Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Ισραήλ: Η πορεία προς τον πόλεμο



Αυτές τις ημέρες συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την τρίτη ένοπλη αντιπαράθεση, γνωστή και ως «πόλεμος των έξι ημερών», μεταξύ του Ισραήλ και των αράβων γειτόνων του, οδηγώντας σε μια θεαματική νίκη του σιωνιστικού κράτους. Στο παρόν κείμενο, ιδιαίτερα κατατοπιστικό για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνη την περίοδο, και που εξακολουθούν να επηρεάζουν μέχρι σήμερα την κατάσταση στην Εγγύς Ανατολή (και όχι μόνο), κυρίως το ζήτημα της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους, δίνεται ιδιαίτερο βάρος στα γεγονότα που προηγήθηκαν, οι ρίζες των οποίων φτάνουν μέχρι την απόφαση του ΟΗΕ για ίδρυση δυό κυρίαρχων κρατών –του Ισραήλ και του παλαιστινιακού κράτους (ΠΓ).

του Knut Mellenthin

Το πρωί της 5ης του Ιούνη 1967 ο κόσμος πληροφορούνταν από το Ισραήλ: «Από σήμερα νωρίς το πρωί γίνονται στο νότιο μέτωπο σφοδρές μάχες μεταξύ των αιγυπτιακών τεθωρακισμένων και αεροπορικών δυνάμεων που έχουν αρχίσει να κινούνται εναντίον του Ισραήλ και των ενόπλων μας δυνάμεων, που έλαβαν μέτρα για την απόκρουσή τους.»

Τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης αντέδρασαν με ταραχή και κάλεσαν τις κυβερνήσεις τους σε έμπρακτη βοήθεια, προκειμένου να προφυλαχτεί το εβραϊκό κράτος που βρισκόταν υπό πίεση, από την καταστροφή λόγω της αραβικής υπεροχής. Η είδηση όμως από την Ιερουσαλήμ ήταν προπαγανδιστικό ψέμα: Το Ισραήλ είχε αρχίσει τον πόλεμο στις 7.45 π.μ. (τοπική ώρα) με καταστρεπτικές αεροπορικές επιθέσεις στρατιωτικών και πολιτικών αεροδρομίων της Αιγύπτου, χωρίς να έχουν προηγηθεί αιγυπτιακές στρατιωτικές ενέργειες. Από τα 245 μαχητικά αεροσκάφη που έχασε η Αίγυπτος κατά τη διάρκεια του πολέμου των έξι ημερών, τα 240 καταστράφηκαν την πρώτη ημέρα, τα περισσότερα όταν βρίσκονταν ακόμη στο έδαφος. Η αιγυπτιακή πολεμική αεροπορία, η πιο ισχυρή σε όλο τον αραβικό κόσμο, πρακτικά εξουδετερώθηκε πλήρως τις πρώτες εννέα ώρες της ισραηλινής επίθεσης. Η κατ’ αυτό τον τρόπο αποκτηθείσα υπεροχή στον αέρα ήταν βασική προϋπόθεση για την ταχεία προέλαση των ισραηλινών τεθωρακισμένων δυνάμεων στη χερσόνησο του Σινά, της οποίας το τοπίο πρόσφερε ελάχιστη φυσική κάλυψη.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη επιτέθηκαν στις αεροπορικές βάσεις της Συρίας και της Ιορδανίας που ήταν σύμμαχα κράτη με την Αίγυπτο. Και εκεί φάνηκαν ότι συνάντησαν έναν αιφνιδιασμένο, απροετοίμαστο αντίπαλο: Η Συρία έχασε στις 5 Ιουνίου 45 από τα 142 καλύτερα πολεμικά αεροσκάφη της στο έδαφος, η Ιορδανία 18 από τα 22.


