Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Γαλλικός Μάης του '68: Έξοδος από τη στενότητα


Παρίσι, Μάης του 1968. Πριν από 50 χρόνια φοιτητές και εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στην ύστερη γκωλική Γαλλία. Ποια συμβάντα έλαβαν χώρα; Πως ξεκίνησαν; Που κατέληξαν; Τι έμεινε από το Μάη του ’68; Σ’ αυτά και σε άλλα ερωτήματα γίνεται προσπάθεια να δοθεί απάντηση στο κείμενο που ακολουθεί (ΠΓ).

του Bernard Schmid

Την άνοιξη του 1988 η μνήμη βρισκόταν στον αστερισμό του αυτο-λιβανίσματος: Είκοσι χρόνια μετά το φημισμένο γαλλικό Μάη του ’68, οι άλλοτε πρωταγωνιστές –όπως ο «πράσινος» νεοφιλελεύθερος ευρωβουλευτής Daniel Cohn-Bendit ή ο μετέπειτα σοσιαλδημοκράτης γερουσιαστής Henri Weber- δεν είχαν φθάσει ακόμη στο ζενίθ της σταδιοδρομίας τους. Σε πολλά [τηλεοπτικά] κανάλια εκστασιάζονταν με αναμνήσεις από την ηρωική τους περίοδο. Η τριακοστή επέτειος ήταν σφραγισμένη από διαμάχες ερμηνείας και καυγάδες σχετικά με την κατεύθυνση μέσα στο στρατόπεδο της Αριστεράς υπό την ευρεία έννοια: Τον Μάη του 1988, αναρχοσυνδικαλιστές του μικρού συνδικάτου CNT έριξαν μια τούρτα στο πρόσωπο του Cohn-Bendit στην πανεπιστημιούπολη της Ναντέρ. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, οι Πράσινοι και το Γαλλικό ΚΚ την περίοδο εκείνη βρίσκονταν στη κυβέρνηση, πρωθυπουργός ήταν ο Lionel Jospin. Τον Μάη του 2008, υπό τον πρόεδρο Nicolas Sarközy, για το θέμα αυτό δεν ακούστηκαν πολλά.


Μουσειοποίηση και διαμαρτυρία

Και για την πεντηκοστή επέτειο; Υπάρχουν διάφορες τάσεις. Απ’ τη μια μεριά υπάρχει η μουσειοποίηση. [Σύμφωνα μ’ αυτήν], την άνοιξη του 1968 υπήρξαν συναρπαστικά γεγονότα. Όμως δεν είχαν εκρηκτική δύναμη, ακόμη ούτε και σήμερα. Έχουν κάποια σημασία για τη σημερινή κατανόηση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης στη Γαλλία; Ο Emmanuel Macron –είναι ο πρώτος γάλλος πρόεδρος, που το 1968 δεν είχε ακόμη γεννηθεί- προέτρεψε τον περασμένο Οκτώβριο, ότι μπορεί κανείς να μνημονεύσει επίσημα το γεγονός με εορτασμούς και εκδηλώσεις. Απλά, έλλειπαν μόνο τα πυροτεχνήματα. Η δεξιά αντιπολίτευση υπό τον συντηρητικό επιθετικό Laurent Wauquiez, αγανάκτησε μεν με τον Macron και κόμπασε ότι αυτός θέλει να καταστήσει ανεκτές τις ανατρεπτικές ιδέες. Πολιτικά, όμως, αυτό δεν έβλαψε τον Πρόεδρο και τα σχέδιά του. Στην πραγματικότητα, αυτή τη στιγμή δικές του εκδηλώσεις μνήμης δεν διοργανώνει μόνο το Μουσείο της πόλης του Παρισιού, αλλά και η Νομαρχιακή Αστυνομία του Παρισιού. Ο τίτλος της τελευταίας: «Ο Μάης του 1968 ιδωμένος από την άλλη πλευρά του οδοφράγματος». Δηλαδή από την πλευρά που βρίσκονταν οι άνθρωποι με τα ρόπαλα.

