Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Ξανά το ερώτημα: Στρουκτουραλισμός ή διαλεκτική;


του Lucien Sève

Οι αλλαγές στην επιστημονική γνώση είναι τόσο θεαματικές –και στη λεπτομέρειά τους τόσο σύνθετες– που αν στεκόμασταν στην επικαιρότητα επιφανειακά δεν θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε τη συνολική τους διάσταση. Αν όμως προσπαθήσουμε να χαράξουμε την καμπύλη που ενώνει τα διαφορετικά σηµεία –ή τα σύνολα των σημείων– τα οποία κατακτήθηκαν κατά τη διάρκεια των δύο ή τριών τελευταίων δεκαετιών, τότε η έννοιά τους δεν είναι πια αμφιλεγόμενη: Βρισκόμαστε μπροστά στην άνοδο του υλισμού ως προς την επιστημονική απεικόνιση του κόσμου. 

Ακόμα και στα μέσα του αιώνα, από τη θεωρία της δημιουργίας στην αστρονομία ή στην ανθρωπολογία μέχρι τον ψυχολογισμό στις επιστήμες του ανθρώπου, περνώντας από τον βιταλισμό στη βιολογία, ο αντικειμενικός ιδεαλισμός διεκδικούσε δυναμικά επιστημονικό χώρο από τον υλισμό. Με αυτή τη μορφή ο ιδεαλισμός γνώρισε μέσα σε 30 χρόνια ιστορικές υποχωρήσεις. Οι βιολόγοι, για παράδειγμα, ανέτρεψαν τις αντιλήψεις που υποστήριζαν την κυριαρχία της ζωής επί της ύλης. Όπως έγραφε ο Fr Jacob στο τέλος του έργου του Η λογική του όντος: «Αυτό που µας έδειξε η βιολογία είναι ότι δεν υπάρχει μεταφυσική οντότητα που κρύβεται πίσω από τη λέξη ζωή. Η δύναμη του συναθροίζομαι, του παράγω δομές αυξημένης συνθετότητας ακόμα και του αναπαράγομαι ανήκει στα στοιχεία που αποτελούν την ύλη». Παρουσιάζοντας πρόσφατα στο έργο Ιστορία και Αρχαιολογία µία σύνθεση σύγχρονων γνώσεων πάνω στις διαδικασίες που γέννησαν το ανθρώπινο είδος, ο Henri Tintant διαπραγματεύεται αυτή την εξέλιξη κατά τρόπο απόλυτα υλικό. Στο ίδιο θέμα το βιβλίο του Jean-Pierre Changeux Ο νευρωνικός άνθρωπος παρουσιάζεται ως το δυνατό σημείο του σύγχρονου υλισμού, στο μέτρο που οι περιοχές του Πνεύματος συγκροτούσαν την ισχυρή θέση του ιδεαλισμού.


Ένα συντονισμένο κίνημα προς τον υλισμό

Θέτοντας µία προμετωπίδα του Επίκουρου ως τίτλο ενός κεφαλαίου του βιβλίου του που εκθέτει τις πιο θεαματικές πληροφορίες πάνω στις πρόσφατες γνώσεις µας για τα «νοητικά αντικείμενα», ο συγγραφέας γράφει συμπεραίνοντας: «Πρέπει να λέμε ότι η συνείδηση “αναδύεται” απ’ όλα αυτά; Ναι, αν εκλάβουμε τη λέξη “αναδύεται” µε την πιο γήινη εκδοχή της, όπως λέμε ότι το παγόβουνο αναδύεται από το νερό. Αλλά µας αρκεί να πούμε ότι η συνείδηση είναι αυτό το σύστημα των ρυθμίσεων σε λειτουργία; Ο άνθρωπος δεν έχει από εδώ και πέρα τίποτα να κάνει µε το “Πνεύμα” του αρκεί να είναι ένας νευρωνικός Άνθρωπος». Με άλλα λόγια δεν υπάρχει πια μεταφυσική οντότητα που κρύβεται πίσω από τη λέξη συνείδηση, όπως ούτε πίσω από τη λέξη ζωή. «Έφτασα σε έναν υλισμό καθαρό και απλό», εξηγεί ο Jean-Pierre Changeux σε µία συνέντευξή του στην εφημερίδα La Croix. Και στον δημοσιογράφο που του απαντά: «Συγγνώμη γι’ αυτό που θα σας πω, αλλά το ωραίο σας βιβλίο µε έκανε να στεναχωρηθώ», τον ρωτάει µε αίσθηση χιούμορ: «Μήπως το βιβλίο µου σας έκανε να στεναχωρηθείτε γιατί βάζει σε δοκιμασία τις πεποιθήσεις σας;» Τελικά το κίνημα που λαμβάνει χώρα μπροστά στα µάτια µας στις ανθρωπιστικές επιστήμες συναρτάται όλο και περισσότερο µε τον υλισμό των φυσικών επιστημών, όπως µας δείχνει η παρατήρηση των Ilya Prigogine και Isabelle Stengers στο έργο τους Η νέα συμμαχία: «Αξίζει να προσεχθεί ότι οι πιο καθοριστικές απαιτήσεις στην υιοθέτηση της νέας εννοιολογικής αντίληψης που μόλις περιγράψαμε είναι αυτές που συχνά συνδέονται µε τον “υλισμό”: το να αντιλαμβάνεσαι τη φύση µε τέτοιο τρόπο ώστε να µην υπάρχει τίποτα το παράλογο στο να παραδέχεσαι ότι αυτή µας δημιούργησε». 

