Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Νόηση



του Παναγιώτη Γαβάνα

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια προσέγγισης της έννοιας «νόηση» από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού. Συγκεκριμένα, αφορά στα ζητήματα: τι είναι η «νόηση», πως χρησιμοποιείται αυτή η έννοια και ποιες βασικές γνωσιοθεωρητικές θεωρίες αναπτύχθηκαν σχετικά με το ρόλο της νόησης στην ιστορία της φιλοσοφίας. 

Σχετικά με τη χρήση της έννοιας «νόηση»

Η έννοια «νόηση» («σκέψη») χρησιμοποιείται σε πολλές επιστήμες, κυρίως όμως από τη φιλοσοφία και τη ψυχολογία, ενώ ευρέως γίνεται χρήση της και στη καθημερινή γλώσσα. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι είναι δύσκολο να δοθεί ένας ακριβής ορισμός της. Εντούτοις, είναι δυνατό να προσδιοριστούν τουλάχιστον τέσσερα γνωσιοθεωρητικά πεδία της νόησης.

1. Ανάλογα με το χαρακτήρα των γνωσιοθεωρητικών βασικών αντιλήψεων. Εδώ έχουμε την περισσότερο σενσουαλιστική κατεύθυνση (σχετικοποίηση της διαφοράς μεταξύ νόησης και αίσθησης), την ρασιοναλιστική κατεύθυνση (απολυτοποίηση της νόησης, του λογικού, σε μοναδικό κριτήριο της αλήθειας), την αντίληψη περί περισσότερο ενεργητικής ή περισσότερο παθητικής διαδικασίας ή ακόμη και της άρνησής της γενικά, κυρίως, όμως, η διάκριση γίνεται ανάλογα με την υλιστική ή την ιδεαλιστική απάντηση που δίνεται στο βασικό γνωσιοθεωρητικό ζήτημα της φιλοσοφίας, προκύπτοντας από δω και διαφορετικές αντιλήψεις.

2. Η έννοια της «νόησης» συνδέεται με θεωρήσεις που αφορούν στην αντικειμενική πραγματικότητα και εντάσσονται στη σχέση μεταξύ γλώσσας και νόησης (σκέψης). Ο τρόπος με τον οποίο θα συλληφθεί ο χαρακτήρας και οι λειτουργίες της γλώσσας είναι αποφασιστικός και για την κατανόηση της νόησης, σε καμιά προσέγγιση, όμως, δεν γίνεται άρνηση της στενής σύνδεσης μεταξύ γλώσσας και νόησης.

3. Για την κατανόηση της νόησης ιδιαίτερα σημαντική είναι η αντίληψη των σχέσεων μεταξύ νόησης, προβλήματος / λύσης προβλημάτων και δράσης –στη δραστηριότητα, στην εργασία, στην πράξη.

4. Τέλος, ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για την κατανόηση του τι είναι νόηση, έχουν οι απαντήσεις που αφορούν στο ερώτημα: «Μπορούν να σκεφτούν οι μηχανές;». Πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά στην τεχνητή νοημοσύνη και που τις τελευταίες δεκαετίες, με την όλο και μεγαλύτερη ανάπτυξη της πληροφορικής, τίθεται διαρκώς στη συζήτηση. Στο θέμα αυτό υπάρχει μεγάλη διάσταση απόψεων όχι μόνο μεταξύ των φιλοσόφων, αλλά και των ειδικών της πληροφορικής.