Μια δεύτερη τάση είναι εμφανής από τις αρχές του έτους σε αριστερούς διανοουμένους: Σε μια σειρά εκδηλώσεων που έγιναν μέχρι σήμερα, παρουσιάστηκαν παραγνωρισμένες πτυχές της κοινωνικής έκρηξης της άνοιξης του 1968. Μια σειρά εκδηλώσεων, για παράδειγμα, είχε ως αντικείμενο «Το 1968 από τη σκοπιά του νότου». Εδώ επρόκειτο για το ζήτημα, το ποια απήχηση είχαν τα γεγονότα στη γαλλόφωνη Αφρική, στο Μαγκρέμπ ή στα εδάφη που εξακολουθούν ακόμη να αποικιοκρατούνται από τη Γαλλία. Έτσι, στην πρωτεύουσα της Σενεγάλης, Ντακάρ, το δεύτερο εξάμηνο του Μαΐου του 1968, συνέβησαν γεγονότα παρόμοια με αυτά του Παρισιού: διαμαρτυρίες φοιτητών, μια απεργία μισθωτών, μια μεγάλη κρίση καθεστώτος.

Μια τρίτη και τελευταία επίκαιρη εξέλιξη μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανα-ιδιοποίηση. Αυτό έγινε, για παράδειγμα, αισθητό, όταν μια σειρά «πρώην» -οι οποίοι κάποτε στο γαλλικό Μάη του 1968 ήταν ιδιαίτερα ισχυροί αριστερά, στο μεταξύ, όμως, εδώ και πολύ καιρό μετατράπηκαν σε αποστάτες- συγκεντρώθηκαν στο θέατρο Odéon για να θυμηθούν «εκείνο τον καιρό». «Εκείνο τον καιρό» το Odéon είχε καταληφθεί για εβδομάδες και χρησίμευε ως φόρουμ για πολλές συζητήσεις σχετικά με την ουτοπία και τη στρατηγική. Ωστόσο, η όμορφη γιορτή των βετεράνων κατέληξε σε αποτυχία, όταν νεαροί ακτιβιστές την μετέτρεψαν σε σκηνή διαμαρτυρίας τους, η οποία στράφηκε ενάντια στη μεταρρύθμιση περί πανεπιστημίων της 8ης Μαρτίου. 

Αν αφήσουμε στην άκρη όλες τις μυστικοποιήσεις και τα αφιερώματα –τι συνέβη «πραγματικά» εκείνη την άνοιξη του 1968 στη Γαλλία; Στην αρχή όχι πολλά. Μάλλον ξεκίνησαν βαρετά. Τουλάχιστον αν πιστέψει κανείς την παρισινή εφημερίδα Le Monde. Ο τίτλος της στις 26 Ιανουαρίου ήταν: «Quand la France sennuie» (Όταν η Γαλλία βαριέται). Λίγους μήνες αργότερα τα πράγματα έμοιαζαν διαφορετικά: Τον Μάιο στη συνοικία του Παρισιού Latin, αυτοκίνητα στοιβάζονται σε οδοστρώματα. Η αξιοσέβαστη-αποστεωμένη Σορβόννη θα γίνει επί βδομάδες σκηνή συζητήσεων από καταληψίες που ξεσπούν έντονα. Οι τοίχοι της είναι γεμάτοι με κρεμασμένες εφημερίδες –όπως στην Κίνα της Πολιτιστικής Επανάστασης, που κηρύχθηκε δυο χρόνια νωρίτερα.

