Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Ένα τραίνο με ριψοκίνδυνο φορτίο



Το ταξίδι του Λένιν μέσω της Γερμανίας προς την επαναστατική Ρωσία

του Günter Judick

Στα μέσα Απριλίου 1917 ίσως κάποιοι ταξιδιώτες στη Γερμανία να κοίταζαν έκπληκτοι το σφραγισμένο βαγόνι ενός επιβατικού τραίνου, στο οποίο δεν είχε κανένας πρόσβαση, ούτε η αστυνομία ή ο στρατός. Απρόσιτο ήταν ακόμη και για τα ηγετικά στελέχη της σοσιαλδημοκρατίας που ήταν πιστοί στον αυτοκράτορα. Μέσα στο βαγόνι αυτό ταξίδευαν 32 ρώσοι πολιτικοί μετανάστες, παρά τον συνεχιζόμενο πόλεμο, μέσω της Γερμανίας προς την Στοκχόλμη και από εκεί προς την πρωτεύουσα της επαναστατικής Ρωσίας, στο Πέτρογκραντ.

Λίγες μόνο βδομάδες αργότερα, μερικοί από τους ταξιδιώτες ήταν παγκοσμίως γνωστοί, ειδικά ο Λένιν και ο τότε πιο στενός συνεργάτης του, Γκριγκόρι Ζινόβιεφ. Στα 32 άτομα περιλαμβάνονταν 19 μπολσεβίκοι, έξι μπουντιστές (μέλη της εβραϊκής σοσιαλδημοκρατικής Οργάνωσης «Μπουντ») και τρεις συνεργάτες ενός περιοδικού που εκδίδονταν μέχρι το 1916 στο Παρίσι από τον Τρότσκι. Το ταξίδι αυτό οργανώθηκε από τον ελβετό σοσιαλιστή Φριτς Πλάττεν, ο οποίος δυό χρόνια αργότερα ήταν ένας από τους συνιδρυτές της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Περισσότεροι από 200 ρώσοι πολιτικοί πρόσφυγες βρίσκονταν κατά το ξέσπασμα της Φεβρουαριανής Επανάστασης στην ουδέτερη Ελβετία. Μετά από μια σύντομη σύλληψη, όταν άρχισε ο πόλεμος το 1914, οι αυστριακές αρχές απέλασαν και τον Λένιν, που μέχρι τότε καθοδηγούσε από την Κρακοβία τους μπολσεβίκους που δρούσαν παράνομα στη Ρωσία. Εκεί, συναντήθηκαν στην εμιγκράτσια διάφορα ρεύματα και ομάδες της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, μενσεβίκοι (διεθνιστές), μπολσεβίκοι, μπουντιστές, σοσιαλεπαναστάτες και οπαδοί διάφορων ενδιάμεσων ομάδων. Οι εκπρόσωποί τους που ήταν αντίπαλοι του πολέμου, είχαν συμμετάσχει στις διασκέψεις του Τσίμμερβαλντ και εκεί, μετά από δύσκολες συζητήσεις αποφάσισαν κοινά ψηφίσματα για κινητοποιήσεις κατά του πολέμου. Ταυτόχρονα, οι διαφορές μεταξύ μιας μειοψηφίας που καθοδηγούνταν από τον Λένιν, των «αριστερών του Τσίμμερβαλντ», και μιας συμφιλιωτικής, σοσιαλπασιφιστικής πλειοψηφίας, είχαν γίνει ευδιάκριτες: Τερματισμός του πολέμου με επαναστατική δράση, ώστε με τον πόλεμο να «σπάσει» επίσης η κυριαρχία του κεφαλαίου, ή αναζήτηση για μια απατηλή συνεννόηση περί ειρήνης, η οποία θα αφήσει στην εξουσία τους ενόχους του πολέμου; Δημιουργία μιας νέας, συνεπούς επαναστατικής Διεθνούς με αποκλεισμό εκείνων των δυνάμεων που το 1914 προσχώρησαν στο στρατόπεδο του κεφαλαίου, ή ανασύσταση της παλιάς Διεθνούς που προδόθηκε το 1914 από τους σοσιαλπατριώτες όλων των χωρών; Αυτές ήταν τεράστιες διαφορές. Η ρωσική επανάσταση που άρχισε, απαιτούσε μια πρακτική απάντηση, μια απόφαση, [επιλέγοντας] έναν από τους δυό δρόμους.


