Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Η ανατροπή του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας




Ξαφνική και αναμενόμενη

του Reinhard Lauterbach

Στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα η τσαρική αυτοκρατορία ήταν το πιο ισχυρό κράτος της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η ήττα των αστικών επαναστάσεων του 1848/49 στην κεντρική Ευρώπη, δεν πρέπει επίσης τελευταία να αποδοθεί στην στρατιωτική υποστήριξη που παρείχε η Ρωσία στην πρωσική και αυστριακή μοναρχία. Έδωσε στη χώρα την παρωνυμία του «χωροφύλακα της Ευρώπης» και του «κάστρου της αντεπανάστασης».

Όταν όμως λίγα χρόνια μετά την καταστολή της αστικής επανάστασης η Ρωσία προσπάθησε να επωφεληθεί από θέση ισχύος για δικό της λογαριασμό, φάνηκαν τα όρια αυτής της δύναμης. Η προσπάθεια της Ρωσίας να αποκτήσει τον έλεγχο της εξόδου από τη Μαύρη Θάλασσα μέσω της αποδυνάμωσης της Τουρκίας, προσέκρουσε στην αντίσταση της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας, των δυό τότε ηγεμονικών μεγάλων Δυνάμεων. Στον πόλεμο της Κριμαίας (1853-1856) χάρη στην ανώτερη στρατιωτική τεχνική και τις πιο αναπτυγμένες μεταφορές, προξένησαν στη Ρωσία μια ντροπιαστική ήττα.

Κυρίως το γεγονός, ότι ο άσχημα διοικούμενος ρωσικός στρατός δεν ήταν σε θέση να υπερασπιστεί ακόμη και το φρούριο της Σεβαστούπολης, προκάλεσε την προσοχή της γραφειοκρατίας της Πετρούπολης. Μια παραπέρα σταθερή ενίσχυση του στρατού δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί ούτε από το κράτος ούτε ήταν υποφερτή για την οικονομία της χώρας. Για το λόγο ότι παραδοσιακά το 5% περίπου της ανδρικής ηλικίας από τις γραμμές των δουλοπάροικων αγροτών, είχαν «παρθεί» για την 25χρονη στρατιωτική θητεία από τον αγροτικό πληθυσμό. Το να αυξηθεί το ποσοστό αυτό δεν θα το άντεχε η μεγάλη γαιοκτησία, η οποία βασιζόταν στην απλήρωτη καταναγκαστική εργασία των δουλοπάροικων. Το να επιστρέψουν οι αγρότες-στρατιώτες μετά από μια σύντομη υπηρεσία στην δουλοπαροικία, αυτό δεν θεωρούνταν πρακτικό από πολιτική άποψη. Υπήρξαν ήδη επίσης διαρκείς, μικρότερες ή μεγαλύτερες εξεγέρσεις αγροτών˙ η κυβέρνηση δεν ήθελε να ρισκάρει, ενισχύοντας επιπλέον αυτό το ανησυχητικό δυναμικό με απολυμένους στρατιώτες που ήταν εκπαιδευμένοι στα όπλα.


Υπηρεσία χρεών αντί της προσωπικής παροχής υπηρεσιών

Ως ένα υποσχόμενα επιτυχημένο μοντέλο, θεωρούνταν η στρατιωτική μεταρρύθμιση του πρωσικού στρατού υποχρεωτικής θητείας της εποχής των αντι-ναπολεόντειων «απελευθερωτικών πολέμων». Η μεταρρύθμιση αυτή βασιζόταν σ’ έναν σχετικά μικρό μόνιμο στρατό και σε μεγάλες και γρήγορα κινητοποιήσιμες εκπαιδευμένες εφεδρείες. Οι κορυφαίοι αξιωματούχοι του τσάρου ήξεραν ότι και στην Πρωσία η κατάργηση της δουλοπαροικίας ήταν πρακτική και πολιτική προϋπόθεση αυτής της μεταρρύθμισης. Έτσι, πλήθαιναν οι σκέψεις να κάνει και η Ρωσία αυτό το βήμα. Ο τσάρος Αλέξανδρος ΙΙ, που ήρθε στο θρόνο το 1855, ήταν, -σε αντίθεση με τον πιο αντιδραστικό πατέρα του, Αλέξανδρο Ι- έτοιμος να κάνει αυτό το μεταρρυθμιστικό βήμα. Την ίδια ημέρα του Μαρτίου το 1856, κατά την οποία οι ρώσοι διπλωμάτες υπέγραφαν στο Παρίσι τη Συνθήκη Ειρήνης για τον τερματισμό του κριμαϊκού πολέμου, έκανε λόγο σε ομιλία του μπροστά στους εκπροσώπους της αριστοκρατίας της Μόσχας, για το ότι είναι καλύτερα να καταργηθεί η δουλοπαροικία ελεγχόμενα «από τα πάνω», απ’ το να αναγκαστεί κανείς να το πράξει «από τα κάτω».

