Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Το παραμύθι του Χίλφερντινγκ



Στα τέλη Μαΐου του 1927 έλαβε χώρα στο Κίελο το Συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD), στο οποίο συζητήθηκαν ζητήματα σχετικά με τη μελλοντική πολιτική του. Στην εισήγηση που έκανε ο «καθοδηγητής ιδεολόγος» του, Ρούντολφ Χίλφερντινγκ (1877-1941), θεώρησε ότι ο καπιταλισμός εισήλθε σ’ ένα νέο στάδιο, που το ονόμασε «οργανωμένο καπιταλισμό» και ότι αυτός δήθεν μετεξελίσσεται σε σοσιαλισμό. Οι αντιλήψεις του Χίλφερντινγκ, που τελικά επικράτησαν, οδήγησαν τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία σε αμηχανία και παθητικότητα, ενώ δυο χρόνια αργότερα κατέρρευσαν με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Οι αντιλήψεις-αυταπάτες αυτές αξίζει να μελετηθούν όχι μόνο από ιστορικής σκοπιάς, αλλά επειδή εξακολουθούν να προπαγανδίζονται σήμερα με τη μια ή την άλλη μορφή και από ένα κομμάτι της αριστεράς (ΠΓ).

του Reiner Zilkenat

Μεταξύ 22 και 27 Μαΐου 1927 έγινε το Συνέδριο του SPD [Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας] στο Κίελο. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε σ’ αυτό με μια λεπτομερή εισήγηση στο θέμα «Τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας στη Δημοκρατία» που έγινε από τον βουλευτή του Ράιχσταγκ [γερμανική βουλή] και μέλους της Κεντρικής Επιτροπής Δρ. Ρούντολφ Χίλφερντινγκ (Rudolf Hilferding). Ο ομιλητής θεωρούνταν γενικά ως ο «καθοδηγητής ιδεολόγος» του Κόμματος. Με το έργο του «Το χρηματιστικό κεφάλαιο – Μια μελέτη σχετικά με τη νεότατη ανάπτυξη του καπιταλισμού», που δημοσιεύτηκε το 1910, είχε βρει μεγάλη απήχηση πέρα από τις γραμμές του Κόμματός του. Σ’ αυτή την ογκώδη έρευνα, η οποία ανατυπώθηκε το 1947 στη Σοβιετική Ζώνη Κατοχής από τον εκδοτικό οίκο Dietz, είχε αναλύσει, μεταξύ άλλων, τα προτσές συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και απέδειξε την ανοιχτή τάση που διακρινόταν όλο και πιο συχνά για απροκάλυπτα αντιδραστικές εξελίξεις στις χώρες του κεφαλαίου. Ο Λένιν επίσης, για το έργο του «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», που εκδόθηκε το 1917, άντλησε εμπειρικό υλικό από τον Χίλφερντινγκ.


Σχετική σταθεροποίηση

Το 1927 ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, η επαναστατική μεταπολεμική κρίση και η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είχαν ήδη λάβει χώρα, όταν συγκεντρώθηκαν οι συνολικά 415 αντιπρόσωποι στο κτίριο που στεγαζόταν το συνδικάτο στο Κίελο. Ο καπιταλισμός στη Γερμανία είχε στο μεταξύ σταθεροποιηθεί ξανά. Οι συμμετέχοντες στο Συνέδριο περίμεναν με ανυπομονησία να ακούσουν ποιες προοπτικές θα αποκάλυπτε ο ομιλητής για τη σοσιαλδημοκρατία στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ιδιαίτερα τους ενδιέφερε το ποια βήματα θα πρότεινε ο Χίλφερντινγκ για την υλοποίηση της σοσιαλιστικής στοχοθεσίας, η οποία είχε διατυπωθεί στο Πρόγραμμα του Κόμματος της Χαϊδελβέργης το 1925. Ωστόσο, για την εκτίμηση της ομιλίας του Χίλφερντινγκ πρέπει να σκιαγραφηθεί η οικονομική και πολιτική κατάσταση της Γερμανίας στα μέσα/τέλη της δεκαετίας του 1920.

