Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Καρλ Μαρξ



Σαν σήμερα (5/5) το 1818 γεννήθηκε ο Καρλ Μαρξ. Με αφορμή αυτό το γεγονός δημοσιεύουμε σε μετάφρασή μας ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο της Ρόζας Λούξεμπουργκ, το οποίο όμως γράφτηκε παίρνοντας ως αφορμή τα 20 χρόνια από τον θάνατό του, στις 14 Μαρτίου 1883 (ΠΓ).

της Ρόζας Λούξεμπουργκ

«Οι φιλόσοφοι μονάχα ερμήνευαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε» (11η Θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ) [1]


Πριν από είκοσι χρόνια το ισχυρό μυαλό του Μαρξ ξεκουράστηκε, και παρ’ όλα αυτά μόλις πριν από μερικά χρόνια βιώσαμε αυτό που στη γλώσσα των γερμανών καθηγητών ονομάζεται «κρίση του μαρξισμού». Έτσι, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις μάζες, που σήμερα ακολουθούν μόνες τους το σοσιαλισμό στη Γερμανία, στη σημασία του για τη δημόσια ζωή όλων των λεγόμενων πολιτισμένων χωρών, για να αντιληφθεί το έργο της σκέψης του Μαρξ στην απεραντοσύνη του.

Αν έμπαινε ζήτημα να διατυπωθεί με λίγα λόγια αυτό που έκανε ο Μαρξ για το σημερινό εργατικό κίνημα, τότε θα μπορούσε να ειπωθεί: Ο Μαρξ ανακάλυψε, για να ειπωθεί έτσι, τη σύγχρονη εργατική τάξη ως ιστορική κατηγορία, δηλαδή ως μια τάξη με συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες ύπαρξης και νόμους κίνησης. Πριν από τον Μαρξ υπήρχε βέβαια στις καπιταλιστικές χώρες μια μάζα μισθωτών εργατών, οι οποίοι, με την ομοιότητα των κοινωνικών [συνθηκών] ύπαρξής τους μέσα στην αστική κοινωνία, οδηγούνταν στην αλληλεγγύη, αναζητούσαν ψηλαφιστά μια διέξοδο από την κατάσταση που βρίσκονταν και, εν μέρει, μια γέφυρα στη γη της επαγγελίας του σοσιαλισμού. Ο Μαρξ τους εξύψωσε σε τάξη, συνδέοντάς τους με το ιδιαίτερο ιστορικό τους καθήκον: με το καθήκον της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας για τη σοσιαλιστική ριζική αλλαγή.

Η γέφυρα την οποία οικοδόμησε ο Μαρξ μεταξύ προλεταριακού κινήματος, όπως αυτό στοιχειωδώς μεγαλώνει προς τα ύψη από το έδαφος της σημερινής κοινωνίας, και του σοσιαλισμού, ήταν επομένως: η ταξική πάλη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

Η αστική τάξη έδειχνε ανέκαθεν ότι έχει ένα σίγουρο ένστικτο, όταν καταδίωκε ιδιαίτερα τις πολιτικές επιδιώξεις του προλεταριάτου με μίσος και φόβο. Ήδη το 1831, όταν ο Κασιμίρ-Περιέ ανακοίνωνε το Νοέμβριο στη γαλλική Βουλή των Αντιπροσώπων σχετικά με την πρώτη επιδίωξη της εργατικής τάξης στην ήπειρο, αναφορικά με την εξέγερση των υφαντουργών μεταξιού στη Λυών [2], είπε: «Κύριοι, μπορούμε να είμαστε ήσυχοι! Στο κίνημα των εργατών της Λυών δεν βγήκε τίποτα στην επιφάνεια περί πολιτικής.» Κάθε πολιτική επιδίωξη του προλεταριάτου ήταν στη πραγματικότητα για τις κυρίαρχες τάξεις ένα σημάδι ότι πλησιάζει η χειραφέτηση των εργατών απ’ την πολιτική κηδεμονία της αστικής τάξης.

