Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Σχετικά με τη γένεση και την εξέλιξη της παλαιστινιακής διένεξης



Μεταφράσαμε και δίνουμε στη δημοσιότητα ένα ιδιαίτερα σημαντικό κείμενο του Norman Paech, ομότιμου καθηγητή Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίου Δικαίου του Πανεπιστημίου του Αμβούργου, στο οποίο αναλύεται η γένεση και η ιστορική εξέλιξη της λεγόμενης παλαιστινιακής διένεξης (ΠΓ). 

του Norman Paech

Οι ημέρες μνήμης και τα έτη μνήμης έχουν συχνά μια θλιβερή αιτία θύμησης, δεν είναι επέτειοι, αλλά ανασκόπηση των καταστροφών και των ηττών. Αυτό ισχύει ειδικά φέτος για τις Παλαιστίνιες και τους Παλαιστίνιους είτε βρίσκονται στην πατρίδα τους υπό ξένη κατοχή είτε στη Διασπορά που βρίσκεται διασπαρμένη σ’ όλο τον κόσμο. Θυμούνται την Διακήρυξη Μπάλφουρ [1] πριν από 100 χρόνια, με την οποία η βρετανική κυβέρνηση είχε αποδεχτεί για τους Εβραίους να έχουν μια εθνική πατρίδα στην Παλαιστίνη, το σχέδιο διχοτόμησης του ΟΗΕ το 1947 πριν από 70 χρόνια, με το οποίο αποδόθηκε περισσότερο από το ήμισυ του παλαιστινιακού εδάφους στους εβραίους εποίκους για ένα δικό τους κράτος και το ξέσπασμα του λεγόμενου Πολέμου των Έξι Ημερών το 1967, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την κατοχή της Δυτικής Όχθης, της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και της Λωρίδας της Γάζας, οδηγώντας στον διαρκή εποικισμό των εδαφών. Εδώ και 50 χρόνια η διεθνής κοινότητα, αυτή την ανοιχτή αντίθεση προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο κατάσταση, η οποία οδηγεί διαρκώς στο πόλεμο, στη τρομοκρατία και στην αποσταθεροποίηση ολόκληρης της περιοχής, δεν είναι ικανή να την μετατρέψει σε ειρηνική γειτονιά ισότιμων λαών, σύμφωνα με τις δικές της αρχές που είναι κατοχυρωμένες στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Οι σημειώσεις που ακολουθούν δεν έχουν το σκοπό μιας πρότασης λύσης. Θέλουν μόνο να θυμίσουν ορισμένα ιστορικά στοιχεία και ορίζουσες αυτής της σύγκρουσης, που βρίσκονται πίσω από τη μιζέρια της πολιτικής συζήτησης, η οποία εδώ και χρόνια διεξάγεται στερεότυπα, άσκοπα και αναποτελεσματικά.

Αυτό που αποκαλούμε «παλαιστινιακή διένεξη», περιλαμβάνει, ωστόσο, μόνο ένα μικρό εδαφικό τμήμα μιας περιοχής, που στα γερμανικά ονομάζεται «Εγγύς Ανατολή», στα αγγλικά, όμως, «Middle East» και εκτείνεται από την Τουρκία μέχρι το Πακιστάν. Αυτή η έκταση ξηράς, η οποία είναι χωρισμένη σε πολυάριθμα κράτη, από το διαμελισμό της σε κράτη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ουσιαστικά δεν έχει ηρεμήσει και μετατράπηκε σε μόνιμη εστία συρράξεων. Ο οικονομικός της πλούτος σε περιζήτητες πηγές πρώτων υλών την κατέστησε διαρκώς στόχο στρατιωτικών επεμβάσεων των παλιών αποικιοκρατικών δυνάμεων, εσωτερικών εξεγέρσεων και επαναστάσεων.

Αν στη συνέχεια επικεντρώνομαι στη παλαιστινιακή διένεξη, είναι επειδή σε ό,τι αφορά τις αιτίες, την προέλευση και την εξέλιξη, σε σχέση με τις άλλες διενέξεις στην περιοχή, παρουσιάζει ιδιαίτερα, δικά της χαρακτηριστικά και συμβάλλει αποφασιστικά στον κίνδυνο πολέμου. Αυτό το εξέφρασε εύστοχα πριν από τον πόλεμο του Οκτώβρη του 1973, ο τότε υπουργός Άμυνας του Ισραήλ Moshe Dayan, με τα λόγια: «Όλοι οι οικισμοί μας είναι χτισμένοι πάνω στα ερείπια αραβικών χωριών, και δε γκρεμίζουμε μόνο τα τείχη τους, αλλά προσπαθούμε να σβήσουμε και τα ονόματά τους από τα βιβλία της ιστορίας. Έχουν, επομένως, πολύ βάσιμους λόγους να πολεμούν εναντίον μας και, αν ήμουν κι εγώ Άραβας, θα ήμουν πιθανότατα μαχητής της Ελ Φατάχ.» (παράθεμα του Fried 1973, 46). Αυτό το προτσές εποικισμού δεν έχει ακόμη περατωθεί. Επιπλέον, συνδέεται με πολλά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα διαφορετικής προέλευσης, εβραϊκά, αραβικά, αμερικανικά και ευρωπαϊκά, γεγονός που δυσχεραίνει την ανακάλυψη μιας γραμμής που θα μπορούσε να ερμηνεύσει τη διένεξη και να δείξει μια πολιτική δυνατή λύση.


Ο σιωνισμός και οι φιλοδοξίες της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας

Σύμφωνα με τη βιβλική αξίωση για μια εβραϊκή πατρίδα στη Παλαιστίνη, που χρονολογείται σε πάνω από 2000 χρόνια, ο σιωνισμός ως εθνικό κίνημα και ιδεολογικό σχέδιο [Projekt] για ένα εβραϊκό κράτος στη Παλαιστίνη, είναι πολύ πρόσφατος. Γιατί, απαντώντας στα προβλήματα των διάσπαρτων σε όλο τον κόσμο Εβραίων σε ένα μη εβραϊκό περιβάλλον, επικαιροποιήθηκε μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα όταν δεν αρκούσε πλέον η προσαρμογή ως σχέδιο επιβίωσης. Η έλλειψη δικαιωμάτων και οι διωγμοί των Εβραίων στη Ρωσία και τη Ρουμανία, τα πογκρόμ που υποστηρίχθηκαν κρατικά από το 1881 με την έξοδο περίπου 1,3 εκατομμυρίων Εβραίων της Ανατολής προς τη Δύση, επιβεβαίωσαν όχι μόνο την αποτυχία της προσαρμογής, αλλά και την ισότιμη αυτόνομη συνύπαρξη. Οι κορυφαίοι θεωρητικοί της εβραϊκής αυτονομίας, ο Moses Hess (Ρώμη και Ιερουσαλήμ, 1882), ο Leo Pinsker (Αυτοχειραφέτηση, 1882) και ο Theodor Herzl (Το εβραϊκό κράτος, 1896) είδαν τη λύση του εβραϊκού ζητήματος στη διεκδίκηση για ένα εβραϊκό έδαφος, το οποίο καθορίστηκε στη Παλαιστίνη μόλις το 1897 στο Πρόγραμμα της Βασιλείας στο πρώτο σιωνιστικό Συνέδριο.

