Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Γράμματα από μακριά



Τον Φλεβάρη του 1917 άρχισε στη Ρωσία η νέα αστικοδημοκρατική επανάσταση, που είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας. Ο Λένιν, που την περίοδο εκείνη βρισκόταν εξόριστος στην Ελβετία, άρχισε αμέσως την ανάλυση των επαναστατικών γεγονότων και τον καθορισμό των νέων καθηκόντων του προλεταριάτου και του μπολσεβίκικου κόμματος. Μέσα από τα «Γράμματα από μακριά» έδωσε απαντήσεις στα ερωτήματα για τις κινητήριες δυνάμεις, τον χαρακτήρα και τις κατευθύνσεις της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, για την κρατική εξουσία, για τον πόλεμο και την ειρήνη, για την στάση απέναντι στην αστική Προσωρινή κυβέρνηση, για τα Σοβιέτ ως νέα μορφή πολιτικής οργάνωσης των εργαζομένων, για το πέρασμα από το αστικοδημοκρατικό στάδιο της επανάστασης στο σοσιαλιστικό (ΠΓ).

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν


Γράμματα από μακριά

Γράμμα 1

Το πρώτο στάδιο της πρώτης επανάστασης [1]

Η πρώτη επανάσταση, γεννημένη από τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ξέσπασε. Η πρώτη αυτή επανάσταση δεν θα είναι, ασφαλώς, η τελευταία.

Το πρώτο στάδιο της πρώτης αυτής επανάστασης, συγκεκριμένα της ρωσικής επανάστασης της 1 του Μάρτη 1917, αν κρίνουμε από τα πενιχρά στοιχεία που διαθέτουμε στην Ελβετία, τέλειωσε. Αυτό το πρώτο στάδιο δεν θα είναι, ασφαλώς, το τελευταίο στάδιο της επανάστασής μας.

Πως μπόρεσε να συμβεί ένα τέτοιο «θαύμα», μέσα σε 8 μονάχα μέρες –χρονικό διάστημα που ανάφερε ο κ. Μιλιουκόφ στο κομπαστικό τηλεγράφημά του που απηύθυνε προς όλους τους εκπροσώπους της Ρωσίας στο εξωτερικό –να γκρεμιστεί μια μοναρχία που κρατήθηκε αιώνες και άντεξε ακόμη και στα τρία χρόνια των μεγαλειωδών, παλλαϊκών ταξικών μαχών του 1905-1907;

Θαύματα δεν γίνονται στη φύση και στην ιστορία, κάθε όμως απότομη στροφή της ιστορίας, μαζί και κάθε επανάσταση, δίνει ένα τόσο πλούσιο περιεχόμενο, αναπτύσσει τόσο απροσδόκητα ιδιόμορφους συνδυασμούς μορφών πάλης και συσχετισμούς δυνάμεων των μαχομένων, που στο μυαλό ενός φιλισταίου πολλά πράγματα μπορούν να φαίνονται θαύματα.

Για να γίνει δυνατό το γκρέμισμα της τσαρικής μοναρχίας μέσα σε μερικές μέρες, ήταν αναγκαίος ο συνδυασμός ολόκληρης σειράς όρων κοσμοϊστορικής σπουδαιότητας. Θα αναφέρουμε τους κυριότερους από αυτούς.

Χωρίς τα τρία χρόνια μεγαλειωδών ταξικών μαχών και επαναστατικής δραστηριότητας του ρωσικού προλεταριάτου, 1905-1907, δεν θα ήταν δυνατό να συντελεστεί τόσο γρήγορα η δεύτερη επανάσταση, με την έννοια της ολοκλήρωσης του αρχικού σταδίου της μέσα σε μερικές μέρες. Η πρώτη επανάσταση (1905) αναμόχλευσε βαθιά το έδαφος, ξερίζωσε αιώνιες προλήψεις, αφύπνισε εκατομμύρια εργάτες και δεκάδες εκατομμύρια αγρότες στην πολιτική ζωή και στον πολιτικό αγώνα, έδειξε τη μια στην άλλη –και σ’ όλο τον κόσμο- όλες τις τάξεις (και όλα τα κύρια κόμματα) της ρωσικής κοινωνίας στην πραγματική τους φύση, στον πραγματικό συσχετισμό των συμφερόντων τους, των δυνάμεών τους, των μεθόδων δράσης τους, των άμεσων και απώτερων σκοπών τους. Η πρώτη επανάσταση και η αντεπαναστατική εποχή που την ακολούθησε (1907-1914) αποκάλυψε όλη την ουσία της τσαρικής μοναρχίας, την έφερε ως το «έσχατο όριο», αποκάλυψε όλη τη σαπίλα της και την προστυχιά της, όλο τον κυνισμό και τη διαφθορά της τσαρικής συμμορίας με τον τερατώδη Ρασπούτιν επικεφαλής της, όλη τη θηριωδία της οικογένειας Ρομάνοφ- αυτών των πογκρομιστών που πλημμύρισαν τη Ρωσία με το αίμα των εβραίων, των εργατών, των επαναστατών, αυτών των «πρώτων μεταξύ ίσων» τσιφλικάδων που κατέχουν εκατομμύρια ντεσιατίνες γης και είναι έτοιμοι να ρημάξουν και να πνίξουν οσουσδήποτε πολίτες χάρη της διατήρησης αυτής της «ιερής ιδιοκτησίας», της δικής τους και της τάξης τους.

Χωρίς την επανάσταση του 1905-1907, χωρίς την αντεπανάσταση του 1907-1914 θα ήταν αδύνατος ένας τόσο ακριβής «αυτοκαθορισμός» όλων των τάξεων του ρωσικού λαού και των λαών που κατοικούν στη Ρωσία, ο καθορισμός της σχέσης αυτών των τάξεων μεταξύ τους και προς την τσαρική μοναρχία, που εκδηλώθηκε στις 8 μέρες της επανάστασης του Φλεβάρη-Μάρτη 1917. Η οκταήμερη αυτή επανάσταση «παίχτηκε», αν επιτρέπεται να εκφραστούμε έτσι μεταφορικά, με ακρίβεια ύστερα από καμιά δεκαριά γενικές και δευτερεύουσες δοκιμές˙ οι «ηθοποιοί» γνωρίζονταν ανάμεσά τους, ήξεραν τους ρόλους τους, τις θέσεις τους, ήξεραν το περιβάλλον τους απέξω κι ανακατωτά, πέρα για πέρα, μέχρι και τις τελευταίες κάπως σημαντικές αποχρώσεις των πολιτικών κατευθύνσεων και μεθόδων δράσης.

Αν όμως η πρώτη, η μεγάλη επανάσταση του 1905, που οι κύριοι Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ και τα τσιράκια τους την είχαν καταδικάσει σαν «μεγάλη ανταρσία», μας έφερε ύστερα από 12 χρόνια στη «λαμπρή» και «ένδοξη» επανάσταση του 1917, που οι Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ την ανακηρύσσουν «ένδοξη» γιατί τους έδωσε (για την ώρα) την εξουσία, εδώ ήταν αναγκαίος ακόμη ένας μεγάλος, ισχυρός, παντοδύναμος «σκηνοθέτης», που θα ήταν, από το ένα μέρος, σε θέση να επιταχύνει σε τεράστιο βαθμό τη ροή της παγκόσμιας ιστορίας και, από το άλλο, να προκαλέσει παγκόσμιες κρίσεις πρωτοφανέρωτης δύναμης, οικονομικές, πολιτικές, εθνικές και διεθνείς. Εκτός από την ασυνήθιστη επιτάχυνση της παγκόσμιας ιστορίας χρειάστηκαν και ιδιαίτερα απότομες στροφές της, έτσι που σε μια από αυτές τις στροφές να μπορέσει να αναποδογυριστεί μονομιάς το κάρο της πλημμυρισμένης από αίμα και λάσπη μοναρχίας των Ρομάνοφ.

Ο παντοδύναμος αυτός «σκηνοθέτης», ο ισχυρός αυτός επιταχυντής ήταν ο παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος.

Τώρα είναι πια αναμφισβήτητο, ότι αυτός ο πόλεμος είναι παγκόσμιος, γιατί οι Ενωμένες Πολιτείες και η Κίνα έχουν κιόλας μισομπεί σ’ αυτόν σήμερα και θα μπουν ολοκληρωτικά αύριο.

Τώρα είναι πια αναμφισβήτητο ότι ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και από τις δυό πλευρές. Μόνο οι καπιταλιστές και τα τσιράκια τους, οι σοσιαλπατριώτες και οι σοσιαλσοβινιστές –ή για να μιλήσουμε με γνωστά πολιτικά ονόματα της Ρωσίας αντί για γενικούς κριτικούς ορισμούς- μόνο οι Γκουτσκόφ και οι Λβοφ, οι Μιλιουκόφ και οι Σινγκαριόφ, από τη μια μεριά, μόνο οι Γκβόζντιεφ, Πότρεσοφ, Τσχενκέλι, Κερένσκι και Τσχεΐτζε, από την άλλη, μπορούν να αρνούνται ή να κρύβουν αυτό το γεγονός. Τον πόλεμο τον διεξάγουν και η γερμανική, και η αγγλογαλλική αστική τάξη, με την εξαπάτηση και τη διάσπαση των εργατών των διαφόρων χωρών, για την καταλήστευση ξένων χωρών, για το στραγγαλισμό των μικρών λαών, για την παγκόσμια οικονομική κυριαρχία, για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα των αποικιών, για τη σωτηρία του καπιταλιστικού καθεστώτος που χάνεται.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος με αντικειμενική αναγκαιότητα έπρεπε να επιταχύνει εξαιρετικά και να οξύνει σε πρωτοφανέρωτο βαθμό την ταξική πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, έπρεπε να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις εχθρικές τάξεις.

Η μετατροπή αυτή άρχισε με την επανάσταση του Φλεβάρη-Μάρτη 1917, που το πρώτο στάδιό της μας παρουσίασε πρώτα το ταυτόχρονο χτύπημα ενάντια στον τσαρισμό, που το κατάφεραν δυό δυνάμεις: από τη μια μεριά, όλη η αστική και τσιφλικάδικη Ρωσία με όλα τα μη συνειδητά τσιράκια της και με όλους τους συνειδητούς καθοδηγητές της –τους αγγλογάλλους πρεσβευτές και καπιταλιστές- και από την άλλη, το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, που άρχισε να τραβάει με το μέρος του τους στρατιώτες και αγρότες βουλευτές [2].

Τα τρία αυτά πολιτικά στρατόπεδα, οι τρεις αυτές βασικές πολιτικές δυνάμεις: 1. η τσαρική μοναρχία, αρχηγός των φεουδαρχών-τσιφλικάδων, αρχηγός της παλιάς υπαλληλίας και των στρατηγών˙ 2. η αστική τσιφλικάδικη Ρωσία των οκτωβριστών και των καντέτων, που πίσω της σύρθηκαν οι μικροαστοί (κύριοι εκπρόσωποί τους ο Κερένσκι και ο Τσχεΐτζε)˙ 3. το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, που ζητούσε συμμάχους σε όλο το προλεταριάτο και σε όλη τη μάζα του φτωχού πληθυσμού - οι τρεις αυτές βασικές πολιτικές δυνάμεις εμφανίστηκαν εντελώς ξεκάθαρα ακόμη και στις 8 μέρες του «πρώτου σταδίου», ακόμη και για έναν παρατηρητή τόσο απομακρυσμένο από τα γεγονότα και αναγκασμένο να περιοριστεί στα τηλεγραφήματα των εφημερίδων του εξωτερικού, όπως ο συντάκτης αυτών των γραμμών.

Αλλά πριν μιλήσω λεπτομερέστερα γι’ αυτό πρέπει να ξαναγυρίσω σ’ εκείνο το σημείο του γράμματός μου, που είναι αφιερωμένο σ’ έναν παράγοντα πρώτιστης δύναμης –στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Ο πόλεμος έδεσε με σιδερένιες αλυσίδες τη μια με την άλλη τις εμπόλεμες Δυνάμεις, τις εμπόλεμες ομάδες των καπιταλιστών, των «αφεντικών» του καπιταλιστικού καθεστώτος, των δουλοκτητών της καπιταλιστικής δουλείας. Ένα ματωμένο κουβάρι –να τι είναι η κοινωνικοπολιτική ζωή της ιστορικής στιγμής που ζούμε.

Οι σοσιαλιστές που πέρασαν με το μέρος της αστικής τάξης στην αρχή του πολέμου, όλοι αυτοί οι Ντάβιντ και Σάιντεμαν στη Γερμανία, οι Πλεχάνοφ, Πότρεσοφ, Γκβόζντιεφ και Σία στη Ρωσία, ξελαρυγγίζονται φωνάζοντας πολύν καιρό ενάντια στις «αυταπάτες» των επαναστατών, ενάντια στις «αυταπάτες» της Διακήρυξης της Βασιλείας [3], ενάντια στην «ονειροφάρσα» της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο. Εξυμνούσαν σ’ όλους τους τόνους τη δύναμη, τη ζωτικότητα και την ικανότητα προσαρμογής που έδειξε τάχα ο καπιταλισμός –αυτοί που βοηθούσαν τους καπιταλιστές να «προσαρμόζουν», να δαμάζουν, να εξαπατούν και να διασπούν τις εργατικές τάξεις των διάφορων χωρών.

Όμως, «θα γελάσει καλά, όποιος γελάσει τελευταίος». Η αστική τάξη δεν πέτυχε ν’ αναβάλλει για πολύν καιρό την επαναστατική κρίση που γέννησε ο πόλεμος. Η κρίση αυτή αναπτύσσεται με ακατάσχετη δύναμη σ’ όλες τις χώρες, αρχίζοντας από τη Γερμανία που δοκιμάζει, σύμφωνα με την έκφραση ενός παρατηρητή που την επισκέφθηκε πριν λίγο καιρό, «πείνα οργανωμένη με μεγαλοφυΐα», και καταλήγοντας στην Αγγλία και τη Γαλλία, όπου η πείνα πλησιάζει επίσης και όπου η οργάνωση είναι πολύ λιγότερο «μεγαλοφυής».

Είναι φυσικό ότι η επαναστατική κρίση ξέσπασε νωρίτερα από κάθε άλλο μέρος στην τσαρική Ρωσία, όπου υπήρχε η πιο τερατώδης αποδιοργάνωση και το πιο επαναστατικό προλεταριάτο (όχι χάρη στα ιδιαίτερα προσόντα του, μα χάρη στις ζωντανές παραδόσεις του «πέντε»). Την κρίση αυτή την επιτάχυναν μια σειρά πολύ βαριές ήττες που έπαθαν η Ρωσία και οι σύμμαχοί της. Οι ήττες κλόνισαν όλο τον παλιό κυβερνητικό μηχανισμό και όλη την παλιά τάξη πραγμάτων, εξόργισαν ενάντιά της όλες τις τάξεις του πληθυσμού, εξαγρίωσαν το στρατό, εξόντωσαν σε τεράστιο βαθμό τα παλιά διοικητικά της στελέχη, που αποτελούνταν από αρτηριοσκληρωμένους ευγενείς και από εξαιρετικά σάπια υπαλληλία, τα αντικατέστησαν με νεαρούς, φρέσκους, κατεξοχήν αστούς, ραζνοτσίντσι, μικροαστούς. Οι άνθρωποι οι ανοιχτά δουλοπρεπείς μπροστά στην αστική τάξη, ή απλώς χωρίς χαρακτήρα, που φώναζαν και ωρύονταν ενάντια στην «ηττοπάθεια», βρίσκονται τώρα μπροστά στο γεγονός της ιστορικής σύνδεσης ανάμεσα στην ήττα της πιο καθυστερημένης και πιο βάρβαρης μοναρχίας, της τσαρικής μοναρχίας και της έναρξης της επαναστατικής πυρκαγιάς.

Αν όμως οι ήττες στην αρχή του πολέμου έπαιξαν το ρόλο αρνητικού παράγοντα που επιτάχυνε την έκρηξη, ο δεσμός του αγγλογαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου, του αγγλογαλλικού ιμπεριαλισμού με το κεφάλαιο των οκτωβριστών-καντέτων της Ρωσίας ήταν ο παράγοντας που επιτάχυνε αυτή την κρίση με μια άμεση οργάνωση συνωμοσίας ενάντια στον Νικόλαο Ρομάνοφ. 

Αυτή την πλευρά του ζητήματος, την εξαιρετικά σπουδαία, την αποσιωπά για ευνόητους λόγους ο αγγλογαλλικός Τύπος και την υπογραμμίζει χαιρέκακα ο γερμανικός. Εμείς, οι μαρξιστές, πρέπει να αντικρίζουμε νηφάλια την αλήθεια κατάματα, χωρίς να συγχυζόμαστε ούτε από το ψέμα, το επίσημο, υποκριτικό διπλωματικό ψέμα των διπλωματών και των υπουργών της πρώτης εμπόλεμης ομάδας των ιμπεριαλιστών, ούτε από τα κρυφοκοιτάγματα και κρυφοχαχανίσματα των οικονομικών και στρατιωτικών ανταγωνιστών τους της άλλης εμπόλεμης ομάδας. Όλη η πορεία των γεγονότων της επανάστασης του Φλεβάρη-Μάρτη δείχνει ξεκάθαρα ότι οι πρεσβείες της Αγγλίας και της Γαλλίας με τους πράκτορες και τις «επαφές» τους, που από καιρό έκαναν τις πιο απεγνωσμένες προσπάθειες για να εμποδίσουν τις «χωριστές» συμφωνίες και τη χωριστή ειρήνη του Νικολάου Δευτέρου (και τελευταίου, ας ελπίσουμε και θα το επιδιώξουμε) με τον Γουλιέλμο Β΄, οργάνωσαν άμεσα συνωμοσία μαζί με τους οκτωβριστές και τους καντέτους, μαζί με ένα μέρος των στρατηγών και αξιωματικών του στρατού και της φρουράς της Πετρούπολης, ειδικά για την εκθρόνιση του Νικολάου Ρομάνοφ.

Ας μην καλλιεργούμε στον εαυτό μας αυταπάτες. Ας μην πέφτουμε στο λάθος εκείνων που είναι έτοιμοι σήμερα να εξυμνήσουν, σαν μερικούς «οκιστές» ή «μενσεβίκους» [4] που ταλαντεύονται ανάμεσα στον γκβοζντιεφισμό-ποτρεσοφισμό και το διεθνισμό και πολύ συχνά ξεγλιστρούν στο μικροαστικό πασιφισμό –να εξυμνήσουν τη «συμφωνία» του εργατικού κόμματος με τους καντέτους, την «υποστήριξη» των δεύτερων από το πρώτο κτλ. Οι άνθρωποι αυτοί, για χάρη του παλιού τους αποστηθισμένου (και καθόλου μαρξιστικού) δόγματος ρίχνουν πέπλο στη συνωμοσία των αγγλογάλλων ιμπεριαλιστών με τους Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ με σκοπό την εκθρόνιση του «αρχιπαλληκαρά» Νικολάου Ρομάνοφ και την αντικατάστασή του με παλληκαράδες πιο ενεργητικούς, πιο φρέσκους, πιο ικανούς.

Αν η επανάσταση νίκησε τόσο γρήγορα και, φαινομενικά, με την πρώτη επιπόλαιη ματιά, τόσο ριζικά, αυτό έγινε μονάχα γιατί χάρη σε μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιστορική κατάσταση συγχωνεύτηκαν, και συγχωνεύτηκαν εξαιρετικά «αρμονικά», τελείως διαφορετικά ρεύματα, τελείως ετερογενή ταξικά συμφέροντα, διαμετρικά αντίθετες πολιτικές και κοινωνικές τάσεις. Και συγκεκριμένα: η συνωμοσία των αγγλογάλλων ιμπεριαλιστών που έσπρωξαν τον Μιλιουκόφ, τον Γκουτσκόφ και Σία ν’ αρπάξουν την εξουσία με σκοπό τη συνέχιση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, με σκοπό την ακόμη πιο φανατισμένη και πεισματική διεξαγωγή του, με σκοπό τη σφαγή καινούργιων εκατομμυρίων εργατών και αγροτών της Ρωσίας για να πάρουν την Κωνσταντινούπολη… οι Γκουτσκόφ, τη Συρία… οι γάλλοι, τη Μεσοποταμία… οι άγγλοι καπιταλιστές κτλ. Αυτό από το ένα μέρος. Και από το άλλο, ένα βαθύ προλεταριακό και μαζικό λαϊκό (όλος ο φτωχός πληθυσμός των πόλεων και των χωριών) κίνημα επαναστατικού χαρακτήρα για ψωμί, για ειρήνη, για πραγματική ελευθερία.

Θα ήταν απλώς ηλιθιότητα να μιλάει κανείς για «υποστήριξη» από το επαναστατικό προλεταριάτο της Ρωσίας του καντετο-οκτωβριστικού ιμπεριαλισμού που «χρηματοδοτείται» με αγγλικά λεφτουδάκια και είναι εξίσου αποκρουστικός όσο και ο τσαρικός. Οι επαναστάτες εργάτες κατάστρεφαν, κατάστρεψαν κιόλας σε σημαντικό βαθμό και θα καταστρέψουν συθέμελα την απαίσια τσαρική μοναρχία, χωρίς να παρασύρονται από ενθουσιασμούς και χωρίς να συγχύζονται από το ότι σε ορισμένες σύντομες, εξαιρετικές όσον αφορά τη συγκυρία τους ιστορικές στιγμές έρχεται σε βοήθειά τους ο αγώνας των Μπιούκεναν, Γκουτσκόφ, Μιλιουκόφ και Σία για την αντικατάσταση του ενός μονάρχη με άλλον, κατά προτίμηση Ρομάνοφ κι αυτόν! 

Έτσι και μόνο έτσι συνέβηκαν τα πράγματα. Έτσι και μόνο έτσι μπορεί να τα βλέπει ο πολιτικός που δεν φοβάται την αλήθεια, που ζυγίζει νηφάλια το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων στην επανάσταση, που εκτιμά την κάθε «τρέχουσα στιγμή» όχι μονάχα από την άποψη όλης της δοσμένης, σημερινής της πρωτοτυπίας, μα και από την άποψη των πιο βαθιών ελατηρίων, του πιο βαθιού συσχετισμού των συμφερόντων του προλεταριάτου και της αστικής τάξης τόσο στη Ρωσία, όσο και σ’ όλο τον κόσμο.

Οι εργάτες της Πετρούπολης, όπως και οι εργάτες όλης της Ρωσίας, πάλεψαν με αυτοθυσία ενάντια στην τσαρική μοναρχία, για λευτεριά, για γη στους αγρότες, για ειρήνη, ενάντια στο ιμπεριαλιστικό μακελειό. Το αγγλογαλλικό ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο, για να συνεχίσει και να εντείνει αυτό το μακελειό, χάλκευε παλατιανές σκευωρίες, οργάνωνε συνωμοσία με τους αξιωματικούς της φρουράς, υποκινούσε και ενθάρρυνε τους Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ, συγκροτούσε μια εντελώς έτοιμη νέα κυβέρνηση, αυτήν ακριβώς που άρπαξε την εξουσία ύστερα από τα πρώτα κιόλας χτυπήματα που κατάφερε στον τσαρισμό η πάλη του προλεταριάτου.

Η νέα αυτή κυβέρνηση, στην οποία οι οκτωβριστές [5] και οι οπαδοί του Κόμματος της «ειρηνικής ανακαίνισης» [6], οι χθεσινοί συνεργοί του Στολίπιν-Κρεμάλα, οι Λβοφ και Γκουτσκόφ, κατέχουν τα πραγματικά σπουδαία πόστα, τα μαχητικά πόστα, τα αποφασιστικά πόστα, το στρατό και την υπαλληλία –η κυβέρνηση αυτή στην οποία ο Μιλιουκόφ και οι άλλοι καντέτοι [7] είναι περισσότερο για διακόσμηση, για ταμπέλα, για τους μελιστάλακτους καθηγητικούς λόγους και ο «τρουντοβίκος» Κερένσκι παίζει το ρόλο μπαλαλάικας για την εξαπάτηση των εργατών και των αγροτών- η κυβέρνηση αυτή δεν είναι τυχαίο άθροισμα προσώπων.

