Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Η ρωσική επανάσταση



του Φραντς Μέρινγκ

Το να γράψει κάποιος για τη ρωσική επανάσταση είναι κατά κάποιο τρόπο δύσκολο με την αβεβαιότητα και τη σύγχυση των ειδήσεων, που έχουν φθάσει μέχρι τώρα για αυτήν από το εξωτερικό, ιδιαίτερα για ένα εβδομαδιαίο περιοδικό, οι απόψεις του οποίου μπορούν κάθε μέρα να περιοριστούν από νέες ειδήσεις ή να διαψευστούν.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ορισμένες απόψεις που μπορεί να διαπιστώσει κάποιος σήμερα, χωρίς να χρειάζεται να φοβάται ότι αύριο θα φαίνονται ανούσιες, και μάλιστα τέτοιες απόψεις οι οποίες είναι αποφασιστικές για την ουσία αυτής της επανάστασης. Γιατί τα ερωτήματα, το που βρίσκονται ο τσάρος και η τσαρίνα, ποιο μέλος της τσαρικής οικογένειας έχει την τάση να συμφωνήσει με την επανάσταση ή όχι και ούτω καθεξής, μπορεί να ενδιαφέρουν έναν φιλισταίο, τους πολιτικούς όμως δεν τους ενδιαφέρει, αφού τώρα είναι ήδη καθαρό ότι η ρωσική επανάσταση δεν θέλει σε καμιά περίπτωση να ρισκάρει με τον τσαρισμό σαν τέτοιο.

Με βάση την ιστορική της ουσία, αυτή η επανάσταση αποτελεί μια εξέγερση της αστικής τάξης ενάντια στην ανικανότητα του τσαρισμού να αγωνιστεί με επιτυχία στον παγκόσμιο πόλεμο. Είναι γνωστό αρκετά καλά, ότι η ρωσική αστική τάξη λαχταρούσε με πάθος και υποδαύλιζε αυτό τον παγκόσμιο πόλεμο˙ στην χειρότερη εξαπάτηση των γερμανών κυβερνητικών σοσιαλιστών περιλαμβανόταν η παρουσίαση του ρωσικού πολέμου από τις προ πολλού ξεχασμένες φράσεις ως μια ληστρική εισβολή βαρβαρικών ορδών στην δυτικοευρωπαϊκή κουλτούρα. Ήδη, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ο καθηγητής Μιτροφάνοφ, ένας ευυπόληπτος ιστορικός, που απέκτησε την εκπαίδευσή του στα γερμανικά πανεπιστήμια και που το άτομό του πρόσκειται αναμφίβολα φιλικά προς τη Γερμανία, εξέθεσε με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο, ότι η «ιδιοκτησία και η εκπαίδευση» στη Ρωσία, δηλαδή, για να ειπωθεί σαφέστερα, η ρωσική αστική τάξη, μετά από έναν πόλεμο με τη Γερμανία διψούσε να επεκτείνει όπου κι αν είναι τα καπιταλιστικά της πλοκάμια, προσέκρουε παντού στην αντίστασή της.

Από δω προκύπτει ήδη η ακύρωση της προσπάθειας να χαιρετήσει τη ρωσική επανάσταση ως προάγγελο της ειρήνης. Αντίθετα: Στο βαθμό που εξαρτάται απ’ τους σημερινούς εξουσιαστές της Ρωσίας, θα συνεχίσουν τον πόλεμο διπλασιάζοντας την ενέργεια και, όπως ελπίζουν, διπλασιάζοντας τις επιτυχίες. Μάλιστα, σύμφωνα με μερικές ενδείξεις ότι ο τσάρος μπορεί να αποφασίσει μια ξεχωριστή ειρήνη με τη Γερμανία, φαίνεται ο φόβος ότι δεν είναι το τελευταίο κίνητρο των γρήγορων ενεργειών τους. Έτσι εξηγείται παραπέρα ότι ένα μέρος της αριστοκρατίας, και συγκεκριμένα η ένοπλη εξουσία, προσχώρησαν στη ρωσική επανάσταση.

Έτσι, η επανάσταση αυτή επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση του Λασάλ, ότι είναι αδύνατο η αστική τάξη να διακινδυνεύσει για τα ιδανικά αγαθά της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης, όμως για να υπερασπιστεί τα καπιταλιστικά της συμφέροντα μπορεί να δείξει ακόμη τα νύχια και τα δόντια της. Μπορεί μάλιστα κάποιος να επαινέσει ανάλογα τη ρωσική αστική τάξη για το ότι ξέρει να καταβάλει μεγαλύτερες δυνάμεις για τους εντυπωσιακούς βωμούς της απ’ ό,τι μερικοί άλλοι που εξακολουθούν να ζουν στη Δύση. Αλλά, τελικά, η αστική τάξη παραμένει πάντα τάξη αστική, και δε μπορεί να κάνει επανάσταση χωρίς να στηριχθεί στις λαϊκές μάζες που έχουν ατσαλωθεί σε επαναστατική δύναμη στο δύσκολο σχολειό της δυστυχίας και της πείνας. Αυτό συνέβη το 1789 στη Γαλλία, το ίδιο συνέβη το 1848 στη Γαλλία και στη Γερμανία και αυτό συμβαίνει το 1917 στη Ρωσία.

