Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Πλευρές της θεωρητικής δημιουργίας του Αντόνιο Γκράμσι ως «κριτικού λενινιστή»



Κόμμα, ηγεμονία, κρίση ηγεμονίας

του Hartmut Krauss

Η θεωρητική-πρακτική δραστηριότητα του Gramsci ως ιδρυτή και ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ), ως πολιτικού της 3ης Διεθνούς, καθορίζεται ουσιαστικά από την προσπάθεια στο να «μεταφράσει» στα ιταλικά την μπολσεβίκικη στρατηγική και τακτική καθοδήγησης της ταξικής πάλης που επεξεργάστηκε ο Lenin –συμπεριλαμβανομένου της οικοδόμησης ενός επαναστατικού κόμματος νέου τύπου-, δηλαδή, τη μεταφορά στις συγκεκριμένες συνθήκες μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας στη δυτική Ευρώπη. Την κεντρική σημασία και αναγκαιότητα της γενικευμένης μεταφοράς των μπολσεβίκικων εμπειριών, όπου λαμβάνεται κατάλληλα υπόψη η διαλεκτική γενικού και μερικού, την είχε ήδη επισημάνει ο Lenin όταν έγραφε, υπαινισσόμενος τις ειδικές συνθήκες της Ρωσίας, ότι

«για τη Ρωσία στη συγκεκριμένη, εξαιρετικά πρωτότυπη από ιστορική άποψη κατάσταση του 1917, ήταν πιο εύκολο να αρχίσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ το να τη συνεχίσει και να τη φέρει σε πέρας θα είναι πιο δύσκολο για τη Ρωσία απ’ ό,τι για τις ευρωπαϊκές χώρες.» (Λένιν, Άπαντα τόμ. 41, σ. 47).

Ο συστηματικός συλλογισμός που στοχεύει σε πρακτικά και πολιτικά συμπεράσματα αυτής της επαναστατικής στρατηγικής και επαναστατικής διαφοράς στην οπτική γωνία [1], σχηματίζει μια –αν όχι την- πιο σημαντική πηγή του επιστημονικού και πολιτικού έργου του Gramsci. Από αυτή τη σκοπιά αν ειδωθεί, η θεωρία του Gramsci περί ηγεμονίας και η αντίληψή του για τα καθήκοντα του επαναστατικού κόμματος, μπορούν να κατανοηθούν ως αποτέλεσμα της νοητικής επεξεργασίας αυτής ακριβώς της διαφοράς.

1. Η πολιτική και θεωρητικο-ιδεολογική δραστηριότητα του Gramsci από τη χρονική στιγμή της προσχώρησής του στο Κόμμα (1913) μέχρι τη σύλληψή του (6 Νοεμβρίου 1926) είναι ουσιαστικά σφραγισμένη από την πάλη ενάντια στον αναθεωρητισμό μέσα στο ΙΚΚ, την εντατική οικειοποίηση των γραπτών του Lenin που ήταν προσβάσιμα, τη μελέτη της αγωνιστικής πράξης των μπολσεβίκων καθώς και την συνεπή υποστήριξη της μπολσεβικοποίησης [2] του ΙΚΚ (μετά την ίδρυσή του το 1921) σε σκληρές αντιπαραθέσεις με την αριστερίστική πτέρυγα του Κόμματος γύρω από τον Bordiga.

Αντίστοιχα προς την κριτική του Lenin, η οποία κατευθυνόταν ενάντια στους οικονομιστές, ο Gramsci κάνει κριτική στα θεωρητικά-ιδεολογικά ελλείμματα του ιταλικού εργατικού κινήματος.

«Η θεωρητική δουλειά, δηλαδή η πάλη στο ιδεολογικό μέτωπο, παραμελούνταν πάντα από το ιταλικό εργατικό κίνημα. Στην Ιταλία ο μαρξισμός (αν εξαιρεθεί ο Antonio Labriola) έχει μελετηθεί περισσότερο από τους αστούς διανοούμενους παρά από τους επαναστάτες, ώστε να τον διαστρεβλώσουν και να τον χρησιμοποιήσουν για την αστική πολιτική […] Οι καθοδηγήσεις του Κόμματος ποτέ δεν σκέφτηκαν, ότι στη πάλη ενάντια στην αστική ιδεολογία, δηλαδή για την απελευθέρωση των μαζών από την επιρροή του καπιταλισμού, είναι αναγκαίο προηγουμένως να διαδοθεί στο ίδιο το Κόμμα η μαρξιστική θεωρία και να γίνει υπεράσπισή της από κάθε παραχάραξη. Αυτή η παράδοση δεν άρθηκε, ή τουλάχιστον, δεν άρθηκε ακόμη από το Κόμμα μας, άρση με συστηματικό τρόπο και με αισθητή και συνεχή δουλειά» (Gramsci 1980, σ. 117 σ.).

Ως προϋπόθεση για την ελκτική δύναμη και την ικανότητα καθοδήγησης του Κόμματος, ο Gramsci τονίζει την απαίτηση

«κάθε μέλος του Κόμματος να είναι ενεργό πολιτικό στοιχείο, καθοδηγητικό στοιχείο» (ό.π., σ. 120).

