Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Η μακρά οικολογική επανάσταση


Ο άνθρωπος στην ανθρωπόκαινο

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής υπονομεύει τις βάσεις διαβίωσης αυτού του πλανήτη. Η επιβίωση της ανθρωπότητας μπορεί να εξασφαλιστεί με μια οικολογική επανάσταση ενάντια στο καθεστώς συσσώρευσης πλούτου.

του John Bellamy Foster

Μέχρι την άνοδο του οικολογικού κινήματος στα τέλη του 20ου αιώνα, η κυριαρχία πάνω στη φύση αποτελούσε ένα ευρέως διαδεδομένο θέμα, που συχνά ταυτίστηκε με την πρόοδο στον καπιταλισμό (και μερικές φορές και στο σοσιαλισμό). Φυσικά, αυτή η ιδέα, έτσι όπως χρησιμοποιήθηκε στις (φυσικές) επιστήμες, ήταν σύνθετη. Όπως το εξέφρασε ο Francis Bacon (1561–1626), διακεκριμένη προσωπικότητα και πρώιμος οπαδός αυτής της ιδέας: «Η φύση μπορεί να υπερνικηθεί μόνο όταν υπακούει κανείς σ’ αυτήν».


Υπέρβαση των φυσικών ορίων

Σύμφωνα με τους μεγάλους ποιητές του ρομαντισμού, οι ιδρυτές του κλασικού ιστορικού υλισμού, οι Karl Marx και Friedrich Engels, κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης ήταν οι πιο αποφασιστικοί αντίπαλοι της ιδέας της κυριαρχίας πάνω στη φύση. Ο Marx, σχολιάζοντας τα αξιώματα του Bacon, παρατηρούσε ότι στον καπιταλισμό η διερεύνηση της φύσης «εμφανίζεται μόνο ως πανουργία για να υποταχθούν οι ανθρώπινες ανάγκες» στους ιδίους νόμους, ιδιαίτερα στους σκοπούς της συσσώρευσης. Όμως, παρά αυτή την ραφιναρισμένη «πανουργία», το κεφάλαιο δε μπορεί ποτέ να υπερβεί εντελώς τα υλικά όρια της φύσης, τα οποία ισχύουν διαρκώς. Η σχέση του κεφαλαίου με τα φυσικά όρια ως απλά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, του προσδίνει έναν ιδιαίτερο δυναμικό χαρακτήρα. Ωστόσο, η ίδια άρνηση σημαίνει αναγνώριση των φυσικών ορίων, ότι το κεφάλαιο τείνει να ξεπεράσει τα κρίσιμα όρια της οικολογικής βιωσιμότητας και, επομένως, προκαλεί άσκοπες και ενίοτε μη αναστρέψιμες καταστροφές. Ο Marx στο «Κεφάλαιο» επεσήμανε τέτοιες διαταραχές στην κοινωνικο-οικολογική ανταλλαγή ύλης της ανθρωπότητας και της φύσης, οι οποίες παράγονται από τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Και για την ανάγκη να αποκατασταθεί αυτή η ανταλλαγή ύλης μέσω μιας βιώσιμης σχέσης με τη γη, διατηρώντας, και, μάλιστα, βελτιώνοντας τον πλανήτη ως «Boni patres familias» (καλοί οικογενειάρχες) για τις επόμενες γενιές των ανθρώπων.

Το τελευταίο διάστημα η θεματική αυτή με την κλιματική κρίση και την εισαγωγή της «ανθρωποκαίνου» ως επιστημονική ταξινόμηση της μεταβληθείσας σχέσης του ανθρώπου προς τον πλανήτη, έχει γίνει εκ νέου σημαντική. Η ανθρωπόκαινος ορίζεται στην επιστήμη γενικά ως μια νέα γεωλογική εποχή, η οποία διαδέχεται την εποχή της ολοκαίνου των τελευταίων 12.000 ετών –μια μετάβαση που χαρακτηρίζεται από ένα «ανθρωπογενές ρήγμα» στο σύστημα της γης από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά από αιώνες επιστημονικής κατανόησης που βασίζεται στην κυριαρχία πάνω στη φύση, φτάσαμε αναμφισβήτητα σε ένα ποιοτικά νέο και επικίνδυνο στάδιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση των πυρηνικών όπλων και της κλιματικής αλλαγής –κάτι που ο μαρξιστής ιστορικός E. P. Thompson αποκαλούσε ως «Εξτερμινισμός [εξάλειψη της ανθρωπότητας, ΠΓ], το τελευταίο στάδιο του ιμπεριαλισμού».