Παραπέρα. Τη νόηση τη διακρίνουμε με τη στενή και την ευρεία έννοια. Η νόηση με τη στενή έννοια περιλαμβάνει όλα τα ατομικά και κοινωνικά προτσές επεξεργασίας πληροφοριών τα οποία λαμβάνουν χώρα στο γλωσσικό επίπεδο και που τις περισσότερες φορές σχετίζονται με ασκήσεις, τα οποία (προτσές) μέσω της επαγωγής, του/της σχεδιασμού/κατασκευής, της απαγωγής και της αναγωγής, της αφαίρεσης και της συγκεκριμενοποίησης, της φαντασίας και της πραγματοποίησης, προσανατολίζονται στην ταξινόμηση, στο σχηματισμό και στην ανάπτυξη εννοιών, στην αλλαγή και στην ανάπτυξη της γλώσσας, στη μάθηση και στην αποθήκευση, στο σχηματισμό και στην ανάπτυξη θεωριών, σε τελική ανάλυση, όμως, κυρίως στη λύση διαφορετικών τύπων προβλημάτων πνευματικής ή αντικειμενικής φύσης.

Η νόηση με την ευρεία έννοια περιλαμβάνει επιπλέον όλα τα ατομικά προτσές επεξεργασίας πληροφοριών, όπως, συναισθήματα και κίνητρα, καθώς και εκείνα που θεωρούνται κοινωνικές αντανακλάσεις, δηλαδή όλα τα προτσές που συχνά χαρακτηρίζονται ως «μη-νοητικά».


Η έννοια της «νόησης» από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού (γενική τοποθέτηση)

Κατά τον διαλεκτικό υλισμό η νόηση αποτελεί το ανώτατο προϊόν τής με ιδιαίτερο τρόπο οργανωμένης ύλης στη μορφή του ανθρώπινου εγκεφάλου, η οποία προέκυψε στη βάση της βιολογικής εξέλιξης υπό την ώθηση της κοινωνικής εργασίας των ανθρώπων ως αποτέλεσμα της κοινωνικής ανάπτυξης. Η νόηση αποτελεί την υψηλότερη μορφή ψυχικής δραστηριότητας του ανθρώπου, η ουσία της οποίας βρίσκεται στην εννοιολογική αντανάκλαση του γενικού, ουσιαστικού νομοτελειακού των αντικειμένων και προτσές της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η νόηση προέκυψε στο κοινωνικό προτσές εργασίας των ανθρώπων, μεταβαίνοντας σταδιακά η αρχικά εξωτερική, αντικειμενοποιημένη γνωστική δραστηριότητα στη μορφή της άμεσης ενέργειας με τα υλικά αντικείμενα σ’ ένα μακράς διάρκειας προτσές εξέλιξης, σε μια ψυχική δραστηριότητα, σε μια ενέργεια με έννοιες και γλωσσικά σύμβολα, στα οποία εκφράστηκαν και καταγράφηκαν τα αποτελέσματα της εξωτερικής, αντικειμενοποιημένης δραστηριότητας. Ως εσωτερική, ψυχική δραστηριότητα, η νόηση μπορεί να αποσπαστεί από την αισθητηριακά δοσμένη αντικειμενική πραγματικότητα, να υπερβεί τα όρια του επιμέρους αντικειμένου και να εισχωρήσει στη γνώση γενικών, αναγκαίων, ουσιαστικών συναφειών και δομών.

Η νόηση επεξεργάζεται τα υλικά της αισθητηριακής εμπειρίας στα οποία συνενώνονται γενικό και ενικό/ξεχωριστό, ουσιαστικό και ανούσιο, αναγκαίο και τυχαίο σε μια πολύχρωμη ποικιλία, από αυτή την αδιαφοροποίητη ενότητα ξεχωρίζει το γενικό, το ουσιαστικό, το νομοτελειακό, μέσα από μια σειρά αναλυτικών-συνθετικών ενεργειών, κυρίως μέσω της αφαίρεσης και της γενίκευσης και τα οριστικοποιεί σε αφηρημένες έννοιες. Η νόηση κατ’ αυτό τον τρόπο παράγει, κυρίως μέσω της αφαίρεσης και της γενίκευσης, ιδεατές απεικονίσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας στη συνείδηση του ανθρώπου. Με τη βοήθεια των εννοιών και των λογικών ενεργειών, η νόηση μπορεί να κατασκευάσει ιδεατά μοντέλα, τα οποία με τη μορφή δηλωτικών προτάσεων / συστημάτων και θεωριών αντανακλούν τις ουσιαστικές συνάφειες και τις νομοτέλειες της αντικειμενικής πραγματικότητας και ερμηνεύουν γεγονότα και προτσές στη φύση και την κοινωνία, ενώ κάνουν επίσης τεκμηριωμένες προβλέψεις για αυτές.

