Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Ηθελημένη απώλεια ελέγχου




Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη σημερινή γερμανική μυστική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (BND) που δρα στο εξωτερικό, στον πρόδρομό της, την «Οργάνωση Γκέλεν», που ιδρύθηκε από τον ναζιστή Ράινχαρτ Γκέλεν υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ, καθώς και στην εμπλοκή τής BND με την τρομοκρατική οργάνωση Stay-behind (ΠΓ).

του Wolf Wetzel

Όταν μια υπηρεσία πληροφοριών, η οποία ουσιαστικά υποτίθεται ότι λειτουργεί ως μυστική υπηρεσία στο εξωτερικό, καλύπτει τους εγκληματίες πολέμου επειδή οι συνεργάτες της στο «Τρίτο Ράιχ» δεν παραιτήθηκαν (μέχρι και την κατάρρευσή του), όταν είναι έτοιμη να δημιουργήσει στην ιδία χώρα έναν «παράνομο μηχανισμό», «για να καταπολεμήσει όλα τα στοιχεία που υποστηρίζουν μια φιλοσοβιετική πολιτική»[1], όταν «βλέπει σαν εχθρό του κράτους»[2] τον υπουργό Εξωτερικών της δικής της κυβέρνησης και διατηρεί χαφιέδες στο περιβάλλον της δικής της κυβέρνησης, σε διάφορα υπουργεία, στα κόμματα και στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, όταν εφοδιάζει «την μυστική υπηρεσία του κόμματος»[3] του κυβερνώντος κόμματος με φακέλους σχετικά με πολιτικούς ανταγωνιστές, τότε το σύστημα που βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά ονομάζεται «βαθύ κράτος». Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανίας, όμως, η αναφορά σ’ αυτό το ζήτημα συκοφαντείται κατ’ αρχή σαν «φαντασίωση συνωμοσίας» και όταν αυτή δεν μπορεί πλέον να διαψευστεί, δηλώνεται άγνοια.

Η μυστική υπηρεσία, για την οποία γίνεται εδώ λόγος, αυτο-ονομάζεται Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (BND) και δραστηριοποιείται, σύμφωνα τουλάχιστον με το νόμο, στο εξωτερικό. Ο πρόδρομός της δημιουργήθηκε ήδη το 1946 και έφερε την ονομασία «Οργάνωση Γκέλεν». Ο Ράινχαρτ Γκέλεν (Reinhard Gehlen) (1902–1979) ήταν υποστράτηγος της ναζιστικής Βέρμαχτ και Αρχηγός της Μυστικής Υπηρεσίας Στρατού «Τμήμα Ξένων Στρατιών Ανατολή». Λίγο πριν την ήττα του φασισμού παραδόθηκε και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στις ΗΠΑ. Προκύπτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο η «Οργάνωση Γκέλεν», ελεγχόμενη από τις αρχές κατοχής των ΗΠΑ, ήταν σε θέση το πρώην μέλος του ναζιστικού κόμματος (NSDAP) να έχει πρόσβαση σε μερικούς από τους πρώην συνεργάτες του της μυστικής υπηρεσίας πληροφοριών. Έτσι, δημιουργήθηκε «μια φαιά εστία συγκέντρωσης», όπως παραδέχτηκε ανοιχτά μια εμπιστευτική μελέτη της CIA το 1954. Στους συνεργάτες τής δυτικογερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών ανήκαν, μεταξύ άλλων: Ο Κλάους Μπάρμπι (Klaus Barbie), ο διαβόητος αρχηγός της Γκεστάπο στη Λυών, ο Αλόις Μπρούνερ (Alois Brunner), ένας κορυφαίος συνεργάτης του Άντολφ Άιχμαν (Adolf Eichmann), ο Φραντς Ράντεμαχερ (Franz Rademacher), επικεφαλής του λεγόμενου Τμήματος για τους Εβραίους στο υπουργείο Εξωτερικών, ο Βάλτερ Ράουφ (Walther Rauff), που το παρελθόν του συνδέεται με την χρήση των φορτηγών αυτοκινήτων [δηλητηριώδους] αερίου, καθώς και πολλών άλλων «πρώην» ναζί. Η νέα μυστική υπηρεσία, θα μπορούσε να ειπωθεί, αποτελούνταν από πυρήνες των ναζί. Την πλειοψηφία των πολιτικών υπευθύνων στη Δυτική Γερμανία στη δεκαετία του 1950, αυτό δεν την ένοιαζε. Η «Οργάνωση Γκέλεν» το 1956 προσχώρησε όλη στην νεοϊδρυθείσα BND. Και αρχηγός αυτής της μυστικής υπηρεσίας στο εξωτερικό έγινε ο Ράινχαρτ Γκέλεν.