Από οικολογική σκοπιά, η ανθρωπόκαινος –η οποία δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την κλιματική κρίση, αλλά γενικά από την υπέρβαση των φυσικών ορίων του πλανήτη- σημαδεύει την ανάγκη για μια πιο δημιουργική, πιο εποικοδομητική και πιο συνυπαρξιακή σχέση προς τη γη. Στην οικοσοσιαλιστική θεωρία, αυτό απαιτεί την ανασύσταση της κοινωνίας στο σύνολό της σε μια πιο ισότιμη και πιο βιώσιμη βάση. Υπάρχει ανάγκη για μια μακρά και διαρκή οικολογική επανάσταση, η οποία αναγκαστικά θα εκτείνεται σταδιακά μέσα σε δεκαετίες και αιώνες. Ενόψει της απειλούμενης γης ως ζωτικού χώρου για τους ανθρώπους –που προκαλείται από την κλιματική αλλαγή, την υπερ-οξίνιση των ωκεανών, την εξαφάνιση των ειδών, την απώλεια γλυκού νερού, την αποψίλωση των δασών, τη ρύπανση του περιβάλλοντος και πολλά άλλα- αυτός ο μετασχηματισμός απαιτεί μια άμεση αντιστροφή στο καθεστώς συσσώρευσης πλούτου. Αυτό σημαίνει αντίσταση στη λογική του κεφαλαίου όποτε και όπου αυτό θέλει να προωθήσει την «δημιουργική καταστροφή» του πλανήτη.

Μια τέτοια αποκατάσταση της κοινωνίας γενικά, δε μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τεχνολογικά μέσα, αλλά πρέπει να μετασχηματίσει την ανταλλαγή ύλης του ανθρώπου με τη φύση μέσω της παραγωγής και, επομένως, την συνολική σφαίρα του «κοινωνικού μεταβολισμού αναπαραγωγής». Στην εποχή μας, απέναντι στον οικολογικό μαρξισμό ή τον οικοσοσιαλισμό –ως την πιο ολοκληρωμένη απάντηση στη δομική κρίση της εποχής μας- αντιπαραβάλλεται η καπιταλιστική οικονεωτερικότητα. Αυτή συνδέεται με μια παλιότερη ιδεολογία της νεωτερικότητας που από την αρχή αντιστάθηκε στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη αντιπαρατίθεται με τα «όρια της φύσης». Ενώ ο οικοσοσιαλισμός επιμένει ότι μια επανάσταση για την αποκατάσταση μιας βιώσιμης σχέσης της ανθρωπότητας απέναντι στη γη απαιτεί μια μετωπική επίθεση στο σύστημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου –και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ισότιμες κοινωνικές σχέσεις και συνειδητές σχέσεις συνύπαρξης με τη γη- η οικονεωτερικότητα υπόσχεται το ακριβώς αντίθετο.

Το καλύτερο παράδειγμα αυτής της τάσης στους αριστερούς στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι η καλοκαιρινή έκδοση 2017 του περιοδικού Jacobin με τίτλο «Earth, Wind and Fire» [Γη, Άνεμος και Φωτιά]. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, σε αυτό το ειδικό τεύχος η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλων οικολογικών προβλημάτων εξαρτάται κυρίως από τις καινοτομίες κατά την ανάπτυξη και χρήση νέων τεχνολογιών και δεν απαιτεί κριτική στο προτσές της συσσώρευσης του κεφαλαίου ή στην ίδια την οικονομική ανάπτυξη.

