Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Η ύλη και οι βασικές μορφές ύπαρξής της



του Παναγιώτη Γαβάνα

Σε προηγούμενες μελέτες εξετάσαμε το βασικό ζήτημα και τις βασικές κατευθύνσεις της φιλοσοφίας, την ουσία και το αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Τώρα είναι ανάγκη να περάσουμε στη συστηματική έκθεση των βάσεων της μαρξιστικής φιλοσοφίας, του διαλεκτικού υλισμού. Αφετηριακή βάση αποτελεί η έννοια της «ύλης» και των βασικών μορφών ύπαρξής της.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μέρος 1ο: ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ «ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ» ΚΑΙ «ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ»

1.1. Σχετικά με την έννοια «προσδιορισμός»

1.2. Σχετικά με την έννοια «κατηγορία»

Μέρος 2ο: Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ «ΥΛΗΣ»

2.1. Η έννοια της «ύλης» στην προμαρξιστική φιλοσοφία

2.2. Η έννοια της «ύλης» στον διαλεκτικό υλισμό

       2.2.1. Τι είναι «ύλη»;

       2.2.2. Σύντομη κριτική ιδεαλιστικών αντιλήψεων περί ύλης

       2.2.3. Η δομή της ύλης

       2.2.4. Η σημασία της έννοιας της ύλης

Μέρος 3ο: ΥΛΗ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΗ

3.1. Κίνηση – τρόπος ύπαρξης της ύλης

3.2. Κίνηση και ηρεμία

3.3. Σύντομη κριτική ιδεαλιστικών αντιλήψεων περί κίνησης και ηρεμίας

3.4. Μορφές κίνησης της ύλης

3.5. Χώρος και χρόνος

       3.5.1. Οι έννοιες του «χώρου» και του «χρόνου» στην προμαρξιστική φιλοσοφία

       3.5.2. Οι έννοιες του «χώρου» και του «χρόνου» στον διαλεκτικό υλισμό

       3.5.3. Ο χρόνος στον διαλεκτικό υλισμό - ειδική προσέγγιση (θέσεις)

3.6. Πως υπάρχει η ύλη; - ορισμένες αποσαφηνίσεις

3.7. Η απειρότητα και το ανεξάντλητο της ύλης



Μέρος 1ο: ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ «ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ» ΚΑΙ «ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ»

Πριν προχωρήσουμε στην κυρίως μελέτη θεωρήσαμε αναγκαίο να αναλύσουμε συνοπτικά τις φιλοσοφικές έννοιες «προσδιορισμός» και «κατηγορία» επειδή αναφέρονται συχνά στο παρόν κείμενο.


1.1. Σχετικά με την έννοια «προσδιορισμός»

Η έννοια «προσδιορισμός» έχει δυό σημασίες:

1. Σημαίνει νόημα, σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης ή ενός αντικειμένου ή της ύπαρξής του.

2. Οριοθέτηση ενός αντικειμένου (επίσης μιας έννοιας) από τα άλλα. Ο προσδιορισμός μ’ αυτή την έννοια επιτυγχάνεται με την αναφορά των χαρακτηριστικών τα οποία προσιδιάζουν στο συγκεκριμένο αντικείμενο, με την αναφορά των αντικειμένων τα οποία μοιάζουν με αυτό που προσδιορίζεται. Ο προσδιορισμός, όταν έχουν εκπληρωθεί οι αντίστοιχες απαιτήσεις, αποτελεί έναν ορισμό, διαφορετικά αποτελεί μια διαπίστωση που είναι παρόμοια με ορισμό.

Στην παρούσα μελέτη την έννοια «προσδιορισμός» την χρησιμοποιούμε με τη δεύτερη σημασία.


1.2. Σχετικά με την έννοια «κατηγορία»

Η «κατηγορία» αποτελεί μια βασική και ταυτόχρονα την πιο γενική έννοια της επιστήμης. Οι φιλοσοφικές κατηγορίες είναι οι πιο γενικές έννοιες μέσω των οποίων αντανακλώνται οι βασικοί προσδιορισμοί της ύλης και της εξέλιξής της. Ως κόμβοι της γνώσης οι φιλοσοφικές κατηγορίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές για όλες τις επιστήμες.

Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός αντιλαμβάνεται τις φιλοσοφικές κατηγορίες ως αντανακλάσεις της ύλης που προέκυψαν ιστορικά, στην εξέλιξή τους και στις πιο ουσιαστικές αλληλοσυνδέσεις τους.

Οι κατηγορίες έχουν αντικειμενική βάση και ένα αντικειμενικά συγκεκριμένο περιεχόμενο: δεν είναι ούτε a priori δοσμένες μορφές του μυαλού ούτε μπορούν να προκύψουν από την καθαρή σκέψη˙ μπορούν να αποκτηθούν μόνο από τη συστηματική γενίκευση της ανθρώπινης γνώσης, κατά κύριο λόγο από τα αποτελέσματα των επιστημών.

Οι κατηγορίες δεν είναι αιώνιες «οντότητες»˙ στο διαλεκτικό υλισμό κατανοούνται ιστορικά, δηλαδή στη γένεση και στην ανάπτυξή τους. Η πορεία της γνώσης οδηγεί στον εμπλουτισμό και στην αποσαφήνισή τους. Μέχρι αυτού του σημείου για τη μαρξιστική φιλοσοφία δε μπορεί να υπάρξει ένα οριστικά καθορισμένο κλειστό σύστημα κατηγοριών, αλλά αυτό εξαρτάται από το εκάστοτε επίπεδο γνώσεων της φιλοσοφίας και των επιστημών. Στη μαρξιστική φιλοσοφία οι κατηγορίες είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο, που αποτελούν τους φορείς των θεμέλιων της διαλεκτικής-υλιστικής κοσμοθεωρίας. Ο θεμέλιος λίθος των κατηγοριών είναι η κατηγορία «ύλη». Στενά συνδεδεμένες μ’ αυτήν είναι οι κατηγορίες «κίνηση», «χώρος» και «χρόνος», οι οποίες αντανακλούν τον τρόπο ύπαρξης και τις μορφές ύπαρξης της ύλης γενικά, ενώ κατηγορίες όπως «κοινωνικό Είναι», «κοινωνική συνείδηση», «πράξη» κ.α. σχετίζονται με τον υλικό τρόπο ύπαρξης της κοινωνίας.

Οι κατηγορίες «ύλη» και «κίνηση» δε μπορούν να χωριστούν από τις κατηγορίες «αλληλοσύνδεση», «αιτιότητα» και «αλληλεπίδραση», «αναγκαιότητα» και «τυχαίο» καθώς και την κατηγορία «νόμος», επειδή όλες αυτές αντανακλούν ουσιαστικούς προσδιορισμούς της ύλης. Μ’ αυτό τον τρόπο συνδέονται επίσης μεταξύ τους όλες οι άλλες κατηγορίες του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού˙ εδώ οι σχέσεις τους μπορεί να είναι διαφορετικού είδους (σχέση υπαγωγής, σχέση αντιστοιχίας, σχέση συσχετισμού).

Οι κατηγορίες δεν ταυτίζονται με τις αρχές και τους νόμους του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, βρίσκονται όμως μεταξύ τους σε μια στενή αλληλοσύνδεση. Οι νόμοι εκφράζονται μέσω της σχέσης των κατηγοριών (π.χ. ο νόμος της ενότητας και της «πάλης» των αντιθέτων).

Στο διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό οι κατηγορίες έχουν ιδιαίτερα μεγάλη θεωρητική και πρακτική σημασία. Για την κατανόηση της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι απαραίτητες, επειδή μέσω αυτών μπορούν να εκφραστούν με περιεκτικό τρόπο το αντικείμενο, οι αρχές και οι νόμοι του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.

Ως αντικειμενική γενίκευση βασικών αποτελεσμάτων των διάφορων επιστημών, οι κατηγορίες μπορούν να χρησιμεύσουν στις επιστήμες ως μεθοδικός οδηγός. Οι βασικές κατηγορίες των επιστημών βρίσκονται σε στενή αλληλοσύνδεση με τις φιλοσοφικές˙ το να ληφθεί υπόψη αυτή η συνάφεια στην έρευνα, διευκολύνει και επιταχύνει την επιστημονική πρόοδο.

Τέλος, οι φιλοσοφικές κατηγορίες εκπληρώνουν μια σημαντική λειτουργία στην αντιληπτική νόηση. Συγκεκριμένα, έχουν μια σχετική αυτονομία και απέναντι σε κάθε νέα γνώση εμφανίζονται ως τελειωμένες/έτοιμες μορφές, με τη βοήθεια των οποίων μπορεί να γίνει νοητική επεξεργασία της νέας γνώσης. Μ’ αυτή την έννοια στο προτσές της γνώσης προσιδιάζει στις κατηγορίες ένα σχετικά λειτουργικό a priori παρ’ όλο που στο σύνολό τους έχουν μια αντικειμενική και εμπειρική προέλευση και περιεχόμενο.


Μέρος 2ο: Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ «ΥΛΗΣ»

Το ζήτημα σχετικά με τη σχέση ύλης και συνείδησης είναι, όπως έχουμε δείξει σε άλλη ανάλυση, το βασικό ζήτημα κάθε φιλοσοφίας. Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός απαντά το ζήτημα αυτό υλιστικά, σε συμφωνία με τις πρακτικές εμπειρίες της ανθρωπότητας και όλων των επιστημών: Η ύλη είναι το πρωτεύον, το αρχικό και καθοριστικό σε σχέση με τη συνείδηση και μπορεί να γνωριστεί από αυτήν. Η απάντηση αυτή πρέπει να τεκμηριωθεί. Είναι ανάγκη να γίνει παρουσίαση, πως ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός ορίζει τις έννοιες «ύλη» και «συνείδηση», ποιες είναι οι βασικές μορφές ύπαρξης της ύλης, πως και με ποιο τρόπο προέκυψε η συνείδηση, ποια είναι η ουσία της και η κοινωνική λειτουργία της. Η απάντηση σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα είναι θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση του συνεπούς υλιστικού χαρακτήρα της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. 

Στην ενότητα αυτή θα εξετάσουμε το ζήτημα της ύλης.

Όπως διαπίστωσε ο Lenin, για να εκφραστεί η αντικειμενική πραγματικότητα «χρειάζεται μια φιλοσοφική έννοια […] και η έννοια αυτή έχει διαμορφωθεί από καιρό, από πάρα πολύ καιρό˙ η έννοια αυτή είναι ακριβώς η ύλη» [1]. Φυσικά, το περιεχόμενο αυτής της έννοιας στην ιστορική πορεία της φιλοσοφικής σκέψης άλλαξε και αναπτύχθηκε. Ως αποτέλεσμα της πάλης τους με τον ιδεαλισμό και τη θρησκεία, καθώς και στο προτσές γενίκευσης των φυσικο-επιστημονικών γνώσεων της εποχής τους, οι προμαρξιστικοί υλιστές συνεισέφεραν ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της γνώσης για τον υλικό κόσμο. Η συνεισφορά αυτή είναι σημαντική ακόμη και σήμερα. Αυτή αφορά κυρίως τις αντιλήψεις τους για το πρωτεύον της ύλης σε σχέση με τη συνείδηση όπως επίσης την αφθαρσία και την απειρότητα της ύλης.


2.1. Η έννοια της «ύλης» στην προμαρξιστική φιλοσοφία

Παρ’ όλο που στα υλιστικά συστήματα της κινεζικής, της ινδικής, της αρχαιοελληνικής και της αιγυπτιακής φιλοσοφίας δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί η έννοια της ύλης, από πεποίθηση γίνεται λόγος σ’ αυτά περί αντικειμενικής, ανεξάρτητης από τον άνθρωπο ύπαρξης των πραγμάτων και των φαινομένων στη φύση, τα οποία θεωρούνται ότι αποτελούνται από λίγα στοιχεία –γη, νερό, αέρας, φωτιά, επίσης μέταλλα και ξύλο. 

Οι αρχαίοι υλιστές φιλόσοφοι στην Κίνα και την Ινδία από τον 7ο έως τον 4ο αιώνα πριν την εποχή μας [2], ήταν της άποψης ότι η φύση υπάρχει ανεξάρτητα από τους ανθρώπους και ότι μπορεί να αναχθεί σε λίγα βασικά στοιχεία.

Για τους έλληνες φιλόσοφους του 6ου αιώνα πριν την εποχή μας, είναι χαρακτηριστική η προσπάθειά τους να αναγάγουν τον αντικειμενικό κόσμο σ’ ένα και μόνο υλικό βασικό στοιχείο: για τον Θαλή είναι το νερό, για τον Αναξιμένη ο αέρας, για τον Ηράκλειτο η φωτιά, την οποία κατανοεί ταυτόχρονα ως πηγή αδιάκοπης κίνησης, τονίζοντας έτσι την ενότητα υλικής ουσίας και πηγής της κίνησης. Στην ατομική θεωρία η οποία τεκμηριώθηκε από τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο και που αναπτύχθηκε παραπέρα από τον Επίκουρο και τον Λουκρήτιο, λαμβάνονται ως βασικά στοιχεία τα πιο μικρά αδιαίρετα υλικά σωμάτια –τα άτομα-, τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη μορφή, τη διάταξη και τη θέση και –θεωρούμενα ότι υπάρχουν σε άπειρο αριθμό- συνεπεία διαφορετικών συνδυασμών σχηματίζουν μια άπειρη πολυμορφία πραγμάτων και κόσμων. Αν σ’ αυτούς τους υλιστές διανοητές η ύλη ταυτίζεται με μια από τις συγκεκριμένες μορφές εμφάνισής της, ο Αναξίμανδρος, αντίθετα, παίρνει ως αφετηρία το άπειρο, ένα ποσοτικά απεριόριστο και ποιοτικά ακαθόριστο υλικό στοιχείο. Ως αφηρημένος-λογικός προσδιορισμός, ο οποίος δε λαμβάνει υπόψη όλες τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες των πραγμάτων και των φαινομένων, η έννοια του απείρου μπορεί να ειδωθεί ως η πρώτη προσέγγιση για μια φιλοσοφική έννοια της ύλης. Η έννοια αυτή διατυπώθηκε μολαταύτα με αρκετή σαφήνεια από τον Αριστοτέλη.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η ύλη αποτελεί το υπόστρωμα από το οποίο προκύπτουν και αποτελούνται όλα τα πράγματα. Η ύλη δεν περιέχει κανενός είδους ιδιότητες˙ θεωρείται ως δυνάμει δυνατότητα, η οποία μέσω της σύνδεσής της με τη μορφή μετατρέπεται σε πραγματικότητα. Με βάση την ουσία της είναι αδρανής και παθητική και αποκτά τους συγκεκριμένους προσδιορισμούς της μόνο μέσω της κινητήριας δύναμης, τη μορφή, το πρώτο κινούν. Μια πρώτη προσέγγιση για την υπέρβαση του δυϊστικού χωρισμού ύλης και μορφής, ύλης και κίνησης, περιέχει η ατομική θεωρία του Επίκουρου, στην οποία εμφανίζεται ήδη η ιδέα περί αυτοκίνησης των ατόμων. Η αντίληψη του Αριστοτέλη περί ύλης ως απλή δυνατότητα του Είναι, παραλαμβάνεται από την σχολαστική φιλοσοφία του μεσαίωνα και τροποποιείται αντίστοιχα, ώστε να ταιριάζει στις θρησκευτικές ανάγκες του μονοθεϊσμού.

Η παραπέρα ανάπτυξη της έννοιας της ύλης βρίσκεται σε μια στενή αλληλοσύνδεση με τη σταδιακή απόσπαση των επιστημών από τη φιλοσοφία, ιδιαίτερα με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών. Στην αρχή της νεότερης αποχής ο Giordano Bruno και ο Galileo Galilei υπερασπίζονται συνειδητά, σε αντίθεση με τη σχολαστική φιλοσοφία, την ατομική θεωρία. Ο Bruno θεωρεί την ύλη ως την ενιαία ουσία της πραγματικότητας και τονίζει ότι πρέπει να γίνεται διάκριση των συγκεκριμένων ειδών της με τα οποία σχετίζονται για παράδειγμα ο μηχανικός ή ο γιατρός (π.χ. υδράργυρος, αλάτι και θείο). Ο Francis Bacon υπερασπίζεται επίσης την υπόθεση περί ατόμου σε σύγκριση με τη θεωρία του Αριστοτέλη περί σχέσης ύλης και μορφής. Η ύλη, η μορφή και η κίνηση –σύμφωνα με τον Bacon- αποτελούν μια ενότητα. Η ύλη είναι δραστήρια˙ η πιο σημαντική ιδιότητά της είναι η κίνηση. «Σύμφωνα με τη θεωρία του […] ανάμεσα στις φυσικές ιδιότητες της ύλης, η πρώτη και η πιο εξαιρετική είναι η κίνηση, όχι μόνο ως κίνηση μηχανική και μαθηματική, αλλά και κάτι περισσότερο, ως ορμή, πνεύμα ζωής, δύναμη έντασης, ως ταλαιπωρία της ύλης- για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση του Γιάκομπ Μπεμ [Jakob Böhm] [3]. Ο Bacon προτιμά τον αφηρημένο προσδιορισμό της ύλης μέσω του Αριστοτέλη από τις συγκεκριμένες-αισθητηριακές αντιλήψεις περί ύλης του Θαλή, του Αναξιμένη, του Ηράκλειτου και του Δημόκριτου. Η ύλη, σύμφωνα μ’ αυτόν, έχει ένα πλήθος συγκεκριμένων ιδιοτήτων, τις οποίες ωστόσο αντιλαμβάνεται ως ποσοτικά και ποιοτικά αμετάβλητες.

Ο René Descartes στη φιλοσοφία του αναπτύσσει μια δυϊκή αρχή, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος αποτελεί τη βάση μιας υλικής όσο και μιας πνευματικής ουσίας. Ως ιδιότητα της ύλης θεωρεί την εκτατότητά της. Η εκτατή ύλη είναι σύμφωνα με τον Descartes άπειρα διαιρετή˙ η κίνησή της κατανοείται ως μηχανική μετατόπιση στο χώρο, η οποία πραγματοποιείται με την αμοιβαία επίδραση (πίεση και ώθηση) των σωμάτων. «Ο Καρτέσιος [Descartes] απόδωσε, με τη φυσική του, στην ύλη δύναμη αυτοδημιουργική και ευνόησε [4] την μηχανική κίνηση ως πράξη της ζωής της ύλης. Διαχώρισε τελείως τη φυσική του από τη μεταφυσική του. Στη φυσική του η ύλη είναι η μοναδική ουσία, η μοναδική αιτία του Είναι και της γνώσης» [5]. Η άπειρη εκτατότητα της ύλης στον Descartes βρίσκεται απέναντι στο πεπερασμένο της˙ η ύλη δεν υπάρχει αιώνια αλλά δημιουργήθηκε από τον Θεό.

Ο δυϊσμός του Descartes υποβάλλεται σε κριτική από τον Thomas Hobbes, σύμφωνα με τον οποίο η νόηση δεν πρέπει να διαχωρίζεται από τη σκεπτόμενη ύλη. Υπάρχει μόνο μια ενιαία υλική ουσία η οποία είναι η πηγή όλων των σκέψεων και των αντιλήψεών μας και υπάρχει ανεξάρτητα από αυτές. Ο μεταφυσικός χαρακτήρας του υλισμού του Hobbes φαίνεται στην ταύτιση που κάνει, της ύλης με την έννοια που αντιλαμβάνεται τα σώματα η ευκλείδεια γεωμετρία, στις ιδιότητες της οποίας ανήκει μεν η εκτατότητα όχι όμως και η κίνηση. Όπως ο Hobbes έτσι και ο Pierre Gassendi υποστηρίζει την αρχή του αδημιούργητου και της αφθαρσίας της ύλης. Σε αντίθεση όμως με τον Hobbes, ο Gassendi δεν συμπεραίνει το αδύνατο της διαιρετότητας της ύλης που φτάνει στο άπειρο, και από δω καταλήγει στην υπεράσπισης της ατομικής θεωρίας/του ατομισμού. Ο Gassendi απορρίπτει επίσης το διαχωρισμό ύλης και κίνησης και αναγνωρίζει στην ύλη, με τη μορφή των ατόμων, μια εσωτερική τάση για κίνηση.