Από την περίοδο της υπέρβασης του υπερπληθωρισμού, το Νοέμβριο του 1923, οι οικονομικές σχέσεις στο Γερμανικό Ράιχ είχαν αλλάξει αισθητά. Η μαζική ανεργία είχε ξεπεραστεί, η παραγωγή αγαθών αυξήθηκε αλματωδώς και ο ηττημένος του πολέμου αναδείχτηκε σε μικρό χρονικό διάστημα σε ένα από τα πιο σημαντικά έθνη στον τομέα των εξαγωγών. Το γερμανικό μερίδιο στις παγκόσμιες εξαγωγές το 1925 ανέρχονταν ήδη σε 7,1%, το 1926 και το 1927 βρίσκονταν στο 8,3%, μάλιστα το 1928 έφθασε στο 9,1%. Σύγχρονες μέθοδοι στη παραγωγή, κυρίως μέτρα για τη μείωση το συνολικού κόστους, υιοθετήθηκαν από τις ΗΠΑ και γρήγορα εξαπλώθηκαν. Οι πιο νέοι κλάδοι, η βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, η αυτοκινητοβιομηχανία καθώς και η χημική βιομηχανία, ευημερούσαν. Το αναγκαίο κεφάλαιο για αυτό είχε ληφθεί στις ΗΠΑ εντελώς με τη μορφή δανείων. Ορισμένα κοντσέρν των ΗΠΑ συμμετείχαν επιπλέον, αγοράζοντας πακέτα μετοχών άμεσα από μεγάλες γερμανικές εταιρείες, όπως το 1929/30 η General Electric Company από την AEG. Η Ford Motor Company ίδρυσε τον Απρίλιο του 1925 μια θυγατρική εταιρεία, η General Motors αγόρασε τον Μάρτιο του 1929 το 80% των μεριδίων της Adam Opel AG, που τότε ήταν ο μεγαλύτερος κατασκευαστής αυτοκινήτων στη Γερμανία.

Πάνω απ’ όλα, δεν πρέπει να αγνοηθεί μια εξέλιξη σε όλα αυτά: Η οικονομική ισχύς του γερμανικού κράτους που αυξανόταν ξανά και οι συνακόλουθες πολιτικές συνέπειες. Ο κομμουνιστής οικονομολόγος Ρίχαρντ Ζόργκε (Richard Sorge) στο σύγγραμμά του που δημοσιεύτηκε το 1928 με το ψευδώνυμο («R. Sonter»), έδωσε σ’ αυτό τον τίτλο «Ο νέος γερμανικός ιμπεριαλισμός».