Για όλες τις μορφές του σιωνισμού ήταν κοινό [χαρακτηριστικό] η απόρριψη κάθε προσπάθειας ένταξης της εβραϊκής κοινότητας στο χώρο της Ανατολής. Αυτή την άρνηση ένταξης την υποστήριξε με ιδιαίτερη σαφήνεια ο Max Nordau, παλιός συνοδοιπόρος του Theodor Herzl. Η πολιτιστική αλαζονεία τους αντανακλάται στην ανοιχτή περιφρόνηση του ασιατικού περιβάλλοντος, καθώς και στον αποκλειστικό προσανατολισμό προς το δυτικό πολιτισμό: «Ο εβραϊκός λαός θα αναπτύξει την ουσιώδη ιδιαιτερότητά του στο πλαίσιο της δυτικής κουλτούρας, όπως όλοι οι άλλοι πολιτισμένοι λαοί, και όχι έξω από αυτήν. Δηλαδή σ’ έναν άγριο, απολίτιστο ασιατισμό» (Gorny 1986, παράθεμα σύμφωνα με τον Amar-Dahl 2012, 33). Θέσεις υπέρ της ένταξης, όπως εκφράστηκαν για παράδειγμα από τον Itzak Epstein, παρέμειναν περιθωριακά φαινόμενα. Στο εβραϊκό εργατικό κίνημα επίσης, με το σύνθημα «Poale Zions» (Εργάτης της Σιών): «Εβραϊκή γη! Εβραϊκή εργασία! Εβραϊκά εμπορεύματα!», αρνήθηκαν στους άραβες εργάτες την αγορά εργασίας. Η «ισότητα» της σοσιαλιστικής κοινωνίας θα ‘πρεπε να ισχύει μόνο για τους εβραίους εποίκους. Ένας ηγέτης του σιωνιστικού εργατικού κινήματος, ο David Hacohen, ομολόγησε στις 15 Νοεμβρίου 1968 στην εφημερίδα Haaretz: «Έπρεπε να τσακωθώ πολύ με τους φίλους μου σχετικά με τον εβραϊκό σοσιαλισμό: έπρεπε να υπερασπιστώ το γεγονός ότι δεν αποδέχτηκα κανέναν Άραβα στο συνδικάτο μου, ότι ζητούσαμε από τις νοικοκυρές να μη ψωνίζουν από τα αραβικά μαγαζιά, ότι φυλάγαμε σκοπιά στις φυτείες οπωρικών για να εμποδίσουμε τους Άραβες να βρουν εκεί δουλειά, ότι κάναμε επιθέσεις σε γυναίκες Εβραίων και καταστρέφαμε τα αραβικά αβγά που είχαν αγοράσει, ότι διαφημίζαμε τα “Εβραϊκά Εθνικά Κεφάλαια”, που έστειλε ο Hankin στη Βηρυτό για να αγοραστεί γη από τους απόντες μεγαλοκτηματίες, διώχνοντας τους άραβες φελάχους, ότι απαγορεύεται να πουληθεί έστω και ένα εβραϊκό δουνάμι [2] στους Άραβες.» Αυτή η παραλλαγή της αποικιοκρατίας δε στόχευε μόνο στην εκμετάλλευση της αραβικής εργατικής δύναμης, αλλά επίσης στον εντοπισμό και στην εκδίωξή της. Σ’ αυτό ο Herzl και ο Nordau συμφωνούσαν: «Επιδιώκουμε ο φτωχός πληθυσμός να δημιουργηθεί απαρατήρητα πέρα από τα σύνορα, δίνοντάς του εργασία στις χώρες διαμετακόμισης, τού αρνούμαστε, όμως, οποιαδήποτε εργασία στη δική μας χώρα. Το έργο της απαλλοτρίωσης πρέπει να επιτευχθεί, όπως επίσης και η απομάκρυνση των φτωχών, με λεπτότητα και προσοχή.» (Herzl 1922, 98) Το σχέδιο της μεταφοράς (ένας ευφημισμός για την εκδίωξη) του αραβικού πληθυσμού υπήρχε στους ηγέτες του σιωνιστικού κινήματος από την αρχή (Pappe 2007˙ Masalha 1997). Ένας από τους παλιούς ιδεολόγους, ο Berl Katznelson, τάχθηκε υπέρ ενός σαφούς πολιτικού διαχωρισμού των δυό λαών. Ήταν βαθιά πεπεισμένος για την τεχνολογική και κοινωνική οπισθοδρομικότητα της αραβικής κουλτούρας και κοινωνίας, η οποία θα μπορούσε απλά να εμποδίσει την ανάπτυξη της εβραϊκής κοινωνίας και την εβραιοποίηση της χώρας του Ισραήλ: «Ο οριενταλισμός» (Edward Said) [3] αυτού του σιωνισμού είναι σφραγισμένος από την περιφρόνηση του αραβικού κόσμου, την αλαζονεία της δικής του πολιτιστικής αποστολής και την απόλυτη επιθυμία να ενταχθεί ολοκληρωτικά στη Δύση, μάλιστα να αποτελεί την προφυλακή του σε ένα βάρβαρο περιβάλλον.

Χωρίς την υποστήριξη τού τότε ισχυρότερου ιμπεριαλιστή ενδιαφερόμενου, της Μ. Βρετανίας, η στρατηγική επιδεξιότητα του Herzl και η εμφάνιση του εβραϊκού εθνικισμού δεν θα αρκούσαν για να πραγματοποιηθεί το σχέδιο ενός εβραϊκού κράτους μετά από δεκαετίες. Ήδη, με τη βρετανο-γαλλική κατανομή συμφερόντων μέσω της Συμφωνίας Σάικς-Πικό [4] το 1916, τη Διακήρυξη Μπάλφουρ ένα χρόνο αργότερα και την εκχώρηση Εντολής στη Μ. Βρετανία το 1920, η διαίρεση και η υποταγή του ντόπιου πληθυσμού ήταν προδιαγεγραμμένη. Όταν ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Λόρδος Balfour, υποσχέθηκε σε μια επιστολή του προς τον Λόρδο Rotschild στις 2 Νοεμβρίου 1917 τη «δημιουργία μιας εθνικής πατρίδας για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη», η Μ. Βρετανία προσπάθησε στην αρχή να αποκτήσει ειδική ευθύνη για την Παλαιστίνη, ώστε προς το τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου να έχει ισχυρή θέση απέναντι στη Γαλλία στις διαπραγματεύσεις διαίρεσης. Στα τέλη του 1917 η κατοχή της Παλαιστίνης είχε περατωθεί, η Γαλλία και οι ΗΠΑ είχαν βοηθήσει στη νίκη επί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στη Παλαιστίνη και στη Συρία. Όταν μολαταύτα το σιωνιστικό κίνημα από αυτή την υπόσχεση, η οποία συμπεριλήφθηκε επίσης στο Προοίμιο της βρετανικής Εντολής της Κοινωνίας των Εθνών για την Παλαιστίνη, θέλησε να αντλήσει μια σύμφωνη προς το διεθνές δίκαιο αξίωση για ίδρυση κράτους, αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τις προθέσεις της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία στη Δήλωση δεν έβλεπε ρητά καμιά νομική εγγύηση για ένα εβραϊκό κράτος στη Παλαιστίνη. Την εποχή εκείνη το 91% του πληθυσμού ήταν Άραβες, στους οποίους ανήκε το 97% της γης. Ωστόσο, αυτός ο ντόπιος πληθυσμός δεν λήφθηκε υπόψη στο έγγραφο Εντολής εκτός από μια σύντομη αναφορά στην αραβική γλώσσα. Η βρετανο-σιωνιστική αποικιοκρατική πολιτική των ετών που ακολούθησαν αντέφασκε ρητά στο Άρθρο 22 Παράγραφος 1 και 4 του Καταστατικού της Κοινωνίας των Εθνών, το οποίο απαγόρευε σημαντικές αλλαγές στην περιοχή από τον εντολέα.

Το 1895 ζούσαν στη Παλαιστίνη περίπου 500.000 άνθρωποι, από τους οποίους μόνο οι 47.000 (9,4%) ήταν Εβραίοι οι οποίοι ήρθαν με το πρώτο κύμα μετανάστευσης από το 1882. Μέχρι τότε είχαν αποκτήσει το 0,5% της γης. Το 1939, την εποχή της βρετανικής Εντολής, ο πληθυσμός τριπλασιάστηκε φθάνοντας περίπου τα 1,4 εκατομμύρια ανθρώπους. Οι Εβραίοι είχαν αυξηθεί σε 445.000 (30%) περίπου και η γη τους είχε διπλασιαστεί στο 5,6%. Το έτος που ιδρύθηκε το Ισραήλ, το 1948, η αναλογία σε έναν συνολικό πληθυσμό περίπου 2,1 εκατομμυρίων ανθρώπων παρέμεινε αμετάβλητη. Στη Παλαιστίνη ζούσαν τώρα 650.000 Εβραίοι (31%), οι οποίοι κατείχαν πάνω από το 5,67% της γης, με το ψήφισμα διαίρεσης, όμως, του ΟΗΕ, απέκτησαν την κατοχή του 56,47% από το συνολικό παλαιστινιακό έδαφος (Hollstein 1984, 148). Με την ανακήρυξη του κράτους του Ισραήλ στις 14 Μαΐου 1948, περισσότεροι από 750.000 άραβες Παλαιστίνιοι, το ήμισυ του αραβικού πληθυσμού, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. Εκδιώχτηκαν και διέφυγαν από την εβραϊκή τρομοκρατία, η χώρα τους προσαρτήθηκε από τους Ισραηλινούς. Στα σύνορα του εβραϊκού κράτους παρέμειναν μετά από την έξοδο του 1948/49 μόνο περίπου 300.000 Άραβες, μια μειοψηφία του 10%.