Ο Baruch de Spinoza, σε αντίθεση με τον Descartes, ξεκινά από μια ενιαία υλική ουσία, η οποία υπάρχει ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση και η ίδια αποτελεί αιτία του εαυτού της (causa sui), είναι αδημιούργητη και άφθαρτη. Η νόηση, αντίθετα –σύμφωνα με τον Spinoza- δεν είναι αυτόνομη ουσία, αλλά παράλληλα με την εκτατότητα αποτελεί μια από τις γνωστές σε εμάς ιδιότητες της φύσης. Η κίνηση –κατά τον Spinoza- δεν είναι ιδιότητα της ύλης αλλά πραγματοποιείται υπό την επιρροή εξωτερικών αιτιών. Ο διαχωρισμός ύλης και κίνησης, χαρακτηριστικός για τον μεταφυσικό υλισμό, εμπεριέχει αναγκαστικά θεολογικές συνέπειες: αν η κίνηση δεν ενυπάρχει στην ύλη, τότε πρέπει να εισαχθεί σ’ αυτήν από εξωτερικές δυνάμεις, σε τελική ανάλυση από τον Θεό. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο Isaac Newton.

Στη «Μοναδολογία» του Gottfried Wilhelm Leibniz ο χωρισμός ύλης και κίνησης αίρεται σε ιδεαλιστική βάση: οι μονάδες είναι ενεργές, δραστήριες, πνευματικές ουσίες, οι οποίες βρίσκονται σε αδιάκοπη κίνηση. «Και η ύλη [είναι] σαν το έτερον Είναι της ψυχής ή του ζελέ, που το συνδέει με ένα κοσμικό, σαρκικό δεσμό» [6]. Αν ο Leibniz «έφτανε διά μέσου της θεολογίας στην αρχή της αδιάρρηκτης (και καθολικής, απόλυτης) σχέσης της ύλης και της κίνησης» [7], οι γάλλοι υλιστές του 18ου αιώνα κατανοούσαν αυτή την αρχή υλιστικά. Οι γάλλοι υλιστές, προπάντων ο Paul-Henri Thiry d’Holbach και ο Claude Adrien Helvétius, δίνουν κυρίως έναν αισθησιοκρατικό ορισμό της έννοιας της ύλης: ύλη είναι όλα αυτά που επιδρούν στις αισθήσεις μας. Αυτή η έννοια περί ύλης με την γνωσιοθεωρητικής της πλευρά, πηγαίνει πιο πέρα από την αντίληψη περί ουσίας που ήταν κυρίαρχη στον υλισμό του 16ου και 17ου αιώνα, παραμένει όμως ακόμη ουσιαστικά επηρεασμένη από τη μηχανική. Αντίστοιχα προς το επίπεδο ανάπτυξης των φυσικών επιστημών εκείνης της εποχής, οι γάλλοι υλιστές ταυτίζουν την ύλη κυρίως με το υλικό, την ουσία, η δομή της οποίας γίνεται αντιληπτή με την έννοια της φιλοσοφίας του ατομισμού. Ακόμη και ο Ludwig Feuerbach με την έννοια ύλη κατανοεί τις μορφές του υλικού της στη φύση, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει έναν εξαντλητικό, ακριβή ορισμό αυτής της έννοιας. Στην υλιστική κριτική του της ταύτισης αντικειμένου και υποκειμένου, ύλης και πνεύματος μέσω του Georg Wilhelm Friedrich Hegel, υπερασπίζεται εντούτοις την αντίληψη περί αντικειμενικής ύπαρξης της φύσης που είναι ανεξάρτητη από τον άνθρωπο, την αντίληψη ότι η ύλη είναι το πρωτεύον σε σχέση με τη συνείδηση.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αστικός υλισμός με την έννοια «ύλη» κατανοούσε κυρίως το υλικό, την ουσία, στην οποία απέδιδε ιδιότητες, όπως εκτατότητα, μορφή, μάζα (βάρος), αδιαπερατότητα και κίνηση, σε συνάρτηση με τις προόδους των φυσικών επιστημών της εποχής εκείνης (ιδιαίτερα της κλασικής μηχανικής). 

Η έννοια της «ύλης» του προμαρξιστικού υλισμού περιλάμβανε τη σωστή και φιλοσοφικά σημαντική βασική θέση ότι η αντικειμενική πραγματικότητα υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση, απ’ την άλλη, όμως, η ύλη ανάχθηκε σ’ ένα συγκεκριμένο είδος ύλης, ή έγινε αντιληπτή ως ένας αμετάβλητος, χωρίς ιδιότητες «φορέας των πραγμάτων και των φαινομένων», ως «ουσία» όλων των πραγμάτων. Έτσι όμως η έννοια αυτή αναγκαστικά απέτυχε στην έρευνα της κοινωνικής ζωής, στην πρακτική και πνευματική δραστηριότητα των ανθρώπων. Η ανθρώπινη κοινωνία και η Ιστορία της δεν μπορούν να κατανοηθούν υλιστικά αν ξεκινά κανείς από τον ισχυρισμό ότι αυτές έχουν ως βάση ένα υλικό, μια αμετάβλητη ουσία. Μια τέτοια αντίληψη εμποδίζει την επιστημονική ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων και οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτή είναι μια από τις θεωρητικές αιτίες για το ότι οι ίδιοι προοδευτικοί εκπρόσωποι του προμαρξιστικού υλισμού στις θεωρίες τους για την κοινωνία παρέμειναν ιδεαλιστές.


2.2. Η έννοια της «ύλης» στον διαλεκτικό υλισμό

2.2.1. Τι είναι «ύλη»;

Η επεξεργασία και η τεκμηρίωση μιας συνεπούς επιστημονικής αντίληψης για την ύλη αποτελεί επίτευγμα των Marx και Engels. Έχοντας ως αφετηρία τις ταξικές θέσεις του προλεταριάτου και την πάλη με τον ιδεαλισμό της εποχής τους, κυρίως αυτήν με τους νεοχεγκελιανούς, οι Marx και Engels έκαναν υπέρβαση των ιστορικά περιορισμένων ορίων της έννοιας περί ύλης του υλισμού που προηγήθηκε, συμπεριλαμβανομένου του φοϊερμπαχικού. Εδώ, βασίστηκαν στη γενίκευση των πρακτικών εμπειριών της ανθρωπότητας, στην κριτική ιδιοποίηση ό,τι καλύτερου παρήγαγε η φιλοσοφική σκέψη, στα πιο σημαντικά αποτελέσματα των επιστημών.

Ως αποτέλεσμα αυτής της διαλεκτικής προσέγγισης όρισαν την έννοια της ύλης με τρόπο τέτοιο, που αυτή να απεικονίζει όλες τις σφαίρες και τις μορφές ανάπτυξης της ύλης συμπεριλαμβανομένου του κοινωνικού Είναι. Απέδειξαν ότι οι άνθρωποι στην παραγωγή και αναπαραγωγή της υλικής τους ζωής συνάπτουν ανεξάρτητες από τη θέλησή τους υλικές σχέσεις παραγωγής, οι οποίες αντιστοιχούν σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών τους παραγωγικών δυνάμεων. Οι Marx και Engels επέκτειναν επομένως την βασική υλιστική αρχή στην ερμηνεία της Ιστορίας και τεκμηρίωσαν –σε σχέση με τον παλιό υλισμό- μια νέα αντίληψη περί ύλης. Έτσι, ο ιδεαλισμός εκδιώχθηκε και από τον τελευταίο κρυψώνα του, από το πεδίο της Ιστορίας και έγινε υπέρβαση του υλιστικού τρόπου θεώρησης ο οποίος προσανατολιζόταν μόνο στη φύση.

Οι Marx και Engels αντιπαρέθεσαν το ιδεατό στο υλικό, όπου με την έννοια υλικό κατανοούσαν το σύνολο όλων των αντικειμενικά-πραγματικών πραγμάτων και προτσές, συμπεριλαμβανομένου των αντικειμενικά-πραγματικών σχέσεων και συναφειών στη φύση και την κοινωνία. Όρισαν, επομένως, την έννοια της ύλης μέσω της αναφοράς στην αμοιβαία σχέση ύλης και συνείδησης: Η ύλη είναι το αρχικό, το πρωτεύον, που υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδηση. Η συνείδηση, αντίθετα, είναι το συναχθέν, το δευτερεύον.

* * *

Στις αρχές του 20ου αιώνα –ξεκινώντας από τις βάσεις που επεξεργάστηκαν οι Marx και Engels- ήταν ανάγκη να καταπιαστεί κάποιος με μια φιλοσοφική γενίκευση των φυσικο-επιστημονικών ανακαλύψεων εκείνης της εποχής και να υποβάλλει σε κριτική την ιδεαλιστική ερμηνεία αυτών των ανακαλύψεων. Το καθήκον αυτό το εκπλήρωσε ο Lenin, κυρίως στο έργο του «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός».

Ως αποτέλεσμα της επαναστατικοποίησης στη φυσική (για παράδειγμα, της ανακάλυψης του ηλεκτρονίου, της ραδιενέργειας) προέκυψε μια κρίση στη φιλοσοφική σκέψη πολλών φυσικών επιστημόνων. Επειδή αυτοί στην πλειοψηφία τους εκπροσωπούσαν ακόμη τις θέσεις του μηχανικού υλισμού, ταυτίζοντας την ύλη με το υλικό/την ουσία, από τις νέες ανακαλύψεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ύλη «εξαφανίστηκε», ισχυριζόμενοι υπό την ιδεολογική πίεση της αντίδρασης ότι έτσι ανατράπηκε ο υλισμός. Στην πραγματικότητα όμως είχαν φανεί/αποκαλυφθεί μόνο τα ιστορικά όρια του μηχανικού υλισμού. Επιβεβαιώθηκε αυτό που είχε διαπιστώσει ο Engels σχετικά με την ανάπτυξη του υλισμού: «Με κάθε ανακάλυψη που αφήνει εποχή, έστω και μόνο στον τομέα των φυσικών επιστημών, πρέπει να αλλάξει τη μορφή του» [8].

Το μεγάλο ιστορικό επίτευγμα του Lenin βρίσκεται στο ότι υπερασπίζεται τον διαλεκτικό υλισμό υπό τις νέες ιστορικές συνθήκες και τον αναπτύσσει παραπέρα στην πάλη ενάντια στον αναθεωρητισμό. Στηριζόμενος στις γνώσεις/διαπιστώσεις των Marx και Engels επεξεργάστηκε έναν ακριβή ορισμό της ύλης, ο οποίος δεν ταύτιζε –όπως ο προμαρξιστικός υλισμός- τις εκάστοτε φυσικο-επιστημονικές αντιλήψεις που είχαν επιτευχθεί σχετικά με τη δομή και τις ιδιότητες συγκεκριμένων μορφών ύλης, με γνώσεις δηλαδή οι οποίες αναπτύσσονται διαρκώς. Κατά τον Lenin: «Η ύλη είναι φιλοσοφική κατηγορία που χρησιμεύει για να υποδηλώνει την αντικειμενική πραγματικότητα που έχει δοθεί στον άνθρωπο από τα αισθήματά του, και που αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, απεικονίζεται από τα αισθήματά μας, ενώ υπάρχει ανεξάρτητα απ’ αυτά.» [9], ενώ τονίζει ότι: «Το ζήτημα της αποδοχής ή της απόρριψης της έννοιας της ύλης είναι για τον άνθρωπο το ζήτημα εμπιστοσύνης στις μαρτυρίες των αισθητηρίων οργάνων του, το ζήτημα της πηγής της γνώσης μας…» [10].

Επειδή οι έννοιες «ύλη» και «συνείδηση» είναι οι πιο ευρείες φιλοσοφικές έννοιες, μπορούν κατ’ αυτό τον τρόπο να οριστούν μόνο όταν η ύλη και η συνείδηση τίθενται μεταξύ τους σε μια σχέση. Ο Lenin παρατηρούσε σχετικά μ’ αυτό, ότι η συνήθης διαδικασία που αφορά στους ορισμούς, δηλαδή να υπάγεται μια δοσμένη έννοια σε μια πιο ευρεία, δεν είναι εδώ εφαρμόσιμη, ότι σ’ αυτή την περίπτωση «δεν μπορεί, στην ουσία δεν μπορεί να δώσει κανείς διαφορετικό ορισμό των δυό τελευταίων εννοιών της γνωσιολογίας, παρά μόνο σημειώνοντας εκείνη απ’ αυτές που θεωρείται η πρωταρχική.» [11]. 

Η έννοια της ύλης συλλαμβάνει από όλα τα υλικά αντικείμενα, τις σχέσεις, τα προτσές κτλ μόνο ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: την ύπαρξή τους έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση. Ο Lenin γράφει: «… η μοναδική “ιδιότητα” της ύλης, που με την αναγνώρισή της συνδέεται ο φιλοσοφικός υλισμός, είναι η ιδιότητα να είναι αντικειμενική πραγματικότητα, να υπάρχει έξω από τη συνείδησή μας.» [12]. Η λέξη «ιδιότητα» μπαίνει από τον Lenin σε εισαγωγικά επειδή η ύπαρξη της ύλης έξω από τη συνείδηση δεν είναι ιδιότητα με την συνήθη σημασία της λέξης. 

Ο Engels είχε επίσης τονίσει ότι: «Η ύλη σαν τέτοια, είναι καθαρή δημιουργία της νόησης και αφαίρεση […] Η ύλη λοιπόν σαν τέτοια, διάκριτη από τα καθορισμένα, υπάρχοντα κομμάτια ύλης, δεν έχει αισθητή ύπαρξη.» [13]. Για αυτό το λόγο «κανείς δεν είδε ούτε αισθάνθηκε ακόμα την ύλη σαν τέτοια και την κίνηση σαν τέτοια, αλλά μόνο τα υλικά αντικείμενα και τις μορφές κίνησης που υπάρχουν πραγματικά […] Λέξεις όπως ύλη και κίνηση δεν είναι παρά συντμήσεις στις οποίες περιλαμβάνουμε σύμφωνα με τις κοινές τους ιδιότητες, πολλά διαφορετικά πράγματα αντιληπτά από τις αισθήσεις. Δεν μπορούμε λοιπόν να γνωρίσουμε την ύλη και την κίνηση αλλιώς, παρά με τη μελέτη των ξεχωριστών υλικών πραγμάτων και μορφών κίνησης, κι όταν τις γνωρίζουμε αυτές, γνωρίζουμε επίσης pro tanto [σε τέτοιο βαθμό] και την ύλη και την κίνηση σαν τέτοιες.» [14]

Η ύλη υπάρχει μόνο στην άπειρη, ανεξάντλητη πολυμορφία των ξεχωριστών μορφών εμφάνισής της, που βρίσκονται σε αέναη κίνηση, αλλάζουν και αναπτύσσονται ευρισκόμενες μεταξύ τους σε αλληλεπίδραση, αλληλοκαθορίζονται και μεταβαίνουν η μια στην άλλη. Η ύλη είναι το σύνολο των πιο διαφορετικών υλικών αντικειμένων συμπεριλαμβανομένου των σχέσεων και των συναφειών τους που υπάρχουν στο χώρο και στο χρόνο και έχουν μια ανεξάντλητη ποικιλία ιδιοτήτων. Γνωρίζοντας αυτές τις ξεχωριστές μορφές εμφάνισης της ύλης, γνωρίζουμε την ίδια την ύλη. Μ’ αυτή την έννοια έγινε υπέρβαση της αντίληψης περί ουσίας που εμφανιζόταν συχνά στην ιστορία της φιλοσοφίας, η οποία βασιζόταν στην αποδοχή περί ύπαρξης μιας αμετάβλητης ουσίας, η οποία πιστευόταν ότι αποτελεί τον φορέα των ιδιοτήτων.

Στο ερώτημα λοιπόν «τι είναι ύλη;», διαπιστώνεται σε ποια σχέση βρίσκεται η ύλη ως προς τη συνείδηση. Η απάντηση είναι: Ύλη είναι η αντικειμενική πραγματικότητα που μας δίνεται μέσω της αίσθησης –δηλαδή, η ύλη είναι το πρωτεύον, η συνείδηση το παράγωγο. Η κατηγορία «ύλη» περιλαμβάνει επομένως τα παρακάτω στοιχεία:

1. Την αντικειμενική πραγματικότητα του κόσμου, δηλαδή την ύπαρξή της έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση.

2. Την παραδοχή του πρωτεύοντος της ύλης, του υλικού κόσμου και της νομοτελειακής του εξέλιξης.

3. Την παραδοχή ότι η ύλη είναι η μοναδική πηγή των ανθρώπινων παραστάσεων και εννοιών.


2.2.2. Σύντομη κριτική ιδεαλιστικών αντιλήψεων περί ύλης

Ο ορισμός του Lenin για την ύλη είναι τόσο γενικός, που κάθε προσπάθεια να παρουσιαστεί μια ακόμη πιο γενική έννοια, οδηγεί σε μια ιδεαλιστική παραποίηση της έννοιας της ύλης. Γι’ αυτό μια τέτοια διεύρυνση την χαρακτηρίζει ως «σύγχυση που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο ανακάτεμα του υλισμού με τον ιδεαλισμό…» [15].

Σε μια τέτοια διεύρυνση μπορούν να ακολουθηθούν δυό δρόμοι: 1. Η συνείδηση κηρύσσεται ως ύλη και, κατ’ αυτό τον τρόπο, συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της ύλης. Εδώ πρόκειται για μια προσπάθεια διεύρυνσης του χυδαίου υλισμού που έγινε, μεταξύ άλλων, και από τον Joseph Dietzgen. 2. Η ύλη προσεγγίζεται όλο και περισσότερο προς το πνευματικό, έως ότου να περάσει ολοκληρωτικά στο άυλο. Αυτός είναι ο ιδεαλιστικός τρόπος διεύρυνσης της έννοιας της ύλης.

Ενόσω ο χυδαίος υλισμός ανάγει τη συνείδηση στην ύλη, ο ιδεαλισμός σβήνει το όριο μεταξύ ύλης και συνείδησης και πνευματικοποιεί όλο και περισσότερο την ύλη. Μια πλήρη καταστροφή της ύλης προσπαθεί να κάνει ο υποκειμενικός ιδεαλισμός, ο οποίος παρουσιάζει την ύλη απλά ως περιεχόμενο της παράστασης ή ως προϊόν της συνείδησης. Η αντίληψη αυτή εξαλείφει το όριο μεταξύ ύλης και συνείδησης, με το να συμπεριλαμβάνει την ύλη στη σφαίρα της συνείδησης.

Πολλοί ιδεαλιστές δεν πηγαίνουν τόσο μακριά, αλλά προσπαθούν, αναγνωρίζοντας την ύλη, να σβήσουν το όριο μεταξύ ύλης και συνείδησης. Έτσι για παράδειγμα, η ύλη ανάγεται σε προτσές, δυνάμεις, ενέργειες ή σχέσεις. Αν η ύλη αποδοθεί σε αντικειμενικά προτσές, τότε υπάρχει μόνο ένα μικρό βήμα μέχρι του να τεθεί η έννοια «προτσές» υπεράνω της συνείδησης. Η έννοια «προτσές» -νοούμενη τώρα ως ύλη- γίνεται κατ’ αυτό τον τρόπο ασαφής επειδή συγχέει την ποιοτική διαφορά ύλης και συνείδησης. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την αναγωγή της ύλης στη «δύναμη». Έτσι για παράδειγμα, ο Hermann Cohen στον πρόλογο της 5ης έκδοσης του F. A. Lange με τίτλο «Ιστορία του υλισμού», διαπιστώνει με αγαλλίαση, ότι η μετατροπή της ύλης σε δύναμη αποτελεί την κύρια κατάκτηση του ιδεαλισμού. Ο Lenin παρατηρεί σχετικά μ’ αυτό: «Ο ηλεκτρισμός ανακηρύσσεται συνεργός του ιδεαλισμού, γιατί κατέστρεψε την παλιά θεωρία της δομής της ύλης, διέσπασε το άτομο, ανακάλυψε νέες μορφές υλικής κίνησης, τόσο ανόμοιες προς τις παλιές, τόσο αδιερεύνητες ακόμη, αμελητέες, ασυνήθιστες και “θαυμαστές”, που μπορεί κανείς να μπάσει λαθραία μια ερμηνεία της φύσης, σαν άυλης (πνευματικής, νοητής, ψυχικής) κίνησης.» [16]

Κατά την αναγωγή της ύλης στην ενέργεια ή στην κίνηση, υπάρχει επίσης η δυνατότητα υπαγωγής της ύλης στη συνείδηση. Ο Wilhelm Ostwald θεωρεί «τεράστιο κέρδος το να αρθεί η παλιά δυσκολία της συνένωσης των εννοιών ύλη και πνεύμα απλά και φυσικά με την υπαγωγή και των δυό αυτών εννοιών στην έννοια της ενέργειας» [17]. Και ο Lenin απαντά σ’ αυτό: «Αυτό όμως δεν είναι κέρδος παρά ζημιά, γιατί το ζήτημα αν η γνωσιολογική έρευνα […] πρέπει ν’ ακολουθήσει υλιστική ή ιδεαλιστική κατεύθυνση δεν λύνεται, αλλά μπερδεύεται με την αυθαίρετη χρησιμοποίηση της λέξης “ενέργεια”» [18].