Οι δικαιολογημένες ανησυχίες του Λένιν

Οι λιγοστές και πολιτικά χρωματισμένες αναφορές του διεθνούς Τύπου σχετικά με την πορεία της ρωσικής επανάστασης, έκαναν ξεκάθαρο τον κίνδυνο ότι κι αυτή τη φορά η επανάσταση αυτή θα εξελιχθεί με βάση το πρότυπο όλων σχεδόν των αστικών επαναστάσεων, στις οποίες οι εργάτες αγωνίζονταν στην πρώτη γραμμή, στη συνέχεια όμως εξαπατούνταν από το κεφάλαιο για τους καρπούς της νίκης τους. Σε μια επιστολή του που γράφτηκε στις 16.3.1917, προς την Αλεξάνδρα Κολλοντάι η οποία εργαζόταν στη Στοκχόλμη, ο Λένιν εξέφρασε τις ανησυχίες του για την περαιτέρω εξέλιξη: «Μια βδομάδα αιματηρών αγώνων των εργατών, και στην εξουσία βρίσκονται ο Μιλιουκόφ με τον Γκουτσκόφ και τον Κερένσκι. Ακριβώς, σύμφωνα με το παλιό ευρωπαϊκό καλούπι.» Λίγες μέρες αργότερα γράφει στην ίδια συντρόφισσα: «Φοβάμαι ότι τώρα στο Πέτρογκραντ υπόκεινται στη γενική αρρώστια, ότι απλά είναι ενθουσιασμένοι χωρίς να εργάζονται συστηματικά για τη δημιουργία ενός κόμματος νέου τύπου και, σε καμιά περίπτωση, με βάση το πρότυπο της Δεύτερης Διεθνούς. Πλησίασμα στις μάζες! Κινητοποίηση νέων στρωμάτων! Να παρθούν παντού νέες πρωτοβουλίες, να δημιουργηθούν νέες οργανώσεις σε όλα τα στρώματα και να αποδειχτεί σ’ αυτά ότι μόνο το ένοπλο Συμβούλιο των Εργατών Αντιπροσώπων μπορεί να φέρει την ειρήνη παίρνοντας την εξουσία.»

Οι ανησυχίες για την πορεία του κόμματός του δεν ήταν αβάσιμες, όπως έδειξαν οι επόμενες βδομάδες. Πολλά σημαντικά έργα του Λένιν που είχαν προκύψει κατά τη διάρκεια του πολέμου, μόλις που είχαν φτάσει στο παράνομο κόμμα. Πολλά από τα δραστήρια στελέχη του στη χώρα βρίσκονταν μέχρι [το ξέσπασμα] της επανάστασης είτε στη φυλακή είτε στην εξορία. Το κόμμα στην αρχή του πολέμου είχε χάσει τον νόμιμο Τύπο του, και οι βουλευτές του στη Δούμα είχαν συλληφθεί. Ο πόλεμος και η απομόνωση των μεταναστών στην Ελβετία είχαν καταστρέψει τις γραμμές σύνδεσης. Η πρωτοποριακή εργασία του Λένιν σχετικά με τον ιμπεριαλισμό ως νέα φάση του καπιταλισμού που καθορίζεται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο («Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», 1916/1917), αποκαλύπτοντας τις αιτίες του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην πάλη για το νέο μοίρασμα του κόσμου, των αγορών και των πηγών πρώτων υλών του, το συμπέρασμά του ότι αυτή η νέα βαθμίδα του καπιταλισμού έθετε στην ημερήσια διάταξη την σοσιαλιστική επανάσταση, αυτά ήταν σχεδόν άγνωστα. Και τα ζητήματα επίσης, σχετικά με την συνάφεια ιμπεριαλισμού και οπορτουνισμού, σχετικά με τις αιτίες της κατάρρευσης της Δεύτερης Διεθνούς, πολλοί δεν τα είχαν ακόμη συνειδητοποιήσει.