Μεγάλα εδαφικά οφέλη

Ο πόλεμος του Ισραήλ εναντίον της Αιγύπτου τέλειωσε στις 9 Ιουνίου. Ήδη μια ημέρα νωρίτερα η αιγυπτιακή κυβέρνηση, της οποίας οι ένοπλες δυνάμεις είχαν υποστεί τεράστιες ζημιές και είχαν αποδιοργανωθεί, αποδέχτηκε την κατάπαυση του πυρός που προτάθηκε από τον ΟΗΕ. Η ισραηλινή, όμως, στρατιωτική ηγεσία, άφησε να συνεχιστεί η προέλαση για να βελτιώσει τις θέσεις της. Όταν τέλειωσε ο πόλεμος ο στρατός βρισκόταν σε όλο το πλάτος της διώρυγας του Σουέζ. Σε ένα τμήμα των αιγυπτιακών στρατευμάτων στη χερσόνησο του Σινά, είχε αποκοπεί ο δρόμος της επιστροφής από την γρήγορη προέλαση των ισραηλινών τεθωρακισμένων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τον Ιούνιο, σκοτώθηκαν περίπου 10.000 αιγύπτιοι στρατιώτες και τραυματίστηκαν 20.000. Οι απώλειες του Ισραήλ σ’ αυτό το μέτωπο ήταν πολύ μικρότερες: 275 νεκροί, 800 τραυματίες.

Η εκστρατεία του Ισραήλ κατά της Ιορδανίας τέλειωσε το βράδυ της 7ης Ιουνίου. Όλη η περιοχή δυτικά του Ιορδάνη, συμπεριλαμβανομένης της ανατολικής Ιερουσαλήμ με την παλιά πόλη, βρισκόταν τώρα υπό ισραηλινό έλεγχο. Η Ιορδανία έχασε, σύμφωνα με τα δικά της στοιχεία, περίπου 6.000 άνδρες. Οι απώλειες του Ισραήλ: 550 νεκροί, 2.500 τραυματίες. Ο αριθμητικά όχι μεγάλος στρατός της Ιορδανίας, που ιδρύθηκε από βρετανούς αποικιοκράτες αξιωματικούς, θεωρούνταν την εποχή εκείνη ως ο καλύτερα εξοπλισμένος και ο καλύτερα εκπαιδευμένος από όλα τα αραβικά κράτη. Σε αντίθεση με την Αίγυπτο και τη Συρία, είχε σύγχρονα δυτικά όπλα, όπως και το Ισραήλ.

Το Ισραήλ είχε μεν προκαλέσει, ήδη κατά την πρώτη ημέρα του πολέμου, βαριές απώλειες στις συριακές ένοπλες δυνάμεις, στη συνέχεια όμως υπήρξε στην αρχή σιγή στο βόρειο μέτωπο. Η χώρα δεν είχε αρκετούς στρατιώτες για να διεξάγει ταυτόχρονα επιθετικό πόλεμο σε τρία μέτωπα. Οι συριακές ένοπλες δυνάμεις απ’ τη μεριά τους, αν εξαιρέσουμε τον βομβαρδισμό ισραηλινών χωριών κοντά στα σύνορα, δεν έκαναν τίποτα για να ανακουφίσουν στρατιωτικά την Αίγυπτο και την Ιορδανία. Μόνο το πρωί της 9ης Ιουνίου το Ισραήλ επιτέθηκε στο ισχυρά οχυρωμένο από τους Σύρους μέτωπο του Γκολάν, αφότου οι Αιγύπτιοι πρακτικά είχαν αποσυρθεί από τον πόλεμο. Το βράδυ της 10ης Ιουνίου συνήφθη ανακωχή, η οποία μολαταύτα δεν εμπόδισε τα ισραηλινά στρατεύματα να βελτιώσουν ελαφρά τις θέσεις τους τις επόμενες δυό ημέρες. Συνολικά, τα εδαφικά οφέλη τους σ’ αυτό το μέτωπο ήταν μικρά, 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα –λίγο περισσότερα από το ένα πέμπτο της κατακτηθείσας σ’ αυτό τον πόλεμο Δυτικής Όχθης. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα, όμως, για το Ισραήλ, ήταν ότι με την κατοχή των υψωμάτων του Γκολάν και ενός μέρους του ορεινού όγκου Ερμών, μπόρεσε να βελτιώσει τον έλεγχό του στις πηγές των ποταμών που έρεαν στον Ιορδάνη. Η αραβο-ισραηλινή διαμάχη, για το νερό που ερχόταν από εκεί, είχε παίξει σημαντικό ρόλο στα χρόνια πριν από το 1967.