Γι’ αυτό, για κάθε νικηφόρα επανάσταση ισχύουν τα λόγια του ρωμαίου ποιητή: Πίσω απ’ τον καβαλάρη που επιστρέφει στο σπίτι τόσο ένδοξα από τη μάχη, βρίσκεται η μαύρη σκοτούρα. Το πώς απαλλάχτηκε η αστική τάξη απ’ αυτή τη σκοτούρα, αυτό είναι αρκετά γνωστό. Την επόμενη μέρα της νίκης αντάμειψε τους μαχητές, που με το αίμα και τα μπράτσα τους είχαν κερδίσει τη νίκη, με την πιο ποταπή αχαριστία! Και δεν υπάρχει ούτε ο παραμικρός λόγος να αμφιβάλει κάποιος για το ότι και η ρωσική αστική τάξη θα τηρήσει την ίδια δοκιμασμένη μέθοδο. Το πρόγραμμά της περιέχει μεν μια σειρά από αιτήματα που πηγαίνουν σχετικά μακριά, αλλά πρέπει να τονιστεί ότι αυτά δεν αφορούν στο κοινωνικό αλλά στο πολιτικό πεδίο, και το τι μπορεί να συμβεί με την ανάδειξη μιας εκλεγμένης Εθνοσυνέλευσης με βάση την καθολική , ίση, μυστική και άμεση ψηφοφορία, η οποία (Εθνοσυνέλευση) θα συζητήσει για το νέο σύνταγμα του Ράιχ, αυτό φαίνεται στο πρωσικό πρότυπο του 1848. Ακριβώς, για την ίδια «επιτυχία» είχαν παλέψει οι εργάτες στο Βερολίνο το 1848, αλλά σε λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα ήρθε το εκλογικό δικαίωμα των τριών κατηγοριών [1], το οποίο δεν το ξεφορτωθήκαμε ούτε και σήμερα.

Θα αφεθούν να εξαπατηθούν και πάλι οι ρώσοι εργάτες; Αυτό για τους γερμανούς εργάτες είναι το σημαντικότερο θεμελιακό ζήτημα της ρωσικής επανάστασης. Δε φοβόμαστε, αλλά έχουμε αισιόδοξα εμπιστοσύνη, ότι διδάχτηκαν από τις οδυνηρές εμπειρίες της τάξης τους και τους καρπούς της νίκης που οι ίδιοι απέκτησαν με πάλη, ότι δε θα τους αφήσουν στην αστική τάξη όσο σκληρούς, μακροχρόνιους αγώνες κι αν κοστίσει, ότι θα τους εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους. Μόνο τότε θα εκπληρωθεί η προφητεία του Φράϊλιγκάτ μας, που στις σημερινές βδομάδες του μήνα του μέλιτος της ρωσικής επανάστασης, εμφανίζεται τώρα μόνο σαν προφανής ειρωνεία:

Κοιτάξτε στη Δύση!
Ένας λαός ακόμη στον κόσμο,
Που πεισματάρικα κρατιέται
με ατσάλινο χέρι στην εξέγερση!
Στη μακρινή, έρημη Ανατολή
Στο φυλάκιο της ελευθερίας,
Δίνουν τώρα τη μάχη,
Που επιστρέφει κυλιόμενη,
Λειώνοντας όλα τα δεσμά,
Ελευθερώνοντας κι εσάς.

_______

Σημειώσεις

[1] Το εκλογικό δικαίωμα των τριών κατηγοριών εισήχθη στην Πρωσία μετά την επανάσταση του 1848/49 από τον βασιλιά Φρειδερίκο Βίλχελμ IV και παρέμεινε σε ισχύ από το 1849 μέχρι το τέλος της μοναρχίας το 1918. Επρόκειτο για μια ειδική μορφή ανισότιμης ψήφου. Σύμφωνα μ’ αυτό το σύστημα, οι εκλογείς χωρίζονταν με βάση το εισόδημά τους ή την φορολογική τους απόδοση σε τρεις κατηγορίες («τάξεις») και αντίστοιχο ήταν το ειδικό βάρος της ψήφου τους. Η ψηφοφορία δεν ήταν μυστική, αλλά ούτε και άμεση. Οι έχοντες το δικαίωμα ψήφου εξέλεγαν εκλέκτορες και αυτοί με τη σειρά τους εξέλεγαν τους βουλευτές της περιφέρειάς τους. Σύμφωνα μ’ αυτό το εκλογικό σύστημα για παράδειγμα, στις δημοτικές εκλογές στην πόλη Έσσεν ο βιομήχανος Άλφρεντ Κρουπ καθόριζε μόνος του το ένα τρίτο των μελών του δημοτικού συμβουλίου (ΣτΜ).


Πηγή: Sozialistische Klassiker 2.0 [Der Kampf (Duisburg) Αρ. 42, 24. Μαρτίου 1917. Σύμφωνα με τη «Συλλογή Κειμένων», τόμ. 15, σ. 711-713].

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.