Αυτό το κίνημα, συντονισμένο στην κατεύθυνση του υλισμού, έχει μεγάλη εμβέλεια. Θα σημείωνα ένα από τα διδάγματα που δεν είναι αδιάφορο την εποχή της εκατονταετίας του μαρξισμού: ενώ στη δεκαετία του ’50 αρκετοί από αυτούς που παρήγαν ιδέες αντιμετώπιζαν µε βλέμμα οίκτου το «μεταφυσικό υλισμό» του μαρξισμού, που υποτίθεται ότι φανερωνόταν ως πρωτόγονη ιδεολογία, σήμερα είναι ακριβώς αυτός ο ολοκληρωμένος υλισμός, που κάποτε είχε αποδοκιμαστεί τόσο, ο οποίος παρουσιάζεται όλο και περισσότερο ως η μοναδική αναπαράσταση του κόσμου που αντιστοιχεί στην επιστημονική προσέγγιση. Ενώ τον παρουσίαζαν ως απόδειξη της ατελούς ανάπτυξης του μαρξισμού, ξεπερασμένη πλέον είναι η αντιυλιστική πίστη/άποψη. Αλλά η αναμφισβήτητη επιστημονική προσφορά του υλισμού –εκτός βεβαίως από τις κοινωνικές επιστήμες όπου η αμφισβήτηση του ιστορικού υλισμού είναι λυσσαλέα– εντοπίζεται στους τομείς στους οποίους αναπτύσσει την αυτοκριτική του: στους τομείς της επιστηµολογικής του προσέγγισης –όπου ωριμάζει µία σοβαρή ερμηνεία ανάμεσα στον μαρξισμό και τον νεοθετικισµό– και σε αυτούς που αποτελούν και το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, της λογικής του συνάρθρωσης. 

Με αυτή την οπτική, όσον αφορά την παρουσίαση του κόσμου, ο σύγχρονος υλισμός πρέπει να καταστήσει παντού αντιληπτό το πέρασμα από τα αντιστρεπτά φαινόμενα στα µη αντιστρέψιμα, από τους γενικούς νόμους στις παράδοξες/μοναδικές τροχιές, από τις προσδιορισμένες συμμετρίες στις αβέβαιες-αμφίβολες λογικές. Αρχής γενομένης από τις κλασικές γνώσεις που κόβουν το πραγματικό/την πραγματικότητα σε διαδοχικά επίπεδα πολυπλοκότητας –από το φυσικό στο χημικό, στο βιολογικό, στο κοινωνικό και στο ψυχικό–, η επιστημονικότητα που είναι σε διαρκή κίνηση ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για πράγματα και προτσές μοναδικά, στα οποία βλέπουμε να ανασυντίθενται αφαιρέσεις αναλυτικές στους κόλπους των συγκεκριμένων ιστοριών του ατομικού: επιστήμες του Κόσμου και της Γης, της εξέλιξης των ζωντανών μορφών, της ιστορίας των κοινωνικών σχηματισμών, της βιογραφίας των ανθρώπων. Σε έναν υλισμό που είναι παραδοσιακά δεμένος µε την επαναληπτικότητα των γενικών φαινομένων πρέπει να συνδέσουμε έναν υλισμό ακόμα λειψά σκιαγραφημένο, της µη επαναλαμβανόμενης μοναδικότητας, αναζητώντας την πιο πρόσφορη λογική για να τον σκεφτούμε.


