Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Φασισμός και αντιφασισμός



Γεγονότα, αυταπάτες και τάσεις

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ομιλία την οποία έκανε ο συγγραφέας στη γερμανική πόλη Χάιντεναου, κοντά στη Δρέσδη, στις 24.01.2015, με την ευκαιρία της ημέρας μεταβίβασης της εξουσίας (30.01.1933) στο ναζιστικό κόμμα (NSDAP). Ο Μάνφρεντ Βάϊσμπεκερ (Manfred Weißbecker) αποτελεί έναν από τους μαρξιστές ιστορικούς της γενιάς εκείνης, που έπαιξαν τεράστιο ρόλο στη μελέτη και έρευνα του γερμανικού φασισμού (και όχι μόνο). Μελλοντικά, ευελπιστούμε να μεταφράσουμε αρκετά ακόμη από τα κείμενά του (ΠΓ).

του Manfred Weißbecker

Είναι η αδιάκοπα αναγκαία υπενθύμιση της 30ης Ιανουαρίου 1933 αυτή που έδωσε την αφορμή για τη σημερινή εκδήλωση. Με ευγνωμοσύνη δέχτηκα την πρόσκληση να μπορέσω να παρουσιάσω εδώ τις σκέψεις, που ισχύουν για τον ιστορικό τόπο εγκαθίδρυσης του χιτλερο-φασιστικού καθεστώτος καθώς και θεωρητικών πλευρών που αφορούν στο φασισμό, αλλά και πολύ διαφορετικών ερμηνειών που υπάρχουν στις γραμμές των αντιφασιστριών και αντιφασιστών.

Όποιος σήμερα ασχολείται μ’ αυτό το θέμα, ειδικά μάλιστα στις αρχές του 2015, βρίσκεται ασφαλώς υπό την επίδραση της ιστορικο-πολιτικής επικράτησης του θέματος «Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος» των τελευταίων μηνών. Βρίσκεται, όμως, μπροστά και στα ανησυχητικά ερωτήματα: Που μπορούν να οδηγήσουν τα νέα κινήματα με βάση το πρότυπο Pegida[1]; Και πως –σ’ αυτό επίσης το ιδιαίτερα επίκαιρο πλαίσιο- θα εξεταστεί και/ή θα διατυπωθεί πιο σωστά το επόμενο διάστημα η 70η επέτειος της 8ης Μαΐου 1945: θα κακοποιηθεί;

Το θέμα είναι εκτενές, ο χρόνος περιορισμένος, η ανάγκη σας για συζήτηση ασφαλώς πολύ μεγάλη. Γι’ αυτό ας μου επιτραπεί να αναφερθώ μόνο σε πέντε πεδία προβληματισμού, κυρίως με τη μορφή θέσεων και μερικές φορές επίσης λίγο καυστικά.

Θέλω να εξετάσω:

1. Φαινόμενα συνέχειας στο δρόμο προς την 30η Ιανουαρίου 1933, 

2. μερικά από τα πιο σημαντικά επίμαχα ζητήματα που αφορούν στις θεωρίες για το φασισμό,

3. το δύσκολο θέμα: «μαζική οπαδοποίηση» των ναζί,

4. τον κεντρικό ρόλο της σχέσης καπιταλισμού-φασισμού και, τέλος,

5. να σταθώ σε μερικά συμπεράσματα για τον σημερινό αντιφασισμό.

Θα ξεκινήσω μ’ ένα μικρό επεισόδιο: ειδικά στις 30 Ιανουαρίου 1933, πραγματοποιήθηκε στο Αμβούργο μια οπερέτα για τον Όφενμπαχ, η οποία σαν τέτοια ήταν αθώα. Ο τίτλος της: «Οι ληστές». Το φινάλε της: Ένας πρίγκιπας που φέρεται να έχει ληστευθεί, απονέμει χάρη στους ληστές και στο τέλος τους διορίζει, φιλικά, αστυνομικούς της χώρας του. Μια σύμπτωση, ασφαλώς, συμβολικής ισχύος, που όμως βρίσκεται μακριά από την ιστορική σημαντικότητα. Αυτό που συνέβη εκείνη τη μέρα πριν από 82 χρόνια στην πολιτική σκηνή του Βερολίνου, ο Φραντς φον Πάπεν –τον Ιανουάριο του 1933 ήταν μαζί με τον Χίντενμπουργκ η κεντρική φιγούρα στο παζάρι για την καγκελαρία του Χίτλερ- την ονόμασε μια «μεγάλη» λύση: Η δημοκρατία έκανε τους χειρότερους αντιπάλους της εξουσιαστές. Και αυτό ήταν τόσο μεγάλο και ολέθριο, που η ημερομηνία αυτή χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη των συγχρόνων και στις επόμενες γενιές. Μέχρι σήμερα εξακολουθούμε να αισθανόμαστε τα άσχημα επακόλουθα και τις πρόσφατες τερατογενέσεις.

Είναι κατανοητό ότι τα ερωτήματα δεν παύουν να υπάρχουν, για το τι οδήγησε προς τα εκεί. Το Τρίτο Ράιχ, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η ρατσιστική γενοκτονία των Εβραίων, των Σλάβων, των Σίντι, των Ρομά κτλ, δε μπορούν να αποσυνδεθούν από το τι συνέβη πριν από αυτά. Κάθε απολυτοποιημένος διαχωρισμός στο υποτιθέμενα «καλό» που υπήρχε πριν και στο «κακό» που συνέβη μετά, δε μπορεί να χαρακτηριστεί παρά ως ανιστόρητος. Αποφασιστικής σημασίας –ακόμη και για μια στρατηγική αντιφασιστικής επίδρασης- παραμένουν τα ερωτήματα για το πώς μπόρεσαν να συμβούν, ποια βήματα έκαναν οι Γερμανοί πότε και πως μέχρι την 30η Ιανουαρίου 1933, σε τι συνίστατο η μακροπρόθεσμα αποτελεσματική συνέχεια που μαρτυρούσε τις ρίζες, οι οποίες φθάνουν από τα βάθη της γερμανικής ιστορίας, σε τι συνίστανται επίσης οι εξίσου σημαντικοί μεσοπρόθεσμα και άμεσα δρώντες παράγοντες.
Αυτά οδηγούν στο πρώτο πεδίο προβληματισμού:


1. Φαινόμενα συνέχειας στο δρόμο προς την 30η Ιανουαρίου 1933

Κάποια εξήγηση μπορεί να βρεθεί κοιτάζοντας στα βάθη της γερμανικής ιστορίας. Παρ’ όλες τις αλλαγές που έγιναν από το 1914 και/ή το 1918: Η συνέχεια επέδρασε από την περίοδο του Ράιχ του κάιζερ που προέκυψε αργά, και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από την πάλη της αυτοκρατορίας για μια γερμανική «θέση στον ήλιο» καθώς και για μια αυτοκρατορία, τα σύνορα της οποίας δεν θα περιορίζονταν μόνο από τους ποταμούς Μεύση [Γαλλία] και Μέμελ [Λευκορωσία-Λιθουανία], απ’ τον ποταμό Αδίγη [Ιταλία] μέχρι τον [πορθμό] Μπελτ [Δανία], αλλά θα πήγαιναν πέρα από αυτά. Ο πόλεμος χάθηκε μεν, οι συντηρητικές ελίτ όμως του βιομηχανικού και χρηματιστικού κεφαλαίου, οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι στρατιωτικοί δεν ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν τους πολεμικούς στόχους τους. Προς το συμφέρον τους διαδόθηκαν εθνικιστικά και λαϊκιστικά-ρατσιστικά συνθήματα κάθε είδους, τα οποία στρέφονταν ενάντια στην «ταπεινωτική ειρήνη των Βερσαλλιών» καθώς και ενάντια στον «εβραιο-μπολσεβίκικο κίνδυνο». Αιτήματα που προβλήθηκαν ιδιαίτερα για μια αναθεώρηση των αποτελεσμάτων του πολέμου πήγαιναν χέρι-χέρι με την αξίωση, να εξαλειφθούν όσο ήταν δυνατό και αναγκαίο και οι κοινοβουλευτικές-δημοκρατικές σχέσεις που κατακτήθηκαν στην επανάσταση του Νοέμβρη. Χωρίς σχεδόν να βρουν κάποιο εμπόδιο από τους εκπροσώπους της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οι ναζί ούρλιαζαν «Γερμανία ξύπνα!», και καθένας μπορούσε ν’ ακούσει: «Εβραίε ψόφησε!»˙ έτσι, η υστερόβουλη στάση για κατάκτηση της εξουσίας εντάσσονταν στη βολικά-δικαιολογούμενη παραίσθηση.

