Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Γράμματα για την τακτική



Η επανάσταση δεν είναι μονόπρακτο. Αν θέλει να κατανοήσει κανείς την Οκτωβριανή Επανάσταση οφείλει να μελετήσει προσεκτικά όλη την κατάσταση που προηγήθηκε πολύ πριν την κατάληψη της εξουσίας και, ασφαλώς, μετά από αυτήν. Στο κείμενο τούτο ο Λένιν επιχειρηματολογεί, προσπαθώντας να πείσει ακόμη και αρκετούς από τους συντρόφους του για τις «Θέσεις του Απρίλη». Επρόκειτο για ένα προτσές έντονων και ανοιχτών αντιπαραθέσεων (ΠΓ).

του Βλαντίμιρ Ι. Λένιν


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στις 4 του Απρίλη 1917 είχα την ευκαιρία να μιλήσω στην Πετρούπολη πάνω στο θέμα που αναφέρεται στον τίτλο πρώτα σε συνέλευση των μπολσεβίκων. Ήταν αντιπρόσωποι της Πανρωσικής Σύσκεψης των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, αντιπρόσωποι που έπρεπε να φύγουν για τα μέρη τους και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να μου δώσουν καμιά αναβολή. Όταν τέλειωσε η συνέλευση, ο προϊστάμενός της, σ. Γκ. Ζινόβιεφ, μου πρότεινε, από μέρους όλης της συνέλευσης, να επαναλάβω την εισήγηση αμέσως σε κοινή συνέλευση των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων αντιπροσώπων, που ήθελαν να συζητήσουν το ζήτημα της ένωσης του ΣΔΕ Κόμματος της Ρωσίας [1].

Όσο και αν μου ήταν δύσκολο να επαναλάβω την εισήγησή μου αμέσως, νόμισα πως δεν είχα το δικαίωμα να αρνηθώ, μια και μου το ζητούσαν και οι ομοϊδεάτες μου και οι μενσεβίκοι, που εξαιτίας της αναχώρησής τους δεν μπορούσαν πραγματικά να μου δώσουν αναβολή.

Στην εισήγηση διάβασα τις θέσεις μου που δημοσιεύτηκαν στην «Πράβντα», αρ. φύλ. 26 της 7 του Απρίλη 1917 [1*].

Και οι θέσεις και η εισήγησή μου προκάλεσαν διαφωνίες ανάμεσα και στους ίδιους τους μπολσεβίκους και στην ίδια τη Σύνταξη της «Πράβντα». Ύστερα από μια σειρά συσκέψεις καταλήξαμε ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι είναι σκοπιμότερο να συζητήσουμε αυτές τις διαφωνίες ανοιχτά, δίνοντας έτσι υλικό για την πανρωσική συνδιάσκεψη του Κόμματός μας (του ΣΔΕ Κόμματος της Ρωσίας, του ενωμένου από την Κεντρική Επιτροπή), που συνέρχεται στην Πετρούπολη στις 20 του Απρίλη 1917.

Εκτελώντας αυτήν ακριβώς την απόφαση για τη συζήτηση, δημοσιεύω τα παρακάτω γράμματα, χωρίς να προβάλλω την αξίωση ότι αυτά αποτελούν ολόπλευρη μελέτη του ζητήματος, αλλά θέλοντας μόνο να σημειώσω τα κύρια επιχειρήματα που είναι ιδιαίτερα ουσιώδη για τα πρακτικά καθήκοντα του κινήματος της εργατικής τάξης.



ΓΡΑΜΜΑ Ι

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

Ο μαρξισμός απαιτεί από μας τον πιο ακριβή, αντικειμενικά επαληθεύσιμο υπολογισμό του συσχετισμού των τάξεων και των συγκεκριμένων ιδιομορφιών της κάθε ιστορικής στιγμής. Εμείς, οι μπολσεβίκοι, προσπαθούσαμε να είμαστε πάντοτε πιστοί σ’ αυτή την απαίτηση, που είναι απόλυτα υποχρεωτική από την άποψη κάθε επιστημονικής θεμελίωσης της πολιτικής.

«Η διδασκαλία μας δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση» [2], -έτσι έλεγαν πάντα ο Μαρξ και ο Ένγκελς, που δίκαια ειρωνεύονταν την αποστήθιση και την απλή επανάληψη «διατυπώσεων», ικανών στην καλύτερη περίπτωση μόνο να προδιαγράφουν τα γενικά καθήκοντα, που τροποποιούνται αναπόφευκτα από τη συγκεκριμένη οικονομική και πολιτική κατάσταση της κάθε ιδιαίτερης περιόδου του ιστορικού προτσές.

Από ποια λοιπόν αντικειμενικά γεγονότα, με ακρίβεια διαπιστωμένα, πρέπει να καθοδηγείται σήμερα το κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου για τον καθορισμό των καθηκόντων και των μορφών της δράσης του;

Και στο πρώτο μου «Γράμμα από μακριά» («Το πρώτο στάδιο της πρώτης επανάστασης»), που δημοσιεύτηκε στην «Πράβντα», αρ. φύλ. 14 και 15, της 21 και 22 του Μάρτη 1917, και στις θέσεις μου καθορίζω την «ιδιομορφία της τρέχουσας στιγμής στη Ρωσία», σαν περιόδου  π ε ρ ά σ μ α τ ο ς  από το πρώτο στάδιο της επανάστασης στο δεύτερο. Και γι’ αυτό βασικό σύνθημα, «καθήκον της ημέρας» γι’  α υ τ ή  τη στιγμή θεωρούσα: «εργάτες, δείξατε θαύματα προλεταριακού, λαϊκού ηρωισμού στον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στον τσαρισμό, πρέπει να δείξετε θαύματα προλεταριακής και παλλαϊκής οργάνωσης, για να προετοιμάσετε τη νίκη σας στο δεύτερο στάδιο της επανάστασης» («Πράβντα»), αρ. φύλ. 15).

Σε τι συνίσταται λοιπόν το πρώτο στάδιο;

Στο πέρασμα της κρατικής εξουσίας στην αστική τάξη.