Το Jewish Agency υπέβαλλε στην Ειδική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη (UNSCOP), η οποία είχε ασχοληθεί με τη λύση της διένεξης, το Μάιο του 1947, έναν Χάρτη για ένα εβραϊκό κράτος που θα καταλάμβανε το 80% της Παλαιστίνης. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με το Ψήφισμά της 181 της 29ης Νοεμβρίου, μείωσε αυτή την αξίωση, η οποία μολαταύτα καταλάμβανε κάτι περισσότερο από το 56% του παλαιστινιακού εδάφους για ένα εβραϊκό κράτος. Το μοίρασμα της Παλαιστίνης δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την ψήφο της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία ήταν ένας από τους σημαντικούς υποστηρικτές ενός ισραηλινού κράτους. Ήδη, το Μάιο του 1947, ο Andrej Gromyko είχε τονίσει σε μια ομιλία του: «Γνωρίζετε ότι στη δυτική Ευρώπη δεν υπήρξε ούτε μία χώρα που να κατάφερε να προστατέψει τον εβραϊκό λαό από τις αυθαίρετες πράξεις και τα βίαια μέτρα των ναζί. Η λύση του παλαιστινιακού προβλήματος, βασισμένη στη διαίρεση της Παλαιστίνης σε δυό ξεχωριστά κράτη, θα έχει θεμελιώδη ιστορική σημασία επειδή μια τέτοια απόφαση λαμβάνει υπόψη τις νόμιμες αξιώσεις του εβραϊκού λαού» (παράθεμα σύμφωνα με τον Lustiger 1998, 185 σ.). Όποιος κι αν ήταν ο γεωστρατηγικός υπολογισμός στον ανταγωνισμό με τη Μ. Βρετανία, ακριβώς όπως και με τις δυτικές μεγάλες Δυνάμεις, η απόφαση για ένα εβραϊκό κράτος καθώς και η προσπάθεια επανορθώσεων, ήταν να συμψηφιστεί η αποτυχία της ιδίας Ιστορίας εν όψει της εξόντωσης των Εβραίων στην Ευρώπη. Ωστόσο, ο Stalin, ήδη από το 1949, απέσυρε την υποστήριξή του προς το νεαρό κράτος, για να αυξήσει την επιρροή του με μια φιλοαραβική, αντισιωνιστική εξωτερική πολιτική στα αραβικά εθνικά κινήματα (βλ. Gehrcke u.a. 2009, 112). Οι μικρές πιθανότητες του Κομμουνιστικού Κόμματος στο ίδιο το Ισραήλ, ίσως δεν ήταν, σχετικά μ’ αυτό, χωρίς επιρροή.

Η κατηγορία ότι ο σιωνισμός είχε επιδιώξει ένα αποικιακό σχέδιο και ότι το πραγματοποίησε με την ίδρυση του Ισραήλ (Reinhard 2016,1244), γίνεται πάντα προσπάθεια να αντικρουστεί με τα επιχειρήματα, ότι μόνο μια μειοψηφία των Εβραίων ακολούθησε αυτή την ιδεολογία και, κυρίως, ότι αγνοείται η εξόντωση των Εβραίων και η εκδίωξή τους από τις χώρες τους (Bergmann 2011, 19). Ωστόσο, η αποικιοκρατία δεν ορίζεται από τα κίνητρα και τις αιτίες της, αλλά από τα αποτελέσματα και τις συνέπειες της πρακτικής της τής υφαρπαγής γης, της καταστροφής των κοινωνικών δομών, της εκδίωξης και/ή της καταπίεσης των αποικιοκρατούμενων. Αναμφίβολα, η εποχική εξόντωση με το Ολοκαύτωμα των Εβραίων καθώς και για πολλούς μη Εβραίους, αποτελεί την κεντρική, αναμφισβήτητη νομιμοποίηση για την ίδρυση του ισραηλινού κράτους. Η ιστορία εξόντωσης που υπέστησαν, είναι τόσο βαθιά χαραγμένη στη συνείδηση των Εβραίων, που για πολλούς η συνείδηση αυτή τούς έκλεισε τη δυνατότητα να συνυπάρχουν σε μη εβραϊκές κοινότητες. Ακόμη και στη Διασπορά η ύπαρξη ενός εβραϊκού κράτους βιώνεται σαν απαραίτητη αντασφάλιση και εγγύηση επιβίωσης σε περίπτωση μιας νέας εξόντωσης. Η ιδεολογική όμως ιδιοποίηση του Ολοκαυτώματος από τον σιωνισμό, ειδικά για τους εβραίους συγγραφείς, προκαλεί οξεία κριτική. Γιατί ο σιωνισμός στο Ισραήλ δεν κατανοεί το Ολοκαύτωμα ως πολιτισμική ρήξη με την υποχρέωση να δημιουργηθεί ο νέος άνθρωπος «μετά το Άουσβιτς», αλλά λειτουργεί για την αυτο-δικαιολόγηση του εβραϊκού κράτους με την παραπέρα αξίωση για την Γη του Ισραήλ, «την χώρα των προγόνων» » (Zuckermann 2009, 43). Πίσω απ’ αυτό εξαφανίζεται η παλαιστινιακή τύχη των απαλλοτριωμένων και των εκδιωχθέντων που φθάνει μέχρι τη δημόσια απαγόρευση της ημέρας μνήμης της ίδρυσης του κράτους ως ημέρα της παλαιστινιακής εξόντωσης, τη Νάκμπα. Στη θέση του Ολοκαυτώματος ως μύθο για την ίδρυση, εμφανίστηκαν άλλοι μύθοι, όπως ο μύθος της Γης του Ισραήλ και ο μύθος περί ασφάλειας. Η ασφάλεια έχει γίνει ο κεντρικός παράγοντας τάξης του Ισραήλ, ο οποίος βασίζεται «σε μια αντίληψη που προέκυψε από την εβραϊκή ιστορία των παθών των αξεδιάλυτων εχθρικών σχέσεων μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων» (Amar-Dahl 2012, 227). Ωστόσο, η επιθυμία για ειρήνη δε μπόρεσε ποτέ να φτάσει στο ίδιο ύψος των αρχών [Prinzip] της εξουσίας. Με την πάροδο των χρόνων, «κυριάρχησε μια πολιτική κουλτούρα, στην οποία για τη διένεξη θεωρείται υπεύθυνη λιγότερο η πολιτική, αλλά, πολύ περισσότερο, σε τελική ανάλυση οι ένοπλες δυνάμεις (ό.π., 229).


Η αραβική αδυναμία και η αντίσταση του παλαιστινιακού πληθυσμού

Η ευρέως διαδεδομένη κατηγορία προς τα γειτονικά αραβικά κράτη αφενός, να διατηρήσουν ζωντανή τη διένεξη λόγω ελλιπούς ένταξης των προσφυγικών μαζών μετά το 1948 και το 1967, αφετέρου, ότι οι Παλαιστίνιες και οι Παλαιστίνιοι αφέθηκαν στο έλεος απέναντι στο Ισραήλ στα δίκαια, με βάση το διεθνές δίκαιο, τεκμηριωμένα αιτήματά τους, δείχνει τις πολλές ρίζες αυτής της διένεξης, η οποία διαπερνά όλο τον αραβικό κόσμο της Εγγύς Ανατολής. Η ελλιπής αραβική ενότητα και οι ενδοαραβικοί αγώνες για την εξουσία δεν πρόσφεραν στους φυγάδες και στους εκδιωχθέντες τη βάση για την οικοδόμηση μιας δικής τους πολιτικής δομής. Η προβλεφθείσα στο ψήφισμα διαίρεσης του ΟΗΕ περιοχή για παλαιστινιακό κράτος, εν μέρει πάρθηκε από το Ισραήλ, η υπόλοιπη έπεσε στην τότε Υπεριορδανία του βασιλιά Abdallah. Τη Λωρίδα της Γάζας την ανέλαβε η Αίγυπτος. Όσο ισχυρή κι αν ήταν η υποστήριξη προς τους Παλαιστίνιους στην αραβική δημοσιότητα και όσο κι αν αυτή υποστηρίχθηκε με τη σειρά της από τη στρατηγική του παναραβικού εθνικισμού, επειδή η απελευθέρωση της Παλαιστίνης θεωρούνταν δυνατή μόνο μέσα από την αραβική ενότητα, η εσωτερική διχόνοια των αράβων γειτόνων εμπόδιζε κάθε αποτελεσματική στήριξη των παλαιστινιακών αιτημάτων. Η αδυναμία των αραβικών κρατών προέκυψε αφενός, από τις μακροχρόνια καθυστερημένες φεουδαρχικές κοινωνικές δομές και τις αντιδημοκρατικές σχέσεις της πολιτικής κυριαρχίας και, αφετέρου, την εξάρτηση από τα κράτη της Δύσης, τα οποία για την απόκτηση πρώτων υλών εξασφάλιζαν ταυτόχρονα την υποτέλεια των κυρίαρχων δυναστειών τους. Μόνο το 1959 κατόρθωσε ο Yassir Arafat να ενώσει ένα κομμάτι του παλαιστινιακού κινήματος στην Οργάνωση Αλ Φατάχ («harakat at-tahrir al-filastini») –«Κίνημα για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης»- και να δεσμευτεί στο στόχο για απελευθέρωση από τη «σιωνιστική κατοχή».