Τον Ιούνιο του 1968 οι εργάτες της Renault στην περιοχή Flins, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη γαλλική πρωτεύουσα, έριξαν μπουλόνια στην αστυνομία που πλησίαζε, για να αποτρέψουν την εκκένωση του εργοστασίου που βρισκόταν υπό κατάληψη. Από τη μεριά των αμυνομένων ένας μαθητής λυκείου πνίγεται κατά την έφοδο στο εργοστάσιο. Στις διαδηλώσεις που ακολούθησαν στο κέντρο του Παρισιού, οι χρονογράφοι κατέγραψαν 400 τραυματίες, 1.500 συλλήψεις και την ανέγερση 72 οδοφραγμάτων. Στη νομική Μονπελιάρ πέφτουν πυροβολισμοί γύρω από τα εργοστάσια της Peugeot. Τέσσερις εβδομάδες πλούσιες σε γεγονότα παίρνουν τέλος. Ωστόσο, στη συνέχεια ακολουθεί ένας επίλογος: Μισή δεκαετία έντονων πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, απεργιών, μέσω του νέου φεμινισμού και του κινήματος χειραφέτησης των ομοφυλοφίλων, που έφθαναν μέχρι την έντονη πολιτικοποίηση των αφρικανών εργατών μεταναστών και την απεργία σχετικά με τα ενοίκιά τους στις εργατικές τους κατοικίες η οποία διήρκεσε δυο χρόνια στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Όπου υπάρχει πολύ φως, εκεί υπάρχει και σκιά: Το καλοκαίρι του 1968, ζωηροί νέοι ακτιβιστές στη Νορμανδία, όχι μακριά από το Flins, επικαλούμενοι την Résistance [Αντίσταση] της δεκαετίας του 1940, καθώς και μαοϊκές αντιλήψεις περί αντάρτικου, προσπαθούν να ιδρύσουν ένα αγροτικό παράνομο κίνημα σε μια δασώδη περιοχή. Υπό τις συνθήκες της Γαλλίας προς το τέλος της δεκαετίας του 1960, αυτό επιδρά ιδιαίτερα παράξενα. Δεν είναι απλά παράξενο το γεγονός, ότι αυτή η ομάδα το καλοκαίρι εκείνο «ξεσκέπασε» έναν από τους αστυνομικούς χαφιέδες της, το έφερε μπροστά σε ένα αυτοδιοργανωμένο ποινικό δικαστήριο –και τον εκτέλεσε. Το σκληρό πυρήνα της σχημάτιζε, μεταξύ άλλων, η «Κατάνγκα». Αυτή ήταν η ονομασία μιας ομάδας, η οποία από τη μεριά των εξεγερμένων αρχικά έγινε αντιληπτή ως συσπείρωση από περίεργες φιγούρες και που κατά το Μάιο του 1968 οχυρώθηκε στην κατεχόμενη Σορβόννη. Ένα τμήμα τους ήταν πρώην μισθοφόροι από τους πολέμους στην Κατάνγκα στα ανατολικά της βελγικής πρώην αποικίας του Κονγκό μεταξύ 1960 και 1965, οι οποίοι δεν είχαν βρει το δρόμο τους πίσω προς την πολιτική ζωή. Τους είχε προσελκύσει το μαζικό κίνημα επειδή βρίσκονταν σε αναζήτηση αγώνα και δυναμικής.


Η αρχή έγινε στη Ναντέρ

Τα γεγονότα ξεκίνησαν –ήδη κατά τη διάρκεια που η Le Monde πίστευε ότι υπήρχε εκτεταμένη πλήξη στη Γαλλία- στη Ναντέρ και το Αντονί, δυο προαστιακές πόλεις του Παρισιού, στις οποίες τη δεκαετία του 1960 είχαν κατασκευαστεί φοιτητικές εστίες. Στη Ναντέρ βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με το εκεί Πανεπιστήμιο που χτίστηκε ταυτόχρονα το ίδιο χρονικό διάστημα. Μέχρι σήμερα βρίσκεται σφηνωμένο ανάμεσα σε προκατασκευασμένα κτίρια από πλάκες μπετόν, δυο σιδηροδρομικές γραμμές υψηλών ταχυτήτων και έναν αυτοκινητόδρομο. Τα κτίρια σχεδιάστηκαν λειτουργικά και ορθολογικά –φυσικά, απωθητικά και επικοινωνιακά εχθρικά, επειδή δεν μελετήθηκαν οι κοινωνικές εγκαταστάσεις της φοιτητικής ζωής, όπως οι καφετέριες και τα βιβλιοπωλεία. Οι εστίες για τις φοιτήτριες και τους φοιτητές, παρ’ όλο που χωρικά γειτονεύουν, είναι μεταξύ τους αυστηρά χωρισμένες: οι επισκέψεις στο άλλο τμήμα απαγορεύονται. Το κράτος, που έχει την εποπτεία για τον κανονισμό των εστιών, ρυθμίζει τη ζωή στις εστίες μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια.

Εδώ ξεκίνησαν οι πρώτες πράξεις αντίστασης: Στις 21 Μαρτίου 1967 φοιτητές –μέλη μιας αυτο-οργάνωσης που κατοικούσαν στις εστίες- εισέρχονται αργά το βράδυ στη φοιτητική εστία. Εκεί θα περάσουν τη νύχτα, στις τρεις η ώρα το πρωί θα διαβάσουν πρόχειρες πολιτικές ανακοινώσεις. Η αστυνομία που κλήθηκε, περικύκλωσε το επόμενο πρωί τη φοιτητική εστία, απ’ τη μεριά της, όμως, περικυκλώνεται από όλο και περισσότερους φοιτητές.

