Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Ο σχηματισμός της καθοδηγητικής ομάδας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος κατά τα έτη 1923/1924



Το ενδιαφέρον τούτο κείμενο εξετάζει τις διεργασίες στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κατά τα έτη 1923 και 1924 και, εν μέρει, το ρόλο του Gramsci σ’ αυτές, την εσωκομματική διαπάλη, φτάνοντας μέχρι το πρωτόγνωρο για την εποχή εκείνη ζήτημα του φασισμού, καθώς και την επιτακτική ανάγκη για μετάβαση σ’ έναν πόλεμο θέσεων. Οι αναλογίες με το σήμερα είναι πολλές, ιδιαίτερα, όμως, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού (αριστερισμός). Το κείμενο αξίζει να μελετηθεί και για έναν επιπρόσθετο λόγο: Έχει γραφτεί από έναν πρωταγωνιστή αυτών των γεγονότων και μετέπειτα Γενικό Γραμματέα του ΙΚΚ (ΠΓ).

του Παλμίρο Τολιάτι

1. Ο σχηματισμός μιας νέας καθοδηγητικής ομάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, όπως αυτοονομαζόταν τότε η ίδια κατά τα έτη 1923 και 1924, πρέπει να ειδωθεί σαν μια στιγμή μεγάλης, αποφασιστικής σημασίας στην ιστορία του ιταλικού εργατικού κινήματος και ιδιαίτερα, αυτό θεωρείται αυτονόητο, στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος της χώρας μας. Η εξέλιξη και η τύχη αυτού του κινήματος θα ήταν αναμφισβήτητα διαφορετικές, μπορεί να πει κανείς θα είχαν ουσιαστικά διαφορετική πορεία, αν δεν είχε σχηματιστεί αυτή η καθοδηγητική ομάδα ή αν ο σχηματισμός της δεν είχε λάβει χώρα ακριβώς εκείνη τη χρονική περίοδο και μ’ αυτό τον τρόπο, δηλαδή με πρωτοβουλία και υπό την άμεση καθοδήγηση του Antonio Gramsci. Η ομάδα αυτή των κομμουνιστών, η οποία από το 1924 βρισκόταν στην κορυφή του Κομμουνιστικού Κόμματος, πέτυχε, σε σύγκριση με την προηγούμενη καθοδήγηση, μια αποτελεσματική, ποιοτική πρόοδο στην ικανότητά της να συλλάβει την αντικειμενική εθνική και διεθνή κατάσταση, όχι μόνο στην αγκιτάτσια και την προπαγάνδα, αλλά και να διεξαγάγει μια πραγματική πολιτική κινητοποίηση που αντιστοιχούσε σ’ αυτή την κατάσταση. Χωρίς αυτήν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν θα έπαιρνε τα χαρακτηριστικά, και δεν θα μπορούσε να αποκτήσει τη δύναμη και το κύρος που έχει τώρα, ή θα μπορούσε να τα πετύχει μόνο μετά από πολλές δυσκολίες και κοπιαστικές παρακάμψεις. Η πλειοψηφία του Κόμματος μπόρεσε μολαταύτα να κερδίσει αυτή την ομάδα τελειωτικά μόνο στο 3ο Συνέδριο, το οποίο έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1926 στη Λυών. Οι πολιτικές βάσεις για τη νέα συγκρότηση δημιουργήθηκαν, όμως, το 1923/24 σε μια αντιπαράθεση, από την οποία διατηρήθηκαν για μας τα ντοκουμέντα. Η αξία της βρίσκεται στο ότι δεν μας δείχνει μόνο τη σημασία ενός αποτελέσματος που επιτεύχθηκε με συλλογική επεξεργασία, αλλά και το ότι αποκαλύφθηκαν οι σημαντικές δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεραστούν, ώστε να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα. Κυρίως, μαθαίνουμε μέσα από αυτές τις βασικές ιδέες για τη δράση του Gramsci ως καθοδηγητή του Κόμματος. Μερικές από αυτές τις αντιλήψεις, τις οποίες υποστήριξε και ανάπτυξε σ’ αυτή την αντιπαράθεση, είχαν, αν εξεταστεί η χρονική τους περίοδος και οι συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες έλαβε χώρα, οξυδερκείς διαπιστώσεις. Αποτέλεσαν έναν προσανατολισμό, του οποίου όλη η σπουδαιότητα αξιοποιήθηκε και αφομοιώθηκε στην πάροδο του χρόνου και μετά από πολλά χρόνια.

Αφετέρου, ο σχηματισμός μιας νέας καθοδηγητικής ομάδας αποτελούσε για το Κομμουνιστικό Κόμμα στα τέλη του 1922 πολιτική και οργανωτική αναγκαιότητα, από την οποία δεν μπορούσε κανείς να ξεφύγει για λόγους στοιχειώδους σημασίας. Το Κόμμα, μόλις δυό χρόνια μετά την ίδρυσή του, έφτασε σε μια βαθιά κρίση ηγεσίας. Η κρίση αυτή έπρεπε να λυθεί, διαφορετικά θα προχωρούσε μπροστά κοπιαστικά και άσχημα. Ούτε τα μέλη του Κόμματος αλλά ούτε και τα καθοδηγητικά στελέχη δεν μπορούσαν τότε να αντιληφθούν το μέγεθος και το βάθος της κρίσης. Δεν την αντιλήφθηκαν ούτε οι φίλοι ούτε οι αντίπαλοι. Αν οι αντίπαλοι δεν ήταν τυφλωμένοι με προκατειλημμένο μίσος και βλακεία, όπως συμβαίνει πάντα, θα μπορούσαν απ’ αυτή την κρίση να ωφεληθούν. Οι διώξεις της αστυνομίας και τα κτηνώδη εγκλήματα των φασιστικών ομάδων εφόδου δεν ήταν σε θέση να αδυνατίσουν το Κόμμα, αυτό σταθεροποιούνταν παραπέρα. Ναι μεν μείωσαν την αριθμητική του ισχύ και δυσκόλεψαν τις δραστηριότητές του, ταυτόχρονα όμως το οδήγησαν σε μια μεγαλύτερη συνοχή των γραμμών του και στη σταθεροποίηση της εσωτερικής του ενότητας. Έτσι, εμποδίστηκε η επίδραση καταστροφικών αντιθέσεων της καθοδήγησης βαθιά στις γραμμές του Κόμματος. Το πόσο σοβαρή ήταν η κρίση στην καθοδήγηση, αυτό γίνεται μολαταύτα καθαρό αν αναλυθούν οι πραγματικές συνθήκες αυτή τη χρονική περίοδο. Ουσιαστικά μπορεί να διαπιστωθεί, ότι στα τέλη του 1922 το Κόμμα πρακτικά ήταν χωρίς καθοδήγηση, όχι μόνο επειδή τα πιο γνωστά στελέχη είχαν συλληφθεί από την επίθεση της αστυνομίας και είχαν καταδικαστεί, αλλά και για λόγους πολιτικής φύσης, οι οποίοι είχαν την προέλευσής τους στο εσωτερικό του Κόμματος. Η καθοδήγησή του αποτελούσε έκφραση μιας συγκεκριμένης πολιτικής. Αλλά ήδη μετά από δυό χρόνια φάνηκε ότι αυτή δεν ανταποκρινόταν πλέον στα συγκεκριμένα άμεσα καθήκοντα και στη μελλοντική εξέλιξη της κατάστασης. Στο εργατικό κίνημα προέκυψε ένας νέος συσχετισμός δυνάμεων, στη χώρα διαμορφώθηκε μια νέα κατάσταση και προμηνυόταν η αρχή μιας αλλαγής στη διεθνή σκηνή. Για να ανταποκριθεί στη νέα πραγματικότητα, το Κόμμα χρειαζόταν ένα νέο πνευματικό και πρακτικό προσανατολισμό, τον οποίο δεν μπορούσε να τον δώσει η παλιά καθοδηγητική ομάδα εξαιτίας της όλης ύπαρξής της. Για να μην μετατραπεί το Κόμμα σε μια στεγνή, αδύναμη σέχτα ταλμουδιστών, ξένων προς την πραγματικότητα, έπρεπε κατ’ αρχή να αλλάξει την καθοδήγηση. Και ευτυχώς αυτό έγινε, και μάλιστα έγκαιρα.

2. Στο ιδρυτικό Συνέδριο στο Λιβόρνο, στις 21 Ιανουαρίου 1921, εκλέχτηκε Κεντρική Επιτροπή, στην οποία ανήκαν 15 σύντροφοι. Κατ’ αλφαβητική σειρά ήταν οι ακόλουθοι σύντροφοι: Ambrogio Belloni, Nicola Bombacci, Amadeo Bordiga, Bruno Fortichiari, Egidio Gennari, Antonio Gramsci, Ruggero Grieco, Anselmo Marabini, Francesco Misiano, Giovanni Parodi, Luigi Polano, Luigi Repossi, Cesare Sessa, Antonio Tarsia, Umberto Terracini.

Κατά την εκλογή αυτής της Κεντρικής Επιτροπής δεν υπήρξαν διαφορές απόψεων. Κάποιος αντιπρόσωπος ήθελε να πάρει το λόγο τασσόμενος ενάντια στη συμπερίληψη του Gramsci και έκανε χρήση μιας γελοίας κατηγορίας, η οποία διακινήθηκε από τους ρεφορμιστές και τους μαξιμαλιστές κατά τη διάρκεια των έντονων αντιπαραθέσεων πριν το Συνέδριο, ότι ο Gramsci ήταν ένας «παρεμβατιστής», μάλιστα ένας «φλογερός παρεμβατιστής». Όμως το ζήτημα δεν έφτασε στο βήμα του Συνεδρίου. Τα ευσυνείδητα μέλη της νέας καθοδήγησης είχαν δικαίως την άποψη, ότι με τον τρόπο που έγινε η καμπάνια στο Σοσιαλιστικό Κόμμα ενάντια σ’ εκείνους που είχαν ταλαντευόμενη στάση στο ζήτημα της εισόδου στον πόλεμο το 1914/15 ήταν λάθος και ότι έπρεπε να τεθεί μ’ αυτή τέλος. Μόνο η στάση κατά τη διάρκεια του πολέμου και κυρίως μετέπειτα, κατά τη διάρκεια της βαριάς πολιτικής και κοινωνικής κρίσης, η οποία εμφανίστηκε μετά την ανακωχή, θα ‘πρεπε να είναι η λυδία λίθος για τους ακτιβιστές του Κόμματος. Ενάντια στον Gramsci δεν μπόρεσε όμως να παρουσιάσει τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι ένα άρθρο το οποίο είχε γράψει το 1914. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε τώρα ξανά σε μια έκδοση των πρώιμων γραπτών του [1]. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως όλοι γνώριζαν, ήταν συντάκτης της σοσιαλιστικής εβδομαδιαίας εφημερίδας «Il Grido del popolo» και της τοπικής εφημερίδας «Avanti!» του Τουρίνου. Μετά την αιματηρή εξέγερση τον Αύγουστο του 1917, στην πιο δύσκολη στιγμή, του εμπιστεύτηκαν την καθοδήγηση της Οργάνωσης Πόλης του Τουρίνου του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Υπήρχαν πολύ σοβαροί λόγοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφορμή για μια συζήτηση σχετικά με τη σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία εκλέχτηκε στο Λιβόρνο. Η πιο πολυάριθμη και ισχυρότερη ομάδα αποτελούνταν από τους συντρόφους, οι οποίοι πριν ανήκαν ήδη στην απομονωτική ομάδα (Bordiga, Grieco, Fortichiari, Repossi, Parodi, Polano, Sessa, Tarsia). Η ομάδα αυτή καθοδηγούνταν από τον Bordiga και εξέδιδε την εβδομαδιαία εφημερίδα «Il soviet». Στη συνέχεια έρχονταν οι μαξιμαλιστές (Belloni, Bombacci, Gennari, Misiano). Ένας απ’ αυτούς, ο Marabini, ανήκε στην ομάδα η οποία είχε πλησιάσει περισσότερο, κατά την προετοιμασία για το Λιβόρνο, την κεντριστική ομάδα «Ενότητα» του Serrati, με σκοπό να αποσπάσει από αυτήν όσο το δυνατό περισσότερους συντρόφους. Τέλος, υπήρχαν ακόμη δυό σύντροφοι, ο Gramsci και ο Terracini, από την ομάδα του Τουρίνου του «Ordine Nuovo» Η ομάδα αυτή, η οποία είχε καταπολεμήσει πιο αποτελεσματικά απ’ όλους τη μεγαλοαστική τάξη, για να ελευθερώσει στην εργατική τάξη το δρόμο για την εξουσία, και η οποία σ’ αυτή τη πάλη διαπαιδαγώγησε έναν αξιόλογο αριθμό νέων καθοδηγητών, τόσο εργατών όσο και διανοουμένων, παραπέμφθηκε στην τελευταία θέση. Στην Κεντρική Επιτροπή έλλειπαν ιδιαίτερα, με εξαίρεση του Parodi, τα προλεταριακά στελέχη, τα οποία ήταν οι πρωτεργάτες του κινήματος των εργοστασιακών συμβουλίων. Οι συνέπειες αυτού του γεγονότος θα γίνουν αργότερα αισθητές, μάλιστα και για το λόγο ότι ο Parodi έπρεπε πολύ σύντομα να φύγει από την Ιταλία, για να διαφύγει από την καταδίωξη της αστυνομίας.