Αλλά πρώτα ο Μαρξ κατάφερε να θέσει την πολιτική της εργατικής τάξης πάνω στο έδαφος της συνειδητής ταξικής πάλης και να το σφυρηλατήσει έτσι σε θανατηφόρο όπλο ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων. Η βάση της σημερινής σοσιαλδημοκρατικής εργατικής πολιτικής είναι η υλιστική αντίληψη της Ιστορίας γενικά και η μαρξική θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης ειδικότερα. Μόνο για όποιον είναι στον ίδιο βαθμό μυστικό η ουσία της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής και η ουσία του μαρξισμού, μπορεί να σκεφτεί έξω από την μαρξική θεωρία την σοσιαλδημοκρατία, την συνειδητή ταξική εργατική πολιτική γενικά.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς στο έργο του για τον «Φόιερμπαχ» διατύπωσε την ουσία της φιλοσοφίας ως το αιώνιο ζήτημα της σχέσης νόησης και Είναι, της ανθρώπινης συνείδησης περί Είναι και νόησης πάνω στον αφηρημένο κόσμο της φύσης και της ατομικής θεώρησης, όπου οι επαγγελματίες φιλόσοφοι στριφογυρίζουν άσκοπα στο πεδίο της κοινωνικής ζωής. Το ίδιο πράγμα μπορεί κατά μια σχετική έννοια να ειπωθεί και για το σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός ήταν ανέκαθεν το ψηλάφισμα, η αναζήτηση μέσων και δρόμων για να εναρμονιστεί το Είναι με τη νόηση, δηλαδή οι ιστορικές μορφές ύπαρξης με την κοινωνική συνείδηση.

Ήταν ο Μαρξ και ο φίλος του Ένγκελς αυτοί στους οποίους επιφυλάχθηκε να βρουν τη λύση του προβλήματος, για την οποία εργάστηκαν [άλλοι] επί εκατοντάδες χρόνια. Με την ανακάλυψη ότι η Ιστορία όλων των έως τώρα κοινωνιών είναι, σε τελευταία ανάλυση, Ιστορία των σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγής τους, και ότι η ανάπτυξη αυτή επιβάλλεται ως ταξική πάλη κάτω απ’ την κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας στους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, με την ανακάλυψη αυτή ο Μαρξ αποκάλυψε την πιο σημαντική κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Έτσι, τότε μόνο δόθηκε η ερμηνεία για την αναγκαία δυσαναλογία μεταξύ της συνείδησης και του Είναι, μεταξύ της ανθρώπινης βούλησης και της κοινωνικής πράξης, μεταξύ των προθέσεων και των αποτελεσμάτων στις μέχρι τώρα μορφές κοινωνίας.

Μέσω των ιδεών του Μαρξ αποκαλύφθηκε, επομένως, για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα το μυστικό του δικού της κοινωνικού προτσές. Με την αποκάλυψη, όμως, των νόμων της καπιταλιστικής ανάπτυξης δείχτηκε παραπέρα και ο δρόμος, όπου η κοινωνία φτιάχνει την Ιστορία της από το πρωτόγονο, ασυνείδητο στάδιό της, όπως οι μέλισσες φτιάχνουν τα κελιά τους από κερί, στο στάδιο που πηγαίνει η συνειδητή, ηθελημένη, πραγματική ανθρώπινη Ιστορία, όπου η βούληση της κοινωνίας και η πράξη της, για πρώτη φορά εναρμονίζονται μεταξύ τους, όπου ο κοινωνικός άνθρωπος για πρώτη φορά εδώ και χιλιάδες χρόνια θα κάνει αυτό που θέλει.

Αυτό το οριστικό «άλμα από το βασίλειο των ζώων προς την ανθρώπινη ελευθερία» [3], για να μιλήσουμε με τα λόγια του Ένγκελς, που για όλη την κοινωνία θα υλοποιήσει πρώτα η σοσιαλιστική ριζική αλλαγή, λαμβάνει ήδη χώρα μέσα στη σημερινή τάξη πραγμάτων –στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική. Με το μίτο της Αριάδνης [4] της θεωρίας του Μαρξ στο χέρι, το εργατικό κόμμα είναι σήμερα το μοναδικό που από ιστορική θέση ξέρει τι πράττει, και γι’ αυτό πράττει αυτό που θέλει. Εκεί βρίσκεται όλο το μυστικό της σοσιαλδημοκρατικής δύναμης.