Η ήττα των αραβικών στρατών στον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, έκανε σαφή όχι μόνο την αδυναμία των αραβικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά και την πολιτική κατάσταση αυτών των κρατών. Η Ιορδανία και η Αίγυπτος ήταν αξιωματικά έτοιμες να συνάψουν ειρήνη με το Ισραήλ χωρίς να εγκαινιάσουν μια προοπτική για τη λύση του παλαιστινιακού ζητήματος. Έβλεπαν την παρουσία των παλαιστινίων προσφύγων και των Οργανώσεών τους σαν απειλή για τη δική τους κυριαρχία. Οι Παλαιστίνιοι δεν εκδιώχτηκαν μόνο από την Ιορδανία τον «μαύρο» Σεπτέμβρη του 1970, όταν το Ισραήλ εισέβαλλε εκεί το 1982. Η PLO αναγκάστηκε να εξοριστεί στην Τύνιδα. Στη δημόσια πρόσληψη [της πραγματικότητας] τα αιτήματα των Παλαιστινίων είχαν προ πολλού εξαφανιστεί και δυσφημιστεί πίσω από τις τρομοκρατικές τους ενέργειες, μια τρομοκρατία η οποία ήταν απλά ένα απελπισμένο αντανακλαστικό των ηττών και της αδυναμίας τους απέναντι στην κτηνώδη ισραηλινή υπεροχή, στην αραβική αδυναμία και την δημόσια αδιαφορία.

Στις κατεχόμενες περιοχές η καθημερινή πραγματικότητα της βίας των εποίκων, των απαλλοτριώσεων γης και των καταστροφών, δεν οδήγησε μόνο στο ξέσπασμα και της παλαιστινιακής βίας (1η Ιντιφάντα 1987, 2η Ιντιφάντα 2000), αλλά αναβίωσε και ενισχύθηκε η θέληση για πάλη επιστροφής και ανοικοδόμησης της ιδίας κοινωνίας. Η άποψη π.χ. της Golda Meir που διατυπώθηκε με τα δραστικά λόγια ότι «δεν υπήρξε ποτέ παλαιστινιακός λαός» (παράθεμα σύμφωνα με τον Khalidi 1972, 6), παραγνωρίζει δυό πράγματα. Αφενός, σε μια φεουδαρχική, μεγαλογαιοκτημονικά δομημένη κοινωνία όπως αυτή που βρισκόταν υπό την οθωμανική κυριαρχία, στην οποία μόλις που αναπτυσσόταν υποτυπώδεις μορφές μιας ιδίας αστικής τάξης, δε μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως εθνική συνείδηση. Η Παλαιστίνη μέχρι και την περίοδο της υπαγωγής της υπό τη βρετανική Εντολή αποτελούσε τμήμα του μεγάλου συριακού χώρου. Ο πληθυσμός της, όμως, είχε σε μεγάλο βαθμό συνείδηση της αραβο-παλαιστινιακής του ταυτότητας. Η αντικατάσταση της οθωμανικής από τη βρετανική αποικιοκρατία το 1918, όξυνε αυτή τη συνείδηση και στη πάλη ενάντια στο σιωνιστικό εποικισμό πήρε το χαρακτήρα ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Αυτό μπόρεσε να το διαπιστώσει η Επιτροπή King-Crane στη διερευνητική της αποστολή ήδη το 1919. Διέκρινε καθαρά ότι «οι σιωνιστές πρακτικά επεδίωκαν την ολοκληρωτική απαλλοτρίωση των σημερινών μη-εβραίων κατοίκων της Παλαιστίνης», και ανέφερε ότι αυτοί –«σχεδόν το 90% του συνολικού πληθυσμού- αντιτάσσονται με  πάθος στο συνολικό σιωνιστικό σχέδιο» (Chomsky 2002, 31; Hollstein 1984, 110). Αφετέρου, στις απαρχές της παλαιστινιακής εθνικής συνείδησης δεν υπήρχε ποτέ εθνική ιδεολογία με στόχο ενός ιδίου κράτους, αλλά η απελευθέρωση από την ξένη κυριαρχία και τη διαρκή απειλή για εκδίωξη. Πρώτα ο ΟΗΕ, με το ψήφισμα της διαίρεσής του και την ίδρυση του χωριστού κράτους του Ισραήλ, έδωσε σ’ αυτή τη συνείδηση, η οποία στόχευε στην απελευθέρωση, την εθνική κατεύθυνση για ένα ίδιον κράτος, η οποία δεν υπήρχε μέχρι τότε.

Μπορεί να ξεκινήσει κανείς από το ότι ο συνασπισμός των αντιστασιακών ομάδων (Αλ Φατάχ, Δημοκρατικό Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Σάϊκα [Αστροπελέκι] κτλ) σε μια κοινή Οργάνωση, την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), ενίσχυσε και πάλι την ιδέα της απελευθέρωσης στην εθνική συνείδηση και την κατέστησε κυρίαρχο παράγοντα. Η PLO ιδρύθηκε τον Μάιο του 1964 με πρωτοβουλία τού τότε αιγύπτιου προέδρου Gamal Abdel Nasser στην αραβική Σύνοδο Κορυφής, για να δημιουργηθεί κυρίως μια εκπροσώπευση στο πλαίσιο ενός παναραβικού κινήματος. Η PLO, και κατά συνέπεια η απελευθέρωση των Παλαιστινίων, ήταν, επομένως, ένα συνολικά αραβικό ζήτημα και δεν περιορίστηκε στη σχέση των Παλαιστινίων με το Ισραήλ. Υπό την ηγεσία του προέδρου της Jassir Arafat, ο οποίος κατείχε το αξίωμα αυτό από το 1969 μέχρι το θάνατό του το 2004, ήρθε ξανά στο προσκήνιο η ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους. Αυτή η εξέλιξη ευνοήθηκε αναμφισβήτητα από την ήττα των αραβικών κρατών στον λεγόμενο Πόλεμο των Έξι Ημερών τον Ιούνιο του 1967 και την επακόλουθη κατοχή ολόκληρης της Ιερουσαλήμ, της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας. Με το απελευθερωτικό κίνημα η αντίσταση απέκτησε μαζικό χαρακτήρα και προκάλεσε το συμβιβασμό των διάφορων αντιστασιακών ομάδων. Ο Εθνικός Χάρτης του 1968 καθόρισε ως στόχο την απελευθέρωση της Παλαιστίνης και τη δημιουργία ενός «δημοκρατικού κράτους» σε μια «προοδευτική κοινωνία». Προσανατόλισε στην «ένοπλη πάλη», η οποία απαιτούσε την ένωση «όλων των εθνικών δυνάμεων σε ένα εθνικό μέτωπο». Εκτός από τη δράση των ανταρτών της ξεκίνησε με την ανάπτυξη δικών της κοινωνικών δομών για την προστασία των προσφυγικών καταυλισμών, ιατρικών εγκαταστάσεων, σχολείων και χώρων παραγωγής, καθώς και την ίδρυση μαζικών οργανώσεων, όπως, συνδικάτων και φοιτητικών ενώσεων για τη δραστηριοποίηση και φροντίδα του πληθυσμού στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Οι δραστηριότητες όμως αυτές δεν προκάλεσαν μόνο την σκληρότερη καταστολή των ισραηλινών αρχών. Θεωρήθηκαν  σαν απειλή από τα φεουδαρχικά αραβικά καθεστώτα, έτσι που ο βασιλιάς Hussein εκδίωξε την PLO από την Ιορδανία στο λεγόμενο Μαύρο Σεπτέμβρη το 1970 (20.000 νεκροί). Ο Λίβανος, στον οποίο αποσύρθηκε η PLO, μπόρεσε να χρησιμεύσει σ’ αυτήν μόνο μέχρι το 1982 ως νέα βάση επιχειρήσεων, μέχρι που την εκδίωξε και από εκεί ο ισραηλινός στρατός (σφαγή της χριστιανικής πολιτοφυλακής κάτω από τα μάτια του ισραηλινού στρατού στους παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα, Ανατολική Βηρυτός) και έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην Τύνιδα. Δεν τής ωφέλησε σε τίποτα το γεγονός ότι το 1974 απέκτησε ως πρώτη Οργάνωση απελευθέρωσης ένα καθεστώς παρατηρητή στον ΟΗΕ και ότι της αναγνωρίστηκε η ένοπλη πάλη ως νόμιμο μέσο επανάκτησης των δικαιωμάτων της (Paech/Stuby 1982, 1118).


