Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Πολιτική οικονομία πριν τον Μαρξ


Στις μελέτες του για το «Κεφάλαιο» ο Karl Marx μπόρεσε να στηριχθεί και σε πολλά έργα αστών οικονομολόγων. Λαμβάνοντάς τα υπόψη και ασκώντας τους κριτική, ανέπτυξε την πολιτική του οικονομία. Λόγος γίνεται εδώ περί κλασικής αστικής πολιτικής οικονομίας, η οποία ξεκινούσε από τα έργα του William Petty και αποκορυφωνόταν σε αυτά του David Ricardo. Το κείμενο που ακολουθεί, γραμμένο από τον γερμανό κομμουνιστή οικονομολόγο Holger Wendt, καταπιάνεται με αυτό το θέμα, ένα θέμα που, σε μεγάλο βαθμό, δεν του έχει δοθεί μέχρι σήμερα η πρέπουσα σημασία (ΠΓ).

του Holger Wendt


Μέρος 1ο: Πηγές του πλούτου

Οι μεγάλοι στοχαστές δε χαρακτηρίζονται μόνο από το γεγονός ότι σκέφτονται νέα πράγματα. Καλύτερα από άλλους, αναγνωρίζουν αυτό που ήδη υπάρχει στις πρωτοποριακές ιδέες της εποχής τους. Μέσα σ’ όλο τον κυκεώνα που θολώνει τα κεφάλια των συγχρόνων τους, βλέπουν διανοητικά σημεία σύνδεσης. Ο Karl Marx δεν αποτελεί εδώ εξαίρεση. Το «Κεφάλαιό» του δεν προέκυψε από το θεωρητικό τίποτα, κάτι που φαίνεται ήδη στον υπότιτλο. Αυτός, ως γνωστόν, είναι: «Κριτική της πολιτικής οικονομίας».

Τι σημαίνει αυτό; Μας λέει ο Marx τι έκαναν λάθος οι πρόδρομοί του; Λέει στους οικονομολόγους της εποχής του τι παράβλεψαν ή τι ερμήνευσαν εσφαλμένα; Και αυτό. Κριτική της πολιτικής οικονομίας σημαίνει, μεταξύ άλλων, αρνητική κριτική στην επιστήμη η οποία αυτοαποκαλείται πολιτική οικονομία. Αναλυτικά, σ’ αυτό ή σ’ εκείνο το ξεχωριστό ζήτημα. Σε μεγάλο βαθμό, με το να αποδεικνύει ο Marx ότι αυτό που η αστική κλασική οικονομία θεωρεί εντελώς αυτονόητα ως φυσική κοινωνική τάξη πραγμάτων, στη πραγματικότητα αποτελεί μόνο ειδικό χαρακτηριστικό στοιχείο μιας εποχής. Κατανοώντας ως στοιχείο ενός ιστορικού προτσές, αυτό που πριν θεωρούνταν κατάσταση. Προσφεύγοντας στα επιτεύγματα της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, αναπτύσσει μια εντελώς νέα επιστημονική μεθοδολογία.


Υποκείμενο και αντικείμενο της κριτικής

Αυτή η πλευρά της «Κριτικής της πολιτικής οικονομίας», η οποία επιτίθεται στις ανεπάρκειες της επιστήμης που υπήρξε πριν από αυτήν, έχει τονιστεί συχνά. Είναι σωστή και σημαντική, μπορεί όμως αν απολυτοποιηθεί, να οδηγήσει σε εσφαλμένους δρόμους. Τα τελευταία 20 χρόνια δεν είναι της μόδας να γίνεται λόγος περί μαρξικής και/ή μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Πίσω από κάθε θάμνο παραμονεύει ένας πρωτοετής φοιτητής, ο οποίος εξηγεί ότι κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Ότι ο Marx δεν έγραψε πολιτική οικονομία, αλλά κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Πίσω απ’ αυτό το επιχείρημα βρίσκεται η άποψη ότι η κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι η πολιτική οικονομία, ότι είναι σχεδόν το αντίθετο. Αληθεύει αυτό; Που βρήκε ο Marx αυτή τη διατύπωση; Την «έκλεψε». Από τον Kant. «Κριτική του καθαρού Λόγου», αναφέρεται στον Immanuel Kant, όχι απλά Κριτική στον καθαρό Λόγο. Ο καθαρός Λόγος είναι ταυτόχρονα αντικείμενο και υποκείμενο της πρότασης, είναι ταυτόχρονα αντικείμενο και υποκείμενο της κριτικής. Ως διαφωτισμένος φιλόσοφος που είναι ο Kant, δε μπορεί να κάνει κριτική στο Λόγο παρά από τη σκοπιά του Λόγου. Ένας θεολόγος θα μπορούσε να κάνει κριτική στο Λόγο από τη σκοπιά μιας υψηλότερης αποκάλυψης, ο Kant, αυτό είναι που κάνει και το μέγεθός του, δεν το μπορεί.

Μια συγκρίσιμη πολλαπλή σημασία βρίσκουμε στη μαρξική διατύπωση της «Κριτικής της πολιτικής οικονομίας». Ως υποκείμενο της κριτικής εμφανίζεται η ίδια η πολιτική οικονομία ως κριτικός της υπάρχουσας κοινωνίας. Αυτό ισχύει ήδη, αν και με διαφορετικό τρόπο από τον Marx, για την κλασική πολιτική οικονομία. Εκεί, όπου δεν υποβάλλεται σε κριτική η οικονομική κατάσταση της κοινωνίας, αλλά ο συλλογισμός για αυτήν, η πολιτική οικονομία είναι επίσης ταυτόχρονα αντικείμενο και υποκείμενο. Είναι αντικείμενο της κριτικής στο βαθμό που ο Marx διατύπωσε αυτό που ήταν σωστό στην έως τώρα πολιτική οικονομία, τι ήταν λάθος και τι μονόπλευρο, γιατί συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις έπρεπε με αναγκαιότητα να συλληφθούν εσφαλμένα. Είναι υποκείμενο της κριτικής, επειδή σε μια επιστήμη μπορεί να γίνει κριτική μόνο από τη σκοπιά της επιστήμης, συνεπώς, στην πολιτική οικονομία μπορεί να γίνει κριτική μόνο από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομίας.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Marx έκανε κριτική, αφενός, στην αστική κοινωνία, αφετέρου, στη σκέψη των προδρόμων του, ήταν νέος. Ο Marx δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν ο πρώτος και ο μοναδικός που έκανε κριτική στην πολιτική οικονομία. Κάθε επιστημονική θεωρία που αξίζει να φέρει αυτό το όνομα, είναι αντιπαράθεση με άλλες θεωρίες που έχουν προηγηθεί. Μπορεί να συλλάβει καλύτερα το αντικείμενό της απ’ ό,τι οι πρόδρομοί της, επειδή τις έχει υποβάλλει σε κριτική. Προσεγγίσεις που έχουν προηγηθεί αίρονται θετικά ή αρνητικά. Η νέα αντίληψη διατηρεί τα επιτεύγματα των προδρόμων, ταυτόχρονα οριοθετείται από αυτούς, επομένως μπορεί να κατανοηθεί πλήρως μόνο όταν κατανοηθεί τι πρέπει να διατηρηθεί ή να απορριφθεί και γιατί το κάνει. Αυτό ισχύει φυσικά και για τη μαρξική θεωρία. Η ενασχόληση με τους προδρόμους του Marx αποτελεί σημαντικό συστατικό στοιχείο για την κατανόηση του μαρξικού έργου.