Δεν είναι γνωστό αν ο Gramsci, ο Terracini ή άλλοι σύντροφοι της παλιάς ομάδας του Τουρίνου είχαν ζητήσει να αντιπροσωπευτούν διαφορετικά. Μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα η ομάδα αυτή δεν είχε ποτέ οργανωθεί ως ξεχωριστή ομάδα σε εθνικό επίπεδο. Οι σύντροφοι που την καθοδηγούσαν, οι οποίοι ήταν νέοι σε ηλικία και βρίσκονταν έξω απ’ την πόλη τους, ήταν λίγο γνωστοί, η όλη δράση τους ήταν αφιερωμένη στην ανάπτυξη του κινήματος του Τουρίνου και των αγώνων του. Είχαν παραμελήσει τη δημιουργία στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας ενός δικτύου από συνδέσεις και ομάδες. Αυτό το λάθος, που αργότερα πληρώθηκε πολύ ακριβά, έκανε πρακτικά αδύνατη κάθε διεκδίκηση για μια άλλη σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής. Αυτός όμως δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Μετά τις προηγούμενες αντιπαραθέσεις, το πιο σημαντικό αποτέλεσμα κατά το σχηματισμό και την ανανέωση της καθοδηγητικής ομάδας του ΙΚΚ [Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος] ήταν, ότι μετά τη διάσπαση, όχι μόνο μεταξύ των απλών κομματικών μελών αλλά και των καθοδηγητικών στελεχών, εντελώς αδιάφορο από ποια ομάδα προέρχονταν, προέκυψαν μια νέα κατανόηση και μια νέα αντίληψη περί ενότητας και περί ιδεολογικής και πρακτικής πειθαρχίας, τις οποίες ήθελαν να θέσουν σε εφαρμογή για το κοινό καλό της κομμουνιστικής πρωτοπορίας. Οι παλιότερες αποσχιστικές ομάδες έπρεπε να ανήκουν στο παρελθόν. Ήδη, η απλή υπενθύμισή τους θα παρίστανε παράβαση των νέων πολιτικών και οργανωτικών αρχών, για την επιβολή των οποίων προέκυψε το νέο Κόμμα και οι οποίες έπρεπε να καθορίζουν τη ζωή μέσα σ’ αυτό. Σήμερα, ίσως να μας φαίνεται ότι η αντίληψη αυτή ήταν ιδιαίτερα ασυγχώρητα αφελής, κυρίως όταν σκέφτεται κανείς ποιες διαφορές απόψεων εμφανίστηκαν αναφορικά με τον πολιτικό προσανατολισμό ανάμεσα στα τρία διαφορετικά ρεύματα, τους μαξιμαλιστές, τους οπαδούς της «Ordine Nuovo» και τους απομονωτιστές, οι οποίοι ενώθηκαν για να δημιουργήσουν το νέο κόμμα. Δεν ήταν αφέλεια, αλλά επρόκειτο για το γεγονός ότι έπρεπε να δοθεί στο Κόμμα ένας νέος χαρακτήρας και μια μεγάλη εμπιστοσύνη στη δύναμη και στις ικανότητες, ώστε να μπορούν να λυθούν τα προβλήματα.

3. Μεγάλες διαφορές απόψεων υπήρχαν και εκδηλώθηκαν αναφορικά με το ζήτημα της αλλαγής των Εσωτερικών Επιτροπών των εργοστασιακών συμβουλίων στα εργοστάσια, αναφορικά με τη λειτουργία αυτών των συμβουλίων στη πάλη της εργατικής τάξης για την εξουσία, αναφορικά με το κίνημα που προέκυψε από αυτά και τους σκληρούς αγώνες που ενέπνευσαν και πέτυχαν οι συντάκτες της «Ordine Nuovo» και το καθοδηγούμενο προλεταριάτο του Τουρίνου. Ούτε οι μαξιμαλιστές ούτε οι απομονωτιστές δεν κατανόησαν και δεν συμμερίστηκαν τις αντιλήψεις που εκπροσωπούσε αυτή η ομάδα. Αφετέρου, η ομάδα αυτή τοποθετούνταν πολύ κριτικά απέναντι στη συμπεριφορά των μαξιμαλιστών καθοδηγητών, όπως και στους αριστερά ευρισκόμενους (Gennari, Bombacci κτλ). Απέρριπτε τον κοινοβουλευτικό απομονωτισμό [αποχή] των οπαδών του Amadeo Bordiga. Μεταξύ αυτής και της ομάδας που καθοδηγούνταν από τον Bordiga δεν μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί πλήρης συμφωνία, για το πώς θα ‘πρεπε να προχωρήσει η κατάσταση μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στις μάζες σ’ όλη τη χώρα, παρ’ όλο που οι απομονωτιστές και οι οπαδοί της «Ordine Nuovo» συνεργάζονταν πολύ στενά τοπικά στο Τουρίνο, στο συνδικαλιστικό και εργοστασιακό κίνημα. Η απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η οποία αναγνώριζε τον ιδιαίτερο ρόλο των οπαδών της «Ordine Nuovo», διαπίστωσε ότι οι αντιλήψεις τους «συμφωνούσαν πλήρως με όλες τις βασικές αρχές της 3ης Διεθνούς» και ζήτησε το Πρόγραμμα που επεξεργάστηκε ο Gramsci για την ανανέωση του Σοσιαλιστικού Κόμματος να χρησιμεύσει ως βάση για την προετοιμασία του Συνεδρίου του Κόμματος στο Λιβόρνο. Η απόφαση αυτή εξέπληξε όλες τις άλλες ομάδες καθώς και αυτές που βρίσκονταν αριστερά, δίνοντάς τους ώθηση. Μετέπειτα, στη πραγματικότητα η απόφαση ξεχάστηκε. Αν είχε ανοίξει και διεξαχθεί ουσιαστική συζήτηση για το ρόλο και τα άμεσα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ιταλία, τότε θα έρχονταν σίγουρα στο φως οι έντονες διαφορές απόψεων για προβλήματα αποφασιστικής σημασίας. Αυτή η συζήτηση δεν μπόρεσε να προκληθεί ούτε κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο προετοιμαζόταν άμεσα η διαμόρφωση του Κόμματος, ούτε λίγο μετέπειτα. Η φωτιά εστιάστηκε στη δεξιά ρεφορμιστική πτέρυγα και στην ομάδα του κέντρου, που δεν ήθελαν να την απομονώσουν και να την  διώξουν από το Κόμμα. Σ’ αυτό το στόχο συμφωνούσαν όλοι. Οι προγραμματικές και πολιτικές βάσεις είχαν διατυπωθεί από τα συνέδρια της Διεθνούς. Αναφορικά με την εσωκομματική ζωή συμφώνησαν όλοι με την πρόθεση, να διακόψουν αποφασιστικά με την παλιά πρακτική του Σοσιαλιστικού Κόμματος και να δώσουν στο Κομμουνιστικό Κόμμα μια εντελώς νέα δομή που θα βασίζεται ουσιαστικά στην πολιτική πειθαρχία και στην ενότητα. Στη πραγματικότητα ήταν όλοι της άποψης, ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε μια αντικειμενικά επαναστατική κατάσταση δεν ανταποκρίθηκε στο επαναστατικό του καθήκον, επειδή τα διάφορα ρεύματα που υπήρχαν σ’ αυτό βρίσκονταν μεταξύ τους σε διαμάχη [με αποτέλεσμα] την παράλυσή τους. Γι’ αυτό το Κομμουνιστικό Κόμμα έπρεπε να υφίσταται και να επιδρά σαν μια ενιαία, ενωμένη Οργάνωση, στην οποία δεν θα υπάρχουν πλέον διαφορές απόψεων ανάμεσα στα ρεύματα, στις ομάδες και τις μερίδες. Αυτή ήταν μια αναγκαία προϋπόθεση, ώστε να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η αποφασισμένη από τα διεθνή Συνέδρια γραμμή. Αυτό μπορούσε να συμβεί μόνο με αναγκαίες πρωτοβουλίες, από μια διαρκή δράση όλης της Οργάνωσης και υπό μια κομματική καθοδήγηση, η οποία απ’ τη μεριά της έπρεπε να είναι ομοιογενής, ώστε να είναι σε θέση να δράσει και να καθοδηγήσει αποφασιστικά χωρίς δισταγμούς και ταλαντεύσεις. Γι’ αυτό η ενότητα και η πειθαρχία έπρεπε να συμβαδίζουν με μια ισχυρή συγκεντροποίηση [Zentralisierung]. Και σ’ αυτό το σημείο εμφανίστηκαν αργότερα ανάμεσα στην αντίληψη ενός «οργανωτικού» συγκεντρωτισμού με μια τάση προς το γραφειοκρατισμό και αυτόν του «δημοκρατικού» συγκεντρωτισμού πολύ σημαντικές διαφορές απόψεων. Στην αρχή, όμως, αυτές οι διαφορές απόψεων δεν μπορούσαν να εμφανιστούν, επειδή όλες οι δυνάμεις έπρεπε να χρησιμοποιηθούν και χρησιμοποιήθηκαν για να υπογραμμιστεί το στοιχείο της ενότητας και της πειθαρχίας –μιας «πολλή αυστηρής» πειθαρχίας, όπως έγραψε ο Lenin στις πρώτες σελίδες του «Estremismo» [2]-, ώστε να μπορέσουν να ξεπεραστούν η συγκεκριμένη πρακτική και η εσωτερική αποσύνθεση του παλιού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

4. Γενικά, ήταν εύστοχο και στις περισσότερες περιπτώσεις σωστό, τα νέα προβλήματα του Κόμματος να τεθούν μ’ αυτό το νέο τρόπο. Αυτό αντιστοιχούσε στις αποφάσεις και στις απαιτήσεις των Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Προέκυπτε άμεσα από την κριτική, η οποία ασκήθηκε στο παλιό Σοσιαλιστικό Κόμμα λόγω της μακράς πείρας. Επιπλέον, αυτό απαιτούσε η αντικειμενική κατάσταση στην οποία υπήρξαν σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα στις τάξεις. Και όποιος εντασσόταν στο Κομμουνιστικό Κόμμα έπρεπε να ξέρει ότι αυτό ήταν μια μαχητική Οργάνωση. Δεν μπορεί κανείς στους άνδρες, οι οποίοι βρίσκονταν στην κορυφή αυτής της Οργάνωσης μορφοποιώντας την, να τους αρνηθεί το κατόρθωμα ότι ήταν άφοβοι και ικανοί για αντίσταση, όπως απαιτούσαν οι συνθήκες. Στον προσανατολισμό που έδωσαν στο Κόμμα, συμφωνούσε η μάζα των μελών από πεποίθηση και με ενθουσιασμό. Οι Οργανώσεις της βάσης βοηθήθηκαν να κρατηθούν και να αναπτυχθούν. Αυτό είναι σωστό. Σωστό, όμως, είναι επίσης, ότι πολύ γρήγορα τόσο στη καθοδήγηση του Κόμματος όσο και στη συγκεκριμένη δραστηριότητα, δημιουργήθηκε μια κατάσταση η οποία βρισκόταν σε αντίφαση με τις βασικές αρχές οι οποίες έπρεπε να καθορίζουν τη ζωή ενός κομμουνιστικού κόμματος.

