Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η Κλάρα Τσέτκιν στο κομμουνιστικό κίνημα



Στις 5 του Ιούλη συμπληρώθηκαν 160 χρόνια από τη γέννηση της Κλάρας Τσέτκιν, μια μορφή μεγάλης ολκής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Για τη δράση της πολύ λίγα είναι γνωστά στη χώρα μας –συνήθως οι αναφορές σ’ αυτήν γίνονται σε ό,τι αφορά την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, ενώ ακόμη λιγότερο γνωστή είναι η θεωρητική της δουλειά σε μια σειρά ζητήματα, κι αυτό γιατί σχεδόν το σύνολο του έργου της είναι αμετάφραστο στα ελληνικά. Με την ευκαιρία αυτής της επετείου, μεταφράσαμε και δίνουμε στη δημοσιότητα ένα σημαντικό –κατά την άποψή μας- κείμενο ενός από τους καλύτερους γνώστες του έργου της: του Γερμανού κομμουνιστή ιστορικού Χάιντς Καρλ (Heinz Karl). Στο κείμενο, πέρα από κάποια βιογραφικά στοιχεία που δίνονται, αναλύονται κυρίως τρεις πλευρές του έργου της: η πάλη ενάντια στο μιλιταρισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η ανάλυση και η καταπολέμηση του φασισμού και το επαναστατικό κόμμα ως πολιτική πρωτοπορία. Παράλληλα ο συγγραφέας στέκεται κριτικά απέναντι σε κάποιες αδυναμίες και αντιφάσεις της δράσης και του έργου της (ΠΓ).

του Καθ. Δρ. Heinz Karl

«Μιλά. Δε μιλά όπως κάθε γυναίκα, όπως μια γυναίκα που έχει κερδίσει για τον ίδιο τον εαυτό της μια μεγάλη αλήθεια … Πολύ περισσότερο, μιλά όπως μια γυναίκα για άλλες γυναίκες για να εκφράσει αυτό που σκέφτονται όλες οι γυναίκες μιας τάξης … Είναι μια γυναίκα του αύριο, ή καλύτερα, ας τολμήσουμε να το εκφράσουμε: Είναι μια γυναίκα του σήμερα» [1] Έτσι περιγράφει ο μυθιστοριογράφος Λουί Αραγκόν (Louis Aragon) την παρουσία της στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο το 1912 στη Βασιλεία. Και ο Φραντς Μέρινγκ (Franz Mehring) λέει για αυτήν, ότι «στη γνώση της μαρξιστικής θεωρίας λίγοι ζωντανοί μπορούν να μετρηθούν μ’ αυτήν και σίγουρα κανείς εδώ δεν υπερέχει από αυτήν» και της αφιερώνει ως «κληρονόμο του μαρξιστικού πνεύματος» τη μεγάλη του βιογραφία για τον Μαρξ [2].

Λόγος γίνεται για την Κλάρα Τσέτκιν (Clara Zetkin) η οποία γεννήθηκε πριν από 150 χρόνια [ΠΓ: σημειώνουμε ότι το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε πριν από 10 χρόνια], στις 5 Ιουλίου 1857, στο χωριό Βίντεραου της Σαξωνίας. Ο πατέρας της ήταν δάσκαλος στο χωριό, γιος ενός μεροκαματιάρη, η μητέρα της καταγόταν από μια γερμανο-γαλλική αστική οικογένεια της Λειψίας. Μετά την αποφοίτησή της από μια φιλελεύθερη ιδιωτική σχολή για δασκάλες εργάστηκε ως οικοδιδασκάλισσα. Με τον μετέπειτα σύντροφο της ζωής της, τον ρώσο επαναστάτη μετανάστη Όσιπ Τσέτκιν (Ossip Zetkin), προσχώρησε το 1878 στην επαναστατική γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η οποία σπρώχτηκε στην παρανομία με βάση το Νόμο περί Σοσιαλιστών. Από το 1882 ζούσε στο Παρίσι με τον Όσιπ που είχε απελαθεί από τη Γερμανία και τους δυό γιους της που γεννήθηκαν το 1883 και το 1884 –παρά τη μεγάλη ανέχεια και τις στερήσεις δεν αποθαρρύνθηκε, πολιτικά ήταν πάντα δραστήρια, αναλαμβάνοντας πάντα μεγαλύτερες ευθύνες. Μετά τον πρόωρο θάνατο του άντρα της και την άρση του Νόμου περί Σοσιαλιστών, επέστρεψε το 1891 στη Γερμανία. 

Στη συνήθη παράσταση, με το όνομα της Κλάρας Τσέτκιν συνδέεται κυρίως ο ρόλος της στο σοσιαλιστικό γυναικείο κίνημα. Στην πραγματικότητα, σ’ αυτό το πεδίο δράσης ήταν εξαιρετική. Επέδρασε πρωτοποριακά με τις εμπεριστατωμένες μελέτες της για την κοινωνική θέση και την πάλη των γυναικών. Στο ιδρυτικό συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς το 1889, έκανε την εισήγηση σχετικά με το γυναικείο κίνημα και κέρδισε την υψηλή αναγνώριση του Φρίντριχ Ένγκελς. Υπό την σύνταξή της ανέπτυξε την «Ισότητα» στο πιο σημαντικό διεθνές σοσιαλιστικό γυναικείο περιοδικό. Από την ίδρυσή της το 1907 διηύθυνε τη Διεθνή Γραμματεία για τη Γυναίκα, όπως και αργότερα στην Κομμουνιστική Διεθνή. Μετά από αίτησή της το 1910 αποφασίστηκε ο ετήσιος εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας.

Εντούτοις, αυτή είναι μόνο μια –αν και σημαντική- πλευρά της δράσης της. Με την Ρόζα Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg), τον Φραντς Μέρινγκ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ (Karl Liebknecht) η Κλάρα Τσέτκιν βρισκόταν στην κορυφή της αριστερής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας. Ως μοναδική εκπρόσωπος των Αριστερών ανήκε στα καθοδηγητικά όργανα του κόμματος –από το 1895 μέχρι το 1901 στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, από τότε στη νεοσυσταθείσα Επιτροπή Ελέγχου, παραπέρα στην Επιτροπή Παιδείας. Από τα ηγετικά στελέχη των Αριστερών ήταν πιο στενά συνδεδεμένη με την καθημερινή πρακτική του κινήματος, πρόσφερε «σκληρή δουλειά» με την κυριολεκτική σημασία της λέξης.

Παρά τις τεράστιες πρακτικές-πολιτικές δραστηριότητες, οι οποίες μόλις που της άφηναν χρόνο για θεωρητική δουλειά, η Κλάρα Τσέτκιν είχε επίσης σημαντική θεωρητική συνεισφορά για το γυναικείο ζήτημα, τη νεολαιίστικη πολιτική, τη μορφωτική και πολιτιστική πολιτική, αργότερα επίσης την επιστημονική πολιτική και αυτήν για τη διανόηση͘˙ αλλά όχι λιγότερο επίσης για τα προβλήματα του αντιμιλιταρισμού και της πάλης για την ειρήνη, του φασισμού και του αντιφασισμού, καθώς και για το εθνικό ζήτημα. Τόσο στην επαναστατική, την σοσιαλδημοκρατία του Μπέμπελ, όσο και στο κομμουνιστικό κίνημα, η Κλάρα Τσέτκιν ήταν μια από τις θεωρητικά πιο μορφωμένες και πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, ανήκε στα πιο ζωντανά και πιο δημιουργικά πνεύματα του μαρξισμού.

Στη συνέχεια θα επιλέξω τρεις πλευρές από την πολύπλευρη δράση της, για να τις εξετάσω από πιο κοντά: την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την προετοιμασία του, την ανάλυση και την καταπολέμηση του φασισμού και το επαναστατικό κόμμα ως πολιτική πρωτοπορία.