Κλασική πολιτική οικονομία

Ο Marx, την εποχή της οικονομικής σκέψης που προηγήθηκε του έργου του, την βάφτισε κλασική πολιτική οικονομία. Στο «Κεφάλαιο» αναφέρεται: «Ας σημειωθεί μια για πάντα ότι όταν λέω κλασική πολιτική οικονομία εννοώ όλη την πολιτική οικονομία από τον Ουίλ. Πέττυ και δω, που εξερευνάει την εσωτερική αλληλουχία των αστικών σχέσεων παραγωγής, σε αντίθεση με τη χυδαία πολιτική οικονομία που στριφογυρίζει μόνο μέσα στη φαινομενική αλληλουχία (…)»[1].

Σ’ αυτή τη σύντομη πρόταση υπάρχουν μερικά πράγματα. Αρχικά, οι λέξεις «σχέσεις παραγωγής» -δηλαδή, εκείνες οι κοινωνικές σχέσεις τις οποίες συνάπτουν οι άνθρωποι σε σχέση με την παραγωγή και αναπαραγωγή της υλικής βάσης της ζωής τους. Τα κείμενα των κλασικών οικονομολόγων θέτουν στο επίκεντρο της θεώρησης θέματα, όπως, παραγωγή, εργασία, καταμερισμός εργασίας, υπερπροϊόν και τάξεις. Αυτό ίσως να μην προκαλεί έκπληξη στους μαρξιστές, στην ιστορία [όμως] της οικονομικής σκέψης αποτελούσε καινοτομία. Τα γραπτά που προηγήθηκαν της κλασικής οικονομίας περιστρέφονταν γύρω από άλλα σημεία. Οι μονεταριστές και οι μερκαντιλιστές ενδιαφέρονταν περισσότερο για την συσσώρευση χρήματος, αργύρου και χρυσού. Φιλονικούσαν σχετικά με την επίδραση των ανώτατων επιτοκίων και τις συνέπειες της πριγκιπικής επιδείνωσης των νομισμάτων. Αναζητούσαν τρόπους να φέρουν πολύτιμα μέταλλα στη χώρα και να επιτύχουν εμπορικά πλεονάσματα, συζητούσαν για τη σημασία των απαγορευτικών δασμών, των φόρων στα πολυτελή και εισαγόμενα αγαθά ή τα ελεύθερα λιμάνια. Το ότι ο υλικός πλούτος ενός έθνους δεν συνίσταται στα θησαυρισμένα πολύτιμα μέταλλα, αλλά στο παραγωγικό δυναμικό του πληθυσμού, το ότι βασίζεται λιγότερο στην εξυπνάδα της κυβέρνησης και την ικανότητα των εμπόρων απ’ ό,τι στην εργασία των φτωχών, αυτό είναι μια γνώση η οποία στην ιστορία της οικονομικής επιστήμης δεν επέδρασε λιγότερο επαναστατικά απ’ ό,τι οι αντιλήψεις ενός Kopernikus στην ιστορία της αστρονομίας.

Φυσικά, οι κλασικοί δεν ασχολήθηκαν κατ’ εξοχήν με τις σχέσεις παραγωγής, αλλά με τις «αστικές σχέσεις παραγωγής». Αυτό είναι αφενός ιστορικά κατανοητό, καθώς γράφουν στην εποχή της ανόδου του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Με το να συλλαμβάνονται κατηγορίες, όπως, εμπόρευμα, ανταλλαγή, χρήμα, κέρδος, μισθωτή εργασία, κεφάλαιο κτλ κατά κάποιο τρόπο ως φυσικές, υπερ-ιστορικά ισχύουσες κατηγορίες που αντιστοιχούν κατ’ εξοχήν στη φύση του ανθρώπου, καταλήγουν σε μια οξεία κριτική των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων. Πριγκιπική αυθαιρεσία, περιορισμοί που προέκυπταν από εκκλησιαστικά δόγματα περί τόκων, τιμών, ωραρίων εργασίας, παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, νόμοι περί συντεχνιών, πολλαπλασιασμός των δασμών και των φεουδαρχικών εισφορών, όλα αυτά και πολλά άλλα δεν θεωρούνταν στο εξής μόνο επιζήμια, αλλά και αφύσικα. Αφετέρου, ο αστικός ορίζοντας της κλασικής οικονομίας αποτελούσε έναν επιστημονικό φραγμό, οδηγούσε σε μια απολυτοποίηση των ιστορικά σχετικών μορφών της αναπαραγωγής. Οι κοινωνικές σχέσεις, που είναι αποτέλεσμα των ιστορικών εξελίξεων και, επομένως, ιστορικά είναι παροδικές, εμφανίζονταν ως βασικά γεγονότα της ανθρώπινης ύπαρξης που ίσχυαν άχρονα.

Παρά τον σοβαρό αυτό περιορισμό, ο Marx αναγνωρίζει στην κλασική οικονομία μεγάλα επιστημονικά επιτεύγματα. Κατά τον Marx, η κλασική πολιτική οικονομία «εξερευνάει την εσωτερική αλληλουχία των αστικών σχέσεων παραγωγής». Ενόσω η χυδαία οικονομία κολλούσε στο εξωτερικό φαινόμενο, η κλασική οικονομία είχε διεισδύσει στην ουσία του αστικού τρόπου παραγωγής. Ένας μεγαλύτερος έπαινος μόλις που είναι δυνατός.


William Petty


Κατά τον Marx, η κλασική οικονομία αρχίζει με τον William Petty. Πως καταλήγει σ’ αυτή την άποψη; Ο William Petty γεννήθηκε στο Ρόμσεϊ το 1623, μια μικρή πόλη στη νότια Αγγλία κοντά στο Σαουθάμπτον. Ήταν γιος ενός μικρού επιχειρηματία κλωστοϋφαντουργίας, κλονισμένου από τις οικονομικές αναταραχές της δεκαετίας του 1630. Ως ναυτόπουλο με ένα σπασμένο πόδι, αφημένος στο Καέν της Νορμανδίας, ο Petty έγινε δεκτός στο εκεί κολλέγιο των ιησουϊτών και έλαβε καλή εκπαίδευση. Ως νεαρός ενήλικας, ήταν σύγχρονος της πουριτανικής επανάστασης. Κατά τη διάρκεια και εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου μεταξύ των βασιλοφρόνων και του New Model Army[2], ο Petty εγκατέλειψε εκ νέου την Αγγλία. Σπούδασε ιατρική, αρχικά στην Ολλανδία, αργότερα μετακόμισε στο Παρίσι και έγινε γραμματέας του φιλοσόφου Thomas Hobbes που διέμενε στην εξορία. Το 1646 μετά την επιστροφή του στο Λονδίνο, είχε επαφή με τον κύκλο γύρω από τους Samuel Hartlib, John Dury και Amos Comenius, που εμπνέονταν από τα έργα του Francis Bacon. Αυτοί οι τρεις δεν ήταν μόνο οι «φιλόσοφοι της επανάστασης», αλλά η ομάδα που καθοδηγούνταν από αυτούς ανήκε στους πρωτοπόρους μιας σύγχρονης αντίληψης για την επιστήμη, της φυσικο-επιστημονικής επανάστασης της σύγχρονης εποχής. Από τον Κύκλο- Hartlib προέκυψε ο ενεργός πυρήνας των ιδρυτών της Royal Society [Βασιλική Εταιρεία], της οποίας μετέπειτα αντιπρόεδρος θα γινόταν ο Petty.