Ακόμη και σήμερα, η επίσημη ισραηλινή ιστοριογραφία ισχυρίζεται ότι το κράτος του Ισραήλ απειλήθηκε με καταστροφή από τους γείτονές του και, ως εκ τούτου, έπρεπε να διεξάγει έναν πόλεμο αυτοάμυνας. Το εβραϊκό κράτος το 1967 ασφαλώς και δεν απειλούνταν με κατάρρευση, ούτε καν με στρατιωτική ήττα. Κανένας άραβας στρατιώτης δεν πάτησε ισραηλινό έδαφος κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ακόμη και ποσοτικά αν ειδωθεί, το Ισραήλ υστερούσε μόνο στη χερσόνησο του Σινά, ενώ στα μέτωπα κατά της Συρίας και της Ιορδανίας αριθμητικά μάλιστα υπερτερούσε. Σ’ αυτό συνέβαλε ότι το Ισραήλ δεν ήταν αναγκασμένο να διεξάγει ταυτόχρονα πόλεμο και στα τρία μέτωπα, και ότι είχε την ικανότητα να μεταφέρει πολύ γρήγορα τα στρατεύματά του.

Τέσσερα αραβικά κράτη με έναν συνολικό πληθυσμό 41,7 εκατομμύρια ανθρώπους –Αίγυπτος, Συρία, Ιορδανία και Ιράκ- δεν είχαν όλα μαζί ούτε τους διπλάσιους στρατιώτες απ’ ότι το Ισραήλ, με έναν πληθυσμό περίπου 2,5 εκατομμύρια ανθρώπους: 395.000 άνδρες οι μεν, 275.000 οι άλλοι. Για χώρες, των οποίων οι πολιτικοί καυχιόνταν διαρκώς ότι θέλουν να «καταβροχθίσουν» και να «σβήσουν» το Ισραήλ, η πραγματική στρατιωτική κατάσταση και αυτή της κινητοποίησης ήταν εκπληκτικά χαμηλή. Επιπλέον, η Αίγυπτος είχε εγκαταστήσει ένα σημαντικό μέρος των ενόπλων της δυνάμεων, κατά διαστήματα μέχρι και 70.000 άνδρες, στην Υεμένη. Εκεί πολεμούσαν από το 1962 με την πλευρά των ρεπουμπλικανών εναντίον των οπαδών του βασιλιά που είχε ανατραπεί, οι οποίοι εξοπλίζονταν και χρηματοδοτούνταν από τη Σαουδική Αραβία. Η Αίγυπτος τερμάτισε την επέμβασή της μόνο εξαιτίας του πολέμου τον Ιούνιο του 1967.


Προδιαγραμμένη σύγκρουση

Πριν από την ισραηλινή επιδρομή στις 5 Ιουνίου, είχε προηγηθεί μια κρίση τριών εβδομάδων, που επιφανειακά αν ειδωθεί, είχε προκληθεί και οξυνθεί κυρίως μέσα από πολλά βήματα του αιγύπτιου κρατικού ηγέτη Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Για καλύτερη κατανόηση, [κάνουμε εδώ] μια σύντομη ανασκόπηση της εξέλιξης, που προηγήθηκε από την αραβο-ισραηλινή σύγκρουση.

Στις 29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε με 33 ψήφους υπέρ, 13 κατά και δέκα αποχές, την πρόταση μιας επιτροπής, να μοιραστεί η Βρετανική Εντολή για την περιοχή της Παλαιστίνης σε ένα κράτος για τους Άραβες και ένα για τους Εβραίους. Το ψήφισμα περιείχε μια λεπτομερή περιγραφή των συνόρων μεταξύ των δυό εδαφών. Από δω προέκυπτε ότι το εβραϊκό κράτος θα έπρεπε να πάρει περίπου το 54% της περιοχής, παρ’ όλο που εκείνη τη χρονική στιγμή μόνο το ένα τρίτο περίπου των κατοίκων ήταν Εβραίοι. Αυτή η προφανώς άδικη μοιρασιά αιτιολογήθηκε με το γεγονός ότι το εβραϊκό κράτος χρειάζεται μια «ρεζέρβα» για να μπορεί να υποδεχτεί περισσότερους επιζώντες του Ολοκαυτώματος από την ανατολική Ευρώπη.