Ενάντια στον μιλιταρισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο

Για την καταπολέμηση του μιλιταρισμού και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής υπέρ του πολέμου, η Κλάρα Τσέτκιν έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες. Στο συνέδριο της Βασιλείας το 1912, καυτηρίασε την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων ως «μεγάλη ανθρωποφάγο» και έκανε έκκληση στις γυναίκες και στις μητέρες να έχουν επίγνωση του ιδιαίτερου ρόλου τους στην πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές προετοιμασίες υπέρ του πολέμου: «Το φλέγον μέλημά μας θα πρέπει να είναι η πνευματική ανάπτυξη των εφήβων, που προφυλάσσει τους γιους μας να εξαναγκάζονται … στην αδελφοκτονία για τα καπιταλιστικά και δυναστικά συμφέροντα, για τους αντίθετους προς τον πολιτισμό σκοπούς του κέρδους» [3]. Η Διεθνής Σοσιαλιστική Διάσκεψη των Γυναικών που οργανώθηκε από αυτήν στη Βέρνη τον Μάρτιο του 1915, ήταν η πρώτη διεθνής συνάντηση των σοσιαλιστών ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την οπορτουνιστική πολιτική της συνεργασίας.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Κλάρα Τσέτκιν μέχρι τις τελευταίες βδομάδες της ζωής της έκανε ακούραστη αναλυτική και δημοσιογραφική δουλειά, ώστε να βγάλει διδάγματα από τον αγώνα ενάντια στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή αυτού του πολέμου, που μέχρι τότε ήταν ο μεγαλύτερος πόλεμος στην Ιστορία, να εξακριβωθούν οι νέες συνθήκες και οι απαιτήσεις της πάλης για την ειρήνη και να εφαρμοστούν οι γνώσεις αυτές στην πρακτική δράση, να εμπνευστεί μ’ αυτές ένα ευρύ μαζικό κίνημα. Όταν η Κομμουνιστική Διεθνής για πρώτη φορά –στη συνεδρίαση της διευρυμένης Εκτελεστικής Επιτροπής τον Φεβρουάριο / Μάρτιο του 1922- συζήτησε ουσιαστικά και εκτεταμένα αυτά τα προβλήματα, ανατέθηκε η εισήγηση στην Κλάρα Τσέτκιν. Η Τσέτκιν απέδειξε ότι στα τρία χρόνια μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, οι εξοπλισμοί και ο κίνδυνος νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων είναι μεγαλύτεροι απ’ ό,τι το 1914. Το σύστημα των συνθηκών ειρήνης και των συμφωνιών μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και της σχεδόν γενικής αποστροφής ενάντια στον πόλεμο και τον μιλιταρισμό –παρ’ όλες τις αυταπάτες που συνδέονταν μ’ αυτές σχετικά με την έναρξη μιας ειρηνικής εποχής- δεν άλλαξαν σε ό,τι αφορά τη στενή, άρρηκτη σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον μιλιταρισμό. Οι αντιφάσεις του καπιταλισμού που ωθούσαν στην επέκταση, στους εξοπλισμούς και στον πόλεμο, εξακολουθούσαν να υπάρχουν και να οξύνονται. Ο μιλιταρισμός είχε ενισχυθεί τόσο σε ό,τι αφορά στην εξωτερική, επιθετική του λειτουργία όσο και στην εσωτερική. Η λειτουργία του που στρέφεται ενάντια στην εργατική τάξη και τις άλλες κοινωνικές δυνάμεις έγινε πιο επικίνδυνη.

Η ανάλυσή της κατέληγε στην προειδοποίηση ότι υπάρχει απειλή για νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, «πολύ μεγαλύτερους σε έκταση, φοβερότερους σε βαρβαρότητα και πιο εκτεταμένους σε ό,τι αφορά τις συνέπειές τους από τον πόλεμο του 1914-1918» [4]. Η πρόγνωσή της βασιζόταν στο ότι η πάλη για αγορές οξύνεται παραπέρα, ότι θα επιδιωχθεί ακόμη πιο επιθετικά η κατοχή πρώτων υλών, κυρίως πετρελαίου, άλλων καυσίμων και μεταλλευμάτων και θα συνδεθεί με την πάλη για έλεγχο στρατηγικά σημαντικότερων περιοχών, όπως η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Εφιστούσε καθαρά την προσοχή ότι στην Άπω Ανατολή προέκυψε μια νέα βασική εστία πολέμου.

Επέστησε την μεγαλύτερη προσοχή στις βασικές τάσεις εξέλιξης και στα νέα στοιχεία για τη διεξαγωγή πολέμου και την ανάπτυξη των όπλων, για παράδειγμα, τον επιταχυνόμενο εναέριο εξοπλισμό επειδή «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αερομαχίες μελλοντικά θα ξεπεράσουν όλα αυτά που υπάρχουν [ήδη] σε τρόμο και βαρβαρότητα» [5]. Ιδιαίτερα, προειδοποίησε για την ανάπτυξη των όπλων μαζικής καταστροφής: «Στα χημικά κρατικά εργαστήρια της βορειο-αμερικανικής Ένωσης οι ανάλογες εφευρέσεις έχουν γίνει με τέτοιο διαβολικό τρόπο, που το αίμα σταματά όταν διαβάζει κανείς τις επιδράσεις τους» [6].

Εν όψει των αυξανόμενων κινδύνων, η συγκρότηση των δυνάμεων οι οποίες αντιτάσσονται στην ιμπεριαλιστική πολιτική του πολέμου, απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Χωρίς να τρέφει αυταπάτες, η Κλάρα Τσέτκιν απέδιδε μεγάλη σημασία στις αντιφάσεις που υπάρχουν μέσα στο αστικό στρατόπεδο στα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης. Παρέπεμψε ιδιαίτερα στη μικρή αγροτιά καθώς και στη μικρομεσαία αστική τάξη, αλλά επίσης στη βιομηχανία έτοιμων προϊόντων και στο εμπορικό κεφάλαιο, τα συμφέροντα του οποίου θα θίγονταν από το εξοπλιστικό κεφάλαιο και την πολιτική υπέρ του πολέμου. Κυρίως, όμως, ζήτησε να λαμβάνονται υπόψη οι αστικές-πασιφιστικές δραστηριότητες. Υπό την επίδραση του παγκοσμίου πολέμου που βιώθηκε, αυξήθηκε σημαντικά η δύναμη του πασιφισμού και των οπαδών του. Τα αιτήματα που τίθενται από τους πασιφιστές για αφοπλισμό, διεθνή διαιτητικά δικαστήρια, διεθνή κατανόηση σχετικά με την ακύρωση όλων των πολεμικών δανείων και των πολεμικών οφειλών, συνδέονται μεν με αυταπάτες, θα μπορούσαν όμως παρ’ όλα αυτά να αξιοποιηθούν για να κερδηθούν άνθρωποι που τα αιτήματα αυτά τα θεωρούν πραγματοποιήσιμα, σε δράσεις υπέρ της ειρήνης. Τις αυταπάτες αυτές θα τις ξεπεράσουν τελικά στη βάση των δικών τους εμπειριών.

Η Κλάρα Τσέτκιν υπογράμμισε ιδιαίτερα ότι η πολιτική του ενιαίου μετώπου, της οποίας τα πρώτα βήματα μόλις έγιναν, πρέπει να εφαρμοστεί και στην πάλη για την ειρήνη. (Για την εξέταση του σημείου της ημερήσιας διάταξης που αφορούσε στην πάλη ενάντια στην απειλή του πολέμου, η διευρυμένη Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς είχε διεξαγάγει την πρώτη συζήτηση που ανακεφαλαίωνε τις εμπειρίες της πολιτικής του ενιαίου μετώπου.) Στην εισήγησή της η Κλάρα Τσέτκιν ανέλυσε λεπτομερώς τις αντιμιλιταριστικές διαθέσεις και τάσεις που αναπτύσσονταν στα συνδικάτα τα οποία καθοδηγούνταν από τους σοσιαλδημοκράτες και τη Διεθνή Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία τους. Ζήτησε την επαφή με αυτά και την πάλη «ενάντια στους εξοπλισμούς και τον πόλεμο στο προλεταριακό ενιαίο μέτωπο» [7]. Αυτό δεν ήταν λιγότερο σημαντικό, γιατί τα προβλήματα της πολιτικής που αφορούσαν στους εξοπλισμούς έπαιζαν επίσης έναν όλο και μεγαλύτερο ρόλο στους καθημερινούς αγώνες των εργαζομένων.

Ως το πιο σημαντικό συμπέρασμα που προέκυπτε από την εμπειρία στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και κατά το ξέσπασμα του πολέμου, η Κλάρα Τσέτκιν υποστήριξε την άποψη ότι δεν αρκεί η επεξεργασία σωστών πολιτικών θέσεων και συνθημάτων, η αντίστοιχη λήψη γενικών αποφάσεων και το να γίνονται δηλώσεις: «Οι προλεταριακές μάζες πρέπει, πολύ περισσότερο, να προετοιμάζονται συστηματικά για την πάλη ενάντια στην απειλή του πολέμου και τον πόλεμο. Στις ώρες των δύσκολων αποφάσεων πρέπει να είναι εξοπλισμένες» [8]. Αναγκαία είναι κυρίως, αφενός η συστηματική διαφώτιση των μαζών, κατά κύριο λόγο η νεολαία, σχετικά με τις αιτίες και τον χαρακτήρα των πολέμων. Αφετέρου, ισχύει, ότι πρέπει να δοθεί δημοσιότητα σε όλα τα σημαντικά ζητήματα που αφορούν στις αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής, των εξοπλισμών κτλ. Οι κομμουνιστές πρέπει «να τα βγάλουν έξω από τις σκοτεινές αίθουσες των κυβερνήσεων και των διπλωματών, από τις λέσχες συζητήσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών και των συνεδριάσεων και να τα υποβάλλουν μπροστά στις πλατιές μάζες. Οι μάζες πρέπει να είναι σε θέση να κρίνουν και να αποφασίζουν για αυτά.» [9] Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί ότι οι μάζες θα είναι σε θέση, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, να εμποδίσουν με τη δράση τους τούς πολιτικούς που τάσσονται υπέρ του πολέμου. Τον Μάιο του 1932, η Τσέτκιν χαρακτήρισε εύστοχα ένα βασικό πρόβλημα: Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος «σε μεγάλο βαθμό δεν αναγνωρίστηκε αρκετά σοβαρά» σε ό,τι αφορά την «ιστορική του σημασία: δηλαδή ως απόφαση σχετικά με τη διαμόρφωση της προλεταριακής ταξικής θέσης για μια μακρά χρονική περίοδο» [10].