Ως την επανάσταση του Φλεβάρη-Μάρτη 1917 η κρατική εξουσία στη Ρωσία βρισκόταν στα χέρια μιας παλιάς τάξης, δηλαδή της τάξης των φεουδαρχών-ευγενών-τσιφλικάδων, με επικεφαλής τον Νικόλαο Ρομανόφ.

Ύστερα από αυτή την επανάσταση, η εξουσία βρίσκεται στα χέρια μιας άλλης, νέας τάξης, δηλαδή της αστικής τάξης

Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια μιας  τ ά ξ η ς  στα χέρια μιας άλλης είναι το πρώτο, το κύριο, το βασικό γνώρισμα της επανάστασης, τόσο με την αυστηρά-επιστημονική, όσο και με την πρακτικά-πολιτική σημασία αυτής της έννοιας.

Μ’ αυτή την έννοια η αστική ή αστικοδημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία τελείωσε.

Στο σημείο αυτό ακούμε το θόρυβο των διαφωνούντων, που πρόθυμα αυτοαποκαλούνται «παλιοί μπολσεβίκοι»: δεν λέγαμε λοιπόν πάντα πως η αστικοδημοκρατική επανάσταση τελειώνει μόνο με την «επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς»; Μήπως η αγροτική επανάσταση, που είναι επίσης αστικοδημοκρατική, τελείωσε; Μήπως, απεναντίας, δεν είναι γεγονός πως η επανάσταση αυτή ούτε άρχισε καν;

Απαντώ: γενικά τα μπολσεβίκικα συνθήματα και ιδέες έχουν επιβεβαιωθεί πλήρως από την ιστορία, συγκεκριμένα όμως τα πράγματα διαμορφώθηκαν διαφορετικά απ’ ό,τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς (οποιοσδήποτε και αν ήταν), πιο πρωτότυπα, πιο ιδιόμορφα, πιο ποικιλόμορφα.

Το να αγνοείς, το να ξεχνάς αυτό το γεγονός θα σήμαινε να εξομοιώνεσαι με εκείνους τους «παλιούς μπολσεβίκους», που πολλές ήδη φορές έπαιξαν θλιβερό ρόλο στην ιστορία του Κόμματός μας, επαναλαμβάνοντας αβασάνιστα μια αποστηθισμένη διατύπωση, αντί να μελετήσουν την ιδιομορφία της νέας, της ζωντανής πραγματικότητας.

Η «επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» έχει ήδη πραγματοποιηθεί [2*] στη ρωσική επανάσταση, γιατί η «διατύπωση» αυτή προβλέπει μόνο το συσχετισμό των τάξεων και όχι το συγκεκριμένο πολιτικό θεσμό,  π ο υ  π ρ α γ μ α τ ώ ν ε ι  αυτό το συσχετισμό, αυτή τη συνεργασία. Το «Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών» -να η πραγματοποιημένη ήδη από τη ζωή «επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς».

Η διατύπωση αυτή πάλιωσε πια. Η ζωή την έβγαλε από το βασίλειο των διατυπώσεων και την έμπασε στο βασίλειο της πραγματικότητας, της έδωσε σάρκα και οστά, τη συγκεκριμενοποίησε και έτσι την τροποποίησε.

Στην ημερήσια διάταξη μπήκε ήδη ένα διαφορετικό, ένα νέο καθήκον: η διάσπαση στο εσωτερικό αυτής της δικτατορίας ανάμεσα στα προλεταριακά στοιχεία (αντιαμυνίτικα, διεθνιστικά, «κομμουνιστικά», που είναι υπέρ του περάσματος στην κομμούνα) και στα μικρονοικοκυρίστικα ή μικροαστικά (Τχεΐτζε, Τσερετέλι, Στεκλόφ, σοσιαλεπαναστάτες κτλ. κτλ. επαναστάτες αμυνίτες, αντίπαλοι του κινήματος που ακολουθεί το δρόμο προς την κομμούνα, οπαδοί της «υποστήριξης» της αστικής τάξης και της αστικής κυβέρνησης).

Όποιος μιλάει σήμερα μόνο για «επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», αυτός έμεινε πίσω από τη ζωή και για το λόγο αυτό πέρασε στην πράξη με το μέρος των μικροαστών ενάντια στην προλεταριακή ταξική πάλη, αυτόν πρέπει να παραδώσουμε στο αρχείο των «μπολσεβίκικων» προεπαναστατικών σπάνιων αντικειμένων (μπορούμε να το ονομάσουμε: αρχείο «παλιών μπολσεβίκων»).

Η επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς πραγματοποιήθηκε ήδη, αλλά εξαιρετικά πρωτότυπα, με μια σειρά εξαιρετικά σπουδαίες τροποποιήσεις. Γι’ αυτές θα μιλήσω ιδιαίτερα σε ένα από τα κατοπινά γράμματά μου. Τώρα είναι απαραίτητο να κάνουμε κτήμα μας τούτη την αναντίρρητη αλήθεια, ότι ο μαρξιστής πρέπει να παίρνει υπόψη του τη ζωντανή πραγματικότητα, τα ακριβή γεγονότα της πραγματικότητας και όχι να εξακολουθεί να αγκιστρώνεται από τη θεωρία του χθες, που, όπως και κάθε θεωρία, στην καλύτερη περίπτωση προδιαγράφει απλώς το βασικό, το γενικό, πλησιάζει απλώς στη σύλληψη της πολυπλοκότητας της ζωής.

«Γκρίζα η κάθε θεωρία, φίλε μου ακριβέ, το χρυσοδέντρι της ζωής πράσινο θάλλει» [3].

Όποιος βάζει με τον παλιό τρόπο το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικής επανάστασης, αυτός θυσιάζει το ζωντανό μαρξισμό στο νεκρό γράμμα.

Κατά την παλιά αντίληψη προκύπτει πως: ύστερα από την κυριαρχία της αστικής τάξης, μπορεί και πρέπει να ακολουθήσει η κυριαρχία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, η δικτατορία τους.