Αυτοί είναι οι εκπρόσωποι μιας νέας τάξης που ανέβηκε στην πολιτική εξουσία στη Ρωσία, της τάξης των καπιταλιστών τσιφλικάδων και της αστικής τάξης, που από καιρό κυβερνά τη χώρα μας οικονομικά και που, τόσο στην περίοδο της επανάστασης του 1905-1907, όσο και στην περίοδο της αντεπανάστασης του 1907-1914, όσο τέλος –και μάλιστα με ιδιαίτερη ταχύτητα- στην περίοδο του πολέμου 1914-1917 οργανώθηκε πολιτικά εξαιρετικά γρήγορα, παίρνοντας στα χέρια της και την τοπική αυτοδιοίκηση, και τη δημόσια εκπαίδευση, και τα κάθε λογής συνέδρια, και τη Δούμα, και τις Επιτροπές πολεμικής βιομηχανίας [8] κτλ. Η νέα αυτή τάξη βρισκόταν «σχεδόν ολότελα» στην εξουσία το 1917˙ γι’ αυτό και τα πρώτα χτυπήματα ενάντια στον τσαρισμό στάθηκαν αρκετά για να γκρεμιστεί και να αδειάσει τη γωνιά στην αστική τάξη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, απαιτώντας μια απίστευτη ένταση δυνάμεων, επιτάχυνε τόσο την πορεία της ανάπτυξης της καθυστερημένης Ρωσίας, που φτάσαμε «μονομιάς» (στην πραγματικότητα τα φαινομενικά μονομιάς) την Ιταλία, την Αγγλία και σχεδόν τη Γαλλία, αποκτήσαμε μια «εθνική» (δηλαδή προσαρμοσμένη στη διεξαγωγή του ιμπεριαλιστικού μακελειού και στην εξαπάτηση του λαού) «κοινοβουλευτική» κυβέρνηση «συνασπισμού».

Δίπλα σ’ αυτή την κυβέρνηση –που από την άποψη του σημερινού πολέμου είναι ουσιαστικά απλός εντολοδόχος των «οίκων»: «Αγγλία και Γαλλία» που διαθέτουν δισεκατομμύρια- ξεπετάχτηκε η κύρια, η ανεπίσημη, η υπανάπτυκτη ακόμη, η σχετικά αδύνατη εργατική κυβέρνηση, που εκφράζει τα συμφέροντα του προλεταριάτου και όλου του φτωχού τμήματος του αστικού και αγροτικού πληθυσμού. Η κυβέρνηση αυτή είναι το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών στην Πετρούπολη, που επιζητεί σύνδεση με τους στρατιώτες και τους αγρότες, καθώς και με τους εργάτες γης, και φυσικά μ’ αυτούς ιδιαίτερα, κατά κύριο λόγο, περισσότερο απ’ ό,τι με τους αγρότες.

Αυτή είναι η πραγματική πολιτική κατάσταση, την οποία πρέπει πριν απ’ όλα να προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενική ακρίβεια, για να στηρίξουμε τη μαρξιστική τακτική πάνω στο μοναδικά στέρεο θεμέλιο που πάνω του πρέπει να στηρίζεται, στο θεμέλιο των γεγονότων.

Η τσαρική μοναρχία τσακίστηκε, μα δεν εξολοθρεύτηκε.

Η αστική κυβέρνηση των οκτωβριστών-καντέτων, που θέλει να φέρει «ως το τέλος» τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και που στην πραγματικότητα είναι εντολοδόχος του χρηματιστικού οίκου «Αγγλία και Γαλλία», είναι αναγκασμένη να υπόσχεται στο λαό το ανώτατο όριο ελευθερίας και ελεημοσύνης, που συμβιβάζεται με τη διατήρηση της εξουσίας αυτής της κυβέρνησης πάνω στο λαό και με τη δυνατότητα συνέχισης του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, οργάνωση των εργατών, έμβρυο της εργατικής κυβέρνησης, εκπρόσωπος των συμφερόντων όλων των φτωχών μαζών του πληθυσμού, δηλαδή των 9/10 του πληθυσμού, διεκδικεί ειρήνη, ψωμί, ελευθερία.

Η πάλη των τριών αυτών δυνάμεων καθορίζει την κατάσταση που δημιουργήθηκε σήμερα και που αποτελεί πέρασμα από το πρώτο στο δεύτερο στάδιο της επανάστασης.

Η αντίθεση ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη δύναμη δεν είναι βαθιά, είναι προσωρινή, έχει προκληθεί μόνο από τη συγκυρία της στιγμής, από την απότομη στροφή των γεγονότων στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ολόκληρη η νέα κυβέρνηση αποτελείται από μοναρχικούς, γιατί ο δημοκρατισμός του Κερένσκι, δημοκρατισμός στα λόγια, απλούστατα δεν είναι σοβαρός, είναι ανάξιος ενός πολιτικού άνδρα, και αντικειμενικά είναι πολιτικαντισμός. Η νέα κυβέρνηση δεν πρόφτασε να αποτελειώσει την τσαρική μοναρχία και άρχισε ήδη να έρχεται σε συναλλαγές με τη δυναστεία των τσιφλικάδων Ρομάνοφ. Η αστική τάξη τύπου οκτωβριστών-καντέτων έχει ανάγκη από τη μοναρχία, σαν αρχηγό της γραφειοκρατίας και του στρατού για την περιφρούρηση των προνομίων του κεφαλαίου ενάντια στους εργαζόμενους.

Όποιος λέει ότι οι εργάτες πρέπει να υποστηρίξουν τη νέα κυβέρνηση προς το συμφέρον της πάλης ενάντια στην αντίδραση του τσαρισμού (κι αυτό λένε, όπως φαίνεται, οι Πότρεσοφ, Γκβόζντιεφ και Τσχενκέλι, όπως επίσης και ο Τσχεΐτζε παρ΄ όλες τις υπεκφυγές του), αυτός είναι προδότης των εργατών, προδότης της υπόθεσης του προλεταριάτου, της υπόθεσης της ειρήνης και της ελευθερίας. Γιατί στην πράξη ακριβώς αυτή η νέα κυβέρνηση είναι ήδη δεμένη χειροπόδαρα από το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο, από την ιμπεριαλιστική πολεμική, ληστρική πολιτική, άρχισε ήδη συναλλαγές (χωρίς να ρωτάει το λαό!) με τη δυναστεία, δουλεύει ήδη για την παλινόρθωση της τσαρικής μοναρχίας, προσκαλεί ήδη σαν υποψήφιο νέο τσαρίσκο τον Μιχαήλ Ρομάνοφ, φροντίζει ήδη για τη στερέωση του θρόνου του, για την αντικατάσταση της έννομης μοναρχίας (νόμιμης, που στηρίζεται στον παλιό νόμο) με μια μοναρχία βοναπαρτική, δημοψηφιστική (που θα στηρίζεται σε μια νοθευμένη λαϊκή ψηφοφορία).

Όχι, για την πραγματική πάλη ενάντια στην τσαρική μοναρχία, για την πραγματική εξασφάλιση της λευτεριάς, όχι μονάχα στα λόγια, ούτε με τις υποσχέσεις των ωραιολόγων Μιλιουκόφ και Κερένσκι, δεν πρέπει οι εργάτες να υποστηρίξουν τη νέα κυβέρνηση, αλλά η κυβέρνηση πρέπει να «υποστηρίξει» τους εργάτες! Γιατί η μοναδική εγγύηση της ελευθερίας και της ολοκληρωτικής καταστροφής του τσαρισμού είναι ο εξοπλισμός του προλεταριάτου, η στερέωση, η εύρυνση και η ανάπτυξη του ρόλου, της σημασίας και της δύναμης των Σοβιέτ των εργατών βουλευτών.

Όλα τα άλλα είναι λόγια και ψευτιές, αυτοεξαπάτηση των πολιτικάντηδων του φιλελεύθερου και ριζοσπαστικού στρατοπέδου, αγύρτικα τεχνάσματα.

Βοηθείστε τον εξοπλισμό των εργατών ή τουλάχιστο μη τον εμποδίζετε –και η ελευθερία στη Ρωσία θα είναι ακατανίκητη, η μοναρχία απαλινόρθωτη, η δημοκρατία εξασφαλισμένη.

Διαφορετικά οι Γκουτσκόφ και οι Μιλιουκόφ θα παλινορθώσουν τη μοναρχία και δεν θα πραγματοποιήσουν καμιά, μα καμιά απολύτως από τις «ελευθερίες» που υποσχέθηκαν. Με υποσχέσεις «έτρεφαν» το λαό και εξαπατούσαν τους εργάτες όλοι οι αστοί πολιτικάντηδες σε όλες τις αστικές επαναστάσεις.

Η επανάστασή μας είναι αστική, γι’ αυτό οι εργάτες πρέπει να υποστηρίξουν την αστική τάξη –λένε οι Πότρεσοφ, οι Γκβόζντιεφ, οι Τσχεΐτζε, όπως έλεγε χθες ο Πλεχάνοφ.

Η επανάστασή μας είναι αστική –λέμε εμείς, οι μαρξιστές- γι’ αυτό οι εργάτες πρέπει να ανοίγουν τα μάτια του λαού για να βλέπει την απάτη των αστών πολιτικάντηδων, να τον μαθαίνουν να μην πιστεύει στα λόγια, να βασίζεται μονάχα στις δικές του δυνάμεις, στη δική του οργάνωση, στη δική του ένωση, στο δικό του εξοπλισμό.

Η κυβέρνηση των οκτωβριστών και των καντέτων, των Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ, δεν μπορεί –ακόμη κι αν το ήθελε αυτό ειλικρινά (στην ειλικρίνεια του Γκουτσκόφ και του Λβοφ μπορούν να πιστεύουν μόνο τα νήπια)- δεν μπορεί να δώσει στο λαό ούτε ειρήνη, ούτε ψωμί, ούτε ελευθερία.

Ειρήνη –γιατί είναι κυβέρνηση πολέμου, κυβέρνηση συνέχισης της ιμπεριαλιστικής σφαγής, κυβέρνηση ληστείας, που θέλει να ληστέψει την Αρμενία, τη Γαλικία, την Τουρκία, να αποσπάσει την Κωνσταντινούπολη, να ξανακατακτήσει την Πολωνία, την Κουρλανδία, την περιοχή της Λιθουανίας κτλ. Η κυβέρνηση αυτή είναι δεμένη χειροπόδαρα από το αγγλογαλλικό ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο. Το ρωσικό κεφάλαιο είναι υποκατάστημα ενός παγκόσμιου «οίκου» που διαχειρίζεται εκατοντάδες δισεκατομμύρια ρούβλια και που ονομάζεται: «Αγγλία και Γαλλία».

Ψωμί –γιατί είναι αστική κυβέρνηση. Στην καλύτερη περίπτωση θα δώσει στο λαό, όπως έδωσε η Γερμανία, «πείνα οργανωμένη με μεγαλοφυΐα». Ο λαός όμως δεν θέλει να υφίσταται την πείνα. Ο λαός θα μάθει, και ασφαλώς θα μάθει γρήγορα, ότι υπάρχει ψωμί και ότι μπορεί να το πάρει, όχι όμως με άλλο τρόπο, παρά με μέτρα που δεν υποκλίνονται μπροστά στην ιερότητα του κεφαλαίου και της γαιοκτησίας.

Ελευθερία –γιατί είναι κυβέρνηση τσιφλικάδικη-καπιταλιστική, που φοβάται το λαό και άρχισε ήδη συναλλαγές με τη δυναστεία των Ρομάνοφ.

Για τα καθήκοντα τακτικής της άμεσης στάσης μας απέναντι σ’ αυτή την κυβέρνηση θα μιλήσουμε σε άλλο άρθρο. Εκεί θα δείξουμε που βρίσκεται η ιδιομορφία της τρέχουσας στιγμής –του περάσματος από το πρώτο στάδιο της επανάστασης στο δεύτερο, γιατί το σύνθημα, το «καθήκον της ημέρας», τούτη τη στιγμή πρέπει να είναι: εργάτες δείξατε θαύματα προλεταριακού, λαϊκού ηρωισμού στον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στον τσαρισμό, πρέπει να δείξετε θαύματα προλεταριακής και παλλαϊκής οργάνωσης για να προετοιμάσετε τη νίκη σας στο δεύτερο στάδιο της επανάστασης.

Περιοριζόμενοι τώρα στην ανάλυση της ταξικής πάλης και του συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων στο σημερινό στάδιο της επανάστασης, πρέπει να βάλουμε ακόμη την ερώτηση: ποιοι είναι οι σύμμαχοι του προλεταριάτου στη σημερινή επανάσταση; 

Το προλεταριάτο έχει δυό συμμάχους: πρώτο, την πλατιά μάζα του μισοπρολεταριακού και εν μέρει του μικροαγροτικού πληθυσμού της Ρωσίας, που αριθμεί πολλές δεκάδες εκατομμύρια και αποτελεί την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού. Γι’ αυτή τη μάζα είναι αναγκαία η ειρήνη, το ψωμί, η ελευθερία, η γη. Η μάζα αυτή θα βρίσκεται αναπόφευκτα κάτω από μιαν ορισμένη επίδραση της αστικής τάξης και ιδιαίτερα της μικροαστικής τάξης που μ’ αυτή συγγενεύει περισσότερο από την άποψη των συνθηκών της ζωής της και θα ταλαντεύεται ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Τα σκληρά διδάγματα του πολέμου που θα γίνονται τόσο πιο σκληρά, όσο πιο ενεργητικά θα διεξάγουν τον πόλεμο οι Γκουτσκόφ, Λβοφ, Μιλιουκόφ και Σία, θα σπρώχνουν αναπόφευκτα τη μάζα αυτή προς το προλεταριάτο, αναγκάζοντάς την να το ακολουθήσει. Τη μάζα αυτή πρέπει τώρα, εκμεταλλευόμενοι τη σχετική ελευθερία του νέου καθεστώτος και τα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, να προσπαθούμε πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να τη διαφωτίσουμε και να την οργανώσουμε. Σοβιέτ αγροτών βουλευτών, Σοβιέτ εργατών γης –να ένα από τα πιο σοβαρά καθήκοντα. Η επιδίωξή μας εδώ θα είναι όχι μονάχα οι εργάτες γης να αναδείχνουν δικά τους ξεχωριστά Σοβιέτ, μα και οι άποροι και φτωχοί αγρότες να οργανώνονται ξεχωριστά από τους εύπορους αγρότες. Για τα ιδιαίτερα καθήκοντα και τις ιδιαίτερες μορφές οργάνωσης, που είναι σήμερα ζωτικά απαραίτητη, θα μιλήσουμε στο επόμενο γράμμα.

Δεύτερο, σύμμαχος του ρωσικού προλεταριάτου είναι το προλεταριάτο όλων των εμπόλεμων και όλων γενικά των χωρών. Σήμερα το συνθλίβει σε σημαντικό βαθμό ο πόλεμος, και στ’ όνομά του μιλούνε πολύ συχνά οι σοσιαλσοβινιστές, που και στην Ευρώπη πέρασαν με το μέρος της αστικής τάξης, όπως πέρασαν ο Πλεχάνοφ, ο Γκβόζντιεφ, ο Πότρεσοφ στη Ρωσία. Η απαλλαγή όμως του προλεταριάτου από την επιρροή τους προχωρούσε κάθε μήνα ιμπεριαλιστικού πολέμου, και η ρωσική επανάσταση θα επιταχύνει αναπόφευκτα το προτσές αυτό σε τεράστιες διαστάσεις.

Μ’ αυτούς τους δυό συμμάχους το προλεταριάτο μπορεί να τραβήξει και θα τραβήξει, εκμεταλλευόμενο τις ιδιομορφίες της σημερινής μεταβατικής στιγμής, πρώτα στην κατάχτηση της λαοκρατικής δημοκρατίας και της πλήρους νίκης των αγροτών πάνω στους τσιφλικάδες, αντί τη μισομοναρχία των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ, κι ύστερα προς το σοσιαλισμό, που μόνος αυτός θα δώσει στους κατατυραννισμένους από τον πόλεμο λαούς ειρήνη, ψωμί και ελευθερία.

Ν. Λένιν

Γράφτηκε στις 7 (20) του Μάρτη 1917


Δημοσιεύτηκε σε περίληψη στις 21 και 22
      του Μάρτη 1917 στην εφημερίδα
       «Πράβντα», αρ. φύλ. 14 και 15
                         Δημοσιεύεται σύμφωνα με το
δακτυλογραφημένο αντίγραφο που
                        παραβλήθηκε με το κείμενο της
                          εφημερίδας «Πράβντα»
Πρωτοδημοσιεύτηκε ολόκληρο το 1949
      στην 4η έκδοση των Απάντων
         του Β. Ι. Λένιν, τόμ. 23ος

__________




Γράμματα από μακριά

Γράμμα 2

Η νέα κυβέρνηση και το προλεταριάτο

Το κύριο ντοκουμέντο που διαθέτω ως τα σήμερα (8 (21) του Μάρτη) είναι το φύλλο της 16/ΙΙΙ της συντηρητικότατης και αστικότατης αγγλικής εφημερίδας «Times» («Τάιμς») [9], που δημοσιεύει ανασκόπηση των γεγονότων της ρωσικής επανάστασης. Είναι φανερό πως θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς μια πηγή πιο ευνοϊκά –εκφραζόμενοι ήπια- διατεθειμένη προς την κυβέρνηση των Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ.

Ο ανταποκριτής αυτής της εφημερίδας πληροφορεί από την Πετρούπολη την Τετάρτη 1 (14) του Μάρτη, τότε που υπήρχε ακόμη μόνο η πρώτη Προσωρινή κυβέρνηση, δηλ. η 13μελής Εκτελεστική Επιτροπή της Δούμας, μ’ επικεφαλής τον Ροντζιάνκο και με δυό, σύμφωνα με την έκφραση της εφημερίδας, «σοσιαλιστές» ανάμεσα στα μέλη της [10], τον Κερένσκι και τον Τσχεΐτζε –τα παρακάτω:

«Ομάδα από 22 εκλεγμένα μέλη του Κρατικού Συμβουλίου, οι Γκουτσκόφ, Σταχόβιτς, Τρουμπετσκόι, καθηγητής Βασίλιεφ, Γκριμμ, Βερνάντσκι κ.α., απηύθυναν χθες τηλεγράφημα στον τσάρο», εκλιπαρώντας τον για τη σωτηρία της δυναστείας κτλ κτλ να συγκαλέσει τη Δούμα και να ορίσει έναν αρχηγό της κυβέρνησης που να απολαμβάνει της «εμπιστοσύνης του έθνους». «Ποια θα είναι η απόφαση του αυτοκράτορα, που πρέπει να φτάσει σήμερα, δεν είναι ακόμη γνωστό αυτή τη στιγμή –γράφει ο ανταποκριτής- ένα πράγμα όμως είναι τελείως αναμφισβήτητο: αν η αυτού μεγαλειότης δεν ικανοποιήσει αμέσως την επιθυμία των πιο μετριοπαθών στοιχείων από τους νομιμόφρονες υπηκόους του, τότε την επιρροή που διαθέτει σήμερα η Προσωρινή Επιτροπή της Κρατικής δούμας θα την κερδίσουν ολοκληρωτικά οι σοσιαλιστές, που θέλουν την εγκαθίδρυση δημοκρατίας, μα που δεν είναι σε θέση να σχηματίσουν κανενός είδους νοικοκυρεμένη κυβέρνηση και θα έριχναν αναπόφευκτα τη χώρα εσωτερικά στην αναρχία και εξωτερικά στην καταστροφή…».

Πόση κρατική σοφία και σαφήνεια υπάρχει εδώ, δεν είναι έτσι; Πόσο καλά καταλαβαίνει ο άγγλος ομοϊδεάτης (αν όχι καθοδηγητής) των Γκουτσκόφ και των Μιλιουκόφ το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων και συμφερόντων! «Τα πιο μετριοπαθή στοιχεία από τους νομιμόφρονες υπηκόους», δηλ. οι μοναρχικοί τσιφλικάδες και καπιταλιστές, επιθυμούν να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, μια και καταλαβαίνουν θαυμάσια ότι διαφορετικά την «επιρροή» θα την κερδίσουν οι «σοσιαλιστές». Αλλά γιατί ακριβώς οι «σοσιαλιστές» κι όχι κάποιος άλλος; Επειδή ο άγγλος γκουτσκοφικός βλέπει πολύ καλά ότι στον πολιτικό στίβο δεν υπάρχει και ούτε μπορεί να υπάρχει καμιά άλλη κοινωνική δύναμη. Την επανάσταση την έκανε το προλεταριάτο, αυτό έδειξε ηρωισμό, αυτό έχυσε το αίμα του, αυτό τράβηξε μαζί του τις πιο πλατιές μάζες του εργαζόμενου και φτωχού πληθυσμού, αυτό απαιτεί ψωμί, ειρήνη και ελευθερία, αυτό απαιτεί δημοκρατία, αυτό επιθυμεί το σοσιαλισμό. Ενώ η χούφτα των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, με επικεφαλής τους Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ, επιθυμεί να ξεγελάσει τη θέληση ή την τάση της τεράστιας πλειοψηφίας, να έλθει σε συναλλαγή με τη μοναρχία που πέφτει, να τη στηρίξει, να τη σώσει: διορίστε τον Λβοφ και τον Γκοτσκόφ, Μεγαλειότατε, και μεις θα είμαστε με τη μοναρχία και ενάντια στο λαό. Να όλο το νόημα, όλη η ουσία της πολιτικής της νέας κυβέρνησης!

Και πώς να δικαιολογήσουμε την εξαπάτηση του λαού, τον εμπαιγμό του, την παραβίαση της θέλησης της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού;

Γι’ αυτό πρέπει να τον κατασυκοφαντήσουμε –παλιά, μα αιώνια νέα μέθοδος της αστικής τάξης. Και ο άγγλος γκουτσκοφικός συκοφαντεί, βρίζει, φτύνει και αφρίζει: «αναρχία εσωτερικά, καταστροφή εξωτερικά», «καμιά νοικοκυρεμένη κυβέρνηση»!!

Δεν είναι αλήθεια, αξιότιμε γκουτσκοφικέ! Οι εργάτες θέλουν δημοκρατία, και η δημοκρατία είναι πολύ πιο «νοικοκυρεμένη» κυβέρνηση απ’ τη μοναρχία. Τι εγγύηση έχει ο λαός ότι ο δεύτερος Ρομάνοφ δεν θα αποκτήσει έναν δεύτερο Ρασπούτιν; Την καταστροφή τη φέρνει ακριβώς η συνέχιση του πολέμου, δηλ. ακριβώς η νέα κυβέρνηση. Μόνο η προλεταριακή δημοκρατία που την υποστηρίζουν οι εργάτες γης και η πιο φτωχή μερίδα των αγροτών και του πληθυσμού της πόλης, μπορεί να εξασφαλίσει την ειρήνη, να δώσει ψωμί, τάξη, ελευθερία.

Οι κραυγές ενάντια στην αναρχία καλύπτουν μόνο τα ιδιοτελή συμφέροντα των καπιταλιστών, που θέλουν να θησαυρίζουν από τον πόλεμο και τα πολεμικά δάνεια, που θέλουν να παλινορθώσουν τη μοναρχία ενάντια στο λαό.

«… Χθες –συνεχίζει ο ανταποκριτής- το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εξέδωσε μια έκκληση με το πιο ανατρεπτικό περιεχόμενο, και την έκκληση αυτή την κυκλοφόρησαν σ’ ολόκληρη την πόλη. Αυτοί» (δηλ. το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα) («είναι καθαροί δογματιστές, η δύναμή τους όμως να κάνουν κακό, σε καιρούς σαν τους σημερινούς, είναι τεράστια. Ο κ. Κερένσκι και ο κ. Τσχεΐτζε που καταλαβαίνουν πως χωρίς την υποστήριξη των αξιωματικών και των πιο μετριοπαθών στοιχείων του λαού δεν μπορούν να ελπίζουν σε αποφυγή της αναρχίας, είναι αναγκασμένοι να υπολογίζουν τους λιγότερο συνετούς συντρόφους τους, τους οποίους σπρώχνουν απαρατήρητα να παίρνουν τέτοια θέση, που περιπλέκει το έργο της Προσωρινής επιτροπής…»

Ω, μεγάλε άγγλε διπλωμάτη –γκουτσκοφικέ! Πόσο «ασύνετα» αφήσατε να σας ξεφύγει η αλήθεια!

«Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα» και οι «λιγότερο συνετοί σύντροφοι», που «ο Κερένσκι και ο Τσχεΐτζε είναι αναγκασμένοι να τους υπολογίζουν», είναι ολοφάνερα η Κεντρική Επιτροπή ή η Επιτροπή Πετρούπολης του Κόμματός μας, η οποία ανασυγκροτήθηκε με τη συνδιάσκεψη του Γενάρη 1912 [11], οι ίδιοι εκείνοι «μπολσεβίκοι», που οι αστοί τους βρίζουν πάντα, αποκαλώντας τους «δογματιστές», γιατί παραμένουν πιστοί στο «δόγμα», δηλ. στις βάσεις, στις αρχές, στη διδασκαλία, στους σκοπούς του σοσιαλισμού. Είναι ολοφάνερο πως ο άγγλος γκουτσκοφικός βρίζει, αποκαλώντας ανατρεπτική και δογματική την έκκληση [12] και τη στάση του Κόμματός μας, γιατί καλούν στην πάλη για δημοκρατία, για ειρήνη, για πλήρη συντριβή της τσαρικής μοναρχίας, για ψωμί στο λαό.

Ψωμί στο λαό και ειρήνη σημαίνουν ανταρσία, ενώ υπουργικοί θώκοι για τον Γκουτσκόφ και τον Μιλιουκόφ σημαίνουν «τάξη». Παλιό γνωστό τροπάριο!

Ποια είναι λοιπόν η τακτική του Κερένσκι και του Τσχεΐτζε, σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του άγγλου γκουτσκοφικού;

Ταλαντευόμενη: από τη μια μεριά, ο γκουτσκοφικός τούς παινεύει, αυτοί «καταλαβαίνουν», λέει, (φρόνιμα αγοράκια! Έξυπνα!) ότι χωρίς την «υποστήριξη» των αξιωματικών και των πιο μετριοπαθών στοιχείων δεν είναι δυνατό να αποφύγουν την αναρχία (και εμείς πιστεύαμε ως τώρα και εξακολουθούμε να πιστεύουμε, σύμφωνα με το δόγμα μας, τη διδασκαλία μας του σοσιαλισμού, πως ίσα-ίσα οι καπιταλιστές είναι που φέρνουν στην ανθρώπινη κοινωνία την αναρχία και τους πολέμους, πως μόνο το πέρασμα όλης της πολιτικής εξουσίας στο προλεταριάτο και στο φτωχό λαό μπορεί να μας απαλλάξει από τους πολέμους, από την αναρχία, από την πείνα!) - - - Από την άλλη μεριά, αυτοί, λέει, «είναι αναγκασμένοι να υπολογίζουν» «τους λιγότερο συνετούς συντρόφους τους», δηλ. τους μπολσεβίκους, το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας, που ανασυγκροτήθηκε και ενώθηκε από την Κεντρική Επιτροπή.

Και ποια είναι η δύναμη που «αναγκάζει» τον Κερένσκι και τον Τσχεΐτζε «να υπολογίζουν» το Μπολσεβίκικο κόμμα, που ποτέ δεν ανήκαν σ’ αυτό, που είτε οι ίδιοι, είτε οι λόγιοι εκπρόσωποί τους («σοσιαλιστές-επαναστάτες», «λαϊκοί σοσιαλιστές» [13], «μενσεβίκοι-οκιστές» κτλ) το έβριζαν πάντα, το κατέκριναν, το αποκαλούσαν μηδαμινό, παράνομο όμιλο, αίρεση δογματιστών κτλ; Πού και πότε ακούστηκε, σε επαναστατική περίοδο δράσης πρώτα απ’ όλα των μαζών, πολιτικοί, που δεν τα έχουν χαμένα, «να υπολογίζουν» τους «δογματιστές»;;

Τα μπέρδεψε ο καημένος ο άγγλος γκουτσκοφικός μας, δεν μπόρεσε να βρει άκρη, δεν τα κατάφερε ούτε να πει όλο ψευτιές, ούτε να πει όλη την αλήθεια, και μόνο αυτοαποκαλύφθηκε.

Ο Κερένσκι και ο Τσχεΐτζε αναγκάστηκαν να υπολογίζουν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Κεντρικής Επιτροπής λόγω της επιρροής του στο προλεταριάτο, στις μάζες. Το Κόμμα μας βρέθηκε μαζί με τις μάζες, με το επαναστατικό προλεταριάτο, παρά τη σύλληψη και την εξορία των βουλευτών μας στη Σιβηρία από το 1914 ακόμη, παρά τις λυσσαλέες διώξεις και συλλήψεις που είχε υποστεί η Επιτροπή Πετρούπολης για την παράνομη δουλειά της στη διάρκεια του πολέμου ενάντια στον πόλεμο και ενάντια στον τσαρισμό.

«Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα», λέει μια αγγλική παροιμία. Επιτρέψτε μας να σας θυμίσουμε, αξιότιμε άγγλε γκουτσκοφικέ! Το γεγονός της καθοδήγησης, ή τουλάχιστο της γεμάτης αυταπάρνηση βοήθειας του Κόμματός μας στους εργάτες της Πετρούπολης στις μεγάλες μέρες της επανάστασης, αναγκάστηκε να το αναγνωρίσει και ο «ίδιος» ο άγγλος γκουτσκοφικός. Όπως επίσης αναγκάστηκε να αναγνωρίσει και το γεγονός των ταλαντεύσεων του Κερένσκι και του Τσχεΐτζε ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Οι γκβοζντιεφικοί, οι «αμυνίτες», δηλ. οι σοσιαλσοβινιστές, δηλ. οι συνήγοροι του ιμπεριαλιστικού, ληστρικού πολέμου ακολουθούν τώρα ολοκληρωτικά την αστική τάξη, ο Κερένσκι, μπαίνοντας στην κυβέρνηση, δηλ. στη δεύτερη Προσωρινή κυβέρνηση, πέρασε επίσης ολοκληρωτικά με το μέρος της, ο Τσχεΐτζε δεν πήγε, έμεινε ταλαντευόμενος ανάμεσα στην Προσωρινή κυβέρνηση της αστικής τάξης, τους Γκουτσκόφ και τους Μιλιουκόφ και στην «Προσωρινή κυβέρνηση» του προλεταριάτου και των φτωχών μαζών του λαού, στο Σοβιέτ των εργατών βουλευτών και στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας, το ενωμένο από την Κεντρική Επιτροπή.

Η επανάσταση επιβεβαίωσε, συνεπώς, τα όσα εμείς υποστηρίζουμε ιδιαίτερα επίμονα, καλώντας τους εργάτες να νιώσουν καλά την ταξική διαφορά ανάμεσα στα κυριότερα κόμματα και τα κυριότερα ρεύματα στο εργατικό κίνημα και στη μικροαστική τάξη –εκείνο που λ.χ. γράφαμε στη «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» [14] της Γενεύης, αρ. φύλ. 47, εδώ κι ενάμιση σχεδόν χρόνο, στις 13 του Οκτώβρη 1915:

«Εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι επιτρέπεται η συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατών σε Προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση μαζί με τη δημοκρατική μικροαστική τάξη,  ό χ ι  όμως και με τους επαναστάτες-σωβινιστές. Επαναστάτες-σωβινιστές θεωρούμε εκείνους που θέλουν τη νίκη ενάντια στον τσαρισμό για τη νίκη ενάντια στη Γερμανία –για την καταλήστευση άλλων χωρών,- για τη στερέωση της κυριαρχίας των μεγαλορώσων πάνω στους άλλους λαούς της Ρωσίας κτλ. Βάση του επαναστατικού σοβινισμού είναι η ταξική θέση της μικροαστικής τάξης, που πάντοτε ταλαντεύεται ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Τώρα ταλαντεύεται ανάμεσα στο σωβινισμό (που την εμποδίζει να είναι με συνέπεια επαναστατική ακόμη και με την έννοια της δημοκρατικής επανάστασης) και στον προλεταριακό διεθνισμό. Πολιτικοί εκφραστές αυτής της μικροαστικής τάξης στη Ρωσία είναι στη δοσμένη στιγμή οι τρουντοβίκοι [15], οι σοσιαλιστές-επαναστάτες, το περιοδικό «Νάσα Ζαριά» (τώρα «Ντιέλο») [16], η ομάδα Τσχεΐτζε [17], η ΟΕ, ο κ. Πλεχάνοφ και οι όμοιοί τους. Αν στη Ρωσία νικούσαν οι επαναστάτες-σοβινιστές, εμείς θα ήμασταν ενάντια στην άμυνα της «πατρίδας» τους στο δοσμένο πόλεμο. Το σύνθημά μας είναι: ενάντια στους σοβινιστές, έστω κι αν είναι επαναστάτες και δημοκράτες, ενάντια σ’ αυτούς και υπέρ της συμμαχίας του διεθνούς προλεταριάτου για τη σοσιαλιστική επανάσταση»

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στον άγγλο γκουτσκοφικό.

«… Η Προσωρινή Επιτροπή της κρατικής δούμας –συνεχίζει,- υπολογίζοντας τους κινδύνους που αντιμετωπίζει, απόφυγε σκόπιμα να πραγματοποιήσει το αρχικό της σχέδιο να συλλάβει τους υπουργούς, παρ’ όλο που αυτό θα μπορούσε να γίνει χθες με ελάχιστες δυσκολίες. Έτσι η πόρτα για διαπραγματεύσεις έμεινε ανοιχτή, και χάρη σ’ αυτό εμείς» («εμείς» = το αγγλικό χρηματιστικό κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός) «μπορούμε ν’ απολαύσουμε όλα τα πλεονεκτήματα του νέου καθεστώτος, χωρίς να περάσουμε από τη φρικτή δοκιμασία της Κομμούνας και την αναρχία του εμφυλίου πολέμου…»

Οι γκουτσκοφικοί ήταν υπέρ του εμφυλίου πολέμου προς όφελός τους, μα είναι ενάντια στον εμφύλιο πόλεμο προς όφελος του λαού, δηλ. της πραγματικής πλειοψηφίας των εργαζομένων.

«… Οι σχέσεις ανάμεσα στην Προσωρινή Επιτροπή της Δούμας που εκπροσωπεί όλο το έθνος» (κι αυτή είναι η Επιτροπή της τέταρτης Δούμας, της τσιφλικάδικης και καπιταλιστικής!) «και στο Σοβιέτ των εργατών βουλευτών που εκπροσωπεί καθαρά ταξικά συμφέροντα» (γλώσσα διπλωμάτη που έχει μισοακούσει μερικές επιστημονικές εκφράσεις και που θέλει να κρύψει ότι το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών εκπροσωπεί το προλεταριάτο και τη φτωχολογιά, δηλ. τα 9/10 του πληθυσμού), «μα που σε περίοδο κρίσης, σαν τη σημερινή, έχει τεράστια εξουσία, προκάλεσαν αρκετούς φόβους στους λογικούς ανθρώπους, που προβλέπουν τη δυνατότητα σύγκρουσης ανάμεσα στην πρώτη και στο δεύτερο, σύγκρουση που τα αποτελέσματά της μπορεί να είναι πολύ φοβερά.

Ευτυχώς ο κίνδυνος αυτός αποφεύχθηκε –τουλάχιστον για την ώρα» (σημειώστε το αυτό το «τουλάχιστον»!) «χάρη στην επιρροή του κ. Κερένσκι, ενός νεαρού δικηγόρου με μεγάλες ρητορικές ικανότητες, που καταλαβαίνει ξεκάθαρα» (σε διάκριση από τον Τσχεΐτζε που επίσης «καταλάβαινε», αλλά κατά τη γνώμη του γκουτσκοφικού, φαίνεται, λιγότερο ξεκάθαρα;) «την ανάγκη της κοινής δράσης με την Επιτροπή, για τα συμφέροντα των εκλογέων του που ανήκουν στην εργατική τάξη» (δηλ. για να έχει τις ψήφους των εργατών, να ερωτοτροπεί μαζί τους). «Μια ικανοποιητική συμφωνία [18] κλείστηκε σήμερα (Τετάρτη, 1 (14) του Μάρτη), χάρη στην οποία θα αποφευχθεί κάθε περιττή προστριβή.

Τι συμφωνία είναι αυτή, αν έγινε με όλο το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, ποιοι είναι οι όροι της, αυτό δεν το ξέρουμε. Το κύριο ο άγγλος γκουτσκοφικός αυτή τη φορά το αποσιώπησε εντελώς. Πολύ φυσικό! Την αστική τάξη δεν τη συμφέρει οι όροι αυτοί να είναι ξεκάθαροι, ακριβείς, γνωστοί σε όλους, γιατί τότε θα της είναι πιο δύσκολο να τους παραβιάσει!

* * *

Οι παραπάνω γραμμές είχαν κιόλας γραφτεί, όταν διάβασα δυό πολύ σπουδαίες ειδήσεις. Πρώτο, στην παρισινή συντηρητικότατη και αστικότατη εφημερίδα «Le Temps» («Ο Χρόνος») [19] της 20/ΙΙΙ το κείμενο της έκκλησης του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών για «υποστήριξη» της νέας κυβέρνησης [20], και δεύτερο, αποσπάσματα από το λόγο του Σκόμπελιεφ της 1 (14) του Μάρτη στην Κρατική δούμα που αναδημοσίευσε μια εφημερίδα της Ζυρίχης (η «Neue Zürcher Zeitung», 1 Mit.-bl., της 21/ΙΙΙ) από μια εφημερίδα του Βερολίνου (της «National-Zeitung») [21].

Η έκκληση του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, αν το κείμενό της δεν έχει διαστρεβλωθεί από τους γάλλους ιμπεριαλιστές, είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό ντοκουμέντο που δείχνει ότι το προλεταριάτο της Πετρούπολης, τουλάχιστον τη στιγμή που βγήκε αυτή η έκκληση, βρισκόταν κάτω από την κυριαρχούσα επιρροή των μικροαστών πολιτικών. Θα θυμίσω πως στους πολιτικούς αυτού του είδους κατατάσσω, όπως τονίστηκε ήδη παραπάνω, τους ανθρώπους τύπου Κερένσκι και Τσχεΐτζε.

Στην έκκληση βρίσκουμε δυό πολιτικές ιδέες και αντίστοιχα μ’ αυτές δυό συνθήματα:

Πρώτο. Η έκκληση λέει ότι η κυβέρνηση (η νέα) αποτελείται από «μετριοπαθή στοιχεία». Χαρακτηρισμός παράδοξος, εντελώς ελλιπής, καθαρά φιλελεύθερου και όχι μαρξιστικού χαρακτήρα. Και εγώ είμαι πρόθυμος να συμφωνήσω ότι με μια ορισμένη έννοια –θα δείξω στο επόμενο γράμμα με ποια ακριβώς- κάθε κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να είναι σήμερα, ύστερα από το τέλος του πρώτου σταδίου της επανάστασης, «μετριοπαθής». Όμως είναι τελείως απαράδεκτο να κρύβει κανείς από τον εαυτό του και από το λαό ότι η κυβέρνηση αυτή θέλει τη συνέχιση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ότι είναι πράκτορας του αγγλικού κεφαλαίου, ότι θέλει την παλινόρθωση της μοναρχίας και τη στερέωση της κυριαρχίας των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών.

Η έκκληση λέει ότι όλοι οι δημοκράτες πρέπει να «υποστηρίξουν» τη νέα κυβέρνηση και ότι το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών παρακαλεί και εξουσιοδοτεί τον Κερένσκι να πάρει μέρος στην Προσωρινή κυβέρνηση. Όροι: εφαρμογή των υποσχόμενων στη διάρκεια ακόμη του πολέμου μεταρρυθμίσεων, εγγύηση της «ελευθερίας πολιτιστικής» (μόνο;;) ανάπτυξης των εθνοτήτων (καθαρά καντέτικο, φιλελεύθερα-πενιχρό πρόγραμμα) και σχηματισμός ιδιαίτερης Επιτροπής για την επιτήρηση των ενεργειών της Προσωρινής κυβέρνησης, Επιτροπής που θα αποτελείται από μέλη του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών και από «στρατιωτικούς» [22].

Γι ’αυτή την Επιτροπή επιτήρησης, που αναφέρεται σε ιδέες και συνθήματα δευτερεύουσας σημασίας, θα γίνει ιδιαίτερα λόγος παρακάτω.

Όμως ο διορισμός ενός ρώσου Λουί Μπλαν, του Κέρεσνσκι, και η πρόσκληση για υποστήριξη της νέας κυβέρνησης είναι, μπορούμε να πούμε, κλασικό παράδειγμα προδοσίας της υπόθεσης της επανάστασης και της υπόθεσης του προλεταριάτου, προδοσία σαν εκείνες ακριβώς που χαντάκωσαν μια ολόκληρη σειρά επαναστάσεων του 19ου αιώνα, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ήταν ειλικρινείς και αφοσιωμένοι στο σοσιαλισμό οι καθοδηγητές και οι οπαδοί μιας τέτοιας πολιτικής.

Το προλεταριάτο δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποστηρίζει μια κυβέρνηση πολέμου, μια κυβέρνηση παλινόρθωσης. Για την πάλη ενάντια στην αντίδραση, για την απόκρουση των δυνατών και πιθανών αποπειρών των Ρομάνοφ και των φίλων τους να παλινορθώσουν τη μοναρχία και να συγκεντρώσουν αντεπαναστατικό στρατό, δεν χρειάζεται καθόλου η υποστήριξη των Γκουτσκόφ και Σίας, μα η οργάνωση, το πλάτεμα και το δυνάμωμα της προλεταριακής πολιτοφυλακής, ο εξοπλισμός του λαού με την καθοδήγηση των εργατών. Χωρίς αυτό το κύριο, το βασικό, το ριζικό μέτρο δεν μπορεί καν να γίνει λόγος ούτε για προβολή σοβαρής αντίστασης στην παλινόρθωση της μοναρχίας και στις απόπειρες να παρθούν πίσω ή να κουτσουρευτούν οι υποσχεμένες ελευθερίες, ούτε για σταθερό πέρασμα στο δρόμο που οδηγεί στην απόκτηση του ψωμιού, της ειρήνης, της ελευθερίας.

Αν ο Τσχεΐτζε, που μαζί με τον Κερένσκι ήταν μέλος της πρώτης Προσωρινής κυβέρνησης (της 13μελούς Επιτροπής της Δούμας), δεν πήρε μέρος στη δεύτερη Προσωρινή κυβέρνηση πραγματικά για λόγους αρχών σαν κι αυτούς που αναφέραμε παραπάνω ή παρόμοιους, τότε αυτό τον τιμά. Αυτό πρέπει να το πούμε ανοιχτά. Δυστυχώς, μια τέτοια ερμηνεία αντιφάσκει με άλλα γεγονότα, και πρώτα απ’ όλα με το λόγο του Σκόμπελιεφ, που συμφωνούσε πάντα με τον Τσχεΐτζε.

Ο Σκόμπελιεφ είπε, αν πιστέψουμε την πηγή που αναφέραμε παραπάνω, ότι «η κοινωνική (; ολοφάνερα η σοσιαλδημοκρατική) ομάδα και οι εργάτες έχουν μόνο ασθενή προσέγγιση, (ασθενή επαφή) με τους σκοπούς της Προσωρινής κυβέρνησης», ότι οι εργάτες απαιτούν ειρήνη και ότι, αν συνεχίσουμε τον πόλεμο, την άνοιξη οπωσδήποτε θα έρθει η καταστροφή, ότι «οι εργάτες έκλεισαν με την κοινωνία (τη φιλελεύθερη κοινωνία) μια προσωρινή συμφωνία (eine vorläufige Waffenfreundschaft), αν και οι πολιτικοί τους σκοποί απέχουν από τους σκοπούς της κοινωνίας όσο ο ουρανός από τη γη», ότι «οι φιλελεύθεροι πρέπει να παραιτηθούν από τους παράλογους (unsinnige) σκοπούς του πολέμου» κτλ.

Ο λόγος αυτός είναι υπόδειγμα εκείνου που στο παραπάνω απόσπασμα από τη «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» το ονομάσαμε «ταλάντευση» ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο. Οι φιλελεύθεροι, παραμένοντας φιλελεύθεροι, δεν μπορούν «να παραιτηθούν» από τους «παράλογους» σκοπούς του πολέμου, που, ας το πούμε με την ευκαιρία, δεν καθορίζονται απ’ αυτούς και μόνο, αλλά από το αγγλογαλλικό χρηματιστικό κεφάλαιο, παγκόσμια ισχυρή δύναμη, που μετριέται με εκατοντάδες δισεκατομμύρια. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι «να πείθουμε» τους φιλελεύθερους, αλλά να εξηγούμε στους εργάτες, γιατί οι φιλελεύθεροι περιέπεσαν σε αδιέξοδο, γιατί αυτοί είναι δεμένοι χειροπόδαρα, γιατί κρύβουν και τα σύμφωνα του τσαρισμού με την Αγγλία κτλ, και τις συναλλαγές του ρωσικού κεφαλαίου με το αγγλογαλλικό κτλ κτλ.

Αν ο Σκόμπελιεφ λέει ότι οι εργάτες έκλεισαν με τη φιλελεύθερη κοινωνία μια οποιαδήποτε συμφωνία, χωρίς να διαμαρτύρεται ενάντιά της, χωρίς να εξηγεί από το βήμα της Δούμας τη βλαβερότητά της για τους εργάτες, τότε έτσι εγκρίνει τη συμφωνία. Κι αυτό δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση να το κάνει.

Η άμεση ή έμμεση, ξεκάθαρα διατυπωμένη ή σιωπηρή έγκριση από μέρους του Σκόμπελιεφ της συμφωνίας του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών με την Προσωρινή κυβέρνηση είναι ταλάντευση του Σκόμπελιεφ προς την πλευρά της αστικής τάξης. Η δήλωση του Σκόμπελιεφ ότι οι εργάτες απαιτούν ειρήνη, ότι οι σκοποί τους απέχουν από τους σκοπούς των φιλελευθέρων όσο ο ουρανός από τη γη, είναι ταλάντευση του Σκόμπελιεφ προς την πλευρά του προλεταριάτου.

Καθαρά προλεταριακή, αληθινά επαναστατική και πολύ σωστή από άποψη σύλληψης είναι η δεύτερη πολιτική ιδέα της έκκλησης του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών που εξετάζουμε, και συγκεκριμένα η ιδέα της δημιουργίας «Επιτροπής επιτήρησης» (δεν ξέρω αν ονομάζεται έτσι ακριβώς στα ρωσικά˙ κάνω ελεύθερη μετάφραση από τα γαλλικά), δηλαδή επιτήρησης της Προσωρινής κυβέρνησης από μέρους των προλετάριων και των στρατιωτών.

Αυτό μάλιστα! Αυτό είναι άξιο των εργατών που έχυσαν το αίμα τους για τη λευτεριά, για την ειρήνη, για το ψωμί του λαού! Αυτό είναι ένα πραγματικό βήμα στο δρόμο των πραγματικών εγγυήσεων και ενάντια στον τσαρισμό και ενάντια στη μοναρχία και ενάντια στους μοναρχικούς Γκουτσκόφ – Λβοφ και Σία! Αυτό είναι ένδειξη ότι το ρωσικό προλεταριάτο, παρ’ όλες τις δυσκολίες, τράβηξε μπροστά σε σύγκριση με το γαλλικό προλεταριάτο του 1848 που «είχε εξουσιοδοτήσει» τον Λουί Μπλαν! Αυτό είναι απόδειξη ότι το ένστικτο και η κρίση της προλεταριακής μάζας δεν ικανοποιείται με ρητορείες και αναφωνήσεις, με υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις και ελευθερίες, με τον τίτλο του «πληρεξούσιου υπουργού των εργατών» και τα άλλα φανταχτερά μπιχλιμπίδια, αλλά ζητάει στήριγμα μόνο εκεί όπου υπάρχει, στις ένοπλες λαϊκές μάζες, που οργανώνονται και καθοδηγούνται από το προλεταριάτο, από τους συνειδητούς εργάτες.

Αυτό είναι ένα βήμα στο σωστό δρόμο, μα μόνο το πρώτο βήμα.

Αν αυτή η «Επιτροπή επιτήρησης» παραμείνει θεσμός καθαρά κοινοβουλευτικού, μόνο πολιτικού τύπου, δηλαδή επιτροπή που θα «υποβάλλει επερωτήσεις» στην Προσωρινή κυβέρνηση και θα παίρνει από αυτήν απαντήσεις, τότε παρ’ όλα αυτά δεν θα είναι παρά ένα παιχνιδάκι, τότε θα είναι ένα μηδενικό.