Ήδη, τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας είχε ανοίξει ο δρόμος εκείνος που θα οδηγούσε στο επονείδιστο τέλος. Από τότε άρχισαν οι απόπειρες ενάντια σ’ εκείνη την κοινοβουλευτική δημοκρατία, στην οποία σε επαναστατική περίοδο μπήκαν σε εφαρμογή πολλές διατάξεις του Συντάγματος˙ οι τελευταίες, παρεμπιπτόντως, ενάντια στην έντονη αντίσταση του συντηρητικού-προτεσταντικού Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, του Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος καθώς και μιας σειράς πολιτικών του καθολικού Κόμματος (του) Κέντρου, όλα αυτά που σήμερα χαρακτηρίζονται συχνά ως «κόμματα του κέντρου». Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν τυχαίο που κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και της εξέλιξης του πραξικοπήματος του Καπ τον Μάρτιο του 1920, έκανε την εμφάνισή του ένα νέο πολιτικό ρεύμα: Για πρώτη φορά εμφανίστηκαν επίσης εκεί φασιστικές οργανώσεις και πολιτικοί, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό υποστηρίχθηκαν από αξιωματικούς της Ράιχσβερ[2], που μεταξύ άλλων υποστήριξαν στο Μόναχο, όπως είναι γνωστό, έναν πληροφοριοδότη που ονομαζόταν Χίτλερ. Συντηρητικές-εθνικιστικές και εθνικές-φιλελεύθερες δυνάμεις άφησαν με ευχαρίστηση τους ναζί να προχωρήσουν με τα αιτήματα και τις επιθυμίες τους ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως, υποστηρίχθηκε ο τρόπος που γενικές αντιδραστικές αντιλήψεις τους στράφηκαν στα άκρα, και χαίρονταν για τον τρόπο που οι ναζί απέφευγαν τις συνθήκες στην εξωτερική πολιτική που οφείλονταν στην τακτικίστικη προσοχή των κυβερνώντων. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις των γερμανο-λαϊκίστικων και σύντομα των εθνικοσοσιαλιστικών δυνάμεων, η πολιτική θα ‘πρεπε μελλοντικά να στοχεύει κατά κύριο λόγο σε μια τρομοκρατική-προληπτική εκμηδένιση του οργανωμένου εργατικού κινήματος καθώς και σε μια δημαγωγική-σοβινιστική υποταγή των μαζών. Αυτό για το οποίο προφασιζόταν ότι θέλει να παλέψει το ναζιστικό κόμμα (NSDAP), βρισκόταν και στους επιθυμητούς καταλόγους άλλων: Έτσι για παράδειγμα, ο πρόεδρος του Συνδέσμου του Ράιχ της Γερμανικής Βιομηχανίας (RDI), που είχε ιδιαίτερη επιρροή, ο Καρλ Ντούισμπεργκ, κόμπαζε ότι «δεν πρέπει να γίνει μισή δουλειά, πρέπει να είναι ολοκληρωμένη. Οι συμβιβασμοί δεν βοηθούν πλέον. Πρόκειται για θέμα αρχής, πρόκειται για ολόκληρο το σύστημα.» Ας θυμηθούμε: Οι ναζί συμφωνούν: «Όλα ή τίποτα!» Και το ότι σ’ αυτούς η «Μεγάλη Γερμανία» και/ή ο «ζωτικός χώρος» βρισκόταν στο πρόγραμμά τους, αυτό μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με το ότι ο RDI στα δημοσιεύματά του από τον Οκτώβριο του 1929, δηλαδή πριν τη «Μαύρη Παρασκευή» της Νέας Υόρκης, απαιτούσε από τη γερμανική κυβέρνηση να δημιουργήσει έναν «οικονομικό χώρο μεγάλης κλίμακας», επειδή μόνο έτσι –παραθέτω και πάλι- «μπορούν ενδεχομένως να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές κρίσεις και οι κοινωνικές ταραχές.» Σ’ αυτή την επιδίωξη για εξουσία και κέρδος –θα μπορούσε να πει επίσης κανείς: στα οικονομικά ορθολογικά σχέδια δράσης των επιχειρηματιών- βλέπω το γενικά αποτελεσματικό, καπιταλιστικό έδαφος που θρέφει τη φασιστική ιδεολογία, τη φασιστική πολιτική και τη φασιστική διεξαγωγή πολέμου.

Επιπλέον, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μπορούν να παρατηρηθούν δραστικοί παράγοντες, κυρίως στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, καθώς και στους τελευταίους/ες μήνες και βδομάδες πριν την 30η Ιανουαρίου 1933. Ένας παράγοντας βρισκόταν –ασφαλώς, μεταξύ πολλών άλλων, αλλά ιδιαίτερα σημαντικός- στην πολλαπλή άμεση ή έμμεση υποστήριξη και ενίσχυση του ναζιστικού κόμματος από τους μεγαλοβιομήχανους, τους μεγαλογαιοκτήμονες, τους στρατηγούς της Ράιχσβερ, τους ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους και τους ηγέτες των αστικών κομμάτων. Παραδείγματα για την ολέθρια συνεργασία των συντηρητικών-γερμανοεθνικών και λαϊκίστικων-δεξιών εξτρεμιστικών δυνάμεων μπορούν να βρεθούν σε αφθονία. Θέλω να αναφέρω μερικά, επί τη ευκαιρία, και με τη βεβαιότητα ότι καθένας θα σκεφτεί κι αυτός εύκολα [κάποια] από την επικαιρότητα. Όλα έγιναν την εποχή εκείνη σύμφωνα με το μοντέλο που προμήθευσε το Λαϊκό Δικαστήριο του Μονάχου[3] το 1924: Όπως είναι γνωστό για τον πραξικοπηματία επί εσχάτη προδοσία Χίτλερ, εκδόθηκε μια δικαστική απόφαση, στην οποία ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις δεν λήφθηκε καμιά ποινή. Στη συνέχεια, το 1929, ακολούθησε η συνεργασία με το ναζιστικό κόμμα, η οποία είχε μηχανευτεί από τους Γερμανούς Εθνικιστές και στρεφόταν ενάντια στο Σχέδιο Young[4], κάνοντας το ναζιστικό κόμμα κοινωνικά αποδεκτό, βοηθώντας το γρήγορα να βγει έξω από το προορισμένο status ενός «νεώτερου συνεργάτη». Μπορεί να σκεφτεί κανείς, τέλος, το σχέδιο [Konzept] με τις λέξεις-κλειδιά «πλαισίωση» και «τιθάσευση», το οποίο πέρασε στην ιστορία της δεξιάς-συντηρητικής-εθνικοσοσιαλιστικής πολιτικής συμμαχιών. Ιδιαίτερα αυτή η ανοχή καθώς και η υποστήριξη των σοβινιστικών και ρατσιστικών απαιτήσεων, όπως επίσης η προσπάθεια αυτές να νομιμοποιηθούν και –ανάλογα με τις δυνατότητες και τις αξιώσεις- να οργανοποιηθούν για ιδίους σκοπούς, ανέδειξαν το λαϊκίστικο (völkisch), φαιό περιθώριο της κοινωνίας σε βαθμίδα κανονικότητας. Η θεμελιώδης εχθρότητα προς τη δημοκρατία και το καθημερινό-πολιτικό κέρδος αναδείχτηκαν σε ανώτατη πολιτική αρχή˙ αξίες που προπαγανδίστηκαν επιπόλαια, οι οποίες όμως υπηρετούσαν [συγκεκριμένους] σκοπούς, πετάχτηκαν στο σωρό.

