες που κάνουν απαράδεκτο το αίτημα του αφοπλισμού είναι ακριβώς ότι αυτό και οι αυταπάτες που γεννιούνται αναπόφευκτα απ’ αυτό αδυνατίζουν και εξασθενούν την πάλη μας ενάντια στον οπορτουνισμό.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι η πάλη αυτή αποτελεί το κύριο άμεσο πρόβλημα της Διεθνούς. Η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, αν δεν είναι αδιάρρηκτα συνδεμένη με την πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό, είναι κούφια φράση ή απάτη. Μια από τις κύριες ελλείψεις του Τσίμμερβαλντ και του Κίενταλ και μια από τις βασικές αιτίες του πιθανού φιάσκου αυτών των εμβρύων της ΙΙΙ Διεθνούς είναι ακριβώς ότι το ζήτημα της πάλης ενάντια στον οπορτουνισμό δεν είχε μπει καν ανοιχτά, χωρίς να μιλήσω για τη λύση του με την έννοια ότι χρειάζεται η ρήξη με τους οπορτουνιστές. Ο οπορτουνισμός νίκησε –προσωρινά- στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα. Σ’ όλες τις μεγάλες χώρες διαμορφώθηκαν δυό βασικές αποχρώσεις του οπορτουνισμού: πρώτα ο απροκάλυπτος, ο κυνικός και γι’ αυτό λιγότερο επικίνδυνος, σοσιαλιμπεριαλισμός των κυρίων Πλεχάνοφ, Σάιντεμαν, Λέγκιν, Αλμπέρ Τομά και Σαμπά, Βαντερβέλντε, Χάιντμαν, Χέντερσον κτλ. Δεύτερο, ο σκεπασμένος, ο καουτσκισμός: Κάουτσκι –Χάαζε και η «Σοσιαλδημοκρατική ομάδα εργασίας» στη Γερμανία˙ Λονγκέ, Πρεσμάν, Μαγεράς κτλ. στη Γαλλία˙ Ράμσεϋ Μακντόναλντ και άλλοι αρχηγοί του «Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος» στην Αγγλία˙ Μάρτοφ, Τσχεΐτζε κτλ. στη Ρωσία˙ Τρέβες και λοιποί, οι λεγόμενοι αριστεροί ρεφορμιστές στην Ιταλία.

Ο απροκάλυπτος οπορτουνισμός δρα ανοιχτά και άμεσα ενάντια στην επανάσταση και ενάντια στα επαναστατικά κινήματα και τα ξεσπάσματα που αρχίζουν, σε άμεση συμμαχία με τις κυβερνήσεις, όσο διαφορετικές κι αν είναι οι μορφές αυτής της συμμαχίας, αρχίζοντας από τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις και τελειώνοντας με τη συμμετοχή στις Επιτροπές πολεμικής βιομηχανίας (στη Ρωσία). Οι σκεπασμένοι οπορτουνιστές, οι κουτσκιστές, είναι πολύ πιο επιζήμιοι και επικίνδυνοι για το εργατικό κίνημα, επειδή κρύβουν την υπεράσπιση της συμμαχίας τους με τους πρώτους με καλόηχες ψευτο-«μαρξιστικές» λέξεις και πασιφιστικά συνθήματα. Η πάλη ενάντια στις δυό αυτές μορφές του οπορτουνισμού που τώρα επικρατεί πρέπει να διεξάγεται σε όλα τα πεδία δράσης της προλεταριακής πολιτικής: κοινοβουλευτισμός, επαγγελματικά συνδικάτα, απεργίες, στρατιωτική τέχνη κτλ. Η κυριότερη όμως ιδιομορφία που διακρίνει και τις δυό αυτές μορφές του κυρίαρχου οπορτουνισμού είναι ότι αποσιωπούν, σκεπάζουν ή πραγματεύονται το συγκεκριμένο ζήτημα της σχέσης του τωρινού πολέμου με την επανάσταση και τα άλλα συγκεκριμένα ζητήματα της επανάστασης, προσέχοντας μην παραβούν τις αστυνομικές απαγορεύσεις. Κι αυτό παρ’ όλο που πριν από τον πόλεμο είχε τονιστεί αμέτρητες φορές και ανεπίσημα, και στη Διακήρυξη της Βασιλείας επίσημα η σύνδεση που έχει αυτός ακριβώς ο επικείμενος πόλεμος με την προλεταριακή επανάσταση. Η κυριότερη λοιπόν έλλειψη του αιτήματος του αφοπλισμού είναι ότι παρακάμπτονται έτσι όλα τα συγκεκριμένα ζητήματα της επανάστασης. Ή μήπως οι οπαδοί του αφοπλισμού τάσσονται υπέρ ενός ολωσδιόλου νέου είδους επανάστασης, της άοπλης επανάστασης;