Σύμφωνα με την πρόταση για τη μοιρασιά, καθένα από τα δυό κράτη θα έπρεπε να αποτελείται από τρεις ξεχωριστές περιοχές, οι οποίες ήταν τόσο σφηνωμένες η μια στην άλλη, που οι δρόμοι σύνδεσης οδηγούσαν πάντα μόνο μέσα από το έδαφος του άλλου κράτους. Για να λειτουργήσει αυτό προϋπόθετε ένα μάξιμουμ καλής θέλησης και από τα δυό κράτη. Σε μια ιδιαίτερα τεταμένη πραγματική κατάσταση, το σχέδιο αυτό πρακτικά αποτελούσε προτροπή για μια γρήγορη αποσαφήνιση των σχέσεων με πόλεμο.

Με βάση την ισραηλινή εκδοχή, ο πρώτος αραβο-ισραηλινός πόλεμος προκλήθηκε από την επίθεση πολλών αραβικών κρατών στις 15 Μαΐου του 1948. Στην πραγματικότητα όμως, αυτός άρχισε αμέσως μετά την έγκριση του ψηφίσματος του ΟΗΕ τον Νοέμβριο του 1947. Στις αρχές Απριλίου του 1948 οι σιωνιστές είχαν αποκτήσει το πάνω χέρι τόσο πολύ, που ήταν σε θέση να περάσουν στην επίθεση, και μέχρι τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 14 Μαΐου έφτασαν σε μεγάλο βαθμό στις γραμμές που προβλέπονταν στο σχέδιο της μοιρασιάς. Κατά τη στιγμή της πρώτης ανακωχής στις 7 Ιουνίου 1948, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις ήταν σε θέση να ανακοινώσουν ότι με εξαίρεση την έρημο Νεγκέβ, όλη η περιοχή την οποία είχε προτείνει ο ΟΗΕ για εβραϊκό κράτος βρίσκονταν σταθερά υπό έλεγχο. Η συνέχιση του πολέμου μέχρι και μέσα στον Μάρτιο του 1949, χρησίμευε απλά και μόνο για την επέκταση του εδάφους.

Το Ισραήλ επεκτάθηκε τώρα πολύ πιο πέρα από τη γραμμή που προβλεπόταν στην απόφαση του ΟΗΕ για το μοίρασμα των εδαφών, έτσι που κατάκτησε το 78% της παλιότερης Εντολής για την περιοχή. Από τα 1,2 εκατομμύρια Αράβων που ζούσαν στην Παλαιστίνη πριν από τον πόλεμο, οι 700.000 περίπου έφυγαν ή εκδιώχθηκαν. Στη διευρυμένη περιοχή του Ισραήλ απέμειναν μόνο περίπου 100.000 Άραβες, οι οποίοι για το εγγύς μέλλον δεν αποτελούσαν «δημογραφικό κίνδυνο». Το Ισραήλ παρά τα επανειλημμένα ψηφίσματα του ΟΗΕ αρνήθηκε να επιστρέψει στην πρόταση του ΟΗΕ για το μοίρασμα και να επιτρέψει την επιστροφή των προσφύγων.

Δεν υλοποιήθηκε επίσης και η πρόταση του ΟΗΕ για ένα παλαιστινιακό κράτος. Το καθεστώς της Ιορδανίας προσάρτησε την περιοχή δυτικά του Ιορδάνη, στο βαθμό που δεν είχε κατακτηθεί από το Ισραήλ. Για το σκοπό αυτό και μόνο συμμετείχε γενικά στον πόλεμο το βασίλειο που ήταν στενά συνδεδεμένο με την Μ. Βρετανία. Η Αίγυπτος ανέλαβε τη διοίκηση της Λωρίδας της Γάζας, δεν την θεωρούσε όμως επίσημα τμήμα του εδάφους της. Στα χρόνια που ακολούθησαν παγιώθηκαν οι γραμμές ανακωχής του 1949. Το αργότερο από τον πόλεμο του Ιουνίου, τα περισσότερα κράτη στον κόσμο θεωρούν αυτές τις γραμμές ως νόμιμα σύνορα του Ισραήλ, σε αντίθεση με τα κατεχόμενα εδάφη του 1967.


