Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Καθαρή σπατάλη χρόνου



Ο καπιταλισμός δε μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς επιτάχυνση, μια επιτάχυνση η οποία δε δημιουργεί βελτίωση, αλλά οδηγεί σε μια κολοσσιαία σπατάλη, υποτάσσοντας παράλληλα τον ιδιοχρόνο στον χρόνο εργασίας. Το κείμενο που ακολουθεί εξετάζει τον λειτουργικό καθορισμό ή αλλιώς την λειτουργία του χρόνου στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ, με αφορμή τα 150 χρόνια από την έκδοσή του (ΠΓ).

του Konrad Lotter

Μια θεμελιώδης διαφορά, που έχει προσεχθεί πολύ λίγο στη μαρξική Κριτική της πολιτικής οικονομίας, είναι αυτή μεταξύ τής γενικά εμπορευματο-παραγωγικής και της ειδικά καπιταλιστικής κοινωνίας. Η πρώτη χαρακτηρίζεται από το ότι παράγεται με βάση τον καταμερισμό εργασίας και όχι για ιδίες ανάγκες, αλλά για την ανταλλαγή και, επομένως, παράγεται για την αγορά. Κατ’ αυτό τον τρόπο τα προϊόντα της εργασίας μετατρέπονται σε εμπορεύματα. Η καπιταλιστική κοινωνία, όμως, πηγαίνει ένα αποφασιστικό βήμα παραπέρα: Σ’ αυτήν δεν διαπραγματεύονται μόνο τα προϊόντα της εργασίας, αλλά και η εργατική δύναμη των ανθρώπων μετατρέπεται σε εμπόρευμα το οποίο διαπραγματεύεται στην αγορά. Ιστορικά αν ειδωθεί, οι απαρχές της κοινωνίας εμπορευματοπαραγωγών βρίσκονται «στα σημεία επαφής της [πρωτόγονης] κοινότητας με ξένες κοινότητες ή με μέλη ξένων κοινοτήτων» [1].

Ξεκινώντας από τις παρυφές στο εμπόριο μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων, η ανταλλαγή εμπορευμάτων εξαπλώνεται στη συνέχεια και στο εσωτερικό, ως εμπόριο μεταξύ διαφόρων ιδιωτών της ίδιας κοινότητας. Κοινωνίες που παράγουν εμπορεύματα υπάρχουν, επομένως, ήδη κατά την εποχή της ελληνικής αρχαιότητας, της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ή του μεσαίωνα. Αντίθετα, η καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή έχει ως προϋπόθεση την «πρωταρχική συσσώρευση», στην οποία οι αγρότες (από τον 16ο αιώνα) χωρίστηκαν από τα «μέσα ύπαρξής» τους (γη) και πετάχτηκαν «στην αγορά εργασίας σαν προγραμμένοι προλετάριοι» [2]. Με την ιδιοποίηση τής από τη μισθωτή εργασία υπεραξίας μέσω του καπιταλιστή, οι νόμοι της απλής εμπορευματικής παραγωγής μετατρέπονται σε νόμους της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής. Η αγορά εμπορευμάτων διευρύνεται σε αγορά εργασίας (όπου αγοράζεται και πουλιέται εργατική δύναμη), σε χρηματοπιστωτική αγορά (όπου διαπραγματεύονται χρήματα, πιστώσεις, συναλλαγματικές και μετοχές) και σε παγκόσμια αγορά (όπου υπερβαίνονται όλα τα εθνικά σύνορα).


Λειτουργίες του χρόνου

Για τις σκέψεις που ακολουθούν, η διάκριση μεταξύ κοινωνίας παραγωγής εμπορευμάτων και καπιταλιστικής κοινωνίας είναι σημαντική, στο βαθμό που στη μια μπορεί να αντιστοιχηθεί, με βάση την ουσία, ο «χρόνος», στην άλλη η «επιτάχυνση». Από τις πρώτες σελίδες του «Κεφαλαίου», στις οποίες ο Μαρξ εισάγει τις βασικές έννοιες της εμπορευματικής παραγωγής, αναφέρονται στη σειρά τρεις βασικοί καθορισμοί ή λειτουργίες του χρόνου. Πρώτο, ο χρόνος είναι το μέτρο με το οποίο μετριέται η αξία των προϊόντων της εργασίας. Όσο περισσότερος χρόνος πρέπει να δαπανηθεί για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, τόσο μεγαλύτερη είναι η αξία του. Δεύτερο, ο χρόνος είναι το κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο ανταλλάσσονται μεταξύ τους διάφορα προϊόντα της εργασίας ή αξίες χρήσης. Κατά την ανταλλαγή π.χ. 20 πήχεων πανιού με ένα σακάκι, ανταλλάσσονται, επομένως, οι ίδιες ποσότητες χρόνου, επειδή για την κατασκευή 20 πήχεων πανιού είναι αναγκαίος ο ίδιος χρόνος όπως και για την κατασκευή ενός σακακιού. Τρίτο, ο χρόνος έχει αντικειμενοποιηθεί στο χρήμα. Η φράση που αποτυπώθηκε από τον Βενιαμίν Φραγκλίνο, ότι «ο χρόνος είναι χρήμα», την οποία παραθέτει ο Μαξ Βέμπερ σαν τεκμήριο για το «πνεύμα του καπιταλισμού», ισχύει, όπως δείχνει ο Μαρξ στην ανάλυση για τη μορφή της αξίας, για κάθε κοινωνία παραγωγής εμπορευμάτων ή ανταλλαγής (επομένως, όχι μόνο για την καπιταλιστική). «Το χρήμα σαν μέτρο αξίας είναι η αναγκαία μορφή εμφάνισης του μέτρου της αξίας, του χρόνου εργασίας, που ενυπάρχει στα εμπορεύματα» [3].Είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι και οι τρεις λειτουργίες του χρόνου έχουν ως βάση μια «απλή» και, με βάση το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μια «κατά μέσο όρο» μετρηθείσα εργασία.