Η στενή σχέση που διατηρούσε ο Petty με βασικούς εκπροσώπους και θεσμούς του νέου Διαφωτισμού είναι αξιοσημείωτη. Αυτή αντανακλάται στο έργο του. Οι βασικές οικονομικές γνώσεις του Petty είναι αδιανόητες αν δε γίνει αναφορά στις δυο κύριες κατευθύνσεις του νέου Διαφωτισμού –στον μεταδιδόμενο από τον Thomas Hobbes ορθολογισμό και στον εμπειρισμό που εμπνεύστηκε ο Francis Bacon. Αυτό είναι ούτως ή άλλως αξιοσημείωτο για ολόκληρη την κλασική οικονομία. Στο παράδειγμα άλλων μεγάλων εκπροσώπων αυτής της κατεύθυνσης, θα δούμε πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν η πολιτική οικονομία εκείνης της εποχής με την προοδευτική φιλοσοφία.

Ο Petty χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του ως φιλόσοφο, όμως ήταν λιγότερο λόγιος των σαλονιών απ’ ό,τι άνδρας της πράξης. Μιας πράξης μερικές φορές αιματηρής. Αφότου ολοκλήρωσε τις ιατρικές σπουδές του στην Οξφόρδη και έγινε καθηγητής Ανατομίας σ’ αυτό το πανεπιστήμιο, τέλειωσε την ακαδημαϊκή του καριέρα και πήγε ως γιατρός στο στρατηγείο των βρετανικών κατοχικών δυνάμεων στην Ιρλανδία. Ταυτόχρονα με τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο, οι Ιρλανδοί ξεσηκώθηκαν το 1641 ενάντια στη βρετανική ξενοκρατία. Μετά τη νίκη του κοινοβουλευτικού στρατού στην Αγγλία, την εκτέλεση του Charles I και τη σταθεροποίηση της κυριαρχίας του Cromwell, οι νέοι εξουσιαστές άρχισαν με την καταστολή της ιρλανδικής εξέγερσης. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν ήταν, ακόμη και σε σύγκριση με τους κανόνες της εποχής εκείνης, ιδιαίτερα αιματηρές, κατά την εκτίμηση του Petty περίπου το 40% του ιρλανδικού πληθυσμού έχασε τη ζωή του.


Χωρομέτρηση της Ιρλανδίας

Όταν ο Petty πήγε στη χώρα, στο Γουότερφορντ, το 1652, οι Άγγλοι είχαν ήδη τελειώσει τον πόλεμο. Αυτό που δεν είχε ξεκαθαρίσει ήταν το ζήτημα της διανομής της λείας από τον πόλεμο. Τα τεράστια κόστη της εκστρατείας του Cromwell δε μπορούσαν να εξοφληθούν από το εντελώς άδειο Δημόσιο Ταμείο. Ιδιώτες επενδυτές προκατέβαλαν χρήματα έναντι τίτλων νομής στην προς κατάκτηση ακόμη ιρλανδική γη. Αντί στρατιωτικού μισθού οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί απέκτησαν επίσης δικαιώματα στην κατοχή γης. Η καταστολή της ιρλανδικής εξέγερσης έφερε έτσι από την αρχή πάνω της τον χαρακτήρα ενός ληστρικού πολέμου. Οι μαζικές δολοφονίες και ο εκτοπισμός του ντόπιου πληθυσμού χρησιμοποιήθηκαν συνειδητά ως μέσο χρηματοδότησής του, η νέα διανομή της χώρας που την λήστευαν ήταν προϋπόθεση της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής διασφάλισης της βρετανικής κυριαρχίας.

Πως θα έπρεπε, όμως, να διανεμηθεί η γη; Κτηματολογικές υπηρεσίες δεν υπήρχαν, τα υπάρχοντα ιδιοκτησιακά δικαιώματα σπανίως ήταν καταγεγραμμένα και συχνά ήταν ρευστά. Για το μεγαλύτερο μέρος του πράσινου νησιού δεν υπήρχαν καν χάρτες. Ο William Petty πέτυχε σ’ αυτό που απέτυχαν άλλοι οικτρά πριν απ’ αυτόν. Ως γενικός υπεύθυνος χωρομέτρησης, μέσα σ’ ένα χρόνο οργάνωσε τη διεξοδική χωρομέτρηση και χαρτογράφηση της Ιρλανδίας, αργότερα τη διανομή της γης που είχε ληστευθεί. Η επιτυχία αυτή βοήθησε τον ίδιο να εισέλθει στον εσωτερικό κύκλο γύρω από τον Henry Cromwell, τον νεότερο γιο του Oliver και κυρίαρχο προστάτη της Ιρλανδίας. Ταυτόχρονα ο Petty βγήκε απ’ αυτή την επιχείρηση αρκετά πλούσιος και ένας από τους μεγαλύτερους γαιοκτήμονες της Ιρλανδίας.

Η παλινόρθωση της μοναρχίας υπό τον Stuart Charles II το 1660, έθεσε ένα ξαφνικό τέλος στην πολιτική καριέρα του Petty. Ναι μεν μπόρεσε να διασώσει το μεγαλύτερο μέρος της ιδιοκτησίας του, η σχέση του όμως προς την οικογένεια Cromwell τον είχε δυσφημίσει. Απέναντι στην αποτυχία των προσπαθειών του να διεισδύσει εκ νέου στον εσωτερικό κύκλο της εξουσίας, βρίσκονταν τα πρωτοποριακά επιστημονικά επιτεύγματά του στο επιστημονικό πεδίο. Μεταξύ 1662 και 1676 έγραψε τρία έργα που άφησαν εποχή, τα «A Treatise of Taxes and Contributions», «Political Anatomy of Ireland» και «Political Arithmetic». Το πρώτο έργο έθετε το θεμέλιο της κλασικής πολιτικής οικονομίας, τα άλλα δυο θεμελίωναν το πεδίο έρευνας που σήμερα ονομάζουμε οικονομική και κοινωνιολογική στατιστική.

Τι ήταν αυτό που παρακίνησε τον Marx να επαινέσει τόσο το έργο του Petty; Για να πάρει κανείς μια ιδέα, παρατίθεται ένα απόσπασμα από την «Treatise of Taxes»: «Για τους λόγους αυτούς, υποθέτω ότι ένα μεγάλο μέρος των εμπόρων, οι οποίοι σύμφωνα με το δίκαιο και την επιείκεια δεν έχουν κανένα δικαίωμα από την κοινωνία, θα μπορούσε επίσης να εξαλειφθεί. Γιατί αυτοί είναι μόνο ένα είδος παικτών, οι οποίοι παίζουν μεταξύ τους τα αποτελέσματα της εργασίας των φτωχών χωρίς οι ίδιοι να παράγουν κάτι, αλλά απλά διανέμουν όπως οι φλέβες και οι αρτηρίες το αίμα προς διάφορες κατευθύνσεις και τα θρεπτικά υγρά του σώματος της κοινωνίας, δηλαδή το προϊόν της γεωργίας και της μανιφακτούρας.

Όταν πολλές υπηρεσίες και δώρα (πληρωτέες αμοιβές για υπηρεσιακές πράξεις, jW) σχετίζονται με την κυβέρνηση, τη νομολογία και την εκκλησία, και το πλήθος των θεολόγων, των νομικών, των γιατρών, των εμπόρων και των μπακάληδων, που όλοι τους λαμβάνουν υψηλούς μισθούς για λίγη εργασία που παρέχουν στη κοινωνία, μειώνονταν επίσης, πόσο ευκολότερα θα μπορούσαν να απορριφθούν τα δημόσια καθήκοντα και με πόση μεγαλύτερη ισότητα θα μπορούσε να διανεμηθεί η φορολογία!»[3]


Μη παραγωγικά μέλη της κοινωνίας

Σ’ αυτό το σύντομο απόσπασμα εμφανίζονται δυο μοτίβα, τα οποία είναι χαρακτηριστικά τόσο για τον τρόπο προσέγγισης του Petty όσο και για τη συνολική κλασική οικονομία. Αφενός, ο κοινωνικός πλούτος θεωρείται προϊόν της εργασίας στη γεωργία και τη μανιφακτούρα. Αυτό δεν είναι κάτι το αυτονόητο, πολύ περισσότερο, αποτελεί ένα ριζοσπαστικό σπάσιμο με το οικονομικό common sense της εποχής. Οι μονεταριστές ή οι μερκαντιλιστές συγγραφείς, θεωρούσαν τον πλούτο μιας χώρας ως απόθεμα χρημάτων και/ή πολύτιμων μετάλλων, ως το αποτέλεσμα εισροής χρημάτων από το εξωτερικό, που οφειλόταν στη σοφία των ηγεμόνων και την επινοητικότητα των εμπόρων.