Χαρακτηριστικό στοιχείο του ατόμου ως «καθοδηγητικό στοιχείο» είναι η διανοητική (πνευματική-αναλυτική) του αυτοτέλεια, η οποία επιτυγχάνεται εξαιτίας μιας στοχευμένης θεωρητικο-ιδεολογικής μόρφωσης και διαπαιδαγώγησης:

«Η άνοδος του ιδεολογικού επιπέδου του Κόμματος πρέπει να επιτευχθεί μέσω μιας συστηματικής εσωκομματικής δραστηριότητας: καθήκον της είναι όλα τα μέλη να οδηγηθούν στο να συνειδητοποιήσουν πλήρως τους άμεσους στόχους του επαναστατικού κινήματος, να κατέχουν μια ορισμένη ικανότητα για μαρξιστική ανάλυση των καταστάσεων και μια αντίστοιχη ικανότητα μαρξιστικού προσανατολισμού (κομματική σχολή). Πρέπει να αντικρουστεί η αντίληψη που ισχυρίζεται ότι οι παράγοντες της συνείδησης και της επαναστατικής ωρίμανσης, που σχηματίζουν την ιδεολογία, μπορούν να υπάρχουν στο Κόμμα χωρίς να υπάρχουν σ’ ένα μεγάλο αριθμό ξεχωριστών μελών του Κόμματος» (ό.π., σ. 163).

Για τον Gramsci, επομένως, η πνευματική-ηθική σύσταση του υποκειμένου είναι αποφασιστικής σημασίας για το επίπεδο ανάπτυξης και την τελική επιτυχία της δραστηριότητας του πρακτικά-κριτικού συλλογικού υποκειμένου (Κόμμα). Η μόρφωση/διαπαιδαγώγηση του ατόμου και η (υψηλότερη) κίνηση της συλλογικότητας βλέπονται ως παραγωγική διαλεκτική σχέση.

Εν όψει των εμπειριών από τις εσωτερικές διχογνωμίες του παλιότερου ΙΚΚ, ο Gramsci τάσσεται υπέρ στο να μετατραπεί το Κόμμα σε ένα ομοιογενές μπλοκ.

«Μόνο υπό τέτοιες συνθήκες θα είναι το Κόμμα σε θέση να χτυπήσει τον ταξικό αντίπαλο […] Συγκεκριμένα, η γραμμή την οποία πρέπει να ακολουθήσει το Κόμμα μπορεί να εκφραστεί σ’ αυτή τη διατύπωση: Ο πυρήνας της κομματικής Οργάνωσης βρίσκεται σε μια ισχυρή Κεντρική Επιτροπή, η οποία θα είναι στενά συνδεδεμένη με την προλεταριακή βάση του Κόμματος, στο έδαφος της ιδεολογίας και της τακτικής του μαρξισμού-λενινισμού» (ό.π., σ. 174).

Η πολιτικο-ιδεολογική ομοιογένεια, η οποία προκύπτει μέσω της συνεχούς συζήτησης και της έντονης ανταλλαγής απόψεων, αποτελεί εδώ τον κεντρικό ενοποιητικό παράγοντα. Συνεπώς, ο Gramsci στρέφεται ενάντια στη τάση για απλή άρνηση της παλιάς κακής συνήθειας για ατελείωτες συζητήσεις, των φραξιονιστικών αγώνων χαρακωμάτων και του σχηματισμού από κλίκες που δεν συζητούν πλέον, ενάντια στη μέθοδο απολυτοποίησης εντολών της καθοδήγησης, στο να δημιουργηθεί μια σχέση πατροναρίσματος μεταξύ Κεντρικής Επιτροπής και βάσης και, επομένως, στην παραγωγή και κονσερβοποίηση μιας κατάστασης διανοητικής στασιμότητας. Αν επιμένει κανείς σ’ αυτή τη μηχανιστική αντίληψη περί συγκεντρωτισμού [εδώ: Zentralisierung, Π.Γ.] και ενότητας, τότε 

«το Κόμμα θα έχανε τις πολιτικές του ιδιότητες, οι οποίες το διακρίνουν από τους άλλους και, στην καλύτερη περίπτωση, θα μετατρέπονταν σ’ ένα στρατό (και μάλιστα στρατό αστικού τύπου), δηλαδή, θα έχανε την ελκτική του δύναμη και θα αποσπούνταν από τις μάζες» (ό.π., σ. 119 σ.).

Εδώ επίσης –ιδωμένο από μια άλλη σκοπιά- η διανοητική και ηθική ωριμότητα (πειστικότητα) του ατόμου αποτελεί, επομένως, ξανά την απαραίτητη προϋπόθεση για μια ζωντανή μάχιμη ομάδα ομοϊδεατών.