Χρειάστηκαν άλλα πέντε χρόνια έως ότου γνωστοποιηθεί επίσημα αυτή η απαλλαγή των αγροτών, τον Φεβρουάριο του 1861. Οι εκτελεστικές διατάξεις φρόντιζαν ώστε κύρια ωφελημένοι να είναι οι γαιοκτήμονες. Επειδή οι αγρότες με τη δικανική ελευθερία τους απέκτησαν μεν το δικαίωμα για τόση γη όση χρειάζονταν για τη συντήρησή τους σύμφωνα με την επίσημη εκτίμηση: κατά μέσο όρο 4,5 εκτάρια [ΠΓ: ένα εκτάριο είναι ίσο με 10 στρέμματα] ανά εργαζόμενο άνδρα, στον άγονο βορρά περισσότερα, στον εύφορο νότο της Ρωσίας λιγότερα. Ξεκινούσαν όμως για την ελευθερία μ’ ένα βαρύ φορτίο χρέους, επειδή τη γη αυτή έπρεπε να την πληρώσουν. Οι αγρότες δεν είχαν φυσικά έτοιμα τόσα πολλά χρήματα για να πληρώσουν άμεσα τους γαιοκτήμονες. Αντ’ αυτού το κράτος χρηματοδότησε εκ των προτέρων την εξαγορά και υποχρέωσε τους αγρότες να εξοφλήσουν το σύνολο της εξαγοράς σε δόσεις για 49 χρόνια με 6% επιτόκιο. Για να μην αποτύχει το δημόσιο ταμείο με τις διεκδικήσεις του ενόψει μιας προβλεπόμενης μάζας «ιδιωτικών πτωχεύσεων» εξαθλιωμένων αγροτών, δεν οδηγήθηκε, ωστόσο, μέχρι το τέλος η απελευθέρωση: η αγροτική κοινότητα  καθιστούνταν υπεύθυνη απέναντι στο κράτος για τις εξοφλήσεις.

Οι συνέπειες, επομένως, της «απελευθέρωσης των αγροτών» ήταν:

Ο εξαναγκασμός των αγροτών να παράγουν προϊόντα για την αγορά από ένα κομμάτι γης που υπολογίστηκε για μια ανεπαρκή επιβίωση σε βάρος της ύπαρξης της δικής τους οικογένειας˙

εκτός αυτού, οι αγρότες έπρεπε να δουλεύουν για μακρές μεταβατικές περιόδους παρά του ότι επιπλέον, κάθε άντρας εργαζόταν για τους γαιοκτήμονες 40 και κάθε γυναίκα 30 εργάσιμες ημέρες το έτος –χοντρικά επομένως αν υπολογιστεί, το 10%, λαμβάνοντας υπόψη τον μακρύ χειμώνα, πρακτικά σχεδόν το 20% του χρόνου εργασίας μιας αγροτικής οικογένειας, και απ’ αυτό το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού, όπου έλειπε η εργατική τους δύναμη στα δικά τους χωράφια˙

ο εφοδιασμός της τάξης των γαιοκτημόνων με κεφάλαιο, για το ξεκίνημα στον αγροκαπιταλιστικό τρόπο παραγωγής˙

η αρχή ενός εσωτερικού κύματος μετανάστευσης ανθρώπων, οι οποίοι αποσύρθηκαν από τις συνθήκες παραγωγής στο χωριό, όπου η επιβίωσή τους χειροτέρευε, προς τις πόλεις, όπου βαθμιαία η βιομηχανία που προέκυπτε είχε ανάγκη από εργατικές δυνάμεις. Συνολικά, επομένως, ένα προτσές, το οποίο έμοιαζε με αυτό που ο Καρλ Μαρξ περιέγραψε στο «Κεφάλαιο» ως «πρωταρχική συσσώρευση» με βάση το αγγλικό παράδειγμα.