Η νόηση δεν αποτελεί απλά μια παθητική αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας͘ προέκυψε και εξελίσσεται διαρκώς στο προτσές της ενεργητικής αναμέτρησης του ανθρώπου με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Φέρει ενεργητικό χαρακτήρα και έχει μια σχετική αυτονομία. Η νόηση είναι σε θέση με την (καθαρή) χρήση εννοιών, προσέχοντας τους νόμους της λογικής, να καταλήξει σε νέες, αληθείς γνώσεις. «Όταν έχουμε τις προϋποθέσεις πραγματικά και εφαρμόσουμε ορθά τους νόμους της νόησης πάνω σ’ αυτές, τότε το αποτέλεσμα πρέπει να συμφωνεί με την πραγματικότητα…» [1].

Αυτή η ικανότητα της νόησης να καταλήγει σε γνώσεις, οι οποίες δεν είναι, ή δεν είναι άμεσα προσβάσιμες στην αισθητηριακή εμπειρία, δίνει τη δυνατότητα της επιστημονικής πρόβλεψης και τον σχηματισμό επιστημονικών υποθέσεων και θεωριών, οι οποίες μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε βαθύτερα και πιστότερα την αντικειμενική πραγματικότητα απ’ ότι αν αυτό συνέβαινε πάνω στη γενική βάση της αισθητηριακής εμπειρίας. Η αυτονόμηση όμως της νόησης είναι σχετική, γιατί όλη η νόηση οικοδομείται, σε τελική ανάλυση, πάνω στην αισθητηριακή εμπειρία και εξελίσσεται στο προτσές της κοινωνικής πράξης, η οποία αποτελεί και το τελευταίο κριτήριο της ορθότητάς της.


Ο εμπειρισμός και ο ρασιοναλισμός για τη νόηση

Το ζήτημα σχετικά με τις βάσεις, σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία της νόησης, συνδέεται στενά με την απάντηση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας και την εκάστοτε αντίληψη για τη συνείδηση. Ενώ ο υλισμός γενικά και ο διαλεκτικός υλισμός ιδιαίτερα βλέπει στη νόηση ένα φυσικό προτσές, μια λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου, ο ιδεαλισμός, αντίθετα, στις διάφορες παραλλαγές του, θεωρεί τη νόηση κατά κανόνα ως δραστηριότητα μιας άυλης ψυχής.

Αναφορικά με το ρόλο της νόησης στο προτσές της γνώσης, στην ιστορία της φιλοσοφίας σχηματίστηκαν δυό διαφορετικές μονόπλευρες γνωσιοθεωρητικές θεωρίες, ο εμπειρισμός και ο ρασιοναλισμός.

Ο εμπειρισμός, ο οποίος γνώρισε μια υλιστική και μια ιδεαλιστική κατεύθυνση, ξεκινά σωστά από τη θέση ότι η όλη η γνώση, σε τελική ανάλυση, πηγάζει από την αισθητηριακή εμπειρία, την άμεση θεώρηση της αντικειμενικής πραγματικότητας, δεν βλέπει όμως την ιδιαίτερη ποιότητα της νόησης, η οποία κάνει δυνατή τη γνώση του γενικού, του ουσιαστικού, του νομοτελειακού. Τις περισσότερες φορές ανάγει τη νόηση στους παραστατικούς συνειρμούς, στη σύνδεσή τους, στο χωρισμό και στη σύγκριση και, ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσει την προέλευση της θεωρητικής γνώσης, τη γνώση του γενικού. Γι’ αυτό το λόγο η εμπειρική αντίληψη της γνώσης συνδέεται κατά κανόνα και με την άρνηση του γενικού στην αντικειμενική πραγματικότητα. Εκπρόσωποι του υλιστικού εμπειρισμού υπήρξαν κυρίως οι Bacon, Locke, Holbach, Helvétius, Diderot, Feuerbach, του ιδεαλιστικού εμπειρισμού οι Berkeley και Hume, του εμπειριοκριτικισμού οι Mach, Avenarius κ.α., καθώς και μεταγενέστεροι νεοθετικιστές (Carnap, Schlick κ.α.), οι οποίοι, εντούτοις, τον συνέδεσαν μ’ έναν μαθηματικό-λογικό ρασιοναλισμό στη μορφή του λεγόμενου λογικού εμπειρισμού.