Ό,τι κι αν έκαναν οι καγκελάριοι για επιείκεια του Χίντενμπουργκ –Μπρύνινγκ, Πάπεν και Σλάιχερ-, προκαλούσε την ενίσχυση του ναζιστικού κόμματος. Ακόμη και εκεί, όταν σε ορισμένες περιπτώσεις τα ιδία συμφέροντα έκαναν ώστε να λέγονται κουβέντες ενάντια στις φαιές τρομοκρατικές ενέργειες, ή ξεστομίζονταν ακόμη και απαγορεύσεις –παρέμειναν πάντα ανοιχτές οι πίσω πόρτες. Ποτέ δεν κόπηκε το νήμα της συζήτησης, με τη βοήθεια του οποίου έγινε πάλη για κοινές θέσεις ενάντια στο εργατικό κίνημα.

Αυτό που συνέβη λίγο πριν την 30η Ιανουαρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί απλά σαν φρύγανα αποτελούμενα από υπεκφυγές και μηχανορραφίες. Το αργότερο στις πρώτες βδομάδες του Ιανουαρίου του 1933, είχε καθοριστεί η μελλοντική εξέλιξη. Αυτό που ξεκίνησε την τέταρτη ημέρα του νέου έτους στο σπίτι του τραπεζίτη Κουρτ φον Σρέντερ, συνεχίστηκε γρήγορα και οδήγησε σε νέες επιθέσεις των κύκλων των μεγαλογαιοκτημόνων και μεγαλοβιομήχανων ενάντια στον Σλάιχερ. Ο Χίτλερ διατύπωσε τη βασική τους αντίληψη: «Ο μαρξισμός πρέπει να χτυπηθεί». Στις πυρετώδεις συσκέψεις που διεξήχθησαν και στις συναντήσεις, επρόκειτο μόνο για το ζήτημα τού πως θα είναι μια νέα κυβέρνηση και πως θα μπορούσε να δημιουργηθεί. Υπό την πίεση πολλών, αν και, ασφαλώς, όχι όλων των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών της χώρας, όλο το ζήτημα οδηγούσε σε μια επανάληψη του «Μετώπου του Χάρτσμπουργκ» σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο, ακόμη κι αν οι δυο εταίροι δεν ήθελαν να το θυμούνται, μετά όμως από τον Οκτώβριο του 1931 έγινε ανοιχτή σκληρή αντιπαράθεση. Στη πάλη για την καγκελαρία συμμετείχαν επίσης πολιτικοί του Κόμματος (του) Κέντρου και του Βαυαρικού Λαϊκού Κόμματος. Και αυτοί διαπραγματεύονταν με τους ναζί για μια ουσιαστικά μαυρο-φαιά συμμαχία που θεωρούνταν πιθανή. Εντούτοις, στο τέλος έχασαν, κάτι που όμως δεν εμπόδισε καθόλου την καθολική «Εφημερίδα Κρόϊτς» να ζητωκραυγάσει για την «μεγάλη λύση» που επιτεύχθηκε στις 30 Ιανουαρίου σχετικά με τα αστικά κρισιακά προβλήματα. «Ποια καλύτερη κυβέρνηση [από αυτή] θα επιθυμούσε ένας λαός στη θέση μας και να μπορούσε να τη βρει;». Παρεμπιπτόντως: Δε μου είναι γνωστό, το διάδοχο κόμμα της Δυτικής Γερμανίας να τα «επεξεργάστηκε» ποτέ αυτά ή ακόμη να έχει ζητήσει συγγνώμη…

Το που οδήγησε εκείνη η ημέρα, η οποία χάρισε στους Γερμανούς μια «κυβέρνηση εθνικής συγκέντρωσης» που διευθύνονταν από τον Χίτλερ, αυτό είναι γνωστό: Προέκυψε μια τρομοκρατική-ρατσιστική δικτατορία χωρίς προηγούμενο, που στρεφόταν ενάντια σε όλους εκείνους που σκέφτονταν διαφορετικά, ενάντια σε όλους τους ανθρώπους διαφορετικής προέλευσης ή χρώματος δέρματος, ενάντια σε άλλους λαούς οι οποίοι προορίζονταν στο σχεδιαζόμενο Μεγάλο Γερμανικό Ράιχ για διωγμούς ή για δολοφονίες, στην καλύτερη περίπτωση να υπάρχουν ως εκμεταλλευόμενοι σκλάβοι για δουλειά. Τα μεγάλα εγκλήματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η γενοκτονία των ευρωπαίων Εβραίων σημαδεύουν ένα, αν όχι το πιο απόλυτο χαμηλότερο σημείο του «αιώνα των άκρων». Στην αρνητική κρίση των λαών και σ’ αυτή των ιστοριογράφων, υπάρχει μια σχεδόν ομοφωνία ως προς τον φασισμό που βρισκόταν στην εξουσία. Ευρεία συμφωνία υπάρχει ως προς την απόρριψη όλων των προσπαθειών να δικαιολογήσουν ουσιαστικά οι παλιοί και οι νέοι ναζί μια τέτοια κυριαρχία ή ακόμη και να επιδιώξουν την ανανέωσή της –με ορισμένες βέβαια εξαιρέσεις.

Αυτό που προηγήθηκε την 30η Ιανουαρίου 1933 είναι αρκετά γνωστό. Όλα φαίνεται να έχουν ήδη ερευνηθεί και παρουσιαστεί πολλές φορές. Νέες πηγές μόλις που θα βγάλουν καινούργια συμπεράσματα. Αντίθετα, οι απόψεις διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό σε ό,τι αφορά τις αιτίες της γένεσης, της ανόδου και του χαρακτήρα του φασισμού. Υπάρχει έντονη αντιπαράθεση σχετικά με το πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό και για το ποια θέση καταλαμβάνει ο φασισμός στην Ιστορία.

Έτσι φθάνω στο δεύτερο σημείο:


2. Επίμαχα ζητήματα θεωρίας που αφορούν στο φασισμό

Ο αριθμός των εξηγήσεων και ερμηνειών είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Το ίδιο και τα επίμαχα σημεία. Μερικές συζητήσεις φαίνεται να στριφογυρίζουν καθαρά ατελείωτα γύρω απ’ τον εαυτό τους και, έτσι όπως διεξάγονται απ’ τους αριστερούς, μάλλον επιβαρύνουν παρά βοηθούν στο να ξεκαθαριστεί το πρόσωπο ενός αντιφασισμού του 21ου αιώνα. Σε κάθε περίπτωση, λεπτομερώς –σχεδόν όλες οι αντιπαραθέσεις θίγουν ζητήματα, που η διαφορετική απάντησή τους κάθε φορά, δε μπορεί να μείνει χωρίς συνέπειες για τον καθορισμό αυτού, που οι αντιφασίστες θα έπρεπε να είχαν προσέξει και/ή πρέπει να προσέξουν στην εποχή μας. Είναι βέβαιο: Χωρίς θεωρία για το φασισμό δε μπορούσε –προσθέτω- δε μπορεί να υπάρξει αντιφασισμός, δε μπορεί ο φασισμός ούτε να αποτραπεί ούτε να υπερνικηθεί. Και μόνο το γεγονός ότι υπάρχει μια πληθώρα θεωρητικών ερμηνειών για το φασισμό, απαιτεί συλλογισμό και για τους διάφορους αντιφασισμούς, καθώς και για την αναγκαία σύμπραξή τους. Η ανάγκη για διαφώτιση αρχίζει ήδη εκεί, όπου πρέπει να γίνει διαφοροποίηση μεταξύ φασισμού, πρώτο, ως ιδεολογία, δεύτερο, ως κίνημα και κόμμα και τρίτο, ως μορφή κυριαρχίας.

Είναι καθαρό ότι κανένα πολιτικό κίνημα ή Οργάνωση δε πρέπει να συρρικνώνεται στην ιδεολογία του/της. Καθαρά πρέπει να είναι επίσης όλα εκείνα που αφορούν στο φασισμό όταν αυτός βρίσκεται στην εξουσία.