Φασιστική ειδική δύναμη

Στη διάρκεια της θητείας της ξεκινά η ανάπτυξη και η καθοδήγηση μιας κρατικής τρομοκρατικής οργάνωσης με την ονομασία «Stay-behind» [Μείνε πίσω]. Υπό συνωμοτικές συνθήκες και με εξουδετέρωση όλων των δημοκρατικών σωμάτων ελέγχου στρατολογήθηκαν και εξοπλίστηκαν από τη δεκαετία του 1950 σε πολλά κράτη του ΝΑΤΟ νεοναζιστικές ομάδες υπό την καθοδήγηση της στρατιωτικής συμμαχίας. Στη Γερμανία η δουλειά αυτή ανατέθηκε στην «Οργάνωση Γκέλεν». Το πρόγραμμα Stay-behind που τέθηκε σε επίπεδο ΝΑΤΟ χρησίμευσε για την αποτροπή του «κόκκινου κινδύνου». Σε περίπτωση «σοβιετικής εισβολής», οι φασίστες ως μη-τακτικές μονάδες θα ‘πρεπε πίσω απ’ τις εχθρικές γραμμές να κάνουν αναγνώριση και να διεξάγουν σαμποταριστικές ενέργειες, από δω προήλθε και ο χαρακτηρισμός Stay-behind. Αποστολή τους ήταν επίσης η εξουδετέρωση «συνεργών» τους οποίους υποψιάζονταν, που έφθαναν μέχρι και σε αριστερούς κύκλους του SPD [Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας] καθώς και στο κίνημα ειρήνης. Η «Ημέρα-Χ», όμως, δεν έλαβε χώρα.

Όταν τις δεκαετίες του 1960 και 1970 αναπτύχθηκε το κίνημα ειρήνης και πανευρωπαϊκά μετατοπίστηκε προς τα αριστερά ο πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων, άλλαξε και η επιχειρησιακή αποστολή αυτού του κρατικού τρομοκρατικού δικτύου: Ο εχθρός στο εξής δεν εντοπιζόταν πλέον στο εξωτερικό, αλλά στο εσωτερικό. Τη θέση της Σοβιετικής Ένωσης πήραν αριστερά και κομμουνιστικά κόμματα καθώς και μαχητικές ομάδες έξω από το κοινοβουλευτικό φάσμα κομμάτων. Πολυάριθμες επιθέσεις σε αριστερά κέντρα και δολοφονίες αριστερών σε διάφορες χώρες, οι οποίες φυσικά δε μπόρεσαν ποτέ να διαλευκανθούν, αποδίδονται μάλλον στη μονάδα Stay-behind.