Αν επανεξετάσει κανείς σήμερα από απόσταση τα δυό πρώτα χρόνια του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, θα αποκτήσει την εντύπωση για μια εξέλιξη η οποία παρουσιάζει δυό οπτικές γωνίες, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους, στη πραγματικότητα, όμως, είναι αντίθετες. Απ’ τη μια μεριά, πολλές δεκάδες χιλιάδες προλετάριοι και εργαζόμενοι τέλεσαν τη μετάβασή τους στις θέσεις της πρωτοπορίας και της επαναστατικής πάλης. Η επιρροή της παρά τα όλα που συνέβησαν στο Λιβόρνο, μετά από αυτό αυξήθηκε ανάμεσα στις μάζες, σε καμιά περίπτωση επομένως δεν μειώθηκε. Αυτή ήταν η θετική πλευρά, η οποία στην παραπέρα ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και της χώρας αποκτούσε όλο και περισσότερο μεγαλύτερο βάρος. Απ’ την άλλη μεριά υπήρξε προσπάθεια, αυτή η επαναστατική άνοδος να πιεστεί σ’ ένα στενό πλαίσιο, κάτι που περιόρισε την αποτελεσματικότητά της˙ η προσπάθεια να κατευθυνθεί σ’ ένα άκαμπτο, ξένο προς την πραγματικότητα σχήμα, με αποτέλεσμα η δυνητική επαναστατική δύναμη να μη μπορέσει να αναπτύξει ολοκληρωτικά την πραγματική πολιτική της αποτελεσματικότητα. Τις περισσότερες φορές συνεπεία των αντικειμενικών συνθηκών εκείνων των χρόνων, υπήρξε σύμπλεξη και συγχώνευση μεταξύ τους, του θετικού και του αρνητικού, έτσι που δεν είναι εύκολο να διαχωριστεί το ένα από το άλλο. Ένα ρήγμα, όμως, σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο ήταν αναπόφευκτο.

5. Από την Κεντρική Επιτροπή, μετά το Λιβόρνο, ανατέθηκε η άμεση καθοδήγηση της δουλειάς του Κόμματος σε μια Εκτελεστική Επιτροπή στην οποία ανήκαν ο Bordiga, ο Grieco, ο Terracini, ο Repossi και ο Fortichiari. Ο Repossi ανέλαβε το καθήκον να οικοδομήσει το λεγόμενο παράνομο οργανωτικό δίκτυο. Αυτό αφορούσε στην εξασφάλιση των συνδέσεων ανάμεσα στη καθοδήγηση και τη βάση καθώς και με το εξωτερικό, την υπεράσπιση από φασιστικές επιθέσεις και τις διώξεις από την αστυνομία, την προετοιμασία για ενδεχόμενες εξεγέρσεις κτλ. Ο Grieco και ο Terracini καθοδηγούσαν την προπαγανδιστική δουλειά και διατηρούσαν τις συνδέσεις με τις Οργανώσεις στη βάση. Ο πραγματικός καθοδηγητής όλης της δουλειάς ήταν ο Amadeo Bordiga. Ήταν μια ισχυρή πολιτική προσωπικότητα με αξιοσημείωτες καθοδηγητικές ικανότητες. Επί πολλά χρόνια δούλεψε συστηματικά για να οικοδομήσει μια δική του πολιτική ομάδα μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Σ’ αυτό, κατέκτησε στο κίνημα αναγνώριση και κύρος ανάμεσα στα αριστερά στελέχη. Ήξερε να προστάζει και να επιτυγχάνει την ευπείθεια. Στην πολεμική με τον αντίπαλο ήταν ενεργητικός, αν και τις περισσότερες φορές επιχειρηματολογούσε σχολαστικά. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι η καθοδηγητική ομάδα συγκεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το άτομό του. Έτσι, εμφανίστηκε η άποψη ότι αυτός είναι η πραγματική «κεφαλή» που χρειάζεται το Κόμμα και ότι θα το καθοδηγούσε καλά ακόμη και στις πιο δύσκολες καταστάσεις. Ο Bordiga είχε διαφορές απόψεων με την Κομμουνιστική Διεθνή, και ο Λένιν του είχε κάνει συχνά κριτική επειδή κήρυσσε τη μη συμμετοχή στις εκλογές και στη κοινοβουλευτική δράση την οποία έβλεπε σαν βασική πηγή του οπορτουνιστικού εκφυλισμού του σοσιαλιστικού κινήματος. Μετά την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος διολίσθησε στην άρνηση συμμετοχής στις εκλογές, εκλάμβανε όμως παραπέρα τη συμμετοχή στο κοινοβούλιο και στη δουλειά του αποκλειστικά ως μέσο για το σκοπό και ως καθαρά δευτερεύουσα δραστηριότητα. Βουλευτές –κατά τον Bordiga- θα ‘πρεπε να γίνουν τέτοιοι σύντροφοι οι οποίοι δεν αξίζουν τίποτα για κάθε άλλη χρήσιμη δουλειά. Η Γραμματεία του Κόμματος θα παρέδιδε απλά σ’ αυτούς τις δηλώσεις και τις ομιλίες οι οποίες θα έπρεπε να απαγγέλλονταν στην αίθουσα συνεδριάσεων. Το πιο αρνητικό στοιχείο ήταν η αντίληψή του για το Κόμμα, για την ουσία του, την οικοδόμησή του και την τακτική του. Κατά τη λύση αυτών των προβλημάτων δεν ξεκινούσε απ’ το ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα παριστάνει ένα τμήμα της εργατικής τάξης, δεν λάμβανε υπόψη του την πραγματική κατάσταση στην οποία ζούσε και δρούσε, και γι’ αυτό δεν αντιλαμβανόταν ότι πρέπει να καθοριστούν οι αντίστοιχοι συγκεκριμένοι στόχοι στην εκάστοτε κατάσταση. Πολύ περισσότερο, ξεκινούσε από αφηρημένες αρχές οι οποίες πήγαζαν από ένα διανοητικό προτσές και ότι αυτές έπρεπε να ισχύουν σε κάθε εποχή και σε κάθε κατάσταση. Αν κάποτε ο τελικός στόχος, η κατάκτηση της εξουσίας, ήταν δοσμένος, τότε η πληθώρα των ενδιάμεσων θέσεων και της διαλεκτικής σχέσης αλληλεπίδρασής τους ήταν περιττή. Η αξία του δημοκρατικού πολιτικού κινήματος και της εξάπλωσής του στο έδαφος της δημοκρατίας απορρίφθηκε, οι ταξικές αντιθέσεις έγιναν αντιληπτές άκαμπτα και σχηματικά ως πολιτικές αντιθέσεις. Όλοι οι αντίπαλοι εξισώθηκαν. Σύμμαχοι δεν ήταν πλέον δυνατό να βρεθούν. Η εξωτερική μορφή και ο λόγος τέθηκαν πάνω από την ουσία της υπόθεσης. Οι συνάφειες μετατράπηκαν σε ξεροκεφαλιά. Δεν παρέμεινε πλέον ελεύθερος χώρος για τη δράση του Κόμματος, το οποίο συρρικνώθηκε απλά σε μια καθαρά προπαγανδιστική και πολεμική άσκηση. Αγνοήθηκε ο στόχος να αυξήσει η κομμουνιστική πρωτοπορία αποφασιστικά σε όλες τις καταστάσεις την επιρροή της στην πλειοψηφία των εργατών και του εργαζόμενου πληθυσμού. Αγνοήθηκε κάθε επιδίωξη για ενότητα με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και κάθε πάλη για ενότητα. Η πρωτοπορία μετατράπηκε σε σέχτα, η οποία χρησιμοποιούσε τη δύναμή της στο να περιμένει έως ότου οι μάζες θα έφταναν το επίπεδό της και τότε θα ήταν σε θέση να τις οδηγήσει στη τελική νίκη.

Σ’ αυτή την αντίληψη περί Κόμματος, η τυπική πειθαρχία ήταν ο κυρίαρχος παράγοντας. Τέτοιου είδους παράγοντες, όπως η αυτοτέλεια στη δράση και η πρωτοβουλία στη βάση, ή από μεμονωμένους, ακόμη και από πολύ εξειδικευμένους συντρόφους, τέθηκαν σε δεύτερη θέση, μάλιστα απορρίφθηκαν με αξιωματικά επιχειρήματα. Αυτό, πέραν τούτου, αφορούσε στις διαφορές θέσεων, οι οποίες είναι αναπόφευκτες αν θέλει να υπάρχει κανείς σε δύσκολες, κατά διαστήματα, εντελώς διαφορετικές καταστάσεις από τόπο σε τόπο. Αυτό αφορούσε παραπέρα στην αναγκαία πολιτική διαπαιδαγωγητική δουλειά, για να διαμορφώσει ακτιβιστές του Κόμματος και να αναπτύξει σ’ αυτούς το συναίσθημα της ευθύνης, και, φυσικά, το στοιχείο της συζήτησης, την αντιπαράθεση απόψεων, μέσω της οποίας όχι μόνο το Κόμμα συνολικά, αλλά τα καθοδηγητικά στελέχη και τα απλά μέλη, να γίνουν ικανά να κατανοήσουν τι πρέπει να γίνει, όπως επίσης να τα υλοποιήσουν και να κατακτήσουν επιτυχίες. Το Κόμμα δεν κατανοήθηκε ως πολιτική Οργάνωση, αλλά ως Οργάνωση στρατιωτικού τύπου, μάλιστα, επιπλέον, ως στρατιωτική Οργάνωση παλιάς κοπής, χωρίς κρίση, ιδρυμένο μόνο πάνω στην καθαρή υποταγή και, επομένως, πάνω σ’ ένα είδος υπεράνθρωπης ικανότητας μιας «κεφαλής» ή μιας μικρής καθοδηγητικής ομάδας, της οποίας το καθήκον θα ήταν σε κάθε ευκαιρία να παίρνει μόνη της τα κατάλληλα μέτρα και να δίνει στη σωστή στιγμή όλες τις αναγκαίες «ντιρεκτίβες» και διαταγές. Σε τι θα χρησίμευε –όπως υπήρχε ο ισχυρισμός- να ιδρυθούν κομματικές σχολές, στις οποίες, όχι μόνο θα αποκτώνται βαθιές γνώσεις στη μαρξιστική θεωρία, αλλά οι σύντροφοι με τη μελέτη των πραγματικών καταστάσεων και των εμπειριών, της γεωγραφίας, της Ιστορίας, της οικονομικής δομής της χώρας θα βοηθιούνται να σχηματίσουν μια δική τους κρίση για το συγκεκριμένο καθορισμό των πολιτικών και οργανωτικών καθηκόντων; Αυτό ειδώθηκε σαν περιττό, μερικές φορές μάλιστα και σαν εμπόδιο. Στα στελέχη της βάσης δεν επιδιώχτηκε να είναι σε θέση να δρουν με βάση την ιδιότητά [τους]. Μια τέτοια πρακτική θα έδινε τη δυνατότητα –όπως υποστηριζόταν- να γίνουν λάθη, ενώ δεν θα γίνονταν λάθη αν τηρούνταν ευσυνείδητα οι ντιρεκτίβες από τα πάνω. Τα προσόντα δεν αποτελούσαν πάντα το μέτρο κατά την επιλογή των στελεχών ακόμη και για πολύ σημαντικές λειτουργίες της δράσης και της αντιπροσώπευσης του Κόμματος.