Αξιοσημείωτο στην ειδική έκδοση του Jacobin είναι, πόσο μακριά βρίσκονται οι συγγραφείς και οι εκδότες από έναν γνήσιο σοσιαλισμό –στο βαθμό που εδώ πρόκειται για μια επαναστατικοποίηση των κοινωνικών και οικολογικών σχέσεων, η οποία στοχεύει σ’ έναν κόσμο ουσιαστικής ισότητας και οικολογικής βιωσιμότητας. Αντ’ αυτού, αυτό που μας προσφέρεται είναι μια μηχανιστική, τεχνο-ουτοπική «λύση» για το πρόβλημα του κλίματος, η οποία αγνοεί την κοινωνικά καθορισμένη σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας, καθώς και τις ανθρώπινες ανάγκες και το ευρύτερο περιβάλλον. Διαφορετικά απ’ ό,τι ο οικολογικός μαρξισμός και η ριζοσπαστική οικολογία γενικά, δεν θέτει ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση το σύστημα της (καπιταλιστικής) εμπορευματικής παραγωγής μιας κρατικά διευθυνόμενης, τεχνοκρατικής, αναδιανεμητικής οικονομίας της αγοράς, η οποία ενισχύεται από την γεωμηχανική. Η οικολογική κρίση που προκλήθηκε από τον καπιταλισμό, χρησιμοποιείται εδώ ως δικαιολογία για να τεθούν στην άκρη όλες οι σοβαρές οικολογικές αξίες. Ένας σοσιαλισμός που γίνεται αντιληπτός κατ’ αυτό τον τρόπο δεν διαφέρει πολύ από τον καπιταλισμό –δεν είναι κίνημα που αντικαθιστά τη γενικευμένη κοινωνία εμπορευμάτων, αλλά μια βασική δομή που αντιστοιχεί στην καπιταλιστική νεωτερικότητα. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί ένα κόντεμα του σοσιαλιστικού οράματος, ώστε να είναι επιτυχημένο στη φιλελεύθερη πολιτική αρένα. Τα κόστη, όμως, ενός τέτοιου συμβιβασμού με το status quo σημαίνουν απώλεια κάθε ιδέας για ένα εναλλακτικό μέλλον.


Οικολογικός σχεδιασμός

Πως βλέπουμε, λοιπόν, την αναγκαία οικολογική και κοινωνική επανάσταση της εποχής μας; Ο Engels στον 19ο αιώνα τόνιζε την απαίτηση, ότι η κοινωνία πρέπει να αναπτυχθεί σε αρμονία με τη φύση, ότι αυτή είναι ο μόνος πραγματικά επιστημονικός τρόπος θεώρησης: «Η ελευθερία δε βρίσκεται στην ονειρεμένη ανεξαρτησία από τους νόμους της φύσης, αλλά στη γνώση αυτών των νόμων, καθώς και στη δυνατότητα, που παρέχεται μ’ αυτόν τον τρόπο, να την κάνουμε να λειτουργεί σχεδιασμένα προς όφελος ορισμένων στόχων. Αυτό ισχύει σ’ ό,τι αφορά τους νόμους της εξωτερικής φύσης, αλλά και τους νόμους που ρυθμίζουν τη σωματική και πνευματική ύπαρξη του ίδιου του ανθρώπου: Δυο κατηγορίες νόμων, τις οποίες μπορούμε να χωρίσουμε το πολύ νοερά, αλλά όχι στην πραγματικότητα»[1] Πολύ περισσότερο: Δεν υπάρχει δυνατότητα να νικήσουμε τις φυσικές αναγκαιότητες με τέχνασμα. Ο Engels υποστήριξε ότι η «πονηριά» του Bacon περί κυριαρχίας πάνω στη φύση –υπακούοντας στους νόμους της φύσης με μοναδικό σκοπό την ενίσχυση της συσσώρευσης του κεφαλαίου- θα αποδειχτεί τελικά καταστροφική, επειδή αγνοεί τις μακροπρόθεσμες συνέπειες. Σ’ αντίθεση μ’ αυτό, στον «επιστημονικό σοσιαλισμό» δεν επρόκειτο για την μάταιη προσπάθεια να κυριαρχηθεί η φύση, αλλά, πολύ περισσότερο, για την ενίσχυση της ανθρώπινης ελευθερίας σε συμφωνία με τους όρους που μας επιβάλλει ο υλικός κόσμος.