Μάταιες προσπάθειες για μια διαπραγματευτική λύση

Οι βαριές στρατιωτικές ήττες της PLO, δε μπόρεσαν, ωστόσο, να κάμψουν την αντίσταση του παλαιστινιακού πληθυσμού ενάντια στην υφαρπαγή γης και την επέκταση των εβραϊκών εποικισμών. Η αντίσταση κλιμακώθηκε το 1987 στην πρώτη Ιντιφάντα, το λεγόμενο πετροπόλεμο, ο οποίος ενίσχυσε ξανά την PLO και οι Ισραηλινοί χαλάρωσαν την κατηγορηματική άρνησή τους για διαπραγματεύσεις με τον Arafat. Οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, που ξεκίνησαν το 1996 με τη διάσκεψη στη Μαδρίτη, συνεχίστηκαν το 1993 στο Όσλο με τη Διακήρυξη Αρχών και το 1994 ολοκληρώθηκαν με την υπογραφή της Συμφωνίας Όσλο Ι από τον Arafat και τον Rabin,έλαβαν όμως χώρα με τέτοιο τρόπο, έτσι όπως τις χαρακτήρισε ο μετέπειτα υπουργός Εξωτερικών, Shlomo Ben-Ami: «Η ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο θα ‘πρεπε να οδηγήσει σε μια διαρκή νεοαποικιακή εξάρτηση στις κατεχόμενες περιοχές, κατά την οποία θα ‘πρεπε να αναγνωριστεί στους Παλαιστίνιους ένα σχετικός βαθμός τοπικής αυτονομίας.» (Παράθεμα κατά Gehrcke κ.α. 2009, 171). Η επιφυλακτικότητα του παλαιστινιακού πληθυσμού και ενός μεγάλου μέρους των διεθνών παρατηρητών επαληθεύτηκε. Η μοναδική απτή πρόοδος σε σχέση με τη Διάσκεψη Ειρήνης της Γενεύης το Δεκέμβριο του 1973, μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ και τις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ τον Σεπτέμβριο του 1978, ήταν η συμμετοχή της PLO, η οποία μέχρι τότε είχε αποκλειστεί από όλες τις διαπραγματεύσεις. Η συνθήκη ειρήνης Αιγύπτου-Ισραήλ που ολοκληρώθηκε μισό χρόνο αργότερα, έφερε μεν την απόσυρση των ισραηλινών στρατευμάτων από την χερσόνησο του Σινά, δεν έφερε όμως και την ειρήνη στους Παλαιστινίους. Η PLO δεσμεύτηκε να διαγράψει από το χάρτη της την καταστροφή του Ισραήλ ως στόχο της. Εντούτοις, τα κρίσιμα ζητήματα όπως το καθεστώς της Ιερουσαλήμ, το ζήτημα των προσφύγων ή οι οικισμοί στη Δυτική Όχθη, έμειναν εκτός συμφωνίας.

Οι μετέπειτα διασκέψεις δεν πήγαν πέρα απ’ αυτό το όριο, ανεξάρτητα για το αν πρόκειται για το Όσλο ΙΙ (Σεπτέμβρης 1995), Wye (Οκτώβριος 1998), Καμπ Ντέιβιντ ΙΙ (Ιούλιος 2000), Τάμπα (Ιανουάριος 2001) ή Ανάπολις (Νοέμβριος 2007). Η προβλέψιμη αποτυχία τους δε βρισκόταν μόνο στην αμετάβλητη απόρριψη από όλες τις ισραηλινές κυβερνήσεις να συμμορφωθούν με τα Ψηφίσματα 194 (επιστροφή των προσφύγων) και 242 (απόσυρση από τα εδάφη που κατακτήθηκαν το 1967), αλλά και από τα στρατηγικά συμφέροντα που επεδίωκαν οι ΗΠΑ σ’ αυτή τη διένεξη, οι οποίες συμμετείχαν πάντα ως η μοναδική τρίτη δύναμη. Το απαισιόδοξο σχόλιο ενός διαπραγματευτή κατά τις διαπραγματεύσεις στην Ανάπολι εκ μέρους των Παλαιστινίων: «Περίπου 20 χρόνια μετά την έναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας πρέπει να ειπωθεί, ότι από τότε η PLO δεν ήταν ποτέ σε θέση να κατορθώσει την αναγνώριση από το Ισραήλ τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών δικαιωμάτων των Παλαιστινίων, συμπεριλαμβανομένου ενός κράτους, το οποίο θα είναι εξοπλισμένο με όλα τα χαρακτηριστικά που ανήκουν σ’ αυτό.» (Παράθεμα κατά Clot 2011, 206)

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα οι ΗΠΑ υποστήριζαν το αίτημα του Ψηφίσματος 242 για αποχώρηση των Ισραηλινών από τις κατεχόμενες περιοχές, προκειμένου να επιτευχθεί μια ειρηνική επίλυση με διπλωματικό δρόμο. Όταν όμως το 1970 αυξήθηκαν οι εντάσεις μεταξύ Ισραήλ και αραβικών κρατών και η Αίγυπτος στράφηκε στη Σοβιετική Ένωση για στρατιωτική υποστήριξη, η στρατηγική των ΗΠΑ άλλαξε θεμελιακά. Ήταν ο Henry Kissinger αυτός, που ως σύμβουλος ασφαλείας του αμερικανού προέδρου Nixon, κατάφερε από δω και στο εξής να αναπροσαρμόσει εντελώς την πολιτική των ΗΠΑ στην Εγγύς Ανατολή, υποστηρίζοντας το Ισραήλ και τη στάση άρνησής του (Kissinger 1984, 659 σσ). Τελικά το Ισραήλ έγινε η πιο σημαντική και αξιόπιστη προφυλακή και συνεργάτης των ΗΠΑ στον αραβικό κόσμο. Ωστόσο, κατ’ αυτό τον τρόπο οι ΗΠΑ ήρθαν σε μια κατάσταση εξάρτησης από τη στάση άρνησης του Ισραήλ, έτσι που όλες οι «ειρηνευτικές διαδικασίες» που έγιναν με δική τους πρωτοβουλία, είτε επρόκειτο για διασκέψεις είτε για διπλωματικές αποστολές, αναγκαστικά αποτύγχαναν.


Η παλαιστινιακή διάσπαση: Φατάχ και Χαμάς

Το αργότερο μετά την εκλογική νίκη της Χαμάς (harakat al-muqawama al-islamiya – «Κίνημα της ισλαμικής Αντίστασης») στις 25 Ιανουαρίου 2006, η διάσπαση της παλαιστινιακής κοινωνίας σχετικά με την εδαφική διαίρεση μεταξύ Δυτικής Όχθης και Λωρίδας της Γάζας, επεκτάθηκε σε μια βαθιά αντιπαλότητα μεταξύ των δυό πολιτικών δυνάμεων και στην πόλωση διαφορετικών κοινωνικών σχεδίων [Konzept]. Το Ισραήλ ενίσχυε πάντα αυτή τη διάσπαση της παλαιστινιακής θέσης, ανεξάρτητα για το αν επρόκειτο για την υπέρβαση της εδαφικής διαίρεσης που είχε εμποδίσει η Συμφωνία του Όσλο το 1993 και ερχόταν σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις του που προέκυπταν απ’ αυτήν, ή με την αρχική υποστήριξη ή/και την ευμενή ανοχή απέναντι στη Χαμάς, με σκοπό την αποδυνάμωση της Φατάχ και της PLO (βλ. PLO Baumgarten 2013, 64 σ.˙ Croitoru 2007, 31). 

Μέχρι το Δεκέμβριο του 1987, όταν η Μουσουλμανική Αδελφότητα ίδρυσε τη Χαμάς, η Φατάχ ήταν το κυρίαρχο κίνημα στη πάλη κατά της ισραηλινής κατοχής. Από την περίοδο της πρώτης αντάρτικης δράσης το 1965, ο ένοπλος αγώνας θεωρούνταν ως «ο μοναδικός δρόμος για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης», όπως αναφέρεται στο Άρθρο 9 του Παλαιστινιακού Εθνικού Χάρτη της 17ης Ιουλίου 1968. Μόνο το 1988 με τη διακήρυξη του παλαιστινιακού κράτους, άλλαξε η στρατηγική της, η οποία από δω και στο εξής στόχευε σε μια πολιτική επίλυση και «περιλάμβανε μια ιστορική παραίτηση των Παλαιστινίων από το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορικής τους πατρίδας» (Baumgarten 2013, 43), αποδεχόμενη επίσης μια λύση για δυό κράτη σε συνύπαρξη με το Ισραήλ. Για την αλλαγή αυτή η οποία στράφηκε προς τη διπλωματία, ήταν υπεύθυνες αφενός, οι διαρκείς ήττες των Παλαιστινίων στη στρατιωτική αντιπαράθεση με τον ισραηλινό στρατό και, αφετέρου, η μαζική εξέγερση του παλαιστινιακού πληθυσμού στην Πρώτη Ιντιφάντα. Τώρα πήρε τη θέση της ανεπιτυχούς αντάρτικης πάλης. 