Ένας άλλος βασικός καθορισμός ή λειτουργία του χρόνου, υπερβαίνει τα όρια της κοινωνίας των εμπορευματοπαραγωγών. Στον φαντασιακό Ροβινσώνα Κρούσο (στο μυθιστόρημα του Ντεφόε), σε μια αγροτική οικογένεια ή σ’ έναν μελλοντικό «σύλλογο ελεύθερων ανθρώπων», ο χρόνος είναι η βάση για το σχεδιασμό της εργασίας. «Η σχεδιασμένη κοινωνική του κατανομή ρυθμίζει τη σωστή αναλογία των διαφόρων λειτουργιών της εργασίας προς τις διάφορες ανάγκες. Από την άλλη ο χρόνος εργασίας χρησιμεύει ταυτόχρονα σαν μέτρο της ατομικής συμμετοχής του παραγωγού στην κοινή εργασία, επομένως και σαν μέτρο του μέρους εκείνου του κοινού προϊόντος που θα καταναλωθεί ατομικά.» [4].

Ο θησαυριστής είναι ένας τύπος της προκαπιταλιστικής κοινωνίας. Βασικές ιδιότητές του είναι η εργατικότητα (παράγει εμπορεύματα τα οποία πουλά έναντι χρημάτων) και η φειδώ ή φιλαργυρία (δεν ανταλλάσσει όλα τα χρήματα που λαμβάνει με άλλα εμπορεύματα, αλλά τα στοιβάζει). Κατ’ αυτό τον τρόπο αυξάνονται τα χρήματα που βρίσκονται στην κατοχή του και μετατρέπονται σε θησαυρό. Πιθανώς ο Μαρξ να είχε στο μυαλό του τις καρικατούρες της κωμωδίας του Μολιέρου «Ο φιλάργυρος» ή τον κύκλο μυθιστορήματος του Μπαλζάκ «Η ανθρώπινη κωμωδία» (για παράδειγμα τη μορφή του Γκόμπσεκ), όταν σκιτσάρισε το απαίσιο πρόσωπο του θησαυριστή: «Παίρνει στα σοβαρά το ευαγγέλιο της απάρνησης των εγκόσμιων» και «θυσιάζει στο χρυσό είδωλο τις σωματικές του απολαύσεις» [5]. Αν χρόνος και χρήμα εξισωθούν, τότε ο θησαυρός παριστάνει επίσης μολαταύτα μια συσσώρευση χρόνου, ελεύθερου χρόνου, στον οποίο ο θησαυριστής δεν είναι αναγκασμένος να δουλέψει για τα προς το ζην και τον οποίο [χρόνο], όταν ο θησαυρισμός δεν έχει γίνει αυτοσκοπός και δεν τον έχει παραμορφώσει ψυχικά, μπορεί να τον χρησιμοποιήσει για αναψυχή, δηλαδή για διάβασμα, για να παίζει μουσική, για κοινωνικότητα ή για αθλητισμό. Το απόθεμα χρόνου που έχει, μπορεί επίσης να το χαρίσει ή ακόμη και να το κληροδοτήσει. Το αντίθετο του θησαυριστή θα ήταν ο οφειλέτης. Αυτός έχει δανειστεί χρήματα και τα έχει ήδη ξοδέψει, δηλαδή έχει υποθηκεύσει ένα μέρος του χρόνου της ζωής του. Το μέλλον του βρίσκεται, επομένως, στα χέρια του πιστωτή.

Στο βαθμό που ο θησαυριστής δεν κρύβει πλέον τα χρήματά του κάτω από το στρώμα, αλλά τα επενδύει ή τα φέρει στην τράπεζα για να πάρει από αυτά τόκους, σταματά να είναι θησαυριστής. Αποχωρεί από την κυκλοφορία εμπορευμάτων Ε – Χ - Ε’ (το εμπόρευμα ανταλλάσσεται με χρήμα, το χρήμα ανταλλάσσεται με άλλα εμπορεύματα) και εισέρχεται στην κυκλοφορία του κεφαλαίου Χ – Ε – Χ’ (το χρήμα ανταλλάσσεται με εμπορεύματα, τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται με περισσότερο χρήμα). Έτσι μετατρέπεται σε καπιταλιστή. Η κυκλοφορία εμπορευμάτων είναι μια πεπερασμένη κίνηση, αρχίζει με την παραγωγή ενός εμπορεύματος και τελειώνει με την κατανάλωση ενός εμπορεύματος.