Πέντε Γράμματα από μακριά

Με σκοπό να μεταδώσει τις απόψεις του για τα γεγονότα και τα συμπεράσματα που προέκυπταν από δω για την πολιτική του κόμματος, ο Λένιν έγραψε μεταξύ 20 Μαρτίου και 8 Απριλίου του 1917, πέντε Γράμματα από μακριά. Μόνο το πρώτο δημοσιεύτηκε στην Πράβντα πριν από την επιστροφή του Λένιν, τα άλλα εκδόθηκαν μόνο μετά τον θάνατό του το 1924. Τα Γράμματα αυτά αποτελούν εκπληκτικά ντοκουμέντα της ικανότητας του Λένιν, από τη θεωρητική γνώση του, τη μελέτη των ιστορικών εμπειριών και τις διάφορες πηγές, όπως τα τηλεγραφήματα και τα αστικά μέσα ενημέρωσης, να διακρίνει σωστά τα γεγονότα στη Ρωσία και να δείχνει τις δυνατότητες για την περαιτέρω εξέλιξη της ρωσικής επανάστασης. Οι συλλογισμοί σ’ αυτά τα γράμματα μπορούν να βρεθούν αργότερα ξανά σε πιο ολοκληρωμένα έργα, π.χ. στο «Κράτος και επανάσταση» (Αύγουστος/Σεπτέμβριος του 1917).

Ο Λένιν χαρακτηρίζει την προσωρινή κυβέρνηση ως μια κυβέρνηση συνέχισης του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Για αυτήν δε μπορεί να υπάρξει υποστήριξη. Κάνει σαφές ότι για την συνέχιση του πολέμου δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για το ζήτημα τού να σωθεί η επανάσταση από τον γερμανικό μιλιταρισμό, αλλά για την επιβολή των παλιών ιμπεριαλιστικών πολεμικών στόχων. Τονίζει την ιδιαιτερότητα ότι, το προλεταριάτο της Ρωσίας στο πρώτο στάδιο της επανάστασης δεν έκανε μόνο το πρώτο βήμα για το τσάκισμα του παλιού κρατικού μηχανισμού, αλλά με τα Σοβιέτ έθεσε επίσης τα θεμέλια μιας νέας εξουσίας που βασίζεται στις λαϊκές μάζες. Υπογραμμίζει τις δυνατότητες της συμμαχίας με τα εκατομμύρια των εργαζόμενων αγροτών. Και μιλά διαρκώς για τους κοινούς στόχους του διεθνούς εργατικού κινήματος͘˙ είναι πεπεισμένος ότι σύντομα θα δράσουν και οι εργάτες στις άλλες χώρες σύμφωνα με το παράδειγμα της ρωσικής επανάστασης.


Κατακτημένη νομιμότητα

Η Φεβρουαριανή Επανάσταση δημιούργησε για τους μπολσεβίκους τη δυνατότητα να δράσουν ως νόμιμο κόμμα. Στις πρώτες επαναστατικές ενέργειες ανήκε η δημιουργία πολιτικής ελευθερίας για όλες τις οργανώσεις, η ελευθερία του Τύπου, η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και το τέλος της εξορίας για χιλιάδες καταδιωχθέντες από τον τσαρισμό. Η Ρωσία με τη λαϊκή επανάσταση έγινε μονομιάς η χώρα με τις μεγαλύτερες δημοκρατικές ελευθερίες ανάμεσα σε όλα τα κράτη που διεξήγαγαν πόλεμο. Με τη δυαδική εξουσία που προέκυψε μεταξύ μιας προσωρινής κυβέρνησης της αστικής τάξης, μιας κυβέρνησης η οποία αρχικά δεν διέθετε δικά της όργανα εξουσίας, και των Σοβιέτ ως οργάνων των εργατών και των στρατιωτών που είχαν την εμπιστοσύνη των μαζών και μπορούσαν να στηριχθούν στα ένοπλα όργανα εξουσίας, υπήρχαν ανοιχτές πολλές δυνατότητες για την παραπέρα πορεία της επανάστασης.