Αν όμως αυτό οδηγήσει στο να δημιουργηθεί αμέσως και με κάθε θυσία μια πραγματικά παλλαϊκή εργατική πολιτοφυλακή ή εργατική πανστρατιά που να αγκαλιάζει πραγματικά όλους τους άντρες και όλες τις γυναίκες, που όχι μόνο να αντικαταστήσει τη συντριμμένη και διαλυμένη αστυνομία, όχι μόνο να πετύχει ώστε καμιά κυβέρνηση, ούτε μοναρχική-συνταγματική, ούτε λαοκρατική-δημοκρατική να μην μπορεί να την ανασυγκροτήσει ούτε στην Πετρούπολη, ούτε πουθενά αλλού στη Ρωσία –τότε οι πρωτοπόροι εργάτες της Ρωσίας μπαίνουν πραγματικά στο δρόμο νέων και μεγάλων νικών στο δρόμο που οδηγεί στη νίκη ενάντια στον πόλεμο, στην πραγματοποίηση στην πράξη του συνθήματος, το οποίο, όπως γράφουν οι εφημερίδες, φάνταζε πάνω στη σημαία των τμημάτων ιππικού που διαδήλωναν στην Πετρούπολη στην πλατεία μπροστά στην Κρατική δούμα:

«Ζήτω οι σοσιαλιστικές δημοκρατίες όλων των χωρών!»

Τις σκέψεις μου σχετικά με αυτή την εργατική πανστρατιά θα τις εκθέσω στο επόμενο γράμμα.

Θα προσπαθήσω να δείξω εκεί, από τη μια μεριά, ότι ακριβώς η δημιουργία παλλαϊκής πανστρατιάς καθοδηγούμενης από τους εργάτες είναι το σωστό σύνθημα της ημέρας, τα οποίο ανταποκρίνεται στα καθήκοντα τακτικής της ιδιόμορφης μεταβατικής στιγμής που περνά σήμερα η ρωσική επανάσταση (και η παγκόσμια επανάσταση), και από την άλλη μεριά, ότι για να πετύχει η εργατική αυτή πανστρατιά πρέπει να είναι, πρώτο, παλλαϊκή, μαζική μέχρι καθολικότητας, που να αγκαλιάσει πραγματικά ολόκληρο τον ικανό για εργασία πληθυσμό και των δυό φύλων˙ δεύτερο, πρέπει να περάσει στο συνδυασμό όχι μόνο των καθαρά αστυνομικών, αλλά και των παγκρατικών αρμοδιοτήτων με τις στρατιωτικές αρμοδιότητες και τον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων.

Ν. Λένιν

Ζυρίχη, 22 (9) του Μάρτη 1917.

P. S. Ξέχασα να σημειώσω στο προηγούμενο γράμμα την ημερομηνία: 20 (7) του Μάρτη.


Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1924 στο περιοδικό
              «Μπολσεβίκ», τεύχ. 3-4

Δημοσιεύεται σύμφωνα
                                            με το χειρόγραφο
__________




Γράμματα από μακριά

Γράμμα 3

Για την προλεταριακή πολιτοφυλακή

Το συμπέρασμα που έβγαλα χθες σχετικά με την ταλαντευόμενη τακτική του Τσχεΐτζε επιβεβαιώθηκε πέρα για πέρα σήμερα, 10 (23) του Μάρτη, από δυό ντοκουμέντα. Πρώτο –το απόσπασμα από τη διακήρυξη της ΚΕ του Κόμματός μας, του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας στην Πετρούπολη, που μεταδόθηκε τηλεγραφικά από τη Στοκχόλμη στην «Εφημερίδα της Φρανκφούρτης» [23]. Στο ντοκουμέντο αυτό δεν υπάρχει λέξη ούτε για υποστήριξη της κυβέρνησης Γκουτσκόφ, ούτε για ανατροπή της˙ οι εργάτες και οι στρατιώτες καλούνται να οργανωθούν γύρω από το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, για εκλογή αντιπροσώπων σ’ αυτό, για πάλη ενάντια στον τσαρισμό για δημοκρατία, οκτάωρο, δήμευση της γης των τσιφλικάδων και των αποθεμάτων σιτηρών, και το κυριότερο –για το σταμάτημα του ληστρικού πολέμου. Ταυτόχρονα είναι ιδιαίτερα σπουδαία και ιδιαίτερα επίκαιρη η πολύ σωστή θέση της ΚΕ μας ότι για την ειρήνη είναι αναγκαίες οι σχέσεις με τους προλετάριους όλων των εμπόλεμων χωρών.

Το να περιμένεις ειρήνη από τις διαπραγματεύσεις και τις σχέσεις ανάμεσα στις αστικές κυβερνήσεις θα ήταν αυταπάτη και εξαπάτηση του λαού.

Το δεύτερο ντοκουμέντο είναι η είδηση που μεταδόθηκε επίσης τηλεγραφικά από τη Στοκχόλμη σε μια άλλη γερμανική εφημερίδα (την «εφημερίδα του Φος» [24], για σύσκεψη της ομάδας του Τσχεΐτζε στη Δούμα με την Εργασιακή ομάδα (; Arbeiterfraktion) και με τους αντιπροσώπους 15 εργατικών συνδικάτων στις 2 (15) του Μάρτη και για έκκληση που δημοσιεύτηκε την άλλη μέρα. Από τα 11 σημεία αυτής της έκκλησης το τηλεγράφημα μεταδίδει μόνο τρία: 1ο, διεκδίκηση δημοκρατίας, 7ο, διεκδίκηση ειρήνης και άμεσης έναρξης διαπραγματεύσεων για ειρήνη και 3ο, διεκδίκηση «ικανοποιητικής συμμετοχής των εκπροσώπων της εργατικής τάξης της Ρωσίας στην κυβέρνηση».

Αν το σημείο αυτό έχει μεταδοθεί σωστά, τότε καταλαβαίνω για ποιο λόγο η αστική τάξη παινεύει τον Τσχεΐτζε. Καταλαβαίνω, γιατί στον έπαινο που ανάφερα παραπάνω των άγγλων γκουτσκοφικών στους «Times» (Τάιμς) προστέθηκε ο έπαινος των γάλλων γκουτσκοφικών στην εφημερίδα «Le Temps». Η εφημερίδα αυτή των γάλλων εκατομμυριούχων και ιμπεριαλιστών γράφει στις 22/ΙΙΙ: «Οι αρχηγοί των εργατικών κομμάτων, ιδιαίτερα ο κ. Τσχεΐτζε, χρησιμοποιούν όλη την επιρροή τους για να μετριάσουν τις αξιώσεις των εργατικών τάξεων».

Πραγματικά, το να απαιτείς «συμμετοχή» των εργατών στην κυβέρνηση των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ είναι ανοησία και θεωρητικά και πολιτικά: το να συμμετέχεις σαν μειοψηφία θα σήμαινε να είσαι πιόνι˙ το να συμμετέχεις «ισότιμα» είναι αδύνατο, γιατί δεν μπορεί να συμβιβαστεί η απαίτηση συνέχισης του πολέμου με την απαίτηση σύναψης ανακωχής και έναρξης διαπραγματεύσεων ειρήνης˙ για «να συμμετέχεις» σαν πλειοψηφία, πρέπει να έχεις τη δύναμη να ανατρέψεις την κυβέρνηση των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ. Στην πράξη το αίτημα της «συμμετοχής» είναι ο χειρότερος λουιμπλανισμός, δηλαδή σημαίνει ότι ξεχνάς την ταξική πάλη και τις πραγματικές συνθήκες της, παρασύρεσαι από την πιο κούφια ηχηρή φρασεολογία, διαδίδεις αυταπάτες ανάμεσα στους εργάτες και χάνεις πολύτιμο χρόνο σε διαπραγματεύσεις με τον Μιλιουκόφ ή τον Κερένσκι, που πρέπει να τον χρησιμοποιήσεις για τη δημιουργία μιας πραγματικής ταξικής και επαναστατικής δύναμης, της προλεταριακής πολιτοφυλακής, ικανής να εμπνεύσει σε  ό λ α  τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, που αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία του, να τα βοηθήσει να οργανωθούν, να  τ α  βοηθήσει να παλέψουν για ψωμί, ειρήνη και ελευθερία.

Το λάθος αυτό της έκκλησης του Τσχεΐτζε και της ομάδας του (δεν μιλάω για το κόμμα της ΟΕ, της Οργανωτικής Επιτροπής, γιατί στις πηγές που μου είναι προσιτές δεν υπάρχει ούτε λέξη για την ΟΕ) –το λάθος αυτό είναι πολύ πιο παράξενο, γιατί στη σύσκεψη της 2 (15) του Μάρτη ο πλησιέστερος ομοϊδεάτης του Τσχεΐτζε, ο Σκόμπελιεφ, όπως αναφέρουν οι εφημερίδες, είπε τα παρακάτω: «Η Ρωσία βρίσκεται στις παραμονές της δεύτερης, της αληθινής (wirklich, κυριολεκτικά: πραγματικής) επανάστασης».

Αυτό μάλιστα, είναι αλήθεια, από την οποία ξέχασαν να βγάλουν πρακτικά συμπεράσματα ο Σκόμπελιεφ και ο Τσχεΐτζε. Εγώ δεν μπορώ να κρίνω από δω, από την καταραμένη μου ξενιτιά, πόσο κοντά είναι αυτή η δεύτερη επανάσταση. Ο Σκόμπελιεφ εκεί, επί τόπου, βλέπει καλύτερα. Γι’ αυτό δεν βάζω στον εαυτό μου προβλήματα που για τη λύση τους δεν έχω και δεν μπορώ να έχω συγκεκριμένα στοιχεία. Υπογραμμίζω μόνο το γεγονός ότι ένας «τρίτος», δηλαδή ο Σκόμπελιεφ που δεν ανήκει στο Κόμμα μας, επιβεβαιώνει το συγκεκριμένο συμπέρασμα, στο οποίο κατάληξα στο πρώτο μου γράμμα, δηλαδή ότι η επανάσταση του Φλεβάρη-Μάρτη ήταν μόνο το πρώτο στάδιο της επανάστασης. Η Ρωσία διέρχεται μια ιδιόμορφη ιστορική στιγμή περάσματος στο επόμενο στάδιο της επανάστασης ή, σύμφωνα με την έκφραση του Σκόμπελιεφ, στη «δεύτερη επανάσταση».

Αν θέλουμε να είμαστε μαρξιστές και να διδασκόμαστε από την πείρα των επαναστάσεων όλου του κόσμου, πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε σε τι ακριβώς συνίσταται η ιδιομορφία αυτής της μεταβατικής στιγμής και ποια είναι η τακτική που πηγάζει από τις αντικειμενικές της ιδιότητες. 

Η ιδιομορφία της κατάστασης βρίσκεται στο ότι η κυβέρνηση των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ κατήγαγε την πρώτη νίκη εξαιρετικά εύκολα χάρη στους παρακάτω τρεις σπουδαιότατους παράγοντες: 1. Τη βοήθεια του αγγλογαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου και των πρακτόρων του˙ 2. τη βοήθεια μιας μερίδας των ανώτερων στρωμάτων του στρατού˙ 3. την έτοιμη οργάνωση όλη της ρωσικής αστικής τάξης στα ζέμστβο και τα ιδρύματα της πόλης, στην Κρατική δούμα, στις Επιτροπές πολεμικής βιομηχανίας κτλ.

Η κυβέρνηση Γκουτσκόφ πιάστηκε στη μέγγενη: δεμένη με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, είναι αναγκασμένη να τείνει στη συνέχιση του αρπακτικού, ληστρικού πολέμου, στην περιφρούρηση των εξωφρενικών κερδών του κεφαλαίου και των τσιφλικάδων, στην παλινόρθωση της μοναρχίας. Δεμένη με την επαναστατική προέλευσή της και την ανάγκη απότομου περάσματος από τον τσαρισμό στη δημοκρατία, δεχόμενη την πίεση των πεινασμένων μαζών που απαιτούν ειρήνη, η κυβέρνηση αναγκάζεται να λέει ψευτιές, να ελίσσεται, να προσπαθεί να κερδίσει καιρό, «να διακηρύσσει» και να υπόσχεται όσο το δυνατό περισσότερα (οι υποσχέσεις είναι το μόνο πράγμα που είναι πολύ φθηνό ακόμη και σε εποχή εξωφρενικής ακρίβειας), να εκπληρώνει όσο το δυνατό λιγότερα, με το ένα χέρι να κάνει παραχωρήσεις και με το άλλο να τις παίρνει πίσω.

Κάτω από ορισμένες συνθήκες, στην καλύτερη γι’ αυτήν περίπτωση, η νέα κυβέρνηση μπορεί να καθυστερήσει κάπως τη χρεοκοπία, στηριζόμενη σε όλες τις οργανωτικές ικανότητες ολόκληρης της ρωσικής αστικής τάξης και της αστικής διανόησης. Αλλά ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση δεν έχει τη δύναμη να αποφύγει τη χρεοκοπία, γιατί  δ ε ν   ε ί ν α ι  δ υ ν α τ ό  να αποσπαστεί κανείς από τα νύχια του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της πείνας, του φρικτού αυτού τέρατος που γέννησε ο παγκόσμιος καπιταλισμός, χωρίς να εγκαταλείπει το έδαφος των αστικών σχέσεων, χωρίς να περάσει σε επαναστατικά μέτρα, χωρίς να προσφύγει στο μεγαλειώδη ιστορικό ηρωισμό και του ρωσικού και του παγκόσμιου προλεταριάτου.

Από δω βγαίνει το συμπέρασμα: δεν θα μπορέσουμε με ένα χτύπημα να ανατρέψουμε τη νέα κυβέρνηση ή, κι αν το κατορθώσουμε (σε επαναστατικούς καιρούς τα όρια του δυνατού ευρύνονται χιλιάδες φορές), δεν θα μπορέσουμε να κρατήσουμε την εξουσία, χωρίς να αντιτάξουμε στη θαυμάσια οργάνωση όλης της ρωσικής αστικής τάξης και όλης της αστικής διανόησης μια το ίδιο θαυμάσια οργάνωση του προλεταριάτου, που να καθοδηγεί όλη την απέραντη μάζα της φτωχολογιάς της πόλης και του χωριού, του μισοπρολεταριάτου και των μικρονοικοκυραίων.

Όπως και να είναι, είτε ξέσπασε ήδη η «δεύτερη επανάσταση» στην Πετρούπολη (είπα πως θα ήταν εντελώς ανόητη η σκέψη να υπολογίσεις από το εξωτερικό το συγκεκριμένο ρυθμό ωρίμανσής της), είτε έχει αναβληθεί για λίγο καιρό, είτε άρχισε κιόλας σε μερικά μεμονωμένα μέρη της Ρωσίας (σχετικά μ’ αυτό υπάρχουν, όπως φαίνεται, κάποιες ενδείξεις) –πάντως το σύνθημα της στιγμής και στις παραμονές της νέας επανάστασης, και στη διάρκειά της, και την επόμενη της επανάστασης πρέπει να είναι η προλεταριακή οργάνωση.

Σύντροφοι εργάτες! Δείξατε χθες θαύματα προλεταριακού ηρωισμού, ανατρέποντας την τσαρική μοναρχία. Θα χρειαστεί αναπόφευκτα στο λίγο-πολύ κοντινό μέλλον (ίσως ακόμη να χρειαστεί και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές) να δείξετε πάλι θαύματα τέτοιου ηρωισμού για την ανατροπή της εξουσίας των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών που διεξάγουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Δεν θα μπορέσετε να νικήσετε σταθερά σ’ αυτή την επόμενη, την «πραγματική» επανάσταση, αν δεν δείξετε θαύματα προλεταριακής οργάνωσης!

Σύνθημα της στιγμής: οργάνωση. Το να περιοριστεί όμως κανείς σ’ αυτό θα σήμαινε πως δεν λέει τίποτε, γιατί, από τη μια μεριά, η οργάνωση χρειάζεται πάντοτε, ώστε η υπόδειξη μόνο για την ανάγκη «οργάνωσης των μαζών» δεν εξηγεί απολύτως τίποτε, και από την άλλη μεριά, όποιος θα περιοριζόταν σ’ αυτό, δεν θα έκανε άλλο παρά να σιγοντάρει τους φιλελεύθερους, γιατί  α κ ρ ι β ώ ς  οι φιλελεύθεροι, για να στερεώσουν την κυριαρχία τους, θέλουν οι εργάτες να μην προχωρούν παραπέρα από τις  σ υ ν η θ ι σ μ έ ν ε ς, τις «νόμιμες» (από την άποψη της «κανονικής» αστικής κοινωνίας) οργανώσεις, δηλαδή θέλουν οι εργάτες να γράφονται μόνο στο κόμμα τους, στο συνδικάτο τους, στο συνεταιρισμό τους κτλ κτλ.

Οι εργάτες με το ταξικό τους ένστικτο κατάλαβαν πως σε επαναστατική περίοδο τους χρειάζεται μια εντελώς διαφορετική οργάνωση, όχι μόνο η συνηθισμένη, και πήραν σωστά το δρόμο που τους έδειξε η πείρα της επανάστασής μας του 1905 και της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, δημιούργησαν το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, άρχισαν να το αναπτύσσουν, να το πλαταίνουν, να το δυναμώνουν με την προσέλκυση στρατιωτών βουλευτών και, αναμφισβήτητα, βουλευτών από τους μισθωτούς εργάτες γης, και αργότερα (με τη μια ή την άλλη μορφή) από όλη την αγροτική φτωχολογιά.

Η δημιουργία τέτοιων οργανώσεων σε όλα ανεξαιρέτως τα μέρη της Ρωσίας, για όλα ανεξαιρέτως τα επαγγέλματα και στρώματα του προλεταριακού και μισοπρολεταριακού πληθυσμού, δηλ. για όλους τους εργαζόμενους και τους εκμεταλλευόμενους, για να χρησιμοποιήσω μια λιγότερο ακριβή από οικονομική άποψη, αλλά περισσότερο λαϊκή έκφραση –αυτό είναι καθήκον πρωταρχικής και επείγουσας σημασίας. Θα σημειώσω προκαταβολικά ότι για ολόκληρη την αγροτική μάζα το Κόμμα μας (για τον ιδιαίτερο ρόλο του μέσα στις προλεταριακές οργανώσεις νέου τύπου ελπίζω να μιλήσω σε ένα από τα επόμενα γράμματα) πρέπει να συνιστά ιδιαίτερα τη δημιουργία χωριστών  α π ό  τους εύπορους εργάτες Σοβιέτ των μισθωτών εργατών και ύστερα των μικρογεωργών που δεν πουλούν σιτηρά: δίχως αυτό τον όρο δεν είναι δυνατόν ούτε να εφαρμόσουμε μια αληθινά προλεταριακή πολιτική, μιλώντας γενικά [1*], ούτε να αντικρύσουμε σωστά το σπουδαιότερο πρακτικό ζήτημα ζωής και θανάτου για εκατομμύρια ανθρώπους: τη σωστή κατανομή των σιτηρών, την αύξηση της παραγωγής τους κτλ.

Αλλά μπαίνει το ερώτημα: τι πρέπει να κάνουν τα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών; Αυτά «πρέπει να τα βλέπουμε σαν όργανα εξέγερσης, σαν όργανα επαναστατικής εξουσίας», γράφαμε στο φύλ. αρ. 47 της «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» της Γενεύης στις 13 του Οκτώβρη 1915 [2*].

Αυτή η θεωρητική θέση, που βγήκε από την πείρα της Κομμούνας του 1871 και της ρωσικής επανάστασης του 1905, πρέπει να εξηγηθεί και να αναπτυχθεί πιο συγκεκριμένα πάνω στη βάση των πρακτικών υποδείξεων του σημερινού ακριβώς σταδίου της σημερινής ακριβώς επανάστασης στη Ρωσία.

Μας χρειάζεται επαναστατική εξουσία, μας χρειάζεται (για μια ορισμένη μεταβατική περίοδο) κράτος. Σ’ αυτό διαφέρουμε από τους αναρχικούς. Η διαφορά ανάμεσα στους επαναστάτες μαρξιστές και στους αναρχικούς δεν είναι μόνο ότι οι πρώτοι είναι υπέρ της συγκεντρωτικής, της μεγάλης, της κομμουνιστικής παραγωγής, ενώ οι δεύτεροι είναι υπέρ της κομματιασμένης, της μικρής. Όχι, η διαφορά ακριβώς στο ζήτημα της εξουσίας, του κράτους είναι ότι εμείς είμαστε  υ π έ ρ  της επαναστατικής χρησιμοποίησης των επαναστατικών μορφών κράτους στην πάλη για το σοσιαλισμό, ενώ οι αναρχικοί είναι κατά.

Μας χρειάζεται κράτος. Όμως μας χρειάζεται ένα κράτος  ό χ ι  σαν κι αυτό που δημιούργησε η αστική τάξη παντού, αρχίζοντας από τις συνταγματικές μοναρχίες και καταλήγοντας στις πιο δημοκρατικές δημοκρατίες. Και σ’ αυτό βρίσκεται η διαφορά μας από τους οπορτουνιστές και τους καουτσκιστές των παλιών σοσιαλιστικών κομμάτων, που άρχισαν να σαπίζουν, που διαστρέβλωσαν ή ξέχασαν τα διδάγματα της Κομμούνας του Παρισιού και την ανάλυση αυτών των διδαγμάτων από τον Μαρξ και τον Ένγκελς [3*].

Μας χρειάζεται κράτος, αλλά  ό χ ι  τέτοιο που χρειάζεται στην αστική τάξη, με χωρισμένα από το λαό και αντιμέτωπα στο λαό όργανα εξουσίας με τη μορφή της αστυνομίας, του στρατού, της γραφειοκρατίας (υπαλληλίας). Όλες οι αστικές επαναστάσεις απλώς τελειοποιούσαν  α υ τ ή  την κρατική μηχανή, απλώς τη διαβίβαζαν από τα χέρια ενός κόμματος στα χέρια άλλου κόμματος.

Το προλεταριάτο όμως, αν θέλει να υπερασπίσει τις κατακτήσεις αυτής της επανάστασης και να προχωρήσει παραπέρα, να κατακτήσει την ειρήνη, το ψωμί και την ελευθερία, πρέπει να  «σ υ ν τ ρ ί ψ ε ι», για να εκφραστώ με τα λόγια του Μαρξ, αυτή την «έτοιμη» κρατική μηχανή και να την αντικαταστήσει με μια νέα, συγχωνεύοντας την αστυνομία, το στρατό, και τη γραφειοκρατία με τον καθολικά εξοπλισμένο λαό. Ακολουθώντας το δρόμο που έδειξε η πείρα της Κομμούνας του Παρισιού του 1871 και η ρωσική επανάσταση του 1905, το προλεταριάτο πρέπει να οργανώσει και να εξοπλίσει όλα τα φτωχά, τα εκμεταλλευόμενα τμήματα του πληθυσμού, για να πάρουν τα ίδια άμεσα στα χέρια τους όργανα της κρατικής εξουσίας, τα ίδια να αποτελέσουν τα όργανα αυτής της εξουσίας.

Και οι εργάτες της Ρωσίας πήραν αυτό το δρόμο στη διάρκεια του πρώτου ήδη σταδίου της πρώτης επανάστασης το Φλεβάρη-Μάρτη του 1917. Τώρα όλο το ζήτημα είναι να καταλάβουμε ξεκάθαρα τι λογής είναι αυτός ο νέος δρόμος και να προχωρήσουμε σ’ αυτόν θαρραλέα, σταθερά και επίμονα.

Οι αγγλογάλλοι και οι ρώσοι καπιταλιστές ήθελαν μόνο να εκθρονίσουν ή ακόμη και να «φοβίσουν» τον Νικόλαο Β΄, αφήνοντας άθικτη την παλιά κρατική μηχανή, την αστυνομία, το στρατό, την υπαλληλία.

Οι εργάτες προχώρησαν πιο πέρα και τη σύντριψαν. Και τώρα όχι μόνο οι αγγλογάλλοι, μα και οι γερμανοί καπιταλιστές ωρύονται από μανία και φρίκη, βλέποντας λ.χ. πως οι ρώσοι φαντάροι τουφέκιζαν τους αξιωματικούς τους, σαν τον οπαδό του Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ, ναύαρχο Νεπένιν.

Είπα ότι οι εργάτες τη σύντριψαν την παλιά κρατική μηχανή. Ακριβέστερα: άρχισαν να τη συντρίβουν.

Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.