Από εκείνο το χρονικό σημείο, αποσπάται ένας σκληρός πυρήνας, ο οποίος θα μείνει ενεργός στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Στις 8 Ιανουαρίου 1968, ο γάλλος υπουργός Αθλητισμού και Νεολαίας, François Missoffe, επισκέπτεται την πανεπιστημιούπολη για να εγκαινιάσει το κλειστό κολυμβητήριο, που ακόμη και σήμερα βρίσκεται στο κέντρο της. Απέναντί του τού αντιπαρατίθεται με θρασύτητα ένας φοιτητής με κοκκινότριχο τσουλούφι, κάποιος Daniel Cohn-Bendit, μέλος μιας μικρής αναρχικής ομάδας. Σε ένα βιβλίο 300 σελίδων που είχε δημοσιεύσει λίγο καιρό πριν, ο προλαλήσαντας επικρίνει τον Missoffe, για το ότι δεν έχει συζητήσει ούτε μια φορά «τα σεξουαλικά προβλήματα της νεολαίας». Η απάντηση του υπουργού θα προκαλέσει αίσθηση: «Με το πρόσωπο που έχετε θα είχα κι εγώ τέτοιου είδους προβλήματα, προτιμότερο είναι να μην χρησιμοποιείτε το κολυμβητήριο». Παρεμπιπτόντως, για την ιστορία αυτή υπάρχει το ανέκδοτο ότι η κόρη του Missoffe ήταν λίγο καιρό πριν ερωμένη του Cohn-Bendit. Πρόκειται για την Françoise de Panafieu, η οποία στις αρχές αυτού του αιώνα ήταν προσωρινά συντηρητική κορυφαία πολιτικός και υποψήφια για το Δημαρχείο του Παρισιού.


Γένεση ενός κινήματος

Από δω και πέρα η Ναντέρ δε θα ηρεμήσει πλέον. Ένα χρόνο αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1968, συλλαμβάνεται ένας φοιτητής από τη Ναντέρ σε μια εξωπανεπιστημιακή δραστηριότητα: 200 διαδηλωτές, οι περισσότεροι νέοι, είχαν «εκτροχιάσει» το παρισινό υποκατάστημα της American Express και στους τοίχους του ζωγράφισαν συνθήματα υποστήριξης στο βιετναμέζικο απελευθερωτικό κίνημα FNL. Λίγο περισσότερο από μια βδομάδα νωρίτερα, είχε αρχίσει η μεγαλύτερη μέχρι τότε στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ που μάχονταν. Τις ημέρες εκείνες εξερράγησαν στο Παρίσι πολλές βόμβες από πλαστικές ύλες μπροστά σε υποκαταστήματα αμερικανικών τραπεζών και αεροπορικών εταιρειών. Ως άμεση αντίδραση στη σύλληψη, περίπου 150 φοιτητές κατέλαβαν το βράδυ το κεντρικό κτίριο της διοίκησης στη Ναντέρ. 

Τη νύχτα εκείνη γεννιέται το «Κίνημα της 22ης Μαρτίου». Διάφορες, μέχρι τότε εχθρικές μεταξύ τους ομάδες –μερικές περισσότερο αναρχικά, μερικές τροτσκιστικά, μερικά μαοϊκά προσανατολισμένες- ενώνονται σ’ αυτό. Η διοίκηση του Πανεπιστημίου της Ναντέρ κλείνει κατά διαστήματα τις πύλες τον Απρίλιο και από τις 2 Μαΐου διακόπτει τη λειτουργία για όλη την περαιτέρω πορεία των γεγονότων, τα οποία δε μπορεί πλέον να ελέγξει.

Από δω και στο εξής το κίνημα εξαπλώνεται σχεδόν αυτόματα. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στην αστυνομική καταστολή στη κλειστή πανεπιστημιούπολη, μια φοιτητική αντιπροσωπεία επισκέπτεται στις 3 Μαΐου την εσωτερική αυλή της Σορβόννης στο κέντρο του Παρισιού. Την περίοδο εκείνη τα δυο πανεπιστήμια έχουν ακόμη κοινή διοίκηση, εκείνη του πρύτανη της Σορβόννης. Συγκεκριμένη αφορμή αποτελεί η κλήτευση οκτώ φοιτητών από τη Ναντέρ στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του πανεπιστημίου που εδρεύει στη Σορβόννη. Προς αυτό, καλέστηκε το συνδικάτο των φοιτητών UNEF, στο οποίο η πλειοψηφία του ήταν συμπαθούντες του Κομμουνιστικού Κόμματος καθώς και μια αριστερή ριζοσπαστική μειοψηφική πτέρυγα, αυτό όμως δεν κινητοποιήθηκε σχεδόν καθόλου. Συγκεντρώθηκαν μόνο 300 περίπου φοιτητές. Μεταξύ αυτών βρίσκονταν οι μελλοντικοί εκπρόσωποι του «κινήματος»: Οι Daniel Cohn-Bendit, Alain Krivine, Daniel Bensaïd και Henri Weber.