Κατά την άποψή μου, στη σημερινή εποχή κορυφώνεται η αναζήτηση για μια θεωρία ερμηνείας του φασισμού στα ζητήματα εκείνα, τα οποία τίθενται διαρκώς σε σχέση με την 30η Ιανουαρίου 1933:

Πως μπόρεσαν να προκύψουν φασιστικά κινήματα, πως αναπτύχθηκαν ή ακόμη και νίκησαν; Ποιο ρόλο έπαιξαν εδώ οι κυρίαρχες ελίτ, ποια ήταν τα διάφορα ρεύματα και οι ομάδες τους; Ποιος είχε συμφέρον για την καταστροφή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οποία περατώθηκε από ένα κόμμα που το ίδιο παρουσιαζόταν με την καμουφλαρισμένη «εργοστασιακή πινακίδα» εθνικοσοσιαλισμός;

● Μπορούσε το ναζιστικό κόμμα (NSDAP) να ανέλθει χάρη στη συμμαχία του με τα συντηρητικά κόμματα και να έρθει με επιτυχία στην εξουσία ή «κατάκτησε» την εξουσία με δικές του δυνάμεις;

● Οι προσπάθειες για κυριαρχία μέσω αυταρχικών προεδρικών καθεστώτων πρέπει να αξιολογηθούν ως χρονικό διάστημα προετοιμασίας της 30ης Ιανουαρίου 1933 ή και ως αποτυχημένη υπεράσπιση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης;

● Απέτυχε η Βαϊμάρη, όπως συχνά υποστηρίζεται, τόσο στην [αντιμετώπιση] του δεξιού όσο και του αριστερού «εξτρεμισμού»;

● Ποια θέση κατέχει η οικονομική στήριξη του ναζιστικού κόμματος από τους μεγαλοβιομήχανους, τους μεγαλογαιοκτήμονες, τους στρατιωτικούς και την κρατική γραφειοκρατία στην γενικά υπαρκτή και, στο τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αναπτυχθείσα επιρροή τους στη πολιτική των αστικών κομμάτων;

● Υποστηρίχθηκε και εκλέχθηκε το ναζιστικό κόμμα από τις μάζες; Υλοποίησε ο Χίτλερ την εθνικιστική-ρατσιστική λαϊκή βούληση; Δεν ήταν ο φασισμός τίποτα άλλο παρά μια συμφωνία μεταξύ όχλου και ελίτ; Έτσι πιστεύει π.χ. ο Γκετς Άλυ[5], ότι οι «μικροί άνθρωποι» δεν ήταν μόνο ωφελημένοι από τη δικτατορία, τον πόλεμο και τις δολοφονίες των Εβραίων, αλλά χάρη σε μια «κοινωνική ανοδική κινητοποίηση» αποτέλεσαν τη «βασική κινητήρια δύναμη του εθνικοσοσιαλισμού». Ή μήπως, αντιθέτως, η ευρεία συμφωνία μιας πλειοψηφίας των Γερμανών ήταν το αποτέλεσμα ιδεολογικής επιρροής, τρομοκρατικής παραγωγής φόβου και προσωρινής δωροδοκίας για επιτυχία καθώς και έκφραση μιας συνέχειας, που εκτείνεται μέσα στους αιώνες, εθνικής υπεροψίας και αποδοχής της βίας απέναντι σε άλλους λαούς;

● Ο γερμανικός φασισμός δεν ήταν τίποτα άλλο παρά καθαρός «χιτλερισμός», όπως είχε προσπαθήσει να περάσει αυτή την ιδέα τόσο έντονα μέσα από τα μέσα ενημέρωσης ο Γκουίντο Κνοπ[6] και, δυστυχώς, τόσο επιτυχημένα;

● Μπορεί ο φασισμός να κατανοηθεί σαν παραλλαγή του λεγόμενου ολοκληρωτισμού και η ερμηνεία του να περιοριστεί, ανεξάρτητα από το κοινωνικό πλαίσιο, στην αντίθεση μεταξύ δικτατορικών και κοινοβουλευτικών-δημοκρατικών μορφών κυριαρχίας;

● Σε ποια σχέση βρίσκονται οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις για μεγάλη δύναμη, η επιδιωχθείσα «εξόντωση του μαρξισμού» και ο ρατσιστικός αντισημιτισμός των ναζί; Ή ο τελευταίος ήταν, όπως συχνά διαβάζουμε, ο πραγματικός πυρήνας του φασισμού;

● Και, τέλος: Βρίσκονται οι ρίζες του φασισμού στην οικονομική και κοινωνική τάξη πραγμάτων ή πρόκειται για ένα μη-καπιταλιστικό και/ή, μάλιστα, για ένα αντικαπιταλιστικό φαινόμενο;

Σε τέτοιες και σε πολλές άλλες ερωτήσεις υπήρχαν και υπάρχουν διαφορετικές απαντήσεις σε μεγάλο αριθμό. Η αναζήτηση για ερμηνείες και για το πώς ορίζονται τα νέα κινήματα, καθώς και του φρονήματός τους και της πολιτικής για διαλεύκανση των αιτιών τους, άρχισε αμέσως με την εμφάνισή τους, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως σε όλα τα μονοπάτια της γνώσης υπήρξε κι εδώ πρόοδος, όπως επίσης και εσφαλμένοι δρόμοι και αποτυχίες. Όλες οι θεωρίες σχετικά με το φασισμό –ανεξάρτητα απ’ το αν αυτές ήταν σε ορισμένα σημεία σωστές ή κάπως συγκεχυμένες ή ακόμη και εσφαλμένες, αναπτύχθηκαν, αυτή είναι η θέση μου, αφενός σε ένα συγκεκριμένο υπόβαθρο και, αφετέρου, εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες πολιτικο-οικονομικά-γεωστρατηγικές προθέσεις. Εξυπηρετούσαν, επομένως, θεμελιώδη συμφέροντα και, ιστορικά αν ειδωθεί, στις εκάστοτε φάσεις τις εκάστοτε φιλοδοξίες για εξουσία ξεχωριστών ομάδων, κομμάτων, ρευμάτων μέσα στη κοινωνία.

Θα σταθώ εδώ κάπως περισσότερο σε δυο ιδιαίτερα σημαντικά και, επιπλέον, επίκαιρα επίμαχα θέματα, συγκεκριμένα, τόσο σε ό,τι αφορά τη μαζικότητα των οπαδών των ναζί και το ρόλο τους, όσο επίσης στις βάσεις και στο χαρακτήρα του φασισμού.


3. Παρατηρήσεις σχετικά με τη μαζικότητα των οπαδών των γερμανών φασιστών

Πραγματικά: Το 1933, για ένα μεγάλο αριθμό μελών και ψηφοφόρων του ναζιστικού κόμματος η οικονομική κατάσταση θεωρούνταν πλέον αδιέξοδη. Η ολοκληρωτική παρακμή της Γερμανίας, για την οποία υπήρχε φόβος, που προπαγανδιζόταν επί πολύ καιρό σαν προειδοποιητικό σημάδι από τη ρατσιστική-ανειρήνευτη προπαγάνδα των ναζί, φαινόταν ότι μπορούσε να αποτραπεί. Η καθημερινή σκέψη που κυριαρχείται από τα συνήθη –σύμφωνα, για παράδειγμα, με το στοίχο του τραγουδιού, η Γερμανία, η Γερμανία πάνω απ’ όλα, σύμφωνα με τη στοχοθεσία, με το γερμανικό χαρακτήρα [φύση] θα αναρρώσει ο κόσμος, και σύμφωνα με όλα τα συνθήματα, τα οποία επαινούν το υποτιθέμενα δοσμένο από τη φύση δικαίωμα του ισχυρού –μπλοκαρίστηκε ο ορίζοντας της πραγματικότητας και της ανθρωπιάς. Το να αναζητηθούν εναλλακτικοί δρόμοι και, κυρίως, το να περπατηθούν από κοινού, αυτό ήταν πάνω από τις δυνάμεις πολλών Γερμανών μέσα στη μη-εθνικοσοσιαλιστική πλειοψηφία. Το ναζιστικό κόμμα κατόρθωσε να συνδέσει επιδέξια τα αναπτερωμένα του και, εντούτοις, όχι εντελώς μακριά από την αλήθεια επιχειρήματά του ενάντια στο «σύστημα», ενάντια στον κοινοβουλευτισμό και το κομματικό σύστημα με την αντίληψη για μια «λαϊκή κοινότητα», η οποία θα είναι προσανατολισμένη τόσο «εθνικά» όσο και «σοσιαλιστικά», και η οποία θα φέρει σε όλους ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο. Και μετά τις 30 Ιανουαρίου –όπως συνέβη συχνά και στην πρόσφατη Ιστορία- πολλοί καριερίστες και κυνηγοί πόστων, πλεονέκτες και καιροσκόποι, έσπευσαν να εξυπηρετήσουν ως υποδειγματικοί μαθητές και παράσιτα το νέο καθεστώς. Η εθνικιστική ευφορία των μαζών, ξυπνώντας ξαφνικά, συνεισέφερε με τη σειρά της σημαντικά στη σταθεροποίηση του καθεστώτος.