Η αστυνομία έχει εν μέρει εξοντωθεί και εν μέρει καταργηθεί στην Πετρούπολη και σε πολλά άλλα μέρη. Η κυβέρνηση των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ δεν θα μπορέσει ούτε να παλινορθώσει τη μοναρχία, ούτε γενικά να κρατηθεί στην εξουσία, χωρίς να ανασυγκροτήσει την αστυνομία, σαν ιδιαίτερη, αποσπασμένη από το λαό και αντιμέτωπη σ’ αυτόν οργάνωση οπλισμένων ανθρώπων, που βρίσκονται κάτω από τις διαταγές της αστικής τάξης. Αυτό είναι καθαρό, σαν το φως της ημέρας.

Από την άλλη μεριά, η νέα κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να υπολογίζει τον επαναστατικό λαό, να τον τρέφει με μισοπαραχωρησούλες και υποσχέσεις, να κερδίζει καιρό. Γι’ αυτό καταφύγει σε ημίμετρο: ιδρύει «λαϊκή πολιτοφυλακή» με αιρετή διοίκηση (αυτό ηχεί τρομερά ευχάριστα! Τρομερά δημοκρατικά, επαναστατικά και ωραία!) –α λ λ ά… α λ λ ά,  πρώτο, τη βάζει κάτω από τον έλεγχο, κάτω από τις διαταγές των αυτοδιοικήσεων των ζέμστβο και των πόλεων, δηλ. κάτω από τις διαταγές των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, που έχουν εκλεγεί σύμφωνα με τους νόμους του Νικολάου του Ματοβαμμένου και του Στολίπιν του Κρεμάλα!! Δεύτερο, ενώ ονομάζει την πολιτοφυλακή «λαϊκή» για να ρίξει στάχτη στα μάτια του «λαού», η κυβέρνηση στην πράξη δεν καλεί το λαό να μετάσχει στο σύνολό του σ’ αυτή την πολιτοφυλακή και δεν υποχρεώνει τα αφεντικά και τους καπιταλιστές να πληρώνουν στους υπαλλήλους και στους εργάτες τη συνηθισμένη αμοιβή για τις ώρες και τις ημέρες που αφιερώνουν στη δημόσια υπηρεσία, δηλαδή στην πολιτοφυλακή.

Να το κουμπί της υπόθεσης. Να με ποιο τρόπο η τσιφλικάδικη και καπιταλιστική κυβέρνηση των Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ κατορθώνει ώστε η «λαϊκή πολιτοφυλακή» να μένει στα χαρτιά και στην πράξη να ανασυγκροτείται λίγο-λίγο και σιωπηρά με αστική, αντιλαϊκή πολιτοφυλακή, στην αρχή από «8000 φοιτητές και καθηγητές» (έτσι περιγράφουν οι ξένες εφημερίδες την τωρινή πολιτοφυλακή της Πετρούπολης) –αυτό είναι ολοφάνερα ένα παιχνιδάκι- και ύστερα βαθμιαία από την παλιά και την καινούργια αστυνομία.

Να μην επιτρέψουμε την ανασύσταση της αστυνομίας! Να μην αφήσουμε από τα χέρια μας τις τοπικές αρχές. Να δημιουργούμε μια πραγματικά παλλαϊκή, πέρα για πέρα καθολική, καθοδηγούμενη από το προλεταριάτο πολιτοφυλακή! –να το καθήκον της ημέρας, να το σύνθημα της στιγμής, που ανταποκρίνεται τόσο στα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της παραπέρα ταξικής πάλης, του παραπέρα επαναστατικού κινήματος, όσο και στο δημοκρατικό ένστικτο κάθε εργάτη, κάθε αγρότη, κάθε εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου ανθρώπου, που δεν μπορεί να μη μισεί την αστυνομία, τους χωροφύλακες και τους σταθμάρχες, τη διοίκηση των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών πάνω σε ένοπλους ανθρώπους που αποκτούν εξουσία πάνω στο λαό.

Τι λογής αστυνομία χρειάζεται  σ’  α υ τ ο ύ ς,  στους Γκουτσκόφ και τους Μιλιουκόφ, στους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές; Τέτοια που υπήρχε τον καιρό της τσαρικής μοναρχίας. Όλες οι αστικές και οι αστικοδημοκρατικές δημοκρατίες στον κόσμο ίδρυσαν ή ανασυγκρότησαν στη χώρα τους, ύστερα από τις πιο σύντομες επαναστατικές περιόδους, ακριβώς μια τέτοια αστυνομία, μια ιδιαίτερη οργάνωση αποσπασμένων από το λαό και αντιμέτωπων σ’ αυτόν ενόπλων ανθρώπων, υποταγμένων, έτσι είτε αλλιώς, στην αστική τάξη.

Τι λογής πολιτοφυλακή χρειάζεται σε μας, στο προλεταριάτο, σε όλους τους εργαζόμενους; Πραγματικά λαϊκή, δηλαδή, πρώτο, να αποτελείται από όλο γενικά τον πληθυσμό, από όλους τους ενήλικους πολίτες και των δυό φύλων, και δεύτερο, να συνδυάζει τις αρμοδιότητες του λαϊκού στρατού με τις αρμοδιότητες της αστυνομίας, με τις αρμοδιότητες του κύριου και βασικού οργάνου κρατικής τάξης και κρατικής διοίκησης.

Για να κάνω αυτές τις θέσεις πιο παραστατικές, θα φέρω ένα καθαρά σχηματικό παράδειγμα. Είναι περιττό να πούμε ότι θα ήταν παράλογη η σκέψη για κατάρτιση οποιουδήποτε «σχεδίου» προλεταριακής πολιτοφυλακής: όταν οι εργάτες και όλος ο λαός αληθινά μαζικά καταπιαστούν πρακτικά μ’ αυτή τη δουλειά θα το επεξεργαστούν και θα το καταρτίσουν εκατό φορές καλύτερα από οποιουσδήποτε θεωρητικούς. Εγώ δεν προτείνω «σχέδιο», εγώ θέλω μόνο να δείξω πιο παραστατικά τη σκέψη μου.

Η Πετρούπολη έχει περίπου 2 εκατομμύρια κατοίκους. Απ’ αυτούς πάνω από τους μισούς είναι 15 ως 65 χρονών. Ας πάρουμε τους μισούς, ένα εκατομμύριο. Ας αφαιρέσουμε απ’ αυτούς ακόμη ένα τέταρτο σαν αρρώστους κτλ., που αυτή τη στιγμή δικαιολογημένα δεν παίρνουν μέρος στη δημόσια υπηρεσία. Μένουν 750.000 άνθρωποι που, δουλεύοντας στην πολιτοφυλακή, ας υποθέσουμε 1 μέρα στις 15 (και αφού εξακολουθούν να πληρώνονται σ’ αυτό το διάστημα από τα αφεντικά), θα αποτελούσαν ένα στρατό 50.000 ανθρώπων.

Να ποιος τύπος κράτους μας χρειάζεται.

Να τι είδους πολιτοφυλακή θα ήταν στην πράξη, και όχι μόνο στα λόγια, «λαϊκή πολιτοφυλακή».

Να τι δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε, ώστε να μην είναι δυνατό να ανασυγκροτηθεί ούτε η ιδιαίτερη αστυνομία, ούτε ο ιδιαίτερος, χωριστός από το λαό, στρατός.

Μια τέτοια πολιτοφυλακή θα αποτελούνταν κατά 95% από εργάτες και αγρότες, θα έκφραζε πραγματικά τη σκέψη και τη θέληση, τη δύναμη και την εξουσία της τεράστιας πλειοψηφίας του λαού. Μια τέτοια πολιτοφυλακή πραγματικά θα εξόπλιζε και θα εκπαίδευε στρατιωτικά όλο το λαό γενικά, εξασφαλίζοντάς τον όχι αλά Γκουτσκόφ, όχι αλά Μιλιουκόφ από τις κάθε λογής απόπειρες αποκατάστασης της αντίδρασης, από τις κάθε λογής μηχανορραφίες των πρακτόρων του τσάρου. Μια τέτοια πολιτοφυλακή θα ήταν εκτελεστικό όργανο των «Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών», θα απολάμβανε της απόλυτης εκτίμησης και της εμπιστοσύνης του λαού, γιατί η ίδια θα ήταν οργάνωση ολόκληρου γενικά του πληθυσμού. Μια τέτοια πολιτοφυλακή θα μετέτρεπε τη δημοκρατία από όμορφη ταμπέλα που σκεπάζει την υποδούλωση και τον εμπαιγμό του λαού από τους καπιταλιστές, σε πραγματική διαπαιδαγώγηση των μαζών για τη συμμετοχή τους σε όλες τις κρατικές υποθέσεις. Μια τέτοια πολιτοφυλακή θα τραβούσε στην πολιτική ζωή τους νέους και τις νέες της εφηβικής ηλικίας, διδάσκοντά τους όχι μόνο με τα λόγια, μα και με τα έργα, με τη δουλειά. Μια τέτοια πολιτοφυλακή θα διεύρυνε εκείνες τις αρμοδιότητες που, για να χρησιμοποιήσουμε επιστημονική γλώσσα, ανάγονται στη δικαιοδοσία της «αστυνομίας ευταξίας», στην υγειονομική επίβλεψη κτλ., χρησιμοποιώντας σε τέτοιες δουλειές όλες γενικά τις ενήλικες γυναίκες. Και αν δεν τραβήξουμε τις γυναίκες στη δημόσια υπηρεσία, στην πολιτοφυλακή, στην πολιτική ζωή, αν δεν αποσπάσουμε τις γυναίκες από τις συνθήκες του σπιτιού και της κουζίνας που τις αποβλακώνουν, δεν είναι δυνατό να εξασφαλίσουμε πραγματική ελευθερία, δεν είναι δυνατό να οικοδομήσουμε ακόμη και δημοκρατία, χωρίς πια να γίνεται λόγος για σοσιαλισμό.

Μια τέτοια πολιτοφυλακή θα ήταν προλεταριακή πολιτοφυλακή, γιατί οι εργάτες της βιομηχανίας και των πόλεων θα αποκτούσαν σ’ αυτήν καθοδηγητική επιρροή στη μάζα της φτωχολογιάς τόσο φυσιολογικά και αναπόφευκτα, όσο φυσιολογικά και αναπόφευκτα κατάκτησαν καθοδηγητική θέση σε όλη την επαναστατική πάλη του λαού και το 1905-1907 και το 1917.

Μια τέτοια πολιτοφυλακή θα εξασφάλιζε απόλυτη τάξη και συντροφική πειθαρχία, που θα τηρούνταν με αυταπάρνηση. Και ταυτόχρονα η πολιτοφυλακή αυτή, στη βαριά κρίση που περνάνε όλες οι εμπόλεμες χώρες, θα έδινε τη δυνατότητα να παλέψουμε πραγματικά δημοκρατικά ενάντια σ’ αυτή την κρίση, να πραγματοποιούμε σωστά και γρήγορα τη διανομή των σιτηρών και των άλλων εφοδίων, να εφαρμόσουμε στην πράξη τη «γενική υποχρεωτική εργασία», που οι Γάλλοι την ονομάζουν τώρα «πολιτική επιστράτευση» και οι Γερμανοί «υποχρέωση πολιτικής υπηρεσίας» και που χωρίς αυτή δεν είναι δυνατόαποδείχτηκε ότι δεν είναι δυνατό- να επουλώσουμε τις πληγές που προξένησε και προξενεί ο ληστρικός και φρικτός πόλεμος.

Είναι ποτέ δυνατό το προλεταριάτο της Ρωσίας να έχυσε το αίμα του μόνο και μόνο για να του δοθούν πομπώδεις υποσχέσεις μονάχα για πολιτικές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις; Είναι ποτέ δυνατό να μην αξιώσει και να μην πετύχει ώστε κάθε εργαζόμενος να δει και να νιώσει τώρα αμέσως μια ορισμένη βελτίωση της ζωής του; Ώστε κάθε οικογένεια να έχει ψωμί; Ώστε κάθε παιδί να έχει ένα μπουκάλι καλό γάλα και κανένας ενήλικος από πλούσια οικογένεια να μην τολμάει να πάρει παραπανίσιο γάλα πριν εξασφαλιστούν τα παιδιά; Ώστε τα παλάτια και τα πλούσια διαμερίσματα που εγκατέλειψαν ο τσάρος και η αριστοκρατία να μη μένουν ακατοίκητα, αλλά να προσφέρουν άσυλο στους άστεγους και στους άπορους; Ποιος άλλος μπορεί να πραγματοποιήσει αυτά τα μέτρα εκτός από μια παλλαϊκή πολιτοφυλακή, όπου θα παίρνουν απαραίτητα μέρος οι γυναίκες εξίσου με τους άντρες;

Τα μέτρα αυτά δεν σημαίνουν ακόμη σοσιαλισμό. Αυτά αφορούν τη ρύθμιση της κατανάλωσης και όχι την αναδιοργάνωση της παραγωγής. Δεν θα σήμαιναν ακόμη «δικτατορία του προλεταριάτου», μα μόνο «επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της φτωχής αγροτιάς». Το ζήτημα δεν είναι τώρα πώς να τα κατατάξουμε θεωρητικά. Θα ήταν το πιο μεγάλο λάθος, αν αρχίζαμε να βάζουμε τα πολύπλοκα, φλέγοντα, γοργά εξελισσόμενα πρακτικά καθήκοντα της επανάστασης στην κλίνη του Προκρούστη, της στενά εννοούμενης «θεωρίας», αντί να βλέπουμε τη θεωρία πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα σαν καθοδήγηση για  δ ρ ά σ η.

Θα βρεθεί άραγε στη μάζα των ρώσων εργατών τόση συνειδητότητα, αντοχή και ηρωισμός για να επιτελέσουν «θαύματα προλεταριακής οργάνωσης» ύστερα από τα θαύματα τόλμης, πρωτοβουλίας και αυτοθυσίας που επιτέλεσαν στην άμεση επαναστατική πάλη; Αυτό δεν το ξέρουμε και θα ήταν ματαιοπονία να ασχοληθούμε με μαντείες, γιατί την απάντηση σε τέτοια ερωτήματα τη δίνει μόνο η πράξη.

Εκείνο που ξέρουμε σίγουρα και που οφείλουμε, σαν Κόμμα, να εξηγούμε στις μάζες είναι ότι, από τη μια μεριά, υπάρχει σήμερα ένας ιστορικός κινητήρας τεράστιας δύναμης, που γεννάει πρωτοείδωτη κρίση, πείνα και αμέτρητα δεινά. Ο κινητήρας αυτός είναι ο πόλεμος που οι καπιταλιστές και των δυό εμπόλεμων στρατοπέδων τον διεξάγουν με ληστρικούς σκοπούς. Ο «κινητήρας» αυτός έφερε στο χείλος του γκρεμού μια σειρά από τα πλούσια, τα πιο ελεύθερα και τα πιο φωτισμένα έθνη. Ο πόλεμος αναγκάζει τους λαούς να εντείνουν στο έπακρο τις δυνάμεις τους, τους φέρνει σε αφόρητη κατάσταση, βάζει στην ημερήσια διάταξη όχι την πραγματοποίηση κάποιων «θεωριών» (γι’ αυτό δεν γίνεται καν λόγος και ο Μαρξ πάντοτε εφιστούσε την προσοχή των σοσιαλιστών σ’ αυτή την αυταπάτη), αλλά την εφαρμογή των έσχατων μέτρων που είναι δυνατό να παρθούν πρακτικά, γιατί χωρίς έσχατα μέτρα, εκατομμύρια ανθρώπους τους απειλεί ο αφανισμός, ο άμεσος και σίγουρος αφανισμός από την πείνα.

Δεν χρειάζεται καν να αποδείξουμε ότι ο επαναστατικός ενθουσιασμός της πρωτοπόρας τάξης πολλά μπορεί να κατορθώσει σε συνθήκες που η αντικειμενική κατάσταση απαιτεί από όλο το λαό έσχατα μέτρα. Αυτή την πλευρά του ζητήματος τη βλέπει και τη νιώθει ολοφάνερα ο καθένας στη Ρωσία.

Το σπουδαίο είναι να καταλάβουμε ότι σε επαναστατικούς καιρούς η αντικειμενική κατάσταση αλλάζει τόσο γοργά κι απότομα, όσο γοργά κυλάει και η ζωή γενικά. Κι εμείς πρέπει να ξέρουμε να προσαρμόζουμε την τακτική μας και τα πιο άμεσα καθήκοντά μας στις ιδιομορφίες κάθε δοσμένης κατάστασης. Ως το Φλεβάρη του 1917 στην ημερήσια διάταξη βρισκόταν η θαρραλέα επαναστατική-διεθνιστική προπαγάνδα, η πρόσκληση των μαζών στην πάλη, το ξύπνημά τους. Τις μέρες του Φλεβάρη-Μάρτη απαιτούνταν ηρωική, γεμάτη αυταπάρνηση πάλη για να συντριβεί γοργά ο άμεσος εχθρός –ο τσαρισμός. Τώρα ζούμε το πέρασμα απ’ αυτό το πρώτο στάδιο της επανάστασης στο δεύτερο, από το «άρπαγμα» με τον τσαρισμό, στο «άρπαγμα» με τον τσιφλικάδικο και καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ. Στην ημερήσια διάταξη βρίσκεται το οργανωτικό καθήκον, σε καμιά περίπτωση όμως με τη σχηματική έννοια της δουλειάς γύρω από τις σχηματικές μόνο οργανώσεις, αλλά με την έννοια της προσέλκυσης πρωτοείδωτα πλατιών μαζών των καταπιεζόμενων τάξεων στην οργάνωση και της πραγματοποίησης από την ίδια αυτή οργάνωση των στρατιωτικών, παγκρατικών και λαϊκοοικονομικών καθηκόντων.

Προς την εκπλήρωση αυτού του ιδιόμορφου καθήκοντος το προλεταριάτο βάδισε και θα βαδίσει από διάφορους δρόμους. Σε μερικά μέρη της Ρωσίας η επανάσταση του Φλεβάρη-Μάρτη του δίνει σχεδόν ολόκληρη την εξουσία –σε άλλα ίσως με το «σπαθί» του θ’ αρχίσει να δημιουργεί και να πλαταίνει την προλεταριακή πολιτοφυλακή- σε άλλα πιθανόν να επιδιώξει με βάση το γενικό κτλ. εκλογικό δικαίωμα άμεσες εκλογές για Δούμες πόλεων και ζέμστβο, για να τις μετατρέψει σε επαναστατικά κέντρα κτλ., ώσπου η ανάπτυξη της προλεταριακής οργάνωσης, η προσέγγιση των στρατιωτών με τους εργάτες, το κίνημα μέσα στην αγροτιά, η απογοήτευση ολοένα και πιο πολλών όσον αφορά την καταλληλότητα της πολεμικής-ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης των Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ να φέρει κοντά την ώρα της αντικατάστασης αυτής της κυβέρνησης «με την κυβέρνηση» του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι κοντά στην Πετρούπολη έχουμε μια από τις πιο προοδευμένες, πραγματικά δημοκρατικές χώρες, τη Φινλανδία, που από το 1905 ως το 1917, με την προστασία των επαναστατικών μαχών στη Ρωσία, ανάπτυξε σχετικά ειρηνικά τη δημοκρατία και κατάκτησε την πλειοψηφία του λαού με το μέρος του σοσιαλισμού. Το ρωσικό προλεταριάτο θα εξασφαλίσει στη δημοκρατία της Φινλανδίας πλήρη ελευθερία, μέχρι την ελευθερία αποχωρισμού (τώρα είναι ζήτημα αν έστω και ένας σοσιαλδημοκράτης θα ταλαντευτεί πάνω σ’ αυτό, τη στιγμή που ο καντέτος Ροντίσεφ παζαρεύει με τέτοια αναξιοπρέπεια στο Έλσινγκφορς μερικά ψίχουλα προνομίων για τους μεγαλορώσους [26]) –και ακριβώς μ’ αυτό θα κερδίσει την πλήρη εμπιστοσύνη και τη συντροφική βοήθεια των φιλανδών εργατών στην πανρωσική προλεταριακή υπόθεση. Σε ένα δύσκολο και μεγάλο έργο τα λάθη είναι αναπόφευκτα –δεν θα τα αποφύγουμε κι εμείς- οι φιλανδοί εργάτες είναι καλύτεροι οργανωτές, θα μας βοηθήσουν σ’ αυτό τον τομέα, θα προωθήσουν με τον τρόπο τους το θεσμό της σοσιαλιστικής δημοκρατίας.

Οι επαναστατικές νίκες στην ίδια τη Ρωσία, οι ειρηνικές οργανωτικές επιτυχίες στη Φινλανδία κάτω από την προστασία αυτών των νικών, το πέρασμα των ρώσων εργατών σε επαναστατικά-οργανωτικά καθήκοντα καινούργιας κλίμακας, η κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο και τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, η ενθάρρυνση και η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Δύση –να ο δρόμος που θα μας οδηγήσει στην ειρήνη και στο σοσιαλισμό.

Ν. Λένιν

Ζυρίχη, 11 (24) του Μάρτη 1917.
_________

[1*] Στο χωριό θα αναπτυχθεί τώρα η πάλη για τη μικρή και εν μέρει τη μεσαία αγροτιά. Οι τσιφλικάδες, στηριζόμενοι στους εύπορους αγρότες, θα προσπαθούν να την υποτάξουν στην αστική τάξη. Εμείς, στηριζόμενοι στους μεροκαματιάρηδες εργάτες γης και στη φτωχολογιά, πρέπει να την οδηγούμε στη στενότατη συμμαχία με το προλεταριάτο της πόλης.

[2*] Βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 27ος, σελ. 51. Η Σύντ.

[3*] Σ’ ένα από τα επόμενα γράμματα ή σε ιδιαίτερο άρθρο θα σταθώ λεπτομερειακά σ’ αυτή την ανάλυση που δόθηκε ιδιαίτερα στον «εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία» του Μαρξ, στον πρόλογο του Ένγκελς στην 3η έκδοση αυτού του έργου και στα γράμματα: του Μαρξ της 12.IV.1871 και του Ένγκελς της 18-28.ΙΙΙ.1875. Θα σταθώ επίσης στην πλήρη διαστρέβλωση του μαρξισμού από τον Κάουτσκι στην πολεμική του τού 1912 ενάντια στον Πάνεκουκ στο ζήτημα της λεγόμενης «καταστροφής του κράτους» [25].


    Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1924
στο περιοδικό «Κομμουνιστίτσεσκι
     Ιντερνατσιονάλ», τεύχ. 3-4
Δημοσιεύεται σύμφωνα
                                            με το χειρόγραφο
__________




Γράμματα από μακριά

Γράμμα 4

Πώς να πετύχουμε την ειρήνη

Μόλις τώρα (12 (25) Μάρτη) διάβασα στη «Νέα Εφημερίδα της Ζυρίχης» (αρ. φύλ. 517 της 24/ΙΙΙ) την παρακάτω είδηση που μεταδόθηκε τηλεγραφικά από το Βερολίνο:

«Αγγέλλουν από τη Σουηδία, ότι ο Μαξίμ Γκόρκι έστειλε τόσο στην κυβέρνηση, όσο και στην Εκτελεστική Επιτροπή ένα ενθουσιώδες χαιρετιστήριο. Ο Γκόρκι χαιρετίζει τη νίκη του λαού ενάντια στους αντιδραστικούς αφεντάδες και καλεί όλα τα τέκνα της Ρωσίας να βοηθήσουν στο χτίσιμο του νέου ρωσικού κρατικού οικοδομήματος. Ταυτόχρονα καλεί την κυβέρνηση να στεφανώσει το απελευθερωτικό της έργο με τη σύναψη ειρήνης. Αυτή δεν πρέπει να είναι, λέει, μια ειρήνη με κάθε θυσία˙ η Ρωσία σήμερα έχει λιγότερους λόγους, από κάθε άλλη φορά, να επιζητεί ειρήνη με κάθε θυσία. Η ειρήνη αυτή πρέπει να είναι τέτοια που να δίνει στη Ρωσία τη δυνατότητα να ζήσει έντιμα δίπλα στους άλλους λαούς της γης. Αρκετό αίμα έχυσε πια η ανθρωπότητα˙ η νέα κυβέρνηση θα πρόσφερνε μια τεράστια υπηρεσία όχι μόνο απέναντι στη Ρωσία, μα και απέναντι σ’ όλη την ανθρωπότητα, αν κατόρθωνε να κλείσει γρήγορα ειρήνη».

Έτσι μεταδίδουν το γράμμα του Μ. Γκόρκι.