Η παραπάνω διαπίστωση του Lenin ισχύει επίσης και για τον ισχυρισμό ορισμένων ιδεαλιστών φιλοσόφων, οι οποίοι πιστεύουν ότι η πληροφορία δεν είναι ούτε ύλη ούτε κάτι ιδεατό, αλλά κάτι «τρίτο». Εδώ στηρίζονται, μεταξύ άλλων, στην εσφαλμένη ερμηνεία της πρότασης του Norbert Wiener, ότι: «Information is information, not matter or energy» [«Η πληροφορία είναι πληροφορία, όχι ύλη ή ενέργεια»]. Από τα συμφραζόμενα, όμως, του πρωτότυπου κειμένου, η λέξη «matter» πρέπει να μεταφραστεί ως «υλικό/ουσία». Η πληροφορία, πραγματικά, δεν είναι ούτε ουσία ούτε ενέργεια. Αν η λέξη «matter» μεταφραστεί ως «ύλη» και η ενέργεια ειδωθεί ως κάτι ιδεατό, τότε η πληροφορία εμφανίζεται ως μια «τρίτη σφαίρα του Είναι». Αυτή όμως η παραδοχή βασίζεται πάνω σε μια ιδεαλιστική εικασία. Με βάση την κυβερνητική ή ακόμη και την συστημική θεωρία, όλα τα αλληλεπιδρώντα συστήματα μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το ποιο είδος αντικειμένων εμφανίζεται να αλληλεπιδρά: Υλικά, ενέργειες ή πληροφορίες. Τα υλικά ανταλλάσσονται άμεσα, οι ενέργειες μέσω υλικού (matter) φορέα και οι πληροφορίες μέσω υλικού (matter) ενεργειακού φορέα. Η πληροφορία επομένως συνδέεται πάντα με έναν υλικό (matter) φορέα, μπορεί να παραχθεί, να δοθεί ή να ληφθεί, να κατεργαστεί ή να αποθηκευτεί μόνο από υλικά συστήματα. Ο ισχυρισμός ότι η πληροφορία αποτελεί μια «τρίτη πραγματικότητα», αποδεικνύεται έτσι ως ακατάλληλη προσπάθεια να παρακαμφθεί η απάντηση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας.

Αντεπιστημονική, όμως, δεν είναι μόνο η διεύρυνση της έννοιας της ύλης, αλλά και το στένεμά της, γιατί αφήνεται ανοιχτή η δυνατότητα να εμπεριέχει η αντικειμενική πραγματικότητα φαινόμενα πνευματικού είδους. Οι περισσότεροι νεοβιταλιστές για παράδειγμα, ταυτίζουν την ύλη με την «ουσία» και απέναντι σ’ αυτήν αντιπαραθέτουν ένα άυλο πεδίο ή άυλες κατευθυνόμενες βιταλιστικές δυνάμεις.

Είναι ακόμη σημαντικό να σταθούμε για λίγο και σε θέσεις του νεοθετικισμού περί ύλης, γιατί αυτός αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο φιλοσοφικό ρεύμα στον καπιταλισμό. Οι εκπρόσωποι του νεοθετικισμού αρνούνται την σημασία της έννοιας της ύλης, με το να κηρύσσουν όλα τα κοσμοθεωρητικά ζητήματα σε φαινομενικά προβλήματα. Εδώ, οι αντιλήψεις τους από την εποχή του Ernst Mach και των άμεσων διαδόχων του, έχουν αλλάξει πολύ λίγο. Αν η αντίληψη των παλιών θετικιστών περί ύλης αποτελούσε ένα σύμβολο για τα αισθήματα –το άτομο, το μόριο, αποτελεί κατά τον Mach ένα συνοπτικό σύμπλεγμα αισθημάτων μέσω ενός ενιαίου συμβόλου-, σύμφωνα με τις σύγχρονες (νεοθετικιστικές) αντιλήψεις, τα πράγματα είναι «λογικές δομές» οι οποίες συνίστανται από «γεγονότα». Αν παλιότερα η ύπαρξη των γνωστικών αντικειμένων έξω από την γνώση θεωρούνταν ως φαινομενικό πρόβλημα (Moritz Schlick), σύμφωνα με τις σημερινές νεοθετικιστικές αντιλήψεις θεωρείται αξιωματικά αδιάφορο να γίνεται διάκριση μεταξύ των εκφράσεων «το πράγμα είναι μια θεωρητική κατασκευή» και «αυτό το πράγμα είναι ανεξάρτητα πραγματικό», δηλαδή, να γίνεται διάκριση μεταξύ αντικειμενικής πραγματικότητας και ανθρώπινης συνείδησης. Τα ζητήματα σχετικά με την αντικειμενική πραγματικότητα είναι για τους νεοθετικιστές «ψευδοπροβλήματα χωρίς νοηματικό περιεχόμενο» (Rudolf Carnap). Οι εκφράσεις «Είναι κατ’ εξοχήν», «λογική δομή» και «γεγονός» χρησιμοποιούνται από τους θετικιστές του παρελθόντος και του παρόντος με τρόπο τέτοιο, που εξαφανίζουν τη διαφορά μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού επειδή αυτές μπορούν να συσχετιστούν τόσο με υλικά συστήματα όσο και με την ιδεατή τους αντανάκλαση.

Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι το γενικό δε μπορεί ποτέ να ερμηνευτεί ως άθροισμα όλων των επιμέρους φαινομένων. Εδώ, η λενινιστική έννοια της ύλης διαφέρει ριζικά από εκείνη των γάλλων μηχανικών υλιστών. Σύμφωνα με τον Helvétius, με την έννοια ύλη κατανοούμε το σύνολο των ιδιοτήτων που είναι κοινό σε όλα τα σώματα, όλα αυτά που επιδρούν στις αισθήσεις μας. Οι γάλλοι υλιστές ερμηνεύουν επομένως το γενικό με τη βοήθεια του μερικού, ακριβώς όπως έτσι επίσης αντιλαμβάνονται το όλο ως άθροισμα των μερών του. Η λενινιστική έννοια της ύλης δεν αντανακλά το άθροισμα όλων των φαινομένων με τις ιδιότητες και τις σχέσεις τους, αλλά αυτό που είναι χαρακτηριστικό για όλα τα σώματα έξω από την ανθρώπινη συνείδηση, δηλαδή, την ιδιότητα να υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση.

Ο ορισμός, επομένως, του Lenin, κάνει δυνατή μια αξιωματική οριοθέτηση από κάθε μορφή ιδεαλισμού: από τον υποκειμενικό ιδεαλισμό, με την επισήμανση για την ύπαρξη της ύλης έξω και ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση˙ από τον αντικειμενικό ιδεαλισμό, με την επισήμανση, ότι έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση μπορεί να υπάρχει μόνο η αέναα κινούμενη ύλη –δηλαδή, καμιά «απόλυτη ιδέα», κανένας «Θεός» κτλ. Τέλος, με την υπογράμμιση της ικανότητας της συνείδησής μας να απεικονιστεί και να αναγνωριστεί η αντικειμενική πραγματικότητα, γίνεται οριοθέτηση από τον αγνωστικισμό.

Σε αντίθεση λοιπόν με τις διάφορες αντιλήψεις του ιδεαλισμού, η έννοια της ύλης του διαλεκτικού υλισμού είναι αρκετά ευρεία, αφήνοντας στην επιστημονική έρευνα ελεύθερο πεδίο για την πραγματοποίηση όλων των επιστημονικών γνωστικών δραστηριοτήτων, ταυτόχρονα είναι αρκετά «στενή», θέτοντας εκείνη τη διαχωριστική γραμμή η οποία διαχωρίζει τον φιλοσοφικό υλισμό από κάθε μορφή ιδεαλισμού.


2.2.3. Η δομή της ύλης

Το ζήτημα σχετικά με τη φιλοσοφική έννοια «ύλη» δεν πρέπει να συγχέεται με το επιμέρους επιστημονικό ζήτημα που αφορά στη δομή της ύλης, δηλαδή, στη δομή των υλικών συστημάτων και των σχέσεων μεταξύ τους. Πρόκειται για δυό διαφορετικά ζητήματα. Ο Lenin διέκρινε αυτά τα δυό ζητήματα, αλλά επεσήμανε και τη σχέση τους. Τονίζει ότι με τη σωστή απάντηση στο ερώτημα «τι είναι ύλη;» επιτυγχάνεται ο αυστηρός διαχωρισμός του υλισμού από τον ιδεαλισμό. «Ο υλισμός και ο ιδεαλισμός διαφέρουν στις λύσεις που δίνουν στο πρόβλημα της πηγής της γνώσης μας, της σχέσης της γνώσης (και γενικά του “ψυχικού”) προς το φυσικό κόσμο, ενώ το ζήτημα της δομής της ύλης, των ατόμων και ηλεκτρονίων είναι ζήτημα που αφορά μόνο αυτό το “φυσικό κόσμο”» [19]. Σε ένα άλλο σημείο γράφει: «Είναι όμως εντελώς ασυγχώρητο να συγχέει κανείς […] τη διδασκαλία για τη μια ή την άλλη δομή της ύλης με μια γνωσιολογική κατηγορία, να συγχέει το ζήτημα των νέων ιδιοτήτων των νέων ειδών της ύλης (λ.χ. των ηλεκτρονίων) με το παλιό πρόβλημα της θεωρίας της γνώσης, με το πρόβλημα των πηγών της γνώσης μας, της ύπαρξης της αντικειμενικής αλήθειας κτλ» [20].

Η φιλοσοφική έννοια της ύλης διαχωρίζει την αντικειμενική πραγματικότητα από την απεικόνισή της. Εδώ γίνεται πλήρης αφαίρεση από τις ιδιότητες, τις σχέσεις, τους τρόπους και τις μορφές ύπαρξης, επειδή θα πρέπει να αποδειχτεί η αντικειμενική ύπαρξη όλων των πραγμάτων και των φαινομένων. Γι’ αυτό η φιλοσοφική έννοια της ύλης δε μπορεί ποτέ να παλιώσει. «Η διδασκαλία [όμως] της επιστήμης για τη δομή της ύλης […] μπορεί να παλιώσει και παλιώνει κάθε μέρα…» [21].

Στο ζήτημα της δομής αναφέρεται επίσης και ο Engels: «…, όποια αντίληψη κι αν σχηματίσει κανείς για τη δομή της ύλης, είναι βέβαιο ότι είναι διαιρεμένη σε μια σειρά μεγάλες, σαφώς καθορισμένες ομάδες με σχετικά διαφορετικό χαρακτήρα μάζας, έτσι που τα μέλη της κάθε ομάδας να έχουν μεταξύ τους ορισμένες πεπερασμένες σχέσεις ως προς τη μάζα […] Το ορατό αστρικό σύστημα, το ηλιακό σύστημα, οι γήινες μάζες, τα μόρια και τα άτομα, τέλος τα σωματίδια του αιθέρα, αποτελούν καθένα τους μια απ’ αυτές τις ομάδες.» [22].

Στο ζήτημα που αφορά στη δομή της ύλης, οι κλασικοί του μαρξισμού χαρακτήριζαν συχνά τη μορφή της ύλης με τη δομή της, απλά ως ύλη. Μ’ αυτή την έννοια ο Engels γράφει: «Γι’ αυτό ήδη ο Χέγκελ παρατηρούσε πάρα πολύ σωστά, πως η ουσία της ύλης είναι έλξη και άπωση. Και πραγματικά, είμαστε όλο και πιο πολύ υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η διαφορά της ύλης έχει ένα όριο όπου η έλξη μετατρέπεται σε άπωση και πως αντίστροφα η συμπύκνωση της απωθημένης ύλης έχει ένα όριο όπου η άπωση γίνεται έλξη.» [23]. Ο Lenin επίσης γράφει: «… η ύλη είναι δυνατό να αναχθεί στον ηλεκτρισμό…» [24]. Είναι προφανές ότι στα πιο πάνω παραθέματα δεν εννοείται η φιλοσοφική κατηγορία της ύλης, αλλά, πολύ περισσότερο, μια φυσικο-επιστημονική μορφή ύλης. Και στις δυό περιπτώσεις ο Engels και ο Lenin χρησιμοποιούν τον όρο «ύλη» με την έννοια της δομής μιας μορφής ύλης. Όταν για παράδειγμα γίνεται λόγος περί ιδιοτήτων της ύλης, τότε ποτέ δεν πρόκειται για ιδιότητες της ύλης με την έννοια της φιλοσοφικής κατηγορίας –αυτή ως γνωστό έχει μόνο μια ιδιότητα-, αλλά για ιδιότητες της δομής, δηλαδή για ιδιότητες μιας μορφής ύλης.

Αυτά τα διαφορετικά ζητήματα, που τονίστηκαν από τους Engels και Lenin, έχουν συχνά οδηγήσει στη θέση, ότι, παράλληλα με τη φιλοσοφική έννοια της ύλης υπάρχει και μια φυσικο-επιστημονική έννοια της ύλης. Η θέση αυτή είναι εσφαλμένη. Η έννοια της υφής ή της δομής της ύλης συσχετίζεται με τη δόμηση συγκεκριμένων μορφών ύλης –δηλαδή, με τα στοιχειώδη σωμάτια, τα άτομα, τα μόρια, τα πλανητικά συστήματα, τους γαλαξίες, τους οργανισμούς, τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία. Γι’ αυτό, το ζήτημα σχετικά με τη δομή της ύλης έχει ισχύ τόσο για τις φυσικές όσο και για τις κοινωνικές επιστήμες. Η ύλη με την έννοια της δομής της δεν παριστάνει μια δεύτερη, αν και υποκείμενη, φυσικο-επιστημονική έννοια, αλλά μια έννοια που συσχετίζεται με όλα τα είδη ύλης, με βάση το ερώτημα: Πως είναι η δομή της ύλης; Η μορφή ύλης «κοινωνία» έχει επίσης τη δική της χαρακτηριστική δομή. Ο Lenin γράφει: «Ο υλισμός έδωσε ένα απόλυτο αντικειμενικό κριτήριο, ξεχωρίζοντας τις σχέσεις παραγωγής, ως διάρθρωση [δομή] της κοινωνίας…» [25].

Το ζήτημα σχετικά με τη δομή, στο βαθμό που συσχετίζεται με όλες τις μορφές ύλης, είναι φιλοσοφικό ζήτημα. Η έννοια «δομή της ύλης» ή «μορφή ύλης» δεν αποτελεί μια δεύτερη έννοια για την ύλη, ακριβώς όπως και η εννοιολογική παγίωση της δομής του ανθρώπου δεν αποτελεί μια δεύτερη έννοια για τον «άνθρωπο». Η έννοια «δομή της ύλης» είναι πολύ πιο πλούσια, και το περιεχόμενό της δεν έχει ολοκληρωθεί επειδή είναι στενά συνδεδεμένη με την πρόοδο των επιστημών. Η φιλοσοφική κατηγορία της ύλης, όμως, είναι τόσο γενική, που το περιεχόμενό της ούτε μπορεί να αλλάξει, ούτε να διαψευστεί.

Οι επιμέρους επιστήμες ερευνούν την ειδική δομή μιας μορφής ύλης. Με την έννοια «ειδική δομή μιας μορφής ύλης» κατανοούμε την εσωτερική δόμηση ενός αντικειμένου, το οποίο χωρικά και χρονικά είναι περιορισμένο και έχει μια σχετική αυτονομία. Αυτό που επιδρά στα αισθητήρια όργανά μας π.χ. με τη μορφή του ορατού, είναι αυτού του είδους και έχει ακόμη μια σαφή μορφή. Υπάρχουν πολλά υλικά αντικείμενα ή δομές που δε μπορούν να απεικονιστούν άμεσα από τις αισθήσεις μας –π.χ. οι διάφορες μορφές ύλης πεδίου. Η ύλη πεδίου μεσολαβείται σ’ εμάς μέσω της επίδρασής της σε άλλα αντικείμενα, όπως για παράδειγμα οι ηλεκτροστατικές επιδράσεις πάνω σε φορτισμένα σώματα, που μπορούν να καταγραφούν σε ειδικές συσκευές.

Η εξέταση της δόμησης της ύλης απαιτεί μια ακριβή διάκριση των μορφών της ύλης, των ιδιοτήτων και των σχέσεων. Οι μορφές της ύλης μπορούν κάλλιστα να μετατραπούν σε άλλες μορφές ύλης, ποτέ όμως στις ιδιότητες ή στις σχέσεις τους. Μερικές φορές από κάποιους μαρξιστές εκφράζεται η άποψη, ότι η διάκριση μεταξύ ιδιοτήτων ή σχέσεων και ύλης, σημαίνει ότι αποσπούνται οι ιδιότητες από την ύλη, και ότι για το λόγο αυτό υποστηρίζεται η παλιά αντίληψη περί ουσίας. Ότι κατά κάποιο τρόπο υπάρχει ένα «κάτι» που δεν έχει ιδιότητες, ένας «φορέας» των ιδιοτήτων και των σχέσεων. Έχουμε τονίσει ήδη ότι τα πράγματα και τα φαινόμενα του περιβάλλοντός μας παριστάνουν δομές, οι οποίες δε μπορούν να θεωρηθούν ως άθροισμα των ιδιοτήτων και των μερών τους. Το αντίθετο, η δομή επηρεάζει τα μέρη της, παράγει στο όλο της ιδιότητες, οι οποίες μπορούν να προκύψουν και να φθαρούν στην πορεία της εξέλιξής της. Η σχέση όλο-μέρος εκφράζει στη σχέση δομή-μέρος, ακριβώς, μια ιδιαιτερότητα, συγκεκριμένα, ότι τα μέρη δεν τίθενται μηχανικά το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά ότι στο όλο ασκούν μια συγκεκριμένη λειτουργία. Οι αντιφατικές διαλεκτικές σχέσεις μέσα σε μια δομή, είναι ακριβώς αυτές που προκαλούν στο σύνολό τους τις ειδικές ιδιότητες. Η διαλεκτική της σχέσης όλο-μέρος βρίσκεται στο ότι τα μέρη, οι σχέσεις και οι ιδιότητες, σχηματίζουν μεν την προϋπόθεση του όλου, δηλαδή, ότι το όλο συνίσταται από τα μέρη του, απ’ την άλλη όμως μεριά –και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος- το όλο είναι κάτι περισσότερο από ένα άθροισμα μερών! Οι μορφές της ύλης, επομένως, είναι κάτι περισσότερο απ’ ό,τι ένα άθροισμα των ιδιοτήτων και των σχέσεών τους.

Οι μορφές της ύλης σε σχέση με τις ιδιότητές τους είναι το πρωτεύον, δηλαδή, μια μορφή ύλης μπορεί να χάσει ιδιότητες χωρίς να εξαφανιστεί ως μορφή ύλης! Οι μορφές ύλης, όπως ήδη αναφέραμε, δε μπορούν να εξαφανιστούν, ενώ οι ιδιότητες μπορούν να προκύψουν και να φθαρούν, να σβήσουν. Το γεγονός αυτό δείχνει την αντιεπιστημονικότητα του ισχυρισμού περί ταυτότητας ιδιοτήτων και ύλης.