Όταν φτάνει σ’ αυτούς η είδηση ότι πλησιάζει η δεξιά εξτρεμιστική οργάνωση συμπλοκής Occident, οι συγκεντρωμένοι εξοπλίζονται με κράνη και ραβδιά, το μπουλούκι, όμως, των τραμπούκων το σταματά στο δρόμο η αστυνομία. Ο πρύτανης πανικοβάλλεται, δίνει εντολή να κλείσουν οι αίθουσες διδασκαλίας και επιτρέπει στους αστυνομικούς να εισχωρήσουν στην εσωτερική αυλή της Σορβόννης. Αφότου οι διαδηλωτές είχαν διαπραγματευτεί ήδη την ελεύθερη αποχώρησή τους, η αστυνομία συλλαμβάνει στο δρόμο εκατοντάδες διαμαρτυρόμενους για να καταγράψει τα προσωπικά τους στοιχεία στο αστυνομικό τμήμα.


Πλατιά ένδειξη αλληλεγγύης

Ενόψει της δράσης, η οποία εμφανίζεται ως αιματηρή επίδειξη δύναμης, προκύπτει μια αυθόρμητη αλληλεγγύη μεταξύ των υπόλοιπων φοιτητών. Νέες γυναίκες ορμούν πάνω σε αστυνομικούς, οι πρώτες πέτρες πέφτουν. Οι φοιτητές υποχωρούν στη συνοικία Latin, όπου τα δακρυγόνα της αστυνομίας πετυχαίνουν επίσης αμέτοχους περίοικους και περαστικούς. Κατά τη χρήση κλομπ μαζεύονται τα τραπέζια από τις καφετέριες και τραυματίζονται πελάτες, οι κάτοικοι της συνοικίας προσπαθούν να φτάσουν στο σπίτι τους ή να αποτρέψουν τη σύλληψη των παιδιών τους. Η αυθόρμητη αλληλεγγύη δημιουργεί το εκρηκτικό μείγμα, που θα ξεσπάσει τις επόμενες ημέρες. Η συνοικία Latin βιώνει τις πρώτες της νύχτες οδοφραγμάτων. Οι συμμετέχοντες, στην αρχή κάνουν χρήση με μορφή παιχνιδιού αντικειμένων σκηνικού εξοπλισμού από προηγούμενες επαναστάσεις και εξεγέρσεις, οι οποίες έχασαν την υλική τους λειτουργία, όμως έχουν πάρει μια σταθερή θέση στη συλλογική μνήμη. Επειδή «στρατιωτικά», τα οδοφράγματα το Μάιο του 1968 δεν έχουν κανένα νόημα: Η εξεγερμένη νεολαία δεν έχει να κάνει με έφιππα στρατεύματα και οι αστυνομικοί παρακάμπτουν τα οδοφράγματα είτε απλά με τα πόδια, είτε τα απομακρύνουν με τη βοήθεια τεθωρακισμένων οχημάτων. Και όμως, στους συμμετέχοντες δίνουν το δικό τους συμβολισμό.

Η αστυνομική καταστολή απ’ τη μεριά της, προκαλεί κοινωνική αλληλεγγύη που υπερβαίνει το φοιτητικό περιβάλλον. Τα συνδικάτα CGT και CFDT αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία και καλούν σε γενική απεργία αλληλεγγύης για την 13η Μαΐου, ημέρα Δευτέρα, για τα θύματα των φοιτητών της καταστολής. Ταυτόχρονα επιλέγεται μια σαφής πολιτική ημερομηνία: Πρόκειται για την δέκατη επέτειο του στρατιωτικού πραξικοπήματος στην γαλλικά κατεχόμενη Αλγερία, που οδήγησε στη συνέχεια τον στρατηγό Charles de Gaulle το 1958 από το Αλγέρι να καταλάβει την εξουσία στην φθίνουσα Τέταρτη Δημοκρατία. Η αυταρχική προεδρική δημοκρατία της Πέμπτης Δημοκρατίας [Cinquième République] δημιουργήθηκε μέσω αυτής της πράξης.