Η κρίση του Σουέζ

Στις 26 Ιουλίου 1956 ο Νάσερ ανακοίνωσε την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ, ο έλεγχος της οποίας μέχρι τότε γινόταν από μια βρετανική εταιρία. Αυτό οδήγησε την Αίγυπτο σε σοβαρή σύγκρουση με τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία. Το Ισραήλ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και συμφώνησε με τις δυό κυβερνήσεις από κοινού μια επίθεση, η οποία ξεκίνησε στις 29 Οκτωβρίου 1956. Ο πολεμικός στόχος βρισκόταν στο να ανατραπεί το εθνικιστικό ίνδαλμα Νάσερ ή τουλάχιστον να καταστραφεί η υπόληψή του στη δική του χώρα και στον αραβικό κόσμο. Για την ισραηλινή ηγεσία ήταν επίσης θέμα σταθεροποίησης της συνεργασίας της με τις δυό δυτικές μεγάλες Δυνάμεις στον στρατιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένου της ανάπτυξης δικών της πυρηνικών όπλων. Παράλληλα το Ισραήλ ήλπιζε να προσαρτήσει την Λωρίδα της Γάζας η οποία αποτελούσε αφετηρία των παλαιστινιακών επιθέσεων.

Στις 6 Νοεμβρίου 1956 σταμάτησαν όλες οι μάχες αφότου η Αίγυπτος είχε συμφωνήσει ανακωχή με το Ισραήλ. Ο γρήγορος τερματισμός του πολέμου οφειλόταν στο γεγονός ότι ενάντια στην επίθεση τάχθηκαν έντονα όχι μόνο η Σοβιετική Ένωση αλλά και οι ΗΠΑ. Οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις που είχαν προωθηθεί μέχρι τη διώρυγα του Σουέζ, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν όλα τα κατακτημένα εδάφη.

Η κατάσταση παρέμεινε ασταθής και τα επόμενα χρόνια. Οι παλαιστινιακές καταδρομικές επιχειρήσεις κατά του Ισραήλ συνεχίστηκαν. Ενόσω όμως στη δεκαετία του 1950 αφετηρία τέτοιων επιθέσεων ήταν κυρίως η Αίγυπτος, στη δεκαετία του 1960 το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε στη Συρία και την Ιορδανία. Αφότου ο Αραβικός Σύνδεσμος φρόντισε τον Ιανουάριο του 1964 για την ίδρυση της Palestine Liberation Organization (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, PLO), από το 1965 αυξήθηκε ο αριθμός των ενεργειών και η έκταση των ισραηλινών αντιδράσεων. Δυό περιστατικά έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στο προκαταρκτικό σχέδιο του πολέμου του Ιουνίου.

Το πρώτο: Τη νύχτα της 11ης Νοεμβρίου του 1966 σκοτώθηκαν τρεις ισραηλινοί στρατιώτες, όταν το όχημά τους πάτησε νάρκη κοντά στα σύνορα με την Ιορδανία. Μετά απ’ αυτό, το Ισραήλ συγκέντρωσε 4.000 στρατιώτες, από τους οποίους οι περισσότεροι χρησίμευαν ως πλευρική προστασία και εφεδρεία, ενόσω 600 άνδρες εισέβαλαν στις 13 Νοεμβρίου με έντεκα τεθωρακισμένα στην Ιορδανία καταστρέφοντας εκεί ολοκληρωτικά το χωριό Σαμού. Ο στόχος της «αποστολής τιμωρίας» επιλέχτηκε αυθαίρετα. Δεν ήταν καν σίγουρο αν η ομάδα που είχε βάλει τις νάρκες προέρχονταν από την Ιορδανία.