Σήμερα η αυξανόμενη συνειδητοποίηση για τέτοια προβλήματα –και για την αναπόφευκτη εξάρτηση της ανθρωπότητας από τον φυσικό κόσμο- επιστημόνων, οδήγησε στη διερεύνηση βιώσιμων μορφών ανάπτυξης, για παράδειγμα στους τομείς της γεωργικής οικολογίας, της βιονικής και της θεωρίας των οικοσυστημάτων. «Ο γενικός στόχος μιας οικολογικής κοινωνίας», γράφουν οι Fred Magdoff και Chris Williams, «βρίσκεται στη διατήρηση μιας υγιούς βιόσφαιρας και ταυτόχρονα στην ανταπόκριση των ανθρώπινων αναγκών»[2] Αυτό δεν αποτελεί ένα μη πραγματοποιήσιμο καθήκον, αλλά απαιτεί την ανάπτυξη της επιστήμης σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο. Δηλαδή, μια επιστήμη η οποία δε θα ασχολείται μόνο με τη μηχανική εξέταση της Γης και των κατοίκων της για ιδιωτικό κέρδος, αλλά θα βασίζεται στην κατανόηση για/και την φροντίδα των σύνθετων συλλογικοτήτων που αποτελούν τα ζωντανά συστήματα και την ίδια την ανθρώπινη ζωή. Αυτό απαιτεί οικολογικό σχεδιασμό. Αυτός, όμως, είναι τότε μόνο εφικτός, όταν αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις, -με το να ορίζεται η «ελευθερία» με τρόπο τέτοιο, που θα περιλαμβάνει τις ανάγκες, οι οποίες είναι βαθύτερες και ευρύτερες από εκείνες που επιδιώκουν το ατομικό συμφέρον σε μια εμπορευματική οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι δε θα αποφεύγουμε να δούμε την κλιματική κρίση –όσο καταστροφικές μπορεί να είναι οι πιθανές συνέπειές της- και να διατηρούμε τη μέχρι τώρα στάση μας στη σχέση ανθρώπου και φύσης, η οποία προκάλεσε τις σημερινές πρωτοφανείς απειλές στον ανθρώπινο πολιτισμό. Γιατί τότε η μοίρα μας θα ήταν σφραγισμένη.


Σύστημα σπατάλης

Δε μπορούμε να ξεφύγουμε από τις μακροπρόθεσμες οικολογικές συνέπειες της καπιταλιστικής ανάπτυξης με μια επιδιωκόμενη συνθήκη, με την κατασκευή όλο και περισσότερων πυρηνικών εργοστασίων στον κόσμο, ή με την ανάλγητη εκπομπή σωματιδίων θείου στην ατμόσφαιρα –όλα αυτά με σκοπό την ιδιαίτερα αναπτυσσόμενη εμπορευματική οικονομία και την συσσώρευση κεφαλαίου. Εκτός από το γεγονός ότι αυτά δεν είναι εφικτά για τεχνικούς και οικονομικούς λόγους, τέτοια σχέδια πρέπει να απορριφθούν λόγω των τεράστιων και απρόβλεπτων επιπτώσεων που θα προέκυπταν αναπόφευκτα. Η συνηγορία υπέρ της τεχνολογίας CCS[3] ως πρωταρχική λύση για την κλιματική κρίση (είναι σαφές ότι μια τέτοια τεχνολογία περιορισμένα θα μπορούσε να παίξει θετικό ρόλο), σημαίνει, για παράδειγμα, την επιδίωξη διαθεσιμότητας τεράστιων πόρων για αυτές τις εγκαταστάσεις –σε μια άλλη τάξης μεγέθους η οποία αντιστοιχεί στη συνολική υπάρχουσα ενεργειακή υποδομή του κόσμου, με όλα/ες τα πιθανά/ές επιπρόσθετα/ες οικολογικά/ές κόστη και συνέπιες.

Ο καλύτερος και γρηγορότερος τρόπος αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης είναι μια επαναστατικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Πέρα απ’ αυτό, κάθε δήθεν σοσιαλιστική προσέγγιση για την επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, παρουσιάζει έλλειψη θάρρους, το οποίο επικεντρώνεται μόνο στην κλιματική αλλαγή, αγνοεί [όμως] ή αντιτίθεται στην ύπαρξη άλλων πλανητικών ορίων, και κατά άλλα εναποθέτει σε καθαρά τεχνολογικές λύσεις. Αυτό σημαίνει άρνηση να ανοιχτεί κανείς σε ένα νέο, ευρύτερο πεδίο ελευθερίας για να αντιμετωπίσει την πρόκληση που μας επιβάλλει σήμερα η ιστορική πραγματικότητα. Η ανθρωπότητα δε μπορεί να αναπτυχθεί παραπέρα στον 21ο αιώνα, αν δεν κάνει δικές της περισσότερες συλλογικές και βιώσιμες μορφές παραγωγής και κατανάλωσης σε αρμονία με τις πραγματικότητες της βιόσφαιρας.