Δεκάδες χιλιάδες –φοιτητές, νέοι, αλλά και εργάτες και μέλη συνδικάτων- διαδηλώνουν μαζί εκείνη την 13η Μαΐου στο Παρίσι. Ωστόσο, η μονοήμερη γενική απεργία προκαλεί ένα προτσές, το οποίο λίγο μετά βρίσκεται πάνω από τις δυνάμεις των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Την επόμενη ημέρα ξεκινούν οι πρώτες καταλήψεις εργοστασίων. Οι εργάτες της κατασκευάστριας εταιρείας αεροσκαφών Sud-Aviation που βρίσκεται κοντά στη Νάντη, «κόκκινο εργοστάσιο» και παλιό αναρχοσυνδικαλιστικό προπύργιο, κάνουν την αρχή. Στις 15 Μαΐου απεργούν οι εργάτες της Renault στο Cléon, και στις 16 Μαΐου το κύμα απεργιών και καταλήψεων επεκτείνεται σε άλλα μέρη της κατασκευάστριας εταιρείας. Η πρωτοβουλία συχνά παίρνεται από νέους, συνδικαλιστικά ανοργάνωτους εργάτες, τους οποίους το σύστημα ακόρντ και η εργοστασιακή πειθαρχία που συνδέεται μ’ αυτό, τους έχει φέρει μέχρι το λαιμό. Αυτή, όμως, αναλαμβάνεται από το οργανωμένο, έμπειρο τμήμα της εργατικής τάξης.

Οι μηχανισμοί των καθιερωμένων αριστερών κομμάτων και τα συνδικάτα που συνδέονταν με αυτά, τις επόμενες τέσσερις βδομάδες θα δυσκολευτούν αρκετά για να υπερασπιστούν τη θέση τους ως «προορισμένοι εκπρόσωποι». Και η CGT, κάποτε η ισχυρότερη συνδικαλιστική συνομοσπονδία, διαπραγματεύεται στις 27 Μαΐου τη «Συμφωνία της Grenelle» με την κυβέρνηση και τους «εργοδότες» για να τερματιστεί η απεργία στα εργοστάσια. Ως αρχικό αίτημα κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, η CGT ζητά να αυξηθεί ο νομικά κατοχυρωμένος κατώτατος μισθός κατά 30%. Ο σύνδεσμος, όμως, των επιχειρηματιών, ο τότε CNPF, προσφέρει αμέσως απ‘ τη μεριά του 35%, κάτι που στη συνέχεια συμφωνείται. Τους εκπροσώπους του κεφαλαίου εκείνη τη χρονική στιγμή τους ενδιαφέρει μόνο ένα πράγμα: Να σταματήσουν επιτέλους οι ηλίθιες [όπως ισχυρίζονται] απεργίες και οι καταλήψεις των εργοστασίων. Η CGT πρέπει να φροντίσει για την τάξη. Σχετικά με την προς επίτευξη συμφωνία, το συνδικάτο και η κυβέρνηση είχαν συμφωνήσει κατ’ αρχήν μυστικά, χάρη στη διαμεσολάβηση του νέου υφυπουργού στο υπουργείο Κοινωνικής Πολιτικής –κάποιον Jacques Chirac. Συνεπώς, τα κόμματα μπορούν να συμφωνήσουν γρήγορα.

Όμως, ο γενικός γραμματέας της CGT, Georges Séguy, την επόμενη ημέρα στο συνδικαλιστικό προπύργιο Μπουλόν-Μπιγιανκούρ, στην έδρα της Renault, αναγκάζεται να διαπιστώσει ότι αυτά που συμφωνήθηκαν είναι μη δημοφιλή. Στη πραγματικότητα είχε έρθει για να ζητήσει τη συνέχιση της εργασίας. Ενόψει όμως της θυελλώδους ατμόσφαιρας, στη μέση της ομιλίας του δηλώνει το αντίθετο. Τα σημαντικότερα μεγάλα εργοστάσια, όπως η Renault στο Flins, θα εκκενωθούν στα μέσα Ιουνίου από την αστυνομία. Οι εργάτες της κατασκευάστριας εταιρείας αυτοκινήτων ξεκινούν ξανά την εργασία από τις 18 Ιουνίου. Στο αποκορύφωμα της απεργίας είχαν απεργήσει περίπου οκτώ εκατομμύρια εργάτες.