Το δεύτερο: Στα σύνορα Συρίας και Ισραήλ είχαν σχηματιστεί μετά την ανακωχή του 1949 τρεις αποστρατικοποιημένες ζώνες. Οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις διεξήγαγαν εκεί τακτικά «γεωργικές εργασίες» με τεθωρακισμένα τρακτέρ, τα οποία προσέλκυσαν τα πυρά της Συρίας, και στη συνέχεια απάντησαν με «αντίποινα». Σε ένα τέτοιο περιστατικό η ισραηλινή πολεμική αεροπορία έριξε στις 7 Απριλίου 1967 αρκετές μεγάλες βόμβες σε συριακές στρατιωτικές θέσεις και, επιπλέον, κατέστρεψε ένα χωριό. Προέκυψε μια αερομαχία μεταξύ συριακών MiG-21 και ισραηλινών «Mirage III», κατά την οποία οι Ισραηλινοί κατέρριψαν έξι πολεμικά αεροσκάφη της Συρίας χωρίς οι ίδιοι να έχουν απώλειες.

Η περίπου τριών εβδομάδων συνεχιζόμενη κρίση, η οποία οδήγησε τελικά στον πόλεμο του Ιουνίου, ξεκίνησε στις 3 Μαΐου 1967 με μια σοβιετική προειδοποίηση προς τους Αιγυπτίους. Το περιεχόμενό της: Το Ισραήλ συγκεντρώνει στα βόρεια σύνορά του μια ντουζίνα ταξιαρχίες, συνολικά 30.000 έως 40.000 άνδρες, για μια ασυνήθιστα μεγάλη επιχείρηση εναντίον της Συρίας. Πραγματική ή υποτιθέμενη γνώση σχετικά με μια τέτοια ενέργεια η σοβιετική κυβέρνηση μπορούσε να έχει μόνο μέσω κατασκόπων στο Ισραήλ. Εδώ δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα συνειδητής παραπλάνησης εκ μέρους του Ισραήλ με στόχο να προκληθεί ο Νάσερ να αντιδράσει.


Η αντίδραση της Αιγύπτου

Μετά τις διασυνοριακές ενέργειες του Ισραήλ στις 13 Νοεμβρίου 1966 και στις 7 Απριλίου 1967, ο αιγύπτιος κρατικός ηγέτης θεώρησε τουλάχιστον εύλογη την πληροφορία της Μόσχας. Η εκτίμηση αυτή υποστηρίχθηκε επιπλέον από τις πολεμοχαρείς δηλώσεις και τις ενδείξεις της Ιερουσαλήμ. Ένα σύμφωνο μεταξύ Καΐρου και Δαμασκού που είχε συναφθεί στις 4 Νοεμβρίου 1966, δέσμευε την Αίγυπτο σε περίπτωση μιας ισραηλινής επίθεσης κατά της Συρίας, να βοηθήσει στρατιωτικά. Επιπλέον, ο Νάσερ, που διαρκώς χλεύαζε άλλους άραβες πολιτικούς ως δειλούς, ήταν αιχμάλωτος της δικής του ρητορικής. Τα μέτρα που τον παρακίνησαν εξαιτίας της σοβιετικής προειδοποίησης, χρησίμευσαν πιθανώς απ’ τη δική του σκοπιά, στο να δημιουργήσει ένα απειλητικό δυναμικό στα νότια σύνορα του Ισραήλ, ώστε να αντιμετωπίσει τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις με τον κίνδυνο ενός πολέμου σε δυό μέτωπα και να τις αποτρέψει από μια επίθεση κατά της Συρίας.

Στις 14 Μαΐου ο Νάσερ ανακοίνωσε την αποστολή βαριά οπλισμένων αιγυπτιακών μονάδων στη χερσόνησο του Σινά. Η περιοχή αυτή λόγω των συμφωνιών που κλείστηκαν μετά τον πόλεμο του 1956 θεωρούνταν αποστρατικοποιημένη. Ο αιγύπτιος ηγέτης είχε στείλει, ωστόσο, ήδη μια φορά, τον Φεβρουάριο του 1960 σε μια παρόμοια κατάσταση στρατεύματα με περίπου 500 τεθωρακισμένα στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου. Με αποτέλεσμα εκείνη την εποχή να εξομαλυνθεί η κατάσταση στα σύνορα Ισραήλ-Συρίας.