Στην πράξη διαδεδομένες ήταν οι μικτές μορφές, όπως οι αγροτικές οικογενειακές βιοτεχνίες ή η εποχιακή αλλαγή μεταξύ δουλειάς στο εργοστάσιο και επιστροφής στο χωριό το καλοκαίρι, επειδή η αγροτική κοινότητα είχε ανάγκη από την προσφορά εργασίας στην αγροτική οικονομία, διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος το κομμάτι γης της οικογένειας να χαθεί κατά την επόμενη αναδιανομή της γης.

Ο εντελώς απροκάλυπτος ταξικός χαρακτήρας αυτής της «απελευθέρωσης των αγροτών», ο οποίος μετέτρεψε το ουμανιστικό-ηθικό στοιχείο της σε φάρσα, παρείχε μολαταύτα στο τσαρικό σύστημα και ένα νέο στρώμα αντιπάλων. Αυτοί δεν προέκυπταν πλέον μόνο από τους διαφωτισμένους ευγενείς –όπως συνέβαινε ακόμη στη γενιά του Αλεξάντερ Χέρτσεν ή του Πέτερ Κροπότκιν-, αλλά όλο και περισσότερο και από ένα στρώμα το οποίο τράβηξε προς το μέρος του το ίδιο το κράτος προς το συμφέρον της επαγγελματοποίησης της εσωτερικής του διοίκησης: της «αταξικής» διανόησης. Το στρώμα αυτό δεν έπρεπε να υποτιμηθεί ως παράγοντας στη ρωσική κοινωνία˙ όχι μόνο λόγω της εκπαίδευσης και της ικανότητας άρθρωσής του, αλλά και για το λόγο ότι, για παράδειγμα, κατά την απογραφή του 1894 αποτελούσε το 2,7% του πληθυσμού, αριθμητικά ισχυρότερο απ’ ότι το βιομηχανικό προλεταριάτο το οποίο υπολογιζόταν σε 1,7%.

Η διανόηση αυτή ήταν κυρίως συγκεντρωμένη στα ζέμστβο, περιφερειακά, εκλεγμένα αυτοδιοικούμενα σώματα –με ένα όμως πολυβάθμιο δικαίωμα ψήφου. Σε αυτά, το κεντρικό κράτος ανέθετε τα περισσότερα καθήκοντα της κρατικής εξουσίας, που είχαν να κάνουν λιγότερο με την κυριαρχία απ’ ό,τι με τη διοίκηση. Τα ζέμστβο κατασκεύαζαν δρόμους, διατηρούσαν νοσοκομεία και σχολεία˙ μπορεί να τα κατανοήσει κανείς ως οικειοθελή οργανωτικό πυρήνα ενός αστικού εκσυγχρονισμού της τσαρικής αυτοκρατορίας. Στις γραμμές τους προέκυψε ο ρωσικός φιλελευθερισμός, η ρωσική αστική τάξη απέκτησε πολιτικές ικανότητες.