2. Υπό την επίδραση των ηττών του εργατικού κινήματος στην επαναστατική μεταπολεμική περίοδο και εν όψει της ανόδου του φασισμού στην Ιταλία, ο Gramsci αναπτύσσει και εμβαθύνει στα «Τετράδια της Φυλακής» τις σκέψεις του για την ιδιαιτερότητα του προφίλ απαίτησης της επαναστατικής δραστηριότητας στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της δυτικής Ευρώπης. Ιδιαίτερα δυό επιβραδυντικά στοιχεία απαιτούν εδώ από τα επαναστατικά κόμματα

«μια σε μεγάλο βαθμό πιο σύνθετη και πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική και τακτική από αυτήν, η οποία ήταν αναγκαία κατά την χρονική περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Νοεμβρίου για τους μπολσεβίκους» (Zamis 1980, σ. 345):

αφενός ο σχηματισμός μιας εργατικής αριστοκρατίας και εργατικής γραφειοκρατίας ως κοινωνικό στήριγμα του οπορτουνισμού και, αφετέρου, η ύπαρξη ενός διαφοροποιημένου, πολύμορφα δομημένου συστήματος στοιχείων του εποικοδομήματος, τα οποία αντιτίθενται έντονα στο ιστορικό γίγνεσθαι του υποκειμένου των λαϊκών μαζών. Τα καθήκοντα του επαναστατικού κόμματος καθορίζονται, επομένως, ουσιαστικά από τη συγκεκριμένη δομή και τον τρόπο επίδρασης της αστικής ηγεμονίας:

α) Η αστική ταξική κυριαρχία δεν «λειτουργεί» μονοδιάστατα με τη μορφή της άμεσης κρατικής καταπίεσης και τη χρήση βίας (ανοιχτή καταστολή), αλλά ταυτόχρονα μέσω διαφορετικών θεσμικά υποστηριζόμενων πρακτικών της κοσμοθεωρητικής, πνευματικά-ηθικής παραγωγής συναίνεσης μεταξύ κυριάρχων και κυριαρχούμενων. Η διαπίστωση του Lenin ότι η αστική ιδεολογία, που σκοπό έχει την εξασφάλιση της κυριαρχίας της, κατέχει ασύγκριτα περισσότερα μέσα για τη διάδοσή της απ’ ό,τι η σοσιαλιστική (βλ. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 6, σ. 41/42), καθώς και το θεώρημά του περί δυό βασικών μεθόδων της ιμπεριαλιστικής άσκησης εξουσίας [3] υπάρχουν στη φόρμουλα του Gramsci περί ολοκληρωμένου κράτους [κατά Gramsci «stato integrale», Π. Γ.] κατά κάποιο τρόπο σε μια συστηματικότερη περαιτέρω ανάπτυξη και συγκεκριμενοποίηση. Σύμφωνα μ’ αυτή [τη φόρμουλα] το κράτος (καλύτερα: ο ολοκληρωμένος αστικός-καπιταλιστικός μηχανισμός κυριαρχίας) συντάσσεται μέσω της σύνθεσης από τη δικτατορία (εξαναγκασμός, καταστολή) και την ηγεμονία (ιδεολογική και πολιτική δημιουργία συναίνεσης), όπου και τα δυό επίπεδα επίδρασης κατατάσσονται στην αντίστοιχη σφαίρα του εποικοδομήματος (πολιτική κοινωνία + κοινωνία των ιδιωτών). Η ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης βασίζεται, επομένως, στην «ηγεμονία θωρακισμένη με εξαναγκασμό».

β) Ως κεντρικό εργαλείο του ιστορικού γίγνεσθαι του υποκειμένου εργατική τάξη και των συμμάχων της, το βασικό καθήκον του επαναστατικού κόμματος βρίσκεται στο να αποφανθεί για το ζήτημα της ηγεμονίας με την έννοια των προοδευτικών ταξικών δυνάμεων, δηλαδή να οργανώσει ολοκληρωμένα το προτσές της κάθαρσης. «Κάθαρση» σημαίνει, πρώτο, δημόσιο δραστικό θέσιμο υπό αμφισβήτηση και αποσταθεροποίηση της πνευματικής-ηθικής εξουσίας της κυρίαρχης τάξης να ερμηνεύει και να τυποποιεί, ιδεολογική-κριτική διάλυση της συναίνεσης μεταξύ κυριάρχων και κυριαρχούμενων˙ «κάθαρση» της συνείδησης των «υποτελών» από τα ξένα προς τα συμφέροντά τους (απο-υποκειμενοποιημένα) ιδεολογήματα. Το κριτικό ξεμοντάρισμα της δραστικής ικανότητας των ηγεμονικών δυνάμεων της αστικής τάξης είναι, δεύτερο, οργανικά συνδεδεμένο με την συστηματική εξάπλωση και επικράτηση της νέας (επιστημονικής) κοσμοθεωρίας (μαρξισμός) ως δραστήρια-σημαντικό σύστημα προσανατολισμού. Στηριζόμενο πάνω σ’ αυτό το νέο επιστημονικο-ιδεολογικό σύστημα εννοιών, το υπό μορφοποίηση επαναστατικό ταξικό υποκείμενο αντανακλά την ιστορική του αποστολή, «διασαφηνίζει» τους στόχους και τα καθήκοντά του «κινήματος» και, κατ’ αυτό τον τρόπο, παράγει τις νοητικές-αναγκαίες προϋποθέσεις για τη θεωρητικά-κατανοητή διείσδυση και την πρακτικά-παρεμβατική λύση των κοινωνικών αντιφάσεων. Η διανοητική και ηθική μεταρρύθμιση των λαϊκών μαζών πρέπει, επομένως, να καθοριστεί ως κεντρικός στόχος και δοκιμή για την απόδειξη της ηγεμονικής (καθοδηγητικής) ικανότητας του κόμματος.

