Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Η εξέγερση στο γκέτο της Βαρσοβίας


του Knut Mellenthin

Η εξέγερση στο γκέτο της Βαρσοβίας πριν από 75 χρόνια θεωρείται γενικά ως η μεγαλύτερη και πιο σημαντική πράξη αντίστασης εβραίων αγωνιστριών και αγωνιστών ενάντια στην εξόντωση του λαού τους από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Η εξέγερση διήρκεσε περισσότερο από ένα μήνα, κάτι όμως που σπάνια αναφέρεται˙ ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια επιχείρηση αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη συνολικά, όχι μόνο της εβραϊκής.

Όταν δυο αποσπάσματα των Βάφεν- SS [= SS υπό τα όπλα, ΠΓ], υποστηριζόμενα από άλλες στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις, εισέβαλαν τα χαράματα της 19ης Απριλίου του 1943 στο γκέτο της Βαρσοβίας, για να ξεκινήσουν με την εκτόπιση των τελευταίων επιζώντων κατοίκων προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους υποδέχτηκαν από προετοιμασμένες θέσεις με πυροβολισμούς από πιστόλια και τουφέκια. Οι επιτιθέμενοι αρχικά υποχώρησαν. Μια δεύτερη απόπειρα λίγες ώρες επίσης αργότερα βάλτωσε και αναγκαστικά έπρεπε να διακοπεί.

Η καταστολή της εξέγερσης έληξε επίσημα το βράδυ της 16ης Μαΐου 1943 με την ανατίναξη της μεγαλύτερης Συναγωγής της πολωνικής πρωτεύουσας, μια εντυπωσιακή κατασκευή της δεκαετίας του ’70 του 19ου αιώνα. Φυσικά, αυτή η καταστροφική οργή δεν είχε κάποιο νόημα από στρατιωτικής άποψης, ένα πολιτικό σκοπό με τη σημασία αυτής της λέξης. Ήταν μια κτηνώδης επίδειξη δύναμης των νικητών.


Φλόγες που έφταναν μέχρι τα σύννεφα

Μερικά χρόνια αργότερα, ο υπεύθυνος Γερμανός για την καταπολέμηση των εξεγερμένων στο γκέτο, μπριγκάντενφυρερ των SS [αντιστοιχεί στο βαθμό του υποστράτηγου, ΠΓ], Γιούργεν Στρόοπ (Jürgen Stroop), κατά την προετοιμασία της δίκης του για εγκλήματα πολέμου, ανέφερε στους πολωνούς ανακριτές του: «Σαν όμορφη τελική συγχορδία της μεγάλης επιχείρησης, διέταξα την ανατίναξη της Μεγάλης Συναγωγής στην οδό Τολμάκι. (…) Καθυστέρησα για λίγο ακόμη τη συναρπαστική στιγμή. Τελικά φώναξα: Χάιλ Χίτλερ! και πίεσα το κουμπί. Η τεράστια έκρηξη πέταξε τις φλόγες μέχρι τα σύννεφα. Ακολούθησε ένας διαπεραστικός πάταγος, τα χρώματα ήταν σχεδόν μαγευτικά. Μια αξέχαστη αλληγορία θριάμβου πάνω στον εβραϊσμό! Το γκέτο της Βαρσοβίας έπαψε να υπάρχει.»

Η οργανωμένη αντίσταση των εξεγερμένων είχε καταρρεύσει ουσιαστικά στις 8 Μαΐου 1943, αφότου οι Γερμανοί ανακάλυψαν και ανατίναξαν το καταφύγιο της διοίκησής τους στην οδό Μίλα 18. Ενόσω ένα μέρος των επιζώντων αγωνιστών εγκατέλειψε στη συνέχεια το περιφραγμένο γκέτο μέσα από τους υπονόμους, άλλοι συνέχισαν την αντίσταση στα ερείπια. Ο σχολαστικός κατάλογος που κρατούσε ο Στρόοπ δείχνει ότι ήδη στις 13 Μαΐου είχαν σκοτωθεί δυο από τους ανθρώπους του και ότι η μονάδα του μεταξύ 10 και 15 Μαΐου είχε 17 τραυματίες.

