Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Η Ρωμαϊκή Ιερά Εξέταση



της Horsta Krum

Τον Ιούλιο του 1542, ο Πάπας Παύλος Γ’ ίδρυσε την «Sacra Congregatio Romanae inquisitionis» (εν συντομία: «Congregatio Sancti Officii»), την ιερά Σύνοδο της Ρωμαϊκής Ιεράς Εξέτασης. Αυτή στρεφόταν ενάντια στους αιρετικούς, δηλαδή αυτούς που παρέκκλιναν, τους οποίους θεωρούσε ότι έθεταν σε κίνδυνο την εξουσία και την ενότητά της.

Από τους πρώτους αιώνες οι υπεύθυνοι άνδρες της Εκκλησίας συνέρχονταν σε Συνόδους, καθόριζαν το ισχύον δόγμα πίστης και διέγραφαν τους αιρετικούς. Όταν τον 4ο αιώνα ο χριστιανισμός μετατράπηκε σε κρατική θρησκεία, οι αιρετικοί θεωρήθηκαν επίσης εχθροί του κράτους, έτσι που οι εκκλησιαστικοί και οι κρατικοί θεσμοί αισθάνονταν ότι ήταν εξίσου υπεύθυνοι.


Εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία

Το μέτρο της ποινής στην Εκκλησία ήταν πάντα επίμαχο: Ο γνωστός πατέρας της Εκκλησίας Αυγουστίνος (κατά το 400) τάχθηκε υπέρ των σκληρών ποινών, όχι όμως και υπέρ της θανατικής ποινής. Ο Θωμάς Ακινάτης (13ος αιώνας) ήθελε τη γρήγορη παραπομπή στα κοσμικά δικαστήρια, κάτι που τις περισσότερες φορές σήμαινε τη θανατική ποινή. Ήδη το 1022 κάηκαν δημοσίως στη Γαλλία οι πρώτοι αιρετικοί. Μέσω προσεκτικών μεταρρυθμίσεων μπόρεσε στη συνέχεια η Εκκλησία να ενσωματώσει κριτικές φωνές, έτσι που η πρώτη έκκληση για Σταυροφορία (1095) έγινε γενικά αποδεκτή με ενθουσιασμό.

Στη νοτιοδυτική, όμως, Γαλλία, στα Πυρηναία, σχηματίστηκε σύντομα ένα κίνημα κριτικό προς την Εκκλησία, του οποίου ο αυστηρός τρόπος ζωής παρέμενε σταθερός σε συγκεκριμένα κομμάτια της Βίβλου. Αυτοί αποκαλούσαν τον εαυτό τους «Καθαροί». Το ότι οι λαϊκοί, δηλαδή εντελώς κανονικοί χριστιανοί, ερμήνευαν τη Βίβλο στα κηρύγματα, έθεσε ένα σημαντικό θεμέλιο της Καθολικής Εκκλησίας υπό αμφισβήτηση, συγκεκριμένα, τον αυστηρό διαχωρισμό των χειροτονημένων ιερέων και μοναχών, αφενός, και των λαϊκών. Η Σύνοδος της Τουρ [Γαλλία] καταδίκασε το 1163 τους Καθαρούς ως αιρετικούς.

Η Εκκλησία προσπάθησε να κερδίσει ξανά τους αιρετικούς με τη συζήτηση και το κήρυγμα, να τους εκφοβίσει ταυτόχρονα με τιμωρίες, για παράδειγμα με αποκλεισμό από την εκκλησιαστική κοινότητα, με άρνηση εκκλησιαστικής ταφής, δήμευση περιουσίας και σύλληψη. Οι ποινές αυτές ίσχυαν εν μέρει και για τους υποστηρικτές τους. Στους επισκόπους δόθηκε η εντολή να εντοπίζουν τους αιρετικούς στην επισκοπή τους και να τους τιμωρούν ανάλογα.

 Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’, ο «νομικός Πάπας» (θητεία μέχρι το 1216), δημιούργησε δικονομικούς κανόνες και εξίσωσε την αίρεση με την εξύβριση της μεγαλειότητας. Έτσι, ενίσχυσε την ενότητα εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας. Το 1209 κάλεσε σε Σταυροφορία ενάντια στους Καθαρούς˙ οι βασιλιάδες της Γαλλίας και της Αυτοκρατορίας των Πυρηναίων υπάκουσαν. Αυτός ο αμείλικτος πόλεμος διήρκεσε 20 χρόνια. Οι Καθαροί που δε σκοτώθηκαν στις μάχες, αρνούνταν κατά κανόνα να αποκηρύξουν την πίστη τους και καίγονταν κατά εκατοντάδες. Η Σύνοδος που ακολούθησε κατέδειξε την αύξηση της εξουσίας της Εκκλησίας: αναδιοργάνωσε εκ νέου τη διοίκηση, οι επιτόπιοι απεσταλμένοι του Πάπα θα ‘πρεπε να είναι πολυάριθμοι, ιδιαίτερα εκεί όπου υπήρχαν υποψίες για αιρετικούς˙ οι κοσμικοί υπάλληλοι θα ‘πρεπε επίσης να βοηθήσουν στον εντοπισμό των αιρετικών. Γιατί Καθαροί καθώς και άλλοι αιρετικοί εξακολουθούσαν ακόμη να υπάρχουν. Οι Βαλδένσιοι για παράδειγμα, επιβίωσαν σε απρόσιτες κοιλάδες των Άλπεων, το 1531 προσχώρησαν στη γαλλική Μεταρρύθμιση και σήμερα αποτελούν τη μικρή προτεσταντική Εκκλησία της Ιταλίας.


Διαφορετική στις μεθόδους…

Απ’ όσο μπορούμε να διαπιστώσουμε, ο όρος «Ιερά Εξέταση» εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1229 (inquisitio και/ή inquirere): μια ομάδα αναζήτησης αποτελούμενη από έναν ιερέα και τρεις λαϊκούς, αναλάμβανε να εντοπίζει αιρετικούς και να τους καταγγέλλει στην Εκκλησία. Από τα μέσα του 13ου αιώνα τον όρο αυτό τον συναντάμε συχνότερα, για παράδειγμα ως «Υπηρεσία της Ιεράς Εξέτασης». Ο Πάπας συνόψισε ήδη τις υπάρχουσες διατάξεις και το 1252 κήρυξε τα βασανιστήρια νόμιμα. Ωστόσο, τα βασανιστήρια δεν εφευρέθηκαν από την Ιερά Εξέταση˙ η κοσμική δικαιοδοσία τα είχε ήδη εφαρμόσει˙ το ρωμαϊκό δίκαιο επέτρεπε τα βασανιστήρια των σκλάβων˙ αντίθετα, οι ελεύθεροι ρωμαίοι πολίτες βασανίζονταν μόνο για εγκλήματα κατά της μεγαλειότητας. Οι πόλεις-κράτη της βόρειας Ιταλίας εφάρμοζαν τα βασανιστήρια από το 1220, και από τότε έφτασαν στη συνέχεια στην Ιερά Εξέταση. Ένας αιρετικός που καταδικάστηκε σε βασανιστήρια, βασανίστηκε από εκτελεστές των κοσμικών αρχών –παρουσία εκκλησιαστικών εκπροσώπων. Ο ιεροεξεταστής θα ‘πρεπε να προσέχει ιδιαίτερα, ώστε να μην υπάρχουν μόνιμες σωματικές βλάβες. Σήμερα γνωρίζουμε ότι υπήρξαν αδίστακτοι ιεροεξεταστές, αλλά και ήπιοι. Συνολικά, δε μπορεί να ειπωθεί με ακρίβεια, πόσο συχνά χρησιμοποιούνταν τα βασανιστήρια. Γιατί η οργή του πληθυσμού στρεφόταν πάντα ενάντια σε μεμονωμένους ιεροεξεταστές και τους βοηθούς τους και έκαιγε επίσης αρχεία της υπηρεσίας της Ιεράς Εξέτασης, έτσι που σήμερα μας λείπουν πηγές.