Την οικονομική του άνοδο και την ανταγωνιστικότητά του στη παγκόσμια αγορά την έδειξαν επίσης τα γιγαντιαία κοντσέρν «IG Farbenindustrie AG» και «Vereinigte Stahlwerke AG» (Vestag) που σχηματίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1925 και τον Ιανουάριο του 1926. Τα Vestag κατείχαν για την τότε εποχή ένα τεράστιο μετοχικό κεφάλαιο ύψους 800 εκατομμυρίων Μάρκων του Ράιχ και αντιπροσώπευαν το παγκοσμίως δεύτερο σε μέγεθος κοντσέρν της βαριάς βιομηχανίας. Κύριος μέτοχος και πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου ήταν ο Φριτς Τίσεν (Fritz Thyssen), γενικός διευθυντής ο γαμπρός του Άλμπερτ Φέγκλερ (Albert Vögler). H IG Farben προέκυψε κυρίως από τις τρεις μεγάλες εταιρείες Höchst AG, BASF και Bayer Leverkusen, και μαζί με τις Du Pont (ΗΠΑ) και Imperial Chemical Industries (Μ. Βρετανία) υπολογίζονταν στα κοντσέρν τα οποία επικρατούσαν στον κλάδο. Εδώ, ο Καρλ Ντούισμπεργκ (Carl Duisberg) κατείχε τη θέση του προέδρου του ισχυρού Συνδέσμου του Ράιχ της Γερμανικής Βιομηχανίας (RDI), προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτά τα μονοπώλια, όπως επίσης η Siemens AG και η AEG, είχαν απ’ τη μεριά τους σε πολλές χώρες θυγατρικές εταιρείες και εργοστάσια, με τις/α οποίες/α συνδέονταν μέσω συμμετοχής κεφαλαίων. Η εξαγωγή κεφαλαίου, επομένως, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν μονόδρομος από τις ΗΠΑ προς τη Γερμανία, αλλά στα μέσα της δεκαετίας του 1920 πραγματοποιούνταν και από τα γερμανικά κοντσέρν προς όλες τις κατευθύνσεις. Τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επίσης, η Deutsche Bank και η Dresdner Bank, η Commerzbank και η Privatbank, η Darmstädter Bank και η Nationalbank καθώς και η Berliner Handelsgesellschaft, εξήγαγαν κεφάλαια σε μεγάλη κλίμακα, εξυπηρετούσαν τα γερμανικά μονοπώλια ως «πιστωτικά ιδρύματα τα οποία διεκπεραίωναν διαρκώς το μεγαλύτερο μέρος των πιστωτικών τους συναλλαγών» [«Hausbanken»], συμμετείχαν σ’ αυτά με διάφορους τρόπους με πακέτα μετοχών και είχαν έδρα και ψήφο στα εποπτικά τους συμβούλια, με λίγα λόγια: Σε μεγάλο βαθμό είχαν συγχωνευθεί μ’ αυτά.

Τα μέτρα εξορθολογισμού που εφαρμόστηκαν βιαστικά στα εργοστάσια των «νέων βιομηχανιών», οδήγησαν για τα μονοπώλια σε μια σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας. Η ήδη από το 1921 με την ενεργό υποστήριξη του υπουργείου Οικονομικών του Ράιχ υπό τον Καρλ-Φρίντριχ φον Ζήμενς (Carl-Friedrich von Siemens) ιδρυθείσα «Επιτροπή του Ράιχ για την Οικονομική Αποδοτικότητα στη Βιομηχανία και τις Βιοτεχνίες», έπαιξε εδώ το ρόλο ενός αρμόδιου κέντρου, το οποίο, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, ενίσχυσε επίσης τη «μεταφορά τεχνογνωσίας» από τις ΗΠΑ και υποστήριξε τις γερμανικές επιχειρήσεις κατά την εφαρμογή νέων μεθόδων στη παραγωγή. Για τους άνδρες και τις γυναίκες που εργάζονταν στις αλυσίδες παραγωγής, αυτό σήμαινε, εν όψει των κατακερματισμένων δραστηριοτήτων τους σε όλο και πιο μικρά και όμοια εργασιακά βήματα και τη χρήση όλο και πιο διαφοροποιημένων συστημάτων μέτρησης του χρόνου, μια δραματική αύξηση του ρυθμού εργασίας. Αλλά και στα εργοστάσια της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα καθώς και στις διοικήσεις, ο εξορθολογισμός σήμαινε αυξανόμενο ρυθμό εργασίας. Σ’ αυτά προστέθηκαν, ότι οι οκτώ ώρες εργασίας την ημέρα, μια από τις πιο σημαντικές κοινωνικο-πολιτικές κατακτήσεις της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, υποσκάφτηκε όλο και περισσότερο, κυρίως στα ανθρακωρυχεία και στη βαριά βιομηχανία. Ο «όμορφος καινούργιος κόσμος» του εξορθολογισμού υπήρχε μόνο για τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου και τους μάνατζέρ τους, η εκμετάλλευση, αντιθέτως, του προλεταριάτου, έπαιρνε νέες διαστάσεις.