Μέχρι σήμερα μερικές δομές σκέψης και συμπεριφοράς των Γερμανών στο Τρίτο Ράιχ, δεν έχουν ακόμη απαντηθεί πειστικά. Προσπάθειες ερμηνείας, όπως αυτή του Βίλχελμ Ράιχ στο βιβλίο του «Η μαζική ψυχολογία του φασισμού» ή του Έριχ Φρομ το 1941 στο βιβλίο «Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία», φαίνεται να λήφθηκαν λίγο υπόψη από τους αντιφασίστες, υποτιμήθηκαν ή είναι εντελώς άγνωστες σ’ αυτούς. Φυσικά, από τους κυρίαρχους γίνονται σχετικά μ’ αυτό πολλά πράγματα, για το ότι οι μάζες θέλουν να κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν. Αυτό αποδεικνύει όλη η καθημερινή θέαση της καπιταλιστικής οικονομικής επιχείρησης: όχι χωρίς λόγο η διαφήμιση θεωρείται σαν το απαραίτητό της λιπαντικό. Χωρίς διαφήμιση, αναφέρεται, δε μπορεί αυτή να λειτουργεί. Και χωρίς περιστροφές απαιτείται επίσης για τους δυνητικούς πελάτες –παραθέτω- να «σέρνονται» εισχωρώντας στον εγκέφαλό τους η μανία για τα μαγαζιά και όσο το δυνατό περισσότεροι άνθρωποι να παρακινούνται –παραθέτω και πάλι- με «γρήγορους πυροβολισμούς στον εγκέφαλο» να τάσσονται υπέρ της απόκτησης ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Διαφήμιση, υποβολή, πλύση εγκεφάλου, ευθυγράμμιση, ψυχομασάζ κτλ –αυτές είναι συνήθως οι έννοιες που χρησιμοποιούνται, με τις οποίες περιγράφεται ο προσανατολισμένος προς το στόχο διαρκής πυροβολισμός των μέσων ενημέρωσης και η συστηματική άσκηση χειραγώγησης, ανεξάρτητα για ποιον τομέα ζωής της κοινωνίας πρόκειται.

Εντούτοις, η χειραγώγηση δε λειτουργεί χωρίς τη συνειδητή ή ακόμη και την ασυνείδητη ετοιμότητα να αφήνει κανείς τον εαυτό του να χειραγωγείται, η οποία (ετοιμότητα) κατανοείται κυρίως ψυχαναλυτικά. Ωστόσο, αυτό με τη σειρά του χρησιμοποιείται από ορισμένους ιστορικούς για να παρακάμψουν τα κοινωνικο-κριτικά ζητήματα που σχετίζονται με τις αιτίες του φασισμού και αντ’ αυτού π.χ. αποδίδουν τα πάντα σ’ ένα «ένστικτο αρπακτικού ζώου που έχει η ανθρώπινη φύση», κάνουν λόγο για μια «αρχαϊκή» ή «εθνική» βία, αποδίδοντάς τα επίσης στις φοβίες, στις φοβικές παραστάσεις και στα εχθρικά είδωλα. Έτσι, εύκολα μπορούν να ειπωθούν ανοησίες περί παράνοιας, περί άτυχης πορείας, αποτυχίας, ανικανότητας, απερισκεψίας και φόβων, που επικράτησαν.

Ακόμη και σήμερα ορισμένοι ιστορικοί και δημοσιογράφοι που γράφουν ιστορικά άρθρα, εξακολουθούν να είναι προσκολλημένοι σε ψυχοκοινωνικές θέσεις και ζητήματα, στα οποία προσπαθούν διαρκώς να πείσουν ότι «μέσα μας» υπάρχει «ένας Χίτλερ» ή ότι στα κεφάλια όλων υπάρχει ένας «φύρερ», καταλογίζοντας στους λεγόμενους μικρούς ανθρώπους έναν καθοριστικό ρόλο. Αυτό, όπως είναι αναμενόμενο, συνδέεται με τη θέση ότι υπό τον Χίτλερ δεν είχαν «πλεονεκτήματα οι Γιούνκερ[7] και οι μονοπωλιστές». [Υποστηρίζοντας] ότι ο «φύρερ» πρέπει να θεωρείται «διαχειριστής των μικρών ανθρώπων» και «μεμβράνη του πνεύματος της εποχής». Ή, διακηρύσσεται ότι οι κυρίαρχοι δε μπορούσαν να ενεργήσουν διαφορετικά, ότι έπρεπε να ακολουθήσουν τη σκέψη και τις επιθυμίες των μαζών.

Παράλληλα, εκφράζονται ελιτίστικες υποτιμητικές κρίσεις: Όπως τότε έτσι και σήμερα, λέγονται ανοησίες περί «μαζανθρώπου», ο οποίος εξεγέρθηκε ενάντια στη λογική, την ελευθερία, τον ουμανισμό ή ενάντια στη «νεοτερικότητα». Ο γνωστός οικονομολόγος Βίλχελμ Ρέπκε διακηρύσσει, ότι η μισαλλοδοξία είναι συστατικό του χαρακτήρα του μαζανθρώπου˙ αυτός, κατά την άποψή του, έχει την τάση να μη συμμετέχει σε συζητήσεις, αλλά ακολουθεί περισσότερο το συναίσθημα απ’ ό,τι τη λογική και ότι για τις σκέψεις περί ουμανισμού δε δίνει πολλή σημασία. Επομένως, όλο το κακό, σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, προέρχεται από τη μάζα, από τις ανθρώπινες ιδιοσυγκρασίες και από την ασυνείδητη βούληση. Ακόμη και τέτοιου είδους γλωσσικές φόρμουλες θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, ότι είναι αναγκαία η εξουσία ενάντια σε όλους εκείνους εκεί κάτω, που πιέζουν για βία.


4. Για τη σχέση καπιταλισμού-φασισμού

Σε ό,τι αφορά τη σχέση του φασισμού με τον καπιταλισμό, θα ‘πρεπε να ειπωθεί ότι μια κριτική και σύνθετη ματιά στα πραγματικά γεγονότα, κυρίως των τελευταίων ετών της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, επιτρέπει να βγουν επαρκή συμπεράσματα για το έδαφος που θρέφει το φασισμό. Στους κομμουνιστές αυτό οδήγησε –βεβαίως με μια ιδιαίτερη ματιά για το φασισμό στην εξουσία, όχι με αυτήν της ιδεολογίας και του κινήματος- στον αποκαλούμενο ορισμό του Δημητρώφ (αποκαλούμενο, επειδή δεν προέρχεται από αυτόν τον βούλγαρο πολιτικό και που, πολύ συχνά, αντιτίθεται εντελώς παραπλανητικά στη μαρξιστική θεωρία για το φασισμό). Άλλοι, μεταξύ αυτών οι περισσότεροι σοσιαλδημοκράτες και πολλοί αστοί δημοκράτες, κατέληξαν στο συμπέρασμα, σ’ αυτό που εκφράστηκε με τα λόγια του Μαξ Χορκχάιμερ: Όποιος δε θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, δε πρέπει να μιλά και για φασισμό. Και σήμερα, δε μπορεί να προσπεράσει κανείς αυτό το γεγονός, παρ’ όλες τις προσπάθειες να κατασκευαστούν αναληθείς παρακάμψεις και εσφαλμένοι δρόμοι, με σκοπό την απαλλαγή και την ωραιοποίηση του πρώτου.