Στη ζωντανή όμως πραγματικότητα τα πράγματα ήρθαν ήδη  δ ι α φ ο ρ ε τ ι κ ά: προέκυψε μια εξαιρετικά πρωτότυπη, νέα, πρωτοείδωτη σύμπλεξη του ενός με το άλλο. Υπάρχουν δίπλα, μαζί, ταυτόχρονα και η κυριαρχία της αστικής τάξης (η κυβέρνηση Λβοφ και Γκουτσκόφ) και η επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που παραδίνει  θ ε λ η μ α τ ι κ ά  την εξουσία στην αστική τάξη, που μετατρέπεται θεληματικά σε εξάρτημά της.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ουσιαστικά στην Πετρούπολη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών˙ ότι η νέα κυβέρνηση δεν ασκεί και ούτε μπορεί ν’ ασκήσει πάνω τους βία, επειδή δεν υπάρχει ούτε αστυνομία, ούτε χωρισμένος από το λαό στρατός, ούτε πανίσχυρη υπαλληλία που να στέκεται πάνω από το λαό. Αυτό είναι γεγονός. Πρόκειται ακριβώς για ένα γεγονός που είναι χαρακτηριστικό για ένα κράτος τύπου Κομμούνας του Παρισιού. Το γεγονός αυτό δεν χωράει παλιά σχήματα. Πρέπει να ξέρει κανείς να προσαρμόζει τα σχήματα στη ζωή και όχι να επαναλαμβάνει λέξεις για «δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» γενικά, λέξεις που έχασαν κάθε νόημα.

Για να φωτίσουμε καλύτερα το ζήτημα, ας το εξετάσουμε από μιαν άλλη πλευρά.

Ο μαρξιστής δεν πρέπει να ξεφεύγει από την ακριβή βάση της ανάλυσης των ταξικών σχέσεων. Στην εξουσία βρίσκεται η αστική τάξη. Αλλά μήπως και η μάζα των αγροτών δεν αποτελεί επίσης αστική τάξη διαφορετικού στρώματος, διαφορετικού είδους, διαφορετικού χαρακτήρα; Από πού βγαίνει ότι αυτό το στρώμα δεν μπορεί να έλθει στην εξουσία, «αποτελειώνοντας» την αστικοδημοκρατική επανάσταση; Για ποιο λόγο αυτό είναι αδύνατο;

Έτσι σκέπτονται συχνά οι παλιοί μπολσεβίκοι.

Απαντώ: αυτό είναι πολύ πιθανό. Ο μαρξιστής όμως στην εκτίμηση της στιγμής δεν πρέπει να ξεκινά από το πιθανό, αλλά από το πραγματικό.

Και η πραγματικότητα μας παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ελεύθερα εκλεγμένοι στρατιώτες και αγρότες βουλευτές συμμετέχουν ελεύθερα στη δεύτερη, την παράπλευρη κυβέρνηση και ελεύθερα τη συμπληρώνουν, την αναπτύσσουν, την ολοκληρώνουν. Και άλλο τόσο ελεύθερα παραδίνουν την εξουσία στην αστική τάξη –φαινόμενο που δεν «παραβιάζει» καθόλου τη θεωρία του μαρξισμού, γιατί εμείς ξέραμε πάντα και πολλές φορές το τονίσαμε ότι η αστική τάξη κρατιέται όχι μόνο με τη βία, αλλά και με την έλλειψη συνειδητότητας, τη ρουτίνα, την αποβλάκωση και την ανοργανωσιά των μαζών.

Και μπροστά στη σημερινή πραγματικότητα είναι στ’ αληθινά γελοίο να αγνοείς το γεγονός και να μιλάς για «πιθανότητες».

Είναι πιθανό η αγροτιά να πάρει όλη τη γη και όλη την εξουσία. Εγώ όχι μόνο δεν παραβλέπω αυτή τη δυνατότητα, δεν περιορίζω τον ορίζοντά μου μόνο στο σήμερα, αλλά διατυπώνω καθαρά και με ακρίβεια το αγροτικό πρόγραμμα, παίρνοντας υπόψη το καινούργιο φαινόμενο: την πιο βαθιά διάσπαση των εργατών γης και των φτωχών αγροτών με τους αγρότες-νοικοκυραίους.

Είναι όμως πιθανό και το άλλο: είναι πιθανό οι αγρότες να ακούσουν τις συμβουλές του μικροαστικού Κόμματος των σοσιαλεπαναστατών, που υπόκυψε στην επιρροή των αστών, πέρασε στον αμυνιτισμό και συνιστά την αναμονή ως τη Συντακτική Συνέλευση, αν και ως τώρα δεν έχει ακόμη οριστεί ούτε η ημερομηνία της σύγκλησής της! [3*]

Είναι πιθανό οι αγρότες να διατηρήσουν, να συνεχίσουν τη συμφωνία τους με την αστική τάξη, συμφωνία που την έκλεισαν τώρα μέσω των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών όχι μόνο τυπικά, μα και ουσιαστικά.

Πολλά τα πιθανά. Θα ήταν σοβαρότατο λάθος να ξεχνάμε το αγροτικό κίνημα και το αγροτικό πρόγραμμα. Θα ήταν όμως εξίσου λάθος να ξεχνάμε την πραγματικότητα που μας παρουσιάζει το γεγονός της συμφωνίας –ή, για να χρησιμοποιήσω μια πιο ακριβή, λιγότερο νομική και περισσότερο οικονομικοταξική έκφραση- το γεγονός της ταξικής συνεργασίας της αστικής τάξης και της αγροτιάς.

Όταν το γεγονός αυτό πάψει να είναι γεγονός, όταν η αγροτιά ξεκόψει από την αστική τάξη, όταν πάρει τη γη παρά τη θέληση της αστικής τάξης, όταν πάρει την εξουσία ενάντια στην αστική τάξη – τότε αυτό θα είναι ένα νέο στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, και γι’ αυτό θα γίνει λόγος ιδιαίτερα.