Εδώ είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι ο σημερινός μονοπωλιακός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που βασίζεται στη σπατάλη. Το μεγαλύτερο μέρος των παραγωγικών δυνάμεων σπαταλιέται για αρνητικές (ή ειδικά καπιταλιστικές αξίες χρήσης), με τη μορφή στρατιωτικών δαπανών και δαπανών στο μάρκετινγκ και τις ανεπάρκειες που ενσωματώνονται σε κάθε προϊόν, συμπεριλαμβανομένου της προγραμματισμένης ημερομηνίας λήξης του. Η κατανάλωση όλο και πιο άσκοπων και καταστροφικών «αγαθών» προσφέρεται ως υποκατάστατο για όλα αυτά που οι άνθρωποι πραγματικά θέλουν και χρειάζονται. Όπως έγραψε ο μαρξιστής οικονομολόγος Paul A. Baran: «Οι άνθρωποι, τους οποίους έχει διαπεράσει η κουλτούρα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δε θέλουν αυτό που χρειάζονται και δε χρειάζονται αυτό που θέλουν.»[4]

Εκτός από τις απλές φυσικές ανάγκες, όπως, τροφή, κατοικία, ρουχισμός, καθαρό νερό, καθαρός αέρας κτλ, σ’ αυτές ανήκουν επίσης η αγάπη, η συμβίωση, η γεμάτη από νόημα εργασία, η εκπαίδευση, η πολιτιστική ζωή, η πρόσβαση στο φυσικό περιβάλλον και η ελεύθερη και ισότιμη ανάπτυξη κάθε ατόμου. Η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων όλα αυτά τα περιορίζει ή τα διαστρέφει, δημιουργώντας μια τεχνητή έλλειψη αναγκαίων για τη ζωή αγαθών, ώστε να παράξει μια διεστραμμένη επιθυμία για ανούσια πράγματα –όλα αυτά με σκοπό τη μεγαλύτερη κερδοφορία, με αποτέλεσμα την αυξανόμενη ανισότητα πλούτου. Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν αυτό το διάστημα περισσότερο από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως για τις ένοπλες δυνάμεις και το μάρκετινγκ- αυτό το τελευταίο αποσκοπεί στο να προσελκύσει τους ανθρώπους να αγοράζουν πράγματα που αλλιώς δε θα αγόραζαν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σημερινή πλανητική οικολογική κρίση απαιτεί τεχνολογικές αλλαγές και καινοτομίες. Οι βελτιώσεις κατά τη χρήση ηλιακής και αιολικής ενέργειας και άλλες εναλλακτικές λύσεις έναντι των ορυκτών καυσίμων, αποτελούν σημαντικό μέρος της οικολογικής εξισορρόπησης. Ωστόσο, δεν είναι αλήθεια ότι όλες οι τεχνολογίες που είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση της πλανητικής κατάστασης ανάγκης είναι νέες ή ότι η τεχνολογική ανάπτυξη είναι η μόνη απάντηση. Παρά τα θαύματα των έξυπνων μηχανών, δεν υπάρχει λύση για την παγκόσμια οικολογική κρίση συνολικά που να εναρμονίζεται με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Κάθε οικολογική γραμμή άμυνας που εγείρεται στο παρόν, πρέπει να κατευθύνεται ενάντια στη λογική της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ούτε επίσης η παρέμβαση του κράτους, που ενεργεί σαν ένα είδος συνολικού κοινωνικού καπιταλιστή, είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Πολύ περισσότερο, μια μακρά οικολογική επανάσταση κατάλληλη για τις ανάγκες του κόσμου θα σήμαινε την αλλαγή της κοινωνικής ανταλλαγής ύλης με τη φύση και την αντιμετώπιση της αποξένωσης από τη φύση και την ανθρώπινη εργασία στον καπιταλισμό. Κυρίως, πρέπει να φροντίσουμε ώστε να διατηρηθούν οι οικολογικές βάσεις για τις μελλοντικές γενιές –ακριβώς, αυτή είναι η βιωσιμότητα.