Ο αστικός κόσμος απορεί εδώ και πολύ καιρό για την εκπληκτική ανθεκτικότητα και τη διαρκή πρόοδο της σοσιαλδημοκρατίας. Που και που βρίσκονται μερικά γέρικα παιδιαρίστικα κεφάλια, που τυφλωμένα απ’ τις εξαιρετικές ηθικές επιτυχίες της πολιτικής μας, συμβουλεύουν την αστική τάξη να πάρει «παράδειγμα» από μας, να πιει από τη μυστηριώδη σοφία και τον ιδεαλισμό της σοσιαλδημοκρατίας. Δεν κατάλαβαν ότι αυτό που για την πολιτική της εργατικής τάξης, η οποία βρίσκεται σε άνοδο, είναι πηγή ζωής και ζωογόνος δύναμη, για τα αστικά κόμματα είναι θανατηφόρο δηλητήριο.

Γιατί, τι είναι στην πράξη αυτό που μας δίνει κυρίως εσωτερική ηθική δύναμη να αντέχουμε και να ξεπερνούμε μ’ αυτό το εύθυμο κουράγιο τη μεγαλύτερη καταπίεση, όπως αυτό μιας ντουζίνας ετών του Νόμου περί Σοσιαλιστών; Είναι μήπως η επιμονή των απόκληρων για την επιδίωξη μιας μικρής υλικής βελτίωσης της θέσης τους; Το σύγχρονο προλεταριάτο δεν είναι φιλισταίος, δεν είναι μικροαστός, που για χάρη της καθημερινής θαλπωρής θα γίνει ήρωας. Το πόσο λίγο είναι σε θέση η απλή προοπτική να παράγει με ελάχιστα υλικά πλεονεκτήματα στην εργατική τάξη μια ηθική έφοδο στον ουρανό, αυτό το δείχνει το εξαντλητικό, πληκτικό άσθμα του κόσμου των τρέιντ-γιούνιονς στην Αγγλία.

Συμβαίνει όπως και με τους πρώτους χριστιανούς, τον ασκητικό στωικισμό μιας σέχτας, ο οποίος φουντώνει όλο και περισσότερο ευθέως ανάλογα με τους διωγμούς; Ο σύγχρονος προλετάριος ως κληρονόμος και μαθητής της αστικής κοινωνίας είναι αρκετά γεννημένος υλιστής, ιδιαίτερα υγιής-ηθικός άνθρωπος από σάρκα και οστά, για να αντλεί μόνο αγάπη και δύναμη για τις ιδέες του από τα μαρτύρια της ηθικής των σκλάβων.

Είναι, τέλος, το «δίκιο» της υπόθεσης που οδηγούμε, αυτό που μας κάνει ακαταμάχητους; Η υπόθεση των χαρτιστών και των βαιτλινγκιανών [5], η υπόθεση των ουτοπιστικών-σοσιαλιστικών σχολών δεν ήταν λιγότερο «δίκαιη», και όμως, όλες υπέκυψαν πολύ σύντομα στις αντιστάσεις της υπάρχουσας κοινωνίας.

Αν το σημερινό εργατικό κίνημα αντιστέκεται σε όλα τα βίαια χτυπήματα του αντίπαλου κόσμου, αν προειδοποιεί νικηφόρα, αυτό οφείλεται κυρίως στη συνετή γνώση των νομοτελειών της αντικειμενικής ιστορικής εξέλιξης, στη γνώση του γεγονότος ότι η «κεφαλαιοκρατική παραγωγή παράγει με την αναγκαιότητα φυσικού προτσές την ίδια της την απαλλοτρίωση» [6] –δηλαδή: την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών. Αυτή η γνώση είναι που βλέπει τη σταθερή εγγύηση της τελικής νίκης και απ’ αυτήν αντλεί όχι μόνο την ορμητικότητα, αλλά και την υπομονή, τη δύναμη να ενεργεί και το θάρρος για επιμονή.

Η πρώτη προϋπόθεση για μια επιτυχημένη πολιτική πάλη είναι η κατανόηση των κινήσεων του αντιπάλου. Τι είναι όμως αυτό που μας δίνει το κλειδί για την κατανόηση της αστικής πολιτικής, φτάνοντας μέχρι τις πιο μικρές διακλαδώσεις της, μέχρι τις αλληλοσυνδέσεις της καθημερινής πολιτικής, μια κατανόηση που μας προφυλάσσει στον ίδιο βαθμό από εκπλήξεις και αυταπάτες; Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά η γνώση ότι όλες οι μορφές της κοινωνικής συνείδησης πρέπει να ερμηνευτούν στην εσωτερική τους αντιφατικότητα από τα ταξικά και ομαδικά συμφέροντα, από τις αντιφάσεις της υλικής ζωής και, σε τελική ανάλυση, «από την υπαρκτή σύγκρουση μεταξύ των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής».