Παρακάτω. Δεν είμαστε καθόλου ενάντια στον αγώνα για μεταρρυθμίσεις. Δεν θέλουμε να αγνοήσουμε το δυσάρεστο ενδεχόμενο ότι η ανθρωπότητα θα ζήσει –στη χειρότερη περίπτωση- ακόμη ένα δεύτερο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αν η επανάσταση δεν ξεπηδήσει από τον τωρινό πόλεμο, παρ’ όλες τις πολυάριθμες εκρήξεις του μαζικού αναβρασμού και της μαζικής δυσαρέσκειας και παρά τις προσπάθειές μας. Είμαστε οπαδοί ενός τέτοιου προγράμματος μεταρρυθμίσεων, που πρέπει να στρέφεται και ενάντια στους οπορτουνιστές. Οι οπορτουνιστές θα ένιωθαν μόνο χαρά, αν αφήναμε μονάχα σ’ αυτούς τον αγώνα για τις μεταρρυθμίσεις και μείς απομακρυνόμαστε στα χιμαιρικά ύψη κάποιου «αφοπλισμού», σώζοντας τον εαυτό μας με τη φυγή από τη θλιβερή πραγματικότητα. Ο «αφοπλισμός» είναι ακριβώς φυγή από την άσχημη πραγματικότητα και καθόλου αγώνας εναντίον της.

Σ’ ένα τέτοιο πρόγραμμα θα λέγαμε περίπου τα παρακάτω: «Το σύνθημα και η αναγνώριση της υπεράσπισης της πατρίδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914-1916 είναι μόνο διαφθορά του εργατικού κινήματος με το αστικό ψέμα». Μια τέτοια συγκεκριμένη απάντηση στα συγκεκριμένα ζητήματα θα ήταν θεωρητικά πιο σωστή, πολύ πιο ωφέλιμη για το προλεταριάτο, πολύ πιο ανυπόφορη για τους οπορτουνιστές, από το αίτημα του αφοπλισμού και από την άρνηση «κάθε» υπεράσπισης της πατρίδας. Και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε: «Η αστική τάξη όλων των ιμπεριαλιστικών μεγάλων Δυνάμεων, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ρωσίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, των Ενωμένων Πολιτειών, έχει γίνει τόσο αντιδραστική και είναι τόσο διαποτισμένη από την τάση για παγκόσμια κυριαρχία, που κάθε πόλεμος από μέρους της αστικής τάξης αυτών των χωρών μπορεί να είναι μόνο αντιδραστικός. Το προλεταριάτο όχι μόνο πρέπει να είναι ενάντια σε κάθε τέτοιο πόλεμο, μα και πρέπει να επιθυμεί την ήττα της «δικής του» κυβέρνησης σ’ αυτούς τους πολέμους και να χρησιμοποιεί την ήττα αυτή για την επαναστατική εξέγερση, αν δεν πετύχει η εξέγερση που θα είχε σκοπό την παρεμπόδιση του πολέμου».