Φασισμός και αντιφασισμός

Όχι λιγότερο έντονα προειδοποιούσε η Κλάρα Τσέτκιν για τον άλλο μεγάλο διαφαινόμενο κίνδυνο: «Το προλεταριάτο με το φασισμό έχει μπροστά του ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο και φοβερό εχθρό. Ο φασισμός είναι ο πιο ισχυρός, ο πιο συγκεντρωμένος, είναι η κλασική έκφραση της γενικής επίθεσης της παγκόσμιας αστικής τάξης ..» [11] Μ’ αυτά τα σαφή και ανησυχητικά λόγια άρχισε την εισήγησή της σχετικά με την πάλη ενάντια στο φασισμό στη συνεδρίαση της ευρείας Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν τον Ιούνιο του 1923 – τέσσερα χρόνια μετά τα πρώτα βήματα αυτής της νέας παραλλαγής της αστικής πολιτικής και ιδεολογίας, έξι μήνες μετά την εγκαθίδρυση της πρώτης φασιστικής δικτατορίας. Παρ’ όλο που η ανάλυσή της μπορούσε να στηριχτεί μόνο σε πολύ περιορισμένα ευρήματα γεγονότων και εμπειριών τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά, κατόρθωσε να δώσει τον ιστορικό προσδιορισμό και τον χαρακτηρισμό του φασισμού, τα βασικά στοιχεία του οποίου επιβεβαιώθηκαν από την Ιστορία, και μέχρι σήμερα διατήρησαν την αξιωματική ισχύ τους τα συμπεράσματα που έβγαλε για την αντιφασιστική πάλη. Από τα βασικά χαρακτηριστικά του φασισμού που επεξεργάστηκε η Κλάρα Τσέτκιν πρέπει να τονιστούν κυρίως πέντε:

Πρώτο, ο φασισμός εκτιμάται καθαρά ως έκφραση της επίθεσης της μεγαλοαστικής τάξης, της κρίσης της καπιταλιστικής κοινωνίας και του αστικού κράτους, παρακινώντας το μεγάλο κεφάλαιο να αναζητήσει νέες μεθόδους καταστολής των μαζών, αλλά και νέους δρόμους πρόσδεσής τους στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Το αποφασιστικό πλαίσιο προσανατολισμού της μεγαλοαστικής τάξης για τον φασισμό με τους οικονομικούς στόχους του και την επιδίωξη εξασφάλισης της κυριαρχίας της, κατ’ αυτό τον τρόπο φωτίζεται. Μ’ αυτό τον χαρακτηρισμό του ταξικού περιεχομένου και των κοινωνικών κινητήριων δυνάμεων του φασισμού, η Κλάρα Τσέτκιν αντικρούει επίσης την αντίληψη (για παράδειγμα των ρεφορμιστών σοσιαλδημοκρατών), ότι ο φασισμός «δεν είναι τίποτα άλλο παρά τρομοκρατία, βία, και μάλιστα αστικό ανακλαστικό βίας, η οποία ξεκίνησε απ’ τη μεριά του προλεταριάτου ενάντια στην αστική κοινωνία ή ότι την απειλεί. Για τους κυρίους ρεφορμιστές η ρωσική επανάσταση παίζει τον ίδιο ρόλο όπως και για τους πιστούς της Βίβλου το δάγκωμα του μήλου στον παράδεισο. Αυτή αποτελεί το αφετηριακό σημείο όλων των τρομοκρατικών φαινομένων του παρόντος … Έτσι και ο φασισμός αποτελεί για τους ρεφορμιστές την συνέπεια του επαναστατικού προπατορικού αμαρτήματος του ρωσικού προλεταριάτου.» [12]

Δεύτερο, η Κλάρα Τσέτκιν τονίζει ότι ο φασισμός δεν είναι μόνο αστική τρομοκρατία, όπου εμφανίζεται –κυρίως προς το συμφέρον της πρόσδεσης των μαζών και της κατάχρησής της με στόχο την επιβολή της ιμπεριαλιστικής πολιτικής-, συνδυάζει συστηματικά την ασκούμενη τρομοκρατία με την αδίστακτη κοινωνική δημαγωγία.

Τρίτο, για τα φασιστικά κινήματα και τις τάσεις, τυπικά μέχρι σήμερα, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους συστατικά στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας και πολιτικής, πιάνονται ο ακραίος εθνικισμός και η εξύμνηση του αστικού κράτους –και μάλιστα στην απολυταρχική του μορφή.

Τέταρτο. Γίνεται αυστηρή διάκριση μεταξύ ταξικού χαρακτήρα του φασισμού και της μαζικής του βάσης: της μικροαστής τάξης, τμημάτων της διανόησης και ταξικά υποβιβασμένων στοιχείων όλων των στρωμάτων. Αυτή η οριοθέτηση ήταν ήδη σημαντική επειδή η μαζική βάση του φασισμού χρησιμοποιείται επανειλημμένα από τους αστούς ιδεολόγους για να θολώσουν και/ή να διαστρεβλώσουν τον ταξικό του χαρακτήρα, με το να αρνούνται την μεγαλοαστική, ιμπεριαλιστική ουσία του, ισχυριζόμενοι ότι ο φασισμός αποτελεί μικροαστικό φαινόμενο και/ή ότι παριστάνει την κυριαρχία των ταξικά υποβιβασμένων στοιχείων πάνω σε όλες τις τάξεις και στρώματα της κοινωνίας –ακόμη και της αστικής τάξης.

Πέμπτο, η προσοχή εστιάζεται στην αντίφαση μεταξύ ταξικής λειτουργίας και μαζικής βάσης του φασισμού ως την αχίλλειο πτέρνα του. Αυτή μπορεί και πρέπει να χτυπηθεί ιδιαίτερα με μια συνεπή πολιτική συμμαχιών απέναντι στα μεσαία στρώματα, όχι τελευταία και της αστικής και μικροαστικής διανόησης.

Μ’ αυτό τον σαφή μαρξιστικό εντοπισμό του νέου ιστορικού φαινομένου «φασισμός» στην πολιτική και την κοινωνία, η Κλάρα Τσέτκιν έδωσε το 1923 μια σταθερή αφετηρία για την σταδιακή επεξεργασία της προβληματικής από την Κομιντέρν και το KPD [Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας]. Υπήρξαν και άλλες προσεγγίσεις. Το ίδιο χρονικό διάστημα ο Άουγκουστ Τάλχαϊμερ (August Thalheimer) έγραφε: «Ο γερμανικός φασισμός είναι η προσπάθεια της μικροαστικής τάξης και των στρωμάτων της διανόησης που είναι συνδεδεμένα μ’ αυτόν, δοκιμάζοντας έναν δρόμο διάσωσης με το δικό του, δηλαδή με τον μικροαστικό τρόπο …» [13] Αργότερα όρισε τον φασισμό –σύμφωνα με την έννοια περί βοναπαρτισμού- ως «την αυτονόμηση της εκτελεστικής εξουσίας, την καταστροφή της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης και την πολιτική υποταγή όλων των άλλων κοινωνικών τάξεων κάτω από την εκτελεστική εξουσία» [14] Ήδη, το προτσές φασιστικοποίησης από το 1929/30 διέψευσε αυτή την θεωρητική προσέγγιση˙ οι δομές και οι μηχανισμοί κυριαρχίας της φασιστικής Γερμανίας τον έχουν χλευάσει σχεδόν βάναυσα. Σε σύγκριση με τις θέσεις της Κλάρας Τσέτκιν του 1923, ο Τάλχαϊμερ ήταν ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω. Το πόσο επίκαιρες είναι ακόμη και σήμερα οι διαπιστώσεις της Κλάρας που έγιναν πριν από 84 [ΠΓ: 94] χρόνια, αυτό μπορεί για παράδειγμα να το συμπεράνει κανείς από το χθεσινό φύλλο της «Neues Deutschland» («Νέα Γερμανία») (ΠΓ: Η «Neues Deutschland» είναι η εφημερίδα του κόμματος της Die Linke (Η Αριστερά)], στην οποία γράφτηκε ότι «η αντισημιτική πολιτική ήταν το κεντρικό σημείο αναφοράς του ναζιστικού κράτους» και η μαρξιστική ανάλυση υποτιμήθηκε σε «οικονομική ερμηνεία του γερμανικού φασισμού» [15].

Ο κίνδυνος του φασισμού παρακίνησε την Κλάρα Τσέτκιν να ταχθεί υπέρ της αγωνιστικής μαζικής πάλης ενάντια στον φασισμό, στη βάση ενός πλατιού αντιφασιστικού ενιαίου μετώπου. Στην κοινή άμυνα απέναντι στη φασιστική τρομοκρατία η Τσέτκιν έβλεπε «μια από τις πιο ισχυρές κινητήριες δυνάμεις» [16] για την ανάπτυξη του προλεταριακού ενιαίου μετώπου. Στράφηκε όμως αποφασιστικά ενάντια στη μονόπλευρη διεξαγωγή της αντιφασιστικής πάλης, η οποία προσανατολίζεται μόνο στη βίαιη απόκρουση της τρομοκρατίας και υπογράμμισε –απορρίπτοντας έτσι τις αναρχικές τάσεις περί άρνησης της πολιτικής πάλης και περί πολιτικά επιζήμιας χρήσης βίας- τον αποφασιστικό ρόλο της ιδεολογικής και πολιτικής πάλης για τη νίκη επί των φασιστών.