Αφετέρου, ο Petty τονίζει ότι η εργασία που δημιουργεί τον πλούτο παρέχεται μόνο από ένα μέρος των μελών της κοινωνίας. Άλλα στρώματα του πληθυσμού, εδώ αναφέρει τα μέλη των ανώτερων στρωμάτων σε μια σειρά με ζητιάνους και κλέφτες, ζούσαν από τα αποτελέσματα της εργασίας των παραγωγικά εργαζομένων. Ο Petty, όπως και η κλασική οικονομία μετά από αυτόν, κατέχει ήδη μια επιστημονική έννοια για το υπερπροϊόν («overplus» ή «surplus»).

Στα βασικά οικονομικά του έργα εμφανίζεται διαρκώς η ακόλουθη επιχειρηματολογία: Βάση του κοινωνικού πλούτου είναι η εργασία. 1. Αυτή παρέχεται μόνο από ένα μέρος των μελών της κοινωνίας. 2. Το μη παραγωγικό μέρος ζει από το πλεόνασμα που πραγματοποιούν οι εργαζόμενοι. Το συμπέρασμα είναι: Το μέρος των μη παραγωγικών μελών της κοινωνίας πρέπει να μειωθεί.

Αυτό δεν εννοείται τόσο επαναστατικά, όπως θα ακουγόταν στα μαρξιστικά αυτιά. Ο Petty ανήκε στο ανώτερο στρώμα. Τα ιδεώδη περί ισότητας, όπως τα εκπροσωπούσαν οι Levellers [Ισοπεδωτές] [4] ή ακόμη και ο σύγχρονός του Gerrard Winstanley, βρισκόταν πιθανώς μακριά απ’ αυτόν –τουλάχιστον στα όψιμα χρόνια της ζωής του. Για τον Petty επρόκειτο για τον πλούτο της Βρετανίας, για τα οικονομικά θεμέλια σε επίπεδο έθνους. Αυτός ο στόχος απαιτούσε την εξάλειψη των φεουδαρχικών φραγμών, για την αποκάλυψη των οποίων [ήταν αναγκαία] η ανελέητη ανάλυση των υπαρχουσών κοινωνικών δομών.

Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναφερθεί μια ακόμη πλευρά: Ο προσδιορισμός της αξίας του εμπορεύματος μέσω του χρόνου εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή του: «Όταν κάποιος μπορεί να μεταφέρει μια ουγγιά ασήμι από το εσωτερικό της γης του Περού το ίδιο χρονικό διάστημα προς το Λονδίνο, που χρειάζεται για να παράξει ένα μπούσελ[5] σπόρους, τότε αυτό αποτελεί την φυσική τιμή του άλλου. Όταν τώρα με την εξόρυξη νέων και πιο παραγωγικών ορυχείων μπορεί αυτός να κερδίσει δυο ουγγιές ασήμι αντί της μιας με την ίδια δαπάνη, τότε οι σπόροι για μια τιμή δέκα σελινιών ανά μπούσελ είναι το ίδιο φθηνοί όπως και για μια τιμή 5 σελινιών, caeteris paribus (όταν οι άλλοι όροι μένουν ίδιοι, jW).»[6]

Ξεκινώντας από την προσέγγιση του Petty, η κλασική πολιτική οικονομία παρήγαγε θεωρητικές παραστάσεις σχετικά με τη θεωρία της αξίας, τις οποίες συνέλαβε ο Marx και [έτσι] μπόρεσε να τις αναπτύξει παραπέρα σε ένα βασικό στοιχείο του θεωρητικού του συστήματος.



Μέρος 2ο: Πέραν του αστικού ορίζοντα

Ο William Petty έθεσε το θεμέλιο της κλασικής πολιτικής οικονομίας, όμως το θεμέλιο [από μόνο του] δεν κάνει ένα κτίριο. Όταν γίνεται λόγος περί οικονομικής προϊστορίας του μαρξικού έργου, τότε πρέπει να αναφερθεί τουλάχιστον ο François Quesnay και/ή η σχολή των φυσιοκρατών που ιδρύθηκε από αυτόν. Ο Quesnay, γεννημένος το 1694, προερχόταν από μικροαγροτικές συνθήκες. Όταν ήταν παιδί δεν πήγε σε σχολείο, ανάγνωση έμαθε από έναν κηπουρό. Σε ηλικία 16 ετών ξεκίνησε την εκπαίδευσή του ως χαλκογράφος στο Παρίσι και ταυτόχρονα επισκεπτόταν διαλέξεις στη Χειρουργική. Διψασμένος για μόρφωση, έξυπνος και χάρη σε μια ορισμένη απόσταση [που κρατούσε] από τα δόγματα της προεπιστημονικής ιατρικής, πολύ επιτυχημένος επαγγελματικά, ο Quesnay έγινε προσωπικός γιατρός της μαρκησίας de Pompadour στην αυλή του Luis XV. Στενά συνδεδεμένος με την προοδευτική φιλοσοφία της εποχής του, ήταν πολύ δημοφιλής στα φιλοσοφικά σαλόνια, φίλος με τους εκδότες της «Encyclopédie» και ένας από τους συγγραφείς της.


Οι φυσιοκράτες

Ο Marx χαρακτήρισε τους φυσιοκράτες ως τους «καθεαυτό πατέρες της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας», το «Tableau économique» του Quesnay ως «μια στον ανώτατο βαθμό μεγαλοφυή ιδέα, αναμφισβήτητα η πιο μεγαλοφυής, που οφείλουμε ως τώρα στην πολιτική οικονομία»[7].

Οι φυσιοκράτες είχαν μια επεξεργασμένη έννοια για την τάξη, η οποία βρισκόταν στο επίκεντρο της οικονομικής τους ανάλυσης. Στα μάτια τους τρεις βασικές τάξεις είναι αυτές που αποτελούν την κοινωνία: Η παραγωγική τάξη εργάζεται στη γεωργία και στα μεταλλεία. Τα μέλη της τάξης των γαιοκτημόνων, οι ευγενείς και ο κλήρος, που ζουν από τα έσοδα τα οποία λαμβάνουν από τη γεωργία. Η στείρα τάξη, η βιοτεχνία και η μανιφακτούρα, μετασχηματίζουν το υλικό που τους προμηθεύει η παραγωγική τάξη. Η βιοτεχνική παραγωγή ονομάζεται στείρα, επειδή ο βιοτέχνης ζει μεν από την εργασία του, σύμφωνα, όμως, με τη φυσιοκρατική αντίληψη δεν δημιουργεί υπερπροϊόν. Αυτό το τελευταίο είναι δώρο της φύσης. Πρέπει μεν να ιδιοποιηθεί μέσω της εργασίας, το γεγονός όμως ότι το χωράφι με στάχυα έχει περισσότερους σπόρους απ’ ό,τι σπέρνει ο αγρότης, μάλιστα περισσότερους απ’ ό,τι καταναλώνει η οικογένειά του, το χρωστάμε –σύμφωνα με τους φυσιοκράτες- στη χάρη του Θεού που εκδηλώνεται στους νόμους της φύσης.