Ταυτόχρονα, οι υπεύθυνοι προσανατολίστηκαν σε μια «στρατηγική έντασης»: Τρομοκρατικά χτυπήματα, τα οποία από πρώτη ματιά φαίνονταν ότι γίνονται χωρίς διάκριση, ότι δεν έχουν νόημα (όπως το βομβιστικό χτύπημα στη Μπολόνια στις 2 Αυγούστου 1980 ή στο Πανηγύρι στο Μόναχο στις 26 Σεπτεμβρίου 1980), στόχο είχαν να δημιουργήσουν ένα κλίμα φόβου, στο οποίο ο πληθυσμός θα δεχόταν πρόθυμα περαιτέρω περιορισμούς στα δικαιώματα για ελευθερίες και προστασία, φθάνοντας μέχρι την κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης στο κράτος. Ταυτόχρονα, αυτές οι ολέθριες δολοφονικές απόπειρες αξιοποιήθηκαν για να ρίξουν την ευθύνη σε αριστερές ομάδες (στην Ιταλία οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, στη Γερμανία το Τμήμα Κόκκινου Στρατού [RAF]), ώστε να νομιμοποιηθούν επιπρόσθετα κατασταλτικά μέτρα ενάντια σ’ αυτές τις ένοπλες οργανώσεις. Στην ουσία επρόκειτο για την καταπολέμηση μαχητικών αριστερών ομάδων με πρόσθετη νόμιμη τρομοκρατία. Στην Ιταλία αυτή η σύνδεση νεοφασιστικών στελεχών, στρατιωτικών διοικήσεων και μυστικών υπηρεσιών ονομαζόταν «Γκλάντιο» [«Κοντό Ξίφος»]. Με αυτό τον τρόπο, το κράτος καθιέρωσε, παράλληλα με τον υπάρχων κατασταλτικό μηχανισμό, μια δομή, η οποία μπορούσε να επιχειρεί ανενόχλητη από τα δικαστήρια.

Το αδιανόητο γεγονός ότι μετά τη στρατιωτική ήττα του φασισμού κυβερνήσεις στην Ευρώπη και στρατιωτικές διοικήσεις του ΝΑΤΟ συνεργάζονταν με νεοφασιστικές ομάδες για περισσότερα από 30 χρόνια, ήταν ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Η διαλεύκανση παρεμποδίστηκε, εκεί όπου γινόταν: αρχεία εξαφανίστηκαν, αποδεικτικά στοιχεία καταστράφηκαν, μάρτυρες πέθαναν και άτομα πρόθυμα να καταθέσουν έβαλαν τέλος στη ζωή τους. Μέχρι σήμερα υπάρχει ο ισχυρισμός ότι κατά τα τρομοκρατικά χτυπήματα επρόκειτο για μεμονωμένους δράστες. Το ότι υπήρξε μια γερμανική μονάδα Stay-behind, αυτό, όμως, είναι επισήμως γνωστό τουλάχιστον από το 2013. Σε μια επερώτηση στο κοινοβούλιο του βουλευτή του κόμματος Η Αριστερά [Die Linke] Αντρέι Χούνκο (Andrej Hunko), ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης Έκαρτ φον Κλέντεν (Eckart von Klaeden) απάντησε: «Συνεπεία των παγκόσμιων πολιτικών αλλαγών η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών σε συμφωνία με τους συμμάχους εταίρους της, διέλυσε ολοκληρωτικά την Οργάνωση Stay-behind στα τέλη του τρίτου τριμήνου του 1991.»[4]


Δύσκολη μεταρρύθμιση

Τον τελευταίο καιρό η εφημερίδα Süddeutsche (SZ) γράφει αξιοσημείωτα συχνά σχετικά με την BND –κι αυτό ιδιαίτερα κριτικά. Χωρίς ωραιοποιήσεις γίνεται εκεί λόγος περί φασιστικής συνέχειας. Η BND ονομάζεται «αυτοκρατορία της σκιάς», στην οποία οι ναζί βρήκαν καταφύγιο, απασχόληση και προστασία και οι υπάλληλοί της δρουν «έξω από κάθε κοινοβουλευτικό έλεγχο». Σημειώνεται επίσης ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος της Υπηρεσίας Πληροφοριών μέχρι σήμερα αποτελεί ανέκδοτο και ότι είναι αναγκαία μια μεταρρύθμιση. Οι φωνές για μια τέτοια μεταρρύθμιση έγιναν ιδιαίτερα έντονες όταν η BND αρχικά το αρνήθηκε, στη συνέχεια είπε ψέματα και τελικά σιώπησε στην κατηγορία ότι αποτελεί μέρος του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA).