Και τι είναι αυτό που μας δίνει την ικανότητα να προσαρμόζουμε την πολιτική μας στα νέα φαινόμενα της πολιτικής ζωής, όπως για παράδειγμα την παγκόσμια πολιτική και, κυρίως, ακόμη και χωρίς ιδιαίτερο ταλέντο και οξύνοια, να εκτιμούμε μ’ ένα βάθος κρίσης, αυτά που θίγουν τον πυρήνα του ίδιου του φαινομένου, ενόσω οι πιο ταλαντούχοι κριτικοί της αστικής τάξης ψηλαφίζουν μόνο στην επιφάνειά του, ή, κάθε φορά που βλέπουν σε βάθος μπλέκονται σε αδιέξοδες αντιφάσεις; Και πάλι, αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αντίληψη για την ιστορική πορεία της εξέλιξης στη βάση του νόμου ότι «ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής» είναι αυτός «που προκαλεί το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό προτσές της ζωής».

Κυρίως, όμως, τι είναι αυτό που μας δίνει το μέτρο κατά την επιλογή των ξεχωριστών μέσων και τρόπων στον αγώνα, προκειμένου να αποφευχθεί ο χωρίς σχέδιο πειραματισμός και τα ουτοπικά μπλεξίματα σπαταλώντας δυνάμεις; Η κατεύθυνση του οικονομικού και πολιτικού προτσές στη σημερινή κοινωνία που κάποτε έγινε αντιληπτή, είναι αυτή με την οποία όχι μόνο μπορούμε να μετρήσουμε σε γενικές γραμμές το εκστρατευτικό μας σχέδιο, αλλά και κάθε λεπτομέρεια των πολιτικών μας επιδιώξεων. Χάρη σ’ αυτή τη βασική αρχή κατόρθωσε για πρώτη φορά η εργατική τάξη να περάσει από τη μεγάλη ιδέα του σοσιαλιστικού στόχου στην μικρής αξίας λεπτοδουλειά της καθημερινότητας και να αναδείξει την πολιτική λεπτοδουλειά της καθημερινότητας σε εκτελεστικό εργαλείο της μεγάλης ιδέας. Πριν από τον Μαρξ υπήρχε αστική πολιτική που φέρονταν σε πέρας από εργάτες, ενώ υπήρχε και επαναστατικός σοσιαλισμός. Μόνο όμως από τον Μαρξ και πέρα και μέσω του Μαρξ υπάρχει σοσιαλιστική εργατική πολιτική, η οποία είναι ταυτόχρονα, και με την πλήρη σημασία αυτών των λέξεων, επαναστατική ρεαλιστική πολιτική.

Όταν κατανοούμε δηλαδή ως ρεαλιστική πολιτική μια πολιτική η οποία θέτει μόνο επιτεύξιμους στόχους και προσπαθεί να τους πετύχει με τα πιο αποτελεσματικά μέσα [και] με τον πιο σύντομο δρόμο, τότε η προλεταριακή ταξική πολιτική στο πνεύμα του Μαρξ διαφέρει από την αστική πολιτική, στο ότι η αστική πολιτική είναι ρεαλιστική απ’ τη σκοπιά της υλικής καθημερινής πολιτικής, ενώ η σοσιαλιστική πολιτική είναι ρεαλιστική απ’ τη σκοπιά της ιστορικής τάσης της εξέλιξης. Είναι ακριβώς η ίδια διαφορά όπως αυτή μεταξύ της χυδαίας οικονομικής θεωρίας της αξίας, η οποία αντιλαμβάνεται την αξία ως ένα εμπράγματο φαινόμενο απ’ τη σκοπιά της κατάστασης στην αγορά, και της μαρξικής θεωρίας, η οποία την αντιλαμβάνεται ως κοινωνική σχέση μιας συγκεκριμένης ιστορικής εποχής.

Η προλεταριακή ρεαλιστική πολιτική είναι όμως και επαναστατική, με το να βγαίνει έξω απ’ το πλαίσιο της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων μέσω όλων των επιμέρους επιδιώξεων για τις οποίες εργάζεται, με το να την θεωρεί συνειδητά ως το προστάδιο μιας πράξης, η οποία θα μετατραπεί σε πολιτική του κυρίαρχου και ανατρεπτικού προλεταριάτου.