Στις 16 Μαΐου ο Νάσερ ζήτησε από τον διοικητή της United Nations Emergency Force (UNEF) [Δύναμη Έκτακτης Ανάγκης των Ηνωμένων Εθνών] να αποσύρει αμέσως τα στρατεύματά του «για τη δική τους ασφάλεια». Η UNEF, της οποίας το προσωπικό κυμαινόταν μεταξύ 3.400 και 6.000 άνδρες, μετά τον πόλεμο του 1956 ήταν εγκατεστημένο κοντά στα σύνορα με το Ισραήλ, μόνο όμως στο αιγυπτιακό έδαφος. Η ισραηλινή κυβέρνηση είχε αρνηθεί να επιτρέψει την παραμονή των στρατευμάτων του ΟΗΕ στο δικό της έδαφος. Η αποχώρηση ξεκίνησε στις 19 Μαΐου, ήταν όμως τόσο χρονοβόρα, που στις αρχές του πολέμου εξακολουθούσαν να βρίσκονται ακόμη κυανόκρανοι-στρατιώτες στην περιοχή των συνόρων και κατέληξαν σε ισραηλινή αιχμαλωσία.

Στις 22 Μαΐου ο Νάσερ ανακοίνωσε την πιο βαρυσήμαντη απόφασή του: Από την επόμενη ημέρα η θαλάσσια οδός του Τιράν θα έκλεινε για το σύνολο της ισραηλινής ναυσιπλοΐας, αλλά και για φορτηγά πλοία άλλων κρατών [που μετέφεραν] «στρατηγικό υλικό». Με τον τρόπο αυτό, περίπου το 15% των συνολικών εισαγωγών του Ισραήλ και το 90% των εισαγωγών πετρελαίου του έφθαναν στο λιμάνι Εϊλάτ. Η νομική κατάσταση ήταν αντιφατική: Ναι μεν όλα τα θαλάσσια στενά του Τιράν ήταν αναμφίβολα αιγυπτιακό έδαφος, σύμφωνα όμως με το διεθνές δίκαιο η Αίγυπτος είναι υποχρεωμένη να επιτρέπει την ναυσιπλοΐα σε άλλα κράτη σε καιρό ειρήνης. Ως εκ τούτου, ο Νάσερ επικαλέστηκε το γεγονός ότι η χώρα του, επειδή από το 1949 είχε συμφωνηθεί μόνο μια ανακωχή, εξακολουθεί να βρίσκεται με το Ισραήλ σε πόλεμο.

Στην πράξη, ωστόσο, δεν υπήρξε παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας. Ο ισχυρισμός επίσης του Νάσερ ότι το ναυτικό του είχε ναρκοθετήσει την θαλάσσια οδό, ήταν απλά μπλόφα. Αυτό ήταν επίσης γνωστό από δορυφορικές εικόνες. Στο φόντο όμως της επιθετικής ρητορικής του δεν έπαιξε κανένα ρόλο στο πως αυτό προσλήφθηκε διεθνώς.


Υποστήριξη των ΗΠΑ

Στις 23 Μαΐου το ισραηλινό υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να δώσει εντολή για πόλεμο σε περίπτωση που ο Νάσερ δεν θα απέσυρε μέχρι τις 25 Μαΐου την απειλή του για αποκλεισμό. Οι κυβερνήσεις του Ισραήλ είχαν δηλώσει δημοσίως τα προηγούμενα χρόνια σε πολλές περιπτώσεις, ότι το κλείσιμο των στενών του Τιράν θα το θεωρήσουν ως «casus belli» [αιτία πολέμου] και ότι θα αντιδρούσαν ανάλογα. Από την κυβέρνηση των ΗΠΑ το Ισραήλ είχε λάβει διαβεβαίωση μετά τον πόλεμο του 1956, ότι η Ουάσιγκτον σε περίπτωση κλεισίματος της θαλάσσιας οδού προς το Εϊλάτ θα αναγνώριζε στο Ισραήλ το «δικαίωμα στην αυτοάμυνα» και θα το υποστήριζε πολιτικά.