Θα ‘πρεπε να ξεκινήσει κανείς απ’ το γεγονός ότι ο γερμανικός φασισμός –αρχικά ως ιδεολογία και ως κίνημα- προέκυψε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο πάνω στο έδαφος των καπιταλιστικών και κοινωνικών σχέσεων και πάνω σ’ αυτό το έδαφος έγινε αποτελεσματικός. Ποτέ δεν επεδίωξε το στόχο, πόσω μάλλον όταν ήρθε στην εξουσία, να θίξει αυτές τις σχέσεις ή ακόμη και να τις θέσει απλά υπό αμφισβήτηση. Το αντίθετο: Εμφανίστηκε σε μια εποχή που συνταράσσονταν από ισχυρά κοινωνικά και εθνικά κινήματα και με βάση την βαθύτερη φύση του ήταν αντεπαναστατικός. Το τελευταίο δεν ισχύει μόνο με το βλέμμα στραμμένο στο έτος 1917/18, αλλά και στο 1789. Και μετά την 30η Ιανουαρίου 1933 τα ατομικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα παρέμειναν εξασφαλισμένα, στους επιχειρηματίες προσφέρθηκαν εκτεταμένα περιθώρια λήψης αποφάσεων, στην έντονα κρατικά ρυθμιζόμενη βιομηχανία όπλων όλα λειτουργούσαν προς όφελος των άμεσων και μακροπρόθεσμων προοπτικών της οικονομικής δραστηριότητας.

Μέχρι αυτού του σημείου, κατά την άποψή μου, επρόκειτο για φασιστικά κινήματα σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της ανόδου ορισμένων από αυτών στην εξουσία

● για μια από τις πολλές προσπάθειες, να ξεπεραστούν μόνιμα εγγενείς οικονομικές και/ή πολιτικές κρίσεις με όλα τα μέσα με μια, όπως την διατύπωσε ο Μαρξ, υπερβολικά «βίαιη αντιστάθμιση» των υπαρκτών αντιφάσεων,

● για μια από τις δυνατές συνέπειες της γενικά υφιστάμενης πίεσης των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών για μεγιστοποίηση του κέρδους και επεκτατισμό,

● για ένα έκτρωμα της αστικής κοινωνίας, που στις συγκεκριμένες μορφές εμφάνισής του κατατάσσεται στην τότε εποχή.

Με λίγα λόγια: Η πιο γενική συνθήκη για την άνοδο του φασισμού στη Γερμανία και την είσοδό του στη κρατική εξουσία ήταν «η διαδεδομένη ανάγκη των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνίας για μόνιμη σταθεροποίηση της εξουσίας του κεφαλαίου, η οποία στόχευε στο να δημιουργήσει τόσο προς τα μέσα όσο και προς τα έξω μια νέα ελευθερία κινήσεων».

Αυτό, σε τελική ανάλυση, περιλάμβανε και την προσπάθεια να διεξάγονται πόλεμοι υπέρ μιας εγκληματικής και αντίθετης προς το διεθνές δίκαιο πολιτικής. Σήμαινε επίσης την άρση των αρχικών επιτευγμάτων του διαφωτισμού-ουμανισμού από την αστική τάξη, καθώς και όλων των περιορισμών της εξουσίας που επέβαλε ιδιαίτερα το εργατικό κίνημα στη πάροδο του χρόνου. Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ναζί αυτοχαρακτηρίζονταν «επαναστάτες» και «σοσιαλιστές» ή ότι αυτό παρουσιάζεται συχνά έτσι, δεν αλλάζει σε τίποτα τις διαπιστώσεις που έγιναν. Τα ιστορικά φαινόμενα χαρακτηρίζουν σπάνια την ουσία τους στους αυτοπροσδιορισμούς.

Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να αποτελεί έκπληξη το γεγονός, ότι αυτό το σαφώς υπαρκτό σύμπλεγμα σχέσεων, αφενός, μεταξύ καπιταλιστικών οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων και, αφετέρου, της φασιστικής ιδεολογίας, των φασιστικών κινημάτων και κομμάτων, βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των αντιπαραθέσεων, και αυτό ανέκαθεν, ανεξάρτητα απ’ το αν διατυπώνεται ανοιχτά ή έμμεσα. Ακόμη περισσότερο: Αν στη συνήθη επιστημονική δουλειά σε όλα τα θέματα διατηρείται μια κουλτούρα στις διαμάχες και μπορεί να αναγνωρίζεται στους συμμετέχοντες μια δημοκρατική αντίληψη περί πλουραλισμού, όταν είναι ανάγκη να ριχτεί φως στο έδαφος του καπιταλισμού που θρέφει [το φασισμό], τότε οι απόψεις διίστανται. Τότε παίζεται ένα παιχνίδι με αθέμιτα μέσα, ακόμη και οι πιο απλοί κανόνες της επιστημονικής δουλειάς δεν θέτουν πλέον όρια για περιστασιακούς περίεργους ισχυρισμούς, διαστρεβλώσεις και πραγματικές παραποιήσεις της Ιστορίας.

Διατυπωμένο κάπως κομψά: Στη διαμάχη για την ερμηνεία που αφορά στις αιτίες της ανόδου και της νίκης των ναζί στις 30 Ιανουαρίου 1933, στη συνήθη βιβλιογραφία αυτής εδώ της χώρας και, ακόμη περισσότερο, στα αστικά μέσα ενημέρωσης, η αμοιβαία σχέση καπιταλισμού και φασισμού τίθεται υπό αμφισβήτηση. Γίνεται λόγος περί «εμπλεκόμενων» επιχειρηματιών σ’ αυτόν, όπου οι τελευταίοι [παρουσιάζονται] αθώοι, περί ασήμαντων χρηματοδοτήσεων του ναζιστικού κόμματος ή για «πάνω από τις δυνάμεις τους δημοκράτες». Δημοφιλής είναι επίσης η μέθοδος να κρατούνται οι ερμηνείες μετέωρες. Μερικά πράγματα κατονομάζονται, παράλληλα όμως συνοδεύονται από ερωτηματικά. Σ’ ένα έργο που εκδόθηκε το 2006, το οποίο αφορούσε τη λέσχη των βιομηχάνων του Ντίσελντορφ –που γράφτηκε κατ’ εντολή των αστικών ελίτ για αυτή τη συνάντηση- αναφέρεται επίσης η στο μεταξύ ήδη θρυλική ομιλία του Χίτλερ που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όμως μόνο ως παράδειγμα για την «εξαιρετικά αμφιλεγόμενη θέση των γερμανικών ελίτ απέναντι στον εθνικοσοσιαλισμό». Το θέμα εξακολουθεί να συνοδεύεται με ένα ερωτηματικό.

Όλα αυτά χρησιμεύουν στη συγκάλυψη και στην άρνηση της αστικής ενοχής και ευθύνης. Ένας αμερικανός ιστορικός το διατύπωσε εύστοχα: Σε περίπτωση που αποδεικνυόταν η ευθύνη του καπιταλισμού για τον φασισμό, τότε δε θα μπορούσε αυτός να δικαιολογηθεί. Με την ευκαιρία: Ο Henry Ashby Turner Jr. ήταν εκείνος για τον οποίο το ναζιστικό κόμμα αποδείχτηκε απόλυτα «ως ο πρώτος πρόδρομος των σύνθετων αυτοχρηματοδοτούμενων οργανώσεων, οι οποίες από τότε έχουν μετατραπεί σε ένα γνώριμο συστατικό στοιχείο των δημοκρατικών κοινωνιών.» Αυτά τα λόγια ακούγονται ευχάριστα˙ η πέρα-δώθε «αχλαδόπαστα» της Γερμανίας, οι ανοιχτοχέρηδες και οι σπόνσορες, καθώς και εκείνοι που δίνουν το λόγο της τιμής τους απέναντι στους χρηματοδότες τους σχετικά με τους κανόνες του Συντάγματος, μπορούν να χαίρονται για μια τέτοια βλακώδη υποστήριξη.

Όχι, η ενοχή μεγάλων τμημάτων των κυριάρχων δε μπορεί να συγκαλυφθεί. Τα γεγονότα μιλούν μια διαφορετική γλώσσα. Και αναγκαστικά η μνήμη συνδέεται με το βλέμμα στραμμένο στα σημερινά γεγονότα. Ακόμη κι αν πολλά πράγματα είναι διαφορετικά –δε μπορούν να παραβλεφτούν οι ασυνήθιστες, δομικά προκληθείσες διπλοεμφανίσεις των ιστορικών και σύγχρονων φαινομένων. Ένα πραγματικά ανθρώπινο, ουμανιστικό αίτημα μπορεί, επομένως, να είναι μόνο: «Ποτέ πια φασισμός!».