Ο ρασιοναλισμός, ο οποίος έχει επίσης δυό κατευθύνσεις, μια υλιστική και μια ιδεαλιστική, τονίζει σωστά τον ιδιαίτερο ρόλο της νόησης, χωρίζει όμως τη νόηση από την αισθητηριακή εποπτεία και βλέπει την ίδια τη νόηση ως μοναδική πηγή γνώσης. Έτσι, χωρίζει επίσης τη νόηση από την αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία μας είναι δοσμένη μόνο στην αισθητηριακή εποπτεία. Αυτό έχει ως συνέπεια, το γενικό που αποτελεί αντικείμενο της νόησης, να το αποσπά από την αντικειμενική πραγματικότητα. Ένα είδος υλιστικού ρασιοναλισμού ανέπτυξε ο Spinoza. Γενικά, όμως, ο ρασιοναλισμός εμφανίζεται με ιδεαλιστική μορφή, όπως στους Descartes, Leibnitz, Hegel.

Μια ενδιάμεση θέση πήρε ο Kant. Σύμφωνα με την αντίληψή του η εποπτεία και η νόηση πρέπει να ενωθούν στη νόηση. Ο Kant όμως θεωρεί το αισθητηριακό και τη νόηση ως δυό χωριστές ικανότητες, που ναι μεν συμπράττουν, οργανικά όμως δεν συνδέονται μεταξύ τους.

Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός ήταν αυτός που μπόρεσε να προσδιορίσει σωστά τη σχέση της αισθητηριακής εμπειρίας και της νόησης, καθώς και τον ιδιαίτερο ρόλο της νόησης στο προτσές της γνώσης και να υπερβεί έτσι τη μονομέρεια του εμπειρισμού και του ρασιοναλισμού.


Η αντίληψη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και ψυχολογίας περί νόησης (ειδική προσέγγιση)

Η γνώση μας για την αντικειμενική πραγματικότητα αρχίζει με τις αισθήσεις και τις παραστάσεις. Αρχίζει με αυτές αλλά δεν σταματά σ’ αυτές. Από την αίσθηση και την παράσταση μεταβαίνει στη νόηση. Ξεκινώντας από τα δεδομένα των αισθήσεων και των παραστάσεων, η νόηση υπερβαίνει τα όρια του αισθητού-παραστατικού και διευρύνει τη σφαίρα της γνώσης μας. Αυτή τη διεύρυνση της γνώσης, η νόηση την επιτυγχάνει δυνάμει του μεσολαβητικού της χαρακτήρα, ο οποίος της επιτρέπει να ανακαλύπτει έμμεσα, δηλαδή μέσω συμπερασμάτων, αυτό που έχει δοθεί άμεσα, δηλαδή στην παράσταση. Με το να διευρύνει η νόηση τη γνώση ταυτόχρονα την εμβαθύνει.