Κατ’ αυτό τον τρόπο περιέχονται όλα: η ηθική δύναμη με την οποία ξεπερνούμε τους κινδύνους, η τακτική μας στον αγώνα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, η κριτική που ασκούμε στους αντιπάλους, η καθημερινή μας αγκιτάτσια που με αυτήν κερδίζουμε τις μάζες, η συνολική μας πράξη μέχρι το τέλος, που διαπερνιέται και φωτίζεται από τη θεωρία που δημιούργησε ο Μαρξ. Και αν μερικές φορές έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η σημερινή πολιτική μας με όλη την εσωτερική της δύναμη είναι ανεξάρτητη από τη μαρξική θεωρία, τότε αυτό δείχνει απλά ότι στην πράξη μας συζητάμε για τον Μαρξ, όπως ο μολιερικός αστός συζητούσε για την πεζογραφία, ακόμη κι εκεί που δεν το γνωρίζουμε.

Αρκεί να δείξει κανείς τα επιτεύγματα του Μαρξ για να κατανοήσει ότι η ριζική αλλαγή που επέφερε αυτός στο σοσιαλισμό και στην εργατική πολιτική, η αστική κοινωνία τον έκανε θανάσιμο εχθρό της. Για τις κυρίαρχες τάξεις ήταν σαφές: το να υπερνικηθεί το σύγχρονο εργατικό κίνημα σημαίνει να υπερνικηθεί ο Μαρξ. Τα είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Μαρξ είναι μια συνεχής σειρά από προσπάθειες να καταστραφεί θεωρητικά και πρακτικά το μαρξικό πνεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα.

Η ιστορία του εργατικού κινήματος απ’ την αρχή παλεύει διαρκώς μεταξύ επαναστατικού-σοσιαλιστικού ουτοπισμού και αστικής ρεαλιστικής πολιτικής. Το ιστορικό έδαφος του πρώτου σχημάτιζε η πλήρης ή η μισο-απολυταρχική, προαστική κοινωνία. Η επαναστατική-ουτοπική περίοδος του σοσιαλισμού στη δυτική Ευρώπη τελειώνει γενικά με την ανάπτυξη της αστικής ταξικής κυριαρχίας, παρ’ όλο που μέχρι την πρόσφατη εποχή παρατηρούμε επιμέρους πισωγυρίσματα. Ο άλλος κίνδυνος –το βούλιαγμα στην άχαρη δουλειά της αστικής ρεαλιστικής πολιτικής- εμφανίζεται πρώτα, με το δυνάμωμα του εργατικού κινήματος στο έδαφος του κοινοβουλευτισμού.

Από τον αστικό κοινοβουλευτισμό θα ‘πρεπε να παρθούν επίσης όπλα για την πρακτική υπερνίκηση της επαναστατικής πολιτικής του προλεταριάτου, ο δημοκρατικός συνασπισμός των τάξεων και η κοινωνική ειρήνη των μεταρρυθμίσεων θα ‘πρεπε να αντικαταστήσουν την ταξική πάλη.

Και τι πέτυχε κανείς; Η αυταπάτη μπορούσε εδώ κι εκεί να διαρκέσει για ένα διάστημα, η ακαταλληλότητα των αστικών μεθόδων της ρεαλιστικής πολιτικής για την εργατική τάξη αποδείχτηκε αμέσως. Το φιάσκο του μινιστεριαλισμού στη Γαλλία [7], η προδοσία του φιλελευθερισμού στο Βέλγιο [8], η κατάρρευση του κοινοβουλευτισμού στη Γερμανία [9] –το ένα μετά το άλλο σύντομο όνειρό της «ειρηνικής εξέλιξης» έγιναν κομμάτια. Ο μαρξικός νόμος της σταδιακής όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων ως βάση της ταξικής πάλης άνοιξε το νικηφόρο δρόμο, και κάθε μέρα φέρνει νέα σημάδια και εκπλήξεις. Στην Ολλανδία 24 ώρες απεργίας στους σιδηροδρόμους άνοιξαν, όπως ένας σεισμός εν μια νυκτί, μια ρωγμή που χάσκει στη μέση της κοινωνίας, η ταξική πάλη φούντωσε και η Ολλανδία βρίσκεται στις φλόγες [10].