Ένα αποκορύφωμα της αντιφασιστικής δράσης της ήταν όταν η Κλάρα Τσέτκιν στις 30 Αυγούστου του 1932 εγκαινίασε [την πρώτη συνεδρίαση] του Ράιχσταγκ [γερμανική βουλή] ως μεγαλύτερη σε ηλικία πρόεδρος, προειδοποιώντας: «Η ανάγκη της παρούσας στιγμής είναι το ενιαίο μέτωπο όλων των εργαζομένων για να αποκρουστεί ο φασισμός, ώστε να διατηρήσουν έτσι οι σκλαβωμένοι και εκμεταλλευόμενοι την δύναμη και την εξουσία των οργανώσεών τους, μάλιστα ακόμη και τη ζωή τους. Μπροστά σ’ αυτή την επιτακτική ιστορική αναγκαιότητα πρέπει να κάνουν πίσω όλες οι συναρπαστικές και χωριστές πολιτικές, συνδικαλιστικές, θρησκευτικές και κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις.» [17]


Κόμμα – «η επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου»

Η Κλάρα Τσέτκιν θεωρούσε το ρόλο του επαναστατικού κόμματος ως «επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου» [18], ως ζωτικό ζήτημα της πάλης για τα καθημερινά συμφέροντα των εργαζόμενων μαζών καθώς και για το σοσιαλισμό. Τα πολιτικά της βήματα, οι πολιτικές και προσωπικές της εμπειρίες στο πολύ νεαρό κόμμα, αντανακλούν όλη την πολυπλοκότητα των συνθηκών ανάπτυξης του κόμματος, των καθοδηγητικών του οργάνων και των ηγετικών του στελεχών.

Το Νοέμβριο του 1918 η Κλάρα Τσέτκιν ήταν της άποψης ότι η Ένωση Σπάρτακος πρέπει να σταθμίσει πολύ σοβαρά [τη θέση της] για το πώς θα μπορούσε να είναι πιο αποτελεσματική: «Η Ένωση θα είναι ενταγμένη στο USP [Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Κόμμα] ή θα υπάρχει ως αυτόνομο κόμμα.» Και «σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα» προς το συμφέρον της σύνδεσης με τις μάζες και του αναγκαίου μαζικού χαρακτήρα ενός επαναστατικού κόμματος, κατέληξε στο συμπέρασμα «ότι αρχικά πρέπει να μείνουμε στο USP [ασκώντας] αλύγιστη θεμελιώδη κριτική» [19]. Το αν η στάση της –την οποία συμμερίζονταν επίσης ο Λέο Γιόγκιχες (Leo Jogiches) καθώς και η Ρόζα Λούξεμπουργκ μέχρι και λίγο πριν από το ιδρυτικό συνέδριο- ή η ίδρυση του κόμματος, ήταν η καλύτερη λύση προς τα τέλη του 1918 με αρχές του 1919, αυτό μετά βίας μπορεί να ειπωθεί οριστικά. Η Τσέτκιν το έβλεπε ως ζήτημα τακτικής, και μάλλον ήταν. Μετά την τυπική της προσχώρηση στο KPD έδρασε με συνέπεια στην ηγεσία του κόμματος για τη συγκρότηση ενός επαναστατικού μαζικού κόμματος στη Γερμανία.

Μ’ αυτή την έννοια, το 1921 καταπολέμησε με πάθος την «θεωρία της επίθεσης» και υποστήριξε με μεγάλη αυταπάρνηση τη γραμμή του 3ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της Κομιντέρν. Ο Πάουλ Φρέλιχ (Paul Frölich), παράλληλα με τον Άουγκουστ Τάλχαϊμερ και τον Χάινριχ Μπράνλερ (Heinrich Brandler) βασικούς υποστηρικτές της «θεωρίας της επίθεσης», σε μια επιστολή του προς τον Λένιν εκτίμησε τη ρεαλιστική και εποικοδομητική θέση της έτσι, «η συντρόφισσα Κλάρα ουσιαστικά δεν είναι κομμουνίστρια, … ότι είναι αδύνατο μακροπρόθεσμα να τα βγάλει κανείς πέρα μαζί της στο κόμμα, … ότι θα έπρεπε να είχαμε προχωρήσει  … στη διαγραφή της συντρόφισσας Κλάρας, αν δεν μας είχε εμποδίσει η συγκεκριμένη βούληση της Εκτελεστικής.» [20] Η Κλάρα Τσέτκιν είχε γράψει ήδη στον Λένιν τον Ιανουάριο του 1921: «… αγαπητέ φίλε, οι επαναστάτες παλιάνθρωποι δεν είναι τόσο επικίνδυνοι όσο τα επαναστατικά γαϊδούρια. Θέλω να καταπολεμήσω μέχρι τέλους τους επαναστάτες παλιάνθρωπους, το να συμφωνήσω με τα επαναστατικά γαϊδούρια είναι πέρα από τις δυνάμεις μου.» [21]

Μάταια προσπάθησε να κρατήσει τον Πάουλ Λεβί (Paul Levi) στο κομμουνιστικό κίνημα. Με πόνο, αλλά με συνέπεια, τράβηξε τη διαχωριστική γραμμή. Στο γιο της Μαξίμ έγραψε: «Ο άσχημα συμβουλευμένος Πάουλ έχει ιδρύσει φράξια … Λυπάμαι για τις ικανότητες του Πάουλ και για το κόμμα, … αλλά ο Πάουλ είναι έτοιμος να κλείσει για πάντα το δρόμο για το κόμμα. Είναι απίστευτο και τρομακτικό το πόσο μονόπλευρα και εσφαλμένα τον θέτει η ισχυρογνωμοσύνη του απέναντι σε όλα τα πράγματα, τα προβλήματα και τους ανθρώπους» [22] «… οι “λεβίτες” … μου ρίχνουν από πάνω μέχρι κάτω βρομιά και εκτονώνουν την οργή τους με το ότι αποφάσισα υπέρ του κόμματος –παρά τα σφάλματα και τις αδυναμίες τους- και όχι υπέρ του Λεβί – παρά το πολιτικό του ταλέντο. Παρ’ όλα αυτά: θα συγχωρούσα τον εντελώς προσωπικό, κακόβουλο αγώνα του Λεβί εναντίον μου. Τον κατανοώ λόγω του συναισθήματος αδυναμίας της ομάδας να καταπολεμά την πολιτική του κόμματος με πολιτικά μέσα. Δε μένει τίποτα άλλο παρά πέταγμα περιττωμάτων ενάντια σε κείνους τους ανθρώπους που εμφανίζονται ως φορείς αυτής της πολιτικής. … Μπορείς να φανταστείς πόσο αηδιαστικός μού είναι ο προσωπικός αγώνας και πόσο πικρή είναι η απογοήτευσή μου για τον Λεβί. Υπάρχει μόνο η εκδικητικότητα και η προσωπική έπαρση …» [23] Αυτή ήταν η πραγματικότητα, παντού συμπλέκονταν το πολιτικό και το προσωπικό, η ρεαλιστική πολιτική έπρεπε να υπολογίζει και μ’ αυτές τις πραγματικότητες

Ακόμη και μετά το 3ο Παγκόσμιο Συνέδριο [της Κομιντέρν] η προβληματική για το κόμμα σε μεγάλο βαθμό δεν αποσαφηνίστηκε επαρκώς. Αυτό έγινε σαφές, μεταξύ άλλων, σε μια σειρά άρθρων του Άουγκουστ Τάλχάϊμερ στη «Διεθνή» το Δεκέμβριο του 1921 / Ιανουάριο του 1922, όπου αναφερόταν: «όταν αναγνωρίζω ότι ο καπιταλισμός θέλει ακριβώς τώρα να αποκατασταθεί με τη δική του δύναμη … -για την κομμουνιστική πολιτική και, επομένως, και για τις κομμουνιστικές αρχές και στο τέλος και για το κομμουνιστικό κόμμα, δεν υπάρχει πλέον έδαφος. Όταν ο καπιταλισμός επιστρέφει απ’ αυτή την τεράστια κρίση του στην “κανονική” λειτουργία, τότε από δω προκύπτει πολιτικά η επιστροφή στην “κανονική” σοσιαλδημοκρατική πολιτική και το κόμμα …» [24] Η θέση αυτή αρνούνταν απ’ τη μια μεριά (και αυτό μετά το 3ο Παγκόσμιο Συνέδριο!) την απόλυτη αναγκαιότητα μιας αυστηρά αντικειμενικής ανάλυσης της κατάστασης της ταξικής πάλης χωρίς υποκειμενικές επιθυμίες, απ’ την άλλη μεριά παραγνώριζε εντελώς την ουσία του κομμουνιστικού κόμματος ως την (μαρξιστική) πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης σε κάθε κατάσταση της ταξικής πάλης, όχι μόνο στις επαναστατικές.