Η υλιστική διαλεκτική στην ημερήσια διάταξη

Χωρίς να το διακινδυνεύουμε, μπορούμε να προβλέψουμε ότι αυτό το θέμα θα βρεθεί τα επόμενα χρόνια στο κέντρο των θεωρητικών προβληματισμών. Στην πραγματικότητα είναι ήδη. Αυτό το επισήμαναν για παράδειγμα οι Ilya Prigogine και Isabelle Stengers στο έργο τους Η νέα συμμαχία. Συνοψίζοντας στο βιβλίο τους τα αποτελέσματα της θερμοδυναμικής, σκεπτόμενοι τις µη αντιστρέψιμες διαδικασίες που µας υποχρεώνουν να αναγνωρίσουμε «την αστάθεια της φύσης» και να επεξεργαστούμε/διαμορφώσουμε «την επιστήμη των αναταράξεων, των εξελίξεων που διχάζουν» σε µία ιστορία «που δεν μπορεί πια ποτέ να περιορισθεί στη μονότονη απλότητα ενός μοναδικού χρόνου», έγραφαν: «Στο μακροσκοπικό αλλά και στο μικροσκοπικό επίπεδο οι επιστήμες της φύσης απελευθερώθηκαν από µία στενή αντίληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας, που νόμιζε ότι έπρεπε να αρνηθεί για λόγους αρχής την πρωτοτυπία και την ποικιλία στο όνομα ενός νόμου αμετάβλητου». Έτσι το ερώτημα που «κατακυριεύει/βασανίζει» τις επιστήμες και τη φιλοσοφία είναι αυτό «της σχέσης ανάμεσα στο Είναι και στο γίγνεσθαι, ανάμεσα στη μονιμότητα και την αλλαγή». Είναι εντυπωσιακό ότι πλέον συναντούμε σε όλα τα πεδία των γνώσεων αυτή την «κυριαρχία/εμμονή». 

Παρομοίως, ο Η. Tintant γράφει στη μελέτη του πάνω στην anthropogenèse: «Το κύριο στην εξέλιξη είναι το ότι είναι µία ιστορία απρόβλεπτη, που αποτελείται από ασυνήθη γεγονότα, μοναδικά, που δεν θα ξαναδηµιουργηθούν ποτέ για δεύτερη φορά κατά τον ίδιο τρόπο». Ο ενημερωμένος για τις τρέχουσες εξελίξεις στις επιστημονικές γνώσεις αναγνώστης θα διευρύνει από µόνος του τον κατάλογο των αντίστοιχων παραδειγμάτων.

Η γενική άνοδος ενός υλισμού επικεντρωμένου στη σχέση ανάµεσα στο Είναι και στο γίγνεσθαι, στη µετάβαση από την αφηρηµένη γενίκευση στη συγκεκριµένη ιστορία, θέτει δυναµικά στην ηµερήσια διάταξη τη µορφή της θεωρητικής σκέψης που γεννήθηκε ακριβώς από τη γενική συνειδητοποίηση αυτών των προβληµάτων: η διαλεκτική και µε µεγαλύτερη ακρίβεια, αν λάβουµε υπόψη τη σύγχρονη καµπύλη της γνώσης, η υλιστική διαλεκτική, όπως προκύπτει από την ανατροπή της ιδεαλιστικής διαλεκτικής του Hegel και όπως διαµορφώθηκε τελικά από τους Marx και Engels τη στιγµή που αντιλαµβάνονταν τον εαυτό τους –οι πρώτοι µε τρόπο ριζοσπαστικό– ότι δεν υπάρχει µεταφυσική οντότητα που κρύβεται πίσω από τη λέξη ιστορία. Λογικά θα έπρεπε, δηλαδή, κατά συνέπεια σήµερα να συµµεριστούµε αυτό που ο H. Lefebvre ονοµάζει «επιστροφή της διαλεκτικής», τη γενικευµένη, δηλαδή, άνθηση των µορφών του διαλεκτικού υλισµού. Και πράγµατι η προσφορά του επιστηµονικού υλισµού στην αποτελεσµατικότητα της γνώσης είναι συχνά αυτή των διαλεκτικών βηµάτων. Έτσι, είναι ενδεικτικό ότι ένα σοβαρό βιβλίο όπως Η λογική του όντος υιοθετεί τόσο πολύ αυτή την προσέγγιση και χρησιµοποιεί πολύ συχνά ιδέες σαν αυτές της αντίθεσης, της άρνησης, της ποιοτικής αλλαγής. Αλλά δεν είναι λιγότερο ενδεικτικό. Όπως είναι το ίδιο ενδεικτικό ότι το ευρετήριο των περιεχοµένων, αν και πολύ λεπτοµερειακό, δεν αναφέρεται σε αυτές ούτε καν στη λέξη διαλεκτική.