Φέρουμε αυτά τα πράγματα στη μνήμη για να γίνει κατανοητή η έντονη κριτική που άσκησε σε μερικές επιστολές ο Gramsci, θέλοντας να προωθήσει το σχηματισμό μιας νέας καθοδηγητικής ομάδας. Θα διαπράτταμε όμως σφάλμα, αν σ’ αυτή τη συνάφεια αποσιωπούσαμε, ότι το Κόμμα στο σύνολό του ήταν υπέρ του ιδεολογικού και πρακτικού προσανατολισμού του Bordiga. Εν μέρει, ήταν οι αντικειμενικές συνθήκες αυτές που πίεζαν σε μια σεχταριστική απομόνωση απ’ ό,τι σε πλατιές πολιτικές δράσεις των μαζών. Εν μέρει, επρόκειτο για λαθεμένες, ίσως όμως απ’ την πλευρά των όχι και τόσο πολιτικά έμπειρων συντρόφων, αναπόφευκτες αντιδράσεις στη σύγχυση και την αποσύνθεση, οι οποίες πήραν το πάνω χέρι στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και απ’ τις οποίες θα ήθελαν να απελευθερωθούν μια για πάντα, ακόμη και με τη βοήθεια των πιο ριζοσπαστικών μέσων. Ακόμη και τέτοιοι σύντροφοι όπως ο Terracini και ο Togliatti συνθηκολόγησαν με τη σεχταριστική αντίληψη για το Κόμμα και την αντίστοιχη λειτουργία του. Αυτό ξάφνιαζε ιδιαίτερα επειδή αυτοί οι σύντροφοι βρίσκονταν στην πλευρά του Gramsci και υπό την καθοδήγησή του δεν ακολουθούσαν μόνο έναν αντίθετο προσανατολισμό στη δουλειά, αλλά είχαν επίσης συνεισφέρει στο να γίνει η επεξεργασία εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων στις οποίες στη πάροδο κατέληξαν σε σημαντικές δράσεις. Ο Gramsci δεν κατάπνιξε την κριτική του. Για μεγάλο διάστημα την παρουσίαζε, μόνο όμως σε προσωπική συζήτηση. Δεν υπήρξε καμιά αντιπαράθεση στην Κεντρική Επιτροπή. Η κριτική αυτή εκφράστηκε αρχικά σε μια συγκέντρωση της κομμουνιστικής ομάδας του Τουρίνου την παραμονή του 2ου Συνεδρίου του Κόμματος. Ο πολύ μικρός κύκλος των συντρόφων που καθοδηγούσε η ομάδα του «Ordine Nuovo», είχε διαλυθεί επειδή οι σύντροφοι από το Τουρίνο είχαν φύγει. Ο Terracini αμέσως μετά το Συνέδριο του Κόμματος πήγε στο Λιβόρνο για να δουλέψει στη Γραμματεία της Εθνικής Καθοδήγησης, μερικούς μήνες αργότερα ο Togliatti για να αναλάβει την καθοδήγηση της εφημερίδας «Il Comunista» στη Ρώμη, και άλλοι για διαφορετικούς λόγους. Ακολούθησε η αφοσιωμένη στον Bordiga καθοδήγηση σ’ αυτές τις μεταθέσεις ένα συγκεκριμένο σχέδιο για να εμποδίσει το σχηματισμό μιας αντιπολιτευτικής ομάδας, όταν αυτή τελικά έστειλε μετά το 2ο Συνέδριο του Κόμματος τον ίδιο τον Gramsci ως αντιπρόσωπο στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Μόσχα; Αυτό είναι δύσκολο να ειπωθεί. Ήδη ο Pierro Gobetti [3] την περίοδο εκείνη είδε ως σημάδι αδυναμίας και αποσύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος, ότι μερικά από τα καλύτερα καθοδηγητικά στελέχη σκορπίζονταν σε απομακρυσμένους μεταξύ τους τόπους σύμφωνα με ένα από τα πάνω επιβαλλόμενο γραφειοκρατικό σχέδιο, έτσι που όλα [τα στελέχη] δεν ήταν λίγο ή πολύ σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους.

6. Η καθοδήγηση, εν όψει δυό ζητημάτων αποφασιστικής σημασίας, κατέληξε να ταλαντεύεται, και, συγκεκριμένα, στο ζήτημα της οργανωμένης και ένοπλης αντίστασης ενάντια στις φασιστικές βιαιοπραγίες και στο ζήτημα της πειθαρχίας απέναντι στις αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η απόφαση της μη συμμετοχής στο κίνημα του «Arditi del popolo», που πάρθηκε στις αρχές του 1921, όταν το κίνημα αυτό εμφανίστηκε αρχικά στη πολιτική σκηνή, ήταν ένα σοβαρό σφάλμα κυριαρχούμενο απ’ το σεχταριστικό σχήμα: Οι κομμουνιστές θα έπρεπε να έχουν τις δικές τους αντιστασιακές ομάδες και να μην ανακατεύονται με άλλες. Αυτό στη πραγματικότητα σήμαινε την παραίτηση απ’ το να είναι η κινητήρια και καθοδηγητική δύναμη ενός μεγάλου μαζικού κινήματος. Πολλοί ήταν ενάντια σ’ αυτή τη στάση, όμως δεν το έλεγαν. Στη βάση όμως, σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκε ή διορθώθηκε στη πράξη.

Οι σχέσεις απέναντι στη Διεθνή κατά τη διάρκεια του 3ου Συνεδρίου άρχισαν να οξύνονται όταν ο Terracini εμφανίστηκε στο όνομα της ιταλικής αντιπροσωπείας και αρνήθηκε την αναγκαιότητα να κερδίσει την πλειοψηφία. Υπερασπίστηκε το εξτρεμιστικό δόγμα της «επίθεσης» των μικρών ομάδων για την κατάκτηση της εξουσίας, κάτι που ο Lenin του έκανε έντονη κριτική. Η πολιτική της ενότητας της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών, η οποία οδηγούνταν απ’ το 3ο Συνέδριο και η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί από την τακτική του ενιαίου μετώπου, συγκρούονταν σκληρά με όλες τις αντιλήψεις οι οποίες είχαν πάρει το πάνω χέρι στο ιταλικό Κόμμα.

Η πολιτική αυτή αρχικά κριτικαρίστηκε και απορρίφθηκε, στη συνέχεια έγινε ανεκτή με σφιγμένα δόντια και ως μεγάλη παραχώρηση θεωρήθηκε κατάλληλη μόνο για το συνδικαλιστικό κίνημα. Αργότερα εφαρμόστηκε τελικά –χωρίς καμιά πίστη στη δυνατότητα για ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα-, κυρίως, με την πρόθεση να χρησιμοποιηθεί για το ξεσκέπασμα άλλων πολιτικών και συνδικαλιστικών ρευμάτων. Την ίδια στιγμή που ζητούνταν μαζί τους η συνεργασία, στηλιτεύονταν ως προδότες. Όλα αυτά ήταν αντιφατικά και δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν στο να μπορέσει η δουλειά να είναι πλατιά και αποτελεσματική για το Κόμμα όπως το απαιτούσε η κατάσταση. Η αντίθεση απέναντι στη Διεθνή έγινε πιο βαθιά όταν αυτή συνέδεσε την πάλη για ενιαίο μέτωπο με το αίτημα για μια κυβέρνηση εργατών και αγροτών, η οποία θα έπρεπε να σχηματιστεί στη βάση της ενότητας δράσης με τις σοσιαλδημοκρατικές μάζες. Το σύνθημα χρησιμοποιήθηκε και στην Ιταλία, αλλά χωρίς πειθώ, σαν απλή φράση και γι’ αυτό χωρίς κανένα πολιτικό και προπαγανδιστικό αποτέλεσμα.

Στο 2ο Συνέδριο του Κόμματος, το οποίο έλαβε χώρα το Μάρτιο του 1922 στη Ρώμη, οι αδυναμίες αυτές εμφανίστηκαν και το Συνέδριο τέλειωσε για την καθοδήγηση με μια καθαρή αποτυχία. Η καθοδήγηση παρουσίασε τις «Θέσεις για την τακτική», στις οποίες η εξτρεμιστική και σεχταριστική της στάση πήρε σταθερή μορφή και περιέχονταν μια λαθεμένη εκτίμηση της κατάστασης στην Ιταλία, όπου αποκλειόταν η δυνατότητα φασιστικού πραξικοπήματος. Ο Gramsci έκανε κριτική σ’ αυτές τις θέσεις, αρχικά σε μια συγκέντρωση της Οργάνωσης του Κόμματος στο Τουρίνο και στη συνέχεια στη πολιτική επιτροπή του κομματικού Συνεδρίου. Κατόρθωσε να διορθωθεί κάπως η εκτίμηση για την πολιτική προοπτική, στην Ολομέλεια όμως του κομματικού Συνεδρίου δεν πρόβαλλε σημαντικές αντιρρήσεις. Η επίθεση αυτή έγινε από τον Βούλγαρο Wassil Kolarow, τον αντιπρόσωπο της Διεθνούς, με μια απλή αλλά πολύ αποτελεσματική ομιλία, η οποία ταρακούνησε το Συνέδριο του Κόμματος. Η πίστη στη πολιτική γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν από την ίδρυσή της το ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής συνείδησης του Κόμματος και των ακτιβιστών του. Δεν έγινε στο Λιβόρνο ο χωρισμός από τους μαξιμαλιστές και από τον Serrati επειδή είχαν απορρίψει την πλήρη εφαρμογή της Διεθνούς; Όταν οι αντιπρόσωποι είδαν ότι ήταν αντιμέτωποι με την αποκάλυψη μιας ακραίας αντίφασης απέναντι στις αντιλήψεις που υποστήριζε ενεργητικά και ο ίδιος ο ίδιος ο Lenin, ακόμη και πιστοί οπαδοί της καθοδήγησης Bordiga άρχισαν να αμφιβάλλουν. Αν αυτή τη χρονική περίοδο είχε προσφερθεί μια εναλλακτική λύση τότε η καθοδήγηση θα υστερούσε. Η διέξοδος όμως βρέθηκε σ’ έναν συμβιβασμό. Οι «Θέσεις» έγιναν μεν αποδεκτές, η αποδοχή όμως επιτεύχθηκε μόνο με τη συμβουλευτική έννοια, ως συνεισφορά στη συζήτηση για ένα μελλοντικό διεθνές Συνέδριο και όχι ως συμφωνία της πολιτικής γραμμής που ίσχυε για την καθοδήγηση του Κόμματος. Τέλειωσε, επομένως, με μια διφορούμενη απόφαση και με μια καθοδήγηση η οποία πρακτικά έχασε το κύρος της.

Γιατί ο Gramsci στο Συνέδριο του Κόμματος στη Ρώμη δεν ακολούθησε καμιά άλλη γραμμή; Γιατί δεν προσπάθησε με την ανοιχτή κριτική, την οποία θα την υποστήριζε και ο Kolarow, να κερδίσει τη συγκατάθεση ενός σημαντικού μέρους του κομματικού Συνεδρίου; Η δυνατότητα υπήρχε. Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία δύσκολα μπορεί να βρεθεί μια εύστοχη απάντηση. Για να δικαιολογηθεί η στάση του αναφέρεται συνήθως το επιχείρημα ότι δεν ήθελε να συμβαδίσει με μια ομάδα συντρόφων, οι οποίοι έκαναν κριτική τόσο στις «Θέσεις» όσο και στο σεχταρισμό της καθοδήγησης από δεξιές θέσεις. Ο πιο γνωστός από αυτούς ήταν ο Angelo Taska, με τον οποίο ο Gramsci είχε διαφορές απόψεων από το 1920. Αυτόν ο Gramsci τον θεωρούσε σαν έναν κριτικό της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας. Παραπέρα, στην ομάδα ανήκαν μερικοί συνδικαλιστές καθοδηγητές, βουλευτές και στελέχη στη βάση. Η ομάδα ήταν πολύ ετερογενής. Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονταν και μπερδεμένα κεφάλια (ο Bombacci για παράδειγμα). Μπορεί να ειπωθεί ότι η ομάδα αυτή αποτελούσε έναν πραγματικό κίνδυνο από τα δεξιά; Για τον ένα ή τον άλλο ισχυρισμό, που οι σύντροφοι αυτοί έπαιρναν θέση στη κριτική τους ή σε συζητήσεις, αυτό μπορεί να αληθεύει: έτσι, η οπορτουνιστική ερμηνεία τους για την τακτική του ενιαίου μετώπου, η αντίστασή τους απέναντι στις οργανωτικές αρχές του κομμουνιστικού κόμματος, η απόρριψή τους για μια πραγματικά πολιτική πειθαρχία, η τάση τους στις συνηθισμένες μορφές του κοινοβουλευτισμού του παλιού Σοσιαλιστικού Κόμματος, η καταδίκη της οργάνωσης της αντίστασης και της προετοιμασίας για την παρανομία και πολλά άλλα, μέχρι τον ισχυρισμό ότι η διάσπαση στο Λιβόρνο δεν έγινε σωστά, αλλά πολύ αριστερά, όλες αυτές οι αντιλήψεις αποκρούστηκαν, όμως, από τη συντριπτική πλειοψηφία του Κόμματος με αγανάκτηση. Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει κανείς να υποθέσει ότι για το Κόμμα συνολικά δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος από τα δεξιά και ότι γενικά δεν θα ήταν δύσκολο να γίνει κριτική καi απόκρουση του σεχταρισμού και των λαθών της καθοδήγησης χωρίς να συμβαδίσει με αυτούς που ενσωμάτωναν αυτό τον κίνδυνο. Το αντίθετο, μια κριτική σε δυό κατευθύνσεις θα βοηθούσε να κερδηθούν ξανά τα ενεργητικά μέλη του Κόμματος, επειδή δεν συμμερίζονταν τις αντιλήψεις της καθοδήγησης, ήταν χωρίς καθοδήγηση, έχασαν το θάρρος ή παραπλανήθηκαν.