Γι’ αυτό ήταν σημαντικό όταν η Κλάρα Τσέτκιν εκφράστηκε ουσιαστικά στην προβληματική για το κόμμα. Χαρακτήρισε το κομμουνιστικό κόμμα ως «επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου». Εδώ, για την Τσέτκιν ήταν «ιστορική και πολιτική ανοησία» να αντιπαρατίθενται μεταξύ τους «οι έννοιες πρωτοπορία και μαζικό κόμμα». Αλλά πρέπει να είναι σαφές: «Όσο πιο πλατιές είναι οι μάζες τις οποίες κατακτάμε, τόσο μεγαλύτερη είναι η εισροή που αποκτάμε από τέτοια κινήματα …, και τόσο πιο αναγκαίο είναι, να είναι το κομμουνιστικό κόμμα οργανωτικά και ιδεολογικά ενιαίο και σταθερά ενωμένο» [25]. Στο γραπτό πολεμικής της «Για τη θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ απέναντι στη ρωσική επανάσταση» έγραψε ότι το κομμουνιστικό κόμμα δε μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά του απέναντι στις μάζες, αν «διαχέεται σ’ αυτές ως ένα άμορφο, ένα είδος τσούχτρας, ρευστοποιημένο κάτι», αλλά μόνο με το να «επεξεργάζεται αυστηρά την πνευματική, πολιτική του ατομικότητα, δείχνοντας ένα εκφραστικό δικό του πρόσωπο, το οποίο … ποτέ δε μπορεί να συγχέεται και να κατανοείται εσφαλμένα», «αποτελούμενο ιδεολογικά και οργανωτικά από ένα σταθερό σύνολο, ένα χυτό κομμάτι ανάμεσα στις μάζες» [26]

Σε σχέση επίσης με το πρόβλημα για μια δυνατή κυβερνητική συμμετοχή του KPD, μιας συμμαχίας με το SPD [Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας] –τις λεγόμενες εργατικές κυβερνήσεις- στο πλαίσιο ξεχωριστών γερμανικών [ομόσπονδων] κρατιδίων, η Κλάρα Τσέτκιν έθετε πάντα ζητήματα που αφορούσαν στην ουσία του κόμματος και της εικόνας του στη δημοσιότητα. Εδώ εφιστούσε την προσοχή για την πλήρη σπουδαιότητα της ανάλογης απόφασης και απέφευγε προσεκτικά να απλοποιήσει το πρόβλημα ή να καλύψει τη δυσκολία του θέματος. Δεν απέφευγε επίσης το δίλημμα μπροστά στο οποίο τίθενται αναπόφευκτα οι κομμουνιστές σ’ αυτό το ζήτημα: «Αν απορρίψουμε την εργατική κυβέρνηση, τότε οι αστοί και μικροαστοί κομπογιαννίτες θα υποκριθούν ψεύτικα ότι δεν παίρνουμε στα σοβαρά όλα αυτά τα αιτήματα που διεκδικούμε για την ανακούφιση φλεγόντων καθημερινών αναγκών των εκμεταλλευομένων και καταπιεσμένων, επειδή θα παραιτούμασταν από τη δημιουργία της εξουσίας εκείνης που θα ήταν σε θέση να τα επιβάλλει» [27]. (Ένα προφανώς διαχρονικό επιχείρημα –ακόμη και σήμερα, μετά από 85 [ΠΓ: 95] χρόνια, φρεσκότατο!) Απ’ την άλλη μεριά –όχι λιγότερο επίκαιρο- είδε τον κίνδυνο, «να εξαγοραστεί η πραγματοποίηση μιας εργατικής κυβέρνησης με την εγκατάλειψη θεμελιωδών αρχών του κόμματος και των απαραίτητων συνθηκών για μια ισχυρή, ταξικά συνειδητή προλεταριακή πολιτική, χάρη της “διάσωσης” μιας εργατικής κυβέρνησης και να καλυφθεί με το όνομα και τη φήμη της μια πολιτική δειλίας και προδοσίας.» [28]

Ως εκ τούτου, για την Κλάρα Τσέτκιν η αξιωματική συμφωνία σε μια ενδεχόμενη συμμετοχή στην κυβέρνηση είναι αναπόσπαστα δεμένη με το ζήτημα τού κάτω από ποιες συνθήκες είναι ένα τέτοιο βήμα δυνατό και σκόπιμο. Ήδη, στην πρώτη τοποθέτησή της τον Νοέμβριο του 1921, τονίζει αυτό που θεωρεί ως το πιο σημαντικό: «υπό τον όρο ότι οι πλατιές μάζες βρίσκονται πίσω μας και μάς κάνουν δυνατή όχι για παράδειγμα την προώθηση μιας καθαρά κομμουνιστικής πολιτικής … -αλλά μια καθαρά προλεταριακή απέναντι στην αστική πολιτική.» [29] Δεν ήταν για την Κλάρα Τσέτκιν η υλοποίηση των καθηκόντων και των στοχοθετήσεων της σοσιαλιστικής επανάστασης τα απαραίτητα αιτήματα στην περίπτωση συμμετοχής σε κυβέρνηση, ασφαλώς όμως ήταν η επικράτηση των στοιχειωδών οικονομικών και πολιτικών καθημερινών συμφερόντων των εργαζόμενων μαζών ενάντια στην πολιτική της μεγαλοαστικής τάξης, που χωρίς την εξασφάλισή τους δε θα είχε κάποιο νόημα. Στο βασικό της άρθρο σχετικά με την εργατική κυβέρνηση, η Τσέτκιν αναφέρει συνοπτικά τους γενικούς όρους συμμετοχής σε μια κυβέρνηση. [Αυτή θα πρέπει να έχει]: το δικό της χαρακτηριστικό πολιτικό προφίλ («καθαρότητα της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας»), αυτονομία της κομμουνιστικής πολιτικής, σταθερή σύνδεση με τις μάζες, «προσανατολισμό στην εμβάθυνση και στην επιτάχυνση του προτσές αυτονομίας της εργατικής τάξης» [30].


Ένα «επαναστατικό κόμμα επίλεκτων»

Η Κλάρα Τσέτκιν ανέπτυξε τον Μάρτιο του 1923 μια σε βάθος αντίληψη για το κόμμα, ενθυμούμενη τη θεμελιώδη σημασία και τη συζήτηση που διεξάγονταν για το ζήτημα της Οργάνωσης στην «Rote Fahne» [«Κόκκινη Σημαία»] σχετικά με το 2ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ το 1903, στο οποίο είχε σχηματιστεί η ομάδα των μπολσεβίκων: «Ο Λένιν ήταν της άποψης ότι η αποδοχή του προγράμματος πρέπει να συνδέεται με την αυστηρή υποχρέωση για συγκεκριμένη δουλειά στην Οργάνωση. Ο Μάρτοφ και οι φίλοι του έβλεπαν στην “περιορισμένη διατύπωση” ένα σεχταριστικό πνεύμα και αποκοπή του κόμματος από τις μάζες. Ο Λένιν και οι ομοϊδεάτες του την αξιολόγησαν ως μέσο, ώστε με την μέγιστη δραστηριότητα του κάθε ξεχωριστού μέλους να αναπτυχθεί η μέγιστη δραστηριότητα του κόμματος και κατ’ αυτό τον τρόπο να εξασφαλιστεί η δύναμή του να πιάνει τις μάζες, να τις κρατά, να τις εκπαιδεύει και να αυξάνει τη συνειδητή δράση τους.

… Στην απλή περιβολή του προσδιορισμού περί Οργάνωσης φαίνεται η υψηλή εκτίμηση των υποκειμενικών δυνάμεων των ιστορικών συμβάντων, της συνειδητής σχεδιασμένης σύμπραξης μεμονωμένων, πολλών, σε μια ενιαία, αποφασισμένη βούληση.» [31] Εδώ η Κλάρα Τσέτκιν χαρακτήρισε το κομμουνιστικό κόμμα ως ένα «επαναστατικό κόμμα επίλεκτων», το οποίο περιλαμβάνει «δίπλα σ’ ένα λαμπρό γενικό επιτελείο χιλιάδων δοκιμασμένων, ικανών μικρότερων στελεχών και δεκάδες χιλιάδες δραστήριους οπαδούς» και διακρίνεται τόσο για την «στενότατη σύνδεσή του κόμματος με τις προλεταριακές μάζες» όσο και για «τη σιδερένια πειθαρχία στις γραμμές του» [32].

Το 1924/25 η Κλάρα Τσέτκιν συμμετείχε πολύ ενεργά στην πάλη ενάντια στις αριστερίστικες σεχταριστικές ομάδες μέσα στο KPD που ήταν συγκεντρωμένες γύρω από τον Αρκάντυ Μάσλοφ (Arcady Maslow), την Ρουθ Φίσερ (Ruth Fischer) και άλλους. Στις συζητήσεις επρόκειτο για την Τσέτκιν για το ζήτημα της επικράτησης της αντίληψης ότι τα κόμματα δε μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους, «αν είναι μικρές, καθαρές σέχτες, οι οποίες περιστρέφουν τον τροχό με επαναστατικές φόρμουλες» [33], αλλά μόνο ως μαζικά κόμματα τα οποία αποτελούν «στις δράσεις των μαζών το σκεπτόμενο, καθοδηγητικό εγκέφαλο, την οργανωτική ραχοκοκαλιά και την παθιασμένη προωθητική καρδιά» [34]. Εδώ ενίσχυσε την αξίωση, ότι «κάθε κομμουνιστικό κόμμα αποτελεί μια οργανωτικά σταθερά δομημένη, ισχυρή, συγκεντρωμένη, πειθαρχημένη ένωση, η οποία ούτε θα εξαρτάται από άλλο κόμμα, ούτε θα χάνεται μέσα στις μάζες» [35].