Δοκιμάζεις αίσθημα πικρίας, διαβάζοντας αυτό το γράμμα, το διαποτισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη από τις διαδομένες μικροαστικές προλήψεις. Ο συντάκτης αυτών των γραμμών έτυχε πολλές φορές, στις συναντήσεις του με τον Γκόρκι στο νησί Κάπρι, να του επιστήσει την προσοχή και να τον κατακρίνει για τα πολιτικά του λάθη. Ο Γκόρκι αντέκρουσε αυτές τις κατηγορίες με το αμίμητα ευχάριστο χαμόγελό του και την ανοιχτόκαρδη δήλωση: «Το ξέρω ότι είμαι κακός μαρξιστής. Κι έπειτα, όλοι εμείς, οι καλλιτέχνες, είμαστε άνθρωποι λιγάκι ακαταλόγιστοι». Είναι δύσκολο να το αμφισβητήσει αυτό κανείς.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γκόρκι είναι ένα τεράστιο λογοτεχνικό ταλέντο που ωφέλησε και θα ωφελήσει πολύ το παγκόσμιο προλεταριακό κίνημα.

Μα τι θέλει ο Γκόρκι και καταπιάνεται με την πολιτική;

Κατά τη γνώμη μου, το γράμμα του Γκόρκι εκφράζει τις εξαιρετικά διαδομένες προλήψεις όχι μόνο της μικροαστικής τάξης, μα και μιας μερίδας εργατών που βρίσκονται κάτω από την επιρροή της. Όλες οι δυνάμεις του Κόμματός μας, όλες οι προσπάθειες των συνειδητών εργατών πρέπει να κατευθυνθούν στην πεισματική, επίμονη, ολόπλευρη πάλη ενάντια σ’ αυτές τις προλήψεις.

Η τσαρική κυβέρνηση άρχισε και διεξήγαγε τούτο, το σημερινό, πόλεμο σαν ιμπεριαλιστικό, αρπακτικό, ληστρικό πόλεμο για να ληστεύει και να στραγγαλίζει τους αδύνατους λαούς. Η κυβέρνηση των Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ είναι τσιφλικάδικη και καπιταλιστική κυβέρνηση, αναγκασμένη να συνεχίσει και πρόθυμη να συνεχίσει έναν ίδιο και απαράλλακτο πόλεμο. Το να απευθύνεσαι σ’ αυτή την κυβέρνηση με πρόταση να κλείσει δημοκρατική ειρήνη είναι το ίδιο σαν να κάνεις κήρυγμα αρετής σε μαστροπούς.

Ας διασαφήσουμε τη σκέψη μας.

Τι είναι ιμπεριαλισμός;

Στην μπροσούρα μου: «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», που πριν ακόμη από την επανάσταση είχε δοθεί στο εκδοτικό «Πάρους», το οποίο είχε αναλάβει την έκδοσή της και είχε αναγγελθεί από το περιοδικό «Λέτοπις» [27], απαντούσα σ’ αυτό το ερώτημα έτσι:

«Ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης, στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ, και έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από της μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες» (κεφ. VII της παραπάνω μπροσούρας που αναγγέλθηκε στο «Λέτοπις», όταν ακόμη υπήρχε λογοκρισία, με τον τίτλο: Β. Ιλίν. «Ο νεότερος καπιταλισμός»).

Όλο το ζήτημα συνοψίζεται στο γεγονός ότι το κεφάλαιο αναπτύχθηκε σε τεράστιες διαστάσεις. Οι ενώσεις ενός μικρού αριθμού μεγάλων καπιταλιστών (καρτέλ, συνδικάτα, τραστ) διαχειρίζονται δισεκατομμύρια και μοιράζονται μεταξύ τους όλο τον κόσμο. Όλη η υδρόγειος έχει μοιραστεί. Τον πόλεμο τον προκάλεσε η σύγκρουση δυό ισχυρότατων ομάδων δισεκατομμυριούχων, της αγγλογαλλικής και της γερμανικής, για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.

Η αγγλογαλλική ομάδα καπιταλιστών θέλει πρώτα-πρώτα να ληστέψει τη Γερμανία, παίρνοντας τις αποικίες της (σχεδόν όλες πια έχουν παρθεί), και ύστερα την Τουρκία.

Η γερμανική ομάδα καπιταλιστών θέλει να πάρει την Τουρκία για λογαριασμό της και να αποζημιωθεί για την απώλεια των αποικιών με το άρπαγμα των γειτονικών της μικρών κρατών (του Βελγίου, της Σερβίας, της Ρουμανίας).

Να η πραγματική αλήθεια που την καλύπτουν με κάθε λογής αστικές ψευτιές για «απελευθερωτικό», «εθνικό» πόλεμο, «πόλεμο για το δίκιο και τη δικαιοσύνη» και άλλα παρόμοια μπιχλιμπίδια που μ’ αυτά οι καπιταλιστές ξεγελούν πάντα τον απλό λαό.

Η Ρωσία διεξάγει τον πόλεμο όχι με δικά της χρήματα. Το ρωσικό κεφάλαιο είναι μέτοχος του αγγλογαλλικού. Η Ρωσία διεξάγει τον πόλεμο για να ληστέψει την Αρμενία, την Τουρκία, τη Γαλικία.

Ο Γκουτσκόφ, ο Λβοφ, ο Μιλιουκόφ, οι τωρινοί υπουργοί μας, δεν είναι τυχαίοι άνθρωποι. Είναι εκπρόσωποι και αρχηγοί όλης της τάξης των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών. Είναι συνδεμένοι με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Οι καπιταλιστές δεν μπορούν να απαρνηθούν τα συμφέροντά τους, όπως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να σηκώσει ο ίδιος τον εαυτό του, τραβώντας τον από τα μαλλιά.

Δεύτερο, οι Γκουτσκόγ-Μιλιουκόφ και Σία συνδέονται με το αγγλογαλλικό κεφάλαιο. Διεξήγαν και διεξάγουν τον πόλεμο με ξένα λεπτά. Για τα δισεκατομμύρια που δανείστηκαν υποσχέθηκαν να πληρώσουν κάθε χρόνο για τόκους εκατοντάδες εκατομμύρια και να παίρνουν αυτό το φόρο υποτελείας με το ξεζούμισμα των ρώσων εργατών και των ρώσων αγροτών.

Τρίτο, οι Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ και Σία συνδέονται με την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ιαπωνία και άλλες ομάδες καπιταλιστών-ληστών με άμεσα σύμφωνα για τους ληστρικούς σκοπούς αυτού του πολέμου. Τα σύμφωνα αυτά τα είχε συνάψει ο τσάρος Νικόλαος Β΄. Οι Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ και Σία επωφελήθηκαν από την πάλη των εργατών ενάντια στην τσαρική μοναρχία, για να αρπάξουν την εξουσία, ενώ τα σύμφωνα, που σύναψε ο τσάρος  τ α  ε π ι κ ύ ρ ω σ α ν.

Αυτό το έκανε ολόκληρη η κυβέρνηση των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ στο διάγγελμά της, που μετάδωσε τηλεγραφικά στο εξωτερικό το «Τηλεγραφικό πρακτορείο της Πετρούπολης» στις 7 (20) του Μάρτη: «η κυβέρνηση» (των Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ) «θα τηρήσει πιστά όλα τα σύμφωνα που μας συνδέουν με τις άλλες Δυνάμεις» -αναφέρεται σ’ αυτό το διάγγελμα. Ο νέος υπουργός Εξωτερικών Μιλιουκόφ δήλωσε ακριβώς το ίδιο στο τηλεγράφημά του της 5 (18) του Μάρτη 1917 προς όλους τους εκπροσώπους της Ρωσίας στο εξωτερικό.

Όλα αυτά τα σύμφωνα είναι μυστικά και οι Μιλιουκόφ  και Σία δεν θέλουν να τα φέρουν στη δημοσιότητα για δυό λόγους: 1. φοβούνται το λαό που δεν θέλει το ληστρικό πόλεμο˙ 2. είναι συνδεμένοι με το αγγλογαλλικό κεφάλαιο που απαιτεί τα σύμφωνα να μείνουν μυστικά. Μα καθένας που διαβάζει εφημερίδες και μελετά το ζήτημα ξέρει ότι στα σύμφωνα αυτά γίνεται λόγος για καταλήστεψη της Κίνας από την Ιαπωνία, της Περσίας, της Αρμενίας, της Τουρκίας (ιδιαίτερα Κωνσταντινούπολη) και της Γαλικίας από τη Ρωσία, της Αλβανίας από την Ιταλία, της Τουρκίας και των γερμανικών αποικιών κτλ. από τη Γαλλία και την Αγγλία.

Έτσι έχουν τα πράγματα.

Γι’ αυτό το να απευθύνεται κανείς στην κυβέρνηση των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ με την πρόταση να κλείσει το γρηγορότερο μια έντιμη, δημοκρατική ειρήνη καλής γειτονίας είναι το ίδιο, σαν να απευθύνεται ένας αγαθός «παππούλης» του χωριού σε τσιφλικάδες και εμπόρους με την πρόταση να ζουν «θεοφοβούμενα», να αγαπούν τον πλησίον τους και να στρέφουν τη δεξιά τους, αν κανείς ραπίσει την αριστερά. Οι τσιφλικάδες και οι έμποροι ακούνε το κήρυγμα, εξακολουθούν να καταπιέζουν και να ληστεύουν το λαό και ενθουσιάζονται με τον «παππούλη», που ξέρει τόσο ωραία να παρηγορεί και να καθησυχάζει τους «μουζίκους».

Τον ίδιο ακριβώς ρόλο –ανεξάρτητα αν έχουν συνείδησή του ή όχι- παίζουν όλοι εκείνοι που απευθύνονται στις αστικές κυβερνήσεις με καλοκάγαθους λόγους περί ειρήνης, στη διάρκεια του σημερινού ιμπεριαλιστικού πολέμου. Οι αστικές κυβερνήσεις κάποτε αρνούνται ολότελα να ακούσουν τέτοιους λόγους και μάλιστα τους απαγορεύουν, κάποτε τους επιτρέπουν και μοιράζουν δεξιά και αριστερά υποσχέσεις, πως αυτές, λέει, γι’ αυτό και πολεμούν, για να κλειστεί το γρηγορότερο «η πιο δίκαιη» ειρήνη και πως ο μόνος φταίχτης είναι ο αντίπαλός τους. Οι κουβέντες για ειρήνη, που απευθύνονται στις αστικές κυβερνήσεις, αποδείχνονται στην πράξη εξαπάτηση του λαού.

Οι ομάδες των καπιταλιστών, που πλημμύρισαν τη γη στο αίμα για το μοίρασμα των εδαφών, των αγορών, των εκχωρήσεων, δεν μπορούν να κλείσουν «έντιμη» ειρήνη. Αυτοί μπορούν να κλείσουν μόνο επαίσχυντη ειρήνη, ειρήνη για το μοίρασμα της κλεμμένης λείας, για το μοίρασμα της Τουρκίας και των αποικιών.

Και εκτός απ’ αυτό η κυβέρνηση των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ δεν συμφωνεί αυτή τη στιγμή γενικά για ειρήνη, γιατί τώρα θα έπαιρνε από τη «λεία» «μόνο» την Αρμενία και ένα μέρος της Γαλικίας, ενώ αυτή θέλει ακόμη να αρπάξει την Κωνσταντινούπολη, κι ακόμη να πάρει πίσω από τους Γερμανούς την Πολωνία, που τόσο απάνθρωπα και ξετσίπωτα την καταπίεζε πάντα ο τσαρισμός. Έπειτα, η κυβέρνηση των Γκουτσκόφ-Μιλιουκόφ δεν είναι στην ουσία παρά εντολοδόχος του αγγλογαλλικού κεφαλαίου, που θέλει να κρατήσει τις αποικίες τις οποίες έκλεψε από τη Γερμανία και επί πλέον να αναγκάσει τη Γερμανία να δώσει πίσω το Βέλγιο κι ένα μέρος της Γαλλίας. Το αγγλογαλλικό κεφάλαιο βοήθησε τους Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ να εκθρονίσουν τον Νικόλαο Β΄, για να το βοηθήσουν «να νικήσει» τη Γερμανία.

Τι πρέπει να γίνει;

Για να πετύχουμε ειρήνη (και πολύ περισσότερο για να πετύχουμε πραγματικά δημοκρατική, πραγματικά έντιμη ειρήνη), πρέπει η κρατική εξουσία να ανήκει όχι στους τσιφλικάδες και στους καπιταλιστές, αλλά στους εργάτες και στους φτωχούς αγρότες. Οι τσιφλικάδες και οι καπιταλιστές αποτελούν μια μηδαμινή μειοψηφία του πληθυσμού˙ οι καπιταλιστές, όπως είναι πασίγνωστο, κερδίζουν ιλιγγιώδη ποσά από τον πόλεμο. 

Οι εργάτες και οι φτωχοί αγρότες αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού. Αυτοί δεν θησαυρίζουν από τον πόλεμο, μα καταστρέφονται και πεινούν. Αυτοί δεν συνδέονται με το κεφάλαιο ούτε με τις συμφωνίες ανάμεσα στις ληστρικές ομάδες των καπιταλιστών˙ αυτοί μπορούν και θέλουν ειλικρινά να βάλουν τέρμα στον πόλεμο.

Αν η κρατική εξουσία στη Ρωσία ανήκε στα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών, τα Σοβιέτ αυτά και το εκλεγμένο απ’ αυτά Πανρωσικό Σοβιέτ θα μπορούσαν και ασφαλώς θα συμφωνούσαν να πραγματοποιήσουν το πρόγραμμα ειρήνης, που το Κόμμα μας (το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας) χάραξε ακόμη από τις 13 του Οκτώβρη 1915, στο φύλ. αρ. 47 της «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», Κεντρικού Οργάνου αυτού του Κόμματος (που εξαιτίας του ζυγού της τσαρικής λογοκρισίας εκδιδόταν τότε στη Γενεύη).

Αυτό το πρόγραμμα ειρήνης θα ήταν, αναμφίβολα το παρακάτω:

1. Το Πανρωσικό Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών (ή το Σοβιέτ Πετρούπολης που το αντικαθιστά προσωρινά) θα δήλωνε αμέσως ότι αυτό δεν δεσμεύεται από κανενός είδους σύμφωνα ούτε της τσαρικής μοναρχίας, ούτε των αστικών κυβερνήσεων.

2. Θα δημοσίευε αμέσως όλα αυτά τα σύμφωνα, για να παραδώσει στη δημόσια καταισχύνη τους ληστρικούς σκοπούς της τσαρικής μοναρχίας και όλων ανεξαίρετα των αστικών κυβερνήσεων.

3. Θα πρότεινε αμέσως και ανοιχτά σε όλες τις εμπόλεμες Δυνάμεις να κλείσουν ευθύς ανακωχή.

4. Θα δημοσίευε αμέσως, για να πληροφορηθεί όλος ο λαός, τους δικούς μας όρους ειρήνης, δηλ. των εργατών και αγροτών: 

• απελευθέρωση όλων των αποικιών˙

• απελευθέρωση όλων των εξαρτημένων, καταπιεζόμενων και ανισότιμων λαών.

5. Θα δήλωνε πως δεν περιμένει καλό από τις αστικές κυβερνήσεις και προτείνει στους εργάτες όλων των χωρών να τις ανατρέψουν και να μεταβιβάσουν όλη την κρατική εξουσία στα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών.

6. Θα δήλωνε πως τα δάνεια των δισεκατομμυρίων που συνήψαν οι αστικές κυβερνήσεις για τη διεξαγωγή αυτού του εγκληματικού, ληστρικού πολέμου μπορούν να τα πληρώσουν οι ίδιοι οι κύριοι καπιταλιστές και ότι οι εργάτες και οι αγρότες δεν αναγνωρίζουν αυτά τα χρέη. Το να πληρώνεις τόκους γι’ αυτά τα δάνεια, σημαίνει να πληρώνεις για πολλά χρόνια φόρο υποτελείας στους καπιταλιστές, γιατί είχαν την καλοσύνη να επιτρέψουν στους εργάτες να αλληλοσκοτώνονται για το μοίρασμα της λείας από τους καπιταλιστές.

Εργάτες και αγρότες! –θα έλεγε το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών- συμφωνάτε να πληρώνετε κάθε χρόνο εκατοντάδες εκατομμύρια ρούβλια στους κυρίους καπιταλιστές σαν αμοιβή για τον πόλεμο που έγινε με σκοπό το μοίρασμα των αφρικανικών αποικιών, της Τουρκίας κτλ;

Γι’ αυτούς λοιπόν τους όρους ειρήνης, κατά τη γνώμη μου, το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών θα συμφωνούσε να διεξάγει πόλεμο ενάντια σε οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση και ενάντια σε όλες τις αστικές κυβερνήσεις του κόσμου, γιατί αυτός θα ήταν ένας πραγματικά δίκαιος πόλεμος, γιατί όλοι οι εργάτες και οι εργαζόμενοι όλων των χωρών θα βοηθούσαν στην επιτυχία του. 

Τώρα ο γερμανός εργάτης βλέπει πως τη φιλοπόλεμη μοναρχία στη Ρωσία την αντικαθιστά μια φιλοπόλεμη δημοκρατία, μια δημοκρατία των καπιταλιστών που θέλουν να συνεχίσουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που επικυρώνουν τα ληστρικά σύμφωνα της τσαρικής μοναρχίας.

Κρίνετε μόνοι σας, μπορεί να συνεχιστεί ο πόλεμος, μπορεί να διατηρηθεί η κυριαρχία των καπιταλιστών στην υφήλιο, αν ο ρωσικός λαός, που τον βοήθησαν και τον βοηθούν οι ζωντανές αναμνήσεις της μεγάλης επανάστασης του «πέντε», κατακτήσει πλήρη ελευθερία και δώσει όλη την κρατική εξουσία στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών και αγροτών βουλευτών;

Ν. Λένιν

Ζυρίχη, 12 (25) του Μάρτη 1917.


    Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1924
στο περιοδικό «Κομμουνιστίτσεσκι
     Ιντερνατσιονάλ», τεύχ. 3-4
Δημοσιεύεται σύμφωνα
                                            με το χειρόγραφο
_________




Γράμματα από μακριά

Γράμμα 5

Τα καθήκοντα της επαναστατικής προλεταριακής κρατικής συγκρότησης

Στα προηγούμενα γράμματα τα καθήκοντα του επαναστατικού προλεταριάτου στη Ρωσία στην τωρινή στιγμή είχαν καθοριστεί ως εξής: (1) να καταφέρουμε να φτάσουμε από τον πιο σίγουρο δρόμο στο επόμενο στάδιο της επανάστασης ή στη δεύτερη επανάσταση, η οποία (2) πρέπει να πάρει την κρατική εξουσία από τα χέρια της κυβέρνησης των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών (των Γκουτσκόφ, των Λβοφ, των Μιλιουκόφ, των Κερένσκι) και να τη μεταβιβάσει στα χέρια της κυβέρνησης των εργατών και φτωχών αγροτών. (3) Η τελευταία αυτή κυβέρνηση πρέπει να οργανωθεί σύμφωνα με τον τύπο των Σοβιέτ των εργατών και αγροτών βουλευτών, συγκεκριμένα (4) αυτή πρέπει να τσακίσει και να βγάλει ολότελα από τη μέση την παλιά και συνηθισμένη σε όλα τα αστικά κράτη κρατική μηχανή, το στρατό, την αστυνομία και τη γραφειοκρατία (υπαλληλία), αντικαθιστώντας αυτή τη μηχανή (5) όχι μόνο με τη μαζική, αλλά και με την καθολικά-γενική οργάνωση του ένοπλου λαού. (6) Μ ό ν ο  μια τέτοια κυβέρνηση, «τέτοια» από την άποψη της ταξικής της σύνθεσης («επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς») και των διοικητικών της οργάνων («προλεταριακή πολιτοφυλακή») είναι σε θέση να λύσει με επιτυχία το εξαιρετικά δύσκολο και απόλυτα επείγον, το κυριότατο καθήκον της στιγμής, και συγκεκριμένα: να πετύχει την ειρήνη και όχι ειρήνη ιμπεριαλιστική, όχι συναλλαγή ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις για το μοίρασμα της λείας που έχουν αρπάξει οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους, αλλά πραγματικά σταθερή και δημοκρατική ειρήνη, που είναι ανέφικτη χωρίς την προλεταριακή επανάσταση σε μια σειρά χώρες. (7) Στη Ρωσία η νίκη του προλεταριάτου μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πιο κοντινό μέλλον  μ ό ν ο  με τον όρο ότι το πρώτο της βήμα θα είναι η υποστήριξη των εργατών από την τεράστια πλειοψηφία της αγροτιάς στην πάλη του για τη δήμευση της τσιφλικάδικης γαιοκτησίας (και την εθνικοποίηση όλης της γης, αν παραδεχτούμε ότι το αγροτικό πρόγραμμα «των 104» έμεινε στην ουσία του αγροτικό πρόγραμμα της αγροτιάς [28]). (8) Σε συνδυασμό και στη βάση μιας τέτοιας αγροτικής επανάστασης είναι δυνατά και απαραίτητα τα παραπέρα μέτρα του προλεταριάτου σε συμμαχία με τη φτωχή μερίδα της αγροτιάς, μέτρα που αποβλέπουν στον έλεγχο της παραγωγής και της διανομής των πιο σπουδαίων προϊόντων, στην καθιέρωση της «γενικής υποχρεωτικής εργασίας» κτλ. Τα μέτρα αυτά υπαγορεύονται με απόλυτη αναγκαιότητα από τις συνθήκες που δημιούργησε ο πόλεμος και που θα τις οξύνει μάλιστα από πολλές απόψεις η μεταπολεμική περίοδος˙ στο σύνολό τους και στην εξέλιξή τους τα μέτρα αυτά θα αποτελούσαν πέρασμα στο σοσιαλισμό, που άμεσα, μονομιάς, χωρίς μεταβατικά μέτρα δεν είναι πραγματοποιήσιμος στη Ρωσία, αλλά είναι πέρα για πέρα πραγματοποιήσιμος και ζωτικά αναγκαίος σαν αποτέλεσμα τέτοιου είδους μεταβατικών μέτρων. (9) Το καθήκον της άμεσης και ιδιαίτερης οργάνωσης στα χωριά Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, δηλαδή Σοβιέτ μισθωτών εργατών γης, χωριστά από τα Σοβιέτ των άλλων αγροτών βουλευτών, προβάλλει εδώ εξαιρετικά επιτακτικά.

Αυτό είναι σε συντομία το πρόγραμμα που χαράξαμε και που βασίζεται στον υπολογισμό των ταξικών δυνάμεων της ρωσικής και της παγκόσμιας επανάστασης, καθώς και στην πείρα του 1871 και του 1905.

Ας δοκιμάσουμε τώρα να ρίξουμε μια γενική ματιά σ’ αυτό το πρόγραμμα στο σύνολό του, αφού σταθούμε στα πεταχτά στο πως αντιμετώπισε το θέμα αυτό ο Κ. Κάουτσκι, ο μεγαλύτερος θεωρητικός της «2ης» (1889-1914) Διεθνούς και ο πιο επιφανής εκπρόσωπος του ρεύματος του «κέντρου», του «βάλτου» που παρατηρείται σε όλες τις χώρες και που ταλαντεύεται ανάμεσα στους σοσιαλσοβινιστές και τους επαναστάτες διεθνιστές. Ο Κάουτσκι εξέτασε το θέμα αυτό στο περιοδικό «Νέοι Καιροί» [29] («Die Neue Zeit», τεύχος της 6 του Απρίλη 1917 με το νέο ημερολόγιο), στο άρθρο: «Προοπτικές της ρωσικής επανάστασης».

«Πρώτα απ’ όλα –γράφει ο Κάουτσκι- πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα καθήκοντα που μπαίνουν μπροστά στο επαναστατικό προλεταριακό καθεστώς» (κρατική συγκρότηση).

«Δυό πράγματα –συνεχίζει ο συγγραφέας- είναι επιτακτικά αναγκαία για το προλεταριάτο: η δημοκρατία και ο σοσιαλισμός».

Αυτή η εντελώς αδιαφιλονίκητη θέση ο Κάουτσκι την προβάλλει, δυστυχώς, σε υπερβολικά γενική μορφή, έτσι που η θέση αυτή, στην ουσία, δεν δίνει τίποτε και δεν ξεκαθαρίζει τίποτε. Ο Μιλιουκόφ και ο Κερένσκι, μέλη της αστικής και ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης, θα υπόγραφαν πρόθυμα αυτή τη γενική θέση, ο ένας στο πρώτο και ο άλλος στο δεύτερο μέρος της… [1*]


[1*] Στο σημείο αυτό το χειρόγραφο διακόπτεται. Η Σύντ.