«Πρέπει να τονιστεί η σημασία των πολιτικών κομμάτων στο σύγχρονο κόσμο κατά την επεξεργασία και την εξάπλωση των κοσμοθεωριών, επειδή αυτά επηρεάζουν αποφασιστικά την αντίστοιχη ηθική και πολιτική, δηλαδή λειτουργούν ως ιστορικοί «πειραματιστές» αυτών των αντιλήψεων. Τα κόμματα κάνουν ατομικά μια επιλογή μέσα από τη δραστήρια μάζα. Αυτή η επιλογή επιτυγχάνεται τόσο στο πρακτικό όσο και στο θεωρητικό πεδίο, και η σχέση μεταξύ θεωρίας και πράξης είναι τόσο πιο στενή, όσο ριζοσπαστικότερα και ζωτικά ανανεωνόμενα και ανταγωνιστικότερα συμπεριφέρονται αυτές οι αντιλήψεις απέναντι στους παλιούς τρόπους σκέψης. Γι’ αυτό μπορεί να ειπωθεί, ότι τα κόμματα είναι δημιουργοί μιας νέας ολοκληρωμένης και ολοκληρωτικής διανοητικότητας, χωνευτήρι θεωρίας και πράξης, κατανοούμενου ως πραγματικό ιστορικό προτσές» (Gramsci 1967, σ. 139 σ.).

3. Προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των «ηγεμονικών» καθηκόντων του επαναστατικού κόμματος είναι, αφενός, η δημιουργία οργανικών διανοουμένων, δηλαδή, μιας ομάδας ατόμων, που είναι εξειδικευμένα στην εννοιολογική και φιλοσοφική δουλειά και που ταυτόχρονα πρέπει να βρίσκονται σε στενή επαφή με τις μάζες,

«… όχι για να περιορίσουν την επιστημονική δραστηριότητα και να διατηρήσουν μια ενότητα στο χαμηλό επίπεδο των μαζών, αλλά, ακριβώς, για να σχηματίσουν ένα πνευματικό-ηθικό μπλοκ, το οποίο, πολιτικά αν ειδωθεί, κάνει δυνατή μια διανοητική πρόοδο των μαζών, και όχι μόνο των μικρών ομάδων διανοουμένων» (ό.π., σ. 137 σ.).

Η μορφή ύπαρξης του νέου διανοούμενου βλέπεται ως πρακτικά-κριτικός (σημαντικός) σχεδιαστής, οργανωτής και «διαρκής [τεχνίτης της] πειθούς», ο οποίος θα είναι σε θέση να προσφέρει συνολική γνώση –και όχι απλά ασυνάρτητες πληροφορίες, επειδή εξαιτίας μιας οργανικής αλληλεπίδρασης είναι αποδέκτης του «πάθους» από το λαό (σύνθεση διάνοιας και πάθους από πρακτική-ηθική σκοπιά).

Αφετέρου, το επαναστατικό κόμμα μπορεί να διεξαγάγει επιτυχημένα τον –εξειδικευμένο προς τις συνθήκες- μακροχρόνιο «πόλεμο θέσεών» του ενάντια στα ηγεμονικά φρούρια της αστικής τάξης τότε μόνο, όταν είναι σε θέση,

«να αντιδρά ενάντια στη δύναμη της συνήθειας και την τάση να μουμιοποιεί και να γίνεται αναχρονιστικό. Τα κόμματα προκύπτουν και συντάσσονται σε Οργανώσεις για να ανταπεξέλθουν στην κατάσταση, στις ιστορικά σημαντικές στιγμές για τις τάξεις τους, δεν είναι όμως πάντα σε θέση να προσαρμοστούν στα νέα καθήκοντα και στις νέες εποχές, δεν είναι πάντα σε θέση να αναπτύσσονται σύμφωνα με τους σύνθετους συσχετισμούς δυνάμεων (και τις αντίστοιχες θέσεις των τάξεών τους) σε μια συγκεκριμένη χώρα ή στο διεθνές επίπεδο» (ό.π., σ. 333).

Τη πολιτική σπουδαιότητα της καθυστέρησης και της υπανάπτυξης του υποκειμενικού παράγοντα, συμπεριλαμβανομένου του ανεπαρκούς επιπέδου δραστηριότητας του επαναστατικού κόμματος, την είχε διακρίνει ήδη ο Lenin, σκιαγραφώντας με ακρίβεια τη δυνατότητα ενός «σπασίματος της συμμετρίας» μεταξύ της (αντικειμενικής) κρίσης μετασχηματισμού και «επαναστατικής κρίσης»:

«Θα ήταν λάθος να νομίζει κανείς ότι οι επαναστατικές τάξεις έχουν πάντα αρκετή δύναμη για να πραγματοποιήσουν την επανάσταση, όταν αυτή η επανάσταση έχει ωριμάσει πέρα για πέρα λόγω των συνθηκών της κοινωνικο-οικονομικής εξέλιξης. Όχι, η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι συγκροτημένη τόσο έλλογα και τόσο “βολικά” για τα πρωτοπόρα στοιχεία. Η επανάσταση μπορεί να ωριμάσει, ενώ οι δυνάμεις των επαναστατών δημιουργών αυτής της επανάστασης μπορεί να φανούν ανεπαρκείς για την πραγματοποίησή της, -τότε η κοινωνία σαπίζει και αυτό το σάπισμα παρατείνεται κάποτε ολόκληρες δεκαετίες» (Λένιν, Άπαντα τόμ. 11, σ. 368).