Από την τελική έκθεση του φύρερ των SS προκύπτει, ότι κατά τη διάρκεια της «μεγάλης επιχείρησης» είχαν χρησιμοποιηθεί υπό τις διαταγές του κατά μέσο όρο 2.049 άνδρες. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονταν ως μεγαλύτερο συστατικό μέρος, 821 μέλη των Βάφεν- SS, επιπλέον, μεταξύ άλλων, 228 μέλη ενός συντάγματος της αστυνομίας των SS και 98 στρατιώτες της Βέρμαχτ. Οι περισσότεροι από αυτούς ανήκαν σε δυο μονάδες Μηχανικού και χρησιμοποιήθηκαν για ειδικά καθήκοντα, όπως, ανατινάξεις ή χρήση φλογοβόλων εναντίον καταφυγίων. Επιπλέον, 22 άνδρες συμμετείχαν με κανονιοβόλα για να κανονιοβολήσουν με οβίδες τα ιδιαίτερα αλύγιστα κέντρα αντίστασης.

Το 42% των «δυνάμεων που βρίσκονταν σε πλήρη ετοιμότητα» υπάγονταν στον Στρόοπ, 864 άνδρες, οι οποίοι δεν ήταν Γερμανοί: 363 μέλη της «πολωνικής αστυνομίας» που είχε οργανωθεί από την κατοχική δύναμη, 166 πολωνοί πυροσβέστες για τον περιορισμό των πυρκαγιών που προκαλούσε η μονάδα του Στρόοπ και ένα τάγμα 335 «ανδρών-Τραβνίκι». Με αυτή την ονομασία εννοούνταν τα λεγόμενα βοηθητικά στρατεύματα από διάφορα τμήματα της Σοβιετικής Ένωσης, τα οποία είχαν στρατολογηθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων πολέμου. Μεταξύ αυτών βρίσκονταν κυρίως Λετονοί, Λιθουανοί, Λευκορώσοι και Ουκρανοί. Στο Τραβνίκι, που βρίσκεται 40 έως 50 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Λούμπλιν, υπήρχε κάποτε παράλληλα μ’ ένα στρατόπεδο εξαναγκαστικής εργασίας και ένα στρατόπεδο εκπαίδευσης των SS για «ξένες εθνικές μονάδες».

Οι μονάδες που βρίσκονταν υπό τις διαταγές του Στρόοπ δεν ήταν μόνο ανώτερες σε ό,τι αφορά τα όπλα και τον τεχνικό εξοπλισμό σε σύγκριση με αυτές των εξεγερμένων, αλλά ήταν και ανώτερες αριθμητικά. Το πόσοι από το γκέτο συμμετείχαν στην ένοπλη αντίσταση δεν εξακριβώθηκε ποτέ με ακρίβεια. Σε ιστορικές περιγραφές σχετικά με την εξέγερση υπερισχύει η παραδοχή ότι ήταν περίπου 750 μαχητές. Σχεδόν καμιά εκτίμηση δεν υπερβαίνει τον αριθμό των 1.100. Εκτός από μερικά τουφέκια, ήταν οπλισμένοι κυρίως με πιστόλια και ο καθένας είχε μόνο ένα μικρό αριθμό πυρομαχικών. Πιο άφθονες ήταν οι χειροβομβίδες που προέρχονταν από τον πολωνικό στρατό, αυτοσχέδιες κοκτέιλ μολότοφ και εκρηκτικές ουσίες.

Μετά το τελευταίο μεγάλο κύμα εκτοπίσεων από το γκέτο της Βαρσοβίας το καλοκαίρι του 1942, η Αντίσταση είχε προετοιμαστεί διεξοδικά για τον αγώνα: Πολλές κατοικίες είχαν συνδεθεί μεταξύ τους επιγείως, υπογείως και με το δίκτυο υπονόμων. Τα υπόγεια είχαν διευρυνθεί και μετατραπεί σε ενισχυμένα καταφύγια, στα οποία ο επιζών εβραϊκός πληθυσμός μπορούσε να βρει προστασία και προμήθειες τροφίμων. Ο Στρόοπ ανέφερε στις 24 Μαΐου 1943 ότι οι δυνάμεις του είχαν καταστρέψει 631 τέτοια καταφύγια.