Γράφτηκε στις 26 του Μάρτη
     (8 του Απρίλη 1917)


       Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1924
στο περιοδικό «Μπολσεβίκ», τεύχ. 3-4
Δημοσιεύεται σύμφωνα
                                            με το χειρόγραφο

_________

Σημειώσεις

[1] Οι συντομεύσεις που έκανε η Συντακτική επιτροπή της «Πράβντα» στο πρώτο «Γράμμα από μακριά» αποτελούν περίπου το ένα πέμπτο του κειμένου. Οι συντομεύσεις αφορούν κυρίως το χαρακτηρισμό των ηγετών των συμβιβαστικών κομμάτων, που είναι λακέδες της αστικής τάξης –των μενσεβίκων και των εσέρων και τις προσπάθειές τους να κρύψουν ότι στην ανατροπή του Νικολάου Ρομάνοφ πήραν μέρος μαζί με τους καντέτους και τους οκτωβριστές και εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Αγγλίας και της Γαλλίας˙ καθώς επίσης και το ξεσκέπασμα από τον Λένιν των μοναρχικών και ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων της Προσωρινής κυβέρνησης που συνέχιζε τον αρπακτικό πόλεμο.

[2] Ο Λένιν έχει υπόψη του το Σοβιέτ Πετρούπολης των εργατών βουλευτών, που εμφανίστηκε στις πρώτες μέρες της επανάστασης του Φλεβάρη. Οι εκλογές στο Σοβιέτ οργανώθηκαν αυτόβουλα, στην αρχή σε μερικές φάμπρικες και εργοστάσια, κατόπιν μέσα σε λίγες μέρες αγκάλιασαν όλες τις επιχειρήσεις. Στις 27 του Φλεβάρη (12 του Μάρτη) πριν ακόμη συνέλθει το Σοβιέτ στην πρώτη του συνεδρίαση, οι μενσεβίκοι-λικβινταριστές Κ. Α. Γκβόζντιεφ, Μπ. Ο. Μπογκντάνοφ και τα μέλη της Κρατικής Δούμας Ν. Σ. Τσχεΐτζε, Μ. Ι. Σκόμπελιεφ κ.α. ανακήρυξαν τον εαυτό τους Προσωρινή Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ, θέλοντας να κρατήσουν αυτοί την καθοδήγηση του Σοβιέτ. Στην πρώτη συνεδρίαση του Σοβιέτ, το βράδυ της ίδιας μέρας, εκλέχτηκε το προεδρείο (Ν. Σ. Τσχεΐτζε, Α. Φ. Κερένσκι και Μ. Ι. Σκόμπελιεφ). Στην Εκτελεστική Επιτροπή, εκτός από τα μέλη του προεδρείου, μπήκαν οι Α. Γκ. Σλιάπνικοφ, Ν. Ν. Σουχάνοφ, Γ. Μ. Στεκλόφ και παραχωρήθηκαν θέσεις για τους εκπροσώπους των Κεντρικών επιτροπών και των Επιτροπών Πετρούπολης των Σοσιαλιστικών κομμάτων. Το Κόμμα των εσέρων, αν και στην αρχή εκφράστηκε κατά της οργάνωσης του Σοβιέτ, κατόπιν όρισε εκπροσώπους του στο Σοβιέτ (Β. Α. Αλεξαντρόβιτς, Β. Μ. Ζενζίνοφ κ.α.).

Το Σοβιέτ ανακήρυξε τον εαυτό του όργανο των εργατών και στρατιωτών βουλευτών και στην ουσία ήταν το Πανρωσικό κέντρο ως το Ι συνέδριο των Σοβιέτ (Ιούνης του 1917). Την 1 (14) του Μάρτη η Εκτελεστική Επιτροπή συμπληρώθηκε με εκπροσώπους των στρατιωτών: Φ. Φ. Λίντε, Α. Ι. Παντέριν, Α. Ντ. Σαντόβσκι κ.α. Στο γραφείο της Εκτελεστικής Επιτροπής μπήκαν οι Ν. Σ. Τσχεΐτζε, Γ. Μ. Στεκλόφ, Μπ. Ο. Μπογκντάνοφ, Π. Ι. Στούτσκα, Π. Α. Κράσικοφ, Κ. Α. Γκβόζντιεφ κ.α. Στην Επιτροπή της Κρατικής Δούμας εκλέχτηκαν αντιπρόσωποι οι Ν. Σ. Τσχεΐτζε και Α. Φ. Κερένσκι.

Στις 28 του Φλεβάρη (13 του Μάρτη) δημοσιεύτηκε η Διακήρυξη «Προς τον πληθυσμό της Πετρούπολης και της Ρωσίας» με το σύνθημα να συσπειρωθεί γύρω από το Σοβιέτ και να πάρει στα χέρια του τη διεύθυνση όλων των τοπικών υποθέσεων. Στις 3 (16) του Μάρτη συγκροτήθηκαν οι επιτροπές των Σοβιέτ: επισιτισμού, στρατιωτικών, ασφάλειας της πόλης, των γραμμάτων, από την οποία σχηματίστηκε ο αρχικός πυρήνας της Συντακτικής επιτροπής της εφημερίδας «Ισβέστιγια» (Ν. Ντ. Σόκολοφ, Γ. Μ. Στεκλόφ, Ν. Ν. Σουχάνοφ, Κ. Σ. Γκρινέβιτς, μετά Β. Α. Μπαζάροφ και Μπ. Β. Αβίλοφ).

Στις συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής με δικαίωμα συμβουλευτικής ψήφου έπαιρναν μέρος οι σοσιαλδημοκρατικές ομάδες της Κρατικής Δούμας όλων των περιόδων, πέντε αντιπρόσωποι της Επιτροπής των στρατιωτών, δυό αντιπρόσωποι από το Κεντρικό γραφείο των συνδικάτων, αντιπρόσωποι από τα Σοβιέτ των συνοικιών, από τη Συντακτική επιτροπή της «Ισβέστιγια» κ.α.

Το Σοβιέτ όρισε απεσταλμένους για την οργάνωση των Σοβιέτ των συνοικιών, άρχισε η συγκρότηση της αστυνομίας (100 άτομα σε 1000 εργάτες).

Παρ’ όλο που η καθοδήγηση του Σοβιέτ βρέθηκε στα χέρια των συμβιβαστών, όμως κάτω από την πίεση των επαναστατών εργατών και στρατιωτών το Σοβιέτ πήρε μια σειρά επαναστατικά μέτρα: σύλληψη των εκπροσώπων της παλιάς εξουσίας και απελευθέρωση από τις φυλακές των πολιτικών κρατουμένων.

Την 1 (14) του Μάρτη το Σοβιέτ εξέδωσε τη «Διαταγή αρ. 1 για τη φρουρά της στρατιωτικής περιοχής της Πετρούπολης», που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην επαναστατικοποίηση του στρατού. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, τα στρατιωτικά τμήματα ως προς τις πολιτικές ενέργειες υποτάσσονταν στο Σοβιέτ, κάθε είδος οπλισμού έμπαινε στη διάθεση και κάτω από τον έλεγχο των Επιτροπών των λόχων και των ταγμάτων, οι διαταγές της Προσωρινής επιτροπής της Κρατικής Δούμας έπρεπε να εκτελούνται μόνο στις περιπτώσεις που δεν ήταν αντίθετες με τις διαταγές του Σοβιέτ, κ.ο.κ.

Ωστόσο, στην αποφασιστική στιγμή, τη νύχτα της 2 (15) του Μάρτη, οι συμβιβαστές από την Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ εθελοντικά παραχώρησαν την εξουσία στην αστική τάξη, επικύρωσαν τη σύνθεση της Προσωρινής κυβέρνησης από την αστική τάξη και τους τσιφλικάδες. Η πράξη αυτή συνθηκολόγησης με την αστική τάξη δεν ήταν γνωστή στο εξωτερικό, μια και οι εφημερίδες πιο αριστερές από τις καντέτικες απαγορεύονταν να βγουν στο εξωτερικό. Ο Β. Ι. Λένιν έμαθε γι’ αυτό όταν ήρθε στη Ρωσία.

[3] Η Διακήρυξη της Βασιλείας – η Διακήρυξη σχετικά με τον πόλεμο, η οποία ψηφίστηκε από το Έκτακτο διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο της Βασιλείας, που έγινε στις 24-25 του Νοέμβρη 1912. Η Διακήρυξη προειδοποιούσε τους λαούς για τον κίνδυνο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου που πλησίαζε, αποκάλυπτε τους ληστρικούς σκοπούς του πολέμου αυτού και καλούσε τους εργάτες όλων των χωρών σε αποφασιστική πάλη για την ειρήνη, αντιπαραθέτοντας «στον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό την ισχύ της διεθνούς αλληλεγγύης του προλεταριάτου». Στη Διακήρυξη της Βασιλείας μπήκε το μέρος από την απόφαση του συνεδρίου της Στουτγάρδης του 1907, που διατυπώθηκε από τον Λένιν: ότι σε περίπτωση έκρηξης ιμπεριαλιστικού πολέμου οι σοσιαλιστές πρέπει να προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν την οικονομική και πολιτική κρίση που προκαλεί ο πόλεμος, για να επιταχύνουν την πτώση της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας, για τον αγώνα υπέρ της σοσιαλιστικής επανάστασης.

[4] «Οκιστές» -μενσεβίκοι, ενωμένοι στο καθοδηγητικό τους κέντρο- την Οργανωτική επιτροπή (ΟΕ), που δημιουργήθηκε το 1912 στη συνδιάσκεψη των λικβινταριστών του Αυγούστου. Στα χρόνια του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου η ΟΕ υποστήριζε τις θέσεις του σοσιαλσοβινισμού, δικαιολογούσε τον πόλεμο από την πλευρά του τσαρισμού, προπαγάνδιζε τις ιδέες του εθνικισμού και του σοβινισμού. Η ΟΕ έβγαζε το περιοδικό «Νάσε Ζαριά» και μετά το κλείσιμό του έβγαζε το «Νάσε Ντιέλο», ύστερα το «Ντιέλο» και τις εφημερίδες «Ραμπότσεγε Ούτρο» και μετά την «Ούτρο». Η ΟΕ λειτούργησε ως τις εκλογές της ΚΕ του Μενσεβίκικου κόμματος τον Αύγουστο του 1917. Εκτός από την ΟΕ, που δρούσε στη Ρωσία, υπήρχε και η Γραμματεία Εξωτερικού της ΟΕ αποτελούμενη από πέντε γραμματείς (Π. Μπ. Αξελρόντ, Ι. Σ. Άστροφ-Ποβές, Γ. Ο. Μάρτοφ, Α. Σ. Μαρτίνοφ, Σ. Γ. Σεμκόβσκι), που κρατούσε θέση παραπλήσια με τον κεντρισμό και, καλυπτόμενη με διεθνιστικές φράσεις, στην πράξη υποστήριζε τους σοσιαλσοβινιστές της Ρωσίας. Η ΓΕΟΕ έβγαζε το όργανό της –την εφημερίδα «Ισβέτσιγια της Γραμματείας Εξωτερικού της Οργανωτικής Επιτροπής του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού Κόμματος της Ρωσίας» που έβγαινε στη Γενεύη από το Φλεβάρη του 1915 ως το Μάρτη του 1917.

[5] Οκτωβριστές – μέλη του Κόμματος των οκτωβριστών (ή της «Ένωσης της 17 του Οκτώβρη»), που ιδρύθηκε στη Ρωσία μετά τη δημοσίευση του τσαρικού διαγγέλματος της 17 (30) του Οκτώβρη 1905. Ήταν Κόμμα αντεπαναστατικό που εκπροσωπούσε και υπεράσπιζε τα συμφέροντα της μεγάλης αστικής τάξης και των τσιφλικάδων που οργάνωναν την οικονομία τους με καπιταλιστικό τρόπο˙ επικεφαλής του Κόμματος ήταν ο γνωστός βιομήχανος και ιδιοκτήτης σπιτιών της Μόσχας Α. Ι. Γκουτσκόφ και ο μεγαλοτσιφλικάς Μ. Β. Ροντζιάνκο. Οι οκτωβριστές υποστήριζαν πέρα για πέρα την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης. Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου οι οκτωβριστές μπήκαν στον αντιπολιτευτικό «προοδευτικό συνασπισμό» που απαιτούσε τη δημιουργία υπεύθυνης κυβέρνησης, δηλ. κυβέρνησης που θα είχε την εμπιστοσύνη των αστοτσιφλικάδικων κύκλων. Μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη οι οκτωβριστές έγιναν κυβερνητικό Κόμμα, πάλευαν δραστήρια ενάντια στη σοσιαλιστική επανάσταση που ωρίμαζε στη Ρωσία. Ο αρχηγός του Κόμματος των οκτωβριστών Γκουτσκόφ ήταν μέλος της πρώτης Προσωρινής κυβέρνησης σαν υπουργός Στρατιωτικών. Μετά τη Μεγάλη Οχτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση οι οκτωβριστές πάλευαν δραστήρια κατά της Σοβιετικής εξουσίας.

[6] «Ειρηνικοί ανακαινιστές» - κόμμα της «ειρηνικής ανακαίνισης», συνταγματικής-μοναρχικής οργάνωσης της μεγαλοαστικής τάξης και των τσιφλικάδων, που διαμορφώθηκε οριστικά το 1906 μετά τη διάλυση της Ι Κρατικής Δούμας. Το Κόμμα αυτό συνένωνε τους «αριστερούς οκτωβριστές» και τους «δεξιούς καντέτους». Ηγέτες των ειρηνικών ανακαινιστών ήταν οι Π. Α. Χάιντεν, Ν. Ν. Λβοφ, Π. Π. Ριαμποσίνσκι, Μ. Α. Σταχόβιτς, Ε. Ν. και Γκ. Ν. Τρουμπετσκόι, Ντ. Ν. Σίποφ κ.α. Ως προς το πρόγραμμά του το Κόμμα αυτό προσέγγιζε πολύ με τους οκτωβριστές. Η δράση του απόβλεπε στην υπεράσπιση των συμφερόντων της εμποροβιομηχανικής αστικής τάξης και των τσιφλικάδων, που είχαν οργανωμένη την οικονομία τους με καπιταλιστικό τρόπο. Στην ΙΙΙ Κρατική Δούμα το Κόμμα της «ειρηνικής ανακαίνισης» ενώθηκε με το λεγόμενο Κόμμα των «δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων» και σχημάτισαν μαζί την ομάδα των «προοδευτικών».

[7] Καντέτοι – μέλη του Συνταγματικού-δημοκρατικού κόμματος, του κύριου Κόμματος της φιλελεύθερης μοναρχικής αστικής τάξης της Ρωσίας. Το Κόμμα των καντέτων ιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1905˙ αποτελούνταν από εκπροσώπους της αστικής τάξης, από τσιφλικάδες παράγοντες των ζέμστβο και από αστούς διανοούμενους. Επιφανείς παράγοντες των καντέτων ήταν οι: Π. Ν. Μιλιουκόφ, Σ. Α. Μούρομτσεφ, Β. Α. Μακλάκοφ, Α. Ι. Σινγκαριόφ, Π. Μπ. Στρούβε, Φ. Ι. Ροντίτσεφ κ.α. Σε συνέχεια οι καντέτοι μετατράπηκαν σε κόμμα της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου οι καντέτοι υποστήριζαν δραστήρια την κατακτητική εξωτερική πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης. Στην περίοδο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του Φλεβάρη προσπαθούσαν να σώσουν τη μοναρχία. Οι καντέτοι, κατέχοντας καθοδηγητική θέση στην αστική Προσωρινή κυβέρνηση, εφάρμοζαν αντιλαϊκή, αντεπαναστατική πολιτική, αρεστή στους αμερικανο-αγγλο-γάλλους ιμπεριαλιστές. Μετά τη νίκη της Μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης οι καντέτοι ήταν άσπονδοι εχθροί της Σοβιετικής εξουσίας, πήραν μέρος σε όλες τις ένοπλες αντεπαναστατικές εκδηλώσεις και τις εκστρατείες των επεμβασιών. Στο εξωτερικό, όπου κατέφυγαν μετά τη συντριβή των επεμβασιών και των λευκοφρουριτών, οι καντέτοι συνέχισαν την αντισοβιετική, αντεπαναστατική τους δράση.

[8] Οι Επιτροπές πολεμικής βιομηχανίας δημιουργήθηκαν στη Ρωσία το Μάη του 1915 από τη μεγαλοαστική ιμπεριαλιστική τάξη για να βοηθήσουν τον τσαρισμό στη διεξαγωγή του πολέμου. Πρόεδρος της Κεντρικής επιτροπής πολεμικής βιομηχανίας ήταν ο Α. Ι. Γκουτσκόφ, ένας από τους μεγαλύτερους καπιταλιστές και αρχηγός των οκτωβριστών. Μέλη της Επιτροπής ήταν ο εργοστασιάρχης Α. Ι. Κονοβάλοφ, ο τραπεζίτης και ιδιοκτήτης εργοστασίου ζάχαρης Μ. Ι. Τερεστσένκο κ.α. Στην προσπάθειά της να υποτάξει τους εργάτες στην επιρροή της και να τους μεταδώσει αμυνίτικες διαθέσεις, η αστική τάξη αποφάσισε να οργανώσει «εργατικές ομάδες» δίπλα στις Επιτροπές και να δείξει μ’ αυτό τον τρόπο ότι στη Ρωσία αποκαταστάθηκε η «ταξική ειρήνη» ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Οι μπολσεβίκοι μποϋκόταραν τις Επιτροπές πολεμικής βιομηχανίας και, έχοντας την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργατών, το πραγματοποίησαν αυτό με επιτυχία.

Ύστερα από τη διαφωτιστική δουλειά που έκαναν οι μπολσεβίκοι, από το συνολικό αριθμό των 239 περιφερειακών και τοπικών Επιτροπών πολεμικής βιομηχανίας, εκλογές «εργατικών ομάδων» έγιναν μόνο σε 70 Επιτροπές, όμως εκπρόσωποι των εργατών εκλέχτηκαν μόνο σε 36 επιτροπές.

[9] «The Times» («Οι Καιροί») – καθημερινή εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1785 στο Λονδίνο, κύριο όργανο της συντηρητικής αγγλικής αστικής τάξης. Μια από τις εφημερίδες με επιρροή, καλά κατατοπισμένη, που ασκούσε πίεση στην πολιτική των μικρών χωρών. Μέσω των ανταποκριτών της η εφημερίδα ήταν ενημερωμένη για τα γεγονότα στη Ρωσία το 1905 και το 1917.

[10] Η πρώτη Προσωρινή κυβέρνηση –η «Προσωρινή επιτροπή της Κρατικής δούμας»- σχηματίστηκε στις 27 του Φλεβάρη (12 του Μάρτη) 1917, όταν σε απάντηση στο τηλεγράφημα του Συμβουλίου των αρχηγών των Κομμάτων της IV Δούμας προς τον τσάρο για την κρίσιμη κατάσταση στην Πετρούπολη και για την αναγκαιότητα να παρθούν άμεσα μέτρα «για τη σωτηρία της πατρίδας και της δυναστείας», ο πρόεδρος της Δούμας Μ. Β. Ροντζιάνκο πήρε το τσαρικό διάταγμα για τη διάλυση της Δούμας. Μέσα σε συνθήκες, που οι μάζες του εξεγερμένου λαού κύκλωσαν το μέγαρο της Ταυρίδας, πλημμύρισαν το γειτονικό με τη Δούμα τομέα, ενώ οι στρατιώτες και οι οπλισμένοι εργάτες γέμισαν το κτίριο της Δούμας, οι βουλευτές της Δούμας συγκεντρώθηκαν σε ανεπίσημη σύσκεψη και βιαστικά εξέλεξαν την Προσωρινή επιτροπή για την «τήρηση της τάξης στην Πετρούπολη και για τις σχέσεις με τα διάφορα ιδρύματα και πρόσωπα».

Στη σύνθεση της Προσωρινής επιτροπής μπήκαν οι δεξιοί Β. Β. Σούλγκιν και Ν. Ι. Λβοφ, οι οκτωβριστές Σ. Ι. Σιντλόβσκι, Ι. Ι. Ντμιτριουκόφ και Μ. Β. Ροντζιάνκο (πρόεδρος), οι «προοδευτικοί» Β. Α. Ρζέβσκι και Α. Ι. Κονοβάλοφ, οι καντέτοι Π. Ν. Μιλιουκόφ και Ν. Β. Νεκράσοφ, ο τρουντοβίκος Α. Φ. Κερένσκι και ο μενσεβίκος Ν. Σ. Τσχεΐτζε.

[11] Στο Ρωσικό γραφείο της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ στις 9 (22) του Μάρτη 1917 ανήκαν οι: Α. Ν. Ελιζάροβα, Κ. Σ. Ερεμέγεφ, Β. Ν. Ζαλέζσκι, Π. Α. Ζαλούτσκι, Μ. Ι. Καλίνιν, Β. Μ. Μόλοτοφ, Μ. Σ. Ολμίνσκι, Α. Μ. Σμιρνόφ, Ε. Ντ. Στάσοβα, Μ. Ι. Ουλιάνοβα, Μ. Ι. Χαχαριόφ, Κ. Μ. Σβέντσικοφ, Α. Γκ. Σλιάπνικοφ, Κ. Ι. Σουτκό. Στις 12 (25) του Μάρτη στο Γραφείο της ΚΕ μπήκαν οι Γκ. Ι. Μπόκιϊ, Μ. Κ. Μουράνοφ και με συμβουλευτική ψήφο ο Ι. Β. Στάλιν.

Η επιτροπή Πετρούπολης του ΣΔΕΚΡ συγκροτήθηκε στη συνεδρίαση της 2 (15) του Μάρτη 1917 και μπήκαν όλα τα μέλη της ΕΠ, που συγκαλούνταν παράνομα και ένας αριθμός από τα νέα μέλη που ορίστηκαν με κοπτάτσια. Στη σύνθεσή του μπήκαν οι: Μπ. Β. Αβίλοφ, Ν. Κ. Αντίποφ, Μπ. Α. Ζεμτσούζιν, Β. Ν. Ζαλέζκσι, Μ. Ι. Καλίνιν, Ν. Π. Καμαρόφ, Λ. Μ. Μιχάηλοφ, Β. Μ. Μόλοτοφ, Κ. Ορλόφ, Ν. Ι. Ποντβόισκι, Π. Ι. Στούτσκα, Β. Β. Σμιντ, Κ. Ι. Σουτκό. Από το Γραφείο της ΚΕ στην ΕΠ μπήκε ο Α. Γκ. Σλιάπνικοφ.

Συνδιάσκεψη του Γενάρη ο Λένιν ονομάζει την Έκτη Πανρωσική συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ που έγινε στην Πράγα στις 5-17 (18-30) του Γενάρη 1912 και ουσιαστικά έπαιξε ρόλο συνεδρίου του Κόμματος. Τη συνδιάσκεψη την καθοδηγούσε ο Β. Ι. Λένιν. Έκανε τις εισηγήσεις για τη σημερινή στιγμή και τα καθήκοντα του κόμματος, για τη δουλειά του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου και μίλησε για άλλα επίσης ζητήματα. Ο Λένιν ήταν ο συντάκτης των σχεδίων αποφάσεων για όλα τα σπουδαιότερα ζητήματα της ημερήσιας διάταξης της συνδιάσκεψης. 

Τεράστια σημασία και από άποψη αρχών και από πρακτική άποψη είχαν οι αποφάσεις που ψήφισε η συνδιάσκεψη «Για το λικβινταρισμό και την ομάδα των λικβινταριστών», «Για την κομματική οργάνωση του εξωτερικού». Η συνδιάσκεψη δήλωσε ότι οι λικβινταριστές με τη στάση τους έθεσαν οριστικά τον εαυτό τους έξω από το Κόμμα, και τους διέγραψε από το ΣΔΕΚΡ. Η συνδιάσκεψη καταδίκασε τη δράση των αντικομματικών ομάδων του εξωτερικού –των μενσεβίκων-γκολοσοφικών, των βπεριοντοφικών και των τροτσκιστών. Θεώρησε ότι είναι απόλυτα αναγκαίο να υπάρχει στο εξωτερικό μια ενιαία κομματική οργάνωση που να διεξάγει, κάτω από τον έλεγχο και την καθοδήγηση της ΚΕ, τη δουλειά για τη βοήθεια του Κόμματος και υπόδειξε ότι οι ομάδες του εξωτερικού «που δεν υποτάσσονται στο ρωσικό κέντρο της σοσιαλδημοκρατικής δουλειάς, δηλ. της ΚΕ, και που προκαλούν την αποδιοργάνωση, δημιουργώντας ιδιαίτερες επαφές με τη Ρωσία, παρακάμπτοντας την ΚΕ, δεν μπορούν να χρησιμοποιούν το όνομα του ΣΔΕΚΡ». Η συνδιάσκεψη ψήφισε την απόφαση «Για το χαρακτήρα και τις οργανωτικές μορφές της κομματικής δουλειάς», επικύρωσε το σχέδιο του οργανωτικού καταστατικού του Κόμματος, που πρότεινε ο Λένιν, ενέκρινε σαν Κεντρικό Όργανο του Κόμματος την εφημερίδα «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», εξέλεξε Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και συγκρότησε Ρωσικό γραφείο της ΚΕ.