Κυρίως, στα πανεπιστήμια της Ρωσίας έκαναν, εκτός αυτού, προπαγάνδα, ριζοσπαστικοί επικριτές του απολυταρχικού συστήματος. Η πρώτη γενιά τους προσανατολίστηκε στην απελευθέρωση των αγροτών ως την πιο πολυάριθμη τάξη της τότε κοινωνίας. Οι «φίλοι του λαού» [ναρόντνικοι] καλλιεργούσαν την αντίληψη ότι τα στοιχεία του κολεκτιβισμού και η κοινή οικονομία στο ρωσικό χωριό, μπορούν επίσης άμεσα –δηλαδή με την αποφυγή της καπιταλιστικής ανάπτυξης- να οδηγήσουν σ’ έναν ειδικά ρωσικό σοσιαλισμό. Τη στρατηγική αυτή την επεδίωξαν με μεγάλη πολιτική αυτοθυσία, πήγαιναν για παράδειγμα στα χωριά ως γιατροί για τους φτωχούς ή ως δάσκαλοι. Οι προσπάθειές τους όμως να ξεσηκώσουν τους αγρότες ενάντια στον τσαρισμό αποτύγχαναν. Όσο πολύ κι αν ήταν οι αγρότες περιστασιακά έτοιμοι να ξεσηκωθούν ενάντια στους τοπικούς γαιοκτήμονες, τόσο λίγο κρατούσαν μακριά στην Πετρούπολη τον μύθο περί «καλού τσάρου». Αν μη τι άλλο, δυσφήμιζαν τους προπαγανδιστές από τις πόλεις. Συνεπεία αυτών των αποτυχιών, ένα μέρος των «φίλων του λαού» στράφηκε στην ατομική τρομοκρατία. Η μεγαλύτερη –και ταυτόχρονα αμφίβολη- «επιτυχία» αυτής της τακτικής ήταν η απόπειρα δολοφονίας στις 13 Μαρτίου 1881 κατά την οποία σκοτώθηκε ο εκσυγχρονιστής Αλέξανδρος ΙΙ.

Αμφίβολο ήταν το αποτέλεσμα της τρομοκρατικής ενέργειας κατά του τσάρου ιδιαίτερα για το λόγο, ότι οι δυό διάδοχοί του Αλέξανδρος ΙΙΙ (1881-1894) και Νικόλαος ΙΙ (1894-1917), απέδωσαν τον θάνατο τού Αλέξανδρου ΙΙ στον «υπερβολικό φιλελευθερισμό» του και για τη δική τους άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων αποσύρθηκαν από την ήδη, για την τότε εποχή, αντιδραστική πρακτική κυριαρχίας στο όνομα της χάρης του Θεού και της απολυταρχίας. Για την εσωπολιτική ανάπτυξη της Ρωσίας αυτό ήταν σημαντικό καθόσον δεν έγιναν παραπέρα βήματα με κατεύθυνση τον πολιτικό εκσυγχρονισμό, που ίσως να είχαν σταθεροποιήσει την αυτοκρατορία.