Μετά το «σκάνδαλο NSA» το 2013, το οποίο φρόντισε για κάποια δυσαρέσκεια και «συνταγματικές επιφυλάξεις», θέλησαν στο εξής να περιορίσουν τη μυστική υπηρεσία και να την βγάλουν από τη νομικά αρρύθμιστη ζώνη – έτσι ανέφεραν. Τον Οκτώβριο του 2016 ήρθε η μεταρρύθμιση - και μάλιστα πως! Αυτό που παλιότερα δεν απαγορευόταν ρητά, τώρα επιτράπηκε: «Εκείνη την Παρασκευή η Μπούντεσταγκ [γερμανική βουλή] ψήφισε τώρα τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση όλων των εποχών για την BND. Ο νόμος δίνει στην υπηρεσία νέους κανόνες. Κανόνες, οι οποίοι παρέχουν διαφάνεια και σαφήνεια, μιλούν με ενθουσιασμό [τα κόμματα] του μεγάλου συνασπισμού. Οι κριτικοί χλευάζουν: Το αντίθετο συμβαίνει, οι παλιές παραβιάσεις του νόμου στο μέλλον θα νομιμοποιούνται», αναφέρει σ’ ένα σχόλιό του [το περιοδικό] Σπήγκελ (Spiegel)[5]. Σε κάθε περίπτωση ένα πράγμα είναι σίγουρο: Οι περισσότερες από 6.000 θέσεις εργασίας στη BND σώθηκαν, οι υπάλληλοι μπορούν να κοιμούνται και πάλι ήσυχοι: «Η προηγούμενη νομική βάση, η οποία δεν απαγόρευε σχεδόν τίποτα, προκαλούσε ανασφάλεια στους υπαλλήλους της BND», ανέφερε ο τότε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου, Κλέμενς Μπίνινγκερ (Clemens Binninger / Χριστιανοδημοκρατική Ένωση / CDU).

Η εφημερίδα Süddeutsche φαινόταν αγανακτισμένη και επέμενε. Στην έκδοσή της τής 8ης Δεκεμβρίου 2017 έγραφε: «Ο έλεγχος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (BND) εξακολουθεί να εξελίσσεται πολύ δύσκολα παρ’ όλες τις μεταρρυθμίσεις. Μια νέα “ανεξάρτητη επιτροπή” η οποία ιδρύθηκε μόλις της άνοιξη, που αποτελείται από δυο ομοσπονδιακούς δικαστές και έναν ομοσπονδιακό εισαγγελέα, καταλήγει στην πρώτη μυστική της έκθεση σ’ ένα θλιβερό για τους υποστηρικτές των ελέγχων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών αποτέλεσμα.»[6] Όπως αναφέρει παραπέρα η εφημερίδα, η εντεταλμένη της προστασίας δεδομένων της Ομοσπονδίας, Αντρέα Φόσχοφ (Andrea Voßhoff), ήδη τον Σεπτέμβριο του 2016 είχε εγείρει βαριές κατηγορίες εναντίον της Υπηρεσίας Πληροφοριών του εξωτερικού και έγινε λόγος περί «συστηματικών παραβιάσεων του νόμου». Η BND «περιόρισε επανειλημμένα τον έλεγχό [της]. Ο ολοκληρωμένος αποτελεσματικός έλεγχος» δεν τής ήταν δυνατός. Το συμπέρασμα της εφημερίδας Süddeutsche: «Ουσιαστικά, η νέα επιτροπή έχει τις εμπειρίες που είχαν ήδη οι προηγούμενοι ελεγκτές. Αυτό που μπορεί να είναι πραγματικά σημαντικό, είναι ότι έχει λογοκριθεί από κάποιον. Πέρασαν τέσσερα χρόνια από τότε που ο Whistleblower [μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος] Έντουαρντ Σνόουντεν (Edward Snowden) αποκάλυψε τη μαζική κατασκοπεία της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA). Τότε προέκυψε ότι η BND και η NSA συνεργάστηκαν στενά και τελικά ήταν ξεκάθαρο ότι η BND μεταχειρίστηκε τους αλλοδαπούς ως εύκολη λεία και ότι τους κατασκόπευε έντονα. Ζητήθηκαν αυστηρότεροι νόμοι, δριμύτεροι έλεγχοι. Ψηφίστηκε ένας νέος νόμος για την BND. Έτσι δημιουργήθηκε η νέα ανεξάρτητη επιτροπή. Φαίνεται, όμως, ότι τα πράγματα έμειναν έτσι όπως ήταν πάντα.»