Μόνο με την γένεση του καπιταλισμού η κυκλοφορία εμπορευμάτων καλύπτεται (überlagern) από την κυκλοφορία του χρήματος ή του κεφαλαίου. Αυτή αρχίζει με το χρήμα, που έχει κάποιος ο οποίος αγοράζει έτσι εμπορεύματα (πρώτες ύλες, εργαλεία, εργατικές δυνάμεις κτλ) για να παραγάγει νέα εμπορεύματα, τα οποία πουλά στην αγορά για περισσότερα χρήματα, δηλαδή με κέρδος. Επειδή με το χρήμα που απέκτησε μέσω του προκαταβεβλημένου χρήματος κατά κανόνα καταναλώνει εκ των προτέρων μόνο εν μέρει και στη συνέχεια επενδύει, δηλαδή αυτό ρέει ξανά σε μια διευρυμένη κυκλοφορία χρήματος, η κυκλοφορία χρήματος ή κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από μια άπειρη κίνηση. Όπως στην απλή κυκλοφορία εμπορευμάτων (στις κοινωνίες παραγωγής εμπορευμάτων) ο χρόνος παίζει σημαντικό ρόλο, έτσι και στην κυκλοφορία χρήματος (στις καπιταλιστικές κοινωνίες) η επιτάχυνση καθίσταται σημείο-κλειδί του οικονομικού γίγνεσθαι. Επειδή τώρα η εργατική δύναμη έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα και παράγει υπεραξία (η διαφορά μεταξύ προκαταβεβλημένου χρήματος Χ και χρήματος που αποκτάται κατά την επιστροφή Χ’), όλο το ζήτημα βρίσκεται στο να επιταχυνθεί το συνολικό προτσές της οικονομικής διαχείρισης. Κινητήρια αιτία εδώ δεν είναι η απληστία του ξεχωριστού καπιταλιστή. Πολύ περισσότερο, πρόκειται για έναν εξαναγκασμό ο οποίος ενυπάρχει στη δομή του καπιταλισμού: Όποιος δε μπορεί να συμβαδίσει με το ρυθμό, μένει πίσω στη πάλη των ανταγωνιστών και καταποντίζεται. Επειδή το συνολικό προτσές της οικονομικής διαχείρισης έχει δυό πλευρές, την παραγωγή και την κυκλοφορία εμπορευμάτων, παίρνει και η επιτάχυνση δυό μορφές: την επιτάχυνση της παραγωγής και την επιτάχυνση της κυκλοφορίας.


Ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων

Ο Μαρξ υποδιαιρεί την εργάσιμη ημέρα σε «αναγκαίο χρόνο εργασίας», για τον οποίο καταβάλλεται ο μισθός και χρησιμεύει στην αναπαραγωγή του εργάτη και της οικογένειας του (τροφή, κατοικία, ρουχισμός, ανάπαυση, εκπαίδευση των παιδιών κτλ), και σε «χρόνο υπερεργασίας» [6], ο οποίος δεν καταβάλλεται στο μισθό και από τον οποίο προκύπτει η υπεραξία. Επειδή στην ανταγωνιστική πάλη των καπιταλιστών στόχος είναι η απόσπαση όσο το δυνατό μεγαλύτερης υπεραξίας ή κέρδους, γίνεται προσπάθεια να μειωθεί ο αναγκαίος χρόνος εργασίας και να παραταθεί ο χρόνος υπερεργασίας [ή πρόσθετος χρόνος εργασίας, Π.Γ.]. Για το σκοπό αυτό υπάρχουν δυό τρόποι. Είτε παρατείνεται η εργάσιμη ημέρα, κάτι όμως που προσκρούει στα «φυσικά όρια» των εργατών ή στα νομικά προβλεπόμενα όρια. Ή, μετατοπίζεται η σχέση του αναγκαίου χρόνου εργασίας προς τον χρόνο υπερεργασίας (όταν η εργάσιμη ημέρα παραμένει η ίδια) προς όφελος του τελευταίου. Αυτό μπορεί π.χ. να συμβεί επίσης με τη μείωση της τιμής και τη «νόθευση των τροφίμων», την χρήση υποκατάστατων κτλ [7], κάτι που κάνει δυνατή τη μείωση του πραγματικού μισθού και τη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας. Κύριος μοχλός, ωστόσο, είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή η επιτάχυνση της παραγωγής μέσω βελτιωμένων παραγωγικών δυνάμεων: με τη χρήση πιο αποδοτικών μηχανών, τον αυξανόμενο καταμερισμό εργασίας, την πιο εξειδικευμένη εκπαίδευση, την ομαλή ροή της παραγωγής. Όποιος κατορθώσει να υπερβεί το μέσο όρο της παραγωγικότητας, αυτός αυξάνει τον χρόνο υπερεργασίας και αποκομίζει ένα «πρόσθετο κέρδος», το οποίο του δίνει ένα πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό.