Εκρηκτική φτώχεια

Η κατάσταση στην αγροτική οικονομία παρέμεινε αμετάβλητη, αλλά το τμήμα γης που είχε δοθεί το 1861 στις αγροτικές κοινότητες συντηρούσε τους αγρότες όλο και λιγότερο, επειδή ο πληθυσμός του γεωργικού τμήματος της ευρωπαϊκής Ρωσίας αυξήθηκε μεταξύ 1861 και 1900 από 50 σε 86 εκατομμύρια ανθρώπους, η διανομή της γης έπεσε αντίστοιχα κατά 40%, στα 2,8 εκτάρια ανά εργαζόμενο άνδρα. Πρώτα οι «μεταρρυθμίσεις Στολίπιν» στα τέλη του 1906 ακύρωσαν νομικά την αγροτική κοινότητα. Οι σημαντικές εξεγέρσεις των αγροτών το φθινόπωρο του 1905 δίδαξαν στον τότε πρωθυπουργό ότι η φτώχεια των αγροτών στην επαρχία ήταν τόσο εκρηκτική, που έθετε σε κίνδυνο τη συνέχιση της ύπαρξης του συστήματος. Στόχος του Στολίπιν ήταν να διασπάσει τον αγροτικό πληθυσμό: στους ακτήμονες φτωχούς αγρότες των χωριών, απέναντι στη μετανάστευση των οποίων δεν θα ‘πρεπε να είναι κανείς αντίθετος, και σε μια ομάδα αγροτών που κατείχαν αγροτεμάχια, η οποία θα παράγει για την αγορά. Αυτό που το κράτος παρέλειψε να κάνει το 1861, το αναπλήρωσε τώρα: με φθηνά δημόσια δάνεια για τους αγρότες οι οποίοι αποσπώνται από την αγροτική κοινότητα και εκσυγχρονίζουν την οικονομία τους ή που με αγορές θέλουν να επεκτείνουν τη γη, και με την εγκατάσταση των τριών εκατομμυρίων αγροτικών οικογενειών σε κρατικές εκτάσεις στη Σιβηρία. Αυτό που είχε διατυπώσει ο Μαρξ στην «18η Μπρυμέρ» ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του αγρότη μικροϊδιοκτήτη, ότι δηλαδή αποτελεί την πιο συντηρητική τάξη της αστικής κοινωνίας, το ρωσικό κράτος ήθελε να το εκμεταλλευτεί προς όφελός του. Το ότι ειδικά αυτός που δολοφόνησε τον Στολίπιν το 1911 στο Κίεβο ήταν μέλος των σοσιαλεπαναστατών, οι οποίοι πόνταραν στην επανάσταση στο χωριό, είχε μέχρι αυτού του σημείου τη λογική του: η δυναμική των μεταρρυθμίσεων του Στολίπιν ήταν να αφαιρεθεί η κοινωνική βάση από την αγροτική επανάσταση. Όμως στα λίγα χρόνια μέχρι το 1914, αυτή η σχεδιασμένη ταξική διάσπαση μέσα στον αγροτικό πληθυσμό δεν μπόρεσε να επιδράσει πλήρως, ιδιαίτερα για το λόγο ότι ο αγροτικός αναδασμός που συνδεόταν με αυτήν επεκτάθηκε φυσιολογικά και τμήματά των ευγενών αντιτάχθηκαν στη μεταρρύθμιση. Ο ίδιος ο Στολίπιν είχε εκτιμήσει ότι για την πραγματοποίηση της αγροτικής μεταρρύθμισης [θα χρειαστεί] ένα χρονικό διάστημα 20 ετών «εσωτερικής και εξωτερικής ειρήνης». Η ανικανοποίητη επιδίωξη των αγροτών για απόκτηση γης ήταν τελικά ο αποφασιστικός παράγοντας, που το 1917 διασκόρπισε το στρατό και συνετέλεσε στην κατάρρευση του παλιού καθεστώτος.

Το τμήμα του βιομηχανικού προλεταριάτου κατά την παρακμή της τσαρικής αυτοκρατορίας πρέπει, αντίθετα, να ειδωθεί διαφοροποιημένα. Η ρωσική βιομηχανία βρισκόταν στις απαρχές της. Το πρώιμο έργο του Λένιν με τίτλο «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» του 1898, ανέλυε περισσότερο την πραγματική ανάπτυξη εκ των προτέρων στο πλαίσιο μιας πολεμικής με τους «φίλους του λαού» σχετικά με την κοινωνική τάξη πάνω στην οποία έπρεπε να στηριχτεί το επαναστατικό κίνημα.

Ασφαλώς, η βιομηχανοποίηση βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη από τις αρχές της δεκαετίας του 1890 με την υποστήριξη και του κράτους. Πιστώσεις από το εξωτερικό εισέρευσαν στη χώρα, οι κρατικές παραγγελίες για εξοπλισμούς και η κατασκευή του υπερσιβηρικού σιδηρόδρομου από το 1891 αποτέλεσαν έναν ισχυρό μοχλό ζήτησης του δημοσίου για τα βιομηχανικά προϊόντα. Η ζήτηση της ρωσικής κλωστοϋφαντουργίας για εγχώριες πρώτες ύλες προκάλεσε μια προσαρμογή τμημάτων της αγροτικής οικονομίας στην παραγωγή λιναριού και δημιούργησε νησίδες σχετικής αγροτικής ευημερίας, ακόμη και τότε που η πεδινή χώρα παρέμεινε σημαδεμένη από «εικόνες και κατσαρίδες» σύμφωνα με μια ξακουστή έκφραση του Τρότσκι. Μέχρι όμως τον Ιανουάριο του 1905 το ρωσικό προλεταριάτο δεν είχε προχωρήσει πέρα από τις απεργίες για μισθούς ως μορφή πάλης. Αυτό λήφθηκε υπόψη από τον Λένιν στο έργο του «Τι να κάνουμε» με τη διατύπωσή του, σύμφωνα με την οποία το προλεταριάτο είναι ικανό μόνο με δική του δύναμη για «τρεϊντγιουνιστική» συνείδηση. Ο Λένιν δεν ήταν κοινωνικός επιστήμονας αλλά επαναστάτης πολιτικός, και η έκφραση αυτή προέκυψε στο πλαίσιο μιας πολεμικής σχετικά με το πώς θα έπρεπε οι επαναστάτες να οργανωθούν οι ίδιοι μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση. Ωστόσο, ακόμη και το προοίμιο της επανάστασης του 1905/06 έδειξε την ορθότητα για την κατάσταση της ανάλυσης του Λένιν. Γιατί η σφαγή της 22ας Ιανουαρίου του 1905 στην πλατεία μπροστά από τα Χειμερινά Ανάκτορα στην Αγ. Πετρούπολη διαπράχτηκε εναντίον διαδηλωτών, οι οποίοι ήθελαν να παραδώσουν μια δουλοπρεπή γραπτή παράκληση. Αυτοί που συνέπραξαν δεν ήταν επαναστάτες, αλλά υπήκοοι, οι οποίοι όπως και πριν ήταν προσκολλημένοι στην αντίληψη περί καλού τσάρου που κουβαλούσαν μαζί τους από το χωριό. Το ότι στη συνέχεια αυτό άλλαξε γρήγορα, είναι ένα άλλο ζήτημα.