Η Φατάχ κατανοούσε τον εαυτό της ως αντιαποικιακό απελευθερωτικό κίνημα με μια εθνική ιδεολογία, η οποία κήρυσσε ως απώτερο στόχο την ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους στη θέση του ισραηλινού. Έτσι λοιπόν διαχωριζόταν από το «Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης» PFLP του George Habash, στόχος του οποίου ήταν η επαναστατική αλλαγή όλης της αραβικής περιοχής. Ο ιδεολογικός προσανατολισμός της Φατάχ στοχεύει άμεσα στο κράτος του Ισραήλ και την κατοχή. Κάθε αντιεβραϊκός και/ή αντισημιτικός υπαινιγμός βρίσκεται μακριά απ’ αυτήν. Ωστόσο, ο σιωνισμός και το κίνημα των εποίκων με την αποικιοκρατική υφαρπαγή γης ανήκει στους δηλωμένους αντιπάλους της. Από την ιδεολογία λείπει επιπλέον ένας σαφής ισλαμικός προσανατολισμός, ακόμη κι αν όλες οι διακηρύξεις της Φατάχ αρχίζουν με τη συνήθη φόρμουλα: «Στο όνομα του Θεού, του Εύσπλαχνου, του Ελεήμονα». Δε μπορεί κανείς να την ονομάσει ουσιαστικά κοσμική. Ωστόσο, το δημοκρατικό κράτος της Παλαιστίνης θα πρέπει [κατά την Φατάχ] να είναι θρησκευτικά δεκτικό απέναντι σε άλλες θρησκείες και ανεκτικό απέναντι στους πιστούς του και τις Οργανώσεις του.

Σε αυτή τη σχετική απόσταση απέναντι στη θρησκεία βρίσκεται η μεγαλύτερη ιδεολογική διαφορά σε σχέση με τη Χαμάς. Η Φατάχ μπόρεσε να οικοδομήσει πάνω σε δομές, σε θεσμούς και πρόσωπα τής ήδη από το 1946 δραστήριας Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Παλαιστίνη, η οποία οφείλει την εξάπλωση και την επιτυχία της στις κοινωνικές της δραστηριότητες, στα σχέδια εργασίας στον τομέα της εκπαίδευσης και, κυρίως, στην κατασκευή τζαμιών κατά τα έτη μετά το 1967. Η Ιντιφάντα ήταν προφανώς το γεγονός που προκάλεσε τη Μουσουλμανική Αδελφότητα να μεταβεί από τις μέχρι τότε περισσότερο κοινωνικές και θρησκευτικές δραστηριότητες στη πολιτική δράση. Η προγραμματική της είναι επίσης αντιαποικιοκρατική, στρεφόμενη ενάντια στη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους στη Παλαιστίνη. Ωστόσο, πέρα απ’ αυτό, είναι έντονα θρησκευτικά σφραγισμένη. Η διαμάχη της με τους Εβραίους για τα ζητήματα της Ιερουσαλήμ και το Όρος του Ναού, ως τον τόπο προσκυνήματος που αναφέρεται στο Κοράνι, εμπεριέχει σαφώς αντισημιτικά χαρακτηριστικά.

Ήδη πριν από την ίδρυση, το 1987, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι άρχισαν να οργανώνουν στη παρανομία την ένοπλη αντίσταση ενάντια στη κατοχή και να ιδρύουν τους πρώτους ένοπλους πυρήνες. Όταν ο βασιλιάς της Ιορδανίας Hussein τον Ιούλιο του 1988 εγκατέλειψε τις αξιώσεις για κυριαρχία στην Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη, η Χαμάς, με ένα θρησκευτικά-εθνικιστικό πρόγραμμα το οποίο απευθυνόταν αποκλειστικά στους μουσουλμάνους, αντιτάχθηκε ανοιχτά ενάντια σε όλες τις πολιτικές και θρησκευτικές τάσεις που προσελκύονταν από την προγραμματική της Φατάχ. Στη Χάρτα της του 1988 διατυπώθηκε το αίτημα να καταπολεμηθεί η κατοχή και να απελευθερωθεί ολόκληρη η Παλαιστίνη, ως θρησκευτική επιταγή. Ταυτόχρονα, εν όψει της αποτυχίας της Φατάχ και της PLO, αυτό το εδαφικό-μαξιμαλιστικό πρόγραμμα βρήκε θετική ανταπόκριση στη παλαιστινιακή κοινωνία, που στη συνέχεια μετατράπηκε σε εκλογική νίκη το 2006. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η θρησκευτική-εθνικιστική προοπτική για μια ισλαμική Παλαιστίνη, της οποίας την εδαφική ενότητα δεν πρέπει να εγκαταλείψει κανένας μουσουλμάνος, αντικατοπτρίζεται στη θρησκευτική-εθνικιστική ιδεολογία των εβραίων εποίκων με το αντίθετο πρόσημο (Baumgarten 2013, 73).

Αν ουσιαστικά η διαμάχη ανάμεσα στις δυό Οργανώσεις ήταν ακόμη σφραγισμένη από την αντίφαση μεταξύ του συμβιβασμού για δυό κράτη μέσω των διαπραγματεύσεων της Φατάχ και της λύσης για ένα κράτος της Χαμάς μέσω της ένοπλης πάλης σε βάρος του Ισραήλ, η εικόνα άλλαξε ήδη κατά την περίοδο μετά τη δεύτερη Ιντιφάντα το 2000 κατά την προετοιμασία για τις εκλογές του 2006. Στη Χαμάς επικράτησε σταδιακά η πραγματιστική εκδοχή του συμβιβασμού για δυό κράτη, χωρίς όμως να αναγνωρίζει το Ισραήλ. Η Χαμάς συμμετείχε απροσδόκητα στις εκλογές και κέρδισε το ίδιο απροσδόκητα. Παρ’ όλο που αυτές οι εκλογές ζητήθηκαν από τα δυτικά κράτη και κρίθηκαν ελεύθερες και δίκαιες, δεν αναγνώρισαν το αποτέλεσμα των εκλογών. Το Ισραήλ κατέστησε αυστηρότερο τον αποκλεισμό απέναντι σε όλο το διεθνές δίκαιο και μετέτρεψε τη Λωρίδα της Γάζας σ’ αυτό που σήμερα χαρακτηρίζεται ως «ανοιχτή φυλακή» (Anderson 2015, 8). Παρ’ όλο που μετά τη νίκη από τη Χαμάς υπήρξαν μόνο φωνές για μια μετριοπαθή πολιτική και ο νικητής των εκλογών Ismail Haniyeh επεδίωξε να δημιουργήσει μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η Χαμάς δε μπόρεσε να σπάσει το διεθνή αποκλεισμό και αναγκάστηκε να σχηματίσει κυβέρνηση από τις δικές της γραμμές. Η αντιπαράθεση μεταξύ Φατάχ και Χαμάς, προφανώς προωθούμενη έντονα από τις ΗΠΑ (de Soto 2007, §§ 56 σ.), κλιμακώθηκε, φτάνοντας στον πόλεμο τον Ιούνη του 2007. Ο πόλεμος αυτός τέλειωσε με μια συντριπτική ήττα της Φατάχ και επισφράγισε τη διαίρεση των κατεχόμενων εδαφών σε δυό θύλακες που διοικούνται ο ένας από τη Χαμάς και ο άλλος από την Palestine Authority/ Φατάχ υπό ισραηλινό έλεγχο. Από τότε έχουν υπάρξει πολλές φορές προσεγγίσεις και πρωτοβουλίες για μια συμφιλίωση, οι οποίες όμως τελικά αποτύγχαναν λόγω της ανυπέρβλητης πολιτικής αντίστασης του Ισραήλ και των ΗΠΑ καθώς και τη στρατιωτική δύναμη του Ισραήλ (Baumgarten 2013, 192 σ.). Εδώ παίζουν ρόλο οι τρεις πόλεμοι του Ισραήλ ενάντια στη Γάζα το 2008/2009, το 2012 και το 2014, οι οποίοι ανατίναξαν όλα τα όρια του ανθρωπιστικού διεθνούς δικαίου, καθώς και η πολιτική απονομιμοποίηση της Χαμάς ως τρομοκρατικής οργάνωσης, η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο παρουσιάστηκε πρακτικά σαν «hors la loi» [άνομη]. Οι επανειλημμένες διαβεβαιώσεις της ότι αναγνωρίζει κάθε γραπτή συμφωνία που γίνεται μεταξύ της PLO και του Ισραήλ σχετικά με το μελλοντικό καθεστώς της Παλαιστίνης, αν αυτές οι συμφωνίες εγκριθούν με δημοψήφισμα από τον παλαιστινιακό λαό, δεν έχουν απήχηση. Ο Netanjahu και οι μεταβαλλόμενες συμμαχίες που κάνει η κυβέρνησή του, δεν είναι πρόθυμος για μια τέτοια συμφωνία η οποία θα περιλάμβανε έναν οριστικό καθορισμό των συνόρων του Ισραήλ και την αναγνώριση ενός κυρίαρχου γειτονικού κράτους της Παλαιστίνης. Η διεθνής κοινότητα, εκπροσωπούμενη από το κουαρτέτο της Εγγύς Ανατολής, αυτή την κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από καθημερινή βία, τρομοκρατία, καταστροφή και εκδίωξη, καθώς και από σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου, ναι μεν την έχει επικρίνει, σε τελική ανάλυση, όμως, δεν υπήρξαν πολιτικές συνέπειες.