Τα βασανιστήρια θεωρούνταν πρόοδος επειδή στόχευαν στο να [αποσπάσουν] ομολογία, ενώ πριν δε μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος χωρίς ομολογία. Επιπλέον, τα μπουντρούμια, το κελί της απομόνωσης, οι εξαντλητικές ανακρίσεις, η στοχευμένη παραπληροφόρηση, αποτελούσαν συνηθισμένες πρακτικές. Ένα σημαντικό μέσο ήταν η θεμελιώδης εχεμύθεια των μαρτύρων και των καταθέσεών τους, έτσι που ο κατηγορούμενος συχνά πληροφορούνταν τον ακριβή λόγο της κατηγορίας μόνο μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας.

Το πώς εργαζόταν η Ιερά Εξέταση, πως –όσο το δυνατό σε όλη την επικράτεια- ήθελε να διατηρήσει μια «καθαρή» ενιαία Εκκλησία, αυτό το πληροφορούμαστε από τα εγχειρίδια, τα «ημερολόγια». Το πρώτο που έφτασε σε μας κυκλοφόρησε το 1240, στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλα, όλο και πιο εκτενή. Ο συντάκτης ενός πολύ γνωστού σήμερα εγχειριδίου παίζει έναν ρόλο στο μυθιστόρημα «Το Όνομα του Ρόδου», του Ουμπέρτο Έκο.

Οι τιμωρίες που επέβαλε η Ιερά Εξέταση ήταν ποικίλες: το να φορεί κανείς δημοσίως χλαμύδες, μπουντρούμι, κατάσχεση περιουσίας, όπου οι κοσμικές αρχές (για παράδειγμα και ο βασιλιάς), ο επίσκοπος και η Ιερά Εξέταση μοιραζόντουσαν τα περιουσιακά στοιχεία- και στη συνέχεια, για ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις: θάνατος με καύση για κείνους που δεν ήθελαν να αποκηρύξουν τις ιδέες τους.


… και στην έκταση

Η Ιερά Εξέταση απείχε πολύ από την αξίωσή της στο να εξαπλωθεί αρκετά: δεν το κατόρθωσε καν στην Ιταλία και στη νότια Γαλλία όπου είχε δικά της οικοδομήματα, φυλακές και ένοπλους βοηθούς˙ ακόμη λιγότερο δεν το κατόρθωσε σε απομακρυσμένες χώρες, καθώς και κατά τη διάρκεια αιώνων. Κατά κύριο λόγο, έστελνε τους ιεροεξεταστές και τους βοηθούς τους, κατά προτίμηση Δομινικανούς και μοναχούς Φραγκισκανούς εκεί όπου οι πιστοί αντιτίθονταν στο εκκλησιαστικό δόγμα, παρέλειπαν να τελούν λειτουργία και εξομολόγηση, δεν συμμορφώνονταν με τις μικρές ή τις μεγάλες κυρώσεις ή εκεί όπου φαινόταν ότι άλλαζε αρνητικά ο τρόπος ζωής τους ή ακόμη όταν υποστήριζαν αιρετικούς. Δυνατότητες παραπτωμάτων υπήρχαν πολλές. Με το να απαιτεί η Ιερά Εξέταση την κατάδοση, έσπερνε δυσπιστία και εχθρότητα, κυρίως, όμως, ανασφάλεια και φόβο. Μερικοί πιστοί κατηγορούσαν οι ίδιοι τον εαυτό τους για να προλάβουν καταγγελία από γείτονες ή συγγενείς, ελπίζοντας σε πιο ήπιες τιμωρίες.

Η επιθυμητή επιτυχία δεν εξαρτιόνταν, επομένως, μόνο από το ζήλο των ιεροεξεταστών και των βοηθών τους, αλλά και από το ζήλο του πληθυσμού˙ επιπλέον, από τους τοπικούς επισκόπους, οι οποίοι μερικές φορές θεωρούσαν την παπική Ιερά Εξέταση ανταγωνιστική, π.χ. στη μοιρασιά των κατασχεθέντων αγαθών. Επίσης, η σχέση με τους κοσμικούς εξουσιαστές δεν ήταν πάντα τόσο καλή. Ο ρωμαιο-γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β’, για παράδειγμα, εξέδωσε δικούς του νόμους για το βασίλειό του της Σικελίας (κατά το 1232) με τους οποίους περιόρισε την παπική δικαιοδοσία, κάτι που οδήγησε σε έντονες συγκρούσεις. Οι πόλεις-κράτη επίσης στη βόρεια Ιταλία, προσπαθούσαν διαρκώς να περιορίσουν τη δραστηριότητα των ιεροεξεταστών που διορίζονταν από τη Ρώμη –όχι επειδή θα ήταν πιο ανεκτικοί, αλλά γιατί ήθελαν οι ίδιοι να εκτελούν ένα μέρος της δικαιοδοσίας τους.