Έτσι, στη μια χώρα μετά την άλλη, κάτω απ’ το «βήμα των μαζών των ταγμάτων των εργαζομένων» σπάζει το έδαφος της αστικής δημοκρατίας, της αστικής νομιμότητας, όπως ένα λεπτό στρώμα πάγου, για να κάνει συνειδητό διαρκώς εκ νέου στην εργατική τάξη, ότι οι τελικές της επιδιώξεις δε μπορούν να λάβουν χώρα πάνω σ’ αυτό το έδαφος. Αυτό είναι το αποτέλεσμα πολλών προσπαθειών να υπερνικήσουν τον Μαρξ.

Τη θεωρητική υπερνίκηση του μαρξισμού την έχουν κάνει έργο ζωής τους, εφαλτήριο της καριέρας τους, εκατοντάδες επίδοξοι απολογητές της αστικής τάξης. Τι κατόρθωσαν; Έχουν καταφέρει να γεννήσουν στους κύκλους της πιστής διανόησης την πεποίθηση περί «μονομερειών» και «υπερβολών» του Μαρξ. Αλλά ακόμη και οι πιο σοβαροί από τους αστούς ιδεολόγους, όπως ο Στάμλερ [11], έχουν αντιληφθεί ότι «απέναντι σε μια τόσο βαθιά τεκμηριωμένη θεωρία» δε μπορεί να καταφέρει κανείς τίποτα με «εκείνες τις προχειρότητες με το “λίγο περισσότερο ή λιγότερο”». Τι μπορεί όμως να αντιπαραθέσει η αστική επιστήμη απέναντι στη μαρξική θεωρία ως σύνολο;

Από τότε που ο Μαρξ πρόβαλε στο πεδίο της φιλοσοφίας, της Ιστορίας και της οικονομίας την ιστορική θέση της εργατικής τάξης, κόπηκε από την αστική έρευνα το νήμα σ’ αυτούς τους τομείς. Η φυσική φιλοσοφία με την κλασική έννοια έχει φτάσει στο τέλος της. Η επιστημονική κλασική οικονομία έχει φτάσει στο τέλος της. Στην ιστορική έρευνα, όπου δεν επικρατεί ο ασυνείδητος ή ο ασυνεπής υλισμός, τη θέση κάθε ενιαίας θεωρίας την έχει πάρει ένας ασαφής εκλεκτικισμός με όλες τις αποχρώσεις, δηλαδή η παραίτηση για μια ενιαία ερμηνεία του ιστορικού προτσές, δηλαδή για την ιστορία της φιλοσοφίας γενικά. Η οικονομία ταλαντεύεται μεταξύ δυό σχολών, της «ιστορικής» και της «υποκειμενικής», από τις οποίες η μια αποτελεί μια διαμαρτυρία εναντίον της άλλης, και οι δυό μαζί αποτελούν μια διαμαρτυρία εναντίον του Μαρξ, όπου η μια, για να αρνηθεί τον Μαρξ, αρνείται αξιωματικά την οικονομική θεωρία, δηλαδή τη γνώση σ’ αυτό το πεδίο, η άλλη όμως αρνείται την μοναδική –αντικειμενική- μέθοδο έρευνας, η οποία τεκμηρίωσε την κλασική οικονομία σε επιστήμη.

Φυσικά, η κοινωνικο-επιστημονική παραγωγή βιβλίων, όπως και παλιότερα, προσφέρει ολόκληρα βουνά από προϊόντα αστικής εργατικότητας, και από τους επίδοξους καθηγητές ρίχνονται στην αγορά οι πιο χοντροί τόμοι με ταχύτητα μιας πραγματικά μεγάλης καπιταλιστικής μηχανής. Αλλά τα προϊόντα αυτά είτε είναι επιμελείς μονογραφίες, όπου, όπως η στρουθοκάμηλος βάζει το κεφάλι της στην άμμο και θάβεται, έτσι και η έρευνα, για να μην βλέπονται αναγκαστικά οι μεγαλύτερες συνάφειες, εργάζεται κανείς μόνο για τις καθημερινές ανάγκες, είτε εκεί, όπου προσποιούνται σκέψεις και «κοινωνικές θεωρίες» κρυμμένες κάτω απ’ το βάρος των διακοσμήσεων μιας ψεύτικης λάμψης με την καλαισθησία του «σύγχρονου» εμπορεύματος στο παζάρι, γιατί, σε τελική ανάλυση, αυτές [οι σκέψεις και οι «κοινωνικές θεωρίες»] αποτελούν απλά μια ανάκλαση της μαρξικής σκέψης. Μια αυτόνομη πνευματώδης πορεία σκέψης, μια τολμηρή ματιά σ’ έναν ανοιχτό ορίζοντα, ένας ζωντανός παραγωγικός συλλογισμός δεν μπορεί να βρεθεί πουθενά.