Αμέσως, στις ημέρες της επανάστασης έκαναν δημόσια την εμφάνισή τους σχεδόν 150 παράνομες μέχρι τότε οργανώσεις του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (μπολσεβίκοι). Αυτές ήταν επιτροπές του κόμματος, που παρ’ όλες τις διώξεις και κατά τη διάρκεια του πολέμου, είχαν διατηρήσει από το 1912 την αυτόνομη, χωριστή Οργάνωση από τους μενσεβίκους και είχαν παλέψει ενεργά ενάντια στους υπέρμαχους του πολέμου που δρούσαν μέσα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία. Μέσα στις λίγες βδομάδες, μέχρι την επιστροφή του Λένιν, ο αριθμός των οργανώσεων τετραπλασιάστηκε, ο αριθμός των μελών των μπολσεβίκων αυξήθηκε από 24.000 σχεδόν στις 100.000. Ανάμεσα στις πιο ισχυρές οργανώσεις ήταν αυτή της πρωτεύουσας, όπου το κόμμα κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε παρ’ όλα αυτά 2.00 μέλη, των οποίων ο αριθμός μέχρι τα τέλη Απριλίου αυξήθηκε στις 16.000. Εντούτοις, στο ένα τέταρτο περίπου των οργανώσεων ήταν οργανωμένοι μαζί, μπολσεβίκοι και μενσεβίκοι. Οι βασικές στρατηγικές διαφορές, που το 1912 είχαν οδηγήσει στην οριοθέτηση, φαίνονταν σε πολλούς λιγότερο σημαντικές στη ζάλη της επιτυχίας της επανάστασης˙ επιπλέον, και οι δυό ομάδες είχαν μάλιστα ακόμη την κοινή ονομασία του κόμματος «Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας» (ΣΔΕΚΡ).

Το πρώτο καθήκον για τους κομματικούς εργάτες που έφταναν από την παρανομία, ήταν η δημιουργία συνδέσεων ανάμεσα στις κομματικές ομάδες, κάτι που απαιτούσε την γρήγορη ενσωμάτωση και των νέων στελεχών στις καθοδηγητικές επιτροπές. Με την επιτευχθείσα νομιμότητα μπορούσαν τώρα να λάβουν χώρα και οι πρώτες ανοιχτές διασκέψεις του κόμματος, που εξέλεγαν τους δοκιμασμένους συντρόφους στις καθοδηγήσεις, οι οποίες στην αρχή χαρακτηρίζονταν ακόμη ως προσωρινές. 

Ήδη, τον Μάρτιο του 1917 ξεκίνησε τις εργασίες του το ρωσικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής. Το πρώτο από τα παλιά καθοδηγητικά μέλη του Γραφείου που επέστρεψε από την εξορία και ανέλαβε την καθοδήγηση της κομματικής δουλειάς, ήταν ο Λεβ Κάμενεφ. Ο Κάμενεφ μέχρι το 1913 δραστηριοποιούνταν μαζί με τον Λένιν ως συνεργάτες του κεντρικού οργάνου Σοτσιάλντεμοκρατ στην Κρακοβία και στη συνέχεια πήγε στο Πέτρογκραντ ως εντεταλμένος της ΚΕ. Εκεί ανέλαβε ως Γραμματέας την καθοδήγηση της κοινοβουλευτικής ομάδας στη Δούμα και ως συντάκτης της Πράβντα απέκτησε μεγάλη φήμη. Μαζί με τους πέντε βουλευτές της μπολσεβίκικης κοινοβουλευτικής ομάδας είχε συλληφθεί και εξοριστεί τον Νοέμβριο του 1914.