Για τον εργάτη η επιτάχυνση της παραγωγής μέσω των βελτιωμένων παραγωγικών δυνάμεων, έχει διπλή συνέπεια. Αφενός παρατείνει και εντατικοποιεί την εργάσιμη ημέρα. Ο Μαρξ κάνει λόγο για «οικονομικό παράδοξο», ότι η μηχανή, «το πιο ισχυρό μέσο συντόμευσης του χρόνου εργασίας», υπό καπιταλιστικές συνθήκες «μετατρέπεται στο πιο αλάθευτο μέσο για τη μετατροπή όλου του χρόνου ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε διαθέσιμο χρόνο εργασίας για την αξιοποίηση του κεφαλαίου». Η μηχανή καθεαυτή ανακουφίζει την εργασία, αν όμως «χρησιμοποιηθεί καπιταλιστικά» αυξάνει κυρίως την εντατικότητά της, έτσι που μία ημέρα δέκα ωρών περιέχει «τώρα ίση ή περισσότερη εργασία» απ’ ό,τι παλιότερα μία ημέρα δώδεκα ωρών [8]. Αφετέρου, η μηχανή καθορίζει την ταχύτητα της εργασίας. Το ότι ο εργάτης μετατρέπεται σε «ζωντανό εξάρτημα» της μηχανής [9], σημαίνει επίσης ότι ο «ιδιοχρόνος» (ο βιορυθμός) του εργάτη του μηχανικού χρόνου, υποτάσσεται στο ρυθμό της μηχανής και η μηχανή εξαναγκάζει σε επιτάχυνση της εργασίας.

Όπως στη παραγωγή, έτσι και στη κυκλοφορία, η επιτάχυνση έχει στόχο την αύξηση του κέρδους˙ όπως στη παραγωγή, επιβάλλεται επίσης και στον ξεχωριστό καπιταλιστή με την τιμωρία του καταποντισμού μέσω του ανταγωνισμού. Ωστόσο, η επιτάχυνση της παραγωγής (στην οποία παράγονται οι αξίες των εμπορευμάτων) στοχεύει άμεσα στην αύξηση του κέρδους, ενώ η επιτάχυνση της κυκλοφορίας (στην οποία δεν προστίθενται στα εμπορεύματα αξίες) στοχεύει μόνο έμμεσα στην αύξηση του κέρδους: με τη μείωση των εξόδων τα οποία προκύπτουν στην προετοιμασία της παραγωγής ή κατά την πραγματοποίηση της υπεραξίας.

Ενώ η επιτάχυνση της παραγωγής επιτυγχάνεται κυρίως με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η επιτάχυνση της κυκλοφορίας επιτυγχάνεται με την αποφυγή καθυστερήσεων στη συνολική κυκλοφορία της παραγωγής. Εκτός από τη μείωση των εξόδων (τα οποία περιορίζουν την υπεραξία), ο Μαρξ αναφέρει ένα δεύτερο κίνητρο το οποίο παρακινεί στην επιτάχυνση της κυκλοφορίας: την μείωση του επιχειρηματικού κινδύνου και, μάλιστα, με διάφορους τρόπους: Πρώτο, μια «μεγαλύτερη ταχύτητα, κανονικότητα και ασφάλεια» όπου μπορούν να προμηθευτούν τα αναγκαία μέσα παραγωγής, μειώνουν τον κίνδυνο να διακοπεί το προτσές παραγωγής [10]. Δεύτερο, «όταν είναι μεγαλύτερος ο χρόνος κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεγαλώνει ο κίνδυνος της αλλαγής των τιμών στην αγορά πούλησης» [11], έτσι που η κοστολόγηση δεν είναι πλέον σωστή και ο υπολογισθείς τζίρος δεν μπορεί πλέον να επιτευχθεί. Τρίτο, υπάρχει η πιθανότητα να διακοπεί η παραγωγή για οποιοδήποτε λόγο και να μην ολοκληρωθεί. Με τη διάρκεια του χρόνου περιστροφής αυξάνεται, επομένως, ο κίνδυνος, να «έχουν ξοδευτεί ανώφελα η εργασία και τα μέσα παραγωγής που καταναλώθηκαν κιόλας στην παραγωγή» [12].