Όταν οι Γερμανοί ίδρυσαν το γκέτο τον Οκτώβριο του 1940, οδήγησαν εκεί σε μια έκταση μόλις 3,1 τετραγωνικών χιλιομέτρων όλους τους εβραίους κατοίκους της πολωνικής πρωτεύουσας, που την εποχή εκείνη πιθανότατα να έφθαναν τους 450.000 έως 500.000 ανθρώπους –περισσότερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού της Βαρσοβίας ήταν τότε Εβραίοι. Από τις 15 Νοεμβρίου 1940, το γκέτο αποκλείστηκε από ένα τείχος ύψους τριών μέτρων με συρματόπλεγμα από την υπόλοιπη πόλη. Μέχρι το καλοκαίρι του 1942 ο αριθμός των εγκλεισμένων είχε μειωθεί λόγω της πείνας και των μεταδοτικών ασθενειών σε λιγότερο από 400.000 ανθρώπους.

Στις 22 Ιουλίου 1942, οι Γερμανοί ξεκίνησαν ένα κύμα μαζικών εκτοπίσεων από το γκέτο («Επιχείρηση Ράινχαρντ»). Προορισμός των μεταφορών, που τις περισσότερες φορές γίνονταν σε βαγόνια μεταφοράς ζώων, ήταν το στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα που απείχε 80 χιλιόμετρα από τη Βαρσοβία και είχε ολοκληρωθεί λίγο καιρό πριν. Σχεδόν όλοι οι αφιχθέντες δολοφονήθηκαν εκεί στους θαλάμους αερίων. Ο δεδηλωμένος στόχος της «Μεγάλης Επιχείρησης Βαρσοβίας» βρισκόταν στο να «μετακομίσει προς την Ανατολή» όλος ο πληθυσμός του γκέτο μέχρι τα τέλη του 1942. Αυτός ήταν ο εσωτερικά προβλεπόμενος χαρακτηρισμός για τις εκτοπίσεις στα στρατόπεδα εξόντωσης. Ωστόσο, για λόγους που δεν είναι σαφώς προσδιορίσιμοι, ίσως με σκοπό τα εργοστάσια στο γκέτο τα οποία παρήγαγαν πολεμικές προμήθειες για τη Βέρμαχτ, η «μεγάλη επιχείρηση» διακόπηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1942. Την εποχή εκείνη ζούσαν στην «εβραϊκή κατοικημένη περιοχή» μόνο περίπου 60.000 άνθρωποι.


Κοινός αγώνας

Οι μαζικές εκτοπίσεις το καλοκαίρι του 1942 επέδρασαν σαν καταλύτης στις συζητήσεις, που άρχισαν ήδη την άνοιξη του 1942 μεταξύ των πολιτικά δραστήριων νέων Εβραίων, στο γκέτο της Βαρσοβίας σχετικά με την προετοιμασία και το συντονισμό της ένοπλης αντίστασης. Ως αποτέλεσμα προέκυψε η Εβραϊκή Μαχητική Οργάνωση, της οποίας η συνήθης συντομογραφία ZOB προήλθε από το πολωνικό της όνομα Zydowska Organizacja Bojowa. Βάση της ήταν κυρίως η ενότητα δράσης αριστερών και αριστερών-σιωνιστικών οργανώσεων νεολαίας. Σ’ αυτές τις τελευταίες ανήκε, ίσως η ισχυρότερη ξεχωριστή δύναμη της διεθνώς διαδεδομένης Hashomer Hatzair, η οποία πολιτισμικά προσανατολιζόταν στο Προσκοπικό Κίνημα και αποτέλεσε μια από τους προδρόμους του Ισραηλινού Εργατικού Κόμματος που ιδρύθηκε το 1968. Άλλες δυνάμεις στη συμμαχία ήταν το Πολωνικό Εργατικό Κόμμα –διάδοχος του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος που υποστηριζόταν από τη Σοβιετική Ένωση, η διάλυση του οποίου κηρύχθηκε το 1938 από την Κομιντέρν –και η αριστερή σοσιαλδημοκρατική Γενική Εβραϊκή Εργατική Ένωση στη Πολωνία, η οποία συνήθως αναφέρεται εν συντομία ως «Μπουντ». Αυτό το παραδοσιακό κόμμα έχει τις ρίζες του στο Γενικό Εβραϊκό Εργατικό Σύνδεσμο που ιδρύθηκε το 1897 στη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Ρωσία, ο οποίος ένα χρόνο αργότερα συγχωνεύτηκε με άλλες οργανώσεις για να σχηματίσει το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα. Μετά τη διάσπασή του τελευταίου το 1903 σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους, ο Μπουντ στα περισσότερα επίμαχα ζητήματα συμφωνούσε με τους μενσεβίκους. Ο Μπουντ απέρριπτε τον σιωνισμό και την μετανάστευση προς την Παλαιστίνη. Το να γίνει συνεργασία με αυτόν στο πλαίσιο της ZOB χρειαζόταν λίγος χρόνος.