Η συνδιάσκεψη της Πράγας του ΣΔΕΚΡ έπαιξε σπουδαιότατο ρόλο στην οικοδόμηση του Κόμματος των μπολσεβίκων, Κόμματος νέου τύπου, στη στερέωση της ενότητάς του. Συνόψισε τα συμπεράσματα για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο πάλης των μπολσεβίκων κατά των μενσεβίκων και, διώχνοντας τους μενσεβίκους-λικβινταριστές από το κόμμα, κατοχύρωσε τη νίκη των μπολσεβίκων. Με βάση τις αποφάσεις της συνδιάσκεψης συσπειρώθηκαν οι τοπικές κομματικές οργανώσεις. Η συνδιάσκεψη καθόρισε την πολιτική γραμμή στις συνθήκες της νέας επαναστατικής περιόδου.

Η συνδιάσκεψη της Πράγας είχε μεγάλη διεθνή σημασία. Αποτέλεσε για τα επαναστατικά στοιχεία των κομμάτων της ΙΙ Διεθνούς το πρότυπο της αποφασιστικής πάλης κατά του οπορτουνισμού, οδηγώντας την πάλη αυτή ως την πλήρη οργανωτική ρήξη με τους οπορτουνιστές. Πιο λεπτομερειακά για τη συνδιάσκεψη της Πράγας βλ. Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 127-164.

[12] Έκκληση ο Λένιν ονομάζει τη «Διακήρυξη του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος της Ρωσίας προς όλους τους πολίτες της Ρωσίας», που έβγαλε η ΚΕ του ΣΔΕΚΡ και δημοσιεύτηκε στην Προσθήκη του φυλ. Αρ. 1 της «Ισβέστιγια του Σοβιέτ Πετρούπολης» της 28 του Φλεβάρη (13 του Μάρτη) 1917. Ο Λένιν έλαβε γνώση της Διακήρυξης όταν αυτή δημοσιεύτηκε σε συντομία στην πρωινή έκδοση της «Εφημερίδας της Φραγκφούρτης» στις 9 (22) του Μάρτη 1917. Στις 10 (23) του Μάρτη ο Λένιν τηλεγράφησε μέσω της Χριστιανίας στην Πετρούπολη: «Μόλις διάβασα αποσπάσματα από τη Διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής. Τις καλύτερες ευχές! Ζήτω η προλεταριακή πολιτοφυλακή που προετοιμάζει την ειρήνη και το σοσιαλισμό!» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ. τόμ. 36ος, σελ. 382).

[13] Σοσιαλιστές-επαναστάτες (εσέροι) – μικροαστικό κόμμα στη Ρωσία˙ εμφανίστηκε στα τέλη του 1901-αρχές του 1922 ύστερα από τη συνένωση διάφορων ναροντνικίστικων ομάδων και ομίλων («Ένωση σοσιαλιστών-επαναστατών», Κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών κ.α.). Οι απόψεις των εσέρων ήταν ένα εκλεκτικό μίγμα των ιδεών του ναροντνικισμού και του αναθεωρητισμού˙ οι εσέροι προσπαθούσαν, σύμφωνα με την έκφραση του Λένιν, να διορθώσουν «τα κουσούρια του ναροντνικισμού με τα μπαλώματα της οπορτουνιστικής “κριτικής” του μαρξισμού, κριτικής που είναι σήμερα της μόδας» (Άπαντα, 5η έκδ. τόμ. 11ος, σελ. 286). Στα χρόνια του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου η πλειοψηφία των εσέρων υποστήριζε σοσιαλσοβινιστικές θέσεις.

Μετά τη νίκη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του Φλεβάρη 1917 οι εσέροι μαζί με τους μενσεβίκους και τους καντέτους αποτελούσαν το κύριο στήριγμα της αντεπαναστατικής αστοτσιφλικάδικης Προσωρινής κυβέρνησης και οι ηγέτες του Κόμματος (Κερένσκι, Αφξέντιεφ, Τσερνόφ) συμμετείχαν σ’ αυτή. Το Κόμμα των εσέρων αρνήθηκε να υποστηρίξει το αίτημα των αγροτών για την εξάλειψη της τσιφλικάδικης γαιοκτησίας, τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας γης˙ οι εσέροι υπουργοί της Προσωρινής κυβέρνησης έστελναν καταδιωκτικά αποσπάσματα κατά των αγροτών που είχαν καταλάβει την τσιφλικάδικη γη. Στις παραμονές της ένοπλης Οκτωβριανής εξέγερσης το Κόμμα τους ανοιχτά πέρασε με την αντεπαναστατική αστική τάξη, υπερασπίζοντας το καπιταλιστικό σύστημα, και απομονώθηκε από τις μάζες του επαναστατημένου λαού.

Στα τέλη του Νοέμβρη 1917 η αριστερή πτέρυγα των εσέρων δημιούργησε Ανεξάρτητο Κόμμα των αριστερών εσέρων. Οι αριστεροί εσέροι, προσπαθώντας να διατηρήσουν την επιρροή τους στις αγροτικές μάζες, αναγνώρισαν τυπικά τη Σοβιετική εξουσία και ήρθαν σε συμφωνία με τους μπολσεβίκους, γρήγορα όμως πήραν το δρόμο της πάλης κατά της Σοβιετικής εξουσίας.

Στα χρόνια της ξένης στρατιωτικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου οι εσέροι έκαναν αντεπαναστατική, υπονομευτική δουλειά, υποστήριζαν ενεργά τους επιδρομείς και τους λευκοφρουρίτες, έπαιρναν μέρος στις αντεπαναστατικές συνομωσίες, οργάνωναν τρομοκρατικές ενέργειες κατά των παραγόντων του Σοβιετικού κράτους και του Κομμουνιστικού κόμματος. Όταν τέλειωσε ο εμφύλιος πόλεμος, οι εσέροι συνέχιζαν την εχθρική δράση τους στο εσωτερικό της χώρας και στο στρατόπεδο των λευκοφρουριτών εμιγκρέδων.

«Λαϊκοί σοσιαλιστές» (ενέσοι) – μέλη του μικροαστικού Λαϊκοσοσιαλιστικού Κόμματος εργασίας που αποχωρίστηκε από τη δεξιά πτέρυγα του Κόμματος των σοσιαλιστών-επαναστατών (εσέρων) το 1906. Οι ενέσοι ήταν υπέρ του συνασπισμού με τους καντέτους. Ο Λένιν τους αποκαλούσε «σοσιαλκαντέτους», «μικροαστούς οπορτουνιστές», «εσερο-μενσεβίκους» που ταλαντεύονται ανάμεσα στους καντέτους και τους εσέρους και υπογράμμιζε ότι το Κόμμα αυτό «πολύ λίγο διαφέρει από τους καντέτους, γιατί σβήνει από το πρόγραμμά του και τη δημοκρατία και τη διεκδίκηση όλης της γης» (Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 14ος,σελ. 24). Ηγέτες του Κόμματος ήταν οι Α. Π. Πεσεχόνοφ, Ν. Φ. Άννενσκι, Β. Α. Μιακότιν κ.α. Μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη 1917 το Κόμμα των «λαϊκών σοσιαλιστών» συγχωνεύτηκε με τους τρουντοβίκους και υποστήριζε δραστήρια την αστική Προσωρινή κυβέρνηση, παίρνοντας μέρος με αντιπροσώπους του σ’ αυτή. Μετά την Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση οι ενέσοι έπαιρναν μέρος στις αντεπαναστατικές συνωμοσίες και σε ένοπλες ενέργειες ενάντια στη Σοβιετική εξουσία. Το Κόμμα αυτό έπαψε να υπάρχει στην περίοδο της ξένης στρατιωτικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου.

[14] «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» («Σοσιαλδημοκράτης») – παράνομη εφημερίδα, Κεντρικό Όργανο του ΣΔΕΚΡ˙ έβγαινε από το Φλεβάρη του 1908 ως το Γενάρη του 1917. Μετά την έκδοση του πρώτου φύλλου της στη Ρωσία η έκδοση της εφημερίδας μεταφέρθηκε στο εξωτερικό˙ τα φύλ. 2-32 (Φλεβάρης του 1909-Δεκέμβρης του 1913) βγήκαν στο Παρίσι, τα φύλ. αρ. 33-58 (Νοέμβρης του 1914-Γενάρης του 1917) στη Γενεύη. Συνολικά βγήκαν 58 φύλλα και απ’ αυτά τα 5 είχαν παραρτήματα. Από το Δεκέμβρη του 1911 η «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» διευθυνόταν από τον Λένιν. Στην εφημερίδα αυτή δημοσιεύτηκαν πάνω από 80 άρθρα και σημειώματα του Λένιν […].

Ο Λένιν παραθέτει εδώ απόσπασμα από την εργασία του «Μερικές θέσεις».

[15] Τρουντοβίκοι (Εργασιακή ομάδα) – ομάδα μικροαστών δημοκρατών στις Κρατικές δούμες, που αποτελούνταν από αγρότες και διανοούμενους ναροντνιστικής κατεύθυνσης. Η ομάδα των τροντοβίκων σχηματίστηκε τον Απρίλη του 1906 από αγρότες βουλευτές της Ι Κρατικής δούμας. Στη Δούμα οι τρουντοβίκοι ταλαντεύονταν ανάμεσα στους καντέτους και τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες. Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου η πλειοψηφία των τρουντοβίκων κρατούσε σοσιαλσοβινιστική στάση.

Μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη οι τρουντοβίκοι, εκφράζοντας τα συμφέροντα της τάξης των κουλάκων, υποστήριζαν δραστήρια την Προσωρινή κυβέρνηση. Ο τρουντοβίκος Ζαρούντνι, που έγινε υπουργός Δικαιοσύνης μετά τα γεγονότα του Ιούλη, καταδίωκε το Κόμμα των μπολσεβίκων. Τη Μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση οι τρουντοβίκοι τη δέχτηκαν εχθρικά, πήραν μέρος στην αστική αντεπανάσταση.

[16] «Νάσα Ζαριά» («Η Αυγή μας») – μηνιαίο νόμιμο περιοδικό των μενσεβίκων-λικβινταριστών˙ έβγαινε στην Πετρούπολη από το Γενάρη του 1910 ως το Σεπτέμβρη του 1914. Το περιοδικό το καθοδηγούσε ο Α. Ν. Πότρεσοφ και συνεργάζονταν σ’ αυτό οι: Φ. Ι. Νταν, Σ. Ο. Τσεντερμπάουμ και άλλοι. Γύρω από το «Νάσα Ζαριά» διαμορφώθηκε το κέντρο των λικβινταριστών στη Ρωσία. Από τις αρχές του πρώτου παγκόσμιου πολέμου το περιοδικό πέρασε στις θέσεις του σοσιαλσοβινισμού.

«Νάσε Ντιέλο» («Η υπόθεσή μας») – μηνιαίο περιοδικό˙ έβγαινε το 1915 στην Πετρούπολη στη θέση του περιοδικού «Νάσα Ζαριά» που είχε κλειστεί το 1914 […].

[17] Ομάδα Τσχεΐτζε – μενσεβίκικη ομάδα της IV Κρατικής δούμας με επικεφαλής τον Ν. Σ. Τσχεΐτζε […].

[18] Πρόκειται για τη συμφωνία που κλείστηκε τη νύχτα της 1ης προς τη 2η (14-15) του Μάρτη 1917 από την Προσωρινή επιτροπή της Κρατικής δούμας και τους εσερο-μενσεβίκους ηγέτες της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ Πετρούπολης των εργατών και στρατιωτών βουλευτών για τη δημιουργία της αστικής Προσωρινής κυβέρνησης. Οι εσέροι και οι μενσεβίκοι παράδωσαν θεληματικά την εξουσία στην αστική τάξη, παραχωρώντας στην Προσωρινή επιτροπή της Κρατικής δούμας το δικαίωμα να σχηματίσει κατά την κρίση της Προσωρινή κυβέρνηση.

[19] «Le Temps» («Οι καιροί») – καθημερινή εφημερίδα˙ έβγαινε στο Παρίσι από το 1861 ως το 1942. Έκφραζε τα συμφέροντα των ιθυνόντων κύκλων της Γαλλίας και ουσιαστικά ήταν το επίσημο όργανο του υπουργείου Εξωτερικών.

[20] Τη διακήρυξη της «Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών», που δημοσιεύτηκε στις 3 (16) του Μάρτη 1917 στο φύλ. αρ. 4 της εφημερίδας «Ισβέτγια» ταυτόχρονα με την ανακοίνωση της Προσωρινής κυβέρνησης για το σχηματισμό του πρώτου Υπουργικού Συμβουλίου με επικεφαλής τον πρίγκιπα Γκ. Ε. Λβοφ, την έγραψε η συμβιβαστική Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ Πετρούπολης. Στη διακήρυξη αναφερόταν ότι η δημοκρατία θα υποστηρίξει τη νέα εξουσία «στο μέτρο, που η εμφανιζόμενη εξουσία θα ενεργεί στην κατεύθυνση της πραγματοποίησης… των υποχρεώσεων και της αποφασιστικής πάλης ενάντια στην παλιά εξουσία».

Η ανακοίνωση ότι το Σοβιέτ εξουσιοδότησε τον Κερένσκι να πάρει μέρος στην Προσωρινή κυβέρνηση, δεν υπήρχε στη διακήρυξη, μια που η Εκτελεστική Επιτροπή την 1 (14) του Απρίλη πήρε απόφαση να μη δώσει στην κυβέρνηση «αντιπροσώπους της δημοκρατίας». Η εφημερίδα «Le Temps» έγραψε σχετικά μ’ αυτό με βάση την πληροφορία του ανταποκριτή της. Στις 2 (15) του Μάρτη το Σοβιέτ «κάτω από τις διαμαρτυρίες της μειοψηφίας» ενέκρινε την αυθαίρετη είσοδο του Κερένσκι στην κυβέρνηση σαν υπουργού Δικαιοσύνης.

[21] «Neue Zürcher Zeitung und schweizerisches Handelsblatt» («Νέα εμπορική εφημερίδα της Ζυρίχης και της Ελβετίας») – αστική εφημερίδα˙ εκδίδεται στη Ζυρίχη από το 1780˙ μέχρι το 1821 έβγαινε με τον τίτλο «Zürcher Zeitung»˙ βγαίνει και σήμερα και είναι εφημερίδα της Ελβετίας.

«National-Zeitung» («Εθνική Εφημερίδα» - αστική εφημερίδα˙ έβγαινε στο Βερολίνο από το 1848 ως το 1938˙ από το 1914 έβγαινε με τον τίτλο «8-Uhr Abendblatt. National-Zeitung» («Οχτάωρη βραδινή έκδοση. Εθνική Εφημερίδα»).

[22] Ο Λένιν, με βάση τις πληροφορίες του Τύπου του εξωτερικού σχετικά με τη δημιουργία από το Σοβιέτ Πετρούπολης ιδιαίτερου οργάνου, που να ελέγχει την Προσωρινή κυβέρνηση, αρχικά πήρε θετική θέση απέναντι στο γεγονός αυτό, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι μονάχα η πείρα θα δείξει αν ένα τέτοιο όργανο θα δικαιωθεί. Στην πραγματικότητα, η «Επιτροπή επαφής» που συγκροτήθηκε από τη συμβιβαστική Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ στις 18 (21) του Μάρτη, για «να επιδρά» και «να ελέγχει» τη δράση της Προσωρινής κυβέρνησης […] βοηθούσε την κυβέρνηση να χρησιμοποιεί το κύρος του Σοβιέτ, με σκοπό να συγκαλύπτει την αντεπαναστατική της πολιτική. Με τη βοήθεια της «επιτροπής επαφής» οι μάζες συγκρατούνταν από τη δραστήρια επαναστατική πάλη για το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ. Η «Επιτροπή επαφής» καταργήθηκε στα μέσα του Απρίλη και οι λειτουργίες της μεταβιβάστηκαν στο Γραφείο της Εκτελεστικής Επιτροπής.

[23] «Εφημερίδα της Φραγκφούρτης»Frankfurter Zeitung») –καθημερινή εφημερίδα, όργανο των γερμανών μεγαλοχρηματιστών˙ εκδιδόταν στη Φραγκφούρτη του Μάιν από το 1856 ως το 1943. Άρχισε ξανά να βγαίνει από το 1949 με τον τίτλο «Γενική Εφημερίδα της Φραγκφούρτης» («Frankfurter  Allgemeine Zeitung»)˙ είναι το φερέφωνο των δυτικογερμανών μονοπωλιστών.

[24] «Η Εφημερίδα του Φος» («Vossische Zeitung») –γερμανική μετριοπαθής φιλελεύθερη εφημερίδα˙ εκδιδόταν στο Βερολίνο από το 1704 ως το 1934.

[25] Βλ. σχετικά μ’ αυτό το έργο του Β. Ι. Λένιν «Κράτος και επανάσταση» (σ’ αυτό το ιστολόγιο).

[26] Η Προσωρινή κυβέρνηση τις πρώτες μέρες της ύπαρξής της διόρισε τον οκτωβριστή Μ. Α. Σταχόβιτς στρατηγό-κυβερνήτη της Φινλανδίας και τον καντέτο Φ. Ι. Ροντίτσεφ υπουργό (ή επίτροπο) για τις υποθέσεις της Φινλανδίας. Στις 8 (21) του Μάρτη δημοσιεύτηκε το «Μανιφέστο για την επικύρωση του συντάγματος του μεγάλου πριγκιπάτου της Φινλανδίας και για την ολοκληρωτική εφαρμογή του». Στη Φινλανδία αναγνωριζόταν το δικαίωμα της αυτονομίας με την επικύρωση από την κυβέρνηση της Ρωσίας του νόμου που ψήφισε η Βουλή της Φινλανδίας. Οι νόμοι που επιβλήθηκαν στους Φιλανδούς τον καιρό του πολέμου και βρίσκονταν σε αντίθεση με τη νομοθεσία τους, διατηρούσαν την ισχύ τους για όλη την περίοδο του πολέμου.

Η Προσωρινή κυβέρνηση προσπαθούσε να πετύχει ώστε η Φινλανδική Βουλή να προσθέσει στο σύνταγμα άρθρο για την εξίσωση «των πολιτών της Ρωσίας με τους φιλανδούς πολίτες, σχετικά με το εμπόριο και τη βιομηχανία», επειδή στην περίοδο της τσαρικής κυβέρνησης το δικαίωμα αυτό δεν αναγνωριζόταν από τους νόμους της Φινλανδίας και πραγματοποιούνταν με βίαιους τρόπους. Η άρνηση της Προσωρινής κυβέρνησης να επιλύσει το ζήτημα της αυτοδιάθεσης της Φινλανδίας «μέχρι τη Συντακτική συνέλευση» οδήγησε σε έντονη διένεξη με τη Φινλανδία, η οποία διευθετήθηκε μόνο μετά τη Μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση. Στις 18 (31) του Δεκέμβρη 1917 η Σοβιετική κυβέρνηση παραχώρησε πλήρη ανεξαρτησία στη Φινλανδία.

[27] Η εργασία «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» γράφτηκε από τον Λένιν στο πρώτο εξάμηνο του 1916 […]

«Πάρους» («Ιστίον») και «Λέτοπις» («Χρονικά») – εκδοτικό και περιοδικό που ίδρυσε ο Μ. Γκόρκι στην Πετρούπολη.

«Λέτοπις» - φιλολογικό, επιστημονικό και πολιτικό περιοδικό, στο οποίο συνεργάζονταν οι πρώην μπολσεβίκοι (οι μαχιστές Β. Α. Μπαζάροφ και Α. Α. Μπογκντάνοφ), καθώς επίσης και οι μενσεβίκοι. Το φιλολογικό τμήμα του περιοδικού το διηύθυνε ο Μ. Γκόρκι. […].Έβγαινε από το Δεκέμβρη του 1915 ως το Δεκέμβρη του 1917. Το Εκδοτικό «Πάρους» λειτούργησε από το 1915 μέχρι το 1918.

[28] Το αγροτικό πρόγραμμα των 104 – αγροτικό νομοσχέδιο υπογραμμένο από 104 μέλη της Ι Κρατικής δούμας, που υποβλήθηκε από τους τρουντοβίκους στις 23 του Μάη (5 του Ιούνη) 1906 στη 13η συνεδρίαση της Δούμας. Το νομοσχέδιο έβαζε σαν σκοπό της αγροτικής νομοθεσίας «την επιδίωξη να καθιερωθεί τέτοια τάξη πραγμάτων, που όλη η γη με το υπέδαφος και τα ύδατά της ν’ ανήκει σ’ όλο το λαό και μάλιστα η γη η απαραίτητη για την αγροτική οικονομία να δινόταν για χρήση μόνο σε εκείνους που θα την καλλιεργούσαν με την εργασία τους» («Ντοκουμέντα και στοιχεία της Κρατικής δούμας στη Ρωσία», Μόσχα, 1957, σελ. 172. Οι τρουντοβίκοι πρόβαλαν το αίτημα της δημιουργίας «παλλαϊκού αποθέματος γης», που έπρεπε να περιλάβει όλη τη γη του κράτους, της τσαρικής οικογενείας, των αυλικών, των μοναστηριών και της εκκλησίας˙ στο ίδιο αυτό απόθεμα έπρεπε να μπει ύστερα από αναγκαστική απαλλοτρίωση και η γη των τσιφλικάδων και άλλων γαιοκτημόνων, εφόσον η έκταση ορισμένων κτημάτων θα ξεπερνούσε την καθιερωμένη για κάθε περιοχή εργασιακή νόρμα. Για τα ιδιόκτητα κτήματα που θα απαλλοτριώνονταν, προβλεπόταν κάποια αποζημίωση. Οι γεωργικοί κλήροι και τα μικρά ιδιόκτητα κτήματα έπρεπε να παραμείνουν προσωρινά στους κατόχους τους˙ το νομοσχέδιο πρόβλεπε το παραπέρα βαθμιαίο πέρασμα και αυτών των κτημάτων στην παλλαϊκή ιδιοκτησία. Την αγροτική μεταρρύθμιση έπρεπε να την κάνουν οι τοπικές επιτροπές, εκλεγμένες με γενική, άμεση, ίση και μυστική ψηφοφορία.

[29] «Νέοι Καιροί»Die Neue Zeit») – θεωρητικό περιοδικό του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας˙ έβγαινε στη Στουτγάρδη από το 1883 ως το 1923. Μέχρι τον Οκτώβρη του 1917 διευθυντής του ήταν ο Κ. Κάουτσκι, μετά ο Γκ. Κούνοφ. Στο «Die Neue Zeit» πρωτοδημοσιεύτηκαν μερικά έργα του Κ. Μαρξ και του Φ. Ένγκελς. Ο Ένγκελς βοηθούσε τη Συντακτική επιτροπή του περιοδικού με τις συμβουλές του και συχνά έκανε κριτική σ’ αυτήν για τις παρεκκλίσεις του περιοδικού από το μαρξισμό. Από το 1895, μετά το θάνατο του Ένγκελς, άρχισαν να δημοσιεύονται συστηματικά στο περιοδικό άρθρα των αναθεωρητών και ανάμεσα σ’ αυτά μια σειρά άρθρα του Ε. Μπέρνσταϊν με τον τίτλο «Προβλήματα του σοσιαλισμού» που εγκαινίασαν την εκστρατεία των αναθεωρητών ενάντια στο μαρξισμό. Στα χρόνια του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου (1914-1918) το περιοδικό αυτό κρατούσε κεντριστική στάση, υποστηρίζοντας ουσιαστικά τους σοσιαλσοβινιστές.


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 31, σ. 9-57, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981.

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.