Η αντίληψη ότι ο σχηματισμός του υπερπροϊόντος πρέπει να εντοπιστεί αποκλειστικά στη γεωργική παραγωγή, είναι κατανοητή υπό το πρίσμα της κοινωνικής δομής της προεπαναστατικής Γαλλίας, οι οικονομολόγοι τής βιομηχανικά πιο προηγμένης Βρετανίας δε μπορούσαν να [τους] πείσουν. Αυτό στο οποίο ο Quesnay ξεπερνούσε τους βρετανούς συναδέλφους του ήταν η συστηματική ανάλυση του υλικού προτσές αναπαραγωγής. Τα αγαθά δεν είναι απλώς προϊόντα, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα εργασίας που χρησιμοποιήθηκε στη φύση και στα ανεπεξέργαστα προϊόντα. Ταυτόχρονα, αποτελούν προϋπόθεση για την ανανέωση της παραγωγής, η ύπαρξή τους αποτελεί όρο για την ύπαρξη των εργαζομένων. Ο Quesnay παρουσιάζει το προτσές αναπαραγωγής ως συνεχή κυκλοφορία, της οποίας τα αποτελέσματα αποτελούν προϋποθέσεις, της οποίας οι προϋποθέσεις αποτελούν αποτελέσματα. Αναλύει το θέμα αυτό από ποιοτική σκοπιά, εξετάζοντας την ειδική λειτουργία συγκεκριμένων ομάδων προϊόντων και των παραγωγών τους. Το αναλύει από ποσοτική άποψη, παριστάνοντας –μοντελοποιημένα- το δρόμο των ποσοτήτων των προϊόντων και των χρηματικών ποσών. Ένας περίπλοκος δρόμος, στο τέλος του οποίου, στα τέλη ενός έτους, όλα τα μέλη της κοινωνίας είναι ποιοτικά και ποσοτικά εφοδιασμένα με αγαθά που απαιτεί η νέα παραγωγή το νέο έτος. Η καλά επεξεργασμένη ανάλυση της κυκλοφορίας ενθουσίασε τον Marx και αποτέλεσε πρότυπο για τα σχήματα αναπαραγωγής που παρουσιάστηκαν στο δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου» του.


Adam Smith


Ο διασημότερος από τους κλασικούς οικονομολόγους γεννήθηκε το 1723, γιος ενός τελωνειακού υπαλλήλου στο Κιρκάλντυ της Σκωτίας. Ο Adam Smith σε ηλικία 14 ετών επισκεπτόταν το πανεπιστήμιο της Γλασκόβης και παρακολουθούσε διαλέξεις του σκωτσέζου διαφωτιστή Francis Hutcheson. Από το 1740 έως το 1746 συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη. Ωστόσο, ο ενθουσιασμός του Smith για το πιο διάσημο απ’ όλα τα βρετανικά πανεπιστήμια ήταν περιορισμένος. Για τα περιεχόμενα των πανεπιστημιακών παραδόσεων που ήταν σφραγισμένα από τον κληρικαλισμό-συντηρητισμό και τους ψηλομύτες μπροστά και πίσω από την έδρα των διαλέξεων που ενδιαφέρονταν περισσότερο για το κοινωνικό πρεστίζ παρά για την επιστημονική γνώση, δεν είχε σε όλη του τη ζωή και τόσο καλές αναμνήσεις.

Από το 1748 ο Smith παρέδιδε διαλέξεις στο Εδιμβούργο στη Ρητορική και τη Λογοτεχνία, το 1751 ανέλαβε μια πανεπιστημιακή έδρα στη Γλασκώβη, αρχικά στη Λογική, αργότερα στην Ηθική Φιλοσοφία. Στην ηλικία των 36 ετών έγραψε τη «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων», που σήμερα είναι γνωστή μόνο στους ειδικούς, την εποχή όμως εκείνη ήταν ένα βασικό φιλοσοφικό έργο που καθιέρωσε παγκοσμίως τη φήμη του. Ο χαρακτηρισμός της πανεπιστημιακής έδρας και ο τίτλος του έργου δεν πρέπει να δώσουν κάποια ψευδή εντύπωση: Η «ηθική φιλοσοφία» δεν ασχολούνταν μόνο με ηθικά ζητήματα. Όπως και η φυσική φιλοσοφία η οποία αποσπάστηκε από τις διάφορες φυσικές επιστήμες, το αντικείμενο της ηθικής φιλοσοφίας περιελάμβανε έναν τομέα που σήμερα θα αποκαλούσαμε κοινωνική επιστήμη. Ήδη, στη Γλασκώβη ο Smith ασχολήθηκε με ζητήματα οικονομίας, νομικής θεωρίας και πολιτικής.

Ο Smith διέκοψε την ακαδημαϊκή του καριέρα για να συνοδεύσει το νεαρό δούκα του Buccleuch στη μεγάλη του περιοδεία. Ο μισθός των 300 στερλινών ετησίως που συμφωνήθηκε για αυτή την ασχολία, υπερέβαινε κατά πολύ την αμοιβή του ως καθηγητή. Στη Γενεύη οι δυο τους επισκέφθηκαν τον Voltaire, στο Παρίσι συναναστράφηκαν με τις εκεί συγκεντρωμένες κεφαλές του γαλλικού Διαφωτισμού, μεταξύ αυτών τους dAlembert, dHolbach και Helvétius. Ο Smith παρακολούθησε συγκεντρώσεις των «οικονομιστών», δηλαδή των φυσιοκρατών, συνάντησε τον Anne Robert Jacques Turgot και τον Quesnay. Με τον David Hume, ο οποίος έμενε επίσης στο Παρίσι, τον συνέδεε ήδη μια μακρά φιλία στην πατρίδα του.

Δεδομένου ότι η αμοιβή του ως ιδιωτικού δασκάλου καταβαλλόταν ως μια διά βίου σύνταξη, ο Smith μετά από τρία χρόνια μεγάλης περιοδείας ήταν ελεύθερος από οικονομικές έγνοιες. Την υλική ανεξαρτησία την αξιοποίησε για να γράψει σε ήρεμη ατμόσφαιρα στην πόλη που γεννήθηκε το βασικό οικονομικό του έργο, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1776 με τίτλο «An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations» («Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών»).

Αυτή η υποτιθέμενη «Βίβλος των φιλελευθέρων» τυγχάνει μεγάλης αδικίας. Άσχημα πληροφορημένοι σοσιαλιστές την καταδικάζουν, άσχημα πληροφορημένοι φιλελεύθεροι την επαινούν, και οι δυο πολύ άδικα. Ο Smith είναι ένας οξύς κριτικός των φεουδαρχικών υπολειμμάτων στη κοινωνία και την οικονομία και απορρίπτει αποφασιστικά την μερκαντιλιστική παρέμβαση της πολιτικής στη παραγωγή και το εμπόριο. Μέχρι αυτού του σημείου, είναι πράγματι ένας από τους πιο εύγλωττους και σημαντικούς πρωτοπόρους της φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής. Το να μπαίνει, όμως, στο ίδιο τσουβάλι με τους σημερινούς νεοφιλελεύθερους είναι λάθος. Αυτό δεν ισχύει μόνο αναφορικά με το γεγονός ότι ο Smith υποστήριζε κρατικές παρεμβάσεις σε διάφορους τομείς, όπως, με σκοπό μια πιο κοινωνική διαμόρφωση της εκπαίδευσης. Σημαντικότερο είναι ότι η θεωρητική του ανάλυση σε βασικά σημεία παριστάνει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πουλιέται στους σημερινούς φοιτητές της Οικονομίας ως οικονομική επιστήμη.