Ο μαρξιστής που, εξαιτίας της δυνατότητας ενός τέτοιου μελλοντικού σταδίου, θα ξεχνούσε τις υποχρεώσεις του σήμερα, τώρα που η αγροτιά συμφωνεί με την αστική τάξη, θα μεταβαλλόταν σε μικροαστό. Επειδή στην πράξη θα καλλιεργούσε στο προλεταριάτο την εμπιστοσύνη προς τους μικροαστούς («οι μικροαστοί αυτοί, η αγροτιά αυτή πρέπει να αποσπαστεί από την αστική τάξη ακόμη μέσα στα πλαίσια της αστικοδημοκρατικής επανάστασης»). Ο μαρξιστής αυτός, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου και ωραίου μέλλοντος, τότε που η αγροτιά  δ ε ν  θα είναι ουρά της αστικής τάξης, και οι εσέροι, οι Τσχεΐτζε, οι Τσερετέλι και οι Στεκλόφ  δ ε ν  θα είναι εξάρτημα της αστικής κυβέρνησης, εξαιτίας της «δυνατότητας» ενός ευχάριστου μέλλοντος, θα ξεχνούσε  τ ο  δ υ σ ά ρ ε σ τ ο  π α ρ ό ν, τώρα που η αγροτιά παραμένει ακόμη ουρά της αστικής τάξης και οι σοσιαλεπαναστάτες και οι σοσιαλδημοκράτες δεν παραιτούνται ακόμη από το ρόλο του εξαρτήματος της αστικής κυβέρνησης, από το ρόλο της αντιπολίτευσης της «αυτού μεγαλειότητας» [4] του Λβοφ.

Ο άνθρωπος που υποθετικά πήραμε θα έμοιαζε με έναν γλυκανάλατο Λουί Μπλαν, με έναν γλυκερό καουτσκιστή, αλλά σε καμιά περίπτωση με επαναστάτη μαρξιστή.

Δεν μας απειλεί τάχα ο κίνδυνος να πέσουμε στον υποκειμενισμό, να θέλουμε να «υπερπηδήσουμε» μια μη ολοκληρωμένη επανάσταση αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, που δεν έχει ξεπεράσει ακόμη το αγροτικό κίνημα – για να φτάσουμε στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Αν έλεγα: «δίχως τσάρο, και κυβέρνηση εργατική» [5] –ο κίνδυνος αυτός θα με απειλούσε. Εγώ όμως  δ ε ν  είπα αυτό, εγώ είπα άλλο. Είπα πως στη Ρωσία δεν μπορεί να υπάρχει άλλη κυβέρνηση (εξαιρώντας την αστική) εκτός από τα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των στρατιωτών και των αγροτών βουλευτών. Είπα ότι τώρα η εξουσία στη Ρωσία μπορεί να περάσει από τον Γκουτσκόφ και τον Λβοφ μόνο σ’ αυτά τα Σοβιέτ, και σ’ αυτά επικρατεί ακριβώς η αγροτιά, επικρατούν οι στρατιώτες, επικρατούν οι μικροαστοί, για να εκφραστούμε με επιστημονικό, μαρξιστικό όρο, χρησιμοποιώντας όχι το συνηθισμένο, όχι το μικροαστικό, όχι τον επαγγελματικό, μα τον ταξικό χαρακτηρισμό.

Στις θέσεις μου ασφάλισα απόλυτα τον εαυτό μου από κάθε υπερπήδηση του αγροτικού ή γενικά του μικροαστικού κινήματος, που δεν έχει φτάσει στο τέρμα του, από κάθε παιχνίδι «κατάληψης της εξουσίας» από εργατική κυβέρνηση, από κάθε μπλανκιστικό τυχοδιωκτισμό, επειδή αναφέρθηκα απευθείας στην πείρα της Κομμούνας του Παρισιού. Και η πείρα αυτή, όπως είναι γνωστό και όπως το έδειξε λεπτομερειακά ο Μαρξ το 1871 και ο Ένγκελς το 1891 [6], απόκλεισε εντελώς τον μπλανκισμό και εξασφάλισε απόλυτα την απευθείας, άμεση και απεριόριστη κυριαρχία της πλειοψηφίας και τη δραστηριότητα των μαζών μόνο στο βαθμό της συνειδητής δράσης της ίδιας της πλειοψηφίας.

Στις θέσεις συνόψισα εντελώς συγκεκριμένα όλο το ζήτημα στην πάλη για την απόκτηση επιρροής  μ έ σ α  στα Σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης, των αγροτών και των στρατιωτών βουλευτών. Για να μην αφήσω ούτε ίχνος αμφιβολίας πάνω σ’ αυτό, δυό φορές υπογράμμισα στις θέσεις την ανάγκη της υπομονετικής, επίμονης, της «προσαρμοζόμενης στις  π ρ α κ τ ι κ έ ς  ανάγκες των μαζών» «διαφωτιστικής» δουλειάς.

Οι αμαθείς είτε οι αποστάτες του μαρξισμού, σαν τον κ. Πλεχάνοφ κτλ, μπορούν να φωνάζουν για αναρχισμό, μπλανκισμό κτλ. Όποιος θέλει να σκέπτεται και να μαθαίνει, αυτός δεν μπορεί παρά να καταλάβει ότι ο μπλανκισμός είναι κατάληψη της εξουσίας από μια μειοψηφία, ενώ τα Σοβιέτ των εργατών κτλ βουλευτών είναι αναμφισβήτητα μια απευθείας και άμεση οργάνωση της πλειοψηφίας του λαού. Η δουλειά που έχει αναχθεί στην πάλη για την απόκτηση επιρροής μέσα σ’ αυτά τα Σοβιέτ δεν μπορεί, με κανένα τρόπο δεν μπορεί, να κατρακυλήσει στο βάλτο του μπλανκισμού. Και δεν μπορεί να κατρακυλήσει στο βάλτο του αναρχισμού, γιατί ο αναρχισμός είναι άρνηση της αναγκαιότητας του κράτους και της κρατικής εξουσίας για την εποχή  τ ο υ  π ε ρ ά σ μ α τ ο ς  από την κυριαρχία της αστικής τάξης στην κυριαρχία του προλεταριάτου. Εγώ όμως με σαφήνεια, που αποκλείει κάθε δυνατότητα παρεξηγήσεων, υποστηρίζω την αναγκαιότητα του κράτους γι’ αυτή την εποχή, αλλά, σύμφωνα με τον Μαρξ και την πείρα της Κομμούνας του Παρισιού, όχι του συνηθισμένου κοινοβουλευτικού-αστικού κράτους, παρά ενός κράτους δίχως τακτικό στρατό, δίχως αστυνομία αντίθετη στο λαό, δίχως τοποθετημένη πάνω από το λαό υπαλληλοκρατία.