Και ο πολιτικός ισολογισμός; Τον Απρίλιο του 1925 ο στρατάρχης του κάιζερ Πάουλ φον Χίντενμπουργκ (Paul von Hindenburg), υποψήφιος των δεξιών πολιτικών δυνάμεων, εκλέχτηκε διάδοχος του σοσιαλδημοκράτη Φρίντριχ Έμπερτ (Friedrich Ebert) στο αξίωμα του προέδρου του Ράιχ. Δε πέρασαν ούτε οκτώ χρόνια και, όπως είναι γνωστό, διόρισε τον Αδόλφο Χίτλερ καγκελάριο του Ράιχ. Από τον Ιανουάριο του 1927 υπήρχε μια κυβέρνηση «αστικού μπλοκ» στην οποία συμμετείχαν τέσσερις υπουργοί του Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος (DNVP), του οποίου τα μέλη και οι εκπρόσωποί του διέδιδαν ότι επιδιώκουν την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος. Ονειρεύονταν την αποκατάσταση της μοναρχίας ή μιας κατάστασης, όπως αυτή που εγκαθίδρυσε ο Μουσολίνι στην Ιταλία. Μέρι τότε ήταν η πιο αντιδραστική κυβέρνηση στην ιστορία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ταυτόχρονα, η Ράιχσβερ [γερμανικές ένοπλες δυνάμεις] είχε εξελιχθεί σε ένα «κράτος εν κράτει», που σε συνεργασία με κορυφαίους βιομηχάνους, κυρίως τον Ερνστ φον Μπόρζιχ (Ernst von Borsig) και τον Γκούσταφ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ (Gustav Krupp von Bohlen und Halbach), προωθούσε μυστικά τον επανεξοπλισμό και σταδιακά προετοίμαζε τη δεύτερη «κατάκτηση για παγκόσμια δύναμη».


«Οργανωμένη οικονομία» και κράτος

Αυτή ήταν, επομένως, η αφετηριακή κατάσταση στο Γερμανικό Ράιχ, όταν συγκλήθηκε το Συνέδριο του SPD, στο οποίο ο Χίλφερντινγκ θα περιέγραφε τα μελλοντικά καθήκοντα του κόμματός του. Ο θεωρητικός του SPD ξεκίνησε την εισήγησή του με μια λεπτομερή περιγραφή της νέας βαθμίδας καπιταλιστικής ανάπτυξης, την οποία προσπάθησε να ορίσει με την έννοια «οργανωμένος καπιταλισμός». Ο καπιταλισμός αυτός, σύμφωνα με τον Χίλφερντινγκ, είναι σφραγισμένος από την αντικατάσταση της «εποχής του ελεύθερου ανταγωνισμού, στην οποία ο καπιταλισμός κυριαρχούνταν καθαρά από την επίδραση των τυφλών νόμων της αγοράς»˙ τώρα [όμως] «φτάνουμε σε μια καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας». Αυτή, κατά τον Χίλφερντινγκ, παρατηρείται στις νεοδημιουργηθείσες βιομηχανίες, ιδιαίτερα στη χημική βιομηχανία, ότι εκτός από την εργοστασιακή οργάνωση του προτσές παραγωγής που βασίζεται στην επιστημονική γνώση, ο σχηματισμός των τραστ και των καρτέλ δεν έλαβε χώρα μόνο στη Γερμανία αλλά και σε διεθνές επίπεδο, κάτι που έχει ως συνέπεια «την εξάλειψη του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών οικονομιών». Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Χίλφερντινγκ, ο υψηλότερος βαθμός κοινωνικοποίησης της παραγωγής, οδήγησε στο «ότι και η ιδιωτική επιχείρηση, η οικονομική διαχείριση του μεμονωμένου επιχειρηματία, σταμάτησε να είναι προσωπική υπόθεση αυτού του επιχειρηματία. Η κοινωνία κατανόησε ότι είναι προς το συμφέρον της, όταν αυξάνεται σε κάθε επιχείρηση η παραγωγικότητα, όταν, δηλαδή, ο εν λόγω οικονομικός διαχειριστής εκπληρώνει ως επιχειρηματίας το τεχνικό και οργανωτικό του καθήκον αύξησης της παραγωγής.» Το ζήτημα για το ποιος είχε όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας και αν/ή υπό ποιες προϋποθέσεις αυτό θα μπορούσε να έχει οφέλη για τους εργαζόμενους, δεν τέθηκε σ’ αυτές τις διατυπωθείσες τοποθετήσεις. Ο Χίλφερντινγκ κατασκεύασε μια αφηρημένη «κοινωνία», η οποία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ταξικές δομές της και τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα συνολικά, θα επωφελούνταν από την «εκπλήρωση καθηκόντων» του επιχειρηματία στην «οργανωμένη οικονομία». Το κύριο ενδιαφέρον του επιχειρηματία για μεγιστοποίηση του κέρδους έγινε προφανώς δευτερεύον ζήτημα ανάξιο λόγου.