Λίγες μέρες μετά τον Κάμενεφ έφθασε και ο Στάλιν από την εξορία της Σιβηρίας μαζί με πολλούς άλλους, και ανέλαβε καθοδηγητική δουλειά ως μέλος της ΚΕ που είχε εκλεγεί από το 1912. Από το 1913 ήταν εξορία στη Σιβηρία. Στους επίσης μετέπειτα διεθνώς γνωστούς κομμουνιστές, οι οποίοι έδρασαν στο Πέτρογκραντ, ανήκαν μεταξύ άλλων, ο Σβερντλόφ, ο Μολότοφ, ο Καλίνιν και ο Σλιάπνικοφ.


Κυβέρνηση υπέρ της ειρήνης

Σε μια από τις πρώτες εκκλήσεις της, η ΚΕ του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (μπολσεβίκοι) στις 12 Μαρτίου, απευθύνθηκε σε όλους τους πολίτες της Ρωσίας: «Καθήκον της εργατικής τάξης και του επαναστατικού στρατού είναι η δημιουργία μιας προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης, η οποία θα σταθεί στην πρώτη γραμμή της νέας, εκκολαπτόμενης λαϊκοδημοκρατικής τάξης πραγμάτων…» Αυτή πρέπει «να θεσπίσει νόμους που θα υπερασπίζονται όλα τα δικαιώματα του λαού, θα […] δημεύσει τη γη των μοναστηριών, των γαιοκτημόνων και θα την δώσει στο λαό, θα καθιερώσει το οκτάωρο και στη βάση της καθολικής μυστικής, άμεσης και ισότιμης ψηφοφορίας θα συγκαλέσει την Συντακτική Συνέλευση». Οι εργάτες και οι στρατιώτες κλήθηκαν να εκλέξουν τους εκπροσώπους τους για αυτή την κυβέρνηση. Όχι τελευταία, η κυβέρνηση αυτή θα έπρεπε να έρθει αμέσως σε επαφή με τους προλετάριους όλων των χωρών και να προσπαθήσει να τους κερδίσει στην πάλη ενάντια στους καταπιεστές τους και για τον άμεσο τερματισμό του πολέμου.

Αυτό ήταν ένα σωστό αίτημα για σχηματισμό μιας κυβέρνησης, που θα στηρίζονταν στους εργάτες και τους στρατιώτες. Όμως τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά, η Προσωρινή Κυβέρνηση προέκυψε ως κυβέρνηση του κεφαλαίου με την ενεργό βοήθεια των σοσιαλπατριωτών αποτελούμενη από μενσεβίκους και σοσιαλεπαναστάτες. Δε μπόρεσε να αποτρέψει, ώστε να τσακιζόταν περισσότερο ο παλιός κρατικός και καταπιεστικός μηχανισμός απ’ ό,τι αυτός αντιστοιχούσε στις αντιλήψεις τους. Ήταν επίσης αναγκασμένη να δημοσιεύσει μια προσφορά ειρήνης, χωρίς ωστόσο να παραιτηθεί απ’ τους δικούς της πολεμικούς στόχους και να συνεχίσει τον πόλεμο, τώρα με πρόσχημα την «υπεράσπιση της επανάστασης». Όμως και η ηγεσία των μπολσεβίκων περιορίστηκε στην όλη κριτική της σ’ αυτή την κυβέρνηση στο σύνθημα του ελέγχου της από τα Σοβιέτ.

Οι μπολσεβίκοι είχαν μεν μεγάλη δύναμη στα εργοστάσια, κατέκτησαν εκεί επίσης αντιπροσώπους για τα Σοβιέτ, σε σχέση όμως με τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες ήταν μειοψηφία. Αυτοί μπορούσαν να αξιοποιήσουν τη φήμη τους και τον μηχανισμό της Δούμας καθώς και τις νόμιμες οργανώσεις. Έτσι επίσης μερικοί βουλευτές, όπως ο Κερένσκι και ο Τσχεΐτζε, μαζί με εκπροσώπους στις εργατικές επιτροπές της Στρατιωτικο-Βιομηχανικής Επιτροπής, οι οποίοι τώρα μεταλλάχτηκαν από σοσιαλπατριώτες σε ριζοσπάστες σοσιαλιστές-στα-λόγια και σε επαναστάτες δημοκράτες, πήραν την πρωτοβουλία για τη δημιουργία του Σοβιέτ. Ταυτόχρονα, όμως, μπήκαν στην σχηματισθείσα από τα κεφαλαιοκρατικά κόμματα κυβέρνηση και δημιούργησαν έτσι μια προϋπόθεση για τη δράση τους. Επειδή ο παλιός κρατικός μηχανισμός είχε τσακιστεί, η κυβέρνηση μπορούσε να δράσει μόνο στο βαθμό που τα Σοβιέτ θα υποστήριζαν τα μέτρα της.