Εντελώς έξω από αυτές τις συμμαχικές δομές στο γκέτο της Βαρσοβίας παρέμεναν εν μέρει οι Ρεβιζιονιστές Σιωνιστές προσανατολιζόμενοι στην ακροδεξιά και η νεολαιίστικη οργάνωσή τους Betar. Οι Ρεβιζιονιστές ιδρύθηκαν το 1923 ως ξεχωριστή πτέρυγα της Παγκόσμιας Σιωνιστικής Οργάνωσης. Αυτοί υποστήριζαν τον ιταλικό φασισμό, ήταν ασφαλώς αποφασιστικά αντισοσιαλιστές, διεκδικούσαν τη σημερινή Ιορδανία ως τμήμα του επιδιωκόμενου εβραϊκού κράτους και στη Παλαιστίνη διεξήγαγαν τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον του αραβικού άμαχου πληθυσμού. Στην εξέγερση του γκέτο συμμετείχαν με μια δική τους μαχητική οργάνωση, την Εβραϊκή Στρατιωτική Ένωση, η οποία εν συντομία ονομαζόταν ZZW από την πολωνική ονομασία της Zydowski Zwiazek Wojskowy.

Η ZZW, τα μέλη της οποίας στο γκέτο γενικά αριθμούσαν περίπου τα 400, ήταν σημαντικά ισχυρότερη απ’ ό,τι η ZOB και μάλλον η κύρια δύναμη της εξέγερσης. Υπήρχαν πολλοί λόγοι για αυτό: Πρώτο, τα μέλη της νεολαιίστικης οργάνωσης Betar ήταν οργανωμένα παραστρατιωτικά ήδη πριν τον πόλεμο και είχαν εκπαιδευτεί στα όπλα. Δεύτερο, τουλάχιστον αρκετοί από αυτούς, σύμφωνα μάλιστα με μερικές εκθέσεις, όλα τα ιδρυτικά μέλη της ZZW μέχρι την κατάρρευση του πολωνικού κράτους στις αρχές Οκτωβρίου 1939 ήταν αξιωματικοί ή στρατιώτες των ενόπλων δυνάμεων της χώρας τους. Τρίτο, η Εβραϊκή Στρατιωτική Ένωση είχε πολύ καλύτερες σχέσεις με τον πολωνικό παράνομο στρατό απ’ ό,τι η ZOB, τον Armia Krajowa (Πατριωτικό Στρατό), ο οποίος βρισκόταν σε σύνδεση με την εξόριστη κυβέρνηση στο Λονδίνο. Μια ουσιαστική βάση ήταν μάλλον η κοινή συντηρητική τους στάση. Ναι μεν και η ZOB έλαβε μετά από αίτημά της μερικά όπλα από τον Πατριωτικό Στρατό, κυρίως περίπου 50 πιστόλια, στην ZZW, όμως, ο Πατριωτικός Στρατός παρείχε ένα μεγαλύτερο αριθμό τουφεκιών και ένα πολυβόλο. Οι περισσότερες εξιστορήσεις συμφωνούν στο ότι την πλατεία Μουρανόφσκι και τη γύρω περιοχή της, όπου οι μονάδες του Στρόοπ συνάντησαν για αρκετές ημέρες έντονη αντίσταση, την υπερασπίζονταν μαχητές της ZZW.