Ο Χίλφερντινγκ συνέχισε: «Οργανωμένος καπιταλισμός σημαίνει στη πραγματικότητα την αξιωματική αντικατάσταση της καπιταλιστικής αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού με τη σοσιαλιστική αρχή της σχεδιασμένης παραγωγής.» Και επιπλέον: «Αυτή η σχεδιασμένη συνειδητά διευθυνόμενη οικονομία, υπόκειται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, στη δυνατότητα της συνειδητής επίδρασης της κοινωνίας, αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά της επίδρασης μέσω της μοναδικής συνειδητής και εξοπλισμένης με εξαναγκασμό οργάνωσης της κοινωνίας, της επίδρασης μέσω του κράτους.» Εδώ τώρα έχουμε να κάνουμε με μια καθαρόαιμη αστική ιδεολογία: Το κράτος, σύμφωνα μ’ αυτή την παρουσίαση, έχει ένα ταξικά ουδέτερο χαρακτήρα και τα προτσές επιστημονικού σχεδιασμού στο εργοστάσιο ή μέσα σ’ έναν [οικονομικό] κλάδο δεν ερμηνεύονται σε σχέση με τα συμφέροντα αξιοποίησης του κεφαλαίου, αλλά ως έκφραση γενικών-κοινωνικών συμφερόντων, μάλιστα παριστάνονται και ως «σοσιαλιστικά».

Ο Χίλφερντινγκ έφθασε με συνέπεια μέχρι το τέλος την επιχειρηματολογία του και κατέληξε σε προτάσεις για δράση σχετικά με τη μελλοντική στρατηγική του SPD: «Αυτό δε σημαίνει τίποτα άλλο απ’ το ότι η γενιά μας έχει θέσει το πρόβλημα, με τη βοήθεια της συνειδητής κοινωνικής ρύθμισης, αυτή την οικονομία η οποία έχει οργανωθεί και διευθύνεται από τους καπιταλιστές, να την μετατρέψει σε μια οικονομία η οποία θα διευθύνεται από το δημοκρατικό κράτος.» Σύμφωνα με τον ομιλητή, η ίδια η οικονομική ανάπτυξη «έθεσε το πρόβλημα του σοσιαλισμού».