Η εξέταση από τις επιμέρους επιστήμες της δομής του υλικού κόσμου, κάνει δυνατή μια ακριβή διάκριση μεταξύ των διάφορων μορφών της ύλης, μεταξύ των υλικών πραγμάτων, των ιδιοτήτων και των σχέσεων. Η έρευνα της δομής της ύλης δεν θα τελειώσει ποτέ. Τόσο οι φυσικές επιστήμες (για παράδειγμα η φυσική, η χημεία, η βιολογία, η φυσιολογία) όσο και οι κοινωνικές επιστήμες (για παράδειγμα η οικονομία, η κοινωνιολογία) ερευνούν όλο και περισσότερες σφαίρες της άπειρης ποικιλομορφίας της ύλης.

Έτσι, κατά την έρευνα της φύσης τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ανακαλυφθεί άπειρες νέες δομές, όπως για παράδειγμα στον τομέα της κβαντικής φυσικής, της μικροβιολογίας κτλ. Σχετικά με τις γνώσεις για τη δομή της ύλης που μας προσφέρουν οι φυσικές επιστήμες, ο Lenin παρατηρεί: «[…] εξαφανίζεται το όριο εκείνο μέχρι το οποίο γνωρίζαμε ως τώρα την ύλη, ότι η γνώση μας προχωρεί βαθύτερα˙ εξαφανίζονται οι ιδιότητες της ύλης που προηγούμενα μας φαίνονταν απόλυτες, αμετάβλητες, πρωταρχικές (το αδιαχώρητο, η αδράνεια, η μάζα κτλ) και που τώρα αποκαλύπτονται ως σχετικές, χαρακτηριστικές μόνο για ορισμένες καταστάσεις της ύλης» [26].

Ενόσω η γνώση των επιμέρους επιστημών για τη δομή της ύλης αναπτύσσεται διαρκώς, η φιλοσοφική έννοια «ύλη» με τον ορισμό που της έδωσε ο Lenin δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Όλες οι δυνατές ανακαλύψεις στο μέλλον που αφορούν στη δομή της ύλης, ανεξάρτητα για το αν πρόκειται για το πεδίο της φύσης ή του υλικού προτσές ζωής της ανθρώπινης κοινωνίας, δεν μπορούν ούτε να αλλάξουν ούτε να άρουν τον φιλοσοφικό ορισμό της έννοιας της ύλης.

Πρέπει, επομένως, να γίνεται διαφοροποίηση, αναφορικά με το ζήτημα της ύλης, μεταξύ της φιλοσοφικής κατηγορίας της «ύλης» και των εννοιών «μορφή ύλης», «δομή ύλης», που εξετάζουν οι επιμέρους επιστήμες. Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται η συνάφεια μεταξύ της έννοιας της ύλης του διαλεκτικού υλισμού και αυτής των γνώσεων των επιμέρους επιστημών για τη δομή της ύλης. Η μαρξιστική φιλοσοφία είναι συνδεδεμένη αδιάσπαστα με τις επιμέρους επιστήμες. Γενικεύει τα αποτελέσματά τους από την κοσμοθεωρητική σκοπιά και ταυτόχρονα παρουσιάζει το φιλοσοφικό θεμέλιο της έρευνας των επιμέρους επιστημών.

Συνοπτικά, σχετικά με τη δομή της ύλης μπορούν να σημειωθούν τα ακόλουθα:

1. Η έννοια «δομή της ύλης» δεν αποτελεί μια δεύτερη έννοια για την ύλη, αλλά είναι υποκείμενη της φιλοσοφικής κατηγορίας «ύλη».

2. Περιλαμβάνει τη δομή όλων των μορφών της ύλης, από τα στοιχειώδη σωμάτια μέχρι την ανθρώπινη κοινωνία –επομένως και αυτή είναι φιλοσοφική έννοια.

3. Η διάκριση μεταξύ υλικών ιδιοτήτων και σχέσεων απ’ τη μια μεριά και των αντίστοιχων μορφών ύλης απ’ την άλλη, είναι δικαιολογημένη και οπωσδήποτε αναγκαία, μόνο μέσα στην προβληματική η οποία ασχολείται με τη δομή της ύλης.

4. Η μορφή ύλης ούτε αποτελείται αθροιστικά από τις ιδιότητες και τις σχέσεις της, ούτε αποτελεί την τελική βάση της ουσίας. Πολύ περισσότερο, ως όλο είναι κάτι περισσότερο από ένα άθροισμα μερών, και είναι καθοριστική σε σύγκριση με τις ιδιότητες και τις σχέσεις της.


2.2.4. Η σημασία της έννοιας της ύλης

Η ύλη ως σημαντική κατηγορία στο διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό έχει μεγάλη κοσμοθεωρητική και μεθοδολογική σημασία. Η έννοια αυτή εκφράζει σε συμπυκνωμένη μορφή τον υλιστικό και αθεϊστικό χαρακτήρα της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Στρέφεται ενάντια σε όλες τις παραλλαγές του ιδεαλισμού και της θρησκείας, γι’ αυτό και καταπολεμείται αμείλικτα απ’ αυτούς.

Η ύλη που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση, αποτελεί τη μοναδική πηγή της γνώσης μας. Η συνείδηση –που η ίδια αποτελεί το ανώτατο προϊόν της ύλης- είναι σε θέση να αντανακλά την ίδια και να γνωρίζει την ποικιλία των συγκεκριμένων μορφών ύπαρξης και κίνησής της. Η αντιπαραβολή ύλης και συνείδησης στο πλαίσιο της γνωσιοθεωρίας είναι απόλυτη. Η διαπίστωση αυτή του Lenin κατευθύνεται κυρίως ενάντια στην υποκειμενική-ιδεαλιστική θέση ότι τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου είναι απλά συμπλέγματα αισθήσεων και ότι οι αισθήσεις παριστάνουν τη μοναδική πραγματικότητα. 

Η υλιστική θέση, δηλαδή, η επιδοκιμασία της φιλοσοφικής αντίληψης για το πρωτεύον της ύλης σε σχέση με τη συνείδηση, έχει επίσης θεμελιώδη θεωρητική και κοσμοθεωρητική σημασία για την πολιτική του μαρξιστικού κόμματος. Έτσι έγινε δυνατό να αποδειχτεί μόνο με βάση τις υλιστικές θέσεις ο ρόλος της εργατικής τάξης, να τεκμηριωθεί αυτός στις υλικές κοινωνικές σχέσεις, ότι το ριζικό αυτής της τάξης δεν εξαρτάται από κάποιο «παγκόσμιο πνεύμα», από μια «απόλυτη ιδέα» (αντικειμενικός ιδεαλισμός) ή από έναν «Θεό», αλλά από την ίδια, από την δική της πάλη η οποία μπορεί να είναι επιτυχής τότε μόνο, όταν η πάλη αυτή συμφωνεί με τις αντικειμενικές νομοτέλειες της κοινωνικής ανάπτυξης. Το να παίρνει κανείς υλιστική θέση στην πολιτική σημαίνει, επομένως, ότι κατά τον καθορισμό των στόχων και των καθηκόντων δεν αφήνεται να οδηγείται από τις επιθυμίες του, αλλά από την ανάλυση των υλικών κοινωνικών σχέσεων, των αντικειμενικών νόμων και των συνθηκών επίδρασής τους.

Η έννοια της ύλης του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού έχει επιπλέον μια μεγάλη μεθοδολογική σημασία για τις φυσικές επιστήμες. Αποδοχή του λενινιστικού ορισμού της ύλης σημαίνει, ερμηνεία του υλικού κόσμου με βάση αυτό τον ίδιο, με βάση τις δικές του νομοτέλειες, χωρίς «επιπρόσθετα υλικά» (Engels), δηλαδή, χωρίς τη βοήθεια μιας πνευματικής αρχής, ενός «Θεού» ή μιας απόλυτης ιδέας. Η έννοια της ύλης προσανατολίζει στην έρευνα των αντικειμενικά-πραγματικών αντικειμένων και συναφειών που υπάρχουν έξω και ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση, καθώς και στην αποκάλυψη των υλικών αιτιών και τις νομοτέλειες των προτσές κατά την θεωρητική διείσδυση σε μέχρι τώρα άγνωστους τομείς της αντικειμενικής πραγματικότητας.


Μέρος 3ο: ΥΛΗ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΗ

3.1. Κίνηση – τρόπος ύπαρξης της ύλης

Η αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση, είναι η αυτο-κινούμενη ύλη. Δεν υπάρχει ύλη χωρίς κίνηση ούτε κίνηση χωρίς ύλη. Η ύλη αποτελεί τρόπο ύπαρξης και ενδογενές κατηγόρημα της ύλης.

Η διαλεκτική-υλιστική θεωρία περί κίνησης είναι ελεύθερη τόσο από τους μηχανιστικούς περιορισμούς όσο και από τις ιδεαλιστικές παραμορφώσεις. Προέκυψε σε συνάφεια με τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές, κυρίως του 19ου αιώνα, οι οποίες έκαναν δυνατή την ανακάλυψη των γενικών νόμων κίνησης της κοινωνικής ζωής, με τις φυσικο-επιστημονικές ανακαλύψεις από τα μέσα του 19ου αιώνα και αυτών στις αρχές του 20ου αιώνα –εκείνων των προόδων στην επιστήμη, οι οποίες ολοένα και περισσότερο αποκάλυπταν την ποιοτική ιδιαιτερότητα διαφόρων μορφών κίνησης της ύλης και της εσωτερικής της συνάφειας.

Ο διαλεκτικός υλισμός με την έννοια «κίνηση» κατανοεί γενικά την κίνηση ως τρόπο ύπαρξης και ενδογενές κατηγόρημα της ύλης, συγκεκριμένα, όλες τις αλλαγές και τα προτσές που λαμβάνουν χώρα στο αντιληπτό από τον άνθρωπο σύμπαν, από την απλή μετατόπιση στο χώρο ως τη σκέψη. Κάθε μορφή κίνησης είναι μεν συνδεδεμένη με την μετατόπιση, όμως δεν ανάγεται σ’ αυτήν. 

Η έννοια της κίνησης, όπως επίσης και η έννοια της ύλης, αποτελεί φιλοσοφική αφαίρεση σε μια υψηλή βαθμίδα γενίκευσης. Αισθητηριακά αντιληπτές υπάρχουν μόνο συγκεκριμένες/ειδικές μορφές κίνησης. Έτσι, όπως η έννοια της ύλης δεν πρέπει να ταυτίζεται με την έννοια της μιας ή της άλλης συγκεκριμένης μορφής ύλης, π.χ. την ουσία ή το πεδίο, έτσι και η φιλοσοφική έννοια της κίνησης δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη μια ή την άλλη συγκεκριμένη μορφή κίνησης, π.χ. την μηχανική κίνηση, την κίνηση των ουράνιων σωμάτων, τον μεταβολισμό στον οργανισμό, την αλλαγή των παραγωγικών δυνάμεων, την πάλη των κοινωνικών τάξεων κτλ. 

Η φιλοσοφική έννοια της ύλης πιάνει το γενικό, αυτό που είναι κοινό σε όλες τις ξεχωριστές και ιδιαίτερες μορφές κίνησης της ύλης. Αυτό το κοινό βρίσκεται στο ότι η κίνηση της ύλης –ανεξάρτητα απ’ το με ποια μορφή αυτή εμφανίζεται- είναι γενικά αλλαγή. Η κίνηση δεν είναι μια ιδιότητα της ύλης δίπλα στις άλλες, αλλά αποτελεί τον τρόπο ύπαρξής της. «Η κίνηση στη γενικότερή της έννοια, ως τρόπος ύπαρξης της ύλης, ως εσωτερική της ιδιότητα, περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές και όλα τα φαινόμενα που συμβαίνουν στο σύμπαν, από την απλή μετατόπιση ως τη σκέψη» [27].

Η φιλοσοφική έννοια της κίνησης σχετίζεται με όλες τις αλλαγές, συμπεριλαμβανομένου των προτσές ανάπτυξης. Έτσι για παράδειγμα, τα προτσές της γένεσης του ηλιακού μας συστήματος, της μετάβασης από την ανόργανη στην οργανική ύλη, της προέλευσης της ζωής πάνω στη Γη, της ανθρωπογένεσης, της αντικατάστασης ξεχωριστών οικονομικών σχηματισμών κτλ, αποτελούν διάφορα προτσές ανάπτυξης/εξέλιξης.

Οι διάφορες μορφές κίνησης μεταβαίνουν η μια στην άλλη. Εδώ η κίνηση δε μπορεί ούτε να χαθεί ούτε να προκύψει εκ νέου, όπως αποδείχτηκε ήδη το 19ο αιώνα με την ανακάλυψη της αρχής διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας. Η κίνηση ούτε μπορεί να δημιουργηθεί ούτε να καταστραφεί. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την κατανόηση της υλιστικής διαλεκτικής να τονιστεί, ότι η διαπίστωση αυτή έχει ισχύ όχι απ’ την ποσοτική, αλλά απ’ την ποιοτική σκοπιά. «Η αφθαρσία της κίνησης δεν μπορεί να νοηθεί μονάχα ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά. Η ύλη, που η καθαρά μηχανική της μετατόπιση έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, σε θερμότητα, ηλεκτρισμό, χημική δράση, ζωή, αλλά που δεν μπορεί να δημιουργήσει μόνη της αυτές τις συνθήκες έχει χάσει κίνηση…» [28].

Αν η κίνηση κατανοηθεί ως τρόπος ύπαρξης της ύλης, τότε αναγνωρίζεται ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει ανάγκη εξωτερικής (θεϊκής) ώθησης. Αυτή είναι η αυτο-κίνηση της ύλης και η αιτία της βρίσκεται στις εγγενείς αντιφάσεις της. Ήδη ο Hegel, αναφορικά με τις απορίες των Ελεατών, γράφει: «Πρέπει να καταλογίσουμε στους αρχαίους διαλεκτικούς τις αντιφάσεις, τις οποίες αποκάλυψαν μέσα στην κίνηση˙ αυτό όμως δεν σημαίνει ότι γι’ αυτό το λόγο δεν υπάρχει κίνηση, αλλά μάλλον ότι η κίνηση είναι η ίδια προσδιορισμένη-ούσα αντίφαση.» [29]. Στην κίνηση, για την οποία κάνει λόγο ο Ζήνων ο Ελεάτης στα παράδοξά του, όπου την αρνούνταν, επρόκειτο για λογική αντιφατικότητα και όχι για πραγματική διαλεκτική αντιφατικότητα της κίνησης. Επρόκειτο για μηχανική μετατόπιση στο χώρο. Ο αντιφατικός χαρακτήρας που ισχύει για την κίνηση αυτή, ισχύει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό για τις υψηλότερες μορφές κίνησης της ύλης. «Αν ήδη η απλή μηχανική κίνηση επιτόπου εμπεριέχει μια αντίφαση, πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για τις ανώτερες μορφές κίνησης της ύλης…» [30]. Έτσι, π.χ., η αντίφαση αποτελεί τη βάση της ύπαρξης όλων των έμβιων οργανισμών, αυτής μεταξύ αναβολισμού και καταβολισμού, ενόσω η αντίφαση μεταξύ κληρονομικότητας και προσαρμογής καθορίζει την ανάπτυξη των οργανισμών. «… η ζωή είναι επίσης μια αντίφαση, η οποία υπάρχει στα ίδια τα πράγματα και τα συμβάντα και συνεχώς δημιουργείται και λύνεται. Μόλις σταματήσει η αντίφαση, σταματάει ζωή και επέρχεται ο θάνατος.» [31]

Η ύλη, επομένως, δεν είναι ακίνητη, νεκρή ουσία, αλλά είναι δυνατή ως ποικιλία των συγκεκριμένων μορφών κίνησης και ανάπτυξής της. Απ’ την άλλη μεριά δεν υπάρχει κίνηση ως τέτοια, αποσπασμένη από την ύλη, αλλά μόνο κίνηση της ύλης στην πολλαπλότητα των συγκεκριμένων μορφών της. Οι εκφράσεις, επομένως, «ο κόσμος είναι κινούμενη ύλη» και «ο κόσμος είναι υλική κίνηση», έχουν την ίδια σημασία [32]. 

Ο διαλεκτικός υλισμός, ο οποίος συνδέει τη διαλεκτική αντίληψη της κίνησης ως αυτο-κίνηση μ’ έναν συνεπή υλιστικό μονισμό, κάνει έτσι σαφές ότι κάθε προσπάθεια να νοηθεί η κίνηση χωριστά από την ύλη, οδηγεί αναγκαστικά στο φιλοσοφικό ιδεαλισμό. Η αναγνώριση της κίνησης με ταυτόχρονη άρνηση της ύλης, οδηγεί στην αντίληψη ότι υπάρχει μόνο μια κίνηση, αυτή των αισθήσεών μας, των παραστάσεων, των εννοιών κτλ, δηλαδή στον υποκειμενικό ιδεαλισμό. Αντίστροφα, η αποδοχή της ύπαρξης της ύλης χωρίς την κίνηση οδηγεί στον αντικειμενικό ιδεαλισμό, γιατί η αποδοχή αυτή ξεκινά απ’ το ότι η κίνηση είναι κάτι εξωτερικό της ύλης και, επομένως, η ύλη έχει ανάγκη από μια πρώτη ώθηση για να κινηθεί. 

Ο διαλεκτικός υλισμός βρίσκεται σε συμφωνία με τις σύγχρονες φυσικές επιστήμες όταν τονίζει την αδιάσπαστη αλληλεξάρτηση ύλης και κίνησης. Σύμφωνα με την ειδική θεωρία της σχετικότητας, η ενέργεια και η μάζα εμφανίζονται πάντα συνδεδεμένες με βάση τη σχέση E = m c2 (c = ταχύτητα του φωτός). Επειδή η φυσική κίνηση συνδέεται με την ενέργεια και η μάζα αποτελεί μια ειδική μορφή της ύλης, η σχέση αυτή επιβεβαιώνει απ’ τη σκοπιά της φυσικής τη φιλοσοφική θέση περί αδιάσπαστης αλληλεξάρτησης μεταξύ ύλης και κίνησης. Ο Lenin ήταν ήδη σε θέση να αποδείξει ότι όλες οι προσπάθειες που στόχευαν στο χωρισμό της ενέργειας και, επομένως, της κίνησης από την ύλη, με βάση τη φυσική, είναι αβάσιμες και φιλοσοφικά οδηγούν στον ιδεαλισμό.

Από την αδιάσπαστη αλληλοσύνδεση ύλης και κίνησης προκύπτει ότι «η κίνηση είναι εξίσου αδύνατο να δημιουργηθεί και να καταστραφεί όπως και η ίδια η ύλη.» [33]. Η φυσική, ποσοτική έκφραση αυτής της φιλοσοφικής θέσης είναι η αρχή διατήρησης της ενέργειας, ενώ η ποιοτική της είναι η δυνατότητα μετατροπής μιας μορφής κίνησης σε ποιοτικά άλλες μορφές κίνησης. Αν δεν ληφθεί υπόψη ακριβώς αυτή η ποιοτική πλευρά, τότε αυτό οδηγεί σε σοβαρές κοσμοθεωρητικές συνέπειες, παρέχοντας έτσι ιδιαίτερη υποστήριξη σε εικασίες, όπως αυτή περί θερμικού θανάτου του σύμπαντος. Αν η κίνηση διατηρούνταν μεν ποσοτικά, δεν μπορούσε ούτε να δημιουργηθεί ούτε να καταστραφεί, οι ξεχωριστές της όμως ποιοτικά διαφορετικές μορφές δεν μετατρέπονταν η μια στην άλλη, αν η ύλη δεν είχε τη δύναμη να παραγάγει η ίδια τις ποιοτικά διαφορετικές μορφές κίνησής της, τότε για να παραγάγει κάθε μια από αυτές θα ήταν αναγκαία μια νέα πράξη δημιουργίας. Αν απ’ την άλλη μεριά απέρριπτε κανείς την επαναλαμβανόμενη δημιουργία και αποδεχόταν ότι η ύλη βρέθηκε σε θέση μόνο μια φορά κατά τη διάρκεια της αιώνια απεριόριστης ύπαρξής της να διαφοροποιήσει την κίνησή της και να παραγάγει όλο τον πλούτο των μορφών της κίνησής της, και ότι όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα παρέμεινε περιορισμένη σε μια απλή μετατόπιση, τότε αυτό θα σήμαινε «πως ισχυριζόμαστε ότι η ύλη είναι θνητή και η κίνηση προσωρινή» [34]. Και οι δυό εναλλακτικές οδηγούν στο φιλοσοφικό ιδεαλισμό, με τον συνεπή υλισμό είναι ασυμβίβαστες. Η αφθαρσία της κίνησης πρέπει, επομένως, να κατανοηθεί τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά.