Πλήρης καταστροφή

Την πέμπτη ημέρα της εξέγερσης, στις 23 Απριλίου 1943, ο «Ράιχσφυρερ των SS», Χάινριχ Χίμλερ, έδωσε διαταγή «να γίνει χτένισμα του γκέτο της Βαρσοβίας με τη μέγιστη σκληρότητα και αμείλικτη επιμονή», όπως αναφέρεται στην έκθεση του Στρόοπ. «Ως εκ τούτου, αποφάσισα από τώρα να πραγματοποιήσω την πλήρη καταστροφή της εβραϊκής κατοικημένης περιοχής, καίγοντας όλα τα οικοδομικά συγκροτήματα, συμπεριλαμβανομένων των οικοδομικών συγκροτημάτων των εργοστασίων εξοπλισμού. Εκκαθαρίστηκε συστηματικά το ένα εργοστάσιο μετά το άλλο και στη συνέχεια καταστράφηκε από τη φωτιά. Σχεδόν πάντα οι Εβραίοι, έβγαιναν από τις κρυψώνες τους και τα καταφύγιά τους. Δεν ήταν σπάνιο οι Εβραίοι να μην παραμένουν για τόσο διάστημα στα σπίτια που καίγονταν μέχρι να προτιμήσουν να πηδήξουν από τους ορόφους εξαιτίας της υψηλής θερμοκρασίας και του φόβου (…).»

Μετά την καταστολή της εξέγερσης, αφηγείται ο Στρόοπ, «καταστράφηκε ό,τι είχε μείνει σε κτήρια και οτιδήποτε άλλο». «Εξαίρεση σ’ αυτό αποτελεί μόνο η λεγόμενη φυλακή Dzielna της Αστυνομίας Ασφαλείας, η οποία εξαιρέθηκε από την καταστροφή». Εκεί οι Γερμανοί δημιούργησαν ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας.

Σύμφωνα με την τελική έκθεση του Στρόοπ, κατά τη διάρκεια των μαχών σκοτώθηκαν 16 από τους ανθρώπους του και τραυματίστηκαν 85. Αντίθετα, οι επιζώντες από τους εξεγερμένους, μεταξύ αυτών ο ηγέτης της ZOB, Μάρεκ Έντελμαν, εκτιμούν ότι σκοτώθηκαν περίπου έως και 300 επιτιθέμενοι. Ο Έντελμαν, ο οποίος είχε έρθει στην ένοπλη αντίσταση ως ακτιβιστής του Μπουντ, παρέμεινε μετά τον πόλεμο στη Πολωνία, αργότερα δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα στο κίνημα Solidarnosc [Αλληλεγγύη] και πέθανε το 2009 στη Βαρσοβία. Ο Έντελμαν εγκατέλειψε το γκέτο μέσω υπονόμων μαζί με άλλους μαχητές δυο ημέρες μετά την καταστροφή της έδρας της ZOB στις 8 Μαΐου 1943.

Αποτελεί γενικό φαινόμενο οι εξεγερθέντες και τα αντάρτικα κινήματα να υπερεκτιμούν τις απώλειες των αντιπάλων τους. Για αυτό, εκτός από τους πολιτικούς υπάρχουν και υποκειμενικοί λόγοι: Επειδή κατά κανόνα δεν τους είναι δυνατό να εξακριβώσουν επακριβώς τα αποτελέσματα, βασίζονται κυρίως σε παρατηρήσεις και υποθέσεις.