Έτσι γίνεται σαφές ότι η επιστημονική διείσδυση της προβληματικής του μεταβατικού προτσές από το καπιταλιστικό στο σοσιαλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, δεν μπορεί να σταματήσει στη διαπίστωση περί αντικειμενικών αναγκαιοτήτων της εξέλιξης, αλλά πρέπει να ερευνηθεί ολόπλευρα η λογική εκείνου του προτσές, στο πλαίσιο του οποίου λαμβάνει χώρα ή/και μπλοκάρεται η μετατροπή της κρίσης μετασχηματισμού σε επαναστατική κρίση. Απ’ αυτή την άποψη είναι σημαντικό, ότι ο Lenin στο «βασικό νόμο της επανάστασής» του, έχει προσδιορίσει την επαναστατική (συνολικά-εθνική) κρίση ως υποκειμενική-αντικειμενική-διαλεκτική συνάφεια, στην οποία το επαναστατικό γίγνεσθαι του υποκειμένου της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης λειτουργεί ως κεντρικό στοιχείο σύνταξης. Επομένως,

«για την επανάσταση πρέπει, πρώτο, να πετύχουμε ώστε η πλειοψηφία των εργατών (ή πάντως η πλειοψηφία των συνειδητών, των σκεπτόμενων και των πολιτικά δραστήριων εργατών) να καταλάβει πέρα για πέρα την ανάγκη της επανάστασης και να είναι έτοιμη να βαδίσει στο θάνατο γι’ αυτή…» (Λένιν, Άπαντα τόμ. 41, σ. 70) [Οι υπογραμμίσεις είναι του συντάκτη]

Ήδη πιο πριν ο Lenin είχε τονίσει ότι

«δεν γεννά κάθε επαναστατική κατάσταση επανάσταση, αλλά μόνο μια τέτοια κατάσταση, όπου οι αντικειμενικές αλλαγές […] συνενώνονται με τις υποκειμενικές αλλαγές και συγκεκριμένα: με την ικανότητα της επαναστατικής τάξης να αναλάβει επαναστατική μαζική δράση, αρκετά ισχυρή, ώστε να τσακίσει (ή να εξασθενίσει σημαντικά) την παλιά κυβέρνηση που ποτέ, ακόμη και σε εποχή κρίσεων, δεν “πέφτει”, αν δεν τη “ρίξουν”» (Λένιν, Άπαντα τόμ. 26, σ. 221).

O Lenin, συνεπώς, κάνει τη διάκριση μεταξύ αντικειμενικών (ανεξάρτητα από το υποκείμενο) χαρακτηριστικών στοιχείων μιας επαναστατικής κατάστασης αφενός, και συγκεκριμένων υποκειμενικών προϋποθέσεων (συνθηκών) αφετέρου, όπου μόνο με την ύπαρξη των τελευταίων προκύπτει από την αντικειμενικά (δυνάμει) επαναστατική κατάσταση ένα επαναστατικό προτσές: Στον υποκειμενικό παράγοντα αποδίδεται έτσι η «conditio sine qua non» [«απαραίτητη προϋπόθεση»].

Οι σημειώσεις του Gramsci σχετικά με τα χαρακτηριστικά κίνησης της «οργανικής, ή, της κρίσης ηγεμονίας» διαβάζονται εν μέρει ως ένα μερικώς συμπληρωματικό, μερικώς εμβαθυνόμενο σχόλιο του «βασικού νόμου της επανάστασης» του Lenin. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν εδώ οι ακόλουθες τοποθετήσεις:

1. Η οικονομική κρίση δεν παράγει από μόνη της γραμμικά μια επαναστατική κατάσταση κρίσης που θέτει σε κίνδυνο το σύστημα, αλλά παριστάνει απλά ένα ευνοϊκό έδαφος για την εγκατάλειψη κριτικών ιδεολογημάτων (εννοιών, ερωτημάτων, τρόπων σκέψης κτλ)˙ δηλαδή, απαιτεί να ξεκινήσουν μια σειρά από δραστήριες πολιτικο-ιδεολογικές μεσολαβήσεις που θα φτάνουν μέχρι τη διαμόρφωση μιας επαναστατικής κατάστασης (ο Gramsci παραπέμπει ρητά στο ιστορικό παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης.) Εδώ, σ’ αυτό το «προτσές μεσολάβησης» πρόκειται για μια διαδικασία,

«όπου ουσιαστικά οι άνθρωποι, η ανθρώπινη βούληση και η ικανότητα είναι καθοριστικά» (Gramsci 1967, σ. 331).

Συνεπώς, γίνεται εκ νέου φανερό, ότι είναι αναγκαίος ένας συγκεκριμένος βαθμός ανάπτυξης του υποκειμενικού παράγοντα (επίπεδο δραστηριότητας ταξικής πάλης των λαϊκών μαζών), ώστε να προκύψει γενικά μια παρούσα επαναστατική κατάσταση.