Το σχέδιο Γκέλεν

Ακόμη και σε ό,τι αφορά την ιστορία της BND, η εφημερίδα του Μονάχου παρέμεινε επικριτική. Κατά τη διάρκεια του έτους 2017 διέρρευσε στη συντακτική επιτροπή το μυστικό αρχείο του Ράινχαρτ Γκέλεν. Σε ένα ρεπορτάζ των Ούβε Ρίτσερ (Uwe Ritzer) και Βίλι Βίνκλερ (Willi Winkler) αναφέρεται: «Το παρελθόν έρχεται σε δυο κουτιά από χαρτόνι. Λεπτά ντοσιέ, μερικά (χάρτινα) ντοσιέ με ελάσματα, μια στοίβα χαρτιών γραμμένα με γραφομηχανή (…). 46 μεταλλικά κουτιά, σε λινούς σάκους ή κίτρινα κουτιά της Kodak, σε κάθε κουτί από ταινίες μια μπομπίνα με πολλά μέτρα λωρίδας σελουλόιντ (…). Περισσότερα από 100.000 ντοκουμέντα, καθαρά φωτογραφισμένα, αρχειοθετημένα συστηματικά σε σελουλόιντ, σφραγισμένα συχνά ως “απόρρητο” ή “άκρως απόρρητο”.»[7] Σχετικά με την προέλευση του υλικού η εφημερίδα Süddeutsche σιωπά, «διέρρευσαν από έμπιστη πηγή», γράφουν οι δυο δημοσιογράφοι. Αναφορικά με το περιεχόμενο υπάρχουν κάποια νέα στοιχεία στο υλικό, τίποτα όμως το εντυπωσιακό. Το αρχείο του Γκέλεν περιέχει τα βιογραφικά σημειώματα πολυάριθμων ναζί, οι οποίοι παράλληλα και με τον πρώην υποστράτηγο Γκέλεν κάνουν «δημοκρατική» καριέρα: [όπως] αυτόν του συγγραφέα και σχολιαστή των «Φυλετικών Νόμων της Νυρεμβέργης», κρατικού γραμματέα Χανς Γκλόμπκε (Hans Globke), το δεξί χέρι του Άντεναουερ (Adenauer). Πληροφορείται κανείς, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα καινούργιο, ότι η BND κατασκόπευε όλους εκείνους που θεωρούσε «αριστερούς», κάτι που την εποχή εκείνη περιλάμβανε και το SPD. Έτσι, παρακολουθούνταν επίσης ο πολιτικός επιστήμονας Βόλφγκανγκ Άμπεντροτ (Wolfgang Abendroth) επειδή είχε εκφραστεί ενάντια στον επανεξοπλισμό της Γερμανίας. Στη BND υπήρχε για αυτόν ένας φάκελος. Και η μυστική υπηρεσία διέθετε έναν χαφιέ «πολύ πάνω στην κορυφή του SPD», το διευθυντή πληροφοριών Φριτ Βέζεμαν (Fried Wesemann). Το ρεπορτάζ τελειώνει με τα λόγια του Γκέλεν, ο οποίος μέχρι την τελευταία στιγμή παρέμεινε αντικομουνιστής και ναζί: «Η απόφαση του Χίτλερ να εισβάλει στη Σοβιετική Ένωση ήταν στρατιωτικά και πολιτικά σωστή, μόνο ο τρόπος με τον οποίο έκανε την εκστρατεία ήταν λάθος.»[8]

Το υλικό από το προσωπικό αρχείο, που δημοσιεύτηκε σε πολλά άρθρα από την εφημερίδα Süddeutsche, δείχνει ότι η BND ανέπτυξε πραγματικά μια δική της «σκιώδη αυτοκρατορία», ότι, επομένως, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανίας υπάρχει μια μορφή «βαθέως κράτους». Δείχνει επίσης ότι όλα αυτά μέχρι σήμερα δεν ξεχάστηκαν, πόσω μάλλον δεν λύθηκαν. Θα ‘πρεπε κανείς να αναρωτηθεί: Γιατί το κοινοβούλιο και η κυβέρνηση τα επιτρέπουν; Γιατί ενισχύουν ακόμη αυτή την «σκιώδη αυτοκρατορία»; Τίθεται και μια άλλη ερώτηση: Γιατί διοχετεύεται ειδικά στην εφημερίδα Süddeutsche το ιδιωτικό αρχείο του Γκέλεν;