Με ποιο τρόπο θα ‘πρεπε να παρακινηθεί το «δημοκρατικό κράτος» ώστε να δράσει με το νόημα που δίνει σ’ αυτό ο Χίλφερντινγκ; Η απλή απάντηση ήταν: Με τη βοήθεια των εκλογών, συνεπεία των οποίων η σοσιαλδημοκρατία θα αποκτήσει κυρίαρχη πολιτική επιρροή. «Όλο και περισσότερο», σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Χίλφερντινγκ, «η καπιταλιστική κοινωνία υπόκειται στην αυξανόμενη επιρροή της εργατικής τάξης, όλο και περισσότερο υπερέχει η πολιτική αρχή της εργατικής τάξης να χρησιμοποιεί το κράτος ως μέσο διεύθυνσης και ελέγχου της οικονομίας προς το γενικό συμφέρον.» Εδώ επρόκειτο κατά κύριο λόγο για την πάλη [κατάκτησης] κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, όπου η συμμετοχή σε συμμαχικές κυβερνήσεις με τα αστικά κόμματα δεν απορρίπτονταν από την αρχή. Για να προσανατολιστεί η εργατική τάξη, μεταξύ αυτών, επίσης οι καθολικοί προλετάριοι και το αγροτικό προλεταριάτο των περιοχών ανατολικά του ποταμού Έλβα, στη σοσιαλδημοκρατία, ως εκείνη που καλείται να εκπροσωπήσει τα συμφέροντά τους, πρέπει, κατά τον Χίλφερντινγκ, να σπάσει το προνόμιο στην εκπαίδευση της κυρίαρχης τάξης, ενώ είναι απαραίτητη μια συστηματική εκπαιδευτική δουλειά, η οποία θα κάνει δυνατή τη διεύθυνση των επιχειρήσεων.

Περί εξωκοινοβουλευτικής δράσης (απεργίες, μαζικές διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις, καταλήψεις εργοστασίων) γινόταν λόγος το πολύ πολύ περιθωριακά, η δράση αυτή για το «δρόμο προς το σοσιαλισμό» α λα Χίλφερντινγκ δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Ως εκ τούτου, δείχνει τόσο συνέπεια όσο και σύγχυση, όταν ο Χίλφερντινγκ στην εισήγησή του προσανατολίζει την εργατική τάξη στο να μην παλεύει η ίδια για υψηλότερους μισθούς, αλλά να αναθέτει τον καθορισμό των μισθών στο κράτος και το κοινοβούλιο. «Σήμερα έχουμε πολιτική ρύθμιση των μισθών μέσω των συλλογικών συμβάσεων, μέσω των διαιτητικών δικαστηρίων … Η προσωπική μοίρα του εργάτη καθορίζεται από την πολιτική που ασκεί το κράτος.» Κυρίως, στις γυναίκες των εργατών πρέπει, κατά τον Χίλφερντινγκ πάντα, να ειπωθεί, «όταν ψηφίζετε, αποφασίζετε ταυτόχρονα για το ψωμί και το κρέας και για το ύψος του μισθού». Συνολικά, ο Χίλφερντινγκ προσανατολίζει το κόμμα του στο να επιτευχθούν οι «σοσιαλιστικές» σχέσεις με το ψηφοδέλτιο και την επιρροή του ουδέτερου κατά την άποψή του κράτους. Το αποφασιστικό ζήτημα, η αναγκαιότητα μιας μεταβίβασης [Überführung] της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί πραγματικά μια σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων, ο Χίλφερντινγκ δεν το έθεσε στην κεντρική του εισήγηση.

Οι εργαζόμενοι στον Χίλφερντινγκ συρρικνώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο να λειτουργούν σαν «ψηφοφόροι». Η ευθύνη για την υλοποίηση ενός σοσιαλισμού σύμφωνα με το μοντέλο του Χίλφερντινγκ ή για τις αλλαγές του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων που πρέπει να επιτευχθούν στο δρόμο προς τα εκεί, βρισκόταν προφανώς στους σοσιαλδημοκράτες βουλευτές και στους υπουργούς των κυβερνήσεων συνασπισμού. Η οδόντωση κοινοβουλευτικής δουλειάς και εξωκοινοβουλευτικής δράσης της εργατικής τάξης βρισκόταν προφανώς έξω από τον ορίζοντά του. Ο Χίλφερντινγκ και η μεγάλη πλειοψηφία των αντιπροσώπων στο Κίελο, βρίσκονταν μακριά από την αντίληψη τού ότι οι εργάτες είναι υποκείμενα που δρουν και όχι φιγούρες στη σκακιέρα κοινοβουλευτικών ελιγμών.