Οι αισθήσεις και οι παραστάσεις αντανακλούν μεμονωμένες πλευρές των φαινομένων, δηλαδή στοιχείων της πραγματικότητας, και μάλιστα σε μια περισσότερο ή λιγότερο τυχαία συνάφεια. Η νόηση θέτει σε μια σχέση μεταξύ τους τα στοιχεία των αισθήσεων και των παραστάσεων, τα συγκρίνει, τα ξεχωρίζει, ανακαλύπτει συνάφειες και διαμεσολαβήσεις. Μέσω των σχέσεων μεταξύ των άμεσα αισθητά δοσμένων ιδιοτήτων των πραγμάτων και των φαινομένων, η νόηση ανακαλύπτει νέες ιδιότητες. Βρίσκει αμοιβαίες σχέσεις, συλλαμβάνει την πραγματικότητα σ’ αυτές τις συνάφειές τους και κατ’ αυτό τον τρόπο φτάνει σε μια βαθύτερη γνώση της ουσίας της. Η γνώση αντανακλά το Είναι στις συνάφειες και στις σχέσεις του καθώς και στις ποικίλες διαμεσολαβήσεις του.

Η αποκάλυψη των σχέσεων και των συναφειών μεταξύ των αντικειμένων αποτελεί βασικό καθήκον της νόησης. Έτσι φτάνει σε μια όλο και βαθύτερη γνώση του Είναι. Η νόηση, όμως, δεν αντανακλά μόνο τις σχέσεις και τις συνάφειες, αλλά επίσης τις ιδιότητες και την ουσία των φαινομένων. Από την άλλη μεριά οι σχέσεις δεν αντανακλώνται μόνο στη νόηση.

Ήδη, η παράσταση/αντίληψη δεν αποτελεί μόνο ένα απλό άθροισμα μεμονωμένων στοιχείων. Εδώ, οι διάφορες ιδιότητες και τα αντικείμενα της πραγματικότητας βρίσκονται μεταξύ τους σε συγκεκριμένες αλληλεπιδράσεις, συνδέσεις και αλληλεξαρτήσεις, και η νόηση κατά τη γνώση της πραγματικότητας ξεκινά απ’ αυτές. Κατά κανόνα, αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα όταν βρίσκονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, στις οποίες υπάρχουν κάποιες σχέσεις χωρικές, χρονικές κτλ προς τα άλλα πράγματα. Τα πράγματα γίνονται αντιληπτά ως ίσα ή άνισα, μεγαλύτερα ή μικρότερα, ταξινομημένα μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή βρίσκονται μεταξύ τους σε συγκεκριμένες σχέσεις διάταξης ή επαλληλίας. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, στο μεμονωμένο πράγμα αντιλαμβανόμαστε επίσης τις διάφορες ιδιότητες, και μάλιστα όχι ως άρθρωση μεμονωμένων ποιοτήτων που δεν συνδέονται μεταξύ τους, αλλά με συγκεκριμένες χαρακτηριστικές σχέσεις, συνδέσεις και αλληλεξαρτήσεις. Κατά την αντίληψη, όμως, ενός πράγματος ή ενός φαινομένου, του οποίου γενικά οι ιδιότητες είναι δοσμένες σε τυχαίες, μοναδικές, επουσιώδεις μορφές, οι ιδιότητές του ενώνονται μόνο επιφανειακά/εξωτερικά. Είναι μεν «ενωμένες», όχι όμως «συνδεδεμένες». Σε ένα χημικό στοιχείο για παράδειγμα, ο χρωματισμός είναι ασήμαντος. Οι χημικές αντιδράσεις ή οι χημικές ενώσεις οι οποίες εξετάζονται, δεν εξαρτώνται από αυτό. Για την κοινωνική ουσία του κεφαλαιοκράτη το εξωτερικό παρουσιαστικό με το οποίο εμφανίζεται ως άτομο σ’ έναν συγκεκριμένο εργάτη είναι επουσιώδες, ασήμαντο, για παράδειγμα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου ή η σιλουέτα του. Ουσιώδεις και επουσιώδεις ιδιότητες, τυχαίες και αναγκαίες συνδέσεις, ή τέτοιες με την έννοια μιας απλής χωρο-χρονικής συνέχειας σε μια ιδιαίτερη κατάσταση, απλή σύμπτωση και πραγματικές εξαρτήσεις, παρουσιάζονται στην αντίληψη σαν μια αταξινόμητη ενότητα. Το καθήκον της νόησης βρίσκεται στο να επεξεργαστεί τις βασικές, αναγκαίες συνάφειες, οι οποίες βασίζονται πάνω σε πραγματικές εξαρτήσεις και να τις ξεχωρίσει από την τυχαία χωρική ή χρονική σύμπτωση σε μια συγκεκριμένη κατάσταση.