Αν ο κ. Πλεχάνοφ στη «Γεντίνστβο» του φωνάζει με όλη του τη δύναμη για αναρχισμό, μ’ αυτό αποδείχνει απλώς για μια ακόμη φορά ότι ξέκοψε από το μαρξισμό. Στην πρόκληση που του έκανα από την «Πράβντα» (αρ. φύλ. 26) να μας πει, τι δίδασκαν για το κράτος ο Μαρξ και ο Ένγκελς το 1871, το 1872, 1875, ο κ. Πλεχάνοφ είναι και θα είναι αναγκασμένος να απαντήσει με σιωπή πάνω στην ουσία του ζητήματος και με κραυγές, σαν αυτές που συνηθίζει η μανιασμένη αστική τάξη.

Ο πρώην μαρξιστής κ. Πλεχάνοφ δεν κατάλαβε καθόλου τη μαρξιστική διδασκαλία για το κράτος. Εξάλλου τα σπέρματα αυτής της μη κατανόησης τα βλέπει κανείς και στη γερμανική μπροσούρα του για τον αναρχισμό [7].

* * *

Ας δούμε τώρα πως διατυπώνει ο σ. Γ. Κάμενεφ στο σχόλιό του στην «Πράβντα», αρ. φύλ. 27, τις «διαφωνίες» του με τις θέσεις μου και με τις απόψεις που ανάπτυξα παραπάνω. Αυτό θα μας βοηθήσει να τις ξεκαθαρίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια.

«Όσο για το γενικό σχήμα του σ. Λένιν –γράφει ο σ. Κάμενεφ- μας φαίνεται απαράδεκτο, εφόσον ξεκινά από το ότι θεωρεί την αστικοδημοκρατική επανάσταση  τ ε λ ε ι ω μ έ ν η  και υπολογίζει στην άμεση μετεξέλιξή της σε σοσιαλιστική…»

Εδώ υπάρχουν δυό μεγάλα λάθη.

Πρώτο. Το ζήτημα του «αποτελειωμού» της αστικοδημοκρατικής επανάστασης τοποθετήθηκε λαθεμένα. Στο ζήτημα αυτό δόθηκε μια αφηρημένη, απλή, μονόχρωμη, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, τοποθέτηση, που δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα. Όποιος βάζει το ζήτημα έτσι, όποιος ρωτάει σήμερα: «τέλειωσε άραγε η αστικοδημοκρατική επανάσταση;»  κ α ι  σ τ α μ α τ ά  ε δ ώ –αυτός στερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να καταλάβει την εξαιρετικά πολύπλοκη, τουλάχιστο «δίχρωμη» πραγματικότητα. Αυτό στη θεωρία. Και στην πράξη παραδίνεται ανίσχυρος στη μικροαστική επαναστατικότητα.

Και στ’ αλήθεια. Η πραγματικότητα μας δείχνει και πέρασμα της εξουσίας στην αστική τάξη («τελειωμένη» αστικοδημοκρατική επανάσταση συνηθισμένου τύπου) και ύπαρξη, πλάι στην πραγματική κυβέρνηση, μιας άλλης παράπλευρης κυβέρνησης, που αποτελεί «επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Αυτή η τελευταία «παρακυβέρνηση» παραχώρησε μόνη της την εξουσία στην αστική τάξη, μόνη της προσδέθηκε στην αστική κυβέρνηση.

Αγκαλιάζει άραγε αυτή την πραγματικότητα η παλαιομπολσεβίκικη διατύπωση του σ. Κάμενεφ: «η αστικοδημοκρατική κυβέρνηση δεν έχει τελειώσει»;

Όχι. Η διατύπωση έχει παλιώσει. Είναι εντελώς άχρηστη. Νεκρή. Οι προσπάθειες να την αναστήσουν θα είναι μάταιες.

Δεύτερο. Ζήτημα πρακτικό. Είναι άγνωστο, αν μπορεί τώρα να υπάρξει ακόμη στη Ρωσία μια ιδιαίτερη «επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» ξεκομμένη από την αστική κυβέρνηση. Και δεν επιτρέπεται να βασίζουμε τη μαρξιστική τακτική στο άγνωστο.

Αν όμως αυτό μπορεί ακόμη να συμβεί, τότε ο δρόμος που οδηγεί σ’ αυτό είναι ένας και μόνο ένας: άμεσος, αποφασιστικός, αμετάκλητος διαχωρισμός των προλεταριακών, κομμουνιστικών στοιχείων του κινήματος από τα μικροαστικά.

Γιατί;

Επειδή όλη η μικροαστική μάζα στράφηκε, όχι τυχαία, μα αναγκαστικά προς το σωβινισμό (= αμυνιτισμό), προς την «υποστήριξη» της αστικής τάξης, προς την εξάρτηση από αυτή, προς το φόβο να μείνει χωρίς αυτή κτλ. κτλ.