Απ’ αυτή την άποψη μπορούν να γίνουν πολλά πράγματα, όταν η ανθρωπότητα ξεκινά τώρα για να δημιουργήσει μια οικολογική κοινωνία. Ενόψει της τεράστιας σπατάλης που ενυπάρχει στο καθεστώς του μονοπωλιακού κεφαλαίου, η οποία έχει εισχωρήσει στην εσωτερική δομή της παραγωγής, πρέπει να είναι δυνατή η υλοποίηση μορφών επαναστατικής διατήρησης του περιβάλλοντος, οι οποίες θα μεγαλώσουν τόσο το βασίλειο της ανθρώπινης ελευθερίας, όσο και να κάνουν δυνατή μια γρήγορη προσαρμογή στις ανάγκες που μας επιβάλλει η κρίση του πλανητικού οικοσυστήματος. Είναι πολύ πιο αποτελεσματικό και πιο εφικτό να μειωθούν δραστικά οι εκπομπές CO2 [διοξείδιο του άνθρακα] απ’ ό,τι η δημιουργία μιας παγκοσμιοποιημένης υποδομής CCS, που θα ανταγωνιζόταν σε ό,τι αφορά την τάξη μεγέθους της την σημερινή ενεργειακή υποδομή του κόσμου ή θα την ξεπερνούσε. Θα ήταν πολύ πιο λογικό να αρχίσουμε με την γρήγορη επαναστατική σταδιακή κατάργηση των εκπομπών CO2 από το να διακινδυνεύουμε την πρόκληση νέων απειλών για την ποικιλομορφία της ζωής και του ανθρώπινου πολιτισμού μέσω της γεωμηχανικής.


Ανοίγοντας νέους δρόμους

Ο οικολογικός μαρξισμός προσφέρει με ποικίλους τρόπους μια διεύρυνση της ανθρώπινης ελευθερίας και δημιουργικότητας και κάνει έκκληση στην ανθρωπότητα ως σύνολο, να οικοδομήσει η ίδια ξανά τον κόσμο της πάνω σε οικολογικές βάσεις σε αρμονία με τη γη. Υποσχέσεις για μια παγκόσμια τεχνολογική επιδιόρθωση του περιβάλλοντος –η οποία γίνεται παράλογη όταν κοιτάξει κανείς πέρα από την κλιματική αλλαγή στα πολυάριθμα πλανητικά όρια, τα οποία απειλούνται από την καπιταλιστική «κυριαρχία πάνω στη φύση»- σημαίνουν ελιτίστικη πολιτική και ελιτίστικο μάνατζμεντ. Αποτελεί τελεσιγραφική ύβρη η τελευταία έκκληση για την κυριαρχία επί της φύσης ως μέσο της ταξικής κυριαρχίας. Τέτοιες προμηθεϊκές απόψεις στοχεύουν στην άρνηση της πραγματικότητας της σημερινής κοινωνικής και οικολογικής κρίσης, δηλαδή ότι οι επαναστατικές αλλαγές είναι αναπόφευκτες στις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής. Ο εκσυγχρονισμός των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι αρκετός˙ σημαντικότερο είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανθρώπινη ανάπτυξη. Από τις αυτόχθονες μορφές της αγροτικής εργασίας μπορεί να μάθει κανείς πολλά: Επειδή η ανθρώπινη κοινωνία στον καπιταλισμό έχει αποξενωθεί από τη γη, οι λιγότερο αποξενωμένες κοινωνίες παρέχουν σημαντικές γνώσεις στην πράξη για μια βιώσιμη ύπαρξη.

Οι κριτικοί τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά, θα μπορούσαν να απαντήσουν ότι είναι «πολύ αργά» για μια οικολογική επανάσταση. Η απάντηση σ’ αυτό είναι, όπως εύγλωττα αναφέρουν οι Magdoff και Williams: «Αργά για τι; Αγώνας για έναν καλύτερο κόσμο σημαίνει να παίρνεις τον κόσμο όπως είναι και να εργάζεσαι για να τον αναδιοργανώσεις. Παρ’ όλο που οι οικολογικές και πολιτικές συνθήκες και τάσεις είναι από πολλές απόψεις αρκετά απελπιστικές, δεν είμαστε καταδικασμένοι να χειροτερεύουμε παραπέρα το περιβάλλον ή τις κοινωνικές μας σχέσεις (…) Ένας σχετικός βαθμός θέρμανσης παγκοσμίως θα συνεχιστεί, ανεξάρτητα από το τι θα κάνουμε ενάντια σε όλες τις παρενέργειές του. (…) Ωστόσο, μπορούμε να σταματήσουμε την καθοδική πορεία σε μια ακόμη πιο κατεστραμμένη γη, που γίνεται όλο και πιο φτωχή σε είδη και στην υγεία των ειδών που παραμένουν [ακόμη]. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον τεράστιο όγκο των ανθρώπινων και υλικών πόρων που διατίθενται για τον αναπροσανατολισμό της οικονομίας προς όφελος όλων των ανθρώπων. Μια οικολογική κοινωνία θα μας επιτρέψει να κάνουμε όλα αυτά που σήμερα δεν είναι δυνατά και ό,τι ο καπιταλισμός δε μπόρεσε ποτέ να επιτύχει: να δώσει σε όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα να αναπτύξουν πλήρως το δυναμικό τους.»[5]