Όσο για την πολιτοφυλακή θα έπρεπε να πούμε: δεν είμαστε υπέρ της αστικής πολιτοφυλακής, αλλά μόνο υπέρ της προλεταριακής. Γι’ αυτό «ούτε μια πεντάρα κι ούτε έναν άνθρωπο» όχι μονάχα για τον τακτικό στρατό, αλλά και για την αστική πολιτοφυλακή, ακόμη και σε χώρες, όπως οι Ενωμένες Πολιτείες ή η Ελβετία, η Νορβηγία κτλ. Πολύ περισσότερο γιατί και στις πιο ελεύθερες δημοκρατικές χώρες (π.χ. στην Ελβετία) βλέπουμε τον ολοένα και μεγαλύτερο εκπρωσισμό της πολιτοφυλακής, ιδιαίτερα ύστερα από το 1907 και 1911, την εκπόρνευσή της για την κινητοποίηση τμημάτων ενάντια στους απεργούς. Μπορούμε ν’ απαιτούμε: εκλογή των αξιωματικών από το λαό, κατάργηση κάθε είδους στρατιωτικής δικαιοσύνης, εξίσωση δικαιωμάτων ξένων και ντόπιων εργατών (ιδιαίτερα σπουδαίο σημείο για εκείνα τα ιμπεριαλιστικά κράτη που, όπως η Ελβετία, όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό και όλο και πιο ξετσίπωτα εκμεταλλεύονται τους ξένους εργάτες, αφήνοντάς τους χωρίς δικαιώματα), παρακάτω: δικαίωμα για κάθε εκατό, ας πούμε, κατοίκους μιας χώρας να σχηματίζουν ελεύθερες ενώσεις για την ολόπλευρη εκμάθηση της πολεμικής τέχνης, με ελεύθερη εκλογή των εκπαιδευτών, με πληρωμή τους από το Δημόσιο ταμείο κτλ. Μόνο μ’ αυτούς τους όρους θα μπορούσε το προλεταριάτο να μάθει την πολεμική τέχνη πραγματικά για τον εαυτό του και όχι για τους δουλοκτήτες του και μια τέτοια εκμάθηση απαιτούν αναμφισβήτητα τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Η ρωσική επανάσταση απόδειξε πως η κάθε επιτυχία, έστω ακόμη και μια μερική επιτυχία του επαναστατικού κινήματος –π.χ. η κατάληψη μιας πόλης, ενός βιομηχανικού συνοικισμού, ενός τμήματος του στρατού- θα αναγκάσει αναπόφευκτα το νικηφόρο προλεταριάτο να εφαρμόσει τέτοιο ακριβώς πρόγραμμα.

Τέλος, είναι αυτονόητο πως ενάντια στον οπορτουνισμό δεν μπορείς να αγωνιστείς απλώς με προγράμματα, αλλά μόνο με τη διαρκή επίβλεψη για να εφαρμόζονται τα προγράμματα αυτά πραγματικά. Το πιο μεγάλο, το μοιραίο λάθος της χρεοκοπημένης ΙΙ Διεθνούς ήταν ότι τα λόγια δεν ανταποκρίνονταν στα έργα, ότι καλλιεργούνταν η συνήθεια της υποκρισίας και της ξεδιάντροπης επαναστατικής φρασεολογίας (βλ. την τωρινή στάση των Κάουτσκι και Σίας απέναντι στη Διακήρυξη της Βασιλείας). Ο αφοπλισμός σαν κοινωνική ιδέα –δηλαδή σαν ιδέα που γεννιέται από κάποια κοινωνική κατάσταση και μπορεί να επιδρά σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον και δεν είναι προσωπική παραξενιά- γεννήθηκε, φαίνεται, από τις ιδιαίτερες και κατ’ εξαίρεση «ήρεμες» συνθήκες ζωής μερικών μικρών κρατών που έμειναν αρκετό χρόνο παράμερα από το ματωμένο παγκόσμιο δρόμο των πολέμων και ελπίζουν να μείνουν παράμερα και στο μέλλον. Για να πειστεί κανείς γι’ αυτό, αρκεί να εμβαθύνει λ.χ. στην επιχειρηματολογία των νορβηγών οπαδών του αφοπλισμού: «εμείς –λένε- είμαστε χώρα μικρή, ο στρατός μας είναι μικρός, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε ενάντια στις μεγάλες Δυνάμεις» (αλλά και γι’ αυτό ανίσχυροι απέναντι στο βίαιο τράβηγμα σε μια ιμπεριαλιστική συμμαχία με μια οποιαδήποτε ομάδα μεγάλων Δυνάμεων)… «θέλουμε να μείνουμε ήσυχοι στην απόμερη γωνιά μας και θα εξακολουθούμε να εφαρμόζουμε την απόμερη πολιτική μας, να απαιτούμε αφοπλισμό, υποχρεωτικά διαιτητικά δικαστήρια, μόνιμη ουδετερότητα κτλ.» («μόνιμη» -μήπως σαν τη βελγική;).