Η υποχώρηση της διαλεκτικής προς τον στρουκτουραλισμό

Οι Ilya Prigogine και Isabelle Stengers στο έργο τους Η νέα συμμαχία αναφέρονται πολλαπλά στο ενδιαφέρον γεγονός ότι «η κατάστασή µας, µε ένα συγκεκριµένο τρόπο, είναι ανάλογη µε αυτή από την οποία προήλθε ο διαλεκτικός υλισµός». Αλλά τελικά η έρευνά τους δεν προσανατολίζεται µε την ορθή λογική προς τη διαλεκτική: οι προσανατολισµοί αυτού του βιβλίου «παντρεύονται» µε τις διάφορες κληρονοµιές των διαφορετικών ρευµάτων του πολιτιστικού κύµατος που χαρακτηρίζεται ως «στρουκτουραλισµός» όσον αφορά «τις επιστηµολογικές βάσεις του Foucault» ή τις «γνωστικές δοµές» του Piaget και πολύ περισσότερο του στρουκτουραλισµού «στατιστικού ή µοριακού (A. Molès, Cl. Lévi-Strauss, J. Lacan, R. Jacobs)» που «παρουσιάζει µία εντυπωσιακή οµοιότητα-συγγένεια µε τον προχωρηµένο µεγάλο θετικισµό των χρόνων του 1900». Ο ίδιος ο J.P. Changeux, τη στιγµή των συµπερασµάτων όσον αφορά «το γενικό θέµα της σταθερότητας στον χρόνο των γεγονότων ή των πολιτιστικών και βιολογικών αντικειµένων» που όµως έχουν µία λειτουργική ιστορία, φαίνεται να επιµένει στην ανάλυση µε όρους δοµής, όπως παρουσιάζονται σε ένα κείµενο του Ritchie του 1936: «Η έννοια της δοµής παρουσιάζεται όταν εξετάζουµε τον οργανισµό σε µία χρονική στιγµή αφηρηµένη. Η αφηρηµένη έννοια ισχύει γιατί στο εσωτερικό της ιστορίας των οργανισµών υπάρχουν γεγονότα σχετικά σταθερά που δεν αλλάζουν πολύ και αυτά ονοµάζονται δοµή. Αντίθετα, υπάρχουν γεγονότα ασταθή και αυτά ονοµάζονται λειτουργία. Τελικά ο διαχωρισµός είναι ποσοτικός και αναφέρεται στην κλίµακα του χρόνου που χρησιµοποιούµε». 