Πως μπορεί κανείς να «σπρώξει» τους μικροαστούς στην εξουσία, όταν οι μικροαστοί αυτοί μπορούν τώρα κιόλας να την πάρουν, μα δεν θέλουν;

Μόνο με το διαχωρισμό του προλεταριακού, κομμουνιστικού κόμματος, με την  α π α λ λ α γ μ έ ν η  από την ατολμία αυτών των μικροαστών προλεταριακή ταξική πάλη. Μόνο η συσπείρωση των προλετάριων, απαλλαγμένων στην πράξη και όχι στα λόγια από την επιρροή των μικροαστών, είναι ικανή να κάνει τόσο «πυρακτωμένο» το έδαφος κάτω από τα πόδια των μικροαστών, που να αναγκαστούν, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να πάρουν την εξουσία˙ δεν αποκλείεται μάλιστα, οι Γκουτσκόφ και Μιλιουκόφ –και πάλι κάτω από ορισμένες περιστάσεις- να ταχθούν υπέρ της παντοκρατορίας του Τσχεΐτζε, του Τσερετέλι, των σοσιαλεπαναστατών, του Στεκλόφ, γιατί όπως και να είναι «αμυνίτες» είναι!

Εκείνος που ξεχωρίζει τώρα κιόλας, αμέσως και αμετάκλητα, τα προλεταριακά στοιχεία των Σοβιέτ (δηλ. το προλεταριακό, κομμουνιστικό, κόμμα) από τα μικροαστικά, αυτός εκφράζει σωστά τα συμφέροντα του κινήματος και για τις δυό πιθανές περιπτώσεις: και για την περίπτωση που η Ρωσία θα ζήσει ακόμη μια ιδιαίτερη, ανεξάρτητη, όχι υποταγμένη στην αστική τάξη «δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», και για την περίπτωση που οι μικροαστοί δεν θα μπορέσουν να αποσπαστούν από την αστική τάξη και θα ταλαντεύονται αιώνια (δηλ. ως το σοσιαλισμό) ανάμεσα σ’ αυτή και σε μας.

Όποιος καθοδηγείται στη δράση του μόνο από τη διατύπωση: «η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει τελειώσει», είναι σαν να εγγυάται έτσι πως οι μικροαστοί είναι ασφαλώς ικανοί να τραβήξουν ανεξάρτητα από την αστική τάξη. Αυτός παραδίνεται έτσι ανίσχυρος τη στιγμή αυτή στο έλεος των μικροαστών.

Με την ευκαιρία. Σχετικά με τον «τύπο» δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς δεν θα πείραζε πάντως να θυμηθούμε ότι στις «Δυό τακτικές» (Ιούλης 1905) υπογράμμιζα ειδικά (σ. 435 στο «Μέσα σε 12 χρόνια»):

«Η επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς έχει, όπως καθετί στον κόσμο, παρελθόν και μέλλον. Το παρελθόν της είναι η απολυταρχία, η δουλοπαροικία, η μοναρχία, τα προνόμια… Το μέλλον της είναι ο αγώνας ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία, ο αγώνας του μισθωτού εργάτη ενάντια στο αφεντικό, ο αγώνας για το σοσιαλισμό…».

Το λάθος του σ. Κάμενεφ είναι ότι αυτός και στα 1917 βλέπει μόνο το παρελθόν της επαναστατικής-δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Ενώ στην πράξη άρχισε ήδη γι’ αυτή το μέλλον, γιατί τα συμφέροντα και η πολιτική του μισθωτού εργάτη και του νοικοκυράκου στην πράξη έχουν ήδη χωρίσει, και μάλιστα σ’ ένα τόσο σπουδαιότατο ζήτημα, όπως ο «αμυνιτισμός», όπως η στάση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Και δω έφτασα στο δεύτερο λάθος του συλλογισμού του σ. Κάμενεφ, που ανάφερα. Με κατηγορεί ότι το σχήμα μου είναι «υπολογισμένο» στην «άμεση μετεξέλιξη αυτής της (αστικοδημοκρατικής) επανάστασης σε σοσιαλιστική.

Αυτό δεν είναι σωστό. Εγώ όχι μόνο δεν «υπολογίζω» στην «άμεση μετεξέλιξη» της επανάστασης σε σοσιαλιστική, αλλά και εφιστώ άμεσα την προσοχή ενάντια σ’ αυτό, δηλώνω ανοιχτά στη θέση αρ. 8: «… Όχι “εφαρμογή” του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον μας…»

Δεν είναι λοιπόν φανερό ότι ένας άνθρωπος που υπολογίζει στην άμεση μετεξέλιξη της επανάστασής μας σε σοσιαλιστική, δεν θα μπορούσε να ταχθεί ενάντια στην εισαγωγή του σοσιαλισμού σαν άμεσο καθήκον;

Και όχι μόνο αυτό. Στη Ρωσία δεν είναι δυνατό να εισαγάγουμε «αμέσως» ακόμη και ένα «κράτος-κομμούνα» (δηλ. κράτος οργανωμένο σύμφωνα με τον τύπο της Κομμούνας του Παρισιού), επειδή γι’ αυτό είναι απαραίτητο η πλειοψηφία των βουλευτών σε όλα (ή στα περισσότερα) Σοβιέτ να καταλάβει καλά πόσο λαθεμένη και πόσο επιζήμια είναι η τακτική και η πολιτική των εσέρων, των Τσχεΐτζε, Στεκλόφ κτλ. Κι εγώ δήλωσα εντελώς συγκεκριμένα ότι στον τομέα αυτό «υπολογίζω» μόνο στην «υπομονετική» εξήγηση (χρειάζεται άραγε να είναι κανείς υπομονετικός, για να πετύχει μια αλλαγή, που μπορεί να την πραγματοποιήσει «αμέσως»;)!

Ο σ. Κάμενεφ επιτέθηκε λιγάκι «ανυπόμονα» και επανέλαβε τη μικροαστική πρόληψη σχετικά με την Κομμούνα του Παρισιού, ότι τάχα ήθελε να εισαγάγει «αμέσως» το σοσιαλισμό. Αυτό δεν είναι σωστό. Η Κομμούνα, δυστυχώς, αργοπόρησε πολύ στην εφαρμογή του σοσιαλισμού. Η πραγματική ουσία της Κομμούνας δεν βρίσκεται εκεί που την αναζητούν συνήθως οι αστοί, αλλά στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου τύπου κράτους. Και ένα τέτοιο κράτος έχει  ή δ η  γεννηθεί στη Ρωσία, είναι τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών!