Αυτό, ωστόσο, ήταν μόνο το ένα μέρος του γνωστού Όρκου του Μπούχενβαλντ[8]. Το άλλο ήταν: «Ποτέ πια πόλεμος!». Έτσι, οι απελευθερωθέντες κρατούμενοι κατονόμασαν, κατά τη γνώμη μου, την αδιάσπαστη σύνδεση φασισμού, ετοιμότητας για πόλεμο και διεξαγωγής πολέμου. Αυτό δεν φάνηκε μόνο από το 1939 έως το 1945. Όλα τα φασιστικά κινήματα και κόμματα στην Ευρώπη προήλθαν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το μέχρι τότε ακραίο πεδίο διευθέτησης του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Τροφοδοτούνταν από τον αχαλίνωτο μιλιταρισμό των Φράικορπς, μετά τον πόλεμο και παρά την επανάσταση, διεισδύοντας σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και στους λεγόμενους συνδέσμους των πολεμιστών. Επωφελήθηκαν από μια πολύμορφη εξύμνηση του πολέμου και των πολεμιστών, τα ίδια μπόρεσαν να αξιοποιήσουν για την έντονη τρομοκρατία τη γενική αποδοχή μιας σκέψης, η οποία ερμηνεύει τη ζωή σαν «πάλη για την ύπαρξη», το «δικαίωμα του ισχυρού» και τον πόλεμο σαν δήθεν αμετάβλητο φαινόμενο της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Ο πόλεμος θα μπορούσε, επομένως, να κατανοηθεί ως ελιξίριο ζωής του φασισμού –ανεξάρτητα για το αν πρόκειται για την ιδεολογία του, τις οργανωτικές μορφές εμφάνισής του ή για το αν αυτός βρίσκεται στην εξουσία. Απόλυτα εχθρικά προς τους ανθρώπινους σκοπούς και τα ανθρώπινα δικαιώματα καθαγίαζαν τη χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων ανάλογα με τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές αξιώσεις. Ένα άλλο διαφορετικό αρνητικό εθνικιστικό κρατικό και στρατιωτικό δόγμα οδήγησε στα μαζικά εγκλήματα πολέμου και στη γενοκτονία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όλη η πάλη για την αποτροπή των πολέμων ή το γρήγορο τέλος τους, παριστάνει κατά την άποψή μου ένα κεντρικό μέλημα της αριστερής πολιτικής και γενικά κάθε αντιφασισμού –σήμερα όπως και χθες.

Εδώ, με τη λέξη «χθες» εννοείται αρχικά η χρονική περίοδος πριν από το 1945, αν όμως ρίξει κανείς από τότε μια ματιά στο χρόνο, τότε θα μπορούσε μάλλον να ειπωθεί: σήμερα αυτό ισχύει περισσότερο απ’ ό,τι χθες. Ιδιαίτερα τις δυο τελευταίες δεκαετίες έλαβαν χώρα τρομακτικές αλλαγές. Έχουν ξεσπάσει νέοι πόλεμοι για αγορές πρώτων υλών και εναπόθεσης [κεφαλαίου], η πληθώρα νέων τύπων πολέμου έχει διευρυνθεί και η αυξανόμενη κομπιουτεροποίηση των πολεμικών ενεργειών εμπεριέχει περισσότερο από παλιότερα ανυπολόγιστους κινδύνους.


5. Ορισμένα συμπεράσματα για τον σημερινό αντιφασισμό

Ποια συμπεράσματα θα μπορούσε να βγάλει κανείς απ’ όλα αυτά που ειπώθηκαν για έναν σύγχρονο αντιφασισμό; Δηλαδή για έναν αντιφασισμό, ο οποίος θεωρεί ότι ο φασισμός δεν έχει έρθει (ακόμη;) στην εξουσία, αλλά που τα πρώτα στάδια και οι προϋποθέσεις του, η πιθανή ενεργοποίησή του, οι υποστηρικτές του και αυτοί που προετοιμάζουν το δρόμο του, προσπαθούν, αν ρίξει κανείς μια ματιά στην Ιστορία, να την σχετικοποιήσουν, να την υποτιμήσουν και να την αναθεωρήσουν;

Και σήμερα, πιστεύω, στην ανάλυση όλων των φαινομένων του νεοναζισμού, του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και του αντικοινοβουλευτισμού, πρέπει να γίνει αναζήτηση στις κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες τους καθιστούν δυνατούς. Και ταυτόχρονα, πρέπει να γίνει βαθιά ανάλυση του σημερινού καπιταλιστικά κυριαρχούμενο κόσμου. Διαφορετικά, θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό που πίστευε ο Λίον Φόϊχτβανγκερ το 1933, όταν στο μυθιστόρημά του «Οι αδερφοί Όπερμαν», διηγιόταν για έναν μαραθωνοδρόμο, ο οποίος έπρεπε να μεταφέρει μια κάψουλα, όμως αυτή ήταν άδεια. Δεν περιείχε ούτε μήνυμα, ούτε κάποια προειδοποίηση ή οδηγία, ούτε κάτι προειδοποιητικό ή προσανατολιστικό. Έτσι, η κουραστική, εξαντλητική προσφορά του δρομέα ήταν μάταιη και άστοχη, αποτυχημένη και άκαρπη. Σ’ αυτή την εικόνα της αποτυχίας των αντιφασιστών του 1933 μπορούμε να αναφερθούμε και να ρωτήσουμε, ποιο «μήνυμα» πρέπει να προσφέρουμε εμείς στη κοινωνία. Αυτό [από μόνο του] θα ήταν ένα ξεχωριστό θέμα, όπου εδώ θα ‘θελα μόνο να πω δυο πράγματα: Όλα αυτά που συναντάμε σήμερα, το να τα συγκρίνουμε με τον παραδοσιακό φασισμό, και στη Γερμανία με τον ναζιστικό φασισμό, είναι σωστά και αναγκαία. Σ’ αυτό δε χωρά κουβέντα. Αυτό είναι το ένα, το άλλο όμως θα πρέπει να είναι η συνειδητοποίηση ότι μια τέτοια σύγκριση δεν πρέπει να γίνει το πιο σημαντικό ή ακόμη και το μοναδικό κριτήριο. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην παραπλάνηση, επειδή παρασύρει, στο να υποτιμηθεί η ανάλυση των νέων κοινωνικών καταστάσεων. Ωφελεί λίγο τον σημερινό αντιφασισμό, τις έννοιες και τα πρότυπα ερμηνείας που αποκτήθηκαν στην ιστορική έρευνα του φασισμού, να χρησιμοποιηθούν σαν απλές ετικέτες για τα νέα φαινόμενα.