Όπως και με άλλα μεγάλα έργα της κλασικής οικονομίας, η παραγωγή και η εργασία βρίσκονται στο επίκεντρο της ανάλυσης. Ήδη, η πρώτη πρόταση του βιβλίου αναφέρει: «Η ετήσια εργασία ενός έθνους αποτελεί την πρωταρχική πηγή εσόδων του, από την οποία προέρχονται όλα τα αναγκαία μέσα διαβίωσης και οι ανέσεις της ζωής που το έθνος αυτό καταναλώνει κάθε χρόνο.»[8]

Στην επόμενη σελίδα υπάρχει η ακόλουθη αξιοσημείωτη σκέψη: «… στα πολιτισμένα και ευημερούντα έθνη, παρότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν εργάζεται καθόλου και μάλιστα πολλοί απ’ αυτούς καταναλώνουν το προϊόν δέκα ή ακόμα και εκατό φορές περισσότερης εργασίας απ’ ό,τι η πλειονότητα όσων εργάζονται, εντούτοις το προϊόν της συνολικής εργασίας της κοινωνίας είναι τόσο μεγάλο, ώστε συχνά τροφοδοτούνται όλοι επαρκώς…».


Ταξική δομή και ταξική σύγκρουση

Η ανάλυση της ταξικής δομής αποτελεί εξίσου κεντρικό δομικό λίθο του θεωρητικού οικοδομήματος του Smith, όπως και των φυσιοκρατών, αυτό όμως υφίσταται έναν ουσιαστικό εκσυγχρονισμό. Στη θέση των βασικών τάξεων «παραγωγική» γεωργική εργασία, γαιοκτησία και «στείρα» βιοτεχνία, εμφανίζονται οι εργάτες («labourer»), ο καπιταλιστής («owner of stock») και ο γαιοκτήμονας («landlord»).

Οι ταξικές συγκρούσεις θεματοποιούνται: «Οι εργάτες επιθυμούν να λάβουν όσο το δυνατόν περισσότερα, οι εργοδότες επιθυμούν να δώσουν όσο το δυνατόν λιγότερα. Οι πρώτοι επιδιώκουν να ενωθούν προκειμένου να επιτύχουν μια αύξηση των μισθών, οι δεύτεροι προκειμένου να επιτύχουν μια μείωσή τους.»[9] Οι θέσεις των διάφορων τάξεων δεν είναι σε καμιά περίπτωση αρμονικά ισορροπημένες, οι θέσεις δύναμης είναι κατανεμημένες ασυμμετρικά. Το κράτος, όταν υπάρχει αμφισβήτηση, εξυπηρετεί το κεφάλαιο: «Δεν είναι δύσκολο, ωστόσο, να διαβλέψουμε ποιο από τα δυο μέρη θα έχει, υπό φυσιολογικές συνθήκες, το πλεονέκτημα στη διαμάχη και θα εξαναγκάσει το άλλο μέρος σε μια συμμόρφωση με τους όρους του. Οι εργοδότες, λόγω του μικρότερου αριθμού τους, είναι σε θέση να ενώνονται πολύ ευκολότερα. Και, πέραν αυτού, ο νόμος επικυρώνει ή, τουλάχιστον, δεν απαγορεύει τις ενώσεις τους, ενώ απαγορεύει τις ενώσεις των εργατών.»[10]

Ο Smith, ο αρχι-φιλελεύθερος, δεν παίρνει ούτε τη μεριά των κυριάρχων, ούτε τη μεριά της αριστοκρατίας, αλλά ούτε και αυτή της νέας αστικής τάξης. Αυτή η τελευταία δε τη γλυτώνει ιδιαίτερα καλά στο κύριο έργο του. Όταν ο Smith παίρνει θέση, τότε τάσσεται υπέρ των εργαζομένων: «Η βελτίωση αυτή των συνθηκών των κατώτερων τάξεων του πληθυσμού θα πρέπει να θεωρείται πλεονέκτημα ή δυσχέρεια της κοινωνίας; Η απάντηση από πρώτη άποψη φαίνεται απόλυτα καθαρή: οι υπηρέτες, οι εργάτες και οι κάθε λογής τεχνίτες απαρτίζουν τη μεγάλη πλειονότητα κάθε μεγάλης πολιτικής κοινωνίας. Αυτό όμως που βελτιώνει τις συνθήκες της μεγάλης πλειονότητας δε μπορεί ποτέ να θεωρηθεί δυσχέρεια για το σύνολο. Καμία κοινωνία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ζει στη φτώχεια και τη δυστυχία, δε μπορεί να προκόψει και να ευτυχήσει με βεβαιότητα. Πέραν αυτού, το δίκαιο απαιτεί αυτοί που προσφέρουν την τροφή, την ένδυση και τη στέγαση ολόκληρου του πληθυσμού, να καρπούνται από την εργασία τους ένα τέτοιο μερίδιο του προϊόντος της ίδιας τους της εργασίας, ώστε να τρέφονται, να ενδύονται και να στεγάζονται σε ένα ανεκτό επίπεδο.»[11]

Οι θεωρητικές ερμηνείες του Smith περί αξίας μπορούν να ταξινομηθούν εύκολα στην προϊστορία του μαρξικού «Κεφαλαίου». Τη διαφορά μεταξύ αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας που μεταφέρθηκε και που πηγαίνει πίσω στον Αριστοτέλη, την ακολουθεί ο ποσοτικός προσδιορισμός της ανταλλακτικής αξίας σχετικά με τις ποσότητες εργασίας: «Η αξία ενός οποιουδήποτε εμπορεύματος, επομένως, για τον άνθρωπο που το κατέχει και που δεν σκοπεύει να το χρησιμοποιήσει ή να το καταναλώσει ο ίδιος, αλλά να το ανταλλάξει με άλλα εμπορεύματα, είναι ίση με την ποσότητα της εργασίας την οποία αυτό τού επιτρέπει να αγοράσει ή να ελέγχει. Επομένως, η εργασία είναι το πραγματικό μέτρο της ανταλλάξιμης αξίας [ανταλλακτικής αξίας, ΠΓ] όλων των εμπορευμάτων.»[12]

Τι λένε οι σημερινοί αστοί οικονομολόγοι για τέτοιου είδους χωρία; Δεν τα αγαπούν. Ο Erich W. Streissler, εκδότης των έργων του Smith του διάσημου εκδοτικού οίκου Wirtschaft und Finanzen στο Ντίσελντορφ, γράφει: «Η θεωρία του καταμερισμού των τριών τάξεων αντιστοιχούσε τόσο πολύ στα βασικά κοινωνικά δεδομένα του 18ου αιώνα, που υποστηριζόταν από όλους τους αναφερθέντες εδώ μεγάλους οικονομολόγους της εποχής –και για πολύ καιρό μετά. Ανήκε στο προεπιστημονικό επίπεδο συνείδησης, κυρίως στην Αγγλία. (…) Μια ιδεολογικά φορτισμένη σκέψη, επομένως, θα μπορούσε να πει κανείς ότι έφερε τη θεωρητική επανάσταση και δε θα είχε άδικο. Αλλά θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να τονίσω: Ένα έξυπνο διδακτικό κόλπο.»[13] Παραπέρα: «Η κλασική τριάδα δεν είναι μια διαρκής πραγματοποιήσιμη σκέψη. Εδώ και πολύ καιρό την εγκαταλείψαμε.»[14]