Εμπνευσμένη από το πρότυπο της ισπανικής Ιεράς Εξέτασης

Η ιστορική έρευνα θέτει την αρχή της νεότερης εποχής στη καμπή προς τον 16ο αιώνα. Το διάστημα αυτό, μεταξύ 1480 και 1530, η Ιερά Εξέταση στην Ισπανία έδρασε ιδιαίτερα σκληρά, ωθούμενη από το βασιλικό ζεύγος Ισαβέλλα και Φερδινάνδο. Όταν το 1492 έπεσε το τελευταίο μουσουλμανικό προπύργιο της Γρανάδας, το κράτος και η Εκκλησία ενδιαφέρθηκαν αρκετά για τη διασφάλιση της αφοσίωσης των υποτελών τους, ιδιαίτερα της εβραϊκής και της μουσουλμανικής μειονότητας. Στην αρχή χτυπήθηκαν κυρίως οι Εβραίοι, οι οποίοι όταν τέθηκαν μπροστά στην επιλογή, μερική μετανάστευσαν, ενώ οι περισσότεροι αλλαξοπίστησαν προς την χριστιανική πίστη και τώρα ελέγχονταν με ιδιαίτερη καχυποψία ως «νέοι χριστιανοί». Η Ιερά Εξέταση και τα τάγματα των Φραγκισκανών και των Δομινικανών προειδοποιούσαν για «μυστική εβραιοποίηση» και κατ’ αυτό τον τρόπο όξυναν το μίσος ενάντια στους Εβραίους, το οποίο αναπτυσσόταν διαρκώς σε πολλές χώρες της Ευρώπης από τα τέλη του 12ου αιώνα. Δε γνωρίζουμε πόσοι Εβραίοι «νέοι χριστιανοί» καταδικάστηκαν από την Ιερά Εξέταση. Οι αποφάσεις κυμαίνονταν από την απονομή χάριτος και ελαφριές τιμωρίες, συχνά πρόστιμα, μέχρι το θάνατο στη φωτιά.

Η ισπανική Ιερά Εξέταση εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό από τον βασιλικό οίκο. Ήταν αυστηρά δομημένη ιεραρχικά και εργαζόταν κατά κόμβους. Εκτός από τους «νέους χριστιανούς» καταδίκασε και «παλιούς χριστιανούς» απ’ όλες τις ομάδες του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένου ευγενών και υψηλών καθολικών αξιωματούχων.

Λίγο αργότερα ξεκίνησε ο διωγμός των μουσουλμάνων «νέων χριστιανών» όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και στην Πορτογαλία, η οποία μέχρι το 1580 ήταν ανεξάρτητο βασίλειο.

Οι δικαστικές διαδικασίες διέφεραν εν μέρει από αυτές του μεσαίωνα, για παράδειγμα, έπρεπε να είναι παρόντες νομομαθείς και εκπρόσωποι των επισκόπων. Σε περίπτωση που αυτοί έκριναν διαφορετικά, τότε ρωτιόνταν η κεντρική υπηρεσία. Στα βασανιστήρια ήταν παρόντες ένας πρακτικογράφος και ένας γιατρός. Η μυστικότητα των ονομάτων και των καταθέσεων των μαρτύρων παρέμεινε ως μεσαιωνικό στοιχείο.