Ευλαβής, ευσεβής και εγκρατής

Στη πραγματικότητα, ο αρχικός ορκισμένος «βαρετός» χαρακτήρας της ύστερης γκωλικής Γαλλίας ήταν μόνο μια ευχάριστη επιφάνεια, κάτω από την οποία υπήρχε αναβρασμός. Ο ύστερος γκωλισμός στην εξουσία, αυτό στα μέσα της δεκαετίας του 1960 σήμαινε ένα δύσκολο μείγμα, αποτελούμενο από τεχνικά-λειτουργικό, σκόπιμα-ορθολογικό εκσυγχρονισμό και ασφυκτική, στενάχωρη κοινωνική στενότητα: Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το επίπεδο των οικογενειακών δομών. Μέχρι το 1965 μια παντρεμένη γυναίκα στη Γαλλία δεν είχε καν το δικαίωμα να ανοίξει ένα λογαριασμό στην τράπεζα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου της. Τα αντισυλληπτικά απαγορεύονταν διά νόμου από το 1919 –στην εποχή του Chambre bleu-horizon, της ακροδεξιάς και εθνικιστικής πλειοψηφίας την περίοδο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μόνο το Δεκέμβριο του 1967 χαλάρωσε η απαγόρευση με το Loi Neuwirth. Κατά έναν ντροπιαστικό τρόπο τα αναγκαία για αυτό διατάγματα καθυστέρησαν από την κυβέρνηση εν μέρει μέχρι το 1972. Στην ιδιωτική τους ζωή οι Γάλλοι θα ‘πρεπε να συμπεριφέρονται όπως η «θεία Yvonne», η σύζυγος του Προέδρου Charles de Gaulle: με ευλάβεια, ευσέβεια και εγκράτεια.

Ταυτόχρονα, η Γαλλία από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 προχωρούσε με μεγάλα βήματα στην τεχνολογική εποχή: Μια εκβιομηχάνιση της χώρας που αναπλήρωσε πολλά, η οποία μέχρι τότε υπήρχε μόνο σε λίγα βιομηχανικά κέντρα γύρω από μερικές μεγάλες πόλεις, εξασφάλισε διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης ετησίως. Σχεδιάστηκαν ολόκληρες πόλεις στο σχεδιαστήριο, με αυστηρό λειτουργικό διαχωρισμό σε χώρους εργασίας, ύπνου και συνοικίες για ψώνια. Έτσι προέκυψαν οι Villes nouvelles [νέες πόλεις] στην περιφέρεια του αστικού χώρου του Παρισιού ή τα Vitrolles κοντά στη Μασσαλία. Για την πρωτεύουσα μάλιστα είχε σχεδιαστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960 να κλειστεί πλήρως το Κανάλι Σαιν-Μαρτέν –η πράσινη αρτηρία στα ανατολικά του Παρισιού- και να εξαφανιστεί κάτω από μια εθνική οδό. Όταν όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχε προχωρήσει αρκετά το θέμα και έφθασε η στιγμή υλοποίησης του σχεδίου, οι κάτοικοι της περιοχής δε συμφωνούσαν.

Οι κοινωνικές συγκρούσεις φαινόταν ότι είχαν λυθεί στο πλαίσιο ενός τεχνοκρατικού ορθολογισμού, ή τουλάχιστον ότι εκτοπίστηκαν. Βέβαια, κάτω από την επιφάνεια η ταξική σύγκρουση παρέμενε ενεργή, ειδικά οι κοινωνικές διαφορές δεν είχαν μειωθεί παρά τη ραγδαία ανάπτυξη, μάλιστα αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο κατά τη μακρά φάση της «κοινωνικής ειρήνης» από τις αρχές της δεκαετίας του 1960.


