Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Η Φεβρουαριανή Επανάσταση στη Ρωσία



Στο δρόμο προς τον Κόκκινο Οκτώβρη

του Günter Judick

«Η πρώτη επανάσταση, γεννημένη από τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ξέσπασε. Η πρώτη αυτή επανάσταση δεν θα είναι, ασφαλώς, η τελευταία. Το πρώτο στάδιο της πρώτης αυτής επανάστασης, συγκεκριμένα της ρωσικής […] αν κρίνουμε από τα πενιχρά στοιχεία που διαθέτουμε στην Ελβετία, τέλειωσε. Αυτό το πρώτο στάδιο δεν θα είναι, ασφαλώς, το τελευταίο στάδιο της επανάστασής μας».

Αυτή η αισιόδοξη και πρωτοποριακή εκτίμηση για την Φεβρουαριανή Επανάσταση βρισκόταν στην αρχή του πρώτου Γράμματος από μακριά, που έστειλε ο Λένιν από την ελβετική εμιγκράτσια στις 20 Απριλίου, λίγες μόνο ημέρες μετά την ανατροπή της τσαρικής κυριαρχίας, προς το Πέτρογκραντ και η οποία δημοσιεύτηκε στην Πράβντα.

Επρόκειτο φυσικά για μια κλασική επαναστατική κρίση, οξυμένη από την πορεία του πολέμου, η οποία οδήγησε στο ξέσπασμα της επανάστασης την άνοιξη του 1917: οι κυρίαρχοι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν με την παλιά μορφή, οι κυριαρχούμενοι, εργάτες, στρατιώτες, αγρότες, δεν ήταν διατεθειμένοι να ζουν όπως μέχρι τώρα. Αυτοί, οι ενεργά δρώσες λαϊκές μάζες, καθόρισαν το αποτέλεσμα αυτής της επανάστασης, η οποία ανέτρεψε την πάνω από 300 χρόνια διάρκειας απολυταρχία των Ρομανόφ, πήγε κόντρα σε ελιγμούς για τη διάσωση του τσαρισμού με αλλαγές προσώπων και την μέχρι τότε δεσποτική Ρωσία την μετέτρεψε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στην πιο δημοκρατική χώρα της Ευρώπης με τα μεγαλύτερα λαϊκά δικαιώματα.

Από την αυθόρμητη, όμως, λαϊκή επανάσταση, έλειπαν σε μεγάλο βαθμό τα σχέδια που θα εξασφάλιζαν διαρκή επιτυχία και θα έλυναν τα άλυτα προβλήματα, κυρίως αυτό του τερματισμού του πολέμου.

Ο πόλεμος έκανε ορατές όλες τις σάπιες πλευρές του τσαρισμού. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες και τις τεράστιες θυσίες των στρατιωτών, όλες οι μεγάλες μάχες του πολέμου στο ανατολικό μέτωπο κατέληξαν τελικά σε ήττες. Η κακή οικονομική διαχείριση, η διαφθορά, η ευνοιοκρατία και η αποδιοργάνωση συνέβαλαν σημαντικά στις στρατιωτικές αποτυχίες. Γι’ αυτό στην ανώτατη στρατιωτική ιεραρχία, ακόμη και στο πιο στενό περιβάλλον του τσάρου, υπήρχαν δυνάμεις οι οποίες θεωρούσαν αναγκαία την παραίτηση του τσάρου και την αντικατάστασή του από έναν άλλο Ρομανόφ.

Στη Δούμα επίσης, στο νομοθετικό σώμα, στο οποίο είχαν εξασφαλιστεί οι πλειοψηφίες υπέρ των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών μέσω του εκλογικού συστήματος, αυξανόταν η αβεβαιότητα. Τα κόμματά τους, οι οκτωβριστές και οι καντέτοι, έβλεπαν ότι τίθεται σε κίνδυνο η συνέχιση του πολέμου με την αποδυνάμωση του τσαρισμού. Την ανησυχία τους μοιράζονταν και οι διπλωμάτες της Αγγλίας, των ΗΠΑ και της Γαλλίας, που ήταν σύμμαχοι στον πόλεμο και βασικοί επενδυτές του αλλοδαπού κεφαλαίου στη Ρωσία, πιέζοντας ενεργά για αλλαγές στο πλαίσιο του τσαρικού συστήματος.