Για λόγους που σε πρώτη ανάγνωση φαίνονται αινιγµατικοί, η έγνοια –αν και ολοφάνερα άνιση όσον αφορά τις επιστηµονικές οπτικές που υιοθετούνται– του πώς αντιλαµβανόµαστε την αλλαγή και όχι την απλή συντήρηση, την ανάπτυξη και όχι την απλή λειτουργία, φαίνεται λοιπόν ότι υποχωρεί από τη διαλεκτική προς τον στρουκτουραλισµό, δηλαδή παράδοξα προς µία λογική αντίληψη στην οποία γενικά συµφωνούµε να αναγνωρίζουµε ότι καθιστά προβληµατικές και την αλλαγή και την ανάπτυξη. Υπ’ αυτή την έννοια δεν µπορούµε να αγνοήσουµε την εµπεριστατωµένη συνεισφορά του καινούργιου βιβλίου του Lévi- Strauss Το απομακρυσμένο βλέμμα, που αναζωπυρώνει τα αποτελέσµατα των δυο τόµων της Δομικής ανθρωπολογίας. Γιατί η φιλοσοφία που για µία ακόµη φορά απορρέει από Το απομακρυσμένο βλέμμα είναι ότι η λογική των επιστηµών της εποχής µας είναι προς τη µεριά της δοµικής προσέγγισης: Ο στρουκτουραλισµός θα έτεινε «προς τη µοναδική µορφή του υλισµού, τη συµβατή µε τους σηµερινούς προσανατολισµούς της επιστηµονικής γνώσης. Τίποτα δεν θα µπορούσε να βρίσκεται πιο µακριά από τον Hegel». Επαναλαµβάνοντας µε επιµονή ότι «δεν υπάρχει τίποτα κοινό µε την παράδοση του Hegel σε µία παρόµοια αντίληψη», διακρίνουµε βεβαίως την απάντηση του Cl. Lévi-Strauss σε αυτούς που τον κατηγορούσαν ότι αντικατέστησε θεωρητικά δηµιουργήµατα µε εµπειρικές έρευνες του πραγµατικού, αλλά προφανώς η επαναβεβαίωση ότι η αληθινή επιστηµονική σκέψη είναι αναλυτική και όχι διαλεκτική –αν και η λέξη διαλεκτική σπάνια εµφανίζεται στα γραπτά του– είναι ένας σχεδόν υποτυπώδης ορισµός µιας εντελώς στρουκτουραλιστικής θεώρησης των «δυαδικών αντιθέσεων». 

Βλέπουµε λοιπόν, στα χρόνια του ’80, να προµηνύεται, προς στιγµήν αθόρυβα, ένα είδος δεύτερου γύρου της µεγάλης αντιπαράθεσης των χρόνων του ’60: στρουκτουραλισµός ή διαλεκτική; Αντιπαράθεση που ξεπεράστηκε από το σοκ των γεγονότων του ’80, τη στιγµή µάλιστα που ετίθετο σε πρώτο πλάνο ένα βασικό ερώτηµα: Μήπως η ορθότητα της στρουκτουραλιστικής προσέγγισης για να σκεφτούµε τις σχέσεις του ταυτόχρονου (του συγχρονισµού) κατακτήθηκε µε τίµηµα την αδυναµία να σκεφτούµε αληθινά τις σχέσεις της διαδοχικότητας (τη διαχρονικότητα); Γιατί είτε προσεγγίζει την ιστορική εξέλιξη ως εσωτερική υλοποίηση της δοµής που τείνει να ισορροπήσει –και καθιστά ακατανόητο το συνεχώς ανανεούµενο άνοιγµα προς το εξωτερικό– είτε αντιµετωπίζει την ιστορική εξέλιξη ως διάσπαση της δοµής που δέχεται πιέσεις εξωτερικές πάνω από τα όριο της αντοχής της – και καθιστά ακατανόητη την εσωτερική λογική της ιστορικής µετάβασης ανάµεσα σε διαδοχικές µορφές. Γι’ αυτό τον λόγο η επιστροφή στον στρουκτουραλισµό της επιστηµονικής σκέψης, στην οποία σήµερα κυριαρχούν οι µη αντιστρέψιµες εξελίξεις και οι µοναδικές ιστορίες, φαίνεται να χάνει σε πειστικότητα και να µην έχει κατά τη γνώµη µου καµία τύχη να γίνει πιστευτή. Κατά βάθος, είναι πολύ λογικό να σκεφτούµε ότι αν υπήρχε η αντίληψη ότι ο διαλεκτικός υλισµός είναι επιστηµονικά βιώσιµος, προς αυτόν θα έπρεπε να στραφούµε. Αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση. Αν ο στρουκτουραλισµός ήταν χθες εξαιρετικά φλύαρος, η διαλεκτική σήµερα δεν εµφανίζεται αρκετά εύγλωττη. Αυτή τη στιγµή των ερωτηµάτων και των πιθανών αναδιπλώσεων της επιστηµονικής σκέψης είναι σηµαντικό να µάθουµε κατά κύριο λόγο αν ο διαλεκτικός υλισµός είναι τόσο λίγο λάλος γιατί δεν έχει τι να πει ή γιατί δεν τον αφήνουν να µιλήσει.