Ο δημογραφικός παράγοντας

Η ισραηλινή καθημερινή εφημερίδα Yedioth Ahronoth δημοσίευσε το 2011 μια δημοσκόπηση, σύμφωνα με την οποία το 47% του εβραϊκού πληθυσμού φοβούνται ότι το 2048, 100 χρόνια μετά την ίδρυση, δεν θα υπάρχει πλέον κράτος του Ισραήλ (Meotti 2011). Ο φόβος αυτός γίνεται κατανοητός στο φόντο της αρνητικής μεταναστευτικής ισορροπίας του Ισραήλ. Ο αριθμός εκείνων που μετανάστευσαν από το Ισραήλ αυξάνεται διαρκώς ακριβώς μετά τη δεύτερη Ιντιφάντα το έτος 2000 και παρά τα κρατικά προγράμματα προσέλκυσης για μετανάστευση προς το Ισραήλ, δε μπορεί πλέον να εξισορροπηθεί. Αν μετανάστευσαν προς το Ισραήλ ακόμη και κατά τη δεκαετία του ’90 σχεδόν 900.000 Ρώσοι, από τους οποίους μόνο τα δυό τρίτα ήταν Εβραίοι, περισσότεροι από 100.000 εγκατέλειψαν ξανά η χώρα στις αρχές της νέας χιλιετίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Foreign Policy το 2011 ένα εκατομμύριο Εβραίοι Ισραηλινοί ζούσαν μόνιμα στην αλλοδαπή, το 13% του πληθυσμού (Chamie/Mirkin 2011). 500.000 εβραίοι Ισραηλινοί έχουν διαβατήριο των ΗΠΑ, 100.000 έχουν γερμανικό διαβατήριο, με ζήτηση που αυξάνεται. Ιδιαίτερα –το 70%- των ευρωπαίων Εβραίων, οι Ασκεναζίτες, έχουν και δεύτερο διαβατήριο, κάτι που ταιριάζει στο γεγονός ότι το ποσοστό των ακαδημαϊκών που μεταναστεύουν στις ΗΠΑ είναι ασύγκριτα υψηλό. Όλες οι στατιστικές το 2013 δείχνουν ότι στο έδαφος της ιστορικής Παλαιστίνης ζουν στο μεταξύ περισσότεροι Παλαιστίνιοι (6.106.927) απ’ ό,τι Εβραίοι (6.056.927) και στο ίδιο το Ισραήλ το ποσοστό του εβραϊκού πληθυσμού έχει μειωθεί από το 90% στο 75% (Wild 2015, 98). Η τάση αυτή θα συνεχιστεί, γιατί οι παράγοντες που αποτελούν τη βάση της δύσκολα θα αλλάξουν. Το υψηλότερο ποσοστό γέννησης του παλαιστινιακού πληθυσμού αποτελεί αναμφίβολα έναν παράγοντα σ’ αυτή την τάση. Κυρίως, όμως, είναι ο φόβος που έχει εξαπλωθεί με την αυξανόμενη βία, την κτηνωδία και τον αυξανόμενο ρατσισμό του ισραηλινού πληθυσμού, αλλά και οι εκστρατείες φόβου και τα διαρκή σενάρια απειλών της κυβέρνησης στην εβραϊκή κοινωνία. Το αργότερο μετά τη δεύτερη Ιντιφάντα είναι παρούσες οι εμπειρίες από τη βία και τον πόλεμο σ’ αυτή την κοινωνία, είτε από τους βομβιστές αυτοκτονίας, την εκτόξευση πυραύλων ή τις επιθέσεις με μαχαίρια, αλλά και τους εξαιρετικά βίαιους πολέμους ενάντια στη Λωρίδα της Γάζας. Για πολλούς έχει χαθεί η πίστη ότι το κράτος μπορεί να τους προστατεύσει αποτελεσματικά. Ο φόβος αυξήθηκε μετά τον πόλεμο κατά της Γάζας το 2008/2009 τόσο πολύ, που στο 59% του εβραϊκού πληθυσμού εμφανίστηκε ξανά το τραύμα ενός πιθανού διωγμού και εξόντωσης. Για τις κοινότητες των εποίκων, όμως, οι οποίες χαρακτηρίζονται ούτως ή άλλως από μια υψηλή διακύμανση, η ασφάλεια για παραμονή στη χώρα παίζει αποφασιστικό ρόλο.

Σ’ αυτά προστίθεται η βαθιά απαισιοδοξία που έχει ριζώσει λόγω της οικονομικής κατάστασης στη κοινωνία, η οποία επιδεινώνεται. Το Ισραήλ έχει το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και το βαθύτερο χάσμα μεταξύ φτωχών και πλουσίων (βλ. Margalit 2013). Οι ισραηλινές στατιστικές δείχνουν ότι το 20% του ισραηλινού πληθυσμού (1,7 εκατομμύρια) ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Αν το 88% των νέων μεταναστών προς το Ισραήλ δηλώνει λόγους ασφαλείας και το 78% οικονομικούς λόγους για να εγκαταλείψουν ξανά το Ισραήλ, τότε αυτό δείχνει τη βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση του Ισραήλ. Αν για κάποιον αιτία είναι ίσως ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός που ασκεί το Ισραήλ, τότε ο άλλος λόγος για την κρίση είναι η πραγματικά διαρκής κατάσταση πολέμου, στην οποία έχει φέρει η ισραηλινή ηγεσία το κράτος με την πολιτική τής κατοχής και της αποικιοκρατίας (βλ. Wild 2015, 91 σσ).


Ένα κράτος – δυό κράτη;