Η θεωρία του διαλεκτικού υλισμού περί κίνησης και των μορφών κίνησης σχηματίζει το επιστημονικό αντικειμενικό σημείο αφετηρίας για την ταξινόμηση των επιστημών, το οποίο πρέπει να ξεκινά από τις βασικές μορφές κίνησης και την αντικειμενικά πραγματική τους συνάφεια.

Για την κοινωνική ζωή και τη δράση των ανθρώπων αυτή δεν είναι μικρότερης σημασίας: με το να κατανοεί την ανθρώπινη κοινωνία ως μέρος της καθολικής αλληλοσύνδεσης του υλικού κόσμου, για τον οποίο ισχύουν, όπως και για τη φύση, αντικειμενικοί, ποιοτικά, όμως, ειδικοί νόμοι της κίνησης και της ανάπτυξης/εξέλιξης, με το να αποδεικνύει ότι η κοινωνία, όπως και η φύση, υπόκεινται στην αδιάκοπη κίνηση και ανάπτυξη, η διαλεκτική-υλιστική θεωρία περί κίνησης προσανατολίζει στη συνειδητή γνώση και στην αξιοποίηση των νομοτελειών της κοινωνικής ανάπτυξης, στη συνειδητή εκτέλεση των κοινωνικών αλλαγών προς το συμφέρον της κοινωνικής προόδου.

Το πρόβλημα της σχέσης ύλης και κίνησης αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο της φιλοσοφικής και ιδεολογικής πάλης. Όλες οι προοδευτικές τάξεις έκαναν κριτική στη φιλοσοφική αντίληψη περί μιας απόλυτης, αμετάβλητης, αιώνια παραμένουσας πραγματικότητας. Απ’ την άλλη μεριά οι αντιδραστικές τάξεις, οι οποίες ενδιαφέρονται για τη διατήρηση της υπάρχουσας, ιστορικά ξεπερασμένης κοινωνικής κατάστασης, παρουσιάζουν πάντα την αιωνιότητα, το αμετάβλητο ή ακόμη και την «αγιοποίηση» αυτής ακριβώς της κατάστασης, αρνούμενοι εδώ την εξέλιξη, κάνοντας επίκληση σ’ ένα «απόλυτο».


3.2. Κίνηση και ηρεμία

Ηρεμία είναι η διαλεκτική αντίθεση της κίνησης. Ενόσω η κίνηση είναι απόλυτη, η ηρεμία έχει σχετικό χαρακτήρα. Ο σχετικός χαρακτήρας της ηρεμίας βρίσκεται στο ότι κάθε κατάσταση ηρεμίας ή ισορροπίας είναι συνδεδεμένη με μια κατάσταση κίνησης και υπάρχει μόνο σε σχέση μ’ αυτή. 

Με τη γενική έννοια, η ηρεμία εκφράζει την σταθερότητα των πραγμάτων και των φαινομένων στη κίνηση, στην ανάπτυξή τους, τη σχετική ισορροπία μεταξύ των κινούμενων πραγμάτων, τη διατήρηση μιας συγκεκριμένης κατάστασης στο χώρο και στο χρόνο. Η ηρεμία ως ειδική περίπτωση της κίνησης αποτελεί ταυτόχρονα ένα αναγκαίο στοιχείο της ύπαρξης και ανάπτυξης των πραγμάτων και των φαινομένων, παράλληλα, όμως, αποτελεί και την απαραίτητη προϋπόθεση για τη γνώση τους. Η ηρεμία κάνει δυνατό, τα αντικείμενα και τα προτσές, που σ’ ένα δοσμένο χρονικό διάστημα είναι αυτά τα ίδια και όχι κάποια άλλα, να αναγνωρισθούν στη σχετική τους αυτονομία, να συνοψιστούν νοητικά με βάση τις ουσιαστικές τους ιδιότητες και να απεικονιστούν προσεγγιστικά σε έννοιες. 

Ένα υλικό αντικείμενο ή σύστημα βρίσκεται σε ηρεμία μόνο κατά μια συγκεκριμένη άποψη. Ταυτόχρονα παρουσιάζει ένα πλήθος αλλαγών. Στη μηχανική, για παράδειγμα, έχει νόημα να μιλάμε για σώματα σε κατάσταση ηρεμίας, όταν έχει καθοριστεί για ποιο σύστημα αναφοράς συσχετίζεται η συγκεκριμένη πρόταση. Ένα σώμα το οποίο στη Γη βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, δεν βρίσκεται σε απόλυτη ηρεμία αλλά συμμετέχει στην περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της, στην περιστροφή γύρω από τον ήλιο καθώς και σε άλλες κινήσεις που λαμβάνουν χώρα στο ορατό σε μας σύμπαν. Μέσα στο σώμα λαμβάνουν επίσης χώρα η θερμική κίνηση των μορίων, η κίνηση των ηλεκτρονίων και άλλων στοιχειωδών σωματίων κτλ. Τα κοινωνικά προτσές εμπεριέχουν επίσης το στοιχείο της ηρεμίας. Έτσι, π.χ., ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός παραμένει αμετάβλητος στην ουσία του ως εκμεταλλευτική τάξη πραγμάτων. Ταυτόχρονα, όμως, μέσα στον καπιταλισμό λαμβάνουν χώρα διαρκείς αλλαγές (ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, όξυνση της ταξικής πάλης κτλ). Απόλυτη ισορροπία δεν υπάρχει επομένως πουθενά, ούτε στη φύση ούτε στην κοινωνία. Η ηρεμία και η ισορροπία είναι πάντα σχετικές, αποτελούν συγκεκριμένες καταστάσεις κίνησης της ύλης.

Η ηρεμία δεν υπάρχει απόλυτα, αναπόσπαστα από την κίνηση, αλλά συνδέεται πάντα με μια συγκεκριμένη διαδικασία κίνησης. Η σχετικότητά της είναι επίσης δοσμένη, με το ότι η ίδια είναι χρονικά παροδική, υπάρχει μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ενόσω η κίνηση ως γενικός τρόπος ύπαρξης της ύλης είναι απόλυτη και αέναη. Απόλυτη ηρεμία θα ήταν δυνατή μόνο εκεί όπου δεν υπάρχει κίνηση και, επομένως, δεν υπάρχει ύλη. Επειδή αυτή η συνθήκη δεν είναι ποτέ και πουθενά δοσμένη, στον υλικό κόσμο δεν υπάρχουν απόλυτες καταστάσεις ηρεμίας.

Η ηρεμία αποτελεί βασική συνθήκη για τη διαφοροποίηση που λαμβάνει χώρα στο προτσές εξέλιξης της ύλης. Κάθε βαθμίδα στην εξέλιξη της ύλης από την κατώτερη προς την ανώτερη, χαρακτηρίζεται από ένα νέο είδος δυναμικής ισορροπίας τόσο μέσα στα σώματα όσο και μεταξύ ενός σώματος και του περιβάλλοντός του.

* * *

Όπως αναφέρθηκε ήδη, η κίνηση ως τρόπος ύπαρξης της ύλης έχει χαρακτήρα απόλυτο. Αυτό δεν πρέπει να κατανοηθεί με τρόπο τέτοιο σαν να υπήρχε απόλυτη κίνηση σε ό,τι αφορά σ’ ένα προκαθορισμένο σύστημα αναφοράς στον απόλυτο χώρο, αλλά σημαίνει ότι δεν υπάρχει ύλη χωρίς κίνηση. Η απόλυτη φύση της κίνησης πραγματοποιείται στην μετατρεψιμότητα των ποιοτικά ειδικών μορφών κίνησης της ύλης της μιας στην άλλη, των οποίων η ύπαρξη και η αμοιβαία σχέση μεταξύ τους είναι σχετική. Η κίνηση, επομένως, αποτελεί μια ενότητα αντιθέτων του απόλυτου και του σχετικού.

Ο απόλυτος χαρακτήρας της κίνησης πρέπει επίσης να γίνει αντιληπτός σε αντίθεση με το σχετικό χαρακτήρα της ηρεμίας. «Η κάθε ηρεμία, η κάθε ισορροπία είναι μόνο σχετική, έχει μόνο νόημα σε σχέση με τη μία ή την άλλη μορφή κίνησης» [35]. Η αντίληψη ότι η κίνηση και η αλλαγή είναι απλά μετάβαση από μια κατάσταση ισορροπίας σε μια άλλη, δηλαδή ότι είναι σχετική, προσωρινή, ότι αποτελεί μια ειδική περίπτωση της ηρεμίας και ότι, αντίθετα, η κατάσταση ισορροπίας, η ηρεμία, είναι απόλυτη, διαψεύδεται από το σύνολο των εμπειριών της επιστήμης, της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής. Το εσφαλμένο αυτής της αντίληψης προκύπτει ήδη από απλούς θεωρητικούς συλλογισμούς περί συστήματος. 

Μπορεί να δειχτεί ότι για ένα υλικό σύστημα πρέπει να είναι δοσμένες συγκεκριμένες συνθήκες, ώστε αυτό να βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας. Αυτές οι συνθήκες ισορροπίας προκύπτουν απ’ το ότι η σχέση μεταξύ εισροής και εκροής του συστήματος χρονικά δεν πρέπει να αλλάξει. Η κατάσταση ισορροπίας είναι, επομένως, δοσμένη μόνο για συγκεκριμένες συνθήκες, δηλαδή είναι σχετική. Για κάθε όμως υλικό σύστημα υπάρχει τουλάχιστον ένας τρόπος συμπεριφοράς, ο οποίος τελικά οδηγεί έξω από το σύνολο εκείνων των καταστάσεων του συστήματος, οι οποίες το χαρακτηρίζουν ως σύστημα και αποτελούν την ποιοτική του προσδιοριστικότητα. Γι’ αυτό κάθε σύστημα είναι σε θέση μόνο παροδικά και μόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να διατηρήσει την σταθερότητά του σε σχέση με τις εσωτερικές και εξωτερικές διαταραχές. Αν οι διαταραχές αυτές πάρουν το πάνω χέρι, τότε το σύστημα μεταβαίνει σε μια ποιοτικά νέα κατάσταση.

Επιπλέον, υπάρχουν επίσης υλικά συστήματα τα οποία γενικά δεν παρουσιάζουν καταστάσεις ισορροπίας. Κατά κανόνα όμως τα υλικά συστήματα της αντικειμενικής πραγματικότητας είναι τέτοιας φύσης, που μπορούν να διατηρήσουν τουλάχιστον παροδικά την σταθερότητά τους. Αν δεν ήταν έτσι, τότε ο κόσμος στην καλύτερη περίπτωση θα ήταν ένα στατιστικό χάος χωρίς σχετικές καταστάσεις ηρεμίας. Οι καταστάσεις ισορροπίας των υλικών συστημάτων, τέλος, δεν είναι και οι ίδιες απόλυτα δύσκαμπτες και χωρίς κίνηση. Η κατάσταση ισορροπίας των δυναμικών υλικών συστημάτων –κι εδώ πρόκειται για τέτοια της αντικειμενικής πραγματικότητας, π.χ. άτομα, πλανητικό σύστημα, οργανισμοί, κοινωνικά συστήματα- αποτελούν ένα δυναμικό σύστημα ισορροπίας, μια σχετική κατάσταση ηρεμίας του συνολικού συστήματος, του οποίου τα ξεχωριστά στοιχεία βρίσκονται μεταξύ τους σε μια συνεχή αλληλεπίδραση και το οποίο βρίσκεται κάτω από τις διαρκείς επιδράσεις του περιβάλλοντός του, ενώ το ίδιο ασκεί επίσης τέτοιες επιδράσεις. Γι’ αυτό «κάθε ισορροπία είτε είναι μόνο σχετική ηρεμία είτε η ίδια είναι κίνηση σε ισορροπία, όπως αυτή των πλανητών. Απόλυτη ηρεμία είναι μόνο νοητή, εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη» [36]

Η κίνηση δεν είναι μόνο ενότητα αντιθέτων του απόλυτου και της ηρεμίας, αλλά επίσης του διαρκούς και του ασυνεχούς. Εδώ η συνάρτηση της κίνησης εκφράζεται με τις αντιφατικές ιδιότητες της χωρο-χρονικής σχέσης.


3.3. Σύντομη κριτική ιδεαλιστικών αντιλήψεων περί κίνησης και ηρεμίας

Η θεωρητική απολυτοποίηση της ηρεμίας οδηγεί αναγκαστικά σε θρησκευτικές και ιδεαλιστικές αντιλήψεις περί ενός εξωκοσμικού, άυλου, ακίνητου όντος, στο οποίο κάθε κίνηση του κόσμου έχει αρχή και τέλος. 

Απ’ την άλλη μεριά η άρνηση της ηρεμίας οδηγεί στον ακραίο σχετικισμό, για τον οποίο όλα αλλάζουν διαρκώς και σ’ αυτό το αδιάκοπο προτσές δεν υπάρχουν σχετικά σταθερά σημεία και καταστάσεις ηρεμίας. Έτσι π.χ. για τον Henri-Louis Bergson, έναν από τους εκπροσώπους του ιδεαλιστικού ρεύματος της «Φιλοσοφίας της Ζωής», η κίνηση και η ανάπτυξη είναι ένα καθαρά συνεχές προτσές, στο οποίο δεν υπάρχουν ασυνέχειες και σχετικές καταστάσεις ηρεμίας. Στην πραγματικότητα όμως, λόγω του ότι η κίνηση και η ανάπτυξη περικλείουν την ηρεμία, είναι δυνατό να γνωριστούν τα αντικείμενα και τα προτσές. Γνωσιοθεωρητικά, η άρνηση της σχετικής σταθερότητας των πραγμάτων, των συστημάτων κτλ, οδηγεί στον αγνωστικισμό. Απ’ τη σκοπιά του αγνωστικισμού κάθε επιστημονικός ορισμός δεν έχει νόημα, επειδή στο στοιχείο του ορισμού, το πράγμα για το οποίο εκφράζεται κάτι, έχει ήδη αλλάξει ξανά και, επομένως, μ’ αυτή τη μορφή παραμένει διαρκώς μη γνώσιμο. Με άλλα λόγια, ο αγνωστικισμός κηρύσσει ως μη γνώσιμη την ουσία του εκάστοτε επιπέδου γνώσης και, σε τελική ανάλυση, την αντικειμενική πραγματικότητα.

Το στοιχείο της σχετικής ηρεμίας στην εξέλιξη των φαινομένων, κάνει δυνατό να ειδωθούν αυτά ως σχετικά αυτόνομα. Κατ’ αυτό τον τρόπο γίνεται δυνατή η νοητή σύνοψη συγκεκριμένων σταθερών ομάδων από πράγματα και έννοιες, καθώς και η διατύπωση επιστημονικών νόμων ως απεικονίσεις των φαινομένων. 

Στις μεταφυσικές αντιλήψεις που αφορούν στη διαλεκτική σχέση κίνησης και ηρεμίας, παίζει ένα συγκεκριμένο ρόλο η λεγόμενη θεωρία της ισορροπίας. Εδώ πρόκειται για μια μηχανιστική αντίληψη, η οποία απολυτοποιεί την παροδική υπάρχουσα ισορροπία μεταξύ των αντικειμένων, και αναγνωρίζει την κίνηση μόνο ως σχετική. Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη τα υλικά αντικείμενα ή τα συστήματα βρίσκονται σε κατάσταση ισορροπίας για τόσο διάστημα, έως ότου ως αποτέλεσμα μιας εξωτερικής ώθησης μεταβούν σε μια άλλη κατάσταση ισορροπίας. Η θεωρία της ισορροπίας προϋποθέτει, επομένως, αναγκαστικά την παραδοχή μιας εξωτερικής «ώθησης» και κατ’ αυτό τον τρόπο οδηγεί στον ιδεαλισμό. Η θεωρία αυτή βρίσκεται σε αντίφαση με την υλιστική διαλεκτική, για την οποία –όπως γράφει ο Engels- δεν υπάρχει ασφαλώς καμιά δυσκολία να εκφράσει την κίνηση στο αντίθετό της, στην ηρεμία. Για τη διαλεκτική «η όλη αντίθεση είναι μόνο σχετική. Δεν υπάρχει απόλυτη ηρεμία, δεν υπάρχει ισορροπία άνευ όρων. Η επιμέρους κίνηση επιδιώκει την ισορροπία, η ολική κίνηση αναιρεί πάλι την ισορροπία. Έτσι, η ηρεμία και η ισορροπία, όπου υπάρχουν, είναι το αποτέλεσμα μιας περιορισμένης κίνησης και είναι αυτονόητο ότι η κίνηση αυτή μπορεί να μετρηθεί με το αποτέλεσμά της, ότι μπορεί να εκφραστεί μ’ αυτό και να αποκατασταθεί πάλι με τη μία ή την άλλη μορφή από το αποτέλεσμά της.» [37]


3.4. Μορφές κίνησης της ύλης

Με την έννοια «μορφές κίνησης της ύλης» κατανοούμε τους βασικούς τύπους της κίνησης και της αλληλεπίδρασης των υλικών συστημάτων, των αντικειμένων, των προτσές κτλ. Η κίνηση, όπως έχουμε ήδη τονίσει, δεν υπάρχει καθεαυτή, αποσπασμένη από την ύλη, αλλά μόνο με τη μορφή των ποικίλων συγκεκριμένων κινήσεων των ξεχωριστών υλικών συστημάτων, αντικειμένων κτλ.

Ξεκινώντας από το επίπεδο ανάπτυξης των επιστημών του 19ου αιώνα, ο Engels [38] διέκρινε πέντε βασικές μορφές κίνησης: 1. τη μηχανική (απλή μετατόπιση), 2. τη φυσική (κίνηση των μορίων), 3. τη χημική (κίνηση των ατόμων), 4. τη βιολογική (ζωή), 5. την κοινωνική (κοινωνική ανάπτυξη).

Στην πάροδο όμως της παραπέρα ανάπτυξης των επιστημών, ιδιαίτερα στα μέσα του 20ου αιώνα, οι γνώσεις μας για τις μορφές κίνησης της ύλης διευρύνθηκαν σημαντικά (πυρηνικά προτσές, μετατροπές στοιχειωδών σωματίων κτλ). Η ανάπτυξη αυτή δείχνει ότι η κίνηση είναι ανεξάντλητη όσο και η ίδια η ύλη. Το πρόβλημα της ταξινόμησης των μορφών κίνησης προσκρούει σήμερα για αυτό το λόγο σε αυξανόμενα μεγαλύτερες δυσκολίες απ’ ό,τι την εποχή του Engels. Αν θέλει να διατηρήσει σήμερα κανείς την ταξινόμηση που έχει κάνει ο Engels, τότε πρέπει να του είναι σαφές ότι εδώ μπορεί να πρόκειται μόνο για βασικές μορφές κίνησης, από τις οποίες καθεμιά απ’ αυτές αποτελείται με τη σειρά της από ένα πλήθος ποιοτικά διαφόρων μορφών κίνησης. Έτσι, μπορεί για παράδειγμα, η μηχανική κίνηση να είναι ευθύγραμμη ή μη ευθύγραμμη, περιστροφική ή ταλάντωση, σταθερή ή επιταχυνόμενη κτλ. Στη φυσική κίνηση μπορούν να προσμετρηθούν τόσο η μοριακή κίνηση της θερμότητας όσο και οι ηλεκτρομαγνητικές ταλαντώσεις, τα ατομικά και πυρηνικά προτσές, η κίνηση και η αμοιβαία μετατροπή των στοιχειωδών σωματίων, η βαρύτητα κτλ. Η κοινωνική μορφή κίνησης θα περιλάμβανε διάφορες μορφές κίνησης, όπως, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την ταξική πάλη, την πρόοδο της κουλτούρας και της επιστήμης, τη νόηση, τη συνείδηση κ.α. Αυτό δείχνει ότι για τον καθορισμό της ποιοτικής ιδιαιτερότητας μιας συγκεκριμένης μορφής κίνησης δε μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Σήμερα δεν είναι πλέον δυνατό οι μορφές κίνησης να κατονομαστούν με βάση τις επιστήμες που τις εξετάζουν. Υπάρχουν ειδικές μορφές κίνησης, οι οποίες εξετάζονται από διάφορες επιστήμες, απ’ την άλλη όμως υπάρχουν επιστήμες (π.χ. γεωδαισία κτλ) οι οποίες δεν σχετίζονται μόνο με μια συγκεκριμένη μορφή κίνησης. 