Η κρίση του συστήματος των κυριάρχων οξύνθηκε, όταν ο τσάρος ανέβαλε τη σύγκλιση της Δούμας γρήγορα και χωρίς πολλή σκέψη κατά ένα μήνα, στις 27 Φεβρουαρίου (σύμφωνα με το παλιό ρωσικό ημερολόγιο, στις 12 Μαρτίου με βάση του πως υπολογιζόταν στη Δύση).

Όμως, ακριβώς, αυτές τις μέρες η μαζική αντίσταση ενάντια στην πείνα φτάνει σ’ ένα νέο ποιοτικό επίπεδο, η μαζική πάλη μετατοπίζεται από τα εργοστάσια στους δρόμους της πρωτεύουσας.

Ήδη, στις 22 Ιανουαρίου, την 12η επέτειο της Ματωμένης Κυριακής στην Πετρούπολη το 1905, 300.000 εργάτες συμμετείχαν σε μια απεργία προς ανάμνηση αυτής της ημέρας. Από δω και πέρα το κύμα των απεργιών ενάντια στις συνθήκες εργασίας και την αυξανόμενη πείνα στην πρωτεύουσα, δεν σταματούσε. Οι διαταγές του τσάρου στην αστυνομία και το στρατό για καταστολή των απεργιών ήταν αναποτελεσματικές. Στις 6 Μαρτίου ασκήθηκε στους απεργούς λοκ άουτ από τους επιχειρηματίες των εργοστασίων Πουτίλοφ και από άλλες μεγάλες επιχειρήσεις.


Μια ξεχωριστή ημέρα της γυναίκας

Στις 8 Μαρτίου οι γυναίκες του Πέτρογκραντ έκαναν μια διαδήλωση κατά της πείνας μπροστά στο δημαρχείο. Δεν σταμάτησαν τη διαμαρτυρία τους ούτε και μπροστά στις κινητοποιήσεις της αστυνομίας και των έφιππων μονάδων από Κοζάκους. Η διαμαρτυρία των γυναικών, υποστηριζόμενη από τους εργάτες που τους είχε ασκηθεί λοκ άουτ, ήταν η πρώτη μέρα των αυξανόμενων μαζικών ενεργειών, οι οποίες αποδείχτηκαν ισχυρότερες από την αστυνομική τρομοκρατία. Στις 10 Μαρτίου ανακοινώθηκε η γενική απεργία, στις επόμενες ημέρες αρνούνταν όλο και περισσότερα συντάγματα της φρουράς να αναλάβουν δράση εναντίον των διαδηλωτών, εν μέρει βοήθησαν να αφοπλιστεί η αστυνομία. Ο μηχανισμός καταπίεσης της παλιάς εξουσίας ήταν ανίκανος να δράσει. Στις 12 Μαρτίου ο αγώνας στο Πέτρογκραντ είχε αποφασιστεί υπέρ των μαζών. Η πρωτεύουσα με τους συγκεντρωμένους στα μεγάλα εργοστάσια εργάτες, έδωσε το σήμα, η Μόσχα και τα υπόλοιπα βιομηχανικά κέντρα ακολούθησαν.

Τώρα ήταν αναγκασμένη και η Δούμα, η συνεδρίαση της οποίας είχε συγκληθεί για τις 12 Μαρτίου, να δράσει, αν δεν ήθελε να αφήσει στις μάζες την εξουσία. Μια προσπάθεια των μενσεβίκων να κερδίσουν τους εργάτες υπέρ της Δούμας, απέτυχε, προσήλθαν μόνο λίγες εκατοντάδες. Ανησυχώντας για το κενό εξουσίας που προέκυψε, δημιουργήθηκε αρχικά μια προσωρινή επιτροπή της Δούμας, η οποία σχηματίστηκε από εκπροσώπους των δυό κομμάτων τα οποία εκπροσωπούσαν διαφορετικά κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα, όπως επίσης τους σοσιαλεπαναστάτες και τους δεξιούς μενσεβίκους. Οι προσπάθειες των εκπροσώπων τους να πείσουν τον τσάρο να παραιτηθεί από τον θρόνο, οδήγησαν στις 15 Μαρτίου 1917 σε επιτυχία, η προσπάθεια να σώσουν τον τσαρισμό με την μεταβίβαση της εξουσίας σε έναν αδερφό του τσάρου, απέτυχε.