Μία «εγκράτεια/νηστεία που διαρκεί»

Γιατί η διαλεκτική είναι καταφανώς λιγότερο παρούσα στη σύγχρονη γαλλική σκέψη από τον υλισµό; Προφανώς δεν είναι δυνατόν να µπούµε σε µία λεπτοµερή ιστορική έρευνα αυτού του θέµατος, σχετικά µε το οποίο εξάλλου οι εργασίες πάνω στην ιστορία των ιδεών στη Γαλλία έχουν σηµειώσει µέχρι σήµερα µεγάλη έλλειψη ενδιαφέροντος. Στηριζόµενος στη δική µου προσωπική µελέτη που διαρκεί πολλά χρόνια, θα έλεγα µόνο ότι πηγή αυτού του γεγονότος είναι η ιστορία ενός δράµατος ή ακόµα και η ιστορία ενός εγκλήµατος, τουλάχιστον όσον αφορά τα µισά του προηγούµενου αιώνα. Η γαλλική σκέψη ασχολήθηκε µε τη διαλεκτική µε αρκετή καθυστέρηση και αρκετά πιο δειλά σε σύγκριση µε τη γερµανική σκέψη. Εντούτοις, η γαλλική σκέψη, µπαίνοντας στην εποχή των επιστηµονικών ανοιγµάτων και των πολιτικών επαναστάσεων, έφτασε στη διαλεκτική τόσο λόγω δικής της αλλαγής – ξαναδιαβάζοντας για παράδειγµα Guizot ή Michelet– όσο και λόγω της προερχόµενης από τον ενγκελιανισµό αφοµοίωσης. Αλλά η γαλλική δεξιά, τροµοκρατηµένη από την άνοδο του σοσιαλισµού κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Ιουνίου του 1948, και έχοντας συνειδητοποιήσει απόλυτα τι διακυβευόταν στη διάρκεια της δεύτερης αυτοκρατορίας, δολοφόνησε πολιτικά τη διαλεκτική, λίγο πριν δολοφονήσει και τους κοµµουνάρους. Στη συνέχεια, µία ρεπουµπλικάνικη αριστερά µε δυσανεξία στον υλισµό και µετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο µία σοσιαλιστική αριστερά µε δυσανεξία στον µαρξισµό εµπόδισαν µε ποικίλους τρόπους την αναγέννηση µιας αυθεντικής διαλεκτικής σκέψης. Μόνο στα χρόνια του ’30 και πολύ περισσότερο λίγο µετά τον δεύτερο πόλεµο µπόρεσαν να αναδειχθούν τα θέµατα της διαλεκτικής σε χώρες όπως η Αγγλία, η Γερµανία ή η Ιταλία, µε µεγάλη καθυστέρηση και σε ένα κλίµα αληθινού εξοστρακισµού όσον αφορά τον διαλεκτικό υλισµό. Αυτός ο εξοστρακισµός της διαλεκτικής, που υποχωρεί στις αρχές του ’50, γίνεται όλο και πιο αποτελεσµατικός: αποκοµµένη από τις πηγές της, φυλακισµένη µε τα δεσµά του σταλινικού δογµατισµού, αποδεχόµενη τους παραλογισµούς της προλεταριακής επιστήµης, η µαρξιστική διαλεκτική φαίνεται να απολαµβάνει την παράδοσή της στο κριτικό ροκάνισµα των ποντικιών. Τα εφήµερα πάθη για τις διαλεκτικές που φθείρονται από τον πνευµατισµό, τον υπαρξισµό ή τον υπερεµπειρισµό δεν διαρκούν καθόλου και µέχρι τη στιγµή που ανακοινώνεται ο θάνατος του Μαρξ η διαλεκτική έχει γενικά αποσυρθεί για µία ακόµη φορά από την ηµερήσια διάταξη. 