Τα ψηφίσματα των Γενικών Συνελεύσεων του ΟΗΕ αποτελούν τη βάση για την επίσημη πολιτική τόσο του Ισραήλ όσο και της PLO για την ίδρυση δυό ισότιμων κυρίαρχων κρατών στο έδαφος της Παλαιστίνης. Αυτή ήταν η πρόταση του Ψηφίσματος 181 για τη διαίρεση, η οποία υποστηρίζεται όπως και πριν από όλα τα κράτη που εμπλέκονται στη διένεξη, από τις ΗΠΑ, την ΕΕ μέχρι και τη Ρωσία και από τα γειτονικά αραβικά κράτη. Η μέχρι σήμερα, όμως, πολιτική εποικισμού του Ισραήλ υπονομεύει, μάλιστα εκμηδενίζει, τις εδαφικές προϋποθέσεις για την ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους τόσο, που στη δημόσια συζήτηση η λύση για δυό κράτη απορρίπτεται σε μεγάλο βαθμό ως μη ρεαλιστική. Η δηλωμένη βούληση όλων των ισραηλινών κυβερνήσεων –αν και με ανοιχτή παραβίαση της απαγόρευσης για εποικισμό του Άρθρου 49 IV της Σύμβασης της Γενεύης- να μην παραιτηθούν από τους εποικισμούς, αφήνει αυτή τη λύση του «ΟΗΕ» να γίνεται όλο και πιο απίθανη, εκτός κι αν οι έποικοι εκδιώκονταν με τη βία. Γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια η λύση για ένα κράτος υποστηρίχθηκε όλο και περισσότερο στη δημόσια συζήτηση (Anderson 2015, 21 σσ). Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που διεξήχθη τον Σεπτέμβριο του 2015, το 51% των Παλαιστινίων υποστηρίζει ένα κράτος με δυό έθνη, κάτι που βρίσκει επίσης υποστήριξη στο Ισραήλ αλλά και από εβραίους συγγραφείς (Pappe 2013, 405 σσ˙ Judt 2003) και που υποστηρίχθηκε επίσης και από την PLO μέχρι τη δεκαετία του 1980. Για τον Uri Avneri η ιδέα αυτή είναι μεν μια δελεαστική παρουσίαση, αυτό το διάστημα όμως δεν έχει ρεαλιστική προοπτική. Γιατί ένα κράτος που περιλαμβάνει Εβραίους και μουσουλμάνους Άραβες θα σήμαινε το τέλος του εβραϊκού κράτους. «Οι Εβραίοι θα επέστρεφαν στην τραυματική εμπειρία να είναι ένας λαός χωρίς δικό του κράτος… Αυτό δεν είναι πολύ πιθανό» (Avneri 2003, 205 σσ). Ο πρωθυπουργός Ehud Olmert ήταν με αυτόν σ’ αυτό το σημείο, της ίδιας άποψης: «Αν έρθει η ημέρα που θα καταρρεύσει η λύση για δυό κράτη και [έχουμε] έναν αγώνα για ίσο εκλογικό δικαίωμα, όπως το βιώνουμε αυτό στη Νότια Αφρική, τότε μόλις συμβεί αυτό, θα είναι το τέλος του Ισραήλ» (Haaretz, 29.11.2007, παράθεμα σύμφωνα με τον Anderson 2015, 24). Φυλακισμένος στο δίλημμα μεταξύ της επιστροφής των κατεχόμενων περιοχών ή της παραίτησης υπέρ ενός εβραϊκού κράτους, ο Moshe Zuckermann συνηγορεί υπέρ της διαίρεσης και της επιστροφής, ακόμη και με κίνδυνο ενός εμφυλίου πολέμου, τον οποίο στη συνέχεια θεωρεί αναπόφευκτο (Zuckermann 2009, 141). Ο Moshe Machover, αντίθετα, θεωρεί από τη σοσιαλιστική σκοπιά και τις δυό επιλογές –ένα ή δύο κράτη- ως εσφαλμένες. Μακροπρόθεσμα, τάσσεται υπέρ μιας αναπόφευκτης αλλαγής των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών σχέσεων εξουσίας στη περιοχή και της εθνικής συμφωνίας των Αράβων, εμποδίζοντας ώστε αυτές να μην αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής και στρατιωτικής στρατηγικής του Ισραήλ. Αυτό από μόνο του θα ακύρωνε τη σημερινή ανισότητα του συσχετισμού δυνάμεων με την προοπτική, «ότι και οι δυό εθνικές ομάδες θα ανήκουν ως μέλη μιας Ομοσπονδίας στο ίδιο κράτος» (Machover 2013, 429 σσ, 445). Μια επιλογή την οποία είχε ήδη αναδείξει ο Nachum Goldmann (1967, 691 σσ) και η οποία και για τον Isaac Deutscher θα υποσχόταν στον εβραϊκό λαό περισσότερη ασφάλεια απ’ ό,τι το εθνικό κράτος, στο οποίο έβλεπε «μια ακόμη εβραϊκή τραγωδία» (1977, 74). Ουσιαστικά, η σημερινή πραγματικότητα στη Παλαιστίνη αντιστοιχεί σ’ ένα μεγάλο κράτος με δυό έθνη, το οποίο, ωστόσο, για τον αραβικό πληθυσμό πλησιάζει περισσότερο στο κράτος του απαρτχάιντ παρά σ’ ένα δημοκρατικό. Στις Παλαιστίνιες και στους Παλαιστίνιους τίθεται το ερώτημα κατ’ αυτό τον τρόπο: τι είναι ευκολότερο, να αποσπαστούν από το Ισραήλ οι κατεχόμενες περιοχές και να σταλθούν πίσω στη χώρα τους οι έποικοι, ή να ξεμονταριστεί η ισραηλινή κυριαρχία, να εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει την εβραϊκή αποκλειστικότητα και να εκδημοκρατιστεί το νέο κράτος των Εβραίων και των Αράβων;


Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Das Argument (321/2017) και αποτελεί μια σύντομη απόδοση. Ολόκληρο το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο Groth, Annette / Paech, Norman / Richard Falk (Hg.): PalästinaVertreibung, Krieg und Besatzung. Wie der Konflikt die Demokratie untergräbt, PapyRossa Verlag (Οκτώβρης 2017) (ΣτΜ).
____________

Σημειώσεις του μεταφραστή

[1] Βλ. σ’ αυτό το ιστολόγιο: Διακήρυξη Μπάλφουρ: Για μια «εθνική πατρίδα».

[2] Στην Παλαιστίνη και στο Ισραήλ ένα δουνάμι αντιστοιχεί σε ένα στρέμμα.

[3] Αυτό το ενδιαφέρον βιβλίο μεταφράστηκε επίσης στα ελληνικά και μπορεί να το ανακτήσει το αναγνωστικό κοινό από το διαδίκτυο με τη μορφή DJVU. Βλ. Edward W. Said: Οριενταλισμός, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1978.

[4] Βλ. σ’ αυτό το ιστολόγιο: 1. Η Συμφωνία Σάικς – Πικό [Ντοκουμέντο], 2. Διαίρει και βασίλευε: Η Συμφωνία Σάικς – Πικό (1916)
_______

Βιβλιογραφία

Amar-Dahl, Tamar: Das zionistische Israel. Jüdischer Nationalismus und die Geschichte des Nahostkonflikts, Paderborn 2012 

Anderson, Perry: The House of Zion, στο: New Left Review 96, 2015, 5-37 

Avneri, Uri: Ein Leben für den Frieden. Klartext über Israel und Palästina, Heidelberg 2003 

Baumgarten, Helga: Kampf um Palästina – Was Wollen Hamas und Fatah?, Freiburg 2013 

Bergmann, Theodor: Der 100-jährige Krieg um Israel, Hamburg 2011 

Chamie, Joseph, u. Barry Mirkin: «The million missing Israelis», στο: Foreign Policy, 5.7.2011 (www) 

Chomsky, Noam: Offene Wunde Nah-Ost. Israel, die Palästinenser und die US-Politik, Hamburg 2002 

Clot, Ziyad: Einen Palästinenser-Staat wird es nicht geben. Tagebuch eines Unterhändlers in Palästina, Frankfurt/M 2011 

Croitoru, Joseph: Hamas: Der islamische Kampf um Palästina, München 2007 

Davis, Uri: «Die Kolonialherren im geographischen Palästina beim Namen genannt», στο: Pappe, Ilan u. Jamil Hilal (Hg.), Zu beiden Seiten der Mauer, Hamburg 2013 

Deutscher, Isaac: Die ungelöste Judenfrage, Berlin 1977 

Fried, Erich: «Die israelische Tragödie», στο: konkret 21, 1973, 46 σ

Gehrcke, Wolfgang, Jutta v. Freyberg u. Harri Grünberg: Die deutsche Linke, der Zionismus und der Nah-Ost-Konflikt, Köln 2009 

Goldmann, Nachum: «Pour une solution confédérale», στο: Sartre, Jean-Paul, u. Claude  Lanzmann (Hg.), Le Conflit israélo-arabe, Paris 1967 

Gorny, Yosef: The Arab Question and the Jewish Problem (hebr.), Tel Aviv 1986 

Herzl, Theodor: Der Judenstaat (1896), Zürich 1997 

του ίδιου., Tagebücher, τόμ. 1, Berlin 1922 

Judt, Tony: «Israel: The Alternative», στο: New York Review of Books, 23.10.2003 

Hollstein, Walter: Kein Frieden um Israel, Wien 1984 

Khalidi, Walid: Das Palästinaproblem, Rastatt 1972 

Kissinger, Henry: Memoiren, Teil 1: 1968–1973, München 1984 

Lustiger, Arno: Rotbuch: Stalin und die Juden, Berlin 1998 

Machover, Moshe: Israelis und Palästinenser – Konflikt und Lösung, Hamburg 2013 

Margalit, Ruth: «The Real Reason for Israel’s Brain Drain», στο: The New Yorker, 10.10.2013 (www) 

Masalha, Nur: A Land without a People: Israel, Transfer and the Palestinians 1949–96, London 1997 

Meotti, Giulio: «Can Israel be defeated?» στο: Ynetnews, 19.9.2011 (www) 

Paech, Norman, u. Gerhard Stuby: «Kein Platz für das Palästinensische Volk?», στο: Blätter für deutsche und internationale Politik, 1982, τεύχ. 9, 1097 σσ; τεύχ. 10, 1214 σσ

Pappe, Ilan: Die ethnische Säuberung Palästinas, Frankfurt/M 2007 

του ίδιου., «Ein Staat in Palästina», στο: ders., u. Jamil Hilal (Hg.), Zu beiden Seiten der Mauer, Hamburg 2013 

Reinhard, Wolfgang: Die Unterwerfung der Welt, München 2016 

de Soto, Alvaro: End of Mission Report, 2007 (www) 

Wild, Petra: Die Krise des Zionismus und die Ein-Staat-Lösung, Wien 2015 

Zuckermann, Moshe: Sechzig Jahre Israel. Die Genesis einer politischen Krise des Zionismus, Köln 2009


Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.