Με το να δείχνει η νόηση τις αναγκαίες και ουσιαστικές συνάφειες, μεταβαίνοντας δηλαδή από το τυχαίο στην αναγκαιότητα, μεταβαίνει ταυτόχρονα και από το ενικό/ξεχωριστό στο γενικό. Οι συνδέσεις που βασίζονται πάνω στην τυχαία συνάντηση των ιδιαίτερων χωρικά και χρονικά περιορισμένων γεγονότων, μπορούν να έχουν μόνο το χαρακτήρα του μοναδικού. Αλλά αυτά τα οποία είναι ουσιαστικά μεταξύ τους συνδεδεμένα, αποδεικνύεται αναγκαστικά ότι ισχύουν ως γενικά. Επομένως, με το να αποκαλύπτει η νόηση τις ουσιώδεις συνάφειες, τις γενικεύει.

Όλη η νόηση λαμβάνει χώρα σε γενικεύσεις. Μεταβαίνει πάντα από το ενικό/ξεχωριστό προς το γενικό και από το γενικό στο ενικό. Η νόηση είναι ροή συλλογισμών, αποκαλύπτει τη σύνδεση η οποία οδηγεί από το μερικό στο γενικό και από το μερικό στο γενικό. Η νόηση είναι διαμεσολαβημένη και γενικευμένη γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας (λόγω της αποκάλυψης των συναφειών, των σχέσεων και των διαμεσολαβήσεων).

Η νόηση μεταβαίνει από τις τυχαίες προς τις ουσιαστικές γενικές συνδέσεις και ανακαλύπτει νομοτέλειες ή νόμους της πραγματικότητας. Στην αντίληψη/παράσταση μπορώ να διαπιστώσω μόνο ότι σε μια δεδομένη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα ένα ιδιαίτερο ξεχωριστό φαινόμενο, αλλά μέσω της νοητικής ενέργειας μπορώ να συμπεράνω τι σημαίνει γενική νομοτέλεια. Η αποκάλυψη της νομοτέλειας των ιδιοτήτων και σχέσεων τέτοιων, που εμφανίζονται στην παράσταση, απαιτεί νοητική δραστηριότητα. Η νόηση εισχωρεί όλο και πιο βαθιά στις νομοτέλειες των φαινομένων και κατανοεί όλο και περισσότερο τις ουσιαστικές ιδιότητες, την πραγματική ουσία του αντικειμενικού κόσμου. Μόνο η νόηση κάνει δυνατή την κατάλληλη γνώση του Είναι, το οποίο βρίσκεται πάντα στο προτσές του γίγνεσθαι, της αλλαγής, της εξέλιξης, της απονέκρωσης του παλιού, αυτού που επιβιώνει, της γένεσης του νέου, πιέζοντας να βγει στην επιφάνεια. Η νόηση αντανακλά το Είναι στις ποικίλες συνδέσεις και μεσολαβήσεις, στις νομοτέλειες της ανάπτυξης που συντελούνται από εσωτερικές αντιθέσεις. Αυτή όμως είναι διαλεκτική σκέψη.