Οι σημερινές κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες πρέπει να διερευνηθούν κατά προτεραιότητα για τον καθορισμό αντιφασιστικών δρόμων, είναι αναμφίβολα σφραγισμένες καπιταλιστικά, ακόμη κι αν ο σημερινός καπιταλισμός είναι από πολλές απόψεις διαφορετικός από αυτόν του παρελθόντος. Ίσως μάλιστα θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι η καπιταλιστική οικονομική τάξη πραγμάτων φαίνεται μόλις τώρα, φτάνει στην πλήρη εξέλιξή της και αναπτύσσει τις αρνητικές πλευρές της όσο ποτέ άλλοτε. Κομμάτι το κομμάτι παίρνονται πίσω αυτά που μέχρι τώρα κατόρθωσε η πολιτική πρόοδος: Αδυσώπητα θριαμβεύει η επιχείρηση του κέρδους πάνω στην αδελφοσύνη. Προσανατολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα οικονομικά κριτήρια της αποτελεσματικότητας και επιπλέον συχνά λειτουργεί στα όρια του εγκλήματος. Η επιδίωξη για κέρδος νικά επί της αρχής της ισότητας στο δίκαιο και στη δημοκρατική δομή, η απεριόριστη ανταγωνιστική πάλη υπονομεύει καθεμιά από τις προφορικά κηρυσσόμενες αξιώσεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Σ’ αυτά προστίθεται, ότι αυτές οι επιδιώξεις εμφανίζονται ενταγμένες στα παγκόσμια προτσές. Πολυεθνικές και δυνάμεις που γίνονται όλο και πιο ισχυρές, υποτάσσουν μεγάλα τμήματα του κόσμου, χωρίς να διστάζουν στη χρήση αιματηρής βίας, ανοιχτής τρομοκρατίας ή σε κάθε είδους πολέμους, θέτοντας τα ζητήματα της πολιτικής ασφάλειας και τα κριτήρια του [οικονομικού] χώρου πάνω από τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες. Ταυτόχρονα, μερικές μεγάλες δυνάμεις και/ή υπερ-περιφερειακά κέντρα εξουσίας, θέλουν να επιβάλουν το ένα εναντίον του άλλου ηγεμονικές αξιώσεις και για το σκοπό αυτό επιδιώκουν να αναθερμάνουν παραδοσιακά εθνοκρατικά-εγωιστικά συμφέροντα. Δεν εμπεριέχουν στο σημερινό κόσμο μερικά πράγματα πιθανώς ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους, απ’ αυτούς που εμφανίστηκαν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα; Δεν είναι σήμερα πιθανές ακόμη πιο φοβερές και πιο παγκόσμιες οι συνέπειες για την ανθρωπότητα, για παράδειγμα, αυτές ενός Τρίτου ή [ακόμη και] ενός Τέταρτου Παγκοσμίου Πολέμου, πολέμων για το νερό και τα προϊόντα διατροφής, που διεξάγονται με όπλα μαζικής καταστροφής της γενετικής μηχανικής κτλ; Με ποια νέα φαινόμενα απανθρωποποίησης, απο-ηθικοποίησης πρέπει να υπολογίζει κανείς εν όψει της διαρκούς, εν μέρει μάλιστα εντελώς συνειδητά προωθούμενου προτσές διαφοροποίησης μεταξύ φτωχών και πλουσίων; Δεν σχεδιάζεται ήδη σήμερα η οικοδόμηση των λεγόμενων πόλεων-κάψουλων, στις οποίες θα εξασφαλίζεται αποκλειστικά η επιβίωση μερικών λίγων από τις επικείμενες καταστροφές λόγω κλιματικής αλλαγής; Δεν έχει επεκταθεί ήδη αρκετά σε πολλές χώρες η ερήμωση περιφερειών σε σχέση με τα κέντρα; Τι σημαίνει, όταν πρόσφατα ο κοινωνιολόγος Βίλχελμ Χάϊτμαγιερ αναγκάστηκε να παραπέμψει στο αποτέλεσμα μιας αντιπροσωπευτικής δημοσκόπησης, σύμφωνα με την οποία το 61% των ερωτηθέντων διαμαρτύρονται ότι «κουβαλάμε πάρα πολλούς αδύναμους»; Και αν αυτή η θέση είναι σωστή, κάτι που πολλά [γεγονότα] μιλούν υπέρ αυτής, ότι μελλοντικά αρκεί το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού για να παραχθούν όλα αυτά που είναι αναγκαία, τότε για τις οποιεσδήποτε περαιτέρω μεγάλες οικονομικές κρίσεις –και αυτές θα έρθουν σίγουρα- δεν πρόκειται μόνο για την υπαρξιακή ανασφάλεια των λεγόμενων κατώτερων στρωμάτων, αλλά για την ύπαρξη του 80%, το οποίο εύκολα συκοφαντείται σαν «περιττό». Πως θα γίνει παραίτηση από το εκρηκτικό μίγμα μεταξύ ιδιοτελούς στάσης για την απόκτηση της εξουσίας και βολικής παραίσθησης, που αναφέρθηκα στην αρχή της διάλεξής μου;

Η βαρβαρότητα στη σχέση των ανθρώπων με «άλλους» ανθρώπους –ανεξάρτητα απ’ το αν ορίζεται ρατσιστικά, αν χαρακτηρίζεται βλακώδης ή αν θεωρείται κοινωνικά κατώτερης αξίας και περιττή- θα μπορούσε να βρει ένα νέο, μάλλον όμως το οριστικό της μάξιμουμ. Και για να μείνουμε στο θέμα –αυτό θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί σαν ένας παραπέρα φασιστικοποιημένος φασισμός. Αν υπάρχει κάποιος άλλος πιο κατάλληλος όρος για αυτό το αντίστοιχο φαινόμενο του 21ου αιώνα, τότε δεν θα μπορούσε παρ’ όλα αυτά να αλλάξει τίποτα σε ό,τι αφορά το ανθρωπιστικό πνεύμα του ιστορικού και του σύγχρονου αντιφασισμού, ειδικά στη θύμηση του παροδικού, αλλά κοσμοϊστορικά δυστυχώς τόσο σημαντικού θριάμβου των ναζί επί όλων των αντιφασιστών.

Ωστόσο, για την αναζήτηση, τη συζήτηση και την εξέταση [πρέπει να βρεθούν] νέα πολιτικά περιεχόμενα και μορφές πάλης, νέες λύσεις, για τα προβλήματα εκείνα που καθορίζουν τη σημερινή μας ύπαρξη και –σε περίπτωση που αυτά δε λυθούν- τότε το ανθρώπινο μέλλον θα είναι περισσότερο από ζοφερό.
___________

Σημειώσεις του μεταφραστή

[1] Pegida (Πατριώτες Ευρωπαίοι ενάντια στην Ισλαμοποίηση της Δύσης / PEGIDA). Πρόκειται για μια δεξιά εξτρεμιστική, ρατσιστική οργάνωση, που ιδρύθηκε στη Γερμανία το 2014, η οποία σε μια σειρά διαδηλώσεις που διοργανώνει, καθώς και στα κείμενά της, τάσσεται, όπως ισχυρίζεται, ενάντια στην «ισλαμοποίηση» και στην πολιτική της μετανάστευσης και ασύλου στη Γερμανία και την Ευρώπη.

[2] Ράιχσβερ, ονομαζόταν επίσημα οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και των πρώτων χρόνων του «Τρίτου Ράιχ», συγκεκριμένα, από το 1921 έως το 1935.

[3] Τα Λαϊκά Δικαστήρια ήταν ειδικά δικαστήρια που δημιουργήθηκαν μετά τη Νοεμβριανή Επανάσταση του 1918 στη Βαυαρία, με σκοπό να επιταχυνθεί η εκδίκαση βαριών αξιόποινων πράξεων. Μετά το τσάκισμα της Συμβουλιακής Δημοκρατίας του Μονάχου πέρασαν στα χέρια της αντίδρασης. Έτσι, για παράδειγμα, μετά το πραξικόπημα του Καπ, ο Χίτλερ καταδικάστηκε από το Λαϊκό Δικαστήριο του Μονάχου μόνο σε κράτηση σε ένα φρούριο, η οποία θεωρήθηκε «τιμητική», ενώ αντίθετα οι κομμουνιστές καταδικάζονταν σε βαριές ποινές φυλάκισης. Τον Μάιο του 1924 τα βαυαρικά Λαϊκά Δικαστήρια καταργήθηκαν, μετά από 31.000 περίπου δικαστικές αποφάσεις που είχαν λάβει κατά την χρονική περίοδο λειτουργίας τους.

[4] Το Σχέδιο Young ήταν το τελευταίο από τα σχέδια αποζημίωσης, το οποίο ρύθμιζε τις υποχρεώσεις για πληρωμές του «Γερμανικού Ράιχ» στη βάση της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Τέθηκε σε ισχύ στις 17 Μαΐου 1930 με αναδρομική ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου 1929 και καθόριζε το κατά μέσο όρο ετήσιο χρεολύσιο περίπου δυο δισεκατομμυρίων Μάρκων του Ράιχ, τα οποία έπρεπε να καταβληθούν κυρίως σε συνάλλαγμα. Θα ίσχυε μέχρι το 1988, ήδη, όμως, τον Ιούνιο του 1931 αναστάλθηκε από το Μορατόριουμ Χούβερ και καταργήθηκε τον Ιούλιο του 1932 από τη Διάσκεψη της Λωζάννης.

[5] Ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ στο βιβλίο του Γκετς Άλυ (Götz Aly) «Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ», το οποίο εκδόθηκε επίσης στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος.

[6] Γκουίντο Κνοπ: Αστός δημοσιογράφος και παρουσιαστής στην τηλεόραση, ο οποίος ασχολείται κυρίως με ζητήματα της σύγχρονης Ιστορίας.

[7] Γιούνκερ, είναι οι ευγενείς και μη ευγενείς γαιοκτήμονες της Πρωσίας από τα μέσα του 19ου αιώνα.

[8] Μελλοντικά, στο ζήτημα αυτό θα αναφερθούμε εκτενέστερα.


Πηγή: junge Welt, 07.02.2015

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.