Ανικανότητα αντίστασης

Ο τσάρος Νικόλαος ΙΙ είχε προσπαθήσει να εγκαταλείψει, με έναν μάλιστα παραδειγματικό τρόπο, την αυξανόμενη πολιτική και κοινωνική πίεση της κοινωνίας: με την εθνικιστική προπαγάνδα και την απολυταρχική επέκταση. Στην Άπω Ανατολή από τη δεκαετία του 1890 συσσωρεύονταν αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ της Ρωσίας και της Ιαπωνίας. Οι δυό χώρες ήθελαν να προσαρτήσουν ως αποικίες ή προτεκτοράτα την κορεατική χερσόνησο και τη Μαντζουρία που ανήκε στην Κίνα. Ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος του 1904/05 έκανε μολαταύτα ιδιαίτερα σαφές, ότι η ρωσική προπαγάνδα για αποικίες έστεκε πάνω σε αδύναμα στρατιωτικά πόδια. Η Ρωσία δεν κέρδισε ούτε μια μάχη, τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Όταν μετά την καταστροφή του αρχικού ρωσικού Στόλου του Ειρηνικού ενεργοποιήθηκε ο Στόλος της Βαλτικής Θάλασσας σε όλο τον κόσμο για να τον αντικαταστήσει, ο διοικητής ναύαρχος πίστεψε ότι στη Βόρεια Θάλασσα αναγνώρισε μέσα στην ομίχλη ιαπωνικά τορπιλικά και βύθισε μια σειρά από βρετανικά αλιευτικά πλοία. Η βύθιση όλου του ρωσικού στολίσκου στη ναυμαχία της Τσουσίμα τον Μάιο του 1905 έδωσε τέλος σ’ αυτό τον θαλάσσιο ερασιτεχνισμό.

Η αποτυχημένη ρωσική διεξαγωγή του πολέμου κατά της Ιαπωνίας αφαίρεσε από τον τσαρισμό τη νομιμοποίηση απέναντι στην αστική τάξη, η οποία έτσι κι αλλιώς ήταν απογοητευμένη από την άρνηση όλων των δυνατοτήτων για συμμετοχή στο πλαίσιο των ζέμστβο. Η οργή της εργατικής τάξης μετά τη σφαγή στην Πετρούπολη οδήγησε μέσα σε λίγες μέρες σε μαζικές απεργίες στα ρωσικά βιομηχανικά κέντρα. Στην Αγ. Πετρούπολη συστάθηκε το πρώτο σοβιέτ στην Ιστορία, στις βιομηχανικές περιοχές του τμήματος της Πολωνίας που τότε ανήκε στην Ρωσία προστέθηκαν εθνικές προσπάθειες για ανεξαρτησία. Στη συνέχεια, όταν το φθινόπωρο του 1905 –μετά τη συγκομιδή- ρώσοι αγρότες πήραν το δρόμο και στα κεντρικά κυβερνεία και στο Βόλγα λεηλατούσαν και πυρπολούσαν εκατοντάδες σπίτια γαιοκτημόνων, η τύχη του τσαρισμού φαινόταν ότι κρέμεται από μια κλωστή.