Η νόηση ως γνωστική και θεωρητική δραστηριότητα συνδέεται στενά με τη δράση. Ο άνθρωπος γνωρίζει την πραγματικότητα με το να επιδρά πάνω σ’ αυτήν. Κατανοεί τον κόσμο με το να τον αλλάζει. Η νόηση δεν συνοδεύεται απλά από τη δράση και η δράση δεν συνοδεύεται απλά από τη νόηση. Πολύ περισσότερο, η δράση είναι η αρχική μορφή ύπαρξης της νόησης. Κύρια μορφή της νόησης είναι η νόηση στη δράση και μέσω της δράσης η νόηση είναι αυτό που λαμβάνει χώρα στη δράση και εκφράζεται σ’ αυτήν.

Όλες οι νοητικές ενέργειες (ανάλυση, σύνθεση κ.α.) προέκυψαν ως πρακτικές ενέργειες, και μόνο αργότερα μετατράπηκαν σε ενέργειες της θεωρητικής νόησης. Η νόηση αναπτύχθηκε στην εργασιακή δραστηριότητα ως ενέργεια, ως στοιχείο ή συστατικό της πρακτικής δραστηριότητας, και μόνο τότε αντικαταστάθηκε και μετατράπηκε σε μια σχετικά αυτονόητη δραστηριότητα. Στη θεωρητική νόηση η συνάφειά της με την πράξη διατηρείται͘ μόνο ο χαρακτήρας αυτής της συνάφειας αλλάζει. Η πράξη παραμένει η βάση και το αποφασιστικό κριτήριο ορθότητας της νόησης. Η θεωρητική νόηση παραμένει συνολικά εξαρτημένη από την πράξη και απελευθερώνεται από το αλυσόδεμά της μόνο σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση της πρακτικής ζωής. 

Όσο διάστημα κατά τη λύση ενός προβλήματος ενεργούμε μόνο με το παραστατικό ξεχωριστό περιεχόμενο που μας δίνεται άμεσα στην εποπτεία, λύνουμε το πρόβλημα για την εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση. Για την κάθε επόμενη περίπτωση, πρέπει να λύσει κανείς το πρόβλημα εκ νέου, και πάντα η λύση αυτή ισχύει μόνο για το συγκεκριμένο πρόβλημα. Η δυνατότητα να βρεθεί μια πιο γενικευμένη σχέση / ένας τύπος για τη λύση του προβλήματος, αλλάζει την κατάσταση ριζικά. Το πρόβλημα το οποίο λύνεται με μια τέτοιου είδους γενική σχέση, δεν λύνεται μ’ αυτό τον τρόπο πρακτικά μόνο για μια συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και θεωρητικά, για όλες αξιωματικά τις παρόμοιες περιπτώσεις. Η λύση η οποία επιτεύχθηκε για μια συγκεκριμένη περίπτωση, βγαίνει έξω από τα όριά της και αποκτά γενική σπουδαιότητα / ισχύ. Μετατρέπεται σε θεωρία ή σε συστατικό στοιχείο μιας τέτοιας θεωρίας. Αντί τώρα, καθοδηγημένος κανείς από την πράξη, να βαδίζει από τη μια συγκεκριμένη περίπτωση στην αμέσως επόμενη, λύνοντας αυτό ή κάθε συγκεκριμένο πρόβλημα το οποίο τού θέτει η πράξη, η θεωρητική νόηση (σκέψη) ανακαλύπτει σε γενικευμένη μορφή την αρχή για τη λύση του προβλήματος και παίρνει εκ των προτέρων τη λύση για εκείνα τα προβλήματα που μπορεί να συναντήσει η πράξη στο μέλλον. Η νόηση αναλαμβάνει τη λειτουργία του σχεδίου. Ανεβαίνει στο επίπεδο, πάνω στο οποίο γίνεται δυνατή η θεωρία ως οδηγός για δράση. Έτσι, ανοίγεται ο διαλεκτικός δρόμος για τη γνώση της αλήθειας και της αντικειμενικής πραγματικότητας. Διατυπωμένο με τα λόγια του Lenin: «Από τη ζωντανή παρατήρηση προς την αφηρημένη σκέψη και από αυτή στην πράξη – αυτή είναι η διαλεκτική πορεία γνώσης της αλήθειας, η πορεία γνώσης της αντικειμενικής πραγματικότητας» [2]. Η νόηση αναπτύσσεται στα θεμέλια της δράσης και, τελικά, υπηρετεί την οργάνωση της δράσης και την κατεύθυνσή της.