Όποιος γνωρίζει την ιστορία της BND και, φυσικά, την γνωρίζει και η εφημερίδα Süddeutsche, δεν εκπλήσσεται ότι στα ντοκουμέντα που προέρχονται από το ιδιωτικό αρχείο του Γκέλεν, δεν μπορεί να βρεθεί τίποτα για το δίκτυο «Stay-behind» που δημιουργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ή δεν πρόκειται απλά να ενημερώσει η εφημερίδα πάνω σ’ αυτό; Τελικά φαίνεται περισσότερο από απίθανο να μην αρχειοθέτησε τίποτα ο Γκέλεν σχετικά μ’ αυτό. Ακόμη κι αν είναι έτσι, γιατί η εφημερίδα Süddeutsche δεν αναφέρει τουλάχιστον ότι ο Γκέλεν ήταν ο ιδρυτικός πατέρας αυτού του κρατικού τρομοκρατικού δικτύου; Γιατί δεν γράφει ούτε μια λέξη;


Ένας ερασιτεχνικός σύλλογος;

Αν πρόκειται για άποψη της εφημερίδας από το Μόναχο, τότε [σύμφωνα μ’ αυτήν], τη BND δεν την ανέχτηκε κανένα κόμμα που αντιπροσωπεύεται στη Μπούντεσταγκ –εκτός από την Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU). Ο Χανς Λέιεντεκερ (Hans Leyendecker) γράφει στην έκδοση της 1ης Ιουνίου 2017: «Με περιφρόνηση, χλεύη και δυσπιστία αντέδρασε για πολλά χρόνια η πολιτική στις δραστηριότητες της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (…) Ο καγκελάριος της CDU, Λούντβιχ Έρχαρτ (Ludwig Erhard), απέπεμψε το επιτελείο σύνδεσης των μυστικών [πρακτόρων] από το χώρο της καγκελαρίας, επειδή δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση με “τέτοιους ανθρώπους”. Ο καγκελάριος του SPD, Χέλμουτ Σμιτ (Helmut Schmidt), ήταν σαρκαστικός για τον “ερασιτεχνικό σύλλογο”». Στη συνέχεια, τη δεκαετία του 1990 η BND, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης υπόθεσης πλουτωνίου, φέρεται να έχασε και «τους τελευταίους έμπιστούς της» από τις γραμμές των βαυαρών χριστιανοκοινωνιστών[9]

Αν όλα αυτά είναι σωστά, τότε παραμένει το ερώτημα, γιατί θα πρέπει η BND να είναι «ανεξέλεγκτη» όπως και πριν. Αν ήθελε το κοινοβούλιο, θα είχε την εξουσία σε χρόνο μηδέν: Θα ‘πρεπε απλά να ψηφιστεί ένας νόμος, ο οποίος θα υποχρέωνε τη BND να κάνει αυτό που τορπιλίζει μέχρι σήμερα. Ο λόγος περί ξεδοντιασμένου κοινοβουλίου, περί παραπλανημένων βουλευτών είναι κάτι περισσότερο από συγκάλυψη. Πρόκειται για ένα εσφαλμένα τιθέμενο ίχνος. Όποιος «παραπλανάται» 60 χρόνια από τη μυστική υπηρεσία, δεν είναι αδέξιος, αλλά νονός, συνέταιρος και συνένοχος.