Μείωση του χρόνου περιστροφής

Τα μέσα για τη μείωση του χρόνου που δαπανάται για τη διάθεση των μέσων παραγωγής είναι η βελτίωση των επικοινωνιών, των μεταφορών, της φύλαξης αποθεμάτων (πρώτων υλών και εργαλείων), ώστε να μην προκύψουν δυσχέρειες ή καθυστερήσεις. Η «λογιστική» των διαδικασιών περιλαμβάνει επίσης μια «ευέλικτη αγορά εργασίας», η οποία εξασφαλίζει κατάλληλες εργατικές δυνάμεις σε επαρκή ποσότητα. Μεγάλη σημασία δίνει ο Μαρξ στη «λογιστική», η οποία δεν υπολογίζει μόνο τις τιμές, αλλά ελέγχει και οργανώνει ορθολογικά όλη την «κίνηση της παραγωγής και ιδίως της αξιοποίησης» [13]. Φροντίζει μεν για τη διάθεση των μέσων παραγωγής να είναι τόση, όσο είναι αυτό αναγκαίο, ώστε να μην διακόπτονται οι εργασιακές διαδικασίες, ταυτόχρονα, όμως, να είναι όσο το δυνατό μικρή, ώστε να μην προκύπτουν επιπρόσθετα «έξοδα φύλαξης» [14].

Με την έννοια χρόνος παραγωγής, ο Μαρξ κατανοεί πέρα από το χρόνο εργασίας (στον οποίο παράγονται τα εμπορεύματα) και τις διακοπές της εργασίας, οι οποίες απαιτούνται για την ξεκούραση των εργατών (διαλείμματα, νύχτες) ή για την ωρίμανση των προϊόντων εργασίας (ανάπτυξη των σπόρων που σπάρθηκαν, ζύμωση των συμπιεσμένων σταφυλιών). Επειδή το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί σε εργοστασιακά κτίρια, μηχανές, εργαλεία, πρώτες ύλες κτλ («πάγιο κεφάλαιο») χάνει επίσης την αξία του όταν οι εργάτες δεν εργάζονται και, συγκεκριμένα, λόγω γήρανσης ή «ηθικής φθοράς», δηλαδή με τον υποσκελισμό μέσω της τεχνικής προόδου [15], ο καπιταλιστής ενδιαφέρεται να μη διακοπεί όσο το δυνατό η εργασία. Στη μια περίπτωση η επιτάχυνση παίρνει τη μορφή της εργασίας με βάρδιες και της νυχτερινής εργασίας. Στην άλλη περίπτωση γίνεται προσπάθεια να μειωθούν οι χρόνοι ωρίμανσης και ζύμωσης, για παράδειγμα, με τεχνητή ξήρανση του ξύλου [16] ή –άλλα παραδείγματα που δεν αναφέρει ο Μαρξ –με τα θερμοκήπια, τη θέρμανση του εδάφους, την προσθήκη χημικών ουσιών ή την καλλιέργεια ειδών που ωριμάζουν γρήγορα. Επειδή κατά τη διάρκεια του «πλεονάζοντος» χρόνου (νύχτες, χρόνος ωρίμανσης) «δεν συντελείται αξιοποίηση του παραγωγικού κεφαλαίου», δηλαδή δεν λαμβάνει χώρα παραγωγή υπεραξίας και προκύπτουν μόνο έξοδα (κυκλοφορίας), υπάρχει «η τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής να συντομεύει όσο είναι δυνατό το περίσσευμα του χρόνου παραγωγής πάνω από το χρόνο εργασίας» [17].

Η μείωση του χρόνου πραγματοποίησης, δηλαδή της πώλησης των παραχθέντων εμπορευμάτων, στην ανάλυση του Μαρξ παίζει ακόμη έναν υποδεέστερο ρόλο. Εδώ, πέρα από την καλή οργάνωση των μεταφορών (επιτάχυνση του χρόνου παράδοσης), περιλαμβάνεται επίσης όλη η σφαίρα της διαφήμισης (συμπεριλαμβανομένου της μόδας και της αισθητικής των εμπορευμάτων), της παραγωγής νέων αναγκών ή της στοχευμένης ανθεκτικότητας (φθορά), μέσω των οποίων αυξάνεται και επιταχύνεται η ζήτηση.

Το πιο αποτελεσματικό μέσο για να μειωθεί ο συνολικός χρόνος περιστροφής είναι το πιστωτικό σύστημα. Υπό κανονικές συνθήκες, θα πρέπει να υπάρχει αναμονή μέχρι να ολοκληρωθεί όλος ο κύκλος, δηλαδή να πουληθούν τα εμπορεύματα Ε’, να επιστρέψει το χρήμα Χ’, έως ότου γίνει δυνατό να ξεκινήσει μια νέα περιστροφή. Ωστόσο, προς όφελος της επιταχυνόμενης συσσώρευσης, ο καπιταλιστής προωθεί την αρχή της επόμενης περιστροφής. Διαφορετικά ειπωμένο: Αγοράζει εργατικές δυνάμεις και μέσα παραγωγής και ξεκινά με την παραγωγή νέων εμπορευμάτων προτού ακόμη να έχουν πουληθεί τα παλιά εμπορεύματα (από την προηγούμενη περιστροφή). Επειδή, όμως, δεν έχει πάρει πίσω ακόμη το προκαταβεβλημένο χρήμα, δανείζεται χρήμα.