Οι διάφορες βασικές μορφές κίνησης δεν υπάρχουν απομονωμένα μεταξύ τους. Οι νομοτέλειες μιας κατώτερης βασικής μορφής διατηρούν την ισχύ τους στην ανώτερη. Έτσι για παράδειγμα, ο άνθρωπος ως κοινωνική ουσία υποτάσσεται επίσης στους βιολογικούς, χημικούς και φυσικούς νόμους.

Με την ευρεία έννοια μπορεί να γίνει διάκριση σε τρεις μεγάλες ομάδες βασικών μορφών κίνησης: στην ανόργανη ύλη, την οργανική ύλη και την κοινωνία. Μέσα σ’ αυτές τις ομάδες υπάρχει μια πληθώρα από ιδιαίτερες μορφές κίνησης, οι οποίες είναι χαρακτηριστικές για συγκεκριμένους τύπους συναφειών και αλληλεπιδράσεων των υλικών αντικειμένων.

Αντίστοιχα προς το σημερινό επίπεδο της γνώσης, η ποιοτική ιδιαιτερότητα μιας συγκεκριμένης μορφής κίνησης της ύλης καθορίζεται από μια σειρά κριτηρίων, τα οποία πρέπει να βλέπονται κάθε φορά σε αλληλοσύνδεση. Εδώ ανήκουν:

1. Ο τύπος των υλικών αντικειμένων. Κάθε μορφή κίνησης χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες υλικές δομές, έχει τους ειδικούς υλικούς φορείς της. Αυτοί μπορεί να είναι: α) υλικά συστήματα τα οποία ανήκουν στο ίδιο επίπεδο δομής της ύλης, αποτελούνται από ομοειδή στοιχεία και κάθε φορά παρουσιάζουν τους ίδιους τρόπους συμπεριφοράς (π.χ. στοιχειώδη σωμάτια, άτομα, μόρια), β) υλικά συστήματα με στοιχεία διαφορετικής φύσης αλλά της ίδιας δομής και, επομένως, την ίδια λειτουργική συμπεριφορά (π.χ. συστήματα διεύθυνσης και ρύθμισης διαφορετικού είδους).

2. Ο τύπος της αλληλεπίδρασης μεταξύ των αντικειμένων. Αυτός συνδέεται άμεσα με τον εκάστοτε τύπο των αντικειμένων ή των συστημάτων (π.χ. τα διάφορα είδη αλληλεπίδρασης μεταξύ των στοιχειωδών σωματίων, η ηλεκτρομαγνητική αλληλεπίδραση, η βαρυτική αλληλεπίδραση, η αλληλεπίδραση μεταξύ οργανισμού και περιβάλλοντος, μεταξύ των ξεχωριστών ατόμων ή των τάξεων, μεταξύ ατόμου και κοινωνίας κτλ).

3. Από τον τύπο των εκάστοτε αντικειμένων και αυτόν της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης προκύπτει ένας αντίστοιχος τύπος νομοτελειών, ο οποίος είναι ιδιαίτερος για την εκάστοτε μορφή κίνησης και δε μπορεί να συρρικνωθεί σε άλλες μορφές κίνησης.

Για να μπορεί κανείς να ταξινομήσει τις ξεχωριστές μορφές κίνησης της ύλης σε μια γενετική σειρά, πρέπει να προσέξει την αρχή της ιστορικής εξέλιξης της μιας από την άλλη. Μια μορφή κίνησης είναι τόσο υψηλότερη όχι μόνο από το πόσο πολυπλοκότερα είναι τα υλικά συστήματα που ανήκουν σ’ αυτήν, αλλά όσο περισσότερες άλλες μορφές περιλαμβάνει και δομείται πάνω σ’ αυτές. Έτσι, η οργανική μορφή κίνησης είναι υψηλότερη απ’ ό,τι η χημική ή η φυσική, επειδή τα οργανικά συστήματα παρουσιάζουν έναν υψηλότερο βαθμό σύνθεσης απ’ ό,τι τα χημικά ή τα φυσικά και επειδή η ύπαρξη, η αλλαγή και η ανάπτυξη των οργανικών συστημάτων λαμβάνει χώρα στη βάση φυσικών, χημικών και άλλων προτσές. Η κοινωνική μορφή κίνησης και πάλι είναι υψηλότερη απ’ ό,τι η οργανική επειδή οι άνθρωποι –αν εξεταστούν ως βιολογικοί οργανισμοί- εμφανίζονται μόνο ως επιμέρους συστήματα των κοινωνικών συστημάτων.

Οι ξεχωριστές μορφές κίνησης της ύλης δεν υπάρχουν, επομένως, απομονωμένες η μια από την άλλη, αλλά βρίσκονται μεταξύ τους σε μια στενή αλληλοσύνδεση, σε μια σύμπλεξη, εμπεριέχουν η μια την άλλη. Ιδιαίτερης κοσμοθεωρητικής σημασίας είναι το γεγονός, ότι διάφορες μορφές κίνησης μπορούν επίσης να μεταβούν η μια στην άλλη, π.χ. η μηχανική κίνηση στη θερμική κτλ. Αυτό αποδεικνύει τόσο την ποσοτική όσο και την ποιοτική αφθαρσία της κίνησης. Η ενότητα των διαφορετικών μορφών κίνησης εκφράζεται επίσης στο ότι καθεμιά από αυτές αποτελεί μορφή της κινούμενης ύλης και, επομένως, όλες υπόκεινται στους πιο γενικούς νόμους της κινούμενης ύλης όπως αυτές διατυπώνονται από τον διαλεκτικό υλισμό.

Στην ενότητά τους όμως, οι ξεχωριστές μορφές κίνησης παρουσιάζουν στη βάση των αναφερθέντων κριτηρίων μια ποιοτική ιδιαιτερότητα, η οποία τις διαφοροποιεί μεταξύ τους και κάνει αδύνατο το να αναχθεί η μια στην άλλη. Έτσι, οι υψηλότερες μορφές κίνησης εμπεριέχουν μεν τις κατώτερες, λαμβάνουν χώρα στη βάση τους, δε μπορούν όμως να αναχθούν σε αυτές επειδή καθορίζονται μέσω ενός ποιοτικά νέου τύπου υλικών συστημάτων, αλληλεπιδράσεων και, επομένως, μέσω βασικά άλλων ιδιαίτερων νόμων. Οι κατώτερες μορφές κίνησης εμπεριέχονται φυσικά στις ανώτερες, δεν αποτελούν όμως την ουσία των προτσές που λαμβάνουν χώρα σ’ αυτές. Είναι μεν αναγκαίες, δεν αποτελούν όμως τις ιδιαίτερες συνθήκες επίδρασης για τους νόμους των υψηλότερων μορφών κίνησης και δεν καθορίζουν την ουσία αυτών των νόμων. Τα φυσικά, χημικά και βιολογικά προτσές λαμβάνουν χώρα στον άνθρωπο και υπόκεινται στους αντίστοιχους νόμους, δεν καθορίζουν όμως την ουσία του ανθρώπου, δηλαδή το να αποτελεί αυτός το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων. Η πιο απλή κατώτερη μορφή κίνησης –η μηχανική κίνηση- εμπεριέχεται μεν σε όλες τις ανώτερες, σε καμιά περίπτωση όμως δεν εξαντλεί την ουσία τους. Όσο υψηλότερη είναι η μορφή κίνησης, τόσο μικρότερο είναι σ’ αυτήν το μερίδιο της μηχανικής κίνησης στην κίνηση των αντικειμένων της. Στους μη-μηχανικούς τομείς της πραγματικότητας η κίνηση είναι κυρίως ποιοτική αλλαγή [39].

* * *

Στην ιστορία της προμαρξιστικής φιλοσοφίας υπήρξαν προσπάθειες οι ανώτερες μορφές κίνησης να αναχθούν σε χαμηλότερες (έτσι για παράδειγμα, τα ζώα θεωρήθηκαν ως μηχανές). Αν οι προσπάθειες αυτές στο παρελθόν οφείλονταν κυρίως στο τότε επίπεδο γνώσης, σήμερα οι προσπάθειες να αποδοθούν τα κοινωνικά φαινόμενα, όπως η ταξική πάλη, ο πόλεμος κτλ σε βιολογικές αιτίες, στρέφονται ξεκάθαρα ενάντια στο επαναστατικό εργατικό κίνημα και το μαρξισμό. Εδώ, οι κοινωνικές σχέσεις και τα προτσές αποδίδονται ψυχολογικά στη συμπεριφορά των ατόμων και η συμπεριφορά αυτών αποδίδεται πάλι βιολογιστικά σε ανιστόρητα νοούμενες παρορμήσεις ή στα ένστικτα. Μια τέτοια ενέργεια είναι χαρακτηριστική για τον φροϋδισμό, μια κοινωνικο-θεωρητική ερμηνεία της ψυχανάλυσης του Sigmund Freud, για τη φιλοσοφική ανθρωπολογία του Arnold Gehlen και τα κοινωνικο-φιλοσοφικά συμπεράσματα που βγάζει ο Konrad Lorenz και άλλοι επιστήμονες από την ηθολογία. Σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, οι πόλεμοι, για παράδειγμα, ερμηνεύονται από μια υποτιθέμενα έμφυτη παρόρμηση, ο «εθνικισμός» ερμηνεύεται λόγω του «συνωστισμού των ανθρώπων» κτλ.

Η επικινδυνότητα τέτοιων αντιλήψεων βρίσκεται στο ότι μ’ αυτές συνιστάται ουσιαστικά, ότι σε τελική ανάλυση είναι μάταιο να παλεύει κανείς ενάντια στην εκμετάλλευση, τον πόλεμο και άλλες πληγές του καπιταλισμού, επειδή αυτές οφείλονται στη «φύση» του ανθρώπου. Όλες αυτές οι προσπάθειες να αποδίδονται τα κοινωνικά φαινόμενα σε τρόπους συμπεριφοράς που κατευθύνονται από τις ορμές, είναι αντεπιστημονικές. Αρνούνται την ιδιαιτερότητα της κοινωνικής βασικής μορφής της κίνησης και πρέπει να θεωρούνται ως μια παραλλαγή του μεταφυσικού αναγωγισμού.

Τονίζοντας η μαρξιστική φιλοσοφία την ενότητα και την αλληλοσύνδεση των ξεχωριστών μορφών κίνησης της ύλης, τις μεταβάσεις τους και την φυσική τους εξέλιξη, στρέφεται έτσι ενάντια σε αντιλήψεις οι οποίες αποδέχονται μια πληθώρα μορφών που δημιουργήθηκαν ανεξάρτητα η μια από την άλλη, ή, -όπως ο βιταλισμός-, ισχυρίζονται ότι οι ανώτερες μορφές κίνησης, π.χ. η ζωή, προέκυψαν από τις κατώτερες με την πρόσθεση μιας μη υλικής ουσίας. Με την υπογράμμιση της ποιοτικής ιδιαιτερότητας των ξεχωριστών μορφών κίνησης, η μαρξιστική φιλοσοφία στρέφεται ενάντια στο μηχανικισμό και την εγγενή σ’ αυτόν τάση να αναγάγει τις υψηλότερες μορφές κίνησης στις κατώτερες και, σε τελική ανάλυση, στη μηχανική.


3.5. Χώρος και χρόνος

3.5.1. Οι έννοιες του «χώρου» και του «χρόνου» στην προμαρξιστική φιλοσοφία

Οι πρώτες έρευνες για τις ιδιότητες του χώρου ήταν περιορισμένες από τις πρακτικές ανάγκες των ανθρώπων και αλληλοσυνδέονταν με την ανάπτυξη της γεωμετρίας στην αρχαία Αίγυπτο και την Βαβυλώνα την τέταρτη χιλιετία πριν από την εποχή μας. Σε συστηματική και γενικευμένη μορφή το σύνολο των γεωμετρικών γνώσεων της αρχαιότητας παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα «Στοιχεία» του Ευκλείδη. Ο χώρος που χαρακτηρίζεται από αυτές τις ιδιότητες που περιγράφονται στα «Στοιχεία», οι οποίες ανταποκρίνονται στην καθημερινή εμπειρία του ανθρώπου, ονομάζεται και ευκλείδειος χώρος.

Στην ανάπτυξη των φιλοσοφικών θεωριών για το χώρο και το χρόνο αντανακλάται καθαρά η πάλη των υλιστικών και των ιδεαλιστικών, των διαλεκτικών και των μεταφυσικών τάσεων. Τις πρώτες φιλοσοφικά σημαντικές και ταυτόχρονα στην ουσία υλιστικές παρουσιάσεις για το χώρο και το χρόνο τις βρίσκουμε στην Δημόκριτο και τον Αριστοτέλη. Από την ατομική θεωρία του Δημόκριτου προκύπτει άμεσα η αναγνώριση της αντικειμενικής ύπαρξης του χώρου και του χρόνου. Ο χώρος ως κενό, στον οποίο κινούνται τα άτομα, εμφανίζεται ως αναγκαία συνθήκη της κίνησής τους. Ο χρόνος, παρ’ όλο που είναι συνδεδεμένος με τα άτομα, υπάρχει επίσης μόνο σε αλληλοσύνδεση με την κίνησή τους. Ο χώρος θεωρείται από τον Δημόκριτο ως άπειρος, ο χρόνος ως αιώνιος. Σύμφωνα επίσης με τον Αριστοτέλη ο χώρος είναι αντικειμενικός. Για το χρόνο ισχύει ότι αυτός συνδέεται μεν στενά με την κίνηση, επομένως έχει αντικειμενική βάση, όμως ως «αριθμός της κίνησης» δεν υπάρχει χωρίς ψυχή, επειδή μόνο αυτή μπορεί να μετρήσει. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη το σύμπαν είναι πεπερασμένο, ο χρόνος κατανοείται σε συνεχή και κανονική ροή. 

Αν στην αρχαιότητα το σύμπαν θεωρούνταν πεπερασμένο και, ουσιαστικά υπό όρους μέσω της κυριαρχίας της θεολογίας και ιδιαίτερα του πτολεμαϊκού γεωκεντρικού συστήματος αυτό ίσχυε και στο μεσαίωνα, στην αρχή της νεότερης εποχής και, σε σύνδεση με τον Nicolaus Copernicus, επικρατούσε όλο και περισσότερο η σκέψη περί απειρότητάς του. Στη συνέχεια οι θεολογικές αντιλήψεις περί χώρου κατέληγαν όλο και περισσότερο σε αντίφαση με την επιστημονική έννοια του χώρου, η οποία βασίζεται στα επιτεύγματα των φυσικών επιστημών, κυρίως της μηχανικής. 

Έτσι, ο Giordano Bruno και ο Galileo Galilei εκφράζουν συνειδητά και με πάθος αντιρρήσεις απέναντι στις θεωρίες του Αριστοτέλη και της Εκκλησίας, υποστηρίζοντας τη θέση για ένα άπειρο σύμπαν. Ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό το πλαίσιο έχει η αρχή της σχετικότητας που διατυπώθηκε από τον Galilei, στην οποία διαπιστώνεται η ομογένεια του χώρου και του χρόνου αναφορικά με την εξέλιξη των μηχανικών προτσές σε οποιαδήποτε αδρανειακό σύστημα. Οι νόμοι της ελεύθερης πτώσης που ανακαλύφθηκαν απ’ αυτόν οικοδομούνται ουσιαστικά στην αντίληψη περί μιας διαρκούς και ομοιόμορφης εξέλιξης του χρόνου. Η έννοια περί χώρου στη φυσική που αναπτύχθηκε από τον René Descartes είναι περισσότερο ποσοτικής φύσης. Ο Descartes ταυτίζει το χώρο και την ύλη και απολυτοποιεί την εκτατότητα σε βασική ιδιότητα του χώρου. Ανάγει το χώρο στα πιο μικρά υλικά σωμάτια, τα οποία ονομάζει Korpuskel –μια αντίληψη η οποία αντιστοιχεί περίπου στην έννοια περί αιθέρα του 19ου αιώνα. Ο χρόνος σύμφωνα με τον Descartes είναι ένας τρόπος της σκέψης˙ βασική του ιδιότητα είναι η διάρκεια. Ενόσω η εκτατότητα υπάρχει αντικειμενικά ως γενική ιδιότητα όλων των σωμάτων (επομένως και ο χώρος), ο χρόνος για αυτόν δεν είναι αντικειμενικός ως τρόπος σκέψης.

Με το έργο του Isaac Newton οι αντιλήψεις της κλασικής μηχανικής περί χώρου και χρόνου γενικεύονται και αποκτούν την οριστική τους μορφή. Ο χώρος και ο χρόνος υπάρχουν σύμφωνα μ’ αυτήν αντικειμενικά πραγματικά και εμφανίζουν μια απόλυτη δομή. Υπάρχουν μεταξύ τους εντελώς ανεξάρτητα από την κινούμενη ύλη. Ο χώρος, το «αισθητήριο του Θεού», θεωρείται σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη ως ένα ομογενές δοχείο άπειρο, κενό, στο οποίο λαμβάνουν χώρα οι διαδικασίες του κόσμου των σωμάτων. Ο τρισδιάστατος νευτώνειος χώρος δεν έχει κανενός είδους φυσικές ιδιότητες, αλλά μόνο γεωμετρικές, και μάλιστα αυτές της ευκλείδειας γεωμετρίας. Ουσιαστικό χαρακτηριστικό του χρόνου θεωρείται η ομοιομορφία και η μη αντιστρεπτότητα.

Στον απόλυτο χαρακτήρα του χώρου και του χρόνου ο Leibniz αναγνωρίζει το βασικό έλλειμμα της μηχανικής-υλιστικής αντίληψης του Newton. Ο Leibniz εκπροσωπεί, αντίθετα, τη διαλεκτική αντίληψη ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι σχέσεις, σχέσεις τάξης και/ή αντικειμένων ή προτσές που έχουν μια συγκεκριμένη σειρά ακολουθίας. Ο χώρος και ο χρόνος είναι επομένως συνδεδεμένοι με την ύλη και έξω απ’ αυτήν δεν υπάρχει πραγματικότητα. Επειδή όμως η ύλη για τον Leibniz είναι απλά «ένα άλλο Είναι της ψυχής», «ένας κοσμικός δεσμός» που συγκρατεί τις Μονάδες, αυτές οι τελευταίες όμως έχουν μόνο ιδεατή ύπαρξη, η αξιωματικά ορθή απόρριψη του απόλυτου χαρακτήρα του χώρου και του χρόνου, μεταβαίνει στον Leibniz σε μια ιδεαλιστική άρνηση της αντικειμενικής, πραγματικής ύπαρξής τους. Ο χώρος και ο χρόνος, σε τελική ανάλυση, για τον Leibniz, είναι αισθητηριακές αντιλήψεις παρ’ όλο που αυτές αντιστοιχούν σε μια αντικειμενική τάξη πραγμάτων στον κόσμο. Αυτή η ιδεαλιστική αντίληψη της ουσίας περί χώρου και χρόνου βρίσκει την πιο αναπτυγμένη της έκφραση στον Immanuel Kant, για τον οποίο ο χώρος και ο χρόνος είναι καθαρές μορφές εποπτείας, οι οποίες προσήκουν μόνο στο υποκείμενο και όχι στα πράγματα καθαυτά.

Ο Hegel επίσης, προσπαθεί να υπερβεί πάνω σε αντικειμενικά-ιδεαλιστική βάση το νευτώνειο χωρισμό του χώρου και του χρόνου από την ύλη. Η ύλη για αυτόν αποτελεί μια σύνθεση αποτελούμενη από χώρο και χρόνο και, έτσι, σε σχέση μ’ αυτούς, έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα. Ο χώρος και ο χρόνος, αντίθετα, για τον Hegel, είναι καθαρές ποσότητες, των οποίων η αλλαγή δε μπορεί ποτέ να οδηγήσει σε ποιοτικές αλλαγές. Η ιδεαλιστική βασική στάση του Hegel υποδηλώνει έτσι σ’ αυτό το ζήτημα μεταφυσικές αντιλήψεις. Αντίθετα, ο Feuerbach στην υλιστική κριτική του προς την χεγκελιανή φιλοσοφία, τονίζει σωστά ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι αντικειμενικές μορφές ύπαρξης, ότι παριστάνουν συνθήκες ύπαρξης της ύλης.