Η στενόκαρδη επιδίωξη των μικρών κρατών να μείνουν παράμερα, η μικροαστική επιθυμία να βρίσκονται όσο γίνεται μακρύτερα από τις μεγάλες μάχες της παγκόσμιας ιστορίας, να εκμεταλλεύονται τη σχετική μονοπωλιακή θέση τους για να παραμείνουν σε αποστεωμένη παθητικότητα –να ποιες αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες μπορεί να εξασφαλίσουν μια ορισμένη επιτυχία στην ιδέα του αφοπλισμού και μια ορισμένη διάδοσή της σε μερικά μικρά κράτη. Εννοείται πως η επιδίωξη αυτή είναι αντιδραστική και στηρίζεται ολοκληρωτικά σε αυταπάτες, γιατί ο ιμπεριαλισμός έτσι είτε αλλιώς παρασέρνει τα μικρά κράτη στη δίνη της παγκόσμιας οικονομίας και της παγκόσμιας πολιτικής.

Στην Ελβετία π.χ. οι ιμπεριαλιστικές συνθήκες της τής υπαγορεύουν αντικειμενικά δυό γραμμές στο εργατικό κίνημα: οι οπορτουνιστές σε συμμαχία με την αστική τάξη προσπαθούν να κάνουν την Ελβετία ρεπουμπλικανικο-δημοκρατική μονοπωλιακή ένωση για να αποκομίζουν κέρδη από τους περιηγητές της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης και για να χρησιμοποιούν αυτή την «ήρεμη» μονοπωλιακή της θέση όσο το δυνατό συμφερτικότερα, όσο το δυνατό ηρεμότερα.

Οι πραγματικοί σοσιαλδημοκράτες της Ελβετίας προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη σχετική ελευθερία και τη «διεθνή» της θέση για να βοηθήσουν να νικήσει η στενή συμμαχία των επαναστατικών στοιχείων των εργατικών κομμάτων της Ευρώπης. Η Ελβετία μιλάει, δόξα το θεό, όχι «δική της ανεξάρτητη» γλώσσα, μα τρεις διεθνείς γλώσσες και μάλιστα γλώσσες που τις μιλάνε εμπόλεμες χώρες, οι οποίες συνορεύουν μαζί της. 

Αν τα 20.000 μέλη του Ελβετικού κόμματος έδιναν κάθε βδομάδα 2 σαντίμ σαν «έκτακτο πολεμικό φόρο», θα εισπράτταμε 20.000 φράγκα το χρόνο, ποσό μεγαλύτερο απ’ ό,τι χρειάζεται για να τυπώνουμε περιοδικά σε τρεις γλώσσες και να κυκλοφορούμε ανάμεσα στους εργάτες και τους στρατιώτες των εμπόλεμων χωρών, παρά τις απαγορεύσεις των γενικών επιτελείων, όλα όσα περιέχουν την αλήθεια για την αγανάκτηση που αρχίζει να εκδηλώνεται ανάμεσα στους εργάτες, για τη συναδέλφωσή τους στα χαρακώματα, για τις ελπίδες τους επαναστατικής χρησιμοποίησης των όπλων ενάντια στην ιμπεριαλιστική αστική τάξη των «δικών τους» χωρών κτλ.