Στη θέση του χρήματος (ως άμεσο μέσο πληρωμής), εμφανίζεται αρχικά η συναλλαγματική ως υπόσχεση πληρωμών, η οποία κυκλοφορεί η ίδια μέχρι την ημερομηνία λήξης της (ως έμμεσο μέσο πληρωμής). Μέσω της συναλλαγματικής οι πληρωμές αναβάλλονται, [και] μέχρι αυτού του σημείου, αποτελούν τη βάση της πίστωσης. Πρόκειται για αμοιβαίες προκαταβολές, τις οποίες δίνουν μεταξύ τους οι βιομήχανοι και οι έμποροι («εμπορική πίστωση») και/ή προκαταβολές, που οι τράπεζες (συγκεντρώνοντας και διαχειρίζοντας τους μισθούς, τις αποταμιεύσεις κτλ) διακινούν προς τους βιομήχανους και εμπόρους («τραπεζική πίστωση») [18]. Μέσω των συναλλαγματικών ή των πιστώσεων, για τις οποίες πρέπει να πληρωθούν τόκοι, οι οποίοι μπαίνουν στην άκρη από το πραγματοποιηθέν κέρδος, «επιταχύνεται μέχρι τα έσχατα» το προτσές της κυκλοφορίας. Ο Μαρξ κάνει λόγο για τεράστια «επιτάχυνση […] των ξεχωριστών φάσεων της κυκλοφορίας ή της μεταμόρφωσης των εμπορευμάτων», για τεράστια επιτάχυνση «της μεταμόρφωσης του κεφαλαίου, επομένως, επιτάχυνση του προτσές αναπαραγωγής γενικά» [19] μέσω του πιστωτικού συστήματος. Γιατί μεταξύ της πρώτης φάσης της περιστροφής Χ – Ε και της δεύτερης φάσης Ε’ – Χ’ «το προτσές της παραγωγής [δεν] σταματάει» [20]˙ πολύ περισσότερο, οι δυό φάσεις μπορούν να αλληλοεπικαλυφθούν και να λάβουν χώρα ταυτόχρονα, γεγονός που εξοικονομεί χρόνο και τα κέρδη αυξάνουν.


Ξεσπάσματα της αντίφασης

Η μετοχή αποτελεί στην παρουσίαση του Μαρξ την πιο αναπτυγμένη και την πιο ειδική μορφή πίστωσης. Αυτή δεν είναι ούτε εμπορική ούτε τραπεζική πίστωση, αλλά μια πίστωση την οποία δίνουν οι (μικροί) επενδυτές στις μεγάλες επιχειρήσεις (μετοχικές εταιρίες). Κατ’ αυτό τον τρόπο μετατρέπονται μερικώς σε συνιδιοκτήτες, οι οποίοι (με τη μορφή του μερίσματος) συμμετέχουν στο κέρδος της επιχείρησης, διακινδυνεύουν, όμως, να χάσουν τα χρήματά τους σε περίπτωση πτώχευσης. Πρόκειται κυρίως για μια μορφή πίστωσης, η οποία δεν χρησιμοποιείται μόνο για την ομαλή διαδικασία της περιστροφής του κεφαλαίου, αλλά και για την επέκταση της παραγωγής και/ή την χρηματοδότηση νέων περιστροφών με νέα εμπορεύματα, όπως για παράδειγμα στον 19ο αιώνα για την χρηματοδότηση της κατασκευής σιδηροδρόμων. Η επιτάχυνση, η οποία εμφανίστηκε ήδη με το πιστωτικό σύστημα, αυξάνει ακόμη, μέχρι που οι εγγυημένες από τους μετόχους «πιστώσεις» (ανάλογα με το αναμενόμενο κέρδος ή την απώλεια για την οποία υπάρχει φόβος) μπορούν να αποσυρθούν σε μικρό χρονικό διάστημα και να ριχτούν σε άλλους κλάδους της παραγωγής.