3.5.2. Οι έννοιες του «χώρου» και του «χρόνου» στον διαλεκτικό υλισμό

Ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν βασικές μορφές ύπαρξης της κινούμενης ύλης. Δεν έχουν ύπαρξη αποσπασμένη από την ύλη, δεν είναι αυτόνομες οντότητες, αλλά εξαρτώνται από την ύλη, καθορίζονται στη δομή τους από αυτήν. «Ο υλισμός, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας, δηλαδή της κινούμενης ύλης, ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, οφείλει αναπόφευκτα ν’ αναγνωρίσει και την αντικειμενική πραγματικότητα του χρόνου και του χώρου […] Στον κόσμο δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από την κινούμενη ύλη, και η κινούμενη ύλη δεν μπορεί να κινείται διαφορετικά παρά μέσα στο χώρο και στο χρόνο» [40]. Ο χώρος και ο χρόνος είναι διαρκώς συνδεδεμένοι με την ύλη. Δεν υπάρχει καθαυτός απόλυτος χώρος και απόλυτος χρόνος ανεξάρτητα από την ύλη. Η φυσικο-μαθηματική θεωρία του χώρου και του χρόνου είναι η θεωρία της σχετικότητας.

Αναγνωρίζοντας την αντικειμενική πραγματικότητα του χώρου και του χρόνου, ο διαλεκτικός υλισμός συνεχίζει την υλιστική γραμμή στην ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης (ο Feuerbach είχε ήδη χαρακτηρίσει το χώρο και το χρόνο ως «ουσιαστικούς προσδιορισμούς του Είναι»). 

Η φιλοσοφική κατηγορία «χώρος» απεικονίζει την ιδιότητα των υλικών αντικειμένων να καταλαμβάνουν μια συγκεκριμένη έκταση˙ αυτή απεικονίζει τη θέση των υλικών αντικειμένων και την μεταξύ τους απόσταση –δηλαδή την παράλληλη ύπαρξη των αντικειμένων και των προτσές.

Ως «χρόνος» χαρακτηρίζεται η διάρκεια των προτσές, η διαδοχική σειρά γεγονότων και η ανεπανάληπτη πορεία των συμβάντων. Ο χρόνος μετριέται με τα ρολόγια και τα ημερολόγια. Η χρονική εξέλιξη/ροή υποδιαιρείται σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Παρελθόν είναι για μας όλα αυτά που δεν μπορούμε πλέον να επηρεάσουμε. Το παρόν περιλαμβάνει το περιβάλλον μας στο οποίο επιδρούμε και τη σωματική και πνευματική μας κατάσταση. Μέλλον είναι το δυνάμει γίγνεσθαι, αυτό που μπορεί να πραγματοποιηθεί, να λάβει μορφή.

Ως μορφές ύπαρξης της κινούμενης ύλης ο χώρος και ο χρόνος συνδέονται αδιάσπαστα μεταξύ τους και στη δομή τους προϋποθέτει ο ένας τον άλλο. Οι χωρο-χρονικές δομές αποτελούν αντικείμενο μελέτης των μαθηματικών και της φυσικής. Τα μαθηματικά ερευνούν ν-διάστατους χώρους, δηλαδή αφαιρέσεις, με τη βοήθεια των οποίων μπορούν να γίνουν αντιληπτές διάφορες πλευρές και καταστάσεις των υλικών αντικειμένων. Η φυσική ασχολείται με τον τρισδιάστατο χώρο, στον οποίο προσιδιάζει η ιδιότητα της συμμετρίας, και με τον μονοδιάστατο χρόνο ο οποίος είναι μη αντιστρεπτός.

Ο χώρος και ο χρόνος υπάρχουν απόλυτα με την έννοια ότι είναι απαραίτητα, αντικειμενικά-πραγματικές μορφές ύπαρξης της ύλης. Είναι σχετικοί στο βαθμό που στην εκάστοτε ειδική τους ύπαρξη εξαρτώνται από τις συγκεκριμένες μορφές και σχέσεις της κινούμενης ύλης.

Η ιδεαλιστική αντίληψη για το χώρο και το χρόνο βρίσκει την αναπτυγμένη έκφρασή της, η οποία μέχρι σήμερα εξακολουθεί να επιδρά, στην αντίληψη του Kant ότι ο χώρος και ο χρόνος ως καθαρές μορφές της αισθητηριακής αντίληψης είναι καθορισμένοι από τη φύση της συνείδησής μας a priori (δηλαδή ανεξάρτητα από την εμπειρία), δηλαδή ότι προσιδιάζουν μόνο στο υποκείμενο, όχι όμως στον ίδιο τον υλικό κόσμο.

Στο μεταξύ φαίνεται ότι στις διαφορετικές υλικές συνθήκες αντιστοιχούν και διαφορετικές γεωμετρίες. Ο πρώτος που ανέπτυξε την ιδέα για μια μη ευκλείδεια γεωμετρία ήταν ο γερμανός μαθηματικός Carl Friedrich Gauß, την οποία όμως δεν δημοσίευσε σεβόμενος τη φιλοσοφία του Kant. Ο ρώσος μαθηματικός Nikolai Iwanowitsch Lobatschewski συγκρότησε επίσης μια νέα γεωμετρία η οποία διαφέρει ουσιαστικά από αυτήν του Ευκλείδη. Μια από τις ιδιαιτερότητές της βρίσκεται στο ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου δεν είναι σταθερό και ίσο με 180ο, αλλά αλλάζει με την αλλαγή του μήκους των πλευρών. Ο Georg Friedrich Bernhard Riemann, στη γεωμετρία που πήρε το όνομά του, διέκρινε την εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία των μορφών του χώρου και, έτσι, δημιούργησε μια από τις προϋποθέσεις για τη γενική θεωρία της σχετικότητας του Albert Einstein.

Η ύπαρξη των μη-ευκλείδειων γεωμετριών αντικρούει την αντίληψη του Kant για τα αξιώματα της ευκλείδειας γεωμετρίας ως αμετάβλητες ανθρώπινες μορφές θεώρησης, απ’ την άλλη μεριά αποδεικνύει κατ’ αυτό τον τρόπο ότι η αντίληψή μας για το χώρο συνάγεται από τον υλικό κόσμο, επειδή οι νόμοι των διάφορων γεωμετριών εξαρτώνται από τις υλικές χωρικές συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν ακόμη να εκπροσωπούνται ιδεαλιστικές αντιλήψεις για το χώρο και το χρόνο. Έτσι, ο Ernst Mach θεωρεί το χώρο και το χρόνο ως διαταγμένα συστήματα σειρών αισθημάτων. Η θέση αυτή υποβλήθηκε σε κριτική από τον Lenin.

Ο διαλεκτικός υλισμός δεν στρέφεται μόνο ενάντια στις ιδεαλιστικές, αλλά και ενάντια στις μεταφυσικές, μηχανιστικές αντιλήψεις. Χαρακτηριστική για αυτό ήταν για παράδειγμα η θέση του Newton. Ο Newton ναι μεν επιδοκίμαζε την αντικειμενική πραγματικότητα του χώρου και του χρόνου, ισχυριζόταν όμως ότι αυτοί υπάρχουν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο και από την κινούμενη ύλη. Ως ουσιαστικό στοιχείο του χρόνου βλέπει την ομοιομορφία του και την μη αντιστρεπτότητά του. Αντίθετα, στον διαλεκτικό υλισμό ο χώρος και ο χρόνος κατανοούνται ως μορφές ύπαρξης της ύλης και η ενότητα της υλικής κίνησης, του χώρου και του χρόνου αναγνωρίζεται αντικειμενικά. «Οι δυό μορφές ύπαρξης της ύλης δεν είναι φυσικά τίποτα χωρίς την ύλη, είναι κενές έννοιες, αφαιρέσεις που υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας» [41].

Με τη θεωρία της σχετικότητας που τεκμηριώθηκε από τον Albert Einstein, επιβεβαιώθηκε η διαλεκτική-υλιστική αντίληψη της σχέσης χώρου, χρόνου και κινούμενης ύλης. Σε συμφωνία με τα πειραματικά αποτελέσματα η ειδική θεωρία της σχετικότητας απέδειξε την αδιάσπαστη ενότητα χώρου και χρόνου και ότι οι χωρικοί και οι χρονικοί προσδιορισμοί είναι σχετικοί. Έτσι, το μέγεθος του χρονικού διαστήματος μεταξύ δυό γεγονότων, εξαρτάται από το υλικό σύστημα αναφοράς από το οποίο μετριέται αυτό το μέγεθος. Από τη σχετικότητα του ταυτοχρονισμού προκύπτει η σχετικότητα της χωρικής διαστολής, επειδή το μήκος μιας ράβδου π.χ. δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απόσταση των ταυτόχρονων θέσεων των ακραίων σημείων της. Ο χώρος και ο χρόνος αλληλοκαθορίζονται, η ουσία τους είναι η κίνηση. Στα πειραματικά αποτελέσματα της γενικής θεωρίας της σχετικότητας περιλαμβάνεται η γνώση ότι μεταξύ της δομής του χωρο-χρονικού συνεχούς και της κατανομής των βαρυτικών μαζών υπάρχει μια συνάφεια. Οι μετρικές ιδιότητες του χώρου και του χρόνου εξαρτώνται από την κατανομή των μαζών. Ο χώρος και ο χρόνος δεν υπάρχουν επομένως αυτόνομα, είναι μορφές ύπαρξης της κινούμενης ύλης.

Η προβληματική περί χώρου και χρόνου παίζει επίσης μεγάλο ρόλο στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων, για παράδειγμα στην οικονομία. Έτσι, ο Marx χαρακτηρίζει το νόμο της οικονομίας του χρόνου που ανακαλύφθηκε από τον ίδιο, ως τον πρώτο οικονομικό νόμο στη βάση της κοινωνικής παραγωγής: «Έχοντας προϋποθέσει συλλογική παραγωγή, ο χρονικός προσδιορισμός παραμένει φυσικά ουσιώδης. Όσο λιγότερο χρόνο χρειάζεται η κοινωνία για να παράγει σιτάρι, ζώα κλπ, τόσο περισσότερο χρόνο κερδίζει για άλλη παραγωγή, υλική ή πνευματική […] Οικονομία χρόνου, εδώ αναλύεται τελικά κάθε οικονομία» [42]. Επιπλέον, ο χρόνος έχει μεγάλη σημασία γενικά για την οργάνωση της κοινωνικής ζωής.

* * *

Αναφορικά με το χρόνο: Όπως αναφέρθηκε, από τη σκοπιά της υλιστικής διαλεκτικής ο χρόνος είναι μορφή ύπαρξης της ύλης, επειδή δεν υπάρχουν υλικές διαδικασίες έξω από το χρόνο. Όλα, ό,τι υπάρχουν, βρίσκονται σε διαρκή αλλαγή, δεν υπάρχουν αιώνια, επομένως, έχουν μια διάρκεια ύπαρξης. Αν δε ληφθεί υπόψη νοητικά η αντικειμενική πορεία των γεγονότων και προσεχθεί μόνο η μέτρηση του χρόνου με τις μονάδες χρόνου, π.χ. από τα δευτερόλεπτα μέχρι τα έτη φωτός, τότε ο χρόνος λαμβάνεται ως υποκειμενική αρχή διαμόρφωσης ή ως μορφή θεώρησης. Σε τέτοιου είδους φιλοσοφικές αντιλήψεις ο χρόνος κατανοείται μονόπλευρα ως εσωτερική αίσθηση προσωπικών καταστάσεων που βιώνει κάποιος και ως αρχή διαμόρφωσης. Ο χρόνος είναι ένα προτσές, δηλαδή, γίγνεσθαι και παρέρχεσθαι, η εμφάνιση μιας βασικής ποιότητας σε άλλες ποιότητες, η γένεση νέων και υψηλότερων ποιοτήτων. Αλλά το αντικειμενικό προτσές συλλαμβάνεται στα προτσές της συνείδησης του ανθρώπου υποκειμενικά, δηλαδή σε εξάρτηση από την κατάσταση που αυτός βρίσκεται. Εδώ, τα αντικειμενικά ίσα χρονικά διαστήματα, μπορούν από διαφορετικούς ανθρώπους να γίνουν αισθητά υπό διαφορετικές συνθήκες ως διαστήματα μεγαλύτερης ή μικρότερης χρονικής διάρκειας, δηλαδή ως διαστελλόμενα ή συστελλόμενα. Με την άσκηση μπορεί η υποκειμενική αίσθηση του χρόνου να προσαρμοστεί στην αντικειμενική εξέλιξη του χρόνου. Αυτό έχει τη σημασία του για καταστάσεις στις οποίες πρέπει να ληφθούν αποφάσεις βραχυπρόθεσμα. Ο χρόνος ως εσωτερική αίσθηση προσωπικών καταστάσεων που βιώνει κάποιος, περιλαμβάνει, επομένως, τη σχέση μεταξύ της υποκειμενικής αίσθησης του χρόνου και της αντικειμενικής εξέλιξης του χρόνου. Με τα παραπάνω συνδέεται η ικανότητα των ανθρώπων να επιδρούν στη χρονική εξέλιξη των συμβάντων, αλλάζοντας τις συνθήκες για τις νομοτελειακές εξελίξεις.

Ο χώρος και ο χρόνος ως μορφές ύπαρξης της κινούμενης ύλης είναι διαλεκτικά αντιφατικοί. Είναι τόσο άπειροι όσο και πεπερασμένοι˙ άπειροι, επειδή η ύλη είναι άπειρη, πεπερασμένοι, επειδή όλα τα συγκεκριμένα υλικά αντικείμενα και τα προτσές στην έκταση, στη διάταξη, στη θέση και στη χρονική τους διάρκεια είναι πεπερασμένα.


3.5.3. Ο χρόνος στον διαλεκτικό υλισμό - ειδική προσέγγιση (θέσεις)

Για το θέμα «χρόνος» έχουν γραφεί πολλά κείμενα και βιβλία. Γι’ αυτό θα σταθούμε κάπως περισσότερο σ’ αυτό το ζήτημα, παρουσιάζοντας συμπυκνωμένα τις θέσεις του διαλεκτικού υλισμού, πέρα από τα όσα ήδη αναφέρθηκαν.

Η φιλοσοφική θεωρία για το χρόνο του διαλεκτικού υλισμού, λαμβάνει υπόψη της τα αποτελέσματα των φιλοσοφικών συλλογισμών καθώς και τις μελέτες από τις επιμέρους επιστήμες. Οι βασικές θεωρητικές θέσεις του διαλεκτικού υλισμού για το χρόνο είναι:

● Η διαφοροποίηση μεταξύ αντικειμενικών δομών για το χρόνο, οι οποίες συλλαμβάνουν σχετικά κατάλληλα τις αντικειμενικές δομές.

● Το ανεξάντλητο των χρονικών δομών, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με το ανεξάντλητο των αντικειμενικά-πραγματικών αντικειμένων και προτσές, των οποίων οι σχέσεις καταγράφονται, οδηγώντας έτσι στο δυνάμει ανεξάντλητο διάφορων θεωριών για το χρόνο για ειδικούς τομείς.

● Η εσωτερική αλληλοσύνδεση χώρου και χρόνου, στην οποία ο χρόνος είναι η διαδοχική ταξινομημένη σειρά γεγονότων μέσω της αιτιότητας, η οποία προσφέρει δυνατότητες επίδρασης γεγονότων που υπάρχουν διαδοχικά χαρακτηριζόμενες από το χώρο.

● Δεν υπάρχει αλληλοσύνδεση γεγονότων όπου όλα τα γεγονότα να συνδέονται μεταξύ τους. Η αντικειμενική αλληλοσύνδεση, εκφρασμένη στην υλική ενότητα του κόσμου, βρίσκεται στο ότι δεν υπάρχει κανένας υλικός τομέας που να μη συνδέεται μέσω υλικών προτσές με άλλους τομείς. Εδώ μπορεί να υπάρχουν γεγονότα τα οποία συνυπάρχουν και αλληλοκαθορίζονται. Οι δυνατότητες επίδρασης απ’ το ένα γεγονός στο άλλο είναι δοσμένες από υλικά σήματα. Η συνύπαρξη μπορεί να κατανοηθεί ως συγχρονισμός επειδή δε μπορεί να προσδιοριστεί κάποια σαφής χρονική ακολουθία μεταξύ τέτοιων γεγονότων. Εντούτοις, δεν υπάρχει απόλυτος συγχρονισμός.

● Οι ιδεαλιστικές αντιλήψεις περί χρόνου μπορούν να αντικρουστούν ως υποκειμενική μορφή θεώρησης όταν δεν σχετίζονται με τον αντικειμενικό χρόνο. Αυτό δεν αίρει τη σημασία του βιώματος του χρόνου, της αίσθησης του χρόνου. Τα ψυχικά προτσές έχουν επίσης το υλικό τους υπόστρωμα και υπόκεινται στην ύπαρξη του χρόνου. Η αίσθηση του χρόνου όμως εκφράζει μια σχέση μεταξύ προσδοκιών του υποκειμένου και αντικειμενικής εξέλιξης του χρόνου.

● Η αιωνιότητα του χρόνου προκύπτει από την αιώνια ποιοτική μεταβολή της ύλης, δε μπορεί όμως να συνδεθεί με την αιωνιότητα συγκεκριμένων χρονικών ακολουθιών.

● Από τη δόμηση της ύλης προκύπτει η ύπαρξη χρονικών κλιμάκων, χρονικών οριζόντων.

● Η συνείδηση περί χρόνου, οι αισθήσεις για το χρόνο και το πνεύμα της εποχής, πρέπει να κατανοηθούν απ’ τη σκοπιά της κοινωνικής ανάπτυξης, η οποία καθορίζεται από τη διαλεκτική παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, βάσης και εποικοδομήματος.

Ο χρόνος ως μορφή ύπαρξης της ύλης περιλαμβάνει τη διάρκεια, την ταξινόμηση και την κατεύθυνση των γεγονότων σε χρονικούς ορίζοντες, με σχετικούς χρόνους ανάπτυξης των συστημάτων και τον μηχανισμό της ατομικής γνώσης του χρόνου, όπως τη γνώση του ταυτοχρονισμού και τις διακρίσεις των γεγονότων. Με αυτό τον αντικειμενικό χρόνο και τους αντικειμενικούς μηχανισμούς γνώσης του χρόνου συνδέεται ο αντικειμενικός χρόνος. Αυτός περιλαμβάνει τις θεωρίες περί χρόνου ως αντανάκλαση των αντικειμενικών δομών του χρόνου, τον βιωματικό χρόνο ως αισθητή ιδιοποίηση της αντικειμενικής διάρκειας, ταξινόμησης και κατεύθυνσης των γεγονότων, σε συνάρτηση με τις προσδοκίες και το πνεύμα της εποχής ως πολιτισμικό φαινόμενο με κοινωνικές ορίζουσες, έχοντας ως περιεχόμενο τη δυνατότητα της συνειδητής διαμόρφωσης συγκεκριμένων χρονικών εξελίξεων.

Κατ’ αυτό τον τρόπο προσδιορίστηκαν τα βασικά στοιχεία της αντίληψης περί χρόνου που εξετάζονται στη φιλοσοφική θεωρία του χρόνου. Ως πλευρές του ορισμού περί χρόνου, τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν τις ακόλουθες θέσεις:

● Η φιλοσοφική-υλιστική θέση περί χρόνου βρίσκεται στο ότι ο χρόνος αποτελεί μορφή ύπαρξης της ύλης και εκφράζει τη διάρκεια, την ταξινόμηση και την κατεύθυνση των γεγονότων. Συζήτηση σχετικά με το χρόνο, σημαίνει, πληροφόρηση σχετικά με τα υλικά προτσές, σχετικά με την κυκλικότητα, τη ρυθμικότητα, τη νομοτέλεια, την κατεύθυνση και τη μέτρηση. Οι θεωρίες περί χρόνου αποτελούν αντανάκλαση αντικειμενικών δομών του χρόνου.