Ο σ. Κάμενεφ δεν βάθυνε στο γεγονός, στη σημασία των Σοβιέτ που υπάρχουν, στο ότι σύμφωνα με τον τύπο τους, σύμφωνα με τον κοινωνικοπολιτικό τους χαρακτήρα είναι ταυτόσημα με το κράτος της Κομμούνας, και αντί να μελετήσει το γεγονός, άρχισε να μιλάει για ένα ζήτημα, που εγώ το «θεωρώ» τάχα σαν ζήτημα του άμεσου μέλλοντος. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, ήταν να επαναληφθεί η μέθοδος πολλών αστών: αποσπούν την προσοχή από το ζήτημα τι είναι τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, αν είναι ανώτερος τύπος από την κοινοβουλευτική δημοκρατία, χρησιμότερα για το λαό, δημοκρατικότερα, καταλληλότερα για την αντιμετώπιση, λ.χ., της έλλειψης ψωμιού κτλ., αποσπούν την προσοχή απ’ αυτό το φλέγον, το ουσιαστικό ζήτημα, που το έβαλε στην ημερήσια διάταξη η ζωή, και τη στρέφουν στο κούφιο, δήθεν επιστημονικό, μα στην πραγματικότητα χωρίς περιεχόμενο και δασκαλίστικα-νεκρό ζήτημα του «υπολογισμού μιας άμεσης μετεξέλιξης».

Κούφιο, λαθεμένα τοποθετημένο ζήτημα. Εγώ «υπολογίζω» μόνο στο ότι, αποκλειστικά στο ότι οι εργάτες, οι στρατιώτες και οι αγρότες θα τα βγάλουν πέρα με τα δύσκολα πρακτικά ζητήματα της αύξησης της παραγωγής σιτηρών, της καλύτερης διανομής τους, του καλύτερου εφοδιασμού των στρατιωτών κτλ. κτλ. καλύτερα από τους δημοσίους υπαλλήλους, καλύτερα από τους αστυνομικούς.

Πιστεύω ακράδαντα ότι τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών θα εξασφαλίσουν γρηγορότερα και καλύτερα την αυτοτέλεια της μάζας του λαού απ’ ό,τι η κοινοβουλευτική δημοκρατία (για τη σύγκριση των δυό τύπων κράτους θα γίνει λόγος λεπτομερέστερα σε άλλο γράμμα). Τα Σοβιέτ θα κρίνουν καλύτερα, πρακτικότερα, σωστότερα, πως μπορούν να γίνουν, και ποια ακριβώς  β ή μ α τ α  μπορούν να γίνουν προς το σοσιαλισμό. Ο έλεγχος των τραπεζών, η συγχώνευση όλων των τραπεζών σε μια, δεν είναι ακόμη σοσιαλισμός, αλλά βήμα προς το σοσιαλισμό. Τέτοια βήματα κάνουν σήμερα ο γιούνκερ και ο αστός στη Γερμανία ενάντια στο λαό. Αύριο το Σοβιέτ των στρατιωτών και εργατών βουλευτών θα μπορέσει να τα κάνει πολύ καλύτερα για όφελος του λαού, αν θα έχει στα χέρια του όλη τη κρατική εξουσία.

Και τι είναι εκείνο που  ε π ι β ά λ λ ε ι  αυτά τα βήματα;

Η πείνα. Η εξάρθρωση της οικονομίας. Η απειλή της χρεοκοπίας. Οι φρίκες του πολέμου. Οι φοβερές πληγές που προξενεί ο πόλεμος στην ανθρωπότητα.

Ο σ. Κάμενεφ τελειώνει το σχόλιό του με τη δήλωση ότι «ελπίζει σε πλατιά συζήτηση να υπερασπιστεί την άποψή του σαν τη μοναδικά δυνατή για την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία, εφόσον αυτή θέλει και πρέπει να παραμείνει ως το τέλος κόμμα των επαναστατικών μαζών του προλεταριάτου και δεν θέλει να μετατραπεί σε ομάδα προπαγανδιστών-κομμουνιστών».

Μου φαίνεται πως στα λόγια αυτά διαφαίνεται μια πολύ λαθεμένη εκτίμηση της στιγμής. Ο σ. Κάμενεφ αντιπαραθέτει το «κόμμα των μαζών» στην «ομάδα των προπαγανδιστών». Μα οι «μάζες» είναι ακριβώς που παρασύρθηκαν τώρα από τη μέθη του «επαναστατικού» αμυνιτισμού. Δεν θα ήταν άραγε πολύ καλύτερα και για τους διεθνιστές να ξέρουν σε μια τέτοια στιγμή να αντιστέκονται στη «μαζική» μέθη, παρά να «θέλουν να μείνουν» με τις μάζες, δηλ. να παρασυρθούν από το γενικό ρεύμα; Δεν είδαμε μήπως πως οι σοβινιστές σε όλες τις εμπόλεμες ευρωπαϊκές χώρες δικαιολογούσαν τον εαυτό τους με την επιθυμία «να μείνουν με τις μάζες»; Δεν είναι μήπως υποχρεωτικό να ξέρει κανείς για ένα χρονικό διάστημα να είναι μειοψηφία απέναντι στη «μαζική» μέθη; Δεν είναι μήπως η δουλειά ακριβώς των προπαγανδιστών, αυτή ακριβώς τη στιγμή, το κεντρικό σημείο για την απαλλαγή της προλεταριακής γραμμής από τη «μαζική» αμυνίτικη και μικροαστική μέθη; Η συγχώνευση ακριβώς των μαζών, και των προλεταριακών και των μη προλεταριακών, χωρίς διάκριση των ταξικών διαφορών μέσα στις μάζες, αποτέλεσε έναν από τους όρους της αμυνίτικης επιδημίας. Το να μιλάει κανείς περιφρονητικά για «ομάδα προπαγανδιστών» της προλεταριακής γραμμής δεν είναι ίσως και πολύ τιμητικό.
________

[1*] Αναδημοσιεύω αυτές τις θέσεις μαζί με σύντομες επεξηγηματικές παρατηρήσεις από το φύλλο αυτό της «Πράβντα» σαν παράρτημα τούτου του γράμματος.