Η Τσέτκιν υποστήριξε την Ανοιχτή Επιστολή της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς προς το KPD (Αύγουστος του 1925) [36] και την κατ‘ αυτό τον τρόπο προκληθείσα αλλαγή στην ηγεσία του κόμματος, εγκρίνοντας επίσης την εκ νέου εκλογή της στην Κεντρική Επιτροπή από το 11ο Συνέδριο του 1927. Δεν ήταν όμως πλήρως ικανοποιημένη από τις αλλαγές. Τάχθηκε υπέρ τού να επανέλθουν στα ηγετικά πόστα οι Μπράντλερ, Τάλχαϊμερ και οι φίλοι τους, κάτι για το οποίο δεν υπήρχε λόγος. Μια συγκεκριμένη μη κριτική στάση απέναντι σ’ αυτή την ομάδα φάνηκε για παράδειγμα με την υποστήριξή της στις «προτάσεις για ένα πρόγραμμα δράσης» [37] του Μπράντλερ, παραβλέποντας ή παρουσιάζοντας ως ασήμαντες τις σοβαρές ελλείψεις τους.

Στις εσωκομματικές συζητήσεις που διεξήχθησαν από το 1927 εμπλέκονταν δυό ζητήματα: αφενός, η επιδίωξη για μια σταθερή, μακροπρόθεσμα προσανατολισμένη πολιτική γραμμή και μιας ηγεσίας ικανής, ενιαίας για την πραγματοποίησή της, ενοποιώντας το κόμμα (η πορεία που αποφασίστηκε από το 11ο Συνέδριο του κόμματος τον Μάρτιο του 1927 για «συγκέντρωση»). Αφετέρου, η εξέταση της μεταβαλλόμενης και περίπλοκης διαμορφούμενης κατάστασης της ταξικής πάλης, η οποία έθετε νέα προβλήματα και απαιτούσε νέες απαντήσεις. Εδώ επρόκειτο κυρίως για έκταση και σκληρότητα˙ την από το 1926 επιταχυνόμενη εξέλιξη προς τα δεξιά του SPD, η οποία εκφράστηκε κυρίως στην ενισχυμένη πορεία συμμαχιών στο συνέδριο του κόμματος στο Κίελο (1927) και στο σχηματισμό της κυβέρνησης Χέρμαν-Μύλερ (Ιούνιος 1928) και που είχε ως συνέπεια μια αλματώδη επιταχυνόμενη αντικομουνιστική συμπεριφορά˙ τα νέα προβλήματα τακτικής που συνδέονταν με τα δυό στοιχεία, ιδιαίτερα στη συνδικαλιστική δουλειά και την πολιτική του ενιαίου μετώπου.


Τα νέα προβλήματα απαιτούν νέες απαντήσεις

Η Κλάρα Τσέτκιν αγωνίστηκε για να βρει απαντήσεις στα νέα, περίπλοκα ζητήματα. Την απασχόλησε ιδιαίτερα η όλο και πιο δύσκολη σχέση με το SPD. Τον Οκτώβριο του 1929 έγραψε σε ένα υπόμνημα προς την Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΕΕΚΔ) και την αντιπροσωπεία του ΚΚΣΕ (μπ) στην ΕΕΚΔ: «Όπως με την κόψη του σπαθιού, έτσι πρέπει να τραβηχτεί ιδιαίτερα και η διαχωριστική γραμμή απέναντι στη ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία … Η πάλη στήθος με στήθος με τους ρεφορμιστές προστάτες του καπιταλισμού, η πάλη μ’ αυτόν για τη γνώση, την οπαδοποίηση των πλατιών μαζών, εξαναγκάζει σε σαφή διαμόρφωση της επαναστατικής μας φυσιογνωμίας … Η ανάπτυξη της αστικής κοινωνίας οδηγεί το KPD ως προλεταριακό ταξικό κόμμα με αυξανόμενη ορμή ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία, την ιδεολογία της, την πολιτική της, δεν του επιτρέπει να την προσεγγίσει.» [38] Και: «Ιδιαίτερα κοφτερές, όπως οι καινούργιες ακονισμένες λεπίδες, πρέπει να είναι οι αντιπαραθέσεις μας με τους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι ξετρελαίνονται να εξαπατούν τον εαυτό τους, ώστε να μπορούν να εξαπατούν τους άλλους.» [39] Ήδη, στην προεκλογική εκστρατεία για το Ράιχσταγκ το 1928, προειδοποιούσε τους εργάτες της Λειψίας για «τους απόστολους εκείνους τού ιδιαίτερα επικίνδυνου είδους του ρεφορμισμού», «οι οποίοι καλύπτουν ανοιχτά με μαρξιστικές φόρμουλες την αστική θέση για προλεταριακή ταξική πάλη και για προλεταριακή επανάσταση και προσπαθούν να καλύψουν με ενθουσιώδεις άγριες χειρονομίες την αποτυχημένη πολιτική συμμαχιών και κοινωνικής ειρήνης των Σάϊντεμαν-Γουέλς-Μπράϊτσαϊτ-Λάϊπαρτ με την αστική τάξη.» [40]

Η Κλάρα Τσέτκιν –ιδιαίτερα μετά την αποχώρησή της από την ΚΕ του KPD (είχε απορρίψει αποφασιστικά την επανεκλογή της στην ΚΕ στο 12ο Συνέδριο του Κόμματος το 1929)- άσκησε έντονη κριτική στη δράση της κομματικής ηγεσίας, η οποία όμως κινούνταν σε πολύ γενικό επίπεδο και πολύ συχνά συγκρούονταν με τα γεγονότα, αυτό το τελευταίο ήταν πιθανώς αποτέλεσμα μονόπλευρης ενημέρωσης ή παραπληροφόρησης. Αισθητή είναι μια υπερβολική προσδοκία, μια υπερεκτίμηση των πραγματικών δυνατοτήτων και μια υποτίμηση των προβλημάτων που πρέπει να ξεπεραστούν. Έτσι [συνέβη], όταν έριχνε το φταίξιμο στην ηγεσία του KPD για το ότι μετά τον αιματηρό Μάη στο Βερολίνο το 1929, δεν εκδιώχθηκαν οι Τσέργκιμπελ (Zörgiebel), Γκρτσεσίνσκι (Grzesinski) και Σέβερινγκ (Severing) από το SPD, από τα συνδικάτα και από τα αξιώματά τους [41], ή όταν έκανε κριτική στο RFB [Roter Frontkämpferbund / Κόκκινη Μετωπική Ένωση Αγωνιστών] για «την μονόπλευρη, υπερβολική φροντίδα όσον αφορά στις διαδηλώσεις σε βάρος της σοβαρής οργανωτικής προετοιμασίας και της πολιτικής εκπαίδευσης για την ένοπλη πάλη» [42]. Δεν αποδείχτηκε επίσης με πραγματικά πολιτικά κριτήρια, όταν κατά την εντυπωσιακή επιτυχία του KPD στις δημοτικές εκλογές του Βερολίνου το Νοέμβριο του 1929 έκανε κριτική, για το ότι οι ψηφοφόροι του KPD είναι «απλά κομμουνιστές του ψηφοδελτίου και όχι ενεργοί προλετάριοι ταξικοί αγωνιστές υπό την ηγεσία του KPD» και ότι το KPD δεν κέρδισε τις ψήφους και τους βουλευτές του «ως ταξική Οργάνωση του προλεταριάτου για το στόχο της επανάστασης, αλλά ως κόμμα της ειλικρίνειας και της καθαρότητας στο δημοτικό συμβούλιο» [43]. Ένα μη ρεαλιστικό μέτρο για την εκτίμηση των καθηκόντων και των δυνατοτήτων του KPD ήταν επίσης η θέση της που εκφράστηκε τον Μάρτιο του 1930: «Συσσωρεύονται τα στοιχεία των αντικειμενικών προϋποθέσεων μιας πραγματικά οξείας επαναστατικής κατάστασης που πλησιάζει. Ωριμάζουν δυνατότητες, τις οποίες πραγματικά και σοβαρά θέτει το KPD σε μια τέτοια κατάσταση μπροστά στα προβλήματα της ταξικής και μαζικής καθοδήγησης …» [44].

Ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι εκείνες οι εκτιμήσεις που δε λάμβαναν υπόψη την πραγματική κατάσταση, η κριτική της –ακόμη κι αν ήταν εύστοχη- έπρεπε να πάρει απόσταση, όταν έδειξε ότι όχι μόνο αυτές δεν αποτελούσαν πραγματικές εναλλακτικές λύσεις, αλλά συνδέθηκαν με μια δικαιολόγηση των θέσεων της ομάδας γύρω από τον Χ. Μπράντλερ και Α. Τάλχαϊμερ, οι οποίοι στα τέλη του 1928, μετά από μια μακρά συνωμοτική οργανωτική προετοιμασία υπό την ονομασία «Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας – Αντιπολίτευση» (KPD-O) είχε ιδρυθεί ως αντι-κόμμα προς το KPD και στις εκλογές των ομόσπονδων κρατιδίων καθώς και στις δημοτικές εκλογές εμφανίστηκε με δικούς του καταλόγους υποψηφίων ενάντια στο KPD.