Η «Autodafé» (Πράξη Πίστης) αποτελούσε το τέλος της δίκης, που με αυτό τον τρόπο υπήρχε μόνο στην Ισπανία: Σ’ έναν μεγάλο καθεδρικό ναό ή σε μια κεντρική πλατεία προσάγονταν αρκετοί κατάδικοι. Για τους προσκεκλημένους επισκέπτες κρατιούνταν ειδικές θέσεις. Υπό τους ψαλμούς εκκλησιαστικών χορωδιών, συνοδευόμενες από εκκλησιαστικούς αξιωματούχους, οι καταδικασθέντες εισέρχονταν σε μια πομπή. Φορούσαν μυτερά χάρτινα καπέλα (καπέλα αιρετικών),πάνω στα οποία ήταν γραμμένη η ετυμηγορία. Μια ήπια ετυμηγορία συνίστατο στην αποκήρυξη και στον όρκο πίστης, στο να φορέσει κανείς χλαμύδες και/ή σ’ ένα πρόστιμο. Για προφανή αίρεση και καταδειχθείσα μετάνοια, οι καταδικασθέντες έπρεπε να αποκηρύξουν επίσημα τις ιδέες τους, και τότε καταδικάζονταν σε σωματική τιμωρία, φυλάκιση ή χρονικά περιορισμένη υπηρεσία σε γαλέρα. Τα υπάρχοντά τους μπορούσαν επίσης να κατασχεθούν. Τους αμετανόητους και τους υπότροπους αιρετικούς τούς περίμενε ο θάνατος στη φωτιά. Εκείνους που μετανοούσαν λίγο πριν το θάνατο, τους έπνιγαν πριν από την καύση, τους άλλους τους έκαιγαν ζωντανούς. Αν ένας αιρετικός είχε ήδη πεθάνει, τότε τον ξέθαβαν και τα οστά του τα έκαιγαν σε επίσημη τελετή. Αιρετικοί που ήταν απόντες καίγονταν σε μια συμβολική πράξη.

Η Autodafé ήταν μια χρονοβόρα θεατρική παράσταση με πανηγυρικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα εξοπλισμένη ήταν η Autodafé το 1559 στην [πόλη] Βαγιαδολίδ, η οποία καταδίκασε τους προτεστάντες παρουσία του ισπανού ινφάντη Δον Κάρλος. Αυτή έδωσε την έμπνευση για το δράμα «Δον Κάρλος» που έγραψε ο Φρειδερίκος Σίλλερ.

Όταν ο Πάπας Παύλος Γ’ ίδρυσε την «Ιερά Σύνοδο της ρωμαϊκής Ιεράς Εξέτασης» τον Ιούλιο του 1542, εμπνεύστηκε από το πρότυπο της ισπανικής Ιεράς Εξέτασης, δεν υιοθέτησε, όμως, την επίσημη Autodafé. Στόχος του ήταν να κρατήσει μακριά από τη νότια Ευρώπη τον προτεσταντισμό, ο οποίος στο μεταξύ είχε εδραιωθεί σε μερικές χώρες της βόρειας Ευρώπης και στην Ελβετία. Ίδρυσε νέα τάγματα, μεταξύ άλλων, τους Ιησουίτες, καθώς και αδελφότητες λαϊκών που είχαν ως σκοπό να εδραιώσουν την πίστη των μελών της Εκκλησίας, δημιούργησε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Οι ιεροεξεταστές και οι βοηθοί τους, τα συμμετέχοντα τάγματα, υπάγονταν στην «Ιερά Σύνοδο», η οποία μπορούσε να αναλάβει οποιαδήποτε δίκη.

Έτσι, η «Ιερά Σύνοδος» δεν ήταν ουσιαστικά ένας νέος σχηματισμός, αλλά μια αποφασισθείσα μεταρρύθμιση της ήδη υπάρχουσας Ιεράς Εξέτασης. Νέα ήταν, όμως, η δυνατότητα για νομική παράσταση στην οποία είχε δικαίωμα ο κατηγορούμενος. Νέα ήταν επίσης η δημιουργία ενός «Καταλόγου», μιας λίστας απαγορευμένων γραπτών, όπως αυτή που υπήρχε ήδη στο Παρίσι και στο Λέουβεν. Σ’ αυτή τη λίστα βρίσκονταν, μεταξύ άλλων, τα γραπτά του Λούθηρου, του Έρασμου του Ρότερνταμ. Η λίστα ανανεωνόταν διαρκώς και καταργήθηκε επίσημα μόνο το 1965.