Στις 25 Μαΐου ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Αμπά Εμπάν, έφθασε για διήμερη επίσκεψη στις ΗΠΑ, προκειμένου να συζητήσει με τον πρόεδρο Λύντον Μ. Τζόνσον και ηγετικά στελέχη της κυβέρνησής του. Ο Εμπάν είχε εντολή να επιδιώξει μια υπόσχεση για υλική βοήθεια από τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα τον εφοδιασμό όπλων για τον σχεδιαζόμενο πόλεμο. Για το σκοπό αυτό είχε εφοδιαστεί με αναφορές των ισραηλινών στρατιωτικών και της υπηρεσίας πληροφοριών εξωτερικού της Μοσάντ, οι οποίοι παρουσίαζαν μια ιδιαίτερα ζοφερή εικόνα της κατάστασης. Η CIA, στην οποία είχε ανατεθεί από τον Τζόνσον να ελέγξει αυτά τα ντοκουμέντα, τα απέρριψε εντελώς, χλευάζοντας: «Δεν πιστεύουμε ότι η ισραηλινή αξιολόγηση (…) αποτελεί σοβαρή εκτίμηση του τύπου ότι θα την παρουσίαζαν οι δικοί τους ανώτατοι προϊστάμενοι.» Οι αρμόδιες αρχές των ΗΠΑ, όπως στην πραγματικότητα και οι ισραηλινοί τους ομόλογοι, είχαν μια καθαρή και εκπληκτικά ακριβή πρόγνωση: Το Ισραήλ σε περίπτωση πολέμου μέσα σε επτά έως δέκα ημέρες θα καθιστούσε ανίκανο για πόλεμο κάθε εχθρικό συνασπισμό.

Ο Εμπάν αναχώρησε από την Ουάσιγκτον στις 26 Μαΐου, με την επείγουσα παράκληση της κυβέρνησης των ΗΠΑ, το Ισραήλ να μη βιαστεί, αλλά να περιμένει ακόμη δυό βδομάδες για να δει εάν θα είναι επιτυχείς οι διπλωματικές προσπάθειες των Αμερικανών. Ταυτόχρονα, όμως, ο πρόεδρος Τζόνσον με τη στάση του έκανε σαφή δυό βασικά σημεία: Πρώτο, ότι η λήψη της απόφασης βρίσκεται αποκλειστικά στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ισραήλ. Οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να αναμειχθούν σ’ αυτό. Δεύτερο, ο Τζόνσον εκείνη τη χρονική στιγμή δεν ήταν έτοιμος να εγκρίνει μια αερογέφυρα με νέους εφοδιασμούς όπλων, κάτι για το οποίο είχε παρακαλέσει το Ισραήλ.

Στις 30 Μαΐου ο Νάσερ απάντησε σε μια πρόσκληση του Τζόνσον για συνομιλίες, η οποία έγινε έντεκα ημέρες πριν, ανακοινώνοντας ότι ο αντιπρόεδρος Ζακαρία Μουχιντίν θα πάει στις 7 Ιουνίου στην Ουάσιγκτον. Ταυτόχρονα οι δυο πλευρές συνέχιζαν τις πολεμικές προετοιμασίες. Η Ιορδανία υπέγραψε στις 30 Μαΐου ένα σύμφωνο υποστήριξης με την Αίγυπτο. Πολλά αραβικά κράτη που δεν συνόρευαν με το Ισραήλ, μεταξύ αυτών το Ιράκ, το Σουδάν, το Κουβέιτ και η Αλγερία, γνωστοποίησαν μια μερική κινητοποίηση των ενόπλων τους δυνάμεων. Μερικές από αυτές τις χώρες μετέφεραν μικρά τμήματα στρατευμάτων προς την Ιορδανία.

Τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου σχηματίστηκε στο Ισραήλ μια «κυβέρνηση εθνικής ενότητας». Ο Μοσέ Νταγιάν, Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1956, ανέλαβε το υπουργείο Άμυνας, το οποίο μέχρι τότε διηύθυνε ο πρωθυπουργός Λεβί Εσκόλ. Ο Μεναχίμ Μπέγκιν επίσης, επικεφαλής της ακραίας εθνικιστικής συμμαχίας κομμάτων Γκαχάλ, συμπεριλήφθη στο υπουργικό συμβούλιο. Η απόφαση για πόλεμο είχε παρθεί.


Πηγή: junge Welt, 06.06.2017

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.