Επειδή η θεωρητική νόηση είναι συνδεδεμένη με τη δραστηριότητα, αποτελεί η ίδια ένα προτσές, μια μετάβαση από το ενικό/ξεχωριστό προς το γενικό και από το γενικό προς το ενικό/ξεχωριστό, από το φαινόμενο στην ουσία και από την ουσία στο φαινόμενο. Η πραγματικά υπάρχουσα νόηση αποτελεί μια πορεία/ροή συλλογισμών. Μπορεί να κατανοηθεί σωστά μόνο ως ενότητα της δραστηριότητας και του αποτελέσματός της, της διαδικασίας και του περιεχομένου της, της νόησης και του συλλογισμού.

Το ειδικό περιεχόμενο της νόησης είναι η έννοια. Η έννοια είναι η έμμεση και γενική γνώση του αντικειμένου. Αυτή προκύπτει λόγω του ότι συλλαμβάνονται περισσότερες ή λιγότερες ουσιαστικές, αντικειμενικές συνδέσεις και σχέσεις του αντικειμένου.

Μια επαρκής διαλεκτική έννοια συλλαμβάνει το φαινόμενο στην εσωτερική αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση όλων των πλευρών του, στην ενότητα των εσωτερικών του αντιφάσεων, στο συγκεκριμένο του Είναι και στην εξέλιξή του. Με το «διαχωρισμό» της αμοιβαίας εξάρτησης όλων των εννοιών, με την ταυτότητα των αντιθέτων τους, με τη μετάβαση της μιας έννοιας σε μια άλλη, στη διαρκή αλλαγή, στην κίνηση των εννοιών, η νόηση εισχωρεί όλο και πιο βαθιά στη συγκεκριμένη ζωή της πραγματικότητας στην εξέλιξη η οποία κινείται μέσω των εσωτερικών της αντιθέσεων. Η ίδια η έννοια αποτελεί το ειδικό περιεχόμενο της νόησης, όχι η λέξη, όπως πιστεύουν οι φορμαλιστές, οι οποίοι θέλουν να μετατρέψουν τα γλωσσικά σύμβολα σε «δημιουργό» της νόησης, και όχι επίσης η γενική παράσταση, όπως θέλουν οι εμπειριστές, οι οποίοι ανάγουν το λογικό στο παραστατικό-αισθητό.

Η έννοια αποκαλύπτει συνάφειες και σχέσεις. Μεταβαίνει από τα φαινόμενα στη γενικευθείσα γνώση της ουσίας της και έτσι αποκτά έναν αφηρημένο, μη παραστατικό χαρακτήρα. Το περιεχόμενο της έννοιας δε μπορεί να το φανταστεί κανείς πάντα παραστατικά, μπορεί όμως να το σκεφθεί ή να το γνωρίσει. Η αντικειμενική του προσδιοριστικότητα ανακαλύπτεται έμμεσα και βγαίνει έξω από τα όρια της άμεσης παράστασης. Η μορφή, στην οποία υπάρχει η έννοια, είναι η λέξη.

Το εννοιολογικό περιεχόμενο της νόησης ξεδιπλώνεται στην ιστορική εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης λόγω της ανάπτυξης της κοινωνικής πράξης. Η ανάπτυξή της είναι ένα ιστορικό προτσές το οποίο υπόκειται σε ιστορικές νομοτέλειες.
______

Σημειώσεις

[1] Aus Engels’ Vorarbeiten zum «Anti-Dühring». Στο: Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 20, σ. 573

[2] Β. Ι. Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, Άπαντα, τόμ. 29, σ. 152/153

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.