Αντιρρήσεις από αριστερούς του κόμματος

Παρ’ όλα αυτά, η εισήγηση του Χίλφερντινγκ στη συζήτηση που ακολούθησε, δεν έμεινε χωρίς αντιδράσεις. Κυρίως, η Τόνι Ζέντερ (Toni Sender), μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και ο Ζίγκφριντ Άουφχοϊζερ (Siegfried Aufhäuser), βουλευτής του Ράιχσταγκ και πρόεδρος της Γενικής ελεύθερης Συνομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων (Συνομοσπονδία AfA), έκαναν κριτική. Η Ζέντερ ανέφερε μεταξύ άλλων: Η αστική τάξη «συμβιβάστηκε με τη Δημοκρατία επειδή η Δημοκρατία δεν έγινε ακόμη Δημοκρατία της εργατικής τάξης, αλλά κάνει δυνατή ακόμη στους καπιταλιστές, ίσως με ακόμη πιο ακραία μορφή απ’ ό,τι παλιότερα, τη στήριξη της οικονομικής της εξουσίας». Και απέναντι στα επιχειρήματα που προέβαλε ο Χίλφερντινγκ για συμμετοχή στις αστικές κυβερνήσεις συνασπισμού, απάντησε ότι για το SPD αποτελεί αυτό «τότε μόνο ζήτημα ισχύος», «όταν πίσω από την κυβέρνηση βρίσκονται ισχυρές, δραστήριες, κοινωνικές δυνάμεις, όταν έχουμε κατακτήσει στη κοινωνία μια θέση ισχύος. Ίσως μας αντιτείνετε: Φοβάστε την ευθύνη! Δε φοβόμαστε να αναλάβουμε ευθύνη για την πολιτική μας, έχουμε όμως ενδοιασμούς ότι πρέπει να αναλάβουμε ευθύνη για μια πολιτική η οποία σε μεγάλο βαθμό είναι επηρεασμένη από το αστικό κομμάτι της κυβέρνησης.»

Ο Άουφχοϊζερ απαντώντας στον Χίλφερντινγκ υπογράμμισε την ακόλουθη σκέψη: «Το αστικό μπλοκ δεν αποτελεί ουσιαστικά σημάδι ότι η επιρροή του κράτους στην οικονομία έχει αυξηθεί, αλλά ότι οι καπιταλιστές σήμερα κυριαρχούν στο κράτος περισσότερο από ποτέ. (…) Όποιος θέλει σήμερα να κατακτήσει θέσεις στη Δημοκρατία μας, πρέπει πρώτα να είναι έτοιμος να αναλάβει την πάλη ενάντια στους αντιπάλους της Δημοκρατίας και τους ψεύτικους φίλους της που κυριαρχούν εκεί.»

Η Ζέντερ και ο Άουφχοϊζερ αιτιολόγησαν ένα ψήφισμα, το οποίο οριοθετήθηκε από την εισήγηση του Χίλφερντινγκ περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατυπώσεις: «Οι μέχρι τώρα προσπάθειες να εκπροσωπηθούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στο Ράιχ από συνασπισμούς με τα αστικά κόμματα, δεν οδήγησαν σε καμιά επιτυχία. Το καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας στη γερμανική Δημοκρατία είναι η εκπροσώπηση των προλεταριακών ταξικών συμφερόντων απέναντι στην ταξική κυριαρχία του καπιταλισμού, η πάλη για κοινωνικά αιτήματα και το σοσιαλισμό. Απέναντι σ’ αυτό το καθήκον, η πάλη για τη διατήρηση της Δημοκρατίας, με την οποία έχει συμβιβαστεί η αστική τάξη, μειώνεται σε σημασία.» Παρακάτω: «Το μέτωπο μάχης στη γερμανική Δημοκρατία δε διαμορφώνεται πλέον κάτω απ’ το σύνθημα: εδώ δημοκρατικά – εδώ μοναρχικά, αλλά εδώ σοσιαλιστικά – εδώ καπιταλιστικά. Εν όψει αυτής της κατάστασης η τακτική της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να είναι: Αντιπολίτευση αντί συνασπισμού. Το Συνέδριο του Κόμματος αποφασίζει να καθοδηγήσει αυτή την αντιπολίτευση χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα αστικά κόμματα στο πνεύμα της προλεταριακής ταξικής πάλης με όλα τα κατάλληλα κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά μέσα.» Το ψήφισμα αυτό απορρίφθηκε με 255 ψήφους έναντι 83, υπέρ της εισήγησης του Ρούντολφ Χίλφερντινγκ τάχθηκε η πλειοψηφία των αντιπροσώπων του Κόμματος.