Η μη κριτική στάση της Κλάρας Τσέτκιν για τη δράση αυτής της ομάδας, είναι ακόμη λιγότερο κατανοητή, αν την συγκρίνει κανείς για παράδειγμα με αυτή του Έρνστ Μάγιερ (Ernst Meyer) –δίπλα στον ΄Άρθουρ Έβερτ (Arthur Ewert) από τους κύριους εκπροσώπους μιας ομάδας στην ΚΕ και στο Πολιτικό Γραφείο, η οποία ελισσόταν μεταξύ της πλειοψηφίας της ΚΕ και της κατεύθυνσης Μπράντλερ-Τάλχαϊμερ, προσπαθώντας να μεσολαβήσει. Για τον Έρνστ Μάγιερ «η συγκέντρωση, δηλαδή το πιο κοντινό μπλοκ με τους παλιούς αριστερούς» ήταν «πολιτικός στόχος και αναγκαιότητα για το κόμμα … Από το 1923 θεώρησα το μπλοκ με τους παλιούς αριστερούς σημαντικότερο απ’ ό,τι το πλησίασμα του Μπράντλερ και των φίλων του … Δεν σκέφτομαι, ακριβώς σήμερα, όπου οι ελεγκτές της παραγωγής [ΠΓ: έτσι ονομαζόταν η σεχταριστική αυτή ομάδα στο KPD]» [45] κάνουν τόσα λάθη, να τα εγκαταλείψω. «Αν έμπαινε ζήτημα επιλογής να δράσω από κοινού με τον Μπράνλερ ή τον Τέλμαν, δε θα υπήρχε για μένα κανένας δισταγμός. Θεωρώ τους παραγωγούς μια ξεπερασμένη σεχταριστική ομάδα. Τα άρθρα των καλύτερων από αυτούς (Τάλχαϊμερ) είναι η σαφέστερη απόδειξη για αυτό.» [46]

Η ομάδα Μπράντλερ-Τάλχαϊμερ, για τις πολιτικές της φιλοδοξίες έκανε εντατικές προσπάθειες να εκμεταλλευτεί το πολιτικό βάρος της Κλάρας Τσέτκιν. Το πόσο αδυσώπητα εργάστηκε για αυτό το σκοπό, αυτό γίνεται σαφές από μια επιστολή του Φέλιξ Σμιτ (Felix Schmidt) που απευθυνόταν σ’ αυτήν την 1η Νοεμβρίου 1928. Αφού παραπονέθηκε για τις προσδοκίες της φράξιας που δεν έβρισκαν απήχηση, ο Σμιτ ήλπιζε ότι «αν έριχνες τώρα κι εσύ τη γνώμη σου στη ζυγαριά, τότε η εικόνα θα άλλαζε κάπως. Εσένα δε μπορεί να σε προσπεράσει κανείς έτσι, όπως εμένα, τον Χάϊντς (Μπράντλερ – Η.Κ.) και τον Άουγκουστ (Τάλχαϊμερ – Η. Κ.), και πίεσε πολύ συγκεκριμένα, «για να προετοιμαστείς, ώστε την κατάλληλη στιγμή να μας υποστηρίξεις.» Ο Σμιτ δεν απέκρυψε ότι «για την ενότητα των στοιχείων που διάκεινται φιλικά σ’ εμάς δεν πρέπει να περιφρονήσουμε και τα οργανωτικά βοηθητικά μέσα». Χωρίς φραγμούς υπερασπίστηκε και την εντελώς άνευ αρχών συμμαχία με τους αριστεριστές γύρω από τον Χούγκο Ουρμπάνς (Hugo Urbahns) στην πάλη ενάντια στην Κεντρική Επιτροπή: «Φυσικά δε μπορεί να επιλέξει κανείς τους συντρόφους, αυτό είναι σαφές». Εντελώς κυνικό είναι το κλείσιμο της επιστολής: «Ελπίζω μόνο ότι η επιστολή μου δε θα σε αναστατώσει πολύ, γιατί η υγεία σου έχει και πρέπει να έχει για μένα μεγάλη αξία, ιδιαίτερα τώρα» [47]. Κατά παρόμοιο τρόπο άσκησαν πίεση πάνω στην Κλάρα Τσέτκιν ο Χανς Τίτελ (Hans Tittel) και ο Α. Τάλχαϊμερ.


Αντιφατικά και αυτονόητα

Η στάση της απέναντι σ’ αυτές τις φραξιονιστικές δραστηριότητες, βρίσκεται σε μια αντίφαση που δε μπορεί να αγνοηθεί, απέναντι στην αξιωματικά και ιδιαίτερα οξεία πολεμική της κατά της τροτσκιστικής Αντιπολίτευσης στο ΚΚΣΕ (μπ). Για τη διαγραφή του Τρότσκι, του Ζηνόβιεφ, του Κάμενεφ, του Ράντεκ και άλλων από το κόμμα, είχε γράψει σ’ ένα άρθρο με τίτλο «Ένα επεισόδιο είναι, όχι καταστροφή»: «Πικρή, αναμφισβήτητη και μη συζητήσιμη πραγματικότητα, είναι ότι η Αντιπολίτευση δίπλα στο κομμουνιστικό κόμμα οικοδομεί ένα δικό της παράνομο κόμμα. Αυτό έχει καθοδήγηση και οργανωτική δομή, έναν μηχανισμό που εργάζεται, μια δική του βασική πολιτική πλατφόρμα. Επιβάλλει συνδρομές μελών, διαδίδει ενάντια στο κομμουνιστικό κόμμα κατευθυνόμενα φυλλάδια και άλλα έντυπα προπαγάνδας … Θα πρέπει, μάλιστα, επιτρέπεται, τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΣΕ να είναι “ανεκτικά” σε ένα τέτοιο καταστροφικό ξεκίνημα στο όνομα μιας υποτιθέμενης δημοκρατίας, δηλαδή να κοιτάν άπραγα; Το ερώτημα απαντιέται από μόνο του.» [48] Η ουσιαστική ομοιότητα αυτών των δυό περιπτώσεων ήταν εντυπωσιακή, η αντίδραση όμως της Κλάρας Τσέτκιν ήταν διαμετρικά αντίθετη.

Ξεκινώντας απ’ αυτές τις συγκεκριμένες αντιδράσεις, τίθεται μερικές φορές το ερώτημα, γιατί η Κλάρα Τσέτκιν δεν εντάχθηκε στο KPD-O [Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας – Αντιπολίτευση], με το οποίο το KPD και η Κομιντέρν είχαν διακόψει τις σχέσεις τους. Ένα τέτοιο ερώτημα όμως δείχνει μια πολύ επιπόλαια και πολύ επιφανειακή εξέταση. Η Κλάρα Τσέτκιν έκανε μεν ό,τι μπορούσε για τη συζήτηση των αντιλήψεων που εκπροσωπούσε η κατεύθυνση Μπράντλερ-Τάλχαϊμερ στο κόμμα, σε καμιά περίπτωση όμως δεν έδωσε όρκο πίστης σ’ αυτήν. Το αντίθετο, ακριβώς στα νευραλγικά σημεία της αντιπαράθεσης εκφράστηκε αόριστα και με αποφυγή. Αυτό συνέβη, όταν, αναφορικά με το σύνθημα του «ελέγχου στην παραγωγή», το σήμα κατατεθέν της αναφερθείσας ομάδας, αποσύρθηκε, [αναφέροντας] ότι το σύνθημα αυτό τέθηκε «στην αρχή» της συζήτησης «παρατραβηγμένα και στρεβλά» και ότι κατά τα άλλα «η σημασία του … μπορεί να αξιολογηθεί διαφορετικά.». Ή, όταν δεν κάνει ουσιαστικά πολεμική στην συνδικαλιστική-πολιτική συζήτηση ενάντια στην τακτική της δημιουργίας «επαναστατικών αγωνιστικών καθοδηγήσεων», αλλά παρατηρεί ότι αυτές «πρέπει να δημιουργηθούν μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες σε γενικές γραμμές αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν στη Γερμανία», μάλιστα την –αποφασιστικά απορριφθείσα από το KPD αυτή τη χρονική στιγμή- ίδρυση «επαναστατικών» συνδικάτων την θεωρεί δυνατή «υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να εξεταστούν προσεγμένα». Στο τέλος υποχωρεί στην σολομώντειο φόρμουλα, ότι υπό τις επίμαχες θέσεις που υπερασπίζεται ενάντια στην κριτική «ίσως να βρίσκεται εδώ κι εκεί συγκεκριμένα μια παρατραβηγμένη πορεία σκέψης. Ομολογουμένως επίσης, ότι η πολιτική σκοπιμότητα της μιας ή της άλλης πρότασης μπορεί να αμφισβητήσει το ένα ή το άλλο αίτημα» [49]. Κατά τα άλλα, είναι πολύ απίθανο να διέφυγαν από την Κλάρα Τσέτκιν βασικές θεωρητικές διαφορές με το KPD-O, για παράδειγμα η ήδη αναφερθείσα θεωρία περί φασισμού του Α. Τάλχαϊμερ.