Και όταν η κοινωνική πρόοδος έχει θέσει και πάλι μια σειρά από νέα επιστημονικά προβλήματα, τα οποία αναμένουν ακόμη τη λύση τους, τότε και πάλι μόνο η μαρξική μέθοδος είναι αυτή που παρέχει ένα πλαίσιο χειρισμού για τη λύση τους.

Αυτό, επομένως, που είναι σε θέση να αντιτάξει η αστική κοινωνική επιστήμη απέναντι στη μαρξική θεωρία, είναι το πολύ πολύ η έλλειψη θεωρίας, κι απέναντι στη μαρξική γνώση η επιφυλακτικότητα απέναντι στη γνώση. Η μαρξική θεωρία είναι παιδί της αστικής επιστήμης, αλλά η γέννηση αυτού του παιδιού στοίχισε τη ζωή στη μητέρα.

Επομένως, στη θεωρία όπως και στη πράξη, η ανάπτυξη, ακριβώς, του εργατικού κινήματος, αφαίρεσε από την αστική κοινωνία εκείνα τα όπλα, με τα οποία ήθελε να καταπολεμήσει το μαρξικό σοσιαλισμό. Και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του Μαρξ, αυτή είναι απέναντί του ακόμη πιο αδύναμη, ο Μαρξ, όμως, πιο ζωντανός από ποτέ.

Φυσικά, στη σημερινή κοινωνία έχει απομείνει μια παρηγοριά. Ενόσω βασανίζεται μάταια να βρει ένα μέσο για να υπερνικήσει τη μαρξική θεωρία, δεν αντιλαμβάνεται ότι το μοναδικό πραγματικό μέσο για αυτό είναι κρυμμένο μέσα σ’ αυτή την ίδια τη θεωρία. Ιστορικά, πέρα για πέρα, διεκδικεί μόνο ένα μικρό χρονικό διάστημα εγκυρότητας. Διαλεκτικά, πέρα για πέρα, φέρει η ίδια μέσα της το ασφαλές φύτρο της παρακμής της.

Η μαρξική θεωρία σε γενικές γραμμές, αν εξαιρέσουμε το άφθαρτο τμήμα της, δηλαδή την ιστορική μέθοδο έρευνας, συνίσταται στη γνώση της ιστορικής πορείας, η οποία προέρχεται από την τελευταία «ανταγωνιστική» μορφή κοινωνίας που βασίζεται στις ταξικές αντιθέσεις, οδηγεί στην κομμουνιστική κοινωνία που οικοδομείται στα κοινά συμφέροντα όλων των μελών.

Αυτή είναι, κυρίως, όπως και η παλιότερη κλασική οικονομική θεωρία, η πνευματική ανάκλαση μιας συγκεκριμένης περιόδου της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, δηλαδή της μετάβασης από την καπιταλιστική στη σοσιαλιστική φάση της Ιστορίας. Αλλά είναι και κάτι περισσότερο από ανάκλαση. Η ιστορική μετάβαση την οποία διέκρινε ο Μαρξ, δε μπορεί να λάβει χώρα, χωρίς η μαρξική γνώση να μετατραπεί σε κοινωνική, σε γνώση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, του σύγχρονου προλεταριάτου. Η ιστορική ριζική αλλαγή που διατυπώθηκε από τη μαρξική θεωρία, προϋποθέτει ότι η θεωρία του Μαρξ θα μετατραπεί η ίδια σε μορφή συνείδησης της εργατικής τάξης και ως τέτοια σε στοιχείο της Ιστορίας.

Έτσι, η μαρξική θεωρία επαληθεύεται προοδευτικά με κάθε νέο προλετάριο, ο οποίος γίνεται φορέας της ταξικής πάλης. Η μαρξική θεωρία είναι, επομένως, ταυτόχρονα μέρος του ιστορικού προτσές, δηλαδή και η ίδια είναι ένα προτσές, και η κοινωνική επανάσταση θα γίνει το τελευταίο κεφάλαιο του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου».