Ξεκίνημα και αντίδραση

Όχι τελευταία, πρέπει να αναφερθεί ένας άλλος σημαντικότερος παράγοντας: η παρουσία μιας γενιάς νέων Εβραίων, η οποία είχε σφραγιστεί από την άμεση αντιπαράθεση με την τύχη των οικογενειών τους από το Ολοκαύτωμα. Ποτέ ξανά, πίστευαν αυτοί οι νέοι διανοούμενοι και ακτιβιστές, δε θα ήταν δυνατή η πολιτική ή η κοινωνική αδιαφορία και η απάθεια –ειδικά όταν πρόκειται για το φασισμό, τον οποίο όπως και άλλα μέλη της γενιάς τους, τον έβλεπαν συχνά να προσωποποιείται σε διάφορους αντιπάλους τους, όπως για παράδειγμα τους υπεύθυνους της αμερικάνικης πολιτικής στο Βιετνάμ. Αυτή η ειδική πρόσβαση προς την πολιτική στράτευση έδωσε στον παρισινό Μάη του 1968 μερικές από τις πιο σημαντικές κεφαλές της: Alain Krivine (ο ίδιος ήταν δύο ετών όταν μόλις που διέφυγε την εκτόπιση), Daniel Cohn-Bendit, Alain Geismar, Daniel Bensaïd ή ακόμη και ο Bernard Kouchner. Μερικοί από αυτούς εξακολουθούν να είναι ακόμη και σήμερα ηγετικές κεφαλές (Krivine) της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη Γαλλία ή θεωρούνται ως θεωρητικοί τους –ακόμη κι αν άλλοι προσχώρησαν στο νεοφιλελευθερισμό (Cohn-Bendit) ή στη δεξιά πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας και υποστήριξαν τους πολέμους της Δύσης (Kouchner). Ένας ισραηλινός συγγραφέας ονόματι Yaïr Auron, τούς αφιέρωσε το 1998 μια ιδιαίτερα συναρπαστική μελέτη: «Les Juifs d'extrême gauche en Mai 68» (Οι Εβραίοι της ριζοσπαστικής Αριστεράς τον Μάιο του ’68), υπότιτλος στα γερμανικά: «Μια γενιά που σφραγίστηκε από το Ολοκαύτωμα».

Επιπλέον, το διεθνές πνεύμα αισιοδοξίας που συνόδευε τη διαδικασία αποαποικιοποίησης και το αρχικά χειραφετητικό πλεόνασμα (που ξεπερνούσε τις πραγματικές διαδικασίες ίδρυσης κρατών που λάμβαναν χώρα), είχε σημαντικό αντίκτυπο στα γεγονότα εκείνης της εποχής. Έτσι, δε ήταν πολύς καιρός από τότε που είχε τελειώσει ο πόλεμος στην Αλγερία. Στη Λατινική Αμερική ήταν επίσης στραμμένα πολλά βλέμματα. Ρόλο-κλειδί, όμως, έπαιξε ο πόλεμος στο Βιετνάμ.

Τι έμεινε [τελικά] από το Μάη του 1968; Στο επίπεδο της κοινωνικής ηθικής, των ατομικών δυνατοτήτων ανάπτυξης, το κύμα σοκ του σεισμού του Μάη, τα επόμενα χρόνια διέρρηξε πολλά. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 κάτω από μια συντηρητική κυβέρνηση, της οποίας η βάση αντιτασσόταν, έγιναν μια σειρά από πραγματικές μεταρρυθμίσεις ως μακροπρόθεσμες συνέπειες του «Mai soixante-huit»: η μείωση της ενηλικιότητας από τα 21 στα 18 έτη (1974), η νομιμοποίηση των αμβλώσεων μέσω του Loi Veil (1974) ή η χαλάρωση του μέχρι τότε εξαιρετικά δύσκολου διαζυγίου και της απόδειξης «ενοχής» ενός συζύγου που απαιτούνταν για την έκδοσή του (1975). Το Δεκέμβριο του 1974 εισήχθη η χρηματοδότηση από τα ασφαλιστικά ταμεία των αντισυλληπτικών χαπιών, ακόμη και για ανηλίκους χωρίς να απαιτείται γονική συναίνεση. Αντίθετα, η αλλαγή του οικονομικού συστήματος, που θα ‘πρεπε, φυσικά, να συνοδευόταν, για πολλούς ενεργά συμμετέχοντες τον Μάη, ως γνωστόν δεν έλαβε χώρα. Πολύ περισσότερο, η καπιταλιστική δομή κατόρθωσε να ενσωματώσει την ώθηση που προκλήθηκε το 1968 στον ατομικισμό και την ευελιξία και να την αξιοποιήσει για τον εαυτό της –με τη διάλυση των συλλογικών εγγυήσεων ή την καλύτερη εκμετάλλευση των διανοητικών πόρων [της διανόησης, ΠΓ].


Πηγή: junge Welt, 16.05.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.