Αλλά για να επιτευχθούν αυτά τα πράγματα, πρέπει να διακόψουμε με το «Business as usual», δηλαδή με τη σημερινή λογική του κεφαλαίου και να εισαγάγουμε μια εντελώς διαφορετική λογική, η οποία θα στοχεύει στη δημιουργία ενός θεμελιωδώς διαφορετικού «κοινωνικού μεταβολικού συστήματος αναπαραγωγής». Το να ξεπεραστούν αιώνες αποξένωσης από τη φύση και την ανθρώπινη εργασία, συμπεριλαμβανομένου και της αντιμετώπισης του παγκόσμιου περιβάλλοντος και των περισσότερων ανθρώπων –διασπασμένων μέσω τάξης, φύλου και εθνότητας- ως απλών αντικειμένων κυριαρχίας, απαλλοτρίωσης και εκμετάλλευσης, δεν απαιτεί τίποτα το λιγότερο παρά μια μακρά οικολογική επανάσταση, η οποία θα περιλαμβάνει αναγκαστικά νίκες, ήττες και διαρκώς νέες προσπάθειες που θα διαρκέσουν αιώνες. Ωστόσο, πρόκειται για μια επαναστατική πάλη που πρέπει να ξεκινήσει τώρα μ’ ένα παγκόσμιο κίνημα προς τον οικοσοσιαλισμό –ένας οικοσοσιαλισμός που από την αρχή θα είναι σε θέση να θέσει στο κεφάλαιο όρια. Αυτή η εξέγερση θα βρει αναπόφευκτα την κύρια ώθησή της σ’ ένα «οικολογικό προλεταριάτο», το οποίο θα προκύψει από ταυτόχρονες οικονομικές και οικολογικές κρίσεις και τη συλλογική αντίσταση των εργαζόμενων κοινοτήτων και πολιτισμών- μια νεο-αναδυόμενη πραγματικότητα που σήμερα εμφανίζεται στον Παγκόσμιο Νότο.

Στην μακρά οικολογική επανάσταση που έχουμε μπροστά μας, ο κόσμος αναγκαστικά θα βαδίζει από έναν επίγειο αγώνα στον επόμενο. Αν η εμφάνιση της ανθρωποκαίνου μας διδάσκει κάτι, είναι ότι η ανθρωπότητα, μέσα από τη στενόμυαλη επιδίωξη για οικονομικό κέρδος που ωφελεί μόνο λίγους, είναι σε θέση να διαταράξει τους βιογεωχημικούς κύκλους του πλανήτη με ολέθριο τρόπο. Είναι, επομένως, καιρός, να ακολουθήσουμε μια διαφορετική πορεία: μια πορεία βιώσιμης ανθρώπινης ανάπτυξης. Αυτό είναι όλο το νόημα της επανάστασης στην εποχή μας.
______

Σημειώσεις

[1] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ. Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006, σ. 146.

[2] Fred Magdoff und Chris Williams: Creating an Ecological Society, New York 2017, σ. 247.

[3] Η τεχνολογία CCS (Carbon Capture and Storage) στοχεύει στο να αποθηκευτεί υπόγεια το CO2, ώστε να αποφευχθεί μια περαιτέρω επιβάρυνση της ατμόσφαιρας.

[4] Paul A. Baran: The Longer View, New York 1969, σ. 30.

[5] Magdoff, Williams, ό.π., σ. 309 σ.


Το παρόν κείμενο, που μεταφράστηκε στα γερμανικά από τον Klaus Dräger, αποτελεί επιτομή του άρθρου «The long ecological revolution» του John Bellamy Foster από το Monthly Review (Volume 69, Issue 6), Ιούνιος 2017. Το πλήρες κείμενο είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο στο link https://monthlyreview.org/2017/11/01/the-long-ecological-revolution (jW).


Πηγή: junge Welt, 29.05.2018

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.