Ο Horst Claus Recktenwald, για μεγάλο διάστημα κορυφαίος ερευνητής του Smith στη Δυτική Γερμανία και υπεύθυνος για την πολύ διαδεδομένη έκδοση του Deutscher Taschenbuch-Verlag, αναφέρει σχετικά με τη θεωρία της αξίας του Smith: «Και εδώ παραπλανήθηκε. (…) Αυτό τον ξύλινο δρόμο δε τον ακολούθησαν λίγοι, ειδικά ο Ricardo και αργότερα ο Marx, στη πράξη ο Owen και μερικές κομμουνιστικές χώρες. (…) Η ανάμειξη της θεωρίας του περί ανάπτυξης με την ανάλυση της αγοράς είναι επίσης τελικά η αιτία για πολλά παραθέματα που σχετίζονται με την ιδεολογία. Εδώ, η αναζήτησή του για ένα απόλυτο μέτρο αξιών είναι εντελώς περιττή για τη θεωρία του της οικονομίας της αγοράς. Μπέρδεψε τον ίδιο και τον Ricardo, για την ιδεολογία του Marx ήταν φυσικά κατά κάποιο τρόπο ένα φαγητό που βρέθηκε (…)»[15]

Ο κύριος καθηγητής έχει δίκιο. Οι αναλύσεις του Smith είναι για τους μαρξιστές ένα φαγητό που βρέθηκε, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τη θεωρία της αξίας. Το έργο του είναι πολύ καλό για να αφεθεί σε ανθρώπους που επαινούν τον συγγραφέα στο μέγιστο, καθώς στο μεταξύ επιδιώκουν να απομακρύνουν τα βασικά στοιχεία της θεωρίας του.


David Ricardo


Η κλασική οικονομία έφθασε στο αποκορύφωμά της στο έργο του David Ricardo. Η οικογένεια του Ricardo, αυτό υποδηλώνει το όνομα, είχε προέλευση από την Πορτογαλία. Οι πρόγονοί του διέφυγαν αρχικά από τους διωγμούς των χριστιανών κατά των Εβραίων προς τη φιλελεύθερη Ολλανδία. Λίγο μετά τη γέννηση του David, το 1772 η οικογένειά του μετανάστευσε στο Λονδίνο. Ο πατέρας του ήταν επιτυχημένος χρηματιστής, ο γιος αρχικά διδασκόταν από ιδιωτικούς δασκάλους και από την ηλικία των 14 ετών εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση. Όταν ήταν νέος, ο David ερωτεύθηκε την Priscilla Ann Wilkinson, η οποία ήταν χριστιανή. Στην ηλικία των 21 ετών την πήρε γυναίκα, γι’ αυτό θυσίασε τη θρησκεία του και, ως συνέπεια, διώχτηκε από τον πολύ πιστό στη θρησκεία πατέρα του, θυσιάζοντας οικογένεια και επάγγελμα.

Υπήρξε ένα ευτυχές τέλος: Ένας θείος έδωσε στο νεαρό David δάνειο, και ο Ricardo κατάφερε με επιδέξιες κερδοσκοπίες να συγκεντρώσει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μια τεράστια περιουσία. Δεν ήταν ούτε 30 ετών όταν έγινε ένας από τους πλουσιότερους άνδρες της Αγγλίας. [Έτσι], αντέχοντας οικονομικά, παραιτήθηκε από τη δραστηριότητα του επιχειρηματία που δεν του άρεσε και αφοσιώθηκε στο πραγματικό πάθος του: την οικονομική επιστήμη.

Σε αντίθεση με τον Petty, τον Quesnay και τον Smith, ο Ricardo δεν ήταν ακαδημαϊκός και βρήκε πρόσβαση στην οικονομική επιστήμη όχι μέσω της φιλοσοφίας. Αυτό που τον διέκρινε ήταν το οξύ αναλυτικό μυαλό του. Το πρώτο του σύγγραμμα «On the Principles of Political Economy and Taxation» που δημοσιεύτηκε το 1817, ήταν εννοιολογικά το πιο ακριβές βασικό έργο της κλασικής εποχής, η συστηματική λογική αυτού του βιβλίου επισκίασε όλους τους προδρόμους του.

Ο Ricardo ορίζει το αντικείμενό του ως εξής: «Τα προϊόντα της γης –όλα, ό,τι αποκτάται από την επιφάνειά της μέσω της συνδυασμένης χρήσης εργασίας, μηχανημάτων και κεφαλαίου- διανέμονται μεταξύ των τριών τάξεων της κοινωνίας, δηλαδή των ιδιοκτητών της γης, των ιδιοκτητών της αρχικής περιουσίας ή του κεφαλαίου το οποίο είναι αναγκαίο για την ανάπτυξή του, και των εργατών μέσω της δραστηριότητας των οποίων αυτό αναπτύσσεται. […] Το κύριο πρόβλημα της πολιτικής οικονομίας είναι η εύρεση των νόμων οι οποίοι διέπουν αυτή τη διανομή.»[16]

Η επιχειρηματολογία του Ricardo βασίζεται σε μια αυστηρή θεωρία περί αξίας η οποία έχει αντέξει. Ο Ricardo παρουσιάζει την αντιφατική κατάσταση της υπάρχουσας κοινωνίας, θεματοποιεί τους ταξικούς ανταγωνισμούς, τονίζει κατηγορηματικά την προέλευση του πλούτου από την εργασία. Με την ιδιαίτερη συνέπεια που χαρακτηρίζει τη θεωρία του, ο Ricardo οδήγησε την αστική οικονομική επιστήμη στο έσχατο σημείο της. Ναι μεν ο David Ricardo δεν ήταν κοινωνικός επαναστάτης, ναι μεν τα «Principles» τονίζουν την ταξική αντίθεση μεταξύ των καπιταλιστών και της αριστοκρατίας της γαιοκτησίας περισσότερο απ’ ό,τι αυτή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, ωστόσο, οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης διέκριναν τον πολιτικό κίνδυνο. Ο Marx παραθέτει τον αμερικανό χυδαίο οικονομολόγο Henry C. Carey: «Το σύστημα του Ρικάρντο είναι ένα σύστημα της διχόνοιας… καταλήγει στη δημιουργία της εχθρότητας ανάμεσα στις τάξεις και ανάμεσα στα έθνη… Το σύγγραμμά του είναι το αληθινό εγχειρίδιο του δημαγωγού, που αποβλέπει στην εξουσία με το μοίρασμα της γης, με τον πόλεμο και τη λεηλασία.»[17]

Το κύριο έργο του Ricardo αποτελεί σημείο τομής. Εκεί που η οικονομία παρέμεινε αστική, πάρθηκαν πίσω τα βασικά στοιχεία της θεωρίας του. Ο δρόμος οδήγησε μακριά από την επιστημονική γνώση, προς τη χυδαία οικονομία, προς την απολογητική. Μπορούσε να οδηγήσει μόνο προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί το επόμενο βήμα πέρα από τον Ricardo είναι το βήμα πέρα από τον αστικό ορίζοντα.


Ρικαρδιανοί σοσιαλιστές

Αυτό το επόμενο βήμα έγινε από τους ρικαρδιανούς σοσιαλιστές. Από τη γνώση ότι οι εργάτες είναι εκείνοι που δημιουργούν τον πλούτο, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο πλούτος πρέπει να ανήκει στους εργάτες. Το 1824, το έτος μετά το θάνατο του Ricardo, ο William Thompson στο βιβλίο του «An Inquiry into the Principles of the Distribution of Wealth» ζητούσε τη μεταβίβαση των μέσων παραγωγής στους εργάτες. Στο σύγγραμμα του Thomas Hodgskin «Labor Defended against the Claims of Capital» που δημοσιεύτηκε το 1825, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι: «Έδειξα ότι [το κεφάλαιο] δεν έχει καμιά δικαιολογημένη αξίωση για οποιοδήποτε μερίδιο της παραγωγής των εργατών και ότι αυτό που αποκτά σήμερα είναι η αιτία της φτώχειας των εργατών.»[18]

Τέτοια γραπτά αποκαλύπτουν, πως οι αναλύσεις των κλασικών αστών οικονομολόγων παρείχαν εκείνα τα πνευματικά εργαλεία, τα οποία έθεσαν υπό αμφισβήτηση τον νικηφόρο καπιταλισμό από προλεταριακή σκοπιά. Δεν αποτελεί έκπληξη που και ο Karl Marx μπόρεσε να εμβαθύνει [στο έργο] του David Ricardo.