Η δυαδική εξουσία – ένα νέο ιστορικό φαινόμενο

Το βράδυ της 12ης Μαρτίου συγκροτήθηκε μετά από πρόσκληση μιας προσωρινής εκτελεστικής επιτροπής το Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών. Αυτοί που προσκαλούσαν ήταν βουλευτές της Δούμας των σοσιαλεπαναστατών και των μενσεβίκων, των συνδικάτων και των συνεταιρισμών και μέλη της ομάδας εργατών της «Κεντρικής Επιτροπής της Πολεμικής Βιομηχανίας». Αυτοί οι τελευταίοι μόλις είχαν απελευθερωθεί από την κράτηση, μέχρι όμως την σύλληψή τους είχαν προσπαθήσει καθαρά να καθησυχάσουν τους εργάτες στην τσαρική πολεμική βιομηχανία. Συνελήφθησαν μόνο όταν απέτυχαν οι προσπάθειές τους μπροστά στη μαχητικότητα των εργατών. Από αυτή την προσωρινή επιτροπή καθορίστηκε επίσης το μέτρο για τους αντιπροσώπους, ανά 1.000 εργαζόμενους θα ‘πρεπε να εκλεγεί στα εργοστάσια ένας αντιπρόσωπος. Οι στρατιώτες επίσης που προσχώρησαν στην επανάσταση κλήθηκαν να εκλέξουν αντιπροσώπους στους στρατώνες. Οι αντιπρόσωποι που συνήλθαν κατ’ αυτό τον τρόπο αποφάσισαν στην πρώτη τους σύσκεψη τον σχηματισμό ενός κοινού Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των στρατιωτών. Οι πρώτες αποφάσεις καταπιάστηκαν με την κατάσταση του εφοδιασμού. Για τη διασφάλιση της επανάστασης αποφασίστηκε ο σχηματισμός μιας πολιτοφυλακής για την άμυνα, στην οποία κάθε εργοστάσιο θα ‘πρεπε να στείλει 100 άντρες. Στις περιφέρειες θα ‘πρεπε να διοριστούν εξουσιοδοτημένοι κομισάριοι για την αποκατάσταση της τάξης και την καταπολέμηση της αναρχίας καθώς και τα επικείμενα πογκρόμ.

Με την «Διαταγή αρ. 1», η οποία απευθυνόταν στη φρουρά της πρωτεύουσας, καθορίστηκε ο σχηματισμός των εκλεγμένων επιτροπών των αντρών. «Σε όλες τις πολιτικές δραστηριότητες οι στρατιωτικές μονάδες υπάγονται στο Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και στρατιωτών και στις ιδίες επιτροπές. Διαταγές της Επιτροπής της Κρατικής Δούμας πρέπει να τηρούνται μόνο τότε, όταν αυτές […] δεν έρχονται σε αντίθεση με τις αποφάσεις του Σοβιέτ».

Όλα τα όπλα θα ‘πρεπε να υπόκεινται στον έλεγχο των εκλεγμένων επιτροπών και, σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να δοθούν στους αξιωματικούς. Στη Διαταγή αρ. 2 της 18ης Μαρτίου αφέθηκε ανοιχτό το ζήτημα της εκλογής των αξιωματικών από τους άντρες, στις επιτροπές, όμως, δόθηκε το δικαίωμα εναντίωσης για διορισμό συγκεκριμένων αξιωματικών. Με όλες αυτές τις αποφάσεις έγινε σαφές ότι τις ημέρες εκείνες το Σοβιέτ ενσάρκωνε την πραγματική εξουσία, χωρίς την υποστήριξη του οποίου δεν μπορούσε να είναι αποτελεσματικό κανένα άλλο όργανο.