Γι’ αυτό, ιδιαίτερης σημασίας για τους μπολσεβίκους ήταν η γρήγορη επανέκδοση της Πράβντα, η οποία εκδόθηκε και πάλι λίγες μέρες μετά την ανατροπή του τσάρου. Τα τελευταία δυό χρόνια πριν το ξέσπασμα του πολέμου, η Πράβντα ως νόμιμη μπολσεβίκικη εφημερίδα των μαζών είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη μέσα στους εργάτες. Τώρα στην πρώτη έκδοσή της δημοσίευσε το Πρόγραμμα του ΣΔΕΚΡ, που είχε ψηφιστεί στο 2ο Συνέδριο του Κόμματος στο Λονδίνο. Την εποχή εκείνη ήταν ασφαλώς το πιο προοδευτικό πρόγραμμα σε όλη την σοσιαλιστική Διεθνή, κυρίως λόγω της καθαρής θέσης του για τη δικτατορία του προλεταριάτου, όμως δεν αντιστοιχούσε πλέον στις συνθήκες που είχαν δημιουργήσει ο ιμπεριαλισμός και ο πόλεμος.

Στα πιο σημαντικά της άρθρα η Πράβντα ανέφερε τις επαναστατικές εμπειρίες και τις αντιλήψεις της ρωσικής επανάστασης του 1905, χωρίς να διακρίνει ότι το αστικό στάδιο ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1917, ότι τώρα έγινε αναγκαία η προετοιμασία της μετάβασης προς την σοσιαλιστική επανάσταση.


Η προετοιμασία του τέλους στην αναμονή

Η συντριπτική πλειοψηφία των περιορισμένων μέσα στην Ελβετία ρώσων επαναστατών, καιγόταν για να βρει όσο το δυνατό πιο γρήγορα έναν τρόπο για να συνεισφέρει στην επανάσταση στη Ρωσία. Πως μπορούσε όμως να βγει κανείς έξω από μια χώρα η οποία περιβαλλόταν από κράτη που πολεμούσαν το ένα ενάντια στο άλλο; Υπήρχαν μόνο δυό δυνατότητες: Ή να επιστρέψουν στην πατρίδα μέσω Γαλλίας και Αγγλίας, οι οποίες ήταν σύμμαχες στον πόλεμο με τη Ρωσία, ή να καταλήξουν σε μια συμφωνία, που με τη διέλευση μέσω Γερμανίας, η οποία όπως και πριν ήταν πολεμικός αντίπαλος της Ρωσίας, περνώντας στην ουδέτερη Σουηδία, θα αναζητούσαν έναν τρόπο να φτάσουν στη ρωσική πρωτεύουσα.

Εξερευνήσεις που έγιναν στις γαλλικές και βρετανικές πρεσβείες στην Ελβετία, κατέστησαν γρήγορα σαφές, ότι τα δυό κράτη δεν ήταν πρόθυμα να βοηθήσουν τους σοσιαλιστές για επιστροφή. Και τα δυό κράτη είχαν μεν προωθήσει μηχανορραφίες, που είχαν στόχο να ανατρέψουν τον αδύναμο και ταλαντευόμενο τσάρο Νικόλαο, τώρα όμως έβλεπαν την προσωρινή κυβέρνηση ως τον εγγυητή για την συνέχιση της ιμπεριαλιστικής πολεμικής τους συμμαχίας. Εδώ, οι ρώσοι επαναστάτες, αυτό που μπορούσαν μόνο να κάνουν ήταν να την διαταράξουν. Σε συμφωνία με την προσωρινή κυβέρνηση, οι απαγορεύσεις εισόδου στη χώρα που όριζαν οι ρωσικές πρεσβείες, βρίσκονταν σε ισχύ. Αυτό δεν ίσχυε μόνο για τους μετανάστες στην Ελβετία. Έτσι και ο Τρότσκι, που από το 1916 μετά την απέλασή του από τη Γαλλία ζούσε στις ΗΠΑ, μπόρεσε με να φύγει από εκεί, περιορίστηκε όμως ξανά στον Καναδά. Μόνο η ενεργητική διαμαρτυρία των Σοβιέτ προς την καναδική κυβέρνηση, την εξανάγκασε να εγκρίνει το ταξίδι για είσοδο στη Ρωσία.