Για την Κλάρα Τσέτκιν, για αξιωματικούς, ιστορικούς λόγους, δεν υπήρξε ποτέ μια εναλλακτική απέναντι στο KPD και την Κομιντέρν. Ήταν πάρα πολύ έμπειρη για να παραγνωρίσει ότι τα περίπλοκα πολιτικά προβλήματα, τα οποία αντιμετώπιζε το κομμουνιστικό κίνημα, οι δύσκολες και σκληρές συνθήκες υπό τις οποίες αγωνιζόταν, τόσο οι παθιασμένες και όχι συχνά υπερβολικές εσωτερικές αντιπαραθέσεις όσο και οι λανθασμένες αποφάσεις, δύσκολα μπορούσαν να αποφευχθούν. Οι εμπειρίες της τής δίδαξαν ότι στο κομμουνιστικό κόμμα, με βάση την ταξική του θέση, τον επαναστατικό μαρξιστικό του προσανατολισμό, επικρατούσαν τελικά αντιλήψεις οι οποίες οδηγούσαν σε μια σταθερότερη σύνδεση με όλο και πιο πλατιές μάζες και προωθούσαν το πολιτικό προτσές ωρίμανσης. Οι εμπειρίες της την είχαν επίσης διδάξει ότι αυτές οι πρόοδοι μπορούσαν να λάβουν χώρα μόνο στο πλαίσιο του κομμουνιστικού μαζικού κινήματος, ότι όλα τα θραύσματα από αυτό κατέληγαν πολιτικά και θεωρητικά σε ανίκανες σέχτες. Η από την αρχή σεχταριστική ανάπτυξη του KPD-O, η διάβρωσή του και η αυξανόμενη απομόνωσή του, οι εσωτερικές του αντιπαραθέσεις που έφθασαν μέχρι τη διάσπαση, η Κλάρα Τσέτκιν τις επανέφερε αναπόφευκτα στη μνήμη με την αποτυχία της «Kommunistische Arbeitsgemeinschaft / KAG» («Κομμουνιστική Ομάδα Εργασίας») του Λεβί. Από τις γνώσεις αυτές που αποκόμισε, από τον απολογισμό της πολιτικής της ζωής –και όχι από την τυπική πειθαρχία- η Κλάρα Τσέτκιν μέχρι το θάνατό της (παρά τη σχεδόν αδιάκοπη βαριά αρρώστια, που πολλές φορές πλησίασε στο θάνατο) εργάστηκε δραστήρια από τις καθοδηγητικές θέσεις που κατείχε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Οι αντιπαραθέσεις στις οποίες συμμετείχε, και η προσωπική της στάση σ’ αυτές τις αντιπαραθέσεις, ήταν κομμάτι της πάλης του κομμουνιστικού κινήματος διεθνώς και στη Γερμανία για τη διαμόρφωση μιας επιτυχημένης πολιτικής ενάντια στο κεφάλαιο, τον πόλεμο και το φασισμό, για το σχηματισμό σταθερών, συνεργάσιμων καθοδηγητικών συλλογικοτήτων με σκοπό την πραγματοποίηση αυτής της πολιτικής. Αυτό ήταν επίσης ένα περίπλοκο και αντιφατικό προτσές, διαρκώς επίσης προσωποποιημένο, υποκειμενικά χρωματισμένο, εξαιτίας της έντονης διαφοροποίησης των δυνάμεων που συμμετείχαν, που προέκυπταν από διαφορετικά, εν μέρει αντιθετικά ρεύματα και Οργανώσεις, αλλά και λόγω του ότι προέρχονταν από διαφορετικές γενιές με διαφορετικούς ορίζοντες εμπειριών. Αλλά αυτή η εξέλιξη οδήγησε στην πολιτική του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν, στη νίκη επί του φασισμού και σε μια νέα ανοδική πορεία της πάλης για το σοσιαλισμό. Η Κλάρα Τσέτκιν με την πολιτική δράση και την θεωρητική της δουλειά στην τελευταία ενάμιση δεκαετία της ζωής της –κυρίως η συνεισφορά της στην στρατηγική και τακτική, στην ανάπτυξη του κόμματος και στην παθιασμένη υποστήριξη της επικράτησης των ιδεών του Λένιν- είχε ένα εξέχων μερίδιο σε όλα αυτά.
______

Σημειώσεις

[1] L. Aragon: Die Glocken von Basel. παράθ. σύμφωνα με L. Dornemann, Clara Zetkin. Leben und Wirken, Βερολίνο 1973, σ. 247/248. 

[2] F. Mehring: Gesammelte Schriften, τόμ. 3, Βερολίνο 1960, σ. 1; τόμ. 4, Βερολίνο 1963, σ. 506. 

[3] C. Zetkin: Rede auf dem Internationalen Sozialistenkongress zu Basel. Στο: Ausgewählte Reden und Schriften, τόμ. I, Βερολίνο 1957, σ. 567. 

[4] C. Zetkin: Der Kampf der kommunistischen Parteien gegen Kriegsgefahr und Krieg. Στο: ό.π., τόμ. II, Βερολίνο 1960, σ. 496. 

[5] Ό.π, σ. 535. 

[6] Ό.π. 

[7] Ό.π., σ.566.

[8] Ό.π., σ.560. 

[9] Ό.π., σ.562. 

[10] Stiftung Archiv der Parteien und Massenorganisationen der DDR im Bundesarchiv (SAPMO-BArch), NY 4005/94, φύλ. 112. 

[11] C. Zetkin: Der Kampf gegen den Faschismus. Στο: Ausg. Reden u. Schriften, τόμ. II, σ. 689.

[12] Ό.π, σ.690/691.

[13] Zwischen Jena und Leipzig. Στο: Die Internationale, 15. Januar 1923.

[14] A. Thalheimer: Programmatische Fragen, Mainz (1993), σ. 62.

[15] Neues Deutschland, 29. Juni 2007.

[16] C. Zetkin: Der Kampf gegen den Faschismus, σ. 728.

[17] C. Zetkin: Ausg. Reden u. Schriften, τόμ. III, Berlin 1960, σ. 418.

[18] C. Zetkin: Diskussionsrede auf der 2. Tagung des Zentralausschusses der KPD, 22. Januar 1922. Στο: Dies., Zur Theorie und Taktik der kommunistischen Bewegung, Λειψία 1974, σ. 148.

[19] Brief an R. Luxemburg, 17. November 1918. Στο: Archiv für Sozialgeschichte, τόμ. 11, Ανόβερο 1971, σ. 433/434.

[20] Brief vom 6. Mai 1921. Στο: Briefe Deutscher an Lenin 1917 - 1923, Berlin (1990), σ. 242/243.

[21] Brief vom 25. Januar 1921. Ό.π., σ.216.

[22] Brief von Anfang November 1921. SAPMO-BArch, NY 4005/64, φύλ. 29. Οι επιστολές και τα χειρόγραφα αποδίδονται κατά κανόνα στο πρωτότυπο˙ αλλαγές έγιναν μόνο εκεί όπου για καθαρά τεχνικούς λόγους υπήρξε απόκλιση από την κανονική ορθογραφία (π.χ. δίφθογγοι αντί διαλυτικά).

[23] Brief vom 10. Dezember 1921. Ό.π., φύλ. 45/46.

[24] A. Thalheimer: Die Theorie und die Praxis des Liquidatorentums. Στο: Die Internationale, 1922, τεύχ. 1/2, σ. 19.

[25] C. Zetkin: ZA der KPD, 22. Januar 1922. Στο: Zur Theorie u. Taktik, σ. 148/149.

[26] C. Zetkin: Έκδ. Reden u. Schriften, τόμ. II, σ. 414.

[27] C. Zetkin: Die Arbeiterregierung. Στο: Zur Theorie u. Taktik, σ. 155.

[28] Ό.π.

[29] SAPMO-Barch, RY 1/I 1/8/1, φύλ. 73/74.

[30] C. Zetkin: Die Arbeiterregierung, σ. 161.

[31] C. Zetkin: 25 Jahre bolschewistische Partei. Στο: Έκδ. Reden u. Schriften, τόμ. II, σ. 638/639.

[32] Ό.π, σ. 639.

[33] C. Zetkin: Diskussionsrede auf dem V. Erweiterten Plenum des EKKI, 1925. Στο: Zur Theorie u. Taktik. σ. 201.

[34] C. Zetkin: Diskussionsrede auf dem V. Kongress der KI, 1924. Στο: Zur Theorie u. Taktik, σ. 197.

[35] Όπ., σ. 192/193.

[36] Βλ. Dokumente und Materialien zur Geschichte der deutschen Arbeiterbewegung, τόμ. VIII, Βερολίνο 1975, σ. 913 - 933.

[37] Βλ. H. Karl: Ernst Thälmann in unserer Zeit. Στο: GeschichtsKorrespondenz, Ιούλιος 2006, σ. 7/8.

[38] SAPMO-BArch, NY 4005/49, φύλ. 88 και 93.

[39] Ό.π., φύλ. 93.

[40] Ό.π, NY 4036/521, φύλ. 103.

[41] Ό.π, NY 4005/49, φύλ. 47/48.

[42] Ό.π, φύλ. 70.

[43] Ό.π., φύλ. 218 και 220.

[44] Ό.π., φύλ. 246.

[45] Ειρωνικός χαρακτηρισμός για την ομάδα Μπράντλερ-Τάλχαϊμερ, η οποία ζητούσε να αντικαταστήσει το αντιμονοπωλιακό σύνθημα «Ενάντια στο κεφάλαιο των τραστ και την κυβέρνηση του αστικού μπλοκ» ως κεντρικό σύνθημα, με το αφηρημένο και εντελώς μη ρεαλιστικό αίτημα «Έλεγχος στην παραγωγή» για τη συγκεκριμένη κατάσταση.

[46] Σύμφωνα με μια επιστολή προς το μέλος της ΚΕ Κάρλ Μπέκερ (Karl Becker) της 30 Οκτωβρίου 1928. Στο: H. Weber, Die Wandlung des deutschen Kommunismus, (Φρανκφούρτη/Μάιν 1969), τόμ. 1, σ. 436/437.

[47] SAPMO-BArch, NY 4005/95, φύλ. 60/61.

[48] Internationale Presse-Korrespondenz, Αρ. 116, 25 Νοεμβρίου 1927, σ. 2586.

[49] SAPMO-BArch, NY 4005/49, φύλ. 37, 128/129 και 142/143.


Πηγή: GeschichtsKorrespondenz, τεύχ. 3/13, Ιούλιος/Αύγουστος, 2007.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.