Η Προσωρινή κυβέρνηση στην πρωτεύουσα και στα κέντρα της χώρας, στα οποία προέκυψαν επίσης μέσα σε λίγες μέρες Σοβιέτ, δεν διέθετε κανένα δικό της μέσο εξουσίας για την επιβολή των αποφάσεών της. Γι’ αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός, ότι με τον Κερένσκι ως υπουργό Δικαιοσύνης μπήκε στο υπουργικό συμβούλιο ένας σοσιαλεπαναστάτης, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και αντιπρόεδρος του Σοβιέτ του Πέτρογκραντ και, στην αρχή, παρέμεινε επίσης και υπουργός. Ο Κερένσκι κατόρθωσε να πείσει την πλειοψηφία του Σοβιέτ να κάνει αποδεκτό τον σχηματισμό της Προσωρινής κυβέρνησης και να υποστηρίξει το έργο της.


Οι μπολσεβίκοι στο πρώτο στάδιο της επανάστασης

Μόνο η λαϊκή επανάσταση έδωσε στους μπολσεβίκους τη δυνατότητα για νόμιμη Οργάνωση. Σε αντίθεση με τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες, οι οποίοι μπορούσαν να εργάζονται δημόσια στη Δούμα, στις νόμιμες εργατικές Οργανώσεις και στον Τύπο τους ακόμη και κατά την περίοδο του πολέμου, οι βουλευτές των μπολσεβίκων στη Δούμα είχαν συλληφθεί όπως και οι γνωστοί ηγέτες τους από την αρχή του πολέμου. Η Πράβντα και άλλες εφημερίδες είχαν επίσης κατασταλεί. Ο Λένιν, ο Ζινόβιεφ, ο Μπουχάριν και άλλοι, που όπως και ο Τρότσκι συνδέθηκαν μόνο το 1917 με τους μπολσεβίκους, βρίσκονταν για πολλά χρόνια στην εμιγκράτσια.

Αυτοί που απελευθερώθηκαν από τις φυλακές και τα γνωστά εκείνα στελέχη του κόμματος που επέστρεψαν λίγο αργότερα από την εξορία, μεταξύ αυτών τα δυό μέλη της ΚΕ, Ορτζονικίτζε και Στάλιν, ο Σβερντλόφ, ο Κάμενεφ, ο Ντζερζίνσκι και άλλοι, ενίσχυσαν γρήγορα τις επιτροπές του κόμματος που βγήκαν από την παρανομία. Ως καθοδηγητικό όργανο προέκυψε ένα ρωσικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής των μπολσεβίκων, το οποίο στην πρώτη του έκκληση προς τους εργάτες στις 12 Μαρτίου ζήτησε να εκλεγούν αντιπρόσωποι και να σχηματίσουν μια κυβέρνηση υπό την καθοδήγηση των εργατών.

Το κόμμα στην αρχή της νόμιμης δουλειάς του διέθετε περίπου πάνω από 24.000 μέλη, από αυτά τα 2.000 περίπου στην πρωτεύουσα. Περισσότερο από το 60% των μελών ήταν εργάτες. Στα πρώτα καθήκοντα του κόμματος ανήκε η οργάνωση επανέκδοσης της Πράβντα, του πιο σημαντικού μέσου προπαγάνδας προς τις μάζες. Ένα μήνα αργότερα 100.000 περίπου κομμουνιστές ήταν οργανωμένοι σε 600 Οργανώσεις σε όλα τα κέντρα της χώρας.

Από το αυστηρά παράνομο εργατικό κόμμα είχε προκύψει ένα γρήγορα αναπτυσσόμενο μαζικό κόμμα με σταθερή στήριξη στα εργοστάσια.


Καμιά υποστήριξη στην Προσωρινή κυβέρνηση

Ο Λένιν χαιρέτησε τα αποφασιστικά βήματα στη χώρα για τη γρήγορη οργανωτική ενίσχυση των μπολσεβίκων. Μέσα στον ενθουσιασμό της επανάστασης, όμως, σε ορισμένες περιοχές, η σαφής οριοθέτηση απέναντι στους μενσεβίκους είχε αδυνατίσει. Ανήσυχος ο Λένιν παρακολουθούσε επίσης τα πολιτικά συνθήματα στην Πράβντα, τα οποία παρέμειναν στους στόχους της επανάστασης του 1905, χωρίς να διακρίνουν επαρκώς τις αλλαγές [που είχαν προκύψει] από τότε. Έτσι, ο Κάμενεφ, ο Μολότοφ καθώς και ο Στάλιν, εκπροσωπούσαν την περίοδο εκείνη την αντίληψη ότι τα Σοβιέτ πρέπει να ελέγχουν την Προσωρινή κυβέρνηση εκ μέρους των εργατών, ενόσω ο Λένιν υποστήριζε το πάρσιμο όλης της εξουσίας από τα Σοβιέτ ως το επόμενο βήμα της επανάστασης.