Δεν μπορεί να πιστέψει κανείς ότι ο Gramsci δεν γνώριζε ότι η πάλη σε δυό μέτωπα κατά την ανάπτυξη του Κόμματος της εργατικής τάξης είναι ο μόνιμος κανόνας, κυρίως στις δύσκολες στιγμές. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να υποθέσει ότι για την καθοδήγηση του Κόμματος δεν είδε καμιά δυνατή εναλλακτική, και ότι εδώ πρέπει να του δοθεί δίκιο. Μια αλλαγή δεν είχε ωριμάσει. Δεν υπήρχαν άνθρωποι που να σχηματίσουν μια νέα καθοδήγηση. Ο ίδιος ο Gramsci είπε αργότερα ότι τότε δεν ήταν ενήμερος για την πραγματική δραστηριότητα της καθοδήγησης. Ένα δυνατό ταρακούνημα της παλιάς καθοδηγητικής ομάδας και, ακόμη περισσότερο, η ολοκληρωτική εξουδετέρωσή της θα είχε για ολόκληρο το Κόμμα απρόβλεπτες συνέπειες. Και η σύνθεση της δεξιάς ομάδας δεν πρόσφερε καμιά εναλλακτική: Ο πιο ικανός της εκπρόσωπος, ο Taska, λόγω των υπερβολικών διανοουμενίστικων προκαταλήψεων καθώς και εξαιτίας προσωπικών προβλημάτων τα οποία τον πίεζαν, δεν είχε τα χαρακτηριστικά ενός πολιτικού καθοδηγητή. Ακόμη κι αν ληφθούν υπόψη όλες αυτές οι συνθήκες, παραμένει σε ισχύ όπως και πριν η κριτική, ότι στο Συνέδριο του Κόμματος και μετέπειτα δεν έγιναν εκείνες οι ελάχιστες επαφές και οι συμφωνίες, οι οποίες αργότερα, χωρίς να καταλήγουν σε έναν ανεπίτρεπτο φραξιονισμό, θα επέτρεπαν να λυθούν τα σοβαρά προβλήματα που εμφανίστηκαν μετά το 4ο Συνέδριο της Διεθνούς.

Μέχρι σ’ ένα βαθμό, όμως, η Κεντρική Επιτροπή ανανεώθηκε. Ο αριθμός των μελών της μειώθηκε από τους 15 στους 14 συντρόφους. Δεν εκλέχτηκαν πλέον οι Ambrogio Belloni, Nicola Bombacci, Francesco Misiano, Giovanni Parodi (όπως ο Misiano έτσι και αυτός ήταν αναγκασμένος να μεταναστεύσει), Luigi Polano και Antonio Tarsia. Εκλέχτηκαν εκ νέου οι Isidoro Azzario, Vittorio Flecchia, Leopoldo Gasperini, Ennio Gnudi και Togliatti. Η Εκτελεστική Επιτροπή στη σύνθεσή της και στην κατανομή καθηκόντων παρέμεινε αμετάβλητη. Ο Gramsci, όπως ήδη αναφέρθηκε, ορίστηκε αντιπρόσωπος του ιταλικού Κόμματος στη Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και εγκατέλειψε την Ιταλία λίγους μήνες μετά το Συνέδριο του Κόμματος σε μια πολύ άσχημη κατάσταση της υγείας του.

7. Μετά το Συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Ρώμη τον Οκτώβριο του 1922, προέκυψε, κατά κάποια έννοια, στην κομμουνιστική καθοδήγηση μια κατάσταση, η οποία μάλιστα σήμερα μπορεί να εμφανίζεται ως παράδοξη. Στο Συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος νίκησε το αριστερό μαξιμαλιστικό ρεύμα. Το Συνέδριο αποφάσισε να διαγράψει από το Κόμμα όλα τα «μέλη της ομάδας των συνεργών» καθώς και όλους εκείνους που εγκρίναν τη στάση τους, δηλαδή τους ρεφορμιστές (Turati, Matteotti, Modigliani κτλ). Δεν ήταν αυτή η ρεβάνς για το Λιβόρνο; Στο Λιβόρνο, ακριβώς στο ζήτημα της διαγραφής των ρεφορμιστών, προέκυψε η ρήξη με τον Serrati, και οι κομμουνιστές παρέμειναν μειοψηφία. Η αλλαγή προέκυψε συνεπεία μιας σειράς γεγονότων: Η φασιστική επίθεση [είχε ως αποτέλεσμα] την αισθητή μείωση των μελών του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη βάση. Όπως ήταν φυσικό, ήταν κυρίως οι πιο δραστήριοι σύντροφοι με τις πιο ριζοσπαστικές αντιλήψεις που έμειναν στο Κόμμα. Στη συνέχεια υπήρξε η ιδιαίτερη απογοητευτική εμπειρία με τις προσπάθειες που έγιναν να μπει φραγμός στη φασιστική εξάπλωση, είτε με μια παράλογη «συμφωνία ειρήνευσης» είτε με αναποφάσιστες και ασυνεπείς κοινοβουλευτικές δραστηριότητες. Παραπέρα, υπήρξε εδώ η κριτική και η δράση των κομμουνιστών, η πολιτική αρχών τους, το παράδειγμά τους για επίμονη σκληρότητα στην πάλη. Ήταν σωστό να χαιρετιστούν στη Ρώμη οι αποφάσεις των σοσιαλιστών που πάρθηκαν, σαν μια νίκη των κομμουνιστών, και ήταν επίσης σωστό πάνω σ’ αυτή τη βάση να αρχίσει αμέσως η εξέταση των πολιτικών σχέσεων με τους σοσιαλιστές και να βγουν συμπεράσματα αναφορικά με τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα μιας επαναπροσέγγισης ή μιας δυνατής ένωσης. Είναι πολύ πιθανό, ένα μέρος των σοσιαλιστών ηγετών κάτω απ’ όλες τις περιστάσεις, όπως θα ήταν επίσης και η στάση των κομμουνιστών, να απέρριπτε την ένωση. Αυτές οι περιστάσεις, όμως, έπρεπε να είναι μάλλον η αφορμή, να γίνει γρήγορα ένα θαρραλέο βήμα, ώστε να λάβει χώρα η αναγκαία σύνδεση με τις σοσιαλιστικές μάζες, οι οποίες ήθελαν από το Συνέδριό τους μια συνολική στροφή, απ΄ το να παραιτούνται από ένα τέτοιο βήμα.

Από την αρχή, όμως, η Εκτελεστική Επιτροπή είχε μια στάση δύσπιστη, δυσαρεστημένη, απορριπτική απέναντι σε κάθε πραγματική πολιτική δράση. «Με τους μαξιμαλιστές δε γίνεται τίποτα», ήταν το σύνθημα. Και: «Οι καθοδηγητές που μετέβησαν σε αριστερές θέσεις το έκαναν απλά από οπορτουνισμό για να μην αποσπαστούν από τις μάζες. Αν εξακολουθούμε να τους χτυπάμε όπως κάναμε μέχρι τώρα, τότε αυτή η απαγκίστρωση θα φτάσει μέχρι το τέλος». Συνολικά αυτό ήταν μια τυπική σχηματική αντίληψη, μακριά από την πραγματικότητα. Ένα μικρό σχόλιο γραμμένο από τον Togliatti που δημοσιεύτηκε σαν κύριο άρθρο στον «Κομμουνιστή», το οποίο υποστήριζε τις σοσιαλιστικές αποφάσεις και, αν και ήταν προσεκτικά γραμμένο, υποδηλώνοντας την προοπτική μιας προσέγγισης, αποδοκιμάστηκε. Η Εκτελεστική Επιτροπή τάχθηκε ενάντια σε κάθε πρόταση που στόχευε στη προσέγγιση ή στην ένωση, παρ’ όλο που ήξερε ότι η Διεθνής συμβούλευε αυτή τη γραμμή. Η Κεντρική Επιτροπή συμφώνησε με τον προσανατολισμό που δινόταν από την Εκτελεστική Επιτροπή με μια μοναδική επιφύλαξη από τους Anselmo Marabini και Togliatti να μη γίνει παράβαση της πειθαρχίας της Διεθνούς, δηλαδή, μετά από μια συζήτηση να γίνουν αποδεκτές οι προτάσεις της.

Συμφωνούσε το Κόμμα συνολικά με τη στάση της καθοδήγησης; Δεν είναι εύκολο να ειπωθεί αυτό τώρα με σιγουριά. Ας μη ξεχνάμε ότι η ένοπλη βία των φασιστών και του κράτους ενάντια στις οργανώσεις των εργαζομένων μαινόταν και ότι τους προξένησαν πολλές ήττες. Ήταν την παραμονή της πορείας προς τη Ρώμη. Μετά τη γενική απεργία τον Αύγουστο, η δύναμη αντίστασης και πάλης των εργαζόμενων μαζών έφτασε στο κατώτατο σημείο. Οι αντικειμενικές συνθήκες ήταν έτσι, που η πρωτοπορία με όλο το θάρρος που είχε, περικυκλωνόταν στενότερα και σταθερότερα. Οι πραγματικές δυνατότητες για μια πλατιά οργανωμένη δράση, όπως απαιτούσε η συμμαχία με τους σοσιαλιστές, ώστε να μην παραμείνει απλά ένα εγχείρημα στη κορυφή, ήταν πολύ περιορισμένες. Η πολεμική ενάντια στους σοσιαλιστές διεξαγόταν εκτός αυτού με μεγάλη οξύτητα, χωρίς να γίνεται πάντα ο αναγκαίος διαχωρισμός μεταξύ οπορτουνιστών ηγετών και εργατών στη βάση. Μ’ αυτό τον τρόπο ανοίχτηκαν μεγάλα χάσματα που ήταν δύσκολο να γεφυρωθούν. Το πιο δύσκολο, όμως, ήταν ότι το Κόμμα, που καθοδηγούνταν κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν είχε αποκτήσει την ικανότητα να προσαρμόσει την τακτική του στις απαιτήσεις της κατάστασης.

Δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς ότι η πρόταση για συνασπισμό έθιγε μερικά ζητήματα, τα οποία στο Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν κάθε άλλο παρά καθαρά και δεν μπορούσαν επίσης να συζητηθούν ήρεμα και ψύχραιμα. Τα αποτελέσματα του Συνεδρίου του Κόμματος στο Λιβόρνο, τα οποία εξασφάλισαν στους κομμουνιστές μόνο μια μειοψηφία, έπρεπε να εκτιμηθούν ως επιτυχία ή ως αποτυχία; Και τα αποτελέσματα αυτά ήταν οριστικά ή θα μπορούσαν και έπρεπε να διορθωθούν με την εξέλιξη της κατάστασης, και με ποιο τρόπο; Έχει βρεθεί το απόσπασμα ενός γραπτού του Gramsci και τώρα δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Σ’ αυτό διαπιστώνει ότι «η διάσπαση στο Λιβόρνο (η απόσπαση της πλειοψηφίας του ιταλικού προλεταριάτου από την Κομμουνιστική Διεθνή) υπήρξε αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος θρίαμβος της αντίδρασης» [4]. Ουσιαστικά, η ίδια άποψη για αυτό το γεγονός υπάρχει στο πρώτο σχόλιο που γράφτηκε από τον Togliatti σχετικά με τη διάσπαση στην ημερήσια εφημερίδα «Ordine Nuovo». Αυτό το σχόλιο δεν ήταν κραυγή θριάμβου, αλλά ένας υπαινιγμός για το πόσο σοβαρά και δύσκολα θα γίνουν τα νέα καθήκοντα. Αλλά, ασφαλώς, δεν σκέφτονταν έτσι οι εξτρεμιστές στην ομάδα εκείνων που απείχαν από τις εκλογές, οι οποίοι στο Λιβόρνο ήταν αρκετοί! Από τη στάση του Gramsci προέκυπτε η αναγκαιότητα να ξεπεραστεί η αποτυχία από μια πολιτική, η οποία, το συσχετισμό των δυνάμεων, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί τον Ιανουάριο του 1921, τον άλλαξε με το να επεκταθούν οι κατακτηθείσες ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις στα νέα στρώματα των εργαζόμενων μαζών. Τι έκαναν οι κομμουνιστές για αυτό το σκοπό; Τι έκανε η καθοδήγησή τους; Αναμφισβήτητα πολλά. Θαρραλέα και ηρωικά αγωνίστηκαν ενάντια στον ταξικό εχθρό. Δημιούργησαν μια σταθερή Οργάνωση πρωτοπορίας. Έκαναν κριτική στις αδυναμίες, στη δειλία, στα λάθη των άλλων. Διεύρυναν προσεγμένα την επιρροή τους. Αλλά μια πραγματική, μια πλατιά πολιτική δράση, η οποία έπιασε όλες τις μάζες, θέτοντας ένα νέο πρόβλημα με νέο τρόπο, δηλαδή αυτό της ενότητας δράσης ενάντια στον ταξικό εχθρό, το κατόρθωσε μόνο η Κομμουνιστική Διεθνής, αναπτύσσοντας την τακτική του ενιαίου μετώπου. Η ιταλική καθοδηγητική ομάδα δεν κατανόησε εντελώς ποια σημασία είχε ακριβώς αυτή η πολιτική πρωτοβουλία για την Ιταλία και για το ιταλικό Κόμμα, έτσι όπως προέκυψε τώρα. Αφότου ο συσχετισμός δυνάμεων στο Σοσιαλιστικό Κόμμα άλλαξε προς όφελός μας, η ομάδα αυτή δεν προσαρμόστηκε στην εξέλιξη των πραγμάτων, δεν ήταν σε θέση η ίδια και το κίνημα που καθοδηγούνταν από αυτήν να αναλάβουν ένα νέο, μεγάλο ρόλο, για να θέσουν σε κίνηση ένα πολιτικό προτσές που σε καμιά περίπτωση δεν ήταν δευτερεύουσας σημασίας και να οδηγήσουν σε νέα θετικά αποτελέσματα. Με λίγα λόγια, το Κόμμα δεν είχε κανέναν, ο οποίος θα ήταν σε θέση τα αποτελέσματα αυτά, στη δημιουργία των οποίων συνέβαλλε το ίδιο με τη δράση του, να τα φέρει σε πέρας στη νέα κατάσταση. Έτσι, από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα τού στερήθηκε στη πραγματικότητα η πολιτική του καθοδήγηση, προτού ακόμη κατακερματιστεί και παραλύσει η Εκτελεστική Επιτροπή από τις συλλήψεις και χάσει η Κεντρική Επιτροπή την ικανότητα να εργάζεται.

8. Η μέχρι τώρα παρουσίαση μάς επιτρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι ο σχηματισμός μιας νέας καθοδηγητικής ομάδας για το μέλλον του Κόμματος ήταν επείγουσα και αποφασιστική. Από την πορεία των πραγμάτων και ιδιαίτερα από την αλληλογραφία που δημοσιεύτηκε από μας μεταξύ του Antonio Gramsci και των συντρόφων, οι οποίοι ίδρυσαν τη νέα ομάδα υπό την καθοδήγησή του, προκύπτει ότι η ίδρυσή της επιτεύχθηκε σ’ ένα αργό και κοπιαστικό προτσές, στην πορεία του οποίου υπήρξαν διακοπές και αποτυχίες.

Η πρώτη ρήξη στην παλιά καθοδήγηση προέκυψε κατά τη διάρκεια του 4ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όταν η ιταλική αντιπροσωπεία αποφάσισε με μεγάλη πλειοψηφία να εγκρίνει τις προτάσεις της διεθνούς Εκτελεστικής Επιτροπής. Την ρήξη, όμως, αυτή, δεν την ακολούθησε ο σχηματισμός μιας νέας καθοδηγητικής ομάδας. Η παλιά Εκτελεστική Επιτροπή επέστρεψε στην Ιταλία με όλες τις πληρεξουσιότητες. Κανένας δεν σκέφτηκε να πάρει για αυτό την πρωτοβουλία. Μια εξαίρεση αποτέλεσε μόνο το ζήτημα του συνασπισμού με τους σοσιαλιστές, ο οποίος για μια σειρά λόγους δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Αφότου η παλιά Εκτελεστική Επιτροπή διαλύθηκε λόγω των συλλήψεων, τα μέτρα για την οργάνωση μιας νέας Γραμματείας είχαν προσωρινό και τυχαίο χαρακτήρα. Στη ευρεία Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία έλαβε χώρα τον Ιούνιο, ξέσπασαν εκ νέου οι διαφορές απόψεων με τη Διεθνή και, μάλιστα, κατά κάποιο τρόπο με οξυμένη μορφή. Μέχρι τα τέλη του 1923 έγινε τελικά αρκετή πρακτική δουλειά από τη νέα καθοδήγηση, η οποία σχηματίστηκε στη βάση απόφασης της Διεθνούς, δεν κατόρθωσε, όμως, να σταθεροποιηθεί εσωτερικά. Τα αναγκαία βήματα σ’ αυτή την κατεύθυνση έγιναν επιτέλους στους πρώτους μήνες του 1924. Τον Ιούνιο εκείνου του έτους, όταν ξεκίνησε η κρίση Matteotti, μπορούσε να κάνει κανείς λόγο για το ότι υπήρχε μια νέα καθοδηγητική ομάδα, η οποία είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση, απ’ την άλλη μεριά, όμως, ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχε κατορθώσει ακόμη να αποκτήσει την εμπιστοσύνη όλου του Κόμματος, κάτι που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να γίνει λόγος περί νέας καθοδήγησης. Στη συνδιάσκεψη στο Κόμο τον Μάιο του 1924, κερδήθηκε στη συνέχεια η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής για μια νέα πολιτική κατεύθυνση, η πλειοψηφία, όμως, των αντιπροσώπων των οργανώσεων της επαρχίας τάχθηκε κατά. Την αιτία για αυτό μπορεί κανείς να την δει στον τρόπο τού πως άρχισε, προετοιμάστηκε και διεξήχθη η συνδιάσκεψη. Όλα αυτά, που θα ‘πρεπε κάποια στιγμή να εξεταστούν και να εκτεθούν αναλυτικά, δεν παρίσταναν τίποτα άλλο παρά το αποτέλεσμα ενός μακρού, επίπονου προτσές, για το οποίο μιλήσαμε πιο πάνω.

Η εσπευσμένη αρνητική κρίση, όμως, ιστορικά αν ειδωθεί, δεν θα ήταν σωστή. Θα το θεωρούσα σοβαρό λάθος, αν κατά την παρουσίαση της ιστορίας του εργατικού κινήματος και, ιδιαίτερα, του Κόμματος, στις γραμμές του οποίου αγωνίζεται κανείς και στο οποίο βρίσκεται και βρισκόταν σε καθοδηγητική θέση, ισχυρίζεται και θέλει να αποδείξει ότι το Κόμμα αυτό και η καθοδήγησή του είχαν συμπεριφερθεί πάντα σωστά με τον μόνο δυνατό τρόπο. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα κατέληγε κανείς να παρουσιάζει μια αδιάκοπη θριαμβευτική πορεία. Και αυτό θα ήταν εσφαλμένη παρουσίαση η οποία απομακρύνεται από την πραγματικότητα και ότι διαψεύδεται από αυτήν. Κανένα από τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα, δεν είχε στη κορυφή του έναν Lenin, όπως συνέβαινε αυτό με τους μπολσεβίκους. Πολύ περισσότερο, τα κόμματα αυτά υπόκεινταν σε διάφορες επιρροές, τις οποίες δεν συνήγαγαν μόνο από το παράδειγμα της ρωσικής επανάστασης, αλλά από την παράδοση και την πείρα του εργατικού κινήματος των ξεχωριστών χωρών, από πολλών ειδών πιέσεις, που προέρχονταν από τις κοινωνικές συνθήκες και τις περιστάσεις της ίδιας της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης. Η σωστή γραμμή επιδιώχτηκε από τους δραστήριους αγωνιστές, πιθανώς πάντα με αυταπάρνηση και καλή πίστη, η σωστή λύση, όμως, βρέθηκε μόνο μέσω της ιδίας πείρας, αυτό σημαίνει, επομένως, και μέσω αναποφάσιστων στάσεων και αντιπαραθέσεων, καθώς και μέσα από λάθη, τα οποία μερικές φορές, μέσω εσφαλμένων προσανατολισμών, δεν αντιστοιχούσαν στη συγκεκριμένη κατάσταση, προκύπτοντας από δω και τα αντίστοιχα καθήκοντα. Η ιστορία του κινήματός μας θα γίνει, επομένως, τότε μόνο ζωντανή και διδακτική, όταν μας γνωστοποιήσει ποια πράγματα έχουν συμβεί πραγματικά και πως διαδραματίστηκαν. Αυτό, όμως, μπορεί να το πράξει μόνο όταν μας παρουσιάσει αυτό το προτσές και μας το κάνει κατανοητό. Ένα κόμμα που θέλει να είναι ή να γίνει πραγματικό κόμμα της εργατικής τάξης, ένα μαζικό κόμμα, δεν μπορεί να έχει εσωτερική κομματική ζωή, η οποία είναι αποσπασμένη από τις επαφές και τις συνδέσεις με τις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στις εργαζόμενες μάζες, αποσπασμένη από τις αλλαγές στη συνείδηση που συνοδεύονται από αυτές. Ακόμη, η ανασφάλεια και τα σφάλματα δεν μπορούν, επομένως, να ειδωθούν ως έκφραση ιδεολογικής καθυστέρησης, έλλειψης κατανόησης, ανικανότητας ή κάτι ακόμη χειρότερου. Και αυτά πρέπει να μάθει κανείς να τα κατανοεί ως έκφραση μιας ιδιαίτερης κατάστασης, ως έκφραση ενός συμπλέγματος προβλημάτων που δεν έχουν ακόμη λυθεί, μιας αξίωσης που δεν έχει ακόμη εκπληρωθεί έγκαιρα με κατάλληλο τρόπο, η οποία επιβαρύνει κάθε περαιτέρω ανάπτυξη.