Η καταδίκη και η καύση του τσέχου θεολόγου Γιαν Χους, ο οποίος δίκαια θεωρείται πρόδρομος της Μεταρρύθμισης, συνέβη το 1415, δηλαδή πολύ πριν την ίδρυση της «Ιεράς Συνόδου». Οι εκκλησιαστικές και κοσμικές αρχές τον καταδίκασαν από κοινού, χωρίς όμως την παπική συμμετοχή, επειδή από τους τρεις υποψηφίους αυτής της υπηρεσίας δεν είχε ακόμη επικρατήσει κανείς εκείνη την περίοδο. Το 1521, έναν αιώνα αργότερα, ο Αυγουστίνος μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος, στάθηκε ενώπιον της Δίαιτας της Βορμς. Όπως ο Γιαν Χους, έτσι και ο Λούθηρος αρνήθηκε να ανακαλέσει τις θέσεις του και δεν ήταν πλέον ασφαλής για τη ζωή του. Ο ηγεμόνας όμως της Σαξονίας, Φρειδερίκος Γ’, τον προστάτεψε από τις συνέπειες του παπικού εγγράφου, το οποίο κήρυσσε τον Λούθηρο «εκτός νόμου». Η ρωμαιοκαθολική εξουσία δε μπορούσε, επομένως, να επέμβει παντού και πάντα.

Όμως, στόχος ήταν να δράσει αυστηρότερα και συνεπέστερα μέσα στη σφαίρα επιρροής της, και η ίδρυση της Ιεράς Συνόδου τον Ιούλιο του 1542, τέσσερα χρόνια πριν από το θάνατο του Λούθηρου, χρησίμευσε ως σημαντικό όργανο. Οι πιο γνωστές περιπτώσεις, για τις οποίες αποφάσισε η «Ιερά Σύνοδος», ήταν η καταδίκη του δομινικανού μοναχού Τζορντάνο Μπρούνο, ο οποίος μετά από οκταετή δίκη εκτελέστηκε με θάνατο στη φωτιά το έτος 1600. Ο Γαλιλαίος Γαλιλέι ανακάλεσε τις ιδέες του το 1633˙ η απόφαση ήταν μετάνοια και ισόβια κάθειρξη, η οποία μετατράπηκε τελικά σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Στην Ιταλία οι πόλεις-κράτη, κυρίως η Βενετία, έθεσαν όρια στην «Ιερά Σύνοδο». Αυτές διεξήγαγαν αυτόνομα ανακρίσεις και διατηρούσαν με τις προτεσταντικές χώρες εμπορικές σχέσεις, τις οποίες δεν ήθελαν να απαγορεύσει η Ρώμη.

Όπως και στο μεσαίωνα, η «Ιερά Σύνοδος» δίωκε τους ανθρώπους, οι οποίοι με λόγια και με έργα παρέκκλιναν από το δόγμα και τους κανόνες της Εκκλησίας. Από το 1600 υπήρχαν όλο και περισσότερες περιπτώσεις λαϊκής θρησκευτικότητας (για παράδειγμα η μαγεία), την οποία η Εκκλησία δεν ήθελε ή δε μπορούσε να ανεχθεί.


Από την εποχή του Διαφωτισμού

Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, η Ιερά Εξέταση έχασε παντού τη σπουδαιότητά της: Διανοούμενοι, ακόμη και θεολόγοι, ασκούσαν κριτική ανοιχτά ή καλυμμένα. Ο Διαφωτισμός προετοιμάστηκε, οι κοσμικοί ηγεμόνες απέκτησαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και σταδιακά έδωσαν τέλος στην Ιερά Εξέταση, για παράδειγμα η Μαρία Θηρεσία στο Μιλάνο το 1775. Ο Ναπολέων προσάρτησε το 1798 το παπικό κράτος. Το 1814, όμως, μετά τον τερματισμό της προσάρτησης, συστάθηκε εκεί ξανά η Ιερά Εξέταση, εντούτοις, δεν διέθετε πλέον κατασταλτικό μηχανισμό. Μπορούσε να επιβάλλει μόνο εσω-εκκλησιαστικές τιμωρίες και μετατράπηκε σε θεολογική σύμβουλος του Πάπα. Ανανέωσε την αξίωσή της να εκφέρει κρίση παγκοσμίως σε ζητήματα πίστης, να καταδικάζει και να αντικρούει ρεύματα και πεποιθήσεις που θεωρούσε επιβλαβή, όπως τον αθεϊσμό, τον κομμουνισμό. Η δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού (1962-65) επέκρινε έντονα την Ιερά εξέταση –κυρίως για την μυστικότητα των μαρτύρων και τις καταθέσεις τους- και αντικατέστησε τον χαρακτηρισμό «Ιερά Σύνοδος» με τον «Σύνοδος Πίστης» (Congregatio pro doctrina fidei). Το 1988 ο Πάπας όρισε τη νέα της αποστολή: «να ενισχύσει και να προστατεύσει το δόγμα της πίστης και των ηθών σ’ ολόκληρη την Καθολική Εκκλησία».