[2*] Με μια ορισμένη μορφή και ως ένα ορισμένο βαθμό.

[3*] Για να μην παρερμηνεύσουν τα λόγια μου, θα προτρέξω και θα πω ευθύς αμέσως: είμαι αναντίρρητα υπέρ της άποψης να πάρουν τα  Σ ο β ι έ τ  των εργατών γης και των αγροτών  α μ έ σ ω ς  τ ώ ρ α  ό λ η  τη γη, αλλά να τηρούν αυστηρότατα  τ α  ί δ ι α  την τάξη και την πειθαρχία, να μην επιτρέπουν την παραμικρή φθορά των μηχανών, των κτιρίων και των ζώων, να μην αποδιοργανώνουν σε καμιά περίπτωση τα νοικοκυριά και την παραγωγή σιτηρών, αλλά να την  ε ν ι σ χ ύ ο υ ν, γιατί οι στρατιώτες χρειάζονται  δ ι π λ ά σ ι ο  ψωμί, και ο λαός δεν πρέπει να πεινάει.
________

  Γράφτηκε μεταξύ 8 και 13
(21 και 26 του Απρίλη 1917)


Δημοσιεύτηκε τον Απρίλη του 1917
   στην Πετρούπολη σε ξεχωριστή
μπροσούρα από το εκδοτικό «Πριμπόι»
                                   Δημοσιεύεται σύμφωνα
με το κείμενο της μπροσούρας
________

Σημειώσεις

* Η μπροσούρα του Λένιν «Γράμματα για την τακτική. Γράμμα 1ο» εκδόθηκε στην Πετρούπολη το 1917 από το μπολσεβίκικο Εκδοτικό «Πριμπόι» σε τρεις εκδόσεις. Η πρώτη έκδοση βγήκε στις 27 του Απρίλη (10 του Μάη) και αυτό δημοσιεύτηκε στην «Πράβντα» αρ. φύλ. 42. Έτσι οι αντιπρόσωποι της VII συνδιάσκεψης (του Απρίλη) του ΣΔΕΚΡ (μπ) είχαν τη δυνατότητα να γνωριστούν με το περιεχόμενό της πριν από την ψήφιση της απόφασης για την τρέχουσα στιγμή, που έγινε στις 29 του Απρίλη (12 του Μάη). Σαν παράρτημα και στις τρεις εκδόσεις της μπροσούρας δημοσιεύτηκαν οι «Θέσεις του Απρίλη» του Β. Ι. Λένιν.

[1] Στην κοινή συνέλευση των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων, που συμμετείχαν στην Πανρωσική σύσκεψη των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών παραβρέθηκαν επίσης και τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ Πετρούπολης, αντιπρόσωποι των εφημερίδων («Πράβντα», «Γεντίνστβο» «Ραμπότσαγια Γκαζέτα», «Ισβέτιγια»), η ΚΕ και η ΕΠ της Πετρούπολης του ΣΔΕΚΡ, η ΟΕ, οι σοσιαλδημοκράτες βουλευτές και από τις τέσσερις Δούμες, αντιπρόσωποι των εθνικών σοσιαλιστικών κομμάτων, τοπικοί βουλευτές.

[2] Βλ. το γράμμα του Φ. Ένγκελς στον Φ.-Α. Ζόργκε της 29 του Νοέμβρη 1886.

[3] Ο Λένιν παραθέτει εδώ τα λόγια του Μεφιστοφελή από την τραγωδία του Ι.-Β. Γκαίτε «Φάουστ» (βλ. Ι.-Β. Γκαίτε: «Φάουστ». Μέρος Ι. Σκηνή 4η. «Το γραφείο του Φάουστ»).

[4] Η έκφραση «αντιπολίτευση της αυτού μεγαλειότητας», ανήκει στον ηγέτη του Κόμματος των καντέτων –Π. Ν. Μιλιουκόφ. Στο λόγο του κατά το πρόγευμα στο λόρδο-δήμαρχο του Λονδίνου στις 19 του Ιούνη (2 του Ιούλη) 1909 ο Μιλιουκόφ δήλωσε: «ωσότου στη Ρωσία υπάρχει νομοθετικό σώμα, που ελέγχει τον προϋπολογισμό, η ρωσική αντιπολίτευση παραμένει αντιπολίτευση της αυτού μεγαλειότητας και όχι στην αυτού μεγαλειότητα» («Ρετς», αρ. φύλ. 167, 21 του Ιούνη (4 του Ιούλη) 1909).

[5] «Χωρίς τσάρο, αλλά κυβέρνηση εργατική» -αντιμπολσεβίκικο σύνθημα που προβλήθηκε για πρώτη φορά από τον Πάρβους το 1905. Το σύνθημα αυτό αποτελούσε μια από τις βασικές θέσεις της τροτσκιστικής «θεωρίας» της διαρκούς επανάστασης –επανάστασης χωρίς την αγροτιά, «θεωρίας» που αντιπαραθέτονταν στη λενινιστική θεωρία της μετεξέλιξης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική με την ηγεμονία του προλεταριάτου στο παλλαϊκό κίνημα.

[6] Βλ. Κ. Μαρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία. Διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών»˙ Φ. Ένγκελς: «Εισαγωγή» [στην εργασία του Κ. Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»] (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σ. 339-354˙ Διαλεχτά έργα σε δυό τόμους, τόμ. Ι, 1955, σ. 433-444).

[7] Ο Β. Ι. Λένιν έχει υπόψη του την εργασία του Γκ. Β. Πλεχάνοφ «Αναρχισμός και σοσιαλισμός», που πρωτοεκδόθηκε στα γερμανικά στο Βερολίνο το 1894 (βλ. G. Plechanow: «Anarchismus und Sozialismus». Berlin, Expedition des «Vorwärts», 1894, 84 S.˙ Γκ. Β. Πλεχάνοφ. Άπαντα, ρωσ. έκδ. τόμ. IV, 1925, σ. 167-248).


Πηγή: Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 31, σ. 131-144

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.