Γιατί στους Gramsci, Scoccimarro, Terracini, Togliatti και στους άλλους υπήρξε τόσο πολύς δισταγμός να μιλήσουν σκληρά και χωρίς συστολές περί αναγκαιότητας να δοθεί στο Κόμμα ένας νέος προσανατολισμός και μια νέα καθοδήγηση ακόμη και τότε, όταν ήταν έτοιμοι στη πραγματικότητα να καταπιαστούν με την αναγκαία αλλαγή; Σε σχέση με το 2ο Συνέδριο μιλήσαμε ήδη περί δεξιάς μειοψηφικής ομάδας, για το τι ήταν αυτή και σε ποιο βαθμό παρίστανε για όλο το Κόμμα τον πραγματικό κίνδυνο απόκλισης και κατακερματισμού. Απ’ όλη την αλληλογραφία, η οποία τώρα δημοσιεύεται, προκύπτει ότι ο φόβος για αυτόν το κίνδυνο εξακολουθούσε να υπάρχει και ότι μέχρι το τέλος αποτελούσε εμπόδιο στο να προωθηθεί γρηγορότερα και αποφασιστικότερα η αλλαγή. Τον Ιούνιο του 1923 η μειοψηφική ομάδα έκανε μάλιστα μια πολύ επικίνδυνη απόπειρα, όταν απαίτησε από τη Διεθνή να της αναθέσει την καθοδήγηση. Η απαίτησή της δεν ικανοποιήθηκε. Αλλά στη συζήτηση που προκλήθηκε κατ’ αυτό τον τρόπο και εξαιτίας της αποτυχημένης προσπάθειας το ίδιο χρονικό διάστημα να καταλήξουμε σε συνασπισμό με το Σοσιαλιστικό Κόμμα, προβλήθηκαν επιχειρήματα τα οποία διαστρέβλωναν τα γεγονότα, πικραίνοντας και απωθώντας όλους τους συντρόφους οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ανήκαν στην παλιά καθοδήγηση. Ένας τέτοιος ισχυρισμός ήταν για παράδειγμα, ότι οι κομμουνιστές έφεραν την ευθύνη για την ανάληψη της εξουσίας από τους φασίστες. Αυτός δεν ήταν μόνο ένας εσφαλμένος ισχυρισμός, αλλά μέσω αυτού, αν είχε κανείς πραγματική αίσθηση, θα έθετε ξανά το ζήτημα της νομιμότητας και της αναγκαιότητας της διάσπασης στο Λιβόρνο. Τι έκπληξη θα ‘πρεπε να νιώσει κανείς εν όψει αυτών, με ποια δριμύτητα αντιδρούν οι άνδρες που διάβηκαν με τόσο μεγάλη πεποίθηση και πάθος το δρόμο του ιταλικού εργατικού κινήματος τη μεταπολεμική περίοδο; Ανοιχτό παραμένει παρ’ όλα αυτά το ζήτημα που θέσαμε σε σχέση με τη στάση του Gramsci στο κομμουνιστικό Συνέδριο του Κόμματος στη Ρώμη. Η μειοψηφική ομάδα αποτελούσε πραγματικά μια συσσώρευση συγκεχυμένων, ασυνεπών και συχνά αντιφατικών προσπαθειών, αν εξαιρεθεί η προσωρινή επιτυχία το 1923, η οποία έδωσε πρόσβαση στα καθοδηγητικά όργανα του Κόμματος. Ας δούμε την περίπτωση Bombacci. Ο Bombacci ήταν ένας χωρίς αρχές δημαγωγός, ο οποίος άρχισε να μηχανεύεται, εν όψει τής από τον Mussolini διπλωματικής προσέγγισης με τη Σοβιετική Ένωση, [την αντίληψη] περί «δυό επαναστάσεων» οι οποίες θα συναντιούνταν. Ή, ας θυμηθεί κανείς την περίπτωση του βουλευτή Ambrogio Belloni από την Αλεσάντρια. Αυτός ήταν κομμουνιστής διαφορετικής κοπής απ’ ό,τι ο Bombacci και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του στο Κόμμα. Αλλά δυό άρθρα τα οποία έγραψε για την «Lavoratore» της Τεργέστης στις 21 και 23 Μαρτίου του 1923 και τα οποία αναφέρονται από μας στη δημοσιευθείσα αλληλογραφία του Gramsci και του Scoccimarro, αποδεικνύουν τις μεγάλες ασάφειες: Η παρακμή της πολεμικής οικονομίας στις καπιταλιστικές χώρες τίθεται στο ίδιο επίπεδο με το τέλος του πολεμικού κομμουνισμού στη Ρωσία κτλ κτλ. Η εκτίμηση αυτής της ομάδας ήταν αναμφισβήτητα σωστή, όμως, ακριβώς, επειδή αυτή η εκτίμηση δεν αντιστοιχούσε στη πραγματικότητα, η έκταση του κινδύνου την οποία παρουσίαζε σ’ ένα κόμμα, το οποίο στη πλειοψηφία τους οι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας δεν ήθελαν να δουν στη καθοδήγηση, ήταν πολύ μικρή. Οι ηγέτες της Διεθνούς το αναγνώρισαν επίσης. Σε περιόδους σοβαρών αντιθέσεων ήταν επίσης πολύ προσεκτικοί στο να δράσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Εντελώς διαφορετικά πρέπει να γίνει η προσέγγιση, αν θέλει κανείς να μιλήσει για τις αντιλήψεις και τις διαθέσεις που κυριαρχούσαν την περίοδο εκείνη στη μάζα των μελών του Κόμματος. Ειπώθηκε σύντομα και είναι ασφαλώς σωστό, ότι οι αντιλήψεις και οι διαθέσεις αυτές αποτελούν συνέχεια συγκεκριμένων εσφαλμένων προσανατολισμών και ορισμένων συγκεκριμένων πολιτικών λαθών. Έπρεπε όμως να το λάβει κανείς υπόψη του ή όχι όταν ξεκινούσε να δείξει ένα νέο δρόμο στην Οργάνωση στο σύνολό της; Στη σκέψη ότι ο Serrati θα γινόταν ξανά καθοδηγητής του Κόμματος, δεν θα μπορούσε να συνηθίσει η πλειοψηφία των συντρόφων στα τέλη του 1922. Και υπήρχαν επίσης πολλά άλλα πράγματα. Το πόσο ισχυρή ήταν η πολιτική σκέψη του Antonio Gramsci και ποιες ικανότητες είχε ως καθοδηγητής του Κόμματος, αυτό το γνώριζαν μόνο οι σύντροφοι που βρίσκονταν πολύ κοντά του. Δεν θέλουμε να κάνουμε λόγο για πολλούς άλλους, που ήταν γνωστοί ως πιστά αφοσιωμένοι δραστήριοι ηγέτες και τους εκτιμούσε κανείς σαν τέτοιους, που όμως επίσης δεν τους έβλεπε πλέον. Δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί κανείς από την αντίφαση, η οποία υπάρχει μεταξύ των νέων, υπαγορευμένων μέσω μιας οξυδερκούς σύλληψης του παρόντος και του μέλλοντος, αντιλήψεων, τις οποίες εξέθετε ο Gramsci σταδιακά όλο και σαφέστερα, και την διαρκή υποχώρηση των άλλων συντρόφων σ’ ένα περιορισμένο κύκλο προβλημάτων, ο οποίος είναι ακόμη επισκιασμένος από το παρελθόν και επιβαρυμένος από αντιλήψεις, οι οποίες εμποδίζουν την υψηλή πτήση της δημιουργικής πολιτικής σκέψης. Αναμφισβήτητα, η μάζα των μελών και των στελεχών της κινήθηκε σ’ αυτό τον περιορισμένο ορατό κύκλο. Από τη βάση, θα έλεγε κανείς σήμερα, φρεναρίστηκε τελικά μια γρηγορότερη κίνηση.

Δεν θα είχε τώρα νόημα να τεθεί το ζήτημα για το αν μια ρήξη σ’ αυτή ή στην άλλη συγκεκριμένη στιγμή, θα οδηγούσε περισσότερο ή λιγότερο σε καλύτερα αποτελέσματα. Αντ’ αυτού πρέπει να συμπεράνει κανείς ότι στη ζωή ενός κόμματος είναι πάντα υπαρκτό ένα στοιχείο αδράνειας. Όταν κυριαρχεί μια σεχταριστική αντίληψη, αυτό το στοιχείο αδράνειας αποκτά μεγάλη σημασία. Η αδράνεια αυτή είναι τόσο πιο σοβαρή, όσο το Κόμμα είναι λιγότερο συνηθισμένο σε εσωτερικές συζητήσεις, στη συλλογική επεξεργασία της πολιτικής του και σε πρωτοβουλίες του, στη συμπερίληψη ενός μέγιστου δυνατού αριθμού ενεργών μελών σ’ αυτή την επεξεργασία. Μια τέτοια κατάσταση υπήρχε στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κατά τα πρώτα δυό, τρία χρόνια της ύπαρξής του. Ακόμη κι εκείνοι που ήθελαν να φέρουν στο σωστό δρόμο το Κόμμα, έπρεπε να υπερβούν την αρρώστια, από την οποία είχε προσβληθεί όλος ο οργανισμός.

9. Ο Antonio Gramsci είχε υπερβεί νωρίτερα απ’ ό,τι οι άλλοι και ουσιαστικότερα απ’ ό,τι αυτοί, ολοκληρωτικά αυτή την αρρώστια. Δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί καθόλου, ότι ο Gramsci υπέφερε απ’ αυτήν. Η δήλωση από τη συμπεριφορά του, την οποία αναγκάστηκε να κάνει στο 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, δίνει πραγματικά την εικόνα μιας «κατάστασης ανάγκης», την εικόνα των πολιτικών και οργανωτικών σχέσεων, για τις οποίες μετά βίας θα γινόταν αποδεκτό, ότι ένας από μόνος του, όσο ικανός και θαρραλέος να ήταν, δεν θα μπορούσε με δική του πρωτοβουλία να επικρατήσει και να την αλλάξει. Αυτό που πρέπει να τονιστεί, αυτό που αποτελεί κατόρθωμα του Gramsci, ήταν η μέθοδος με την οποία διεξήγαγε τη συζήτηση, ζητώντας από τους άλλους συντρόφους τη σωστή εφαρμογή των αρχών του μαρξισμού, την κατανόηση της αντικειμενικής κατάστασης, στην οποία αντιστοιχούσαν οι νέες πολιτικές σχέσεις μεταξύ των τάξεων και των νέων γεγονότων που ωριμάζουν. Αυτό, ως πρωτεργάτη τον έκαναν αναντικατάστατο στη νέα καθοδηγητική ομάδα. Μόνο αυτή η μέθοδος επιτρέπει να γίνει υπέρβαση όλων των ταλαντεύσεων του περιορισμένου πλαισίου της καθαρά οργανωτικής προβληματικής, των αδικαιολόγητων φόβων, των περισσότερο ή λιγότερο πολύτιμων παραδόσεων μιας ομάδας, των ζητημάτων κύρους και των προσωπικών υποθέσεων και να διαβούν την πλατιά οδό για την αναβίωση της πολιτικής δράσης.

Βρισκόταν κανείς στην αρχή μιας νέας περιόδου ανάπτυξης. Τα προβλήματα της άμεσης μεταπολεμικής περιόδου πίεζαν για λύση. Μη αναστρέψιμη παρέμεινε η νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης, αφετηριακό σημείο μιας μακροχρόνιας και όχι πάντα εύκολης οικοδόμησης μιας νέας κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Αλλά στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη άρχισαν να εξασθενούν τα κύματα του επαναστατικού κινήματος. Το 1923 έλαβε χώρα στη Γερμανία η τελευταία άμεση πάλη για την εξουσία. Σε μερικές χώρες είχε γίνει ήδη υπέρβαση των σημαντικών οικονομικών συνεπειών του πολέμου. Οι βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις και οι σοβαρές αντιθέσεις μεταξύ των κρατών εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Αλλά οι ηγετικοί κύκλοι της αστικής τάξης πίστευαν ότι θα μπορούσαν αυτές τις δυσκολίες να τις ξεπεράσουν με νέες μεθόδους. Αυτό το προσπάθησαν αφενός με την ανοιχτή φασιστική βία, αφετέρου, με τη στήριξη της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία ήρθε στην εξουσία ως κυβερνητικό κόμμα και δήλωσε ότι θα ακολουθήσει μεταρρυθμιστικούς σκοπούς. Εκεί όπου η επαναστατική πρωτοπορία δεν συνέλαβε τη νέα κατάσταση, εκεί όπου υπό τις συνθήκες πάλης οι οποίες δεν πρόσφεραν πλέον την άμεση προοπτική για κατάκτηση της εξουσίας, εκεί όπου δεν ανανέωσε και δεν διεύρυνε τη σύνδεσή της με τις μάζες, διακινδύνευσε να καταλήξει στην απομόνωση και να στριμωχτεί στην άκρη. Από τον πόλεμο ελιγμών –για να μιλήσουμε με τα λόγια του Gramsci-έγινε μετάβαση στον πόλεμο θέσεων. Το ανώτατο όργανο του κομμουνιστικού κινήματος, το Συνέδριο της Διεθνούς, προσδιόρισε το καλοκαίρι του 1924 αυτή τη νέα κατάσταση, την οποία χαρακτήρισε ως σχετική σταθεροποίηση του καπιταλισμού. Η ανάλυση του Gramsci κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση και κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα. Εν όψει αυτής της νέας προοπτικής έπρεπε να αναθεωρηθεί όλος ο προσανατολισμός που ακολουθούσε μέχρι τότε το ιταλικό Κόμμα. 

Και για την Ιταλία έπρεπε να προβλεφτεί, ότι βρισκόταν στην αρχή μιας νέας περιόδου. Αυτό προκύπτει από επιστολές, οι οποίες γράφτηκαν μερικούς μήνες μετά την πορεία προς τη Ρώμη.

Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληξε ο Gramsci, αφότου είχε μελετήσει την ουσία του φασιστικού κινήματος. Ως γνωστό, η επίσημη αντίληψη της κομμουνιστικής καθοδήγησης βρισκόταν στο ότι ο φασισμός δεν αποτελεί πλέον μια απλή εσωτερική υπόθεση της κυρίαρχης αστικής τάξης και ότι εκεί όπου έφθασε στην εξουσία, δεν συνέβη τίποτα άλλο παρά μια αντικατάσταση ομάδων, οι οποίες δεν διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους. Η εργατική τάξη και το Κόμμα της θα ‘πρεπε μεν να απωθήσουν τη φασιστική βία, να αμυνθούν, αν πιθανώς επιτεθούν οι φασίστες, για να τους τσακίσουν, δεν είχαν όμως την ικανότητα να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ομάδες που αγωνίζονταν μεταξύ τους για την εξουσία. Δυνατότητα για «πραξικόπημα» δεν υπήρχε σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, επειδή η ουσία του κράτους δεν είχε αλλάξει. Η αντίληψη αυτή ήταν εσφαλμένη, όμως από μια προσεκτική μελέτη της δημοσιογραφίας εκείνης της εποχής έγινε φανερό, ότι την αντίληψη αυτή τη συμμερίζονταν το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης, από τον Gioletti μέχρι και τους σοσιαλιστές. Αντίθετα, ο Gramsci έστρεψε την προσοχή του στο ταξικό περιεχόμενο του φασιστικού κινήματος. Δεν αρνήθηκε ότι το κίνημα αυτό στα χέρια της καπιταλιστικής μπουρζουαζίας αποτελεί ένα όργανο ανοιχτής καταπίεσης. Ήδη, το 1920 είχε προβλέψει ότι αυτή η αστική τάξη θα κατέφευγε σε κάθε μέσο, πρώτα απ’ όλα στην ένοπλη βία και σε αμείλικτους διωγμούς για να καταστρέψει όλα τα επιτεύγματα της δημοκρατίας και του εργατικού κινήματος και να εξαναγκάσει το προλεταριάτο και τις εργαζόμενες μάζες στη δουλεία. Το φασιστικό κίνημα είχε προκύψει από μια μετατόπιση δυνάμεων μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες στην επαρχία και στις πόλεις. Οι ομάδες αυτές δεν ήταν μεταξύ τους ομοιογενείς, ούτε και ταυτίζονταν με τους παλιούς κυρίαρχους κύκλους. Στην ιταλική κοινωνία εμφανίστηκαν, επομένως, νέες αντιφάσεις. Μάλιστα οι ομάδες εφόδου της αντίδρασης σπαράσσονταν από εσωτερικές αντιθέσεις, οι οποίες είχαν σημασία για όλη τη χώρα. Σ’ αυτή την ανάλυση των τάξεων, σ’ αυτή τη συνάφεια και σ’ αυτή τη διερεύνηση των προγραμματικών θέσεων και πολιτικών τάσεων, οι οποίες προέκυψαν στις φασιστικές οργανώσεις των πόλεων και στις επαρχιακές ομάδες εφόδου, ο Gramsci είχε αφιερωθεί την τελευταία περίοδο της άμεσης συνεργασίας με τον Togliatti, δηλαδή στους πρώτους μήνες του έτους 1921. Εδώ είχε συμπεριλάβει τον Togliatti. Κατά την προετοιμασία του 4ου Συνεδρίου της Διεθνούς, στο οποίο ο Togliatti έπρεπε να παρουσιάσει μια έκθεση σ’ αυτό το θέμα, συνέχισε αυτή την εργασία. Επειδή δεν συμμετείχε στο Συνέδριο, πρέπει να υποτεθεί ότι τα έγγραφα που προετοιμάστηκαν απ’ αυτόν χάθηκαν. Την έκθεση την έδωσε ο Bordiga, αλλά με μια άλλη γραμμή, κυρίως με τρόπο αφηγηματικό. Από τα ντοκουμέντα που δημοσιεύσαμε τώρα, προκύπτει, ότι ο Gramsci έτεινε να βλέπει στον φασισμό μια προσπάθεια της αγροτικής αστικής τάξης να επιβληθεί σε συμμαχία με τους γαιοκτήμονες ενάντια στους αγρότες και τους εργάτες ως ανεξάρτητη δύναμη στο ιταλικό κράτος. Σε ό,τι αφορά την τάση, αυτό θα οδηγούσε, έτσι πίστευε ο Gramsci, στην απόσπαση της μικροαστικής τάξης των πόλεων, από την οποία προέκυψε αρχικά το φασιστικό κίνημα˙ και θα όξυνε τις σχέσεις ανάμεσα στο φασισμό και το καθολικό Λαϊκό Κόμμα, το οποίο την πρώτη μεταπολεμική περίοδο είχε προσπαθήσει να ενώσει όλα τα στρώματα στην επαρχία που ήταν κάτοχοι ιδιοκτησίας.

Σήμερα μπορεί κανείς να λογομαχεί σχετικά με το σε ποια έκταση αυτή η ανάλυση και αυτά τα συμπεράσματα ήταν σωστή. Σωστή ήταν η κατεύθυνση στην οποία οδηγούσε η έρευνα του Γκράμσι, ώστε να προσδιοριστεί ακριβώς η θέση των διαφόρων κυρίαρχων ομάδων της αστικής τάξης, τα κίνητρα για τα οποία ήταν υπέρ της πορείας προς τη Ρώμη, καθώς και τα κίνητρα τα οποία μετά την πορεία προς τη Ρώμη σταμάτησαν να βλέπουν την φασιστική κυβέρνηση με αμέριστη συμπάθεια. Το μεγαλύτερο λάθος που μπορούσε να κάνει κάποιος τότε, είχε επομένως αποφευχθεί, δηλαδή να αποδεχτεί ότι με το πάρσιμο της εξουσίας από τον Mussolini και τους μελανοχίτωνες θα έμπαινε φραγμός σε κάθε προοπτική των πλατιών πολιτικών μαζικών κινημάτων. Αφενός άρχισε μια επίμονη αναζήτηση ακόμη και για τις μικρότερες απαρχές ή φύτρα μιας αντιπολίτευσης που θα αναπτυσσόταν από τα κάτω (βετεράνοι του πολέμου, οπαδοί του DAnnunzio, αριστεροί καθολικοί, εκπρόσωποι της περιφερειακής αυτονομίας, της αυτονομίας της Σαρδηνίας κτλ), αφετέρου, δεν είχε αποκλειστεί, μάλιστα ήταν πιθανό σε ανώτατο επίπεδο να έφτανε η κατάσταση σε ρήξη, η οποία θα έφερνε την ίδια την αστική τάξη σε σημείο να απελευθερωθεί από τη σύνδεσή της με το φασισμό. Κατ’ αυτό τον τρόπο τέθηκε η συγκεκριμένη υπόθεση για μια δημοκρατική προοπτική, στην οποία έπρεπε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί το εργατικό κίνημα και το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Δεν θα εξετάσουμε τώρα εδώ αν το Κομμουνιστικό Κόμμα κατανόησε να προχωρήσει παραπέρα το δρόμο στους μήνες και στα χρόνια που ακολούθησαν, τον οποίο του έδειξε αυτή η ανάλυση. Σίγουρο είναι ότι επιβεβαιώθηκε η πρόβλεψη από τα γεγονότα μιας νέας χρονικής περιόδου οξυμένων πολιτικών κρίσεων και ανοιχτών αγώνων, και είναι επίσης σίγουρο, ότι η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, όταν αυτό το χρονικό διάστημα άρχισε μετά τη δολοφονία του Giacomo Matteotti, είχε ανατιναχθεί ήδη το κέλυφος των παλιών σεχταριστικών σχημάτων και ήταν έτοιμη για πλατιές δράσεις. Δυστυχώς το γραπτό του Gramsci του Ιανουαρίου του 1924 δεν το έχουμε στα χέρια μας, στο οποίο είχε προτείνει ότι η καθημερινή εφημερίδα που έπρεπε να επανεκδοθεί, δεν θα ‘πρεπε να ονομάζεται πλέον «Comunista», ούτε και «Ordine Nuovo», αλλά «lUnita». Κατά τη δικαιολόγηση αυτής της ονομασίας δεν ξεκινούσε τόσο πολύ και όχι μόνο από τις προσπάθειες ένωσης, στις οποίες έπρεπε να προσανατολιστεί η δράση μας στην εργατική τάξη και στις εργαζόμενες μάζες, αλλά, πολύ περισσότερο, από την αντίληψη την οποία είχε για τον εθνικό ρόλο του προλεταριάτου, που η χώρα μας καλούνταν να δώσει μια εσωτερική ενιαία δομή, την οποία δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσουν οι αστικές τάξεις, επειδή έβλεπαν το νότο ως περιοχή κατάκτησης και εκμετάλλευσης. Απ’ αυτή την περίοδο πηγάζει η στρατηγική αντίληψή του για τη συμμαχία μεταξύ εργατών των βιομηχανικά αναπτυγμένων περιοχών και της μεγάλης μάζας του πληθυσμού στο νότο που ζούσε στη φτώχεια και τις στερήσεις, ώστε να διεξαγάγει την πάλη για την ανατροπή της κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου και την ανανέωση όλης της ιταλικής κοινωνίας. Κατά την προετοιμασία του 3ου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος, αυτή η αντίληψη αναπτύσσεται ολοκληρωμένα με την εξέταση και τον προσδιορισμό των κινητήριων δυνάμεων της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ιταλία. Αλλά ήδη από τις αρχές του 1924, ο Gramsci συνήγαγε από δω πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα τακτικής καθώς και πολιτικά. Αυτά φτάνουν μέχρι και την αλληλεγγύη με τα κινήματα αυτονομίας, τα οποία προέκυψαν κάποτε στις περιοχές του νότου, και μέχρι την πρόβλεψη ότι σ’ ένα εργατο-αγροτικό κράτος πρέπει να αντιστοιχεί μια ιδιαίτερη δομή εξουσίας, να δώσει σ’ αυτά τα κινήματα την αναγκαία εκπλήρωση και να οικοδομήσει την ενότητα της χώρας πάνω σε νέες δημοκρατικές βάσεις.

Αυτή η ανάλυση του Gramsci και οι υποδείξεις που δόθηκαν απ’ αυτόν για τη δουλειά, ανατίναξαν εντελώς το πλαίσιο στο οποίο κινούνταν επίσης μέχρι τότε και οι πιο ικανοί καθοδηγητές του Κόμματος. Έκαναν δυνατή μια βαθύτερη διείσδυση στα προβλήματα της Ιστορίας και, μάλιστα, με μια αυστηρά μαρξιστική μέθοδο, η οποία αναγκαστικά έπρεπε να οδηγήσει σε μια συνεπή πολιτική μέσα στις μάζες. Έτσι, ο Gramsci έδωσε το παράδειγμα, την επεξεργασία και τη δημιουργική δραστηριότητα στην πολιτική, στην οποία πρέπει να είναι σε θέση να ανταπεξέλθει κάθε κομμουνιστικό κόμμα με τις δικές του δυνάμεις, ώστε να μπορεί να αναπτυχθεί. Αυτό, όμως, όπως διαπίστωσε και εξέφρασε ανοιχτά δεν υπήρξε στα πρώτα χρόνια ύπαρξης της Τρίτης Διεθνούς, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να επιτευχθούν μεγαλύτερες επιτυχίες.
______

Σημειώσεις

[1] Antonio Gramsci: Scritti giovanili, Turin 1958, σ. 3-7 (Σημ. του Togliatti).

[2] Εδώ εννοείται το έργο του Lenin «Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» (Σημ. των εκδοτών).

[3] Pierro Gobetti: La rivoluzione Liberale, Bologna 1924, σ. 98 (Σημ. του Togliatti).

[4] Απόσπασμα επιστολής του Gramsci: Στο: Palmiro Togliatti: La formatione del gruppo dirigente del Partito comunista italano nel 1923-1924, Rom 1962, σ. 102 (Σημ. των εκδοτών).


Πηγή: Togliatti, P.: Ausgewählte Reden und Aufsätze. Frankfurt/M. 1977, σ. 17-42

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.