Με την ηθελημένη και επιδιωκόμενη επιτάχυνση της παραγωγής, το πιστωτικό ή μετοχικό σύστημα προκαλεί επίσης μια ανεπιθύμητη και ακούσια επιτάχυνση της παραγωγής των «βίαιων ξεσπασμάτων αυτής της αντίφασης» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή των κρίσεων. Αυτές, «επιταχύνουν τα στοιχεία διάλυσης του παλιού τρόπου παραγωγής» [εδώ ακολουθήσαμε στη μετάφραση το γερμανικό κείμενο, στο οποίο αναφέρεται η λέξη «επιταχύνουν» και όχι «δυναμώνουν», όπως μεταφράζεται στην ελληνική έκδοση, Π.Γ.] [21]. Από την άποψη του χρόνου, οι οικονομικές κρίσεις μπορούν να ερμηνευτούν ως ασυμφωνία δυό ταχυτήτων. Συγκεκριμένα, μέσω των πιστώσεων ή της έκδοσης μετοχών «στην καθημερινά αυξανόμενη ταχύτητα μπορεί να αυξηθεί […] η παραγωγή» και η προσφορά εμπορευμάτων. Στην μεγαλύτερη, όμως, προσφορά εμπορευμάτων, αντιτάσσεται απ’ την άλλη μεριά «η διαρκώς αυξανόμενη βραδύτητα της επέκτασης της αγοράς γι’ αυτά τα αυξημένα προϊόντα» [22].Οι χρονικές διαδικασίες της παραγωγής και της κατανάλωσης δεν συνταιριάζουν πλέον, η ενότητά τους σπάζει, η υπερπαραγωγή εμπορευμάτων συναντάται με μια (μέσω σταθερής ή μειούμενης αγοραστικής δύναμης περιορισμένη) υποκατανάλωση των μαζών. Στη συνέχεια πέφτουν οι τιμές, το πιστωτικό σύστημα καταρρέει, επειδή τα χρέη δε μπορούν πλέον να διαχειριστούν. Η μέσω του πιστωτικού και μετοχικού συστήματος προκληθείσα επιτάχυνση, μετατρέπεται στο αντίθετό της, σε επιβράδυνση ή σε στασιμότητα, κατά την οποία οι επιχειρήσεις χρεοκοπούν, οι εργάτες «περνούν» στην ανεργία και τα εμπορεύματα καταστρέφονται.

«Οικονομία χρόνου», αναφέρεται στις «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας» του 1857/58, «εδώ αναλύεται τελικά κάθε οικονομία». Εδώ εννοείται η οικονομική, ολιγοδάπανη, ορθολογική, σχεδιασμένη χρήση του χρόνου, γιατί: «Όσο λιγότερο χρόνο χρειάζεται η κοινωνία για να παράγει σιτάρι, ζώα κτλ τόσο περισσότερο χρόνο κερδίζει για άλλη παραγωγή, υλική ή πνευματική» [23] «για enjoyment [απόλαυση], για ανάπαυση, … για ανάπτυξη ικανοτήτων». «Wealth is disposable time, and nothing more [Ο πλούτος είναι διαθέσιμος χρόνος και τίποτα παραπάνω.]. «Ο χρόνος είναι ο χώρος για την ανάπτυξη των [ανθρώπινων] ικανοτήτων» [24]. Ο Μαρξ κάνει τη διάκριση ανάμεσα στο βασίλειο της αναγκαιότητας, δηλαδή στην παραγωγή των αναγκαίων για τη ζωή αγαθών, και στο βασίλειο της ελευθερίας, το οποίο «αρχίζει στην πραγματικότητα εκεί που παύει η εργασία να υπαγορεύεται από ανάγκη και από εξωτερική σκοπιμότητα» και «εκεί που αρχίζει η ανάπτυξη των δυνάμεων του ανθρώπου, σαν αυτός καθαυτός σκοπός». Για να διευρυνθεί αυτό το βασίλειο της ελευθερίας και της ανθρώπινης αυτο-ανάπτυξης, πρέπει –αυτή αποτελεί «βασική προϋπόθεση»- να μειωθεί η εργάσιμη ημέρα, κάτι, όμως, που είναι δυνατό μόνο όταν «ο κοινωνικός άνθρωπος, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί» θα χειρίζονται οικονομικά το χρόνο και «θα ρυθμίζουν ορθολογικά αυτή τους την ανταλλαγή της ύλης με τη φύση και θα την υποτάσσουν στον κοινό έλεγχο από μέρους τους» [25] [26].


Κολοσσιαία σπατάλη

Στις παρουσιάσεις σχετικά με την «οικονομία χρόνου», υπάρχουν δυό θέσεις. Πρώτο: Ο καπιταλισμός σπαταλά χρόνο, παρ’ όλες τις επιταχύνσεις του. Αποξενώνει το χρόνο από τον άνθρωπο, υποτάσσει το χρόνο ζωής (ιδιοχρόνο) στον χρόνο εργασίας (χρόνος καθοριζόμενος από έξω), αφήνει λίγο χρόνο για ανάπαυση ή για αυτοκαθοριζόμενη δραστηριότητα. Δεύτερο: Το «βασίλειο της ελευθερίας» (η ουτοπία του κομμουνισμού) μεταχειρίζεται «οικονομικότερα» το χρόνο, επανακτά τον έλεγχο, διευρύνει τον ελεύθερο χρόνο της ανάπαυσης και του αυτοκαθορισμού με εξοικονόμηση χρόνου στο βασίλειο της αναγκαιότητας. Αυτό που εκτίθεται/δυσφημείται στα μάτια του Μαρξ, δεν είναι μόνο η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ο προσανατολισμός της παραγωγής στην ανταλλακτική αξία (κέρδος) ή η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης˙ είναι επίσης και η σπατάλη χρόνου που προκύπτει από δω. Αφενός, οι κρίσεις έχουν πάντα ως συνέπεια μια κολοσσιαία σπατάλη χρόνου: Μέχρι να σταθεροποιηθεί ξανά η σωστή αναλογία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και να μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος οικονομικός κύκλος, η ανεργία αυξάνει και τα δυναμικά του χρόνου είναι ανεκμετάλλευτα. Αφετέρου, η επιτάχυνση προωθείται πάντα μόνο σε μερικούς κλάδους, οι οποίοι στη συνέχεια αλληλοσυγκρούονται χρονοβόρα και εμποδίζουν την αρμονική ανάπτυξη του όλου: Ενώ κάθε ξεχωριστή επιχείρηση εργάζεται πολύ οικονομικά και εξοικονομώντας χρόνο, η αντιπαράθεση των ξεχωριστών επιχειρήσεων «το αναρχικό σύστημα του ανταγωνισμού [και όχι του «συναγωνισμού», όπως αναφέρει η ελληνική μετάφραση, Π.Γ.] γεννάει την πιο απεριόριστη διασπάθιση» όχι μόνο «μ’ ένα άπειρο αριθμό λειτουργιών […] που αυτές καθαυτές είναι περιττές» [27], αλλά και του χρόνου.