Όμως για μια ακόμη φορά ο τσάρος και η κυβέρνηση κατάφεραν να διασπάσουν την αντιπολίτευση. Την αστική τάξη και τους φιλελεύθερους εκπροσώπους της τους καθησύχασε με ένα κοινοβούλιο το οποίο είχε περιορισμένα δικαιώματα και θέσπισε ένα σύνταγμα, το οποίο ο καθηγητής της Χαιδελβέργης, Μαξ Βέμπερ, χαρακτήρισε εύστοχα ως «φαινομενικό συνταγματισμό». Ενάντια στους εξεγερμένους αγρότες και –το Δεκέμβριο του 1905- ενάντια στους εργάτες της Μόσχας, ο τσάρος διέταξε το στρατό να ενεργήσει με τέτοια σκληρότητα, που ακόμη και μέλη της κυβέρνησης έκαναν λόγο περί «αποκρουστικής κτηνωδίας». Όταν η κατάσταση ηρέμησε το επόμενο έτος, ο Νικόλαος ΙΙ πήρε σταδιακά πίσω τις παραχωρήσεις που είχαν δοθεί. Κάθε φορά που η Δούμα δεν πειθαρχούσε σ’ αυτόν, την διέλυε και ανέβαλε τις επαναληπτικές εκλογές, ώστε στο μεσοδιάστημα να κυβερνά και πάλι απολυταρχικά. Εν τούτοις, ο τσάρος δεν τολμούσε να καταργήσει εντελώς το κοινοβούλιο.

Το επαναστατικό κίνημα στη Ρωσία πρακτικά είχε παραλύσει μετά το 1905 για μερικά χρόνια λόγω της καταστολής. Μόνο το 1912 αναβίωσε, όταν τα κυβερνητικά στρατεύματα κατάσφαξαν πολλές εκατοντάδες απεργών σε χρυσωρυχεία της Σιβηρίας, και τα χρόνια μέχρι την έναρξη του πολέμου ο αριθμός των απεργιών αυξανόταν διαρκώς. Διαφορετικά απ’ ότι κατά την περίοδο πριν από το 1905, οι οπαδοί των μπολσεβίκων άρχισαν τώρα να κερδίζουν σε επιρροή και ανάμεσα στην εργατική τάξη. Όταν, όμως, με την έναρξη του πολέμου όλες οι επαναστατικές ομάδες δεν απαγορεύτηκαν μόνο αφηρημένα, αλλά και πρακτικά καταπιέστηκαν και διώχτηκαν, το προλεταριάτο στην πλειοψηφία του δεν το ανέχτηκε. Αυτό ισχύει παρ’ όλο που οι ρώσοι εργάτες προ πολλού δεν στρατεύονταν στο βαθμό που αυτό γινόταν για τους Γερμανούς, τους Βρετανούς ή τους Γάλλους: Αυτοί ήταν πολύ σημαντικοί για τη διατήρηση της παραγωγής οπλισμού και των συγκοινωνιών. Μια άμεση ένδειξη ότι, όπως και πριν, αποτελούσαν μια κοινωνική μειοψηφία και ότι ήταν δύσκολο να αντικατασταθούν. Η ρωσική αστική τάξη διέθετε, όπως ήταν αναμενόμενο, τα χρήματα και τις γνώσεις της, για την οργάνωση των ρωσικών πολεμικών προσπαθειών. Ήταν πρακτικά τα ζέμστβο, που στηρίζονταν από την αστική τάξη, αυτά που οργάνωναν τον εξορθολογισμό της παραγωγής καθώς και τον εφοδιασμό του στρατού και του άμαχου πληθυσμού. Το ότι ο πόλεμος για τη Ρωσία μετά από μερικές αρχικές επιτυχίες εξελισσόταν δυσμενώς και ότι κόστιζε βαριές απώλειες, δεν μπορούσαν να το αποτρέψουν˙ για αυτό υπεύθυνη ήταν όπως και πριν η στρατολογημένη από την αριστοκρατία στρατιωτική ηγεσία. Παρά την συνεισφορά των ζέμστβο στη ρωσική πολεμική προσπάθεια, ο τσάρος απέρριπτε διαρκώς τις αξιώσεις συμμετοχής της αστικής τάξης. Η κατάρρευση του συστήματος μεταφορών οδήγησε το 1916 στο γεγονός, ότι ο στρατός πρακτικά μπορούσε να εφοδιαστεί με τρόφιμα μόνο από τις περιοχές που βρίσκονταν κοντά στο μέτωπο˙ εδώ όμως βρίσκονταν επίσης οι πρωτεύουσες και τα βιομηχανικά κέντρα.