Η κλασική οικονομία έφερε στο προσκήνιο σημαντικές γνώσεις. Προσδιόρισε την εργασία ως πηγή πλούτου, την κατανόησε ως εκείνη τη δύναμη που δημιουργεί αξία, και δημιούργησε θεωρίες για την αξία της εργασίας. Περιέγραψε την παραγωγή του κοινωνικού πλούτου ως ένα πολύπλοκο προτσές αναπαραγωγής, αποκάλυψε την ταξική δομή της κοινωνίας, ανέλυσε την διανομή του πλούτου ανάμεσα στις διάφορες τάξεις. Θεματοποίησε αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα και έθεσε στο επίκεντρο της οικονομικής ανάλυσης την ιδέα του υπερπροϊόντος. Όχι τελευταία: Αντί να διατυπώνει διάσπαρτες ιδέες σε διάφορα ξεχωριστά ζητήματα, η κλασική οικονομία προώθησε τη συστηματική σκέψη και τον ευρύ σχηματισμό θεωριών. Κατ’ αυτό τον τρόπο έθεσε κανόνες που ισχύουν μέχρι σήμερα. Ο σχηματισμός οικονομικών θεωριών στην εποχή μας μπορεί και πρέπει να βγει έξω από τις γνώσεις ενός Adam Smith, δε πρέπει να μείνει πίσω απ’ αυτόν.

Οι σημερινοί αστοί οικονομολόγοι, κυρίως οι λεγόμενοι νεοκλασικοί, απέρριψαν την κληρονομιά της κλασικής οικονομίας. Θα θελαν να εξυψώσουν τους Smith και Ricardo, τα θεωρητικά [όμως] βασικά συμπεράσματα των έργων τους τα καταπολεμούν.


Μια συνηγορία

Οι μαρξίστριες και οι μαρξιστές δε πρέπει να εγκαταλείψουν αυτή τη κληρονομιά, την χρειάζονται. Όχι μόνο για να ξέρουν πόσο αξιοθρήνητα την εξαιρεί η σημερινή ακαδημαϊκή οικονομική επιστήμη σε σχέση με αυτό που κάποτε τολμούσαν να σκεφτούν οι αστοί οικονομολόγοι. Την χρειάζονται γιατί ένας Petty, ένας Quesnay, ένας Smith, ένας Ricardo διείσδυσαν βαθιά στην εσωτερική αλληλουχία των αστικών σχέσεων παραγωγής. Την χρειάζονται επίσης, επειδή ο Marx μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα, όταν κατανοείται η πολιτική οικονομία στην οποία έκανε κριτική στο κύριο έργο του, [λαμβάνοντας υπόψη] ιδιαίτερα την Ιστορία.

Διαβάστε το «Κεφάλαιο», αλλά μην το διαβάσετε ως έργο μιας μοναχικής ιδιοφυίας που βρίσκεται έξω από το χώρο και το χρόνο. Μια τέτοια ρομαντική θεώρηση σίγουρα δε θα άρεσε στον Marx. Διαβάστε το ως το έργο κάποιου, που όσο κανείς άλλος, προσπάθησε να αναγνωρίσει τις προοδευτικές τάσεις και τις πρωτοποριακές επιστημονικές γνώσεις της εποχής του. Εκείνου, που μπόρεσε να συνδεθεί μ’ αυτές τις γνώσεις, να τις σκεφτεί παραπέρα, να εξαλείψει τις ανεπάρκειές τους, προσπαθώντας να τις καταστήσει γόνιμες για τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες της εποχής του. Μην διαβάσετε μόνο τον Marx, ρίξτε μια ματιά στα έργα εκείνων που θεωρούσε άξια κριτικής, μια κριτική που δεν ήταν τσεκούρι ενός δημίου, αλλά νυστέρι. Οι Petty, Quesnay, Smith, Ricardo και πολλοί από τους συναγωνιστές τους ήταν επαναστάτες στοχαστές της εποχής των αστικών επαναστάσεων. Ως τέτοιοι έχουν να πουν πολλά στους σημερινούς επαναστάτες στοχαστές.
_____

Σημειώσεις

[1] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος, σ. 94. Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002.

[2] Πρόκειται για ένοπλες δυνάμεις κατά τη διάρκεια του αγγλικού εμφυλίου πολέμου, οι οποίες ήταν έτοιμες για δράση από τις αρχές του 1645, για τη χρησιμοποίηση των οποίων έπρεπε να αποφασίσει αποκλειστικά το κοινοβούλιο (ΣτΜ).

[3] William Petty: Eine Abhandlung über Steuern und Abgaben. Στο: του ίδιου: Schriften zur politischen Ökonomie und Statistik, Βερολίνο (ΓΛΔ) 1986, σ. 37.

[4] Οι Ισοπεδωτές (Levellers) ήταν ένα αντιμοναρχικό πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Μεγάλη Βρετανία, στα τέλη της δεκαετίας του 1640, κατά τη διάρκεια του αγγλικού εμφυλίου πολέμου, με τις διακηρυκτικές αρχές του να συνοψίζονται στο αίτημα για λαϊκή κυριαρχία, για διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου, ισονομία και ανεξιθρησκεία (Βλ: el.wikipedia.org) (ΣτΜ).

[5] Χοντρικά, ένα μπούσελ ισοδυναμεί με 36,4 λίτρα (ΣτΜ).

[6] William Petty: Schriften zur politischen Ökonomie und Statistik, σ. 60.

[7] Καρλ Μαρξ: Θεωρίες για την υπεραξία (Τέταρτος τόμος του «Κεφαλαίου»), Μέρος πρώτο, σ. 13 και 380. Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984.

 

[8] Adam Smith: Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών. σ. 25. Έκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2010


[9] Ό.π., 97.

[10] Ό.π.

[11] Ό.π., σ. 109.

[12] Ό.π., σ. 59.

[13] Adam Smith: Der Wohlstand der Nationen, Μόναχο 2005, σ. 59.

[14] Erich W. Streissler, στο: Adam Smith: Untersuchung über Wesen und Ursachen des Reichtums der Völker, τόμ. I, Ντίσελντορφ 1999, σ. 58 σ. και 61.

[15] Adam Smith: Der Wohlstand der Nationen, ό.π., σ. LV.

[16] David Ricardo: Über die Grundsätze der Politischen Ökonomie und der Besteuerung, Akademie-Verlag, Βερολίνο 1979, σ. 3.

[17] Καρλ Μαρξ: Θεωρίες για την υπεραξία (Τέταρτος τόμος του «Κεφαλαίου»), Μέρος δεύτερο, σ. 194. Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982 (Henry Charles Carey: The Past, the Present, and the Future, Philadelphia, 1848, σ. 74, 75).

[18] Thomas Hodgskin: Labour Defended against the Claims of Capital, London 1922, σ. 102 σ. (Μετάφραση: Holger Wendt).


Το παρόν κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το θεωρητικό περιοδικό του Γερμανικού ΚΚ (DKP), Marxistische Blätter (τεύχ. 05/2017), με την ευκαιρία των 150 χρόνων από την έκδοση του «Κεφαλαίου» του Καρλ Μαρξ. Δημοσιεύτηκε στη μαρξιστική ημερήσια εφημερίδα junge Welt σε δύο μέρη (13 και 14.09.2017), απ’ όπου και το μεταφράσαμε (ΠΓ).

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.