Για τους μετανάστες στην Ελβετία παρέμεινε επομένως η αναζήτηση μόνο ενός τρόπου, το ταξίδι μέσω της Γερμανίας. Αυτό θα ‘πρεπε να είναι δυνατό για όλους, ανεξάρτητα απ’ το ποια στάση κρατούσαν απέναντι στον πόλεμο οι ξεχωριστές ομάδες. Στις συσκέψεις συμμετείχαν εκπρόσωποι από 26 διαφορετικές ρωσικές ομάδες μεταναστών. Αρχικά, κυρίως οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες, ήταν εκείνοι που ήλπιζαν ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν οι δυό πλευρές, θα υποστήριζε την επιστροφή τους. Από τον Μάρτοφ, έναν από τους ηγέτες των μενσεβίκων/διεθνιστών, προερχόταν η ιδέα να προταθεί στην Προσωρινή Κυβέρνηση να κάνει δυνατή τη διέλευση των μεταναστών με μια ανταλλαγή με γερμανούς αιχμαλώτους που βρίσκονταν στη Ρωσία. Η ιδέα αυτή υποστηρίχτηκε και από τον Λένιν. Ταυτόχρονα, ελβετοί σοσιαλδημοκράτες, οπαδοί του κινήματος του Τσίμμερβαλντ, ανέλαβαν το καθήκον να διαπραγματευθούν με τις διπλωματικές αντιπροσωπείες των δυνάμεων που διεξήγαγαν τον πόλεμο και με την ελβετική κυβέρνηση σχετικά με πιθανούς τρόπους για έξοδο από τη χώρα. Όμως οι ελβετικές αρχές φοβούνταν για την ουδετερότητά τους εν όψει της σαφούς αρνητικής στάσης της Αγγλίας και της Γαλλίας. Έτσι, τελικά, παρέμεινε μόνο ο αριστερός τσιμμερβαλντινός Φριτς Πλάττεν για να διαπραγματευτεί τους όρους του ταξιδιού. Εδώ περιλαμβανόταν ο σαφής καθορισμός ότι η διέλευση θα ‘πρεπε να ήταν δυνατή για όλους τους μετανάστες ανεξάρτητα από τη θέση τους απέναντι στον πόλεμο. Όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις θα ‘πρεπε να διεκπεραιωθούν από τον Φριτς Πλάττεν, για όλα τα άλλα υπήρχε απαγόρευση για επαφές με τους ταξιδιώτες.