Για την υπόθεση αυτή δεν υπάρχει καλύτερος μάρτυρας απ’ ό,τι ο Κλάους-Ντίτερ Φρίτσε (Klaus-Dieter Fritsche) (CSU). Ένας άνδρας, η «σταδιοδρομία» του οποίου μιλά από μόνη της: Από το 1996 έως το 2005 ήταν αναπληρωτής υπεύθυνος της μυστικής υπηρεσίας της Γερμανίας, που ονομάζεται Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ελέγχου Συνταγματικής Νομιμότητας (Verfassungsschutz). Για να διαλευκανθεί, πως κατά λάθος μπόρεσαν να καταστραφούν σημαντικά έγγραφα από πληροφοριοδότες προσκείμενους στην NSU[10], ρωτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2012 ως μάρτυρας από την επιτροπή έρευνας για την NSU της Μπούντσεσταγκ. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους που υπηρετούσαν στο δημόσιο της πρώην υπηρεσίας του, δεν εκφράστηκε απ’ αυτόν καθόλου λύπη και δεν υποκρίθηκε για κενά μνήμης. Πολύ περισσότερο, έκανε καθαρό, για ποιο λόγο η υπηρεσία ενήργησε έτσι και γιατί αυτό ήταν σωστό: «Δεν πρέπει να αποκαλύπτονται κρατικά μυστικά που υπονομεύουν την κυβερνητική δράση. Ούτε πρέπει να φθάσουμε σ’ αυτό το σημείο, όπου κάθε εχθρός του Συντάγματος και δράστης θα γνωρίζει στο τέλος επακριβώς πως εργάζονται επιχειρησιακά οι υπηρεσίες ασφαλείας και ποιοι πληροφοριοδότες και καλυμμένοι ανακριτές διορίζονται κατ’ εντολή του κράτους. Ισχύει η βασική αρχή “γνώση μόνο όταν είναι απαραίτητη”. Αυτό ισχύει μάλιστα και στο πλαίσιο της εκτελεστικής εξουσίας. Επομένως, αν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή μια κυβέρνηση ομόσπονδου κρατιδίου αποφασίσει στις περιπτώσεις που ανέφερα, ότι ένα έγγραφο δε μπορεί να υποβληθεί ή υποβάλλεται λογοκριμένο σ’ αυτή την επιτροπή, τότε δεν πρόκειται για έλλειψη συνεργασίας, αλλά ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Συντάγματός μας. Αυτό πρέπει να είναι προς το συμφέρον όλων μας.»[11]

Μετά τη δραστηριότητά του στην υπηρεσία πληροφοριών εσωτερικού (Γερμανία), ο Φρίτσε εργάστηκε από το 2005 μέχρι το 2009 ως συντονιστής μυστικής υπηρεσίας στην Ομοσπονδιακή Καγκελαρία. Από τον Δεκέμβριο του 2009 μέχρι το 2013 ήταν υφυπουργός στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εσωτερικών. Τον Ιανουάριο του 2014 προήχθη σε υφυπουργό της Ομοσπονδιακής Καγκελαρίας και σε επίτροπο για τις υπηρεσίες πληροφοριών της Γερμανίας. Έτσι, έγινε ανώτατος αξιωματούχος στον τομέα «Εσωτερική Ασφάλεια». Μια καριέρα όνειρο. Από αυτή τη θέση έδειξε επίσης στα τέλη του περασμένου έτους στα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου τα όριά της. Στην εφημερίδα Süddeutsche μπορούσε να διαβάσει κανείς, ότι είχε «προειδοποιήσει τους ελεγκτές της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου για απόλυτη εμπιστευτικότητα σε σχέση με την έκθεση της ανεξάρτητης Επιτροπής (…) Σε περίπτωση που η έκθεση έρθει στη δημοσιότητα, αυτό θα μπορούσε να έχει και ποινικές συνέπειες»[12]