Η λίστα με τις απώλειες του Στρόοπ αναφέρει τους σκοτωμένους και τους τραυματίες με ονόματα, βαθμό και αξίωμα καθώς και την εκάστοτε ημέρα των γεγονότων. Μεταξύ αυτών υπήρχαν επίσης μέλη της πολωνικής αστυνομίας και των «φυλάκων»-τραβνίκι. Από αυτή τη λίστα προκύπτει, για παράδειγμα, ότι την πρώτη ημέρα της εξέγερσης, την 19η Απριλίου, τραυματίστηκαν 24 άνδρες από τη μονάδα του και ακόμη δέκα την επόμενη ημέρα. Αυτό δείχνει τη δύναμη των αμυνομένων σ’ αυτό το στάδιο. Αν ο Στρόοπ στην έκθεσή του είχε δώσει τις ιδίες απώλειες πολύ χαμηλές για προπαγανδιστικούς λόγους, κάτι που δε πρέπει να αποκλειστεί, τότε για αυτό θα χρειαζόταν πιθανότατα τη σύμφωνη γνώμη των ανωτέρων του, ιδιαίτερα την έγκριση του Χίμλερ. Επιπλέον, για τα επιπρόσθετα σκοτωμένα μέλη των SS, της Βέρμαχτ και της γερμανικής αστυνομίας θα έπρεπε να κατασκευαστούν θρύλοι. Ωστόσο, χειραγωγήσεις με τους σκοτωμένους και τραυματισμένους Πολωνούς και τους «τραβνίκι» θα ήταν εύκολα δυνατές. Ο αριθμός τους στη λίστα με τις απώλειες του Στρόοπ είναι εκπληκτικά μικρός, αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν πάρει μέρος περισσότερο από το 40% των δυνάμεων που βρίσκονταν σε ετοιμότητα.

Σχετικά με τα αποτελέσματα της «μεγάλης επιχείρησης» την οποία διεύθυνε ο Στρόοπ, έγραψε ο ίδιος στην τελική του έκθεση, με ημερομηνία 16 Μαΐου: «Μόνο μέσα από την αδιάκοπη και ακούραστη προσπάθεια όλων των δυνάμεων έγινε κατορθωτό να συλληφθούν και/ή να εξοντωθούν αποδεδειγμένα 56.065 Εβραίοι. Σ’ αυτό τον αριθμό πρέπει να προστεθούν ακόμη οι Εβραίοι που σκοτώθηκαν από εκρήξεις και πυρκαγιές, αλλά δε μπορούσαν να καταμετρηθούν.»

Σε μια έκθεση οκτώ ημέρες αργότερα προς τον Χίμλερ, ο Στρόοπ ανέλυε τον αριθμό με τον ακόλουθο τρόπο: Περίπου 7.000 Εβραίοι «εξοντώθηκαν από μόνοι τους κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιχείρησης στη πρώην κατοικημένη εβραϊκή περιοχή». «Με τη μεταφορά προς την Τ. ΙΙ» -εδώ εννοείται το στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα- «εξοντώθηκαν 6.929 Εβραίοι, επομένως, συνολικά εξοντώθηκαν 13.929 Εβραίοι. Πέρα από τον αριθμό των 56.065, εξοντώθηκαν κατ’ εκτίμηση 5-6.000 Εβραίοι από ανατινάξεις και πυρκαγιές.»

Περίπου 39.000 επιζώντες από το γκέτο της Βαρσοβίας κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και λίγο αργότερα, εκτοπίστηκαν αρχικά στην περιφέρεια του Λούμπλιν της ανατολικής Πολωνίας και στη συνέχεια δολοφονήθηκαν σχεδόν όλοι σε διάφορα στρατόπεδα εξόντωσης.

Μεταξύ αυτών που σκοτώθηκαν στην εξέγερση ήταν ο 24χρονος ηγέτης της ZOB, Μορντεχάι Ανιέλιβιτς και η κατά ένα χρόνο νεότερη φίλη του, Μίρα Φούρχερ. Και οι δυο πέθαναν πιθανότατα στις 8 Μαΐου 1943 κατά την καταστροφή του καταφυγίου της διοίκησης στην οδό Μίλα 18. Τα πτώματά τους όπως φαίνεται δε βρέθηκαν. Για την συνήθη εξιστόρηση ότι οι δυο τους έβαλαν τέλος στη ζωή τους, δεν υπάρχουν αποδείξεις.