Επειδή η παραγωγή προσανατολίζεται στην ανταλλακτική αξία (κέρδος) και όχι στις ανάγκες, συχνά παράγεται το λανθασμένο και διαρκώς (παράγεται) πολύ. Όταν ένα εμπόρευμα «έχει παραχθεί σε ποσότητα που ξεπερνά την υπάρχουσα κοινωνική ανάγκη» και, επομένως, φθείρεται, τότε επίσης «έχει σπαταληθεί ένα μέρος του κοινωνικού εργάσιμου χρόνου» [28]. Η ίδια σπατάλη χρόνου λαμβάνει χώρα, όταν ένα μέρος των παραχθέντων εμπορευμάτων καταστρέφεται σκόπιμα για να περιοριστεί η προσφορά και να μη μειωθεί η τιμή της αγοράς. Μετά την άρση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έτσι προβλέπει ο Μαρξ, η διαχείριση του χρόνου θα ρυθμιστεί οικονομικότερα, δηλαδή ορθολογικότερα: «ο καταμερισμός της κοινωνικής εργασίας ανάμεσα στις διάφορες ομάδες παραγωγής» και η «λογιστική για όλα αυτά» γίνεται τότε «ουσιαστικότερη από κάθε άλλη φορά» [29].
______

Σημειώσεις

Τις Σημειώσεις που αναφέρονται στο γερμανικό κείμενο τις αντιστοιχήσαμε με αυτές των έργων του Μαρξ που εκδόθηκαν στην ελληνική γλώσσα, για το αναγνωστικό κοινό που ενδιαφέρεται να εμβαθύνει περισσότερο στο θέμα που πραγματεύεται ο συγγραφέας (ΣτΜ).

[1] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος, σ. 101, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002

[2] Ό.π, σ. 741

[3] Ό.π., σ. 107

[4] Ό.π., σ. 92

[5] Ό.π., σ. 146

[6] Ό.π., σ. 229

[7] Ό.π., υποσημειώσεις στις σελίδες 259 και 260

[8] Ό.π, σ. 423, 426, 458

[9] Ό.π, σ. 439

[10] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 2ος, σ. 139/140, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1979

[11] Ό.π., σ. 249

[12] Ό.π., σ. 227

[13] Ό.π., σ. 131

[14] Ό.π., σ. 134

[15] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος, σ. 420

[16] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 2ος, σ. 236/237

[17] Ό.π., σ. 121/122

[18] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 504, 507, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978

[19] Ό.π., σ. 550

[20] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 2ος, σ. 38

[21] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 556

[22] Ό.π., σ. 552, παράθεση του Ένγκελς

[23] Καρλ Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, τόμ. Α’, σ. 121, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1989

[24] Καρλ Μαρξ: Θεωρίες για την υπεραξία (Τέταρτος τόμος του «Κεφαλαίου»), Μέρος τρίτο, σ. 292, 293, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008

[25] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 1007

[26] Βλ. επίσης: «το μέρος του χρόνου που έχει καταχτηθεί για την ελεύθερη πνευματική και κοινωνική δραστηριότητα των ατόμων» είναι τόσο μεγαλύτερο, «όσο πιο ομοιόμορφα είναι κατανεμημένη η εργασία σ’ όλα τα ικανά για εργασία μέλη της κοινωνίας». Υπό καπιταλιστικές συνθήκες κυριαρχεί μια ιδιαίτερα ανισόμετρη κατανομή χρόνου. Ο «ελεύθερος χρόνος για μια τάξη» αποκτάται «με τη μετατροπή όλου του χρόνου της ζωής των μαζών σε χρόνο εργασίας» (Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος, σ. 546).

[27] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος, σ. 545

[28] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 3ος, σ. 237

[29] Ό.π., σ. 1046


Σημείωση: Ο Konrad Lotter είναι συνιδρυτής και συνεκδότης του (περιοδικού) WiderspruchMünchner Zeitschrift für Philosophie και υπήρξε λέκτορας στο Ινστιτούτο Γενικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας.


Πηγή: junge Welt, 21.08.2017

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.