2. Ως ουσιαστική έκφραση της «κρίσης ηγεμονίας της ηγεμονικής τάξης», ο Gramsci υπογραμμίζει το προτσές της απόσπασης των τάξεων από τα παραδοσιακά τους κόμματα (τερματισμός της συναίνεσης), ιδεολογική πλευρά του οποίου είναι το σπάσιμο της κοσμοθεωρητικο-πολιτικής εξουσίας της κυρίαρχης τάξης να ερμηνεύει και να τυποποιεί. (Παράδειγμα: διακωμώδηση της εκκλησίας στα λογοτεχνικά φυλλάδια την περίοδο της Μεταρρύθμισης) –ο Gramsci θεματοποιεί, όμως, και το δυναμικό της κυρίαρχης τάξης σχετικά με την εξουσιαστικά-υπερασπιστική (αντιδραστική) υπέρβαση της κρίσης ηγεμονίας, δηλαδή την ολοκληρωτική αποδιοργάνωση της ταξικής κυριαρχίας της:

«Η παραδοσιακή ηγεμονική τάξη, η οποία διαθέτει πολυάριθμο, εκπαιδευμένο προσωπικό, αλλάζει ανθρώπους και προγράμματα και επανακτά έτσι τον έλεγχο που της ξέφυγε, γρηγορότερα απ’ ό,τι αυτό συνέβη με τις υποτελείς τάξεις. Κάνει ίσως θυσίες, παραδίδεται η ίδια μέσω δημαγωγικών υποσχέσεων ενός αβέβαιου μέλλοντος, κρατά όμως την εξουσία της, την ενισχύει προς στιγμή και την χρησιμοποιεί για να διασπάσει το όχι ιδιαίτερα πολυάριθμο και καλά εκπαιδευμένο διευθυντικό προσωπικό» (Gramsci 1967, σ. 332).

3. Ο Gramsci τονίζει την εξέχουσα σημασία της μεθοδικά-συστηματικής διαμόρφωσης ενός ολόπλευρα ικανού στελέχους (σύγχρονος ηγεμόνας = Κόμμα) ως πυρήνα του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης:

«Το αποφασιστικό στοιχείο σε κάθε κατάσταση είναι η διαρκώς οργανωμένη και από το μακρύ χέρι προετοιμασθείσα δύναμη, την οποία μπορεί να την αφήσει κανείς να προχωρήσει, αν πιστεύει ότι η κατάσταση είναι ευνοϊκή (αυτή είναι ευνοϊκή όταν υπάρχει μια τέτοια δύναμη γεμάτη με αγωνιστική διάθεση). Γι’ αυτό ένα ουσιαστικό καθήκον βρίσκεται στο να εκπαιδεύσει κανείς αυτή τη δύναμη συστηματικά και υπομονετικά, να την αναπτύσσει, όλο και πιο ολοκληρωμένα, συνεκτικότερα και να την κάνει να έχει συνείδηση του εαυτού της» (ό.π., σ.331).

Με πρότυπο το «βασικό νόμο της επανάστασης» του Lenin και λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις του Gramsci για την «κρίση ηγεμονίας», μπορούν να τονιστούν, επομένως, οι ακόλουθοι στοιχειώδεις παράγοντες μιας επαναστατικής κατάστασης:

1. Αντικειμενικά χαρακτηριστικά μιας επαναστατικής κατάστασης

Διαμόρφωση μιας συνολικά-εθνικής (συνολικά-κοινωνικής) κρίσης, η οποία θα πιάσει τόσο την κυρίαρχη τάξη όσο και τις λαϊκές μάζες:

α) Ποιοτική όξυνση των οικονομικών και κοινωνικών αντιφάσεων του δοσμένου ταξικά-ανταγωνιστικού κοινωνικού σχηματισμού (κρίση μετασχηματισμού).

Ιδιαίτερη επιδείνωση της κατάστασης διαβίωσης των εκμεταλλευομένων και των κυριαρχούμενων μελών της κοινωνίας.

β) Ενίσχυση και διεύρυνση των αυθόρμητων δράσεων διαμαρτυρίας των λαϊκών μαζών ως έκφραση και ταυτόχρονα στοιχείο «επιδείνωσης» των οξυνόμενων ταξικών αντιθέσεων.

γ) Συνεπεία των α) και β) φτάνουμε σε μια κρίση της πολιτικής και ιδεολογικής άσκησης εξουσίας της κυρίαρχης τάξης, η οποία συνδέεται με ειδικά προτσές απο-ενσωμάτωσης όπως π.χ. κλασματοποίηση και απώλειες συνοχής στη στρατηγική δράση του κυρίαρχου υποκειμένου («οριζόντια» κρίση ηγεμονίας).

2. Υποκειμενικές προϋποθέσεις μετατροπής της επαναστατικής κατάστασης σε επανάσταση

(Επίπεδο ανάπτυξης του υποκειμενικού παράγοντα)

Ικανότητα της/των επαναστατικής/κών τάξης/εων για «δραστικές» επαναστατικές μαζικές δράσεις εξαιτίας του/της/των:

α) Ιδεολογικού-κοσμοθεωρητικού «τερματισμού της συναίνεσης» από την πλευρά των κυριαρχούμενων, μέσω ειδικών μορφών άρθρωσης στην καθημερινή κουλτούρα, στις επιστήμες, στις τέχνες, στη λογοτεχνία κτλ και, επομένως, με τις «υπονομευτικές πρακτικές» που συνδέονται με αυτές («κάθετη» κρίση ηγεμονίας).