Στη κρίση

Οι αναλύσεις και οι προτάσεις του Χίλφερντινγκ για μια πολιτική στρατηγική, που στον πυρήνα της περιλάμβανε τη δυνατότητα σταδιακής μετάβασης του «οργανωμένου καπιταλισμού» στο σοσιαλισμό, έγιναν η κατευθυντήρια γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας. Η αντίληψη του Χίλφερντινγκ, που δεν εκφράστηκε ανοιχτά, εντούτοις διακρίνεται, ότι [δηλαδή] από δω και στο εξής ο επιστημονικός σχεδιασμός και η οργάνωση της παραγωγής θα οδηγήσει στο να αποφευχθούν ή τουλάχιστον ότι θα μειωθεί [η ένταση] των καπιταλιστικών κρίσεων, διαψεύστηκε δυο χρόνια αργότερα με την έναρξη της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Και το αργότερο στις 30 Ιανουαρίου 1933 έγινε φανερό ότι «η δημοκρατία» (ο Χίλφερντινγκ πολέμησε με πολύ πάθος τη χρήση του επιθέτου «αστική») υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να μετατραπεί σε πρόσφορο έδαφος για το φασισμό. Τι γράφτηκε όμως στα πρακτικά εν μέσω πολλών χειροκροτημάτων; Ότι ο πρώσος πρωθυπουργός Ότο Μπράουν (Otto Braun) και ο υπουργός των Εσωτερικών του Καρλ Σέβερινγκ (Carl Severing) (και οι δυο από το SPD) κατόρθωσαν «να σπάσουν τα κύματα τόσο του μπολσεβικισμού όσο και του φασισμού στην Πρωσία. Αυτό ήταν ένα παγκόσμιο ιστορικό επίτευγμα! Η Ιστορία θα διηγηθεί κάποτε, τι προσέφερε ο Σέβερινγκ σε … όλη την Ευρώπη». Οι Ότο Μπράουν, Καρλ Σέβερινγκ και Ρούντολφ Χίλφερντινγκ συναντήθηκαν στην εξορία μετά τη μεταβίβαση της εξουσίας στους φασίστες. Οι αυταπάτες του Χίλφερντινγκ σχετικά με τον «οργανωμένο καπιταλισμό» συνέβαλαν στο ότι έγινε δυνατό να επικρατήσει μέσα στη σοσιαλδημοκρατία μια πολιτική, η οποία χαρακτηριζόταν από αμηχανία και παθητικότητα, εκεί όπου απαιτούνταν αποφασιστική εξωκοινοβουλευτική δράση. Για να διασωθεί η τιμή του Χίλφερντινγκ, πρέπει να ειπωθεί, ότι πολλές από τις θέσεις του, τις οποίες είχε παρουσιάσει στο Συνέδριο του Κόμματος στο Κίελο, τις αναθεώρησε στην εξορία – δυστυχώς μόνο εκεί.


Πηγή: junge Welt, 22.05.2017

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.