Η μοναρχία έγινε άχρηστη

Όταν γι’ αυτό, τον Φεβρουάριο του 1917 ξέσπασαν εξεγέρσεις για τρόφιμα και απεργίες στην Αγ. Πετρούπολη και λίγο αργότερα στη Μόσχα, οι ηγέτες των κομμάτων στη Δούμα έκαναν σαφές στον [τσαρικό] οίκο ότι έγινε άχρηστος. Μια διαταγή του τσάρου για διάλυση [της Δούμας] αγνοήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου από το Προεδρείο της Βουλής. Ο στρατός –διαφορετικά απ’ ότι το 1905- πέρασε σε μεγάλο βαθμό στην πλευρά των απεργών και των διαδηλωτών και αφόπλισε τους αξιωματικούς του. Στα εργοστάσια σχηματίστηκαν εργατικά συμβούλια, συμβούλια στρατιωτών στους στρατώνες και στο μέτωπο. Μια βδομάδα μετά την έναρξη της εξέγερσης στην Αγ. Πετρούπολη ο Νικόλαος ΙΙ πληροφορήθηκε από την ηγεσία του στρατού, ότι δεν πρέπει πλέον να υπολογίζεται μια ένοπλη καταστολή της επανάστασης. Η παραίτηση του Νικόλαου για χάρη του αδερφού του παρέμεινε επεισόδιο. Η μοναρχία των Ρομανόφ έληξε αθόρυβα επειδή δεν ήθελε και δεν μπορούσε να υπερασπιστεί ούτε καν το δικό της στρατό.

Με τον παραλληλισμό ανάμεσα στα συμβούλια, τα οποία στηρίχτηκαν στην αυθόρμητη εξέγερση των εργατών και των στρατιωτών, και της Προσωρινής Κυβέρνησης που στηρίχτηκε στο –διεκδικηθέν- κύρος του κοινοβουλίου, άρχισε η δυαδική εξουσία, η οποία χαρακτήριζε την πολιτική κατάσταση στη Ρωσία το 1917. Η τόλμη των «Θέσεων του Απρίλη» του Λένιν, βρισκόταν στο ότι διέκρινε την ευκαιρία και είδε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν πολύ κοντά. Ακόμη και μεταξύ των μπολσεβίκων στην αρχή αμφέβαλαν πολλοί για αυτή την προοπτική. Αν ειδωθεί από ιστορική απόσταση, με την επιστροφή του Λένιν στη Ρωσία τον Απρίλιο του 1917, άρχισε ένας αγώνας δρόμου για τη νέα σύσταση της χώρας. Ποιος θα ήταν σ’ αυτήν η κινητήρια δύναμη: το κοινοβούλιο ή τα συμβούλια; Η Προσωρινή Κυβέρνηση εκτέθηκε με το δισταγμό κατά την αγροτική μεταρρύθμιση και την ετοιμότητα να συνεχίσει τον πόλεμο. Οι μπολσεβίκοι πρόφθασαν μια συντακτική συνέλευση και δημιούργησαν δεδομένα. Με το σύνθημά τους «γη και ειρήνη» έπιασαν τον παλμό του λαϊκού αισθήματος. Το σύνθημα αυτό φτάνει μέχρι τον Οκτώβρη˙ με τις αντιφάσεις που είχε καλύψει αυτό το σύνθημα, έπρεπε να ασχοληθούν οι μπολσεβίκοι στη συνέχεια.


Πηγή: junge Welt, 08.03.2017

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.