β) Ιδιοποίησης μιας επαναστατικής ιδεολογικής βάσης προσανατολισμού από την πλειοψηφία της/των επαναστατικής/κών τάξης/ων: Σαφήνεια στόχου, στρατηγική-τακτική ικανότητα, αγωνιστικό ηθικό κτλ.

γ) Διαμόρφωση οργανωμένων και κινητοποιήσιμων κέντρων («κέντρων διοίκησης») του επαναστατικού κινήματος.

Η σπουδαιότητα του Gramsci ως δημιουργικού μαρξιστή θεωρητικού βρίσκεται, όχι τελευταία, στο ότι επεξεργάστηκε τη λειτουργική σημασία της ιδεολογικής ταξικής πάλης καθώς και την «πρακτική-κριτική» δραστηριότητα (που αλλάζει την κοινωνία) ακόμη και για το προτσές της ατομικής ανάπτυξης του υποκειμένου. Εδώ ο Gramsci διατυπώνει σκέψεις, οι οποίες τον αποδεικνύουν ως «θεωρητικό της δραστηριότητας» με την έννοια των μαρξικών φοϊερμπαχικών θέσεων και τον θέτουν σε μια σχέση με την πολιτισμική-ιστορική σχολή της σοβιετικής ψυχολογίας [4].

«Ο άνθρωπος», κατά τον Gramsci (1967, σ. 160), «πρέπει να κατανοηθεί ως ένα ιστορικό μπλοκ αποτελούμενο από καθαρά ατομικά και υποκειμενικά καθώς και από μαζικά και αντικειμενικά ή υλικά στοιχεία, απέναντι στα οποία το άτομο βρίσκεται σε μια ενεργητική σχέση. Μετασχηματισμός του εξωτερικού κόσμου και των γενικών σχέσεων σημαίνει, να ενδυναμώσει ο ίδιος, να αναπτυχθεί […] Γι’ αυτό μπορεί να ειπωθεί, ότι ο άνθρωπος ουσιαστικά είναι “πολιτικός”, επειδή η συνειδητή δραστηριότητα της αλλαγής και της καθοδήγησης των άλλων ανθρώπων πραγματοποιεί την ανθρωπιά του, την “ανθρώπινη φύση” του.»

______

Σημειώσεις

[1] Η αιτία για αυτή τη σημαντική διαφορά πρέπει να αναζητηθεί στην ιδιαιτερότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ρωσίας, η οποία έλαβε χώρα σ’ ένα άλλο «πρότυπο» απ’ ό,τι στη δυτική Ευρώπη. Βλ. Pantin 1988: Zur Genesis der sozialistischen Oktoberrevolution in Russland.

[2] Ενόσω η αντίληψη περί μπολσεβικοποίησης της Κομιντέρν το 1924/25 που άρχιζε με την επιβολή μιας σταλινοποίησης και τις υπερβολικά απλοποιημένες και παραμορφωμένες από τον Stalin αντιλήψεων του Lenin και τον λενινισμό εξαπλώνονται μαζικά από το Τμήμα Αγκιτπρόπ της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (βλ. Y. Thron 1990), για τον Gramsci, αντίθετα, «μπολσεβικοποίηση» σημαίνει επαναπροώθηση της πρωτοπορίας του προλεταριάτου προς τη θεωρία και την πράξη του επαναστατικού μαρξισμού˙ πρόσληψη των αυθεντικών ιδεών και των θέσεων στρατηγικής και τακτικής του Lenin στη πάλη ενάντια στην αριστερίστικη γραμμή του Bordiga [και] όπως πριν, ενάντια στη μηχανιστική αντίληψη της Ιστορίας και της πολιτικής αδράνειας και αναμονής των ρεφορμιστών˙ «μετάφραση» του λενινισμού στα ιταλικά (βλ. απόσπασμα από τις Θέσεις του Gramsci και του Togliatti για το 3ο Συνέδριο του ΙΚΚ από τις 22 έως τις 26 Ιανουαρίου 1926, στο: Gramsci 1980 σ. 148 σ.σ.).

[3] Η πρώτη μέθοδος χαρακτηρίζεται από τον Lenin ως «η μέθοδος της βίας, η μέθοδος της άρνησης κάθε παραχώρησης στο εργατικό κίνημα, η μέθοδος της υποστήριξης όλων των παλιών και ξεπερασμένων θεσμών, η μέθοδος της αδιάλλακτης άρνησης των μεταρρυθμίσεων» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 20, σ. 70). Η δεύτερη μέθοδος χαρακτηρίζεται απ’ αυτόν ως η «μέθοδος του “φιλελευθερισμού”, των βημάτων προς την πλευρά της ανάπτυξης των πολιτικών δικαιωμάτων, προς την πλευρά των μεταρρυθμίσεων, των παραχωρήσεων κτλ» (ό.π., σ. 70/71), ως «η μέθοδος της απάτης, της κολακείας, των φράσεων, των εκατομμυρίων υποσχέσεων, της μικροελεημοσύνης, της παραχώρησης του ασήμαντου και της διατήρησης του σημαντικού» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 31, σ. 158).