Όλα αυτά δεν είναι καινούργια. Αυτό ακριβώς γίνεται από τις καλύτερες εφημερίδες, όπως η «La Sentinelle», η «Volksrecht», η «Berner Tagwacht», αλλά δυστυχώς, σε ανεπαρκή βαθμό. Μονάχα με μια τέτοια δράση μπορεί η θαυμάσια απόφαση του κομματικού συνεδρίου του Άαραου να γίνει κάτι περισσότερο από απλώς θαυμάσια απόφαση.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει τώρα είναι το παρακάτω ερώτημα: ανταποκρίνεται άραγε στην επαναστατική κατεύθυνση των ελβετών σοσιαλδημοκρατών το αίτημα του «αφοπλισμού»; Είναι φανερό πως δεν ανταποκρίνεται. Αντικειμενικά ο «αφοπλισμός» είναι το πιο εθνικό, το ειδικά εθνικό πρόγραμμα των μικρών κρατών και κάθε άλλο παρά το διεθνές πρόγραμμα της διεθνούς επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας.

________

Γράφτηκε στα γερμανικά
το Σεπτέμβρη του 1916


Πρωτοδημοσιεύτηκε το Σεπτέμβρη και
  Οκτώβρη του 1917 στην εφημερίδα
«Jugend-Internationale» αρ. φύλ. 9 και 10
            Υπογραφή: N.  L e n i n

                                       Δημοσιεύτηκε σύμφωνα με
                                       το κείμενο της εφημερίδας
Μετάφραση από τα γερμανικά
Στα ρωσικά πρωτοδημοσιεύτηκε το 1929
       στη 2-3 έκδοση των Απάντων
           του Β. Ι. Λένιν



Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 30, σ. 131-143

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας
________

* Το άρθρο «Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης» (ο Β. Ι. Λένιν στην αλληλογραφία το ονομάζει «Entwaffnung» - «Σχετικά με τον αφοπλισμό») γράφτηκε στα γερμανικά και προοριζόταν για δημοσίευση στον Τύπο των ελβετών, σουηδών και νορβηγών αριστερών σοσιαλδημοκρατών. Όμως τότε δεν δημοσιεύτηκε. Αμέσως μετά ο Λένιν ξαναδούλεψε λίγο το άρθρο για να εκδοθεί στα ρωσικά. Το άρθρο με τον τίτλο «Για το σύνθημα του “αφοπλισμού”» δημοσιεύτηκε στη «Σμπόρνικ “Σοτσιάλ-Ντεμοκράτα”» τεύχ. 2, το Δεκέμβρη του 1916.

Το αρχικό, το γερμανικό κείμενο του άρθρου δημοσιεύτηκε στο όργανο της Διεθνούς ένωσης σοσιαλιστικών οργανώσεων της νεολαίας «Jugend-Internationale» («Διεθνής των Νέων») τεύχ. 9 και 10 του Σεπτέμβρη και Οκτώβρη του 1917 με τον τίτλο «Das Militärprogramm der proletarischen Revolution». Κατά τη δημοσίευση του άρθρου η Συντακτική επιτροπή του περιοδικού δημοσίευσε την παρακάτω εισαγωγή: «Στις μέρες μας, όταν ο Λένιν είναι ένας από εκείνους τους παράγοντες της ρωσικής επανάστασης, για τους οποίους πιο συχνά απ’ όλους μιλούν, το παρακάτω άρθρο αυτού του παλιού σιδερένιου επαναστάτη, που εκθέτει σημαντικό μέρος του πολιτικού του προγράμματος, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το άρθρο το έφερε ο ίδιος στη Συντακτική μας επιτροπή λίγο πριν την αναχώρησή του από τη Ζυρίχη τον Απρίλη του 1917». Τον τίτλο του άρθρου, όπως φαίνεται, τον έδωσε η Συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Jugend-Internationale».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.