Στην έκθεσή του της 16ης Μαΐου 1943, ο Στρόοπ ισχυρίστηκε, χωρίς να δώσει για αυτό έστω και ένα στοιχείο: «Ο πολωνικός πληθυσμός χαιρέτησε γενικά τα μέτρα που ελήφθησαν κατά των Εβραίων». Στην πράξη προτιμούσε όμως να βασίζεται στη πιο σκληρή καταστολή. Ως προς αυτό αναφέρεται στην έκθεση: «Ήδη, κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιχείρησης, επισημάνθηκε στον άριο πληθυσμό με αφίσες, ότι η είσοδος στην πρώην εβραϊκή κατοικημένη περιοχή απαγορεύεται αυστηρά και ότι καθένας που συναντάται εκεί χωρίς έγκυρη ταυτότητα θα τουφεκίζεται. Ταυτόχρονα, με αυτές τις αφίσες ο άριος πληθυσμός ενημερώθηκε ακόμη μια φορά, ότι καθένας που συνειδητά προσφέρει καταφύγιο σε Εβραίο, ιδιαίτερα όταν στεγάζει Εβραίους έξω από την εβραϊκή κατοικημένη περιοχή, τους τρέφει ή τους κρύβει, θα τιμωρείται με θάνατο.»

Ο Στρόοπ συνελήφθη το 1945 την τελευταία ημέρα του πολέμου από αμερικανούς στρατιώτες. Ένα στρατιωτικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο το 1947 για τη συμμετοχή του στη δολοφονία αμερικανών αιχμαλώτων πολέμου. Η δικαστική απόφαση όμως δεν εκτελέστηκε. Αντ’ αυτού, οι ΗΠΑ παρέδωσαν τον Στρόοπ στη Πολωνία. Εκεί, το 1951, τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, καταδικάστηκε εκ νέου σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 6 Μαρτίου 1952. Ένα από τα σημεία της κατηγορίας ήταν η «εκκαθάριση του γκέτο της Βαρσοβίας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία τουλάχιστον 56.056 ανθρώπων και επιπλέον το θάνατο δεκάδων χιλιάδων άλλων Εβραίων».


Σύμβολο αντίστασης

Η εξέγερση του γκέτο το 1943, θεωρείται γενικά, με βάσιμους λόγους, ως σύμβολο της εβραϊκής αντίστασης ενάντια στη γενοκτονία του εβραϊκού λαού και την κτηνώδη γερμανική κατοχική κυριαρχία. Ωστόσο, δε πρέπει κανείς να ξεχνά, ότι δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι συμμετείχαν στην ένοπλη πάλη ενάντια στη Βέρμαχτ και τα SS. Έτσι, για παράδειγμα, εκτιμάται ότι περίπου το ένα πέμπτο των μελών της γαλλικής Αντίστασης [Résistance] ήταν εβραϊκής καταγωγής. Στα κατεχόμενα εδάφη της Σοβιετικής Ένωσης και της Πολωνίας, οι Εβραίοι πολέμησαν ατομικά ή με ξεχωριστές μονάδες στο αντάρτικο κίνημα, χωρίς να μπορεί να εκτιμηθεί ο αριθμός τους. Επιζώντες από τις μάχες στο γκέτο, μεταξύ αυτών ο Μάρεκ Έντελμαν, συμμετείχαν το επόμενο έτος στην εξέγερση της Βαρσοβίας του πολωνικού Πατριωτικού Στρατού –της μεγαλύτερης ένοπλης εξέγερσης στην κατεχόμενη Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Επί 63 ημέρες, από την 1η Αυγούστου μέχρι την 3η Οκτωβρίου 1944, πολέμησαν πάνω από 40.000 μέλη και οπαδοί της Άρμια Κράγιοβα εναντίον περίπου άλλων τόσων στρατιωτών της Βέρμαχτ και των Βάφεν- SS, προτού ηττηθούν. Σε ό,τι αφορά στην ήττα των Γερμανών στο πόλεμο εκείνη την εποχή, δε μπορούσε πλέον να αλλάξει τίποτα.


Πηγή: junge Welt, 20.04.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.