Το ταξίδι μέσω της Γερμανίας υποστηρίχθηκε ενεργά με μια πολιτική δήλωση ηγετικών προσωπικοτήτων της επαναστατικής Αριστεράς, που προέρχονταν από χώρες οι οποίες διεξήγαγαν τον πόλεμο˙ στους υπογράφοντες ανήκε επίσης ο Πάουλ Λεβί από την Ομάδα Σπάρτακος. Από τη Στοκχόλμη η Αλεξάνδρα Κολλοντάι και ο πολωνός σοσιαλιστής Χενέκι, παρείχαν πολύτιμες υπηρεσίες για να προετοιμάσουν την επιστροφή του Λένιν. Αυτή η αλληλεγγύη ήταν ιδιαίτερα σημαντική επειδή και οι ανεπιθύμητες δυνάμεις, οι οποίες είχαν επαφές με το γερμανικό Γενικό Επιτελείο, προσφέρθηκαν ως μεσολαβητές, απορρίφθηκαν όμως έντονα από τον Λένιν. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονταν ο πρώην ριζοσπάστης αριστερός Πάρβους (Ι. Λ. Χέλφαντ), ο οποίος στην προπολεμική περίοδο υπήρξε σημαντικός συγγραφέας και θεωρητικός των αριστερών στη Γερμανία και την Ρωσία, είχε συμμετάσχει ενεργά στην επανάσταση του 1905, όμως με την εφημερίδα του Η Καμπάνα, κατά τη διάρκεια του πολέμου μετατράπηκε σε υποστηρικτή του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Σ’ αυτό συνέβαλλε το γεγονός ότι σε συναλλαγές με το υπουργείο Άμυνας απέκτησε περιουσία. Παρά τη σαφή απόρριψη κάθε συνεργασίας, σε κάθε παραλλαγή της αστικής ιστοριογραφίας ανήκει επίσης ο θρύλος περί γερμανικής χρηματοδότησης των μπολσεβίκων.

Πριν από την αναχώρηση ο Λένιν αποχαιρέτησε τους επαναστάτες εργάτες της Ελβετίας και τους ευχαρίστησε για την αλληλεγγύη τους. Πριν απ’ αυτό, σε μια συγκέντρωση των σοσιαλιστών στη χώρα μετανάστευσης, είχε εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με τις κινητήριες δυνάμεις και τις ιδιαιτερότητες της ρωσικής επανάστασης και, μεταξύ άλλων, επεσήμανε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι έργο που βρίσκεται μπροστά μόνο στο ρωσικό εργατικό κίνημα. Σε μια αποχαιρετιστήρια επιστολή υπογράμμισε αυτή τη σκέψη και βεβαίωσε ιδιαίτερα την εμπιστοσύνη στο πολύ έμπειρο γερμανικό εργατικό κίνημα. Οι πρώτες μεγάλες απεργίες ενάντια στην πείνα, που έλαβαν επίσης χώρα στη Γερμανία τον Απρίλιο του 1917, μπόρεσαν να ενισχύσουν την αισιοδοξία του. Η απόσχιση επίσης των αριστερών, που διαφοροποιούνταν από το SPD [Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας] το οποίο συνέχιζε να υποστηρίζει τον πόλεμο, που είχε αρχίσει επιτέλους στη Γερμανία, η ίδρυση του USPD [Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας], ήταν τουλάχιστον ένα σημάδι της αυξανόμενης ταξικής συνείδησης.

Το ταξίδι ήταν ένα πολιτικό ρίσκο. Στο γαλλικό Τύπο γνωστοποιήθηκε ότι η προσωρινή κυβέρνηση θα συλλάβει [τους ταξιδιώτες] στην επιστροφή και θα τους καταγγείλει για προδοσία κατά της χώρας. Για να αντιμετωπίσουν επιθετικά τέτοιες εικασίες ο Λένιν και ο Ζινόβιεφ, αμέσως μετά την άφιξή έκαναν μια ακριβή αναφορά στην Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ σχετικά με το ταξίδι τους και τους όρους που τηρήθηκαν. Για τον Μάρτοφ επίσης και την πλειοψηφία αυτών που παρέμειναν στην Ελβετία, δεν τους έμεινε τίποτα άλλο παρά να ακολουθήσουν βδομάδες αργότερα τον ίδιο δρόμο μέσω Γερμανίας. Ο Λένιν είχε επίγνωση του παράγοντα χρόνου για την συνέχιση της επανάστασης. Μαζί με τον Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών στην Ελβετία, έγραψε το σχέδιο των «Θέσεων του Απρίλη», τις οποίες παρουσίασε προς συζήτηση αμέσως μετά την άφιξη στο Πέτρογκραντ στις 17 Απριλίου του 1917. Οι θέσεις αυτές στέκονταν στην αρχή του δεύτερου σταδίου της επανάστασης.


Πηγή: junge Welt, 05.04.2007

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.