Από τότε ο αποκλεισµός της διαλεκτικής δεν έχει πια ανάγκη να υιοθετεί µορφές θεωρητικής διάκρισης: ο στρουκτουραλισµός του Lévi-Strauss κάνει την εµφάνισή του στα χρόνια του ’60 ως εύκολος επιστηµονικός νικητής της διαλεκτικής του Sartre και ο logicisme του νεοθετικισµού στα χρόνια του ’70 διαλύει-αποτελειώνει τη διαλεκτική του Αλτουσέρ. Ενδεικτικό αυτής της άποψης είναι το γεγονός της δηµοσίευσης το 1970 του σηµαντικού βιβλίου του Robert Blanché µε τον τίτλο Η λογική και η ιστορία της από τον Αριστοτέλη στον Ράσελ, όπου σε αυτό το µεγάλο σε µέγεθος έργο το όνοµα του Μαρξ δεν εµφανίζεται καθόλου, ενώ 15 αράδες αφιερώνονται στον Hegel για να σηµειώσει ότι: «οι ιστορικοί της λογικής, σε περίπτωση που δεν επιθυµούν να την αποσιωπήσουν, την κρίνουν αυστηρά ως παράκαµψη της λογικής» – µε αποτέλεσµα ο αναγνώστης να µην έχει ανάγκη να γνωρίζει κάτι γι’ αυτόν. Δύο χρόνια αργότερα, ο Père Dubarle και ο André Doz, σε ένα βιβλίο αφιερωµένο εξ ολοκλήρου στην εξέταση του αν η διαλεκτική µπορεί να παρεξηγηθεί, µε τον τίτλο Λογική και διαλεκτική, αφιερώνουν µόνο 3 σελίδες εντελώς επιφανειακές και απόλυτα πολεµικές στη µαρξιστική διαλεκτική (αντιµετωπίζοντάς την κατά τον ίδιο τρόπο µε τη θεολογική διαλεκτική…) και ταυτίζουν, χωρίς κόµπλεξ, τη διαλεκτική και τη λογική του Hegel για να καταλήξουν στο συµπέρασµα: «να κηρύξουν, σε σχέση µε τη λέξη διαλεκτική, την πρακτική µιας νηστείας µεγάλης διάρκειας». 

Τούτο συντέλεσε στο να εισακουσθεί η παραπάνω ευχή για περισσότερο από µία δεκαετία – κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, µέσα σε ένα απόλυτο µποϊκοτάζ, καρποφόρησε η προσπάθεια των Γάλλων κοµµουνιστών, αρχής γεννωμένης από τις αρχές του ’60, στο να ξανασκεφθούν την υλιστική διαλεκτική σε συνάρτηση µε το σύγχρονο κίνηµα των γνώσεων καθώς και µε την επεξεργασία µιας στρατηγικής προσαρµοσµένης στην απαίτηση της δηµοκρατικής πορείας προς ένα σοσιαλισµό από µόνο του δηµοκρατικά ενταγµένο στις συνθήκες της Γαλλίας του σήµερα. Αυτοί που διαβάζουν και ακούν το ξέρουν: Ζούµε στην εποχή όπου η µαρξιστική διαλεκτική εµπλουτίζεται σοβαρά προχωρώντας πέρα από τις επεξεργασίες του ’20 και του ’30, αν και αυτές σηµαδεύτηκαν από τη συνεισφορά ενός Lénine, ενός Lukács, ενός Gramsci. Αλλά η φωνή αυτής της διαλεκτικής καλύφθηκε απόλυτα από τη µιντιακή τελετουργία της κηδείας του Μαρξ. Με αποτέλεσµα µία εντελώς παράδοξη συγκυρία: µία βουβή διαλεκτική πρακτική κυριαρχεί σχεδόν παντού στην επεξεργασία της γνώσης, ενώ η θεωρητική συνείδηση της διαλεκτικής περιορίζεται σε ένα ακραίο σηµείο της επιστηµονικής γαλλικής κοινότητας. Αυτή η µη αναγνώριση οδηγεί τη µεγάλη µάζα των ερευνητών, αν και νοιάζονται για την πρακτική τους, στο να προσανατολιστούν προς ένα στρουκτουραλισµό που σε πολλά σηµεία είναι αντίθετος µε αυτήν, δηλαδή γυρνούν την πλάτη τους στο πρόβληµα των αντικειµενικών λογικών του πραγµατικού και στρέφονται προς το πρόβληµα των τυπικών χρήσεων του λογικού υπολογισµού.