Η μαρξική θεωρία θα «ξεπεραστεί» έτσι, αργά ή γρήγορα, στο πιο επικίνδυνο για την υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων μέρος της. Αλλά μόνο μαζί με την υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων.
______

Σημειώσεις

 

[1] Βλ. στο παρόν ιστολόγιο: Καρλ Μαρξ: Θέσεις για τον Φόιερμπαχ


[2] Η εξέγερση των υφαντουργών μεταξιού στη Λυών το 1831 ήταν η πρώτη αυτόνομη πολιτική εξέγερση της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική τάξη. Η εξέγερση αυτή ήταν η απαρχή του σύγχρονου εργατικού κινήματος. Μια νέα προσπάθεια εξέγερσης υπήρξε επίσης στη Λυών το 1834.

[3] «Μόνο τότε ο άνθρωπος βγαίνει, κατά κάποια έννοια οριστικά, από το βασίλειο των ζώων και περνάει από ζωώδεις όρους ζωής σε πραγματικά ανθρώπινους […] Είναι το άλμα της ανθρωπότητας από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας» (Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, σ. 437, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006).

[4] Στην ελληνική μυθολογία η Αριάδνη έδωσε στον Περσέα ένα κουβάρι νήμα ώστε να μπορέσει να βρει ξανά το δρόμο του βγαίνοντας από το λαβύρινθο του μινώταυρου.

[5] Χαρτιστές: Το πρώτο πολιτικό εργατικό κίνημα, το οποίο κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1830 και 1840 οργάνωσε τη βρετανική εργατική τάξη γύρω από ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων (Χάρτα του Λαού). Μετά το 1848, όπως και άλλα επαναστατικά και μισο-επαναστατικά κινήματα εκείνης της εποχής στην Ευρώπη, έπεσε σε παρακμή.

Βαιτλινγκιανοί: Οπαδοί του γερμανού ουτοπιστή κομμουνιστή Βίλχελμ Βάιτλινγκ, τον οποίο επαινούσε ο Μαρξ ως τον πρώτο θεωρητικό του γερμανικού προλεταριάτου.

[6] (ΠΓ: Η ακριβής διατύπωση του Μαρξ είναι: «… παράγει την ίδια της την άρνηση»). Βλ. Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ 1ος, σ. 787, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002. 

[7] Στις 28 Μαΐου 1902 η κυβέρνηση Βαλντέκ-Ρουσώ, στην οποία συμμετείχε ο οπορτουνιστής σοσιαλιστής Αλεξάντερ Ετιέν Μιλεράν από το 1899 ως υπουργός Εμπορίου, παραιτήθηκε.

[8] Τον Απρίλιο του 1902 η φιλελεύθερη αστική τάξη παρά τη συμμαχία της με το Εργατικό Κόμμα στην πάλη για το καθολικό δικαίωμα ψήφου, είχε συμπεριφερθεί ανοιχτά εχθρικά προς τους εργάτες.

[9] Εδώ εννοείται η αυξανόμενη τάση να μην συζητιούνται τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα στο Ράιχσταγκ [γερμανική βουλή], μέχρι να τελειώσει πίσω απ’ τα παρασκήνια το παζάρι μεταξύ της κυβέρνησης και των διάφορων αστικών κομμάτων. Το Ράιχσταγκ μετατρεπόταν όλο και περισσότερο σε άκριτο υποστηρικτή του Ναι.

[10] Μια απεργία των λιμενεργατών και των εργατών στους σιδηροδρόμους στο Άμστερνταμ και το Ρότερνταμ στα τέλη Ιανουαρίου του 1903, την είχε λάβει ως αφορμή η κυβέρνηση, υποβάλλοντας στο κοινοβούλιο νομοσχέδια κατά του δικαιώματος στην απεργία των εργατών. Ενάντια στα νομοσχέδια κατά της απεργίας υπήρξαν από τους εργάτες πολλές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας.

[11] Ρούντολφ Στάμλερ: Φιλόσοφος του Δικαίου, ο οποίος καταπολεμούσε τον ιστορικό υλισμό από τις θέσεις του νεοκαντιανισμού.


Δημοσιεύτηκε στο Vorwärts (Βερολίνο), Αρ. 62 στις 14 Μαρτίου 1903.

Rosa Luxemburg, Gesammelte Werke, τόμ. 1/2, σ. 369–377.

Το άρθρο αυτό δεν είναι υπογεγραμμένο. Από μια επιστολή της Ρόζας Λούξεμπουργκ στην Κλάρα Τσέτκιν προκύπτει ότι αυτή είναι η συντάκτρια.

Πηγή: https://www.marxists.org/deutsch/archiv/luxemburg/1903/03/marx1.htm

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.