«Το προλεταριάτο δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποστηρίζει μια κυβέρνηση πολέμου, μια κυβέρνηση παλινόρθωσης. Για την πάλη ενάντια στην αντίδραση […] δεν χρειάζεται καθόλου η υποστήριξη των Γκουτσκόφ και Σίας, μα η οργάνωση […] της προλεταριακής πολιτοφυλακής, ο εξοπλισμός του λαού με την καθοδήγηση των εργατών», έγραψε ο Λένιν λίγες μέρες πριν την αναχώρησή του από τη Ζυρίχη σ’ ένα άλλο από τα συνολικά πέντε Γράμματα από μακριά.


Επιστροφή στην πατρίδα μ’ έναν ριψοκίνδυνο τρόπο

Αμέσως μετά την γνωστοποίηση της επανάστασης ο Λένιν και ο Ζινόβιεφ, όπως επίσης ο Μάρτοφ (μενσεβίκος, διεθνιστής) και άλλοι ρώσοι μετανάστες, αναζήτησαν τρόπους για να επιστρέψουν όσο το συντομότερο δυνατό στη Ρωσία. Σ’ αυτό είχαν βοηθήσει ελβετοί σοσιαλδημοκράτες.

Ενόσω, όμως, ο Μάρτοφ ήλπιζε ότι η Προσωρινή κυβέρνηση με του «σοσιαλιστές Κερένσκι και Τσχεΐτζε» θα υποστηρίξει τις προσπάθειές τους, επιβεβαιώθηκαν οι αμφιβολίες του Λένιν. Ούτε η Προσωρινή κυβέρνηση της Ρωσίας ούτε οι πολεμικοί τους σύμμαχοι στην Αγγλία και τη Γαλλία ενδιαφέρονταν για την επιστροφή των ρώσων επαναστατών. Ο χρόνος όμως πίεζε.

Έτσι έμεινε μόνο ένας δρόμος, αυτός που έγινε δυνατός με τη μεσολάβηση του Γραμματέα της ελβετικής σοσιαλδημοκρατίας, Φριτς Πλάτεν. Στο κλειστό βαγόνι ταξίδεψαν για τη Στοκχόλμη μέσω της Γερμανίας ο Λένιν, ο Ζινόβιεφ και άλλοι μπολσεβίκοι, αλλά και μερικοί μενσεβίκοι και άλλοι σοσιαλιστές.
Στις 3 Απριλίου έφθασαν με το τραίνο στο Πέτρογκραντ. Με τις Θέσεις του Απρίλη του Λένιν ξεκινά μια θυελλώδης συζήτηση για τον περαιτέρω δρόμο της επανάστασης.


Ο συγγραφέας, Günter Judick (1929-2017), που έφυγε απ’ τη ζωή ακριβώς πριν από δυό μήνες, ήταν ιστορικός. Το 1945 οργανώθηκε στο KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας) και από το 1968 στο DKP (Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα). Ήταν συνεργάτης σε ζητήματα θεωρίας του ανώτατου καθοδηγητικού του οργάνου, ενώ υπήρξε και πρόεδρος της Επιτροπής Ιστορίας του DKP. Συνέγραψε ή συμμετείχε στη συγγραφή πολλών βιβλίων και άρθρων σε περιοδικά και εφημερίδες. Επίκεντρο της δουλειάς του ήταν η Ιστορία του εργατικού κινήματος. Το παρόν άρθρο αποτελεί το πρώτο από μια σειρά ακόμη που θα δώσουμε στη δημοσιότητα (ΠΓ).


Πηγή: Unsere Zeit, εφημερίδα του Γερμανικού ΚΚ (DKP), 16.03.2007

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.