Ο γερμανός Καρδινάλιος Γιόζεφ Ράτσινγκερ (από το 2005 Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’) διεύθυνε τη Σύνοδο Πίστης από το 1981. Κατά τη διάρκεια της θητείας του η Καθολική Εκκλησία επέβαλε πειθαρχικά μέτρα ενάντια στον Λεονάρντο Μποφ, έναν από τους γνωστούς εκπροσώπους της «Θεολογίας της Απελευθέρωσης» στη νότια Αμερική. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ προέβη το έτος 2000 σε μια ομολογία ενοχής σχετικά με τη βία και τη μισαλλοδοξία της Ιεράς Εξέτασης.

Η ιστορική έρευνα εργάστηκε με τοπικά αρχεία και άλλα έγγραφα –μέχρι το άνοιγμα των κεντρικών αρχείων το 1998, επίσης κατά τη διάρκεια της θητείας του Ράτσινγκερ.

Θα χρειαστεί ακόμη πολύς χρόνος και προσπάθεια για να γίνει λεπτομερής επεξεργασία των αρχείων. Μέχρι στιγμής, μεμονωμένα ευρήματα αναφέρουν ότι μερικές αποφάσεις της Ιεράς Εξέτασης ήταν πιο ήπιες απ’ ό,τι οι κοσμικές, ότι ανακοπές μπορούσαν να οδηγήσουν και σε αθωωτική απόφαση κτλ. Όποια κι αν είναι τα στοιχεία που έχουν επεξεργαστεί –θα παραμείνει η τραυματισμένη συλλογική μνήμη, που εκφράζεται για παράδειγμα στη ζωγραφική του Γκόγια, στον «Δον Κάρλος» του Σίλλερ ή στον «Μεγάλο Ιεροεξεταστή» του Ντοστογιέφσκι.

Το γεγονός επίσης ότι οι προτεστάντες κυνήγησαν σκληρά τους αντιπάλους τους (ο Λούθηρος τον Τόμας Μύντσερ), δε μπορεί πραγματικά να απαλλάξει την Ιερά Εξέταση και την πρακτική της.

Το κυνήγι μαγισσών είναι μέρος μόνο της Ιεράς Εξέτασης, επειδή οι περισσότερες γυναίκες καταδικάστηκαν από κοσμικά δικαστήρια. Όμως η Ιερά Εξέταση και η Καθολική Εκκλησία ως σύνολο είχαν μεγάλο μερίδιο σ’ αυτά τα εγκλήματα κατά των γυναικών.


Σημείωση του μεταφραστή: Θεωρούμε αναγκαίο να κάνουμε μια διευκρίνιση για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό που δε γνωρίζει την πολιτική κατάσταση στη Γερμανία. Η πηγή από την οποία πήραμε το παρόν κείμενο -απ’ όπου φιλοδοξούμε να μεταφράσουμε και άλλα-, είναι η ιστοσελίδα της Κομμουνιστικής Πλατφόρμας του κόμματος Die Linke (Η Αριστερά). Πρόκειται για κομμουνιστές, που για δικούς τους λόγους αποφάσισαν να παραμείνουν σ’ αυτό το κόμμα και δεν έχουν καμιά σχέση με ρεφορμιστικές, πόσω μάλλον με σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις.


Πηγή: Mitteilungen der Kommunistischen Plattform (Die Linke), 05.07.2017

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.