[4] Παραμένει να επαληθευτεί μετά από μια λεπτομερέστερη μελέτη η ακόλουθη θέση: Ο Gramsci συγκεκριμενοποιεί σε μια σειρά από τις σημειώσεις του το σχέδιο [Konzept] της διαλεκτικής περί σημασίας και νοήματος. Ο Leontjew απ’ τη μεριά του παρέχει την ψυχολογική, ατομική-επιστημονική βάση για την αποκάλυψη του σχετιζόμενου με το υποκείμενο τρόπου επίδρασης και λειτουργίας των μηχανισμών της ηγεμονίας.

Σημείωση του μεταφραστή: Θεωρήσαμε αναγκαίο να κάνουμε ορισμένες διασαφηνίσεις που αφορούν στην αναφερθείσα από τον συγγραφέα τέταρτη σημείωση. Οι όροι «σημασία» και «νόημα» στις επιστήμες χρησιμοποιούνται διαφορετικά. Αν αυτοί μεταφερθούν απερίσκεπτα και άκριτα από τη μια επιστήμη στην άλλη, τότε προκύπτουν λογικές και εννοιολογικές αντιφάσεις. Εδώ θα αναφερθούμε συμπυκνωμένα στο πως γίνεται χρήση τους από τη μαρξιστική ανθρωπολογία.

Οι άνθρωποι μπορούν να δραστηριοποιηθούν ή να δράσουν. Η δραστηριότητα είναι μια αυτόνομη ενέργεια των ζώντων ατόμων ή κοινοτήτων/κοινωνιών η οποία χρησιμεύει στην αυτοδιατήρησή τους. Αυτή διαφέρει από τη δράση η οποία χρησιμεύει για τη διατήρηση της κοινότητας/κοινωνίας. 

Οι ιδιαιτερότητες των σχέσεων των ατόμων προς την κοινωνία τους, κάνουν αναγκαίο έναν επιπρόσθετο προσδιορισμό περί νοήματος και σημασίας. Ενόσω η ατομική ζωή των μη-ανθρώπινων όντων έξω από τη σχέση τους προς τον άνθρωπο δεν έχει ούτε νόημα ούτε σημασία, η ζωή του ανθρώπου έχει νόημα και σημασία από μια διπλή σκοπιά. Το υποκειμενικό νόημα και η υποκειμενική σημασία αποδίδεται στην ατομική ζωή του ίδιου του ατόμου:

α) Το αντικειμενικό νόημα της ατομικής ζωής βρίσκεται στη συμβολή για τη διατήρηση της κοινωνίας. Το υποκειμενικό νόημα της ζωής ενός ανθρώπου είναι η συνεισφορά του για τη διατήρηση της κοινωνίας στην οποία θέλει να προσφέρει, δίνει στη ζωή του ατομικό, υποκειμενικό νόημα.

β) Η αντικειμενική σημασία της ατομικής ζωής είναι η πραγματικά παρεχόμενη συνεισφορά για τη διατήρηση της κοινωνίας. Η υποκειμενική σημασία της ατομικής ζωής είναι η συνεισφορά την οποία πιστεύει ότι παρέχει ο άνθρωπος.

_______

Bιβλιογραφία

Gramsci, A.: Philosophie der Praxis. Eine Auswahl. Hrsg. u. übers. v. C. Riechers m. e. Vorw. v. W. Abendroth. Frankfurt/M. 1967.

Gramsci, A.: Zu Politik, Geschichte und Kultur. Ausgewählte Schriften. Frankfurt/M. 1980.

Λένιν, Β. Ι.: Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας. Άπαντα, τόμ. 31, σ. 149-186

Λένιν, Β. Ι.: Οι διαφωνίες στο εργατικό κίνημα της Ευρώπης. Άπαντα, τόμ. 20, σ. 65-72

Λένιν, Β. Ι.: Τι να κάνουμε; Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας. Άπαντα, τόμ. 6, σ. 1-185

Λένιν, Β. Ι.: Η τελευταία λέξη της «ισκρικής» τακτικής. Ή οι εκλογές-κωμωδία, σαν καινούριο κίνητρο για την εξέγερση. Άπαντα, τόμ. 11, σ. 356-373.

Λένιν, Β. Ι.: Ο «αριστερισμός», παιδική αρρώστια του κομμουνισμού. Άπαντα, τόμ. 41, σ. 1-104.

Λένιν, Β. Ι.: Η χρεοκοπία της 2ης Διεθνούς. Άπαντα, τόμ. 26, σ. 211-270.

Pantin, I. K.: Zur Genesis der sozialistischen Revolution in Russland. Sowjetwissenschaft. Gesellschaftswissenschaftliche Beiträge, Berlin, 41 (1988) 1, σ. 3-16.

Thron, Y.: Bolschewisierung gleich Stalinisierung? Zur Bolschewisierungskonzeption der Komintern in den Jahren 1924-1925. Beiträge zur Geschichte der Arbeiterbewegung, Berlin 32 (1990) 5, σ. 579-590.

Zamis, G.: Nachwort des Herausgebers. Στο: Gramsci, Zu Politik, Geschichte und Kultur. Frankfurt/M. 1980. σ. 319-350.


Πηγή: Hintergrund, 1/91

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.