Δεν υπάρχει απώλεια εμπιστοσύνης

Ο διαρκώς επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός περί απώλειας εμπιστοσύνης μεταξύ μυστικής υπηρεσίας και πολιτικής ηγεσίας, ουσιαστικά δεν υπάρχει. Διαφορετικά ο Κλάους-Ντίτερ Φρίτσε δε θα βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα. Στη πραγματικότητα, τα «κρατικά μυστικά» που αναφέρθηκαν απ’ αυτόν, όλα συνδέονται: τα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία συγκεντρώνονται γύρω τους. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τα «κρατικά μυστικά» στους τομείς ευθύνης της BND και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ελέγχου Συνταγματικής Νομιμότητας. Γιατί, ποιος θα ‘θελε στα σοβαρά ως κόμμα έτοιμο να κυβερνήσει, να ανοίξει το βαρέλι του «Stay-behind» και έτσι ενδεχομένως να επιβαρυνθεί ο ίδιος; Ποιος θέλει να αποκαλύψει τα «κρατικά μυστικά» στο πλαίσιο της σειράς τρομοκρατικών και δολοφονικών ενεργειών της NSU, οι οποίες στη συνέχεια δε θα επιβάρυναν μόνο την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ελέγχου Συνταγματικής Νομιμότητας, αλλά και όλους εκείνους που την καθοδηγούν πολιτικά και υπηρεσιακά-δικαιικά; Όταν, επομένως, η εφημερίδα Süddeutsche γράφει μόνο τη μισή αλήθεια για το τι σημαίνει «Γκέλεν», τότε παρ’ όλες τις αποκαλύψεις κάνει μεγάλη χάρη στις μυστικές υπηρεσίες. Και ακριβώς εδώ, στις μυστικές υπηρεσίες, μπορεί ασφαλώς να υποθέσει και την «εμπιστευτική πηγή», η οποία έκανε τόσο πλουσιοπάροχα δώρα στην εφημερίδα Süddeutsche.
______

Σημειώσεις

[1] Uwe Ritzer/Willi Winkler: «Jäger, Sammler, Vogelfreund. Blick ins Schattenreich des berüchtigten BND-Chefs Reinhard Gehlen», Süddeutsche Zeitung, 2.12.2017.

[2] Ό.π.

[3] «Kanzler Adenauer ließ Willy Brandt bespitzeln», Der Spiegel 15/2017.

[4] Stenografischer Bericht der 236. Bundestagssitzung vom 24.4.2013 (Plenarprotokoll 17/236, σ. 29.634), http://dip21.bundestag.de/dip21/btp/17/17236.

[5] Annett Meiritz: «Spionage-Affäre bequem abgeräumt», Spiegel online, 21.10.2016.

[6] Hans Leyendecker/Reiko Pinkert: «BND behindert Kontrollgremium bei der Arbeit», Süddeutsche Zeitung, 8.12.2017.

[7] Uwe Ritzer/Willi Winkler: «Jäger, Sammler, Vogelfreund, ..». Ό.π.

[8] Ό.π.

[9] Hans Leyendecker: «Ein Geheimdienst wie aus einem schlechten Agentenfilm», Süddeutsche Zeitung, 1.6.2017

[10] NSU (Nationalsozialistischer Untergrund / Εθνικοσοσιαλιστική Παρανομία). Πρόκειται για μια νεοναζιστική τρομοκρατική οργάνωση στη Γερμανία, που ιδρύθηκε κατά το 1999, η οποία μεταξύ 2000 και 2007 δολοφόνησε μετανάστες στη Γερμανία, μεταξύ αυτών και έναν Έλληνα. Παράλληλα διέπραξε βομβιστικές επιθέσεις και ένοπλες ληστείες. Στους υποστηρικτές της ανήκαν επίσης πληροφοριοδότες των κρατικών μυστικών υπηρεσιών και στελέχη ακροδεξιών / νεοναζιστικών κομμάτων. Αυτό το τρομοκρατικό δίκτυο χρηματοδοτήθηκε επίσης από τις ίδιες αυτές μυστικές υπηρεσίες. Το 2013 ξεκίνησε η δίκη αυτής της οργάνωσης, η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα. Λόγω, ακριβώς, της εμπλοκής των κρατικών μυστικών υπηρεσιών στη δράση της νεοναζιστικής οργάνωσης, θεωρείται βέβαιο ότι η υπόθεση δεν θα διαλευκανθεί. Στην Ελλάδα οι δημοσιογράφοι, παρά τη σοβαρότητα αυτής της υπόθεσης, δεν ξόδεψαν «μελάνι» για την ενημέρωση του κοινού. Η εξάρτηση της χώρας μας απ’ τον ιμπεριαλισμό εκφράζεται και σ’ αυτό το πεδίο (ΣτΜ).

[11] Hans Leyendecker/Reiko Pinkert. Ό.π.

[12] Ό.π.


Πηγή: junge Welle, 25.01.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.