● Η διαλεκτική κατανόηση του χρόνου προκύπτει από τις βασικές αρχές της υλιστικής διαλεκτικής. Το ανεξάντλητο της ύλης θεμελιώνει την αιωνιότητα του χρόνου. Η ανεξάντλητη ύλη συνδέεται με την αποσύνθεση και το σχηματισμό της δομής. Μακριά από την ισορροπία προκύπτουν νέες καταστάσεις. Έτσι, η αρχή δόμησης της ύλης καθορίζει την αλληλοσύνδεση μεταξύ χρονικού πλαισίου και ιδιοχρόνου, την σχετικότητα των χρονικών κλιμάκων και την ύπαρξη χρονικών οριζόντων. Από το επίπεδο της δομής και της εξέλιξης της ύλης προκύπτουν οι διαστάσεις του χρόνου. (Με την έννοια «διαστάσεις του χρόνου» εννοούμε την ύπαρξη χαρακτηριστικών του χρόνου σε διαφορετικά επίπεδα της δομής και της ανάπτυξης της ύλης στο προσιτό σε εμάς σύμπαν, στη ζωή, στη κοινωνία, στη κουλτούρα, στην ανάπτυξη του ατόμου.)

● Η συνείδηση περί χρόνου περιλαμβάνει την αίσθηση του χρόνου ως βιωματικού χρόνου σε εξάρτηση από τις προσδοκίες, τις διαθέσεις και τα κίνητρα του ατόμου. Η συνείδηση περί χρόνου περιλαμβάνει επίσης τις θεωρίες περί χρόνου ως αντανάκλαση αντικειμενικών χρονικών δομών καθώς και το πνεύμα της εποχής, το οποίο, μέσω του κοινωνικού Είναι –συμπεριλαμβανομένου της παράδοσης-, εκφράζει συγκεκριμένες στάσεις για τη διαμόρφωση του χρόνου σε μια συγκεκριμένη-ιστορική εποχή της εξέλιξης της ανθρωπότητας.

● Κατά την μέτρηση του χρόνου πρόκειται για το χρόνο-πλαίσιο το οποίο μπορεί να μετρηθεί σε μονάδες χρόνου, για τη διάρκεια και το ρυθμό των γεγονότων και την κατάταξη στην κοσμολογία, η οποία κατά κάποιο τρόπο συλλαμβάνει την κοσμική τάξη που είναι σε μας προσβάσιμη, χωρίς να είμαστε σε θέση να γνωρίσουμε πλήρως το ανεξάντλητο του προσβάσιμου σε μας σύμπαντος.

● Επομένως, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των αντικειμενικών χρονικών δομών, όπως ο ιδιοχρόνος και ο χρόνος-πλαίσιο καθώς και των χρονικών οριζόντων και των διαστάσεων του χρόνου απ’ τη μια μεριά, και απ’ την άλλη, των μηχανισμών γνώσης του χρόνου, όπως η διαφορετικότητα αλληλοδιαδοχικών γεγονότων, ο εσωτερικός ρυθμός (σφυγμός, καρδιά) που στηρίζονται σε συσκευές μέτρησης και θεωρίες, όπου εδώ ο υποκειμενικός χρόνος ή η συνείδηση περί χρόνου αποτελεί μια ενότητα βιωματικού χρόνου, θεωριών περί χρόνου και πνεύματος της εποχής.

● Ο χρόνος ως μορφή ύπαρξης της ύλης υπάρχει σε όλους τους τομείς της αντικειμενικής πραγματικότητας, της αντικειμενικής διαλεκτικής για τη φύση και την κοινωνία, της διαλεκτικής της νόησης και της ανάπτυξης της επιστήμης. Οι δυνατότητες της σκέψης/νόησης μπορούν να είναι ευρύτερες απ’ ό,τι οι δυνατότητες που έχουν πραγματοποιηθεί. Η αίσθηση περί χρόνου μπορεί να επηρεαστεί. Οι ιδιαιτερότητες αυτές, οφείλονται στο ότι, με την ειδική ανθρώπινη μορφή της αντανάκλασης, μπορεί να εμφανιστεί ένας διαχωρισμός μεταξύ του κόσμου των πληροφοριών και του κόσμου των γεγονότων, ο οποίος οξύνεται ακόμη περισσότερο με την ανάπτυξη της τεχνολογίας πληροφοριών. Ενόσω ο κόσμος των γεγονότων στο περιεχόμενό του υπακούει στις αντικειμενικές νομοτέλειες, οι άνθρωποι μπορούν να περιφρονήσουν τους νόμους, να αλλάξουν τις συνθήκες επίδρασης και να οικοδομήσουν έναν απατηλό κόσμο πληροφοριών, ο οποίος δεν συμφωνεί με τον κόσμο των γεγονότων, όμως για τους υπέρμαχους των αυταπατών, αυτός δεν μπορεί απλά να αποτύχει εξαιτίας του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Ο άνθρωπος είναι σε θέση να διαμορφώσει ο ίδιος συνειδητά τις συνθήκες της ύπαρξής του. Γι’ αυτό, ο χρόνος είναι εσωτερική αίσθηση της ζωής και αρχή διαμόρφωσης, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει παράγοντας καθορισμού επιτάχυνσης του χρόνου. Η μαρξιστική θέση ότι η θεωρία μετατρέπεται σε υλική δύναμη όταν κατακτήσει τις λαϊκές μάζες, ισχύει και για τις ψευδείς θεωρίες. Μέχρι αυτού του σημείου οι αντιλήψεις περί χρόνου και το πνεύμα της εποχής δεν αντανακλούν πάντα άμεσα τα αντικειμενικά συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων, επηρεάζονται όμως διαμεσολαβημένα, φορτωμένες από τις παραδόσεις και τις ανάγκες.


3.6. Πως υπάρχει η ύλη; - ορισμένες αποσαφηνίσεις

Ο Lenin καθορίζει επακριβώς τη φιλοσοφική κατηγορία της ύλης θέτοντας το ερώτημα: Με ποιο τρόπο υπάρχει η ύλη; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα κατευθύνει την προσοχή μας στον τρόπο και στις μορφές ύπαρξης της ύλης, δηλαδή στον έξω από εμάς κόσμο. Μόνο τώρα εξετάζονται οι σχέσεις ύλη-κίνηση και ύλη-χώρος-χρόνος. Η κατηγορία της κίνησης περιλαμβάνει τόσο την υλική κίνηση όσο και την αντανάκλασή της στη συνείδηση. Επομένως, ταύτιση ύλης και κίνησης σημαίνει διεύρυνση της λενινιστικής έννοιας της ύλης.

Η έννοια «υλική κίνηση» μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τη σημασία των κινούμενων μορφών ύλης. Ο Lenin γράφει: «Είτε πούμε: ο κόσμος είναι κινούμενη ύλη είτε πούμε: ο κόσμος είναι υλική κίνηση, μ’ αυτό δεν αλλάζει το ζήτημα» [43] – στη συνέχεια χρησιμοποιεί και τους δυό όρους για ένα και το ίδιο πράγμα. Αυτό, όμως, δεν είναι το πρόβλημα που θέτουν οι κλασικοί κατά τον ακριβή προσδιορισμό της κατηγορίας της ύλης που αφορά στο ζήτημα του τρόπου και των μορφών ύπαρξής τους. Ασφαλώς, η ύλη και η κίνηση δεν μπορούν να χωριστούν μεταξύ τους! Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα ύλης και συνείδησης (από τότε που υπάρχει συνείδηση), ύλης και ποιότητας-ποσότητας, ύλης και νόμου κτλ. Ενότητα όμως δεν σημαίνει ποτέ ταυτότητα, και διαφορά δεν σημαίνει χωρισμός! Παρά την ενότητα π.χ. ύλης και συνείδησης –η συνείδηση είναι ως γνωστό ιδιότητα της περίπλοκης μορφής ύλης του ανθρώπινου εγκεφάλου- η αποσαφήνιση της διαφοράς αυτών των δυό έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία. Μεταξύ των κατηγοριών επίσης «ύλη» και «υλική κίνηση» υπάρχουν διαφορές. Οι έννοιες και οι κατηγορίες είναι, χωρίς καμιά εξαίρεση, αφηρημένες αντανακλάσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η αντικειμενική πραγματικότητα υπάρχει σε μια άπειρη ποικιλία των κινούμενων χωρο-χρονικών δομών. Καθεμιά από αυτές τις δομές έχει ως τρόπο ύπαρξης μια ειδική μορφή κίνησης, υπογραμμίζοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της που κυριαρχεί πάνω στις άλλες μορφές. Ο όρος «υλική κίνηση» αντανακλά, αν γίνει αφαίρεση από τις άλλες ειδικές μορφές, τον τρόπο ύπαρξης της ύλης στην γενικότερή του έννοια. Η κίνηση είναι επομένως αντικειμενικά πραγματική με τη σημασία μιας πλευράς της αντικειμενικά πραγματικής δομής.

Βασικά, πρέπει να τονιστεί: Δεν υπάρχει κίνηση χωρίς ύλη ούτε ύλη χωρίς κίνηση, αλλά «τελική αιτία» είναι η κινούμενη ύλη στο χώρο και στο χρόνο. Μ’ αυτή την έννοια ο Engels γράφει: «Causa finalis [τελική αιτία] –η ύλη και η σύμφυτη κίνηση» [44]. Ο Engels τονίζει επίσης ότι η κίνηση δε μπορεί να χαρακτηριστεί απλά ως ιδιότητα της ύλης. Γράφει: «Η κίνηση είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης, συνεπώς είναι περισσότερο απ’ ό,τι μόνο η ιδιότητά της» [45]. Σε άλλο σημείο γράφει: «Η κίνηση στη γενικότερή της έννοια, ως τρόπος ύπαρξης της ύλης, ως εσωτερική της ιδιότητα, περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές και όλα τα φαινόμενα που συμβαίνουν στο σύμπαν…» [46]. Επομένως, για τον Engels, η κίνηση ως τρόπος ύπαρξης της ύλης αποτελεί μια εσωτερική της ιδιότητα. Η κατηγορίας της κίνησης αντανακλά τόσο την πλευρά της αντικειμενικά-πραγματικής δομής –δηλαδή τον τρόπο ύπαρξής της- όσο και την ιδεατή της απεικόνιση.

Οι κατηγορίες χώρος και χρόνος αντανακλούν επίσης υλικές σχέσεις των φαινομένων της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο Marx γράφει: «Πρέπει να ξαφνιαζόμαστε πως κάθε πράγμα, σε τελευταία αφαίρεση […] παρουσιάζεται ως λογική κατηγορία; Πρέπει να ξαφνιαζόμαστε, πως εξαφανίζοντας λίγο λίγο κάθε τι που, αποτελεί την ατομικότητα ενός σπιτιού, πως κάνοντας αφαίρεση των υλικών που το συνθέτουν, της μορφής που το ξεχωρίζει, θα φτάσετε να έχετε μόνο ένα σώμα, πως κάνοντας αφαίρεση των ορίων αυτού του σώματος έχετε αμέσως πια ένα χώρο…» [47]. Και σχετικά με τον χρόνο γράφει ότι αυτός αποτελεί την «ποσοτική ύπαρξη της κίνησης» [48].

Συνοψίζουμε: Η ερώτηση: Με ποιο τρόπο υπάρχει η ύλη; - εφιστά την προσοχή στον τρόπο και στις μορφές ύπαρξης της ύλης. Μόνο τώρα η διαφοροποίηση της ύλης από τις πιο σημαντικές της ιδιότητες μετατρέπεται σε αναγκαιότητα. Η κίνηση, ο χώρος και ο χρόνος είναι κατηγορίες που αντανακλούν τις πιο γενικές πλευρές ή ιδιότητες των πραγμάτων και των φαινομένων.


3.7. Η απειρότητα και το ανεξάντλητο της ύλης

Η διαλεκτική-υλιστική θέση για την απειρότητα και το ανεξάντλητο της ύλης, για την/το οποία/ο οι επιμέρους επιστήμες προσκομίζουν διαρκώς νέα τεκμήρια, προκύπτει από λογική σκοπιά από την αναγνώριση ότι η ύλη και η κίνηση είναι αδημιούργητες και άφθαρτες. Έτσι, οι νόμοι της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας, της διατήρησης της μάζας, του ηλεκτρικού φορτίου κτλ, αποδεικνύουν κάτω από ποιες συνθήκες διατηρείται αυτή η μορφή κίνησης ή κάτω από ποιες συνθήκες μεταβαίνει η μια στην άλλη. Η ύλη και η κίνηση δεν μπορούν ούτε να δημιουργηθούν ούτε να καταστραφούν. Όπως γράφει ο Engels: «… ξέρουμε πειραματικά και θεωρητικά ότι τόσο η ύλη, όσο και ο τρόπος ύπαρξής της, η κίνηση, είναι αδημιούργητες και πως οι ίδιες είναι συνεπώς η τελική αιτία της ύπαρξής τους…» [49].

Επειδή η κινούμενη ύλη ούτε δημιουργείται ούτε καταστρέφεται, δηλαδή δεν μπορεί να προκύψει από το «τίποτα» και δεν μπορεί να μετατραπεί στο «τίποτα», είναι επίσης άπειρη, άπειρη στο χώρο και στο χρόνο. Εδώ πρέπει να προσεχθεί ότι την απειρότητα δεν μπορεί να την φανταστεί κανείς ως αισθητηριακά αντιληπτή παράλληλα με το πεπερασμένο. Η απειρότητα μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο ως γενική μέσα στην πολυμορφία της κίνησης που λαμβάνει χώρα στο χώρο και στο χρόνο, και μάλιστα μέσω της θεωρητικής σκέψης. Το να βγάλει όμως κανείς από δω συμπέρασμα ότι η απειρότητα της ύλης δεν υπάρχει αντικειμενικά, αυτό θα ήταν εσφαλμένο και θα σήμαινε ότι υποστηρίζει μια υποκειμενική θέση.

Η απάντηση του ερωτήματος, εάν η ύλη είναι πεπερασμένη ή άπειρη, συνδέεται στενά με το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας και στην ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης παίζει σημαντικό ρόλο στην αντιπαράθεση μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού. Έτσι π.χ., το να ειπωθεί στο μεσαίωνα η υπόθεση ότι η ύλη είναι άπειρη, αδημιούργητη και άφθαρτη, απαιτούσε ιδιαίτερη τόλμη επειδή αντέφασκε στη βιβλική ιστορία περί δημιουργίας και για το λόγο αυτό η εκκλησία καταδίκαζε και τιμωρούσε καθέναν που εξέφραζε τέτοιες απόψεις ως αιρετικό. Οι σύγχρονες κοσμολογικές και αστρονομικές έρευνες δίνουν σήμερα σε ορισμένους ιδεαλιστές αφορμή για σπέκουλες σχετικά με την απόλυτη απειρότητα του κόσμου. Ένα ιδιαίτερα δημοφιλές αντικείμενο τέτοιας σπέκουλας είναι για παράδειγμα το φαινόμενο της «μετατόπισης προς το ερυθρό» που διαπιστώθηκε κατά την ανάλυση των φασμάτων των γαλαξιών. Το γεγονός αυτό ερμηνεύεται με βάση το φαινόμενο Doppler, σύμφωνα με το οποίο οι γαλαξίες απομακρύνονται μεταξύ τους με ασύλληπτες για το ανθρώπινο μυαλό ταχύτητες. Αυτή η λεγόμενη διαφυγή των γαλαξιών επιβεβαιώνει τη θέση περί εξέλιξης των κοσμικών συστημάτων, δεν μπορεί όμως να ισχύσει ως επιχείρημα το οποίο προβάλλεται από ιδεαλιστές και θεολόγους περί δημιουργίας της ύλης.

Η απειρότητα της ύλης και των μορφών κίνησής της συνίσταται στην ποσοτική και στην ποιοτική πλευρά. Οι ποσοτικές αλλαγές μετατρέπονται σε ποιοτικές. Αυτές είναι συνδεδεμένες με την γένεση κάτι άλλου. Η ύλη, επομένως, είναι επίσης ανεξάντλητη με την έννοια της γένεσης μιας άπειρης ποικιλότητας πεπερασμένων μορφών εμφάνισης που είναι διαφορετικές στο χώρο και στο χρόνο. Γι’ αυτό μπορούμε να ορίσουμε το ανεξάντλητο της ύλης ως την απειρότητά της από ποιοτική σκοπιά. Η επιδοκιμασία του ανεξάντλητου της ύλης είναι ασυμβίβαστη με την αντίληψη ότι υπάρχει κάποια τελική ουσία, μια απόλυτη υπόσταση, ή μια ενιαία αρχική αιτία της ύλης. Ο Lenin επέστησε την προσοχή στο ζήτημα αυτό στην πολεμική του με τους εκπροσώπους του εμπειριοκριτικισμού οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι υπάρχει μια «αμετάβλητη ουσία των πραγμάτων», μια «απόλυτη υπόσταση». Αναφέρει ότι οι αντιλήψεις αυτές αποτελούν προϊόν άγνοιας της διαλεκτικής και σ’ αυτό το πλαίσιο γράφει: «Το ηλεκτρόνιο είναι ανεξάντλητο, όσο και το άτομο, η φύση είναι άπειρη…» [50].

Η αναγνώριση της απειρότητας και του ανεξάντλητου της κινούμενης ύλης έχει μεγάλη κοσμοθεωρητική σημασία. Στρέφεται ενάντια σε όλες τις ιδεαλιστικές και θρησκευτικές σπέκουλες σχετικά με μια υποτιθέμενη δημιουργία της ύλης από το τίποτα, σχετικά με μια πράξη δημιουργίας του πνεύματος κτλ. Βρίσκεται σε συμφωνία με τη διαλεκτική-υλιστική απάντηση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας.
______

Σημειώσεις

[1] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα, τόμ. 18, σ. 134.

[2] Με την έννοια «πριν την εποχή μας» εννοούμε «προ Χριστού / π. Χ.».

[3] Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς: Η αγία οικογένεια. Η κριτική της κριτικής κριτικής, σ. 161, εκδ. Φιλοσοφία, Αθήνα.

[4] Η ορθή μετάφραση εδώ είναι «αντιλήφθηκε».

[5] Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς: Η αγία οικογένεια. Η κριτική της κριτικής κριτικής, σ. 158

[6] Β. Ι. Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, Άπαντα, τόμ. 29, σ. 69

[7] Ό.π., σ. 67.

[8] Φρίντριχ Ένγκελς: Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, σ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007. Βλ. επίσης στο παρόν ιστολόγιο.

[9] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 134.

[10] Ό.π., σ. 134.

[11] Ό.π., σ. 134.

[12] Ό.π., σ. 279.

[13] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 232, 214, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008.

[14] Ό.π., σ. 214.

[15] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 262

[16] Ό.π., 304

[17] Ό.π., 291

[18] Ό.π., 291

[19] Ό.π., 278

[20] Ό.π., 133

[21] Ό.π., 196

[22] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 248

[23] Ό.π., 222

[24] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 279

[25] Β. Ι. Λένιν: Τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πως πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;, Άπαντα, τόμ. 1, σ. 136

[26] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 279

[27] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 51

[28] Ό.π., 19

[29] Γκέοργκ Χέγκελ: Επιστήμη της Λογικής [Η Μεγάλη Λογική]. Η διδασκαλία περί της ουσίας, σ. 155, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1998

[30] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, σ. 156, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006

[31] Ό.π., σ.156

[32] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 290

[33] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ.77

[34] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 19

[35] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ.77

[36] Marx-Engels Werke, τόμ. 20, σ. 576

[37] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ.80

[38] Η διαλεκτική της φύσης, σ. 51

[39] Ό.π., σ. 230

[40] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 184,185

[41] Η διαλεκτική της φύσης, σ. 214

[42] Καρλ Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, τόμ. Α’, σ. 121, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα

[43] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 290

[44] Η διαλεκτική της φύσης, σ. 221

[45] Marx-Engels Werke, τόμ. 20, σ. 575

[46] Η διαλεκτική της φύσης, σ. 51

[47] Καρλ Μαρξ: Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, σ. 104, εκδ. Γερ. Αναγνωστίδη, Αθήνα

[48] Karl Marx: Zur Kritik der Politischen Ökonomie, στο: Marx-Engels Werke, τόμ. 13, σ. 17

[49] Η διαλεκτική της φύσης, σ. 232

[50] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, σ. 281

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.