Η διαλεκτική αρνείται τη μηχανιστική αντίληψη;

Ας δείξουµε µε µερικά παραδείγµατα τις αρνητικές επιπτώσεις που η άρνηση της υλιστικής διαλεκτικής έχει προκαλέσει: Στο έργο τους Η νέα συμμαχία, οι Prigogine και Stengers προσεγγίζουν µε πολλούς τρόπους το πρόβληµα της υλιστικής διαλεκτικής: «έχουµε περιγράψει µία φύση την οποία χαρακτηρίζουµε ιστορική, άξια δηµιουργίας και καινοτοµίας», γράφουν, «αλλά εδώ και πολύ καιρό ήταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, µε µεγαλύτερη λεπτοµέρεια, που επιβεβαίωσαν την ιδέα µιας ιστορίας της φύσης ως αναπόσπαστο µέρος της υλιστικής αντίληψης». Θυµίζοντας έτσι το διάβηµα του Ένγκελς στη Διαλεκτική της φύσης που χαρακτηρίζεται από τρεις βασικές, για την εποχή του, ανακαλύψεις της επιστήµης: τη µετατροπή της ενέργειας, την οργάνωση των όντων σε κύτταρα, την εξέλιξη των ειδών, δηλώνουν: «από αυτή την ανανέωση της επιστήµης ο Ένγκελς κατέληξε στο συµπέρασµα ότι η µηχανιστική αντίληψη πέθανε και ότι τίποτα, στην ιστορία της φύσης και των ανθρώπινων κοινωνιών, δεν αντιτίθεται στην έρευνα των γενικών νόµων της ιστορικής ανάπτυξης, δηλαδή των νόµων της διαλεκτικής». Αλλά προσθέτουν: «Σήµερα γνωρίζουµε ότι οι ανακαλύψεις στις επιστήµες της φύσης κατά τον 19ο αιώνα δεν αρκούν για να αλλάξουν τις βασικές αρχές αυτών των επιστηµών». Έτσι ο διαλεκτικός υλισµός βλέπει τον εαυτό του να «αντιµετωπίζει αυτή τη µεγάλη δυσκολία: Ποιες είναι οι σχέσεις ανάµεσα στους γενικούς νόµους της διαλεκτικής και τους επίσης παγκόσµιους νόµους της µηχανιστικής αντίληψης; Αυτοί οι τελευταίοι νόµοι σταµατούν να εφαρµόζονται από ένα συγκεκριµένο σηµείο και πέρα γιατί είναι λανθασµένοι ή γιατί είναι ατελείς; Πώς, και εδώ ξαναγυρνούµε στην ερώτησή µας, συνδέεται ο κόσµος των προτσές και ο κόσµος των συγκεκριµένων διαδροµών;» Σε αυτή την ερώτηση, η µαρξιστική διαλεκτική δεν θα ήξερε να δώσει συνολικά τη σωστή απάντηση. Βέβαια, σηµειώνουν οι συγγραφείς, όπως για τους µαρξιστές, «οι νόµοι της µηχανιστικής ήταν για µας ένα εµπόδιο, αλλά εµείς δεν τους χαρακτηρίσαµε λάθος λόγω άλλων παγκόσµιων νόµων διαφορετικού είδους. Αντίθετα, αν και είχαµε ανακαλύψει τα όρια των εφαρµογών τους, διαφυλάξαµε τη σηµαντικότητα του χαρακτήρα τους, και συνιστούν για µας τεχνική αναφορά απαραίτητη για να περιγράψουµε και να ορίσουµε τον τοµέα όπου δεν επαρκούν πια για να ορίσουν την κίνηση». 

Αλλά που οι Prigogine και Stengers βρήκαν ότι για τον Ένγκελς και γενικότερα για τους µαρξιστές οι νόµοι της µηχανιστικής θεωρούνται λάθος και ότι θα έπρεπε η διαλεκτική να τους αντικαταστήσει από τους δικούς της; Δεν υπάρχει κανένα ίχνος ενός παρόµοιου εξτρεµισµού στη Διαλεκτική της φύσης. Ο Ένγκελς σ’ αυτό το έργο του φαίνεται να ασχολείται κυρίως µε το να αποδείξει ότι «η φύση είναι επίσης κάτι που εξελίσσεται µέσα στην ιστορία και ότι έχει την ιστορία της στον χρόνο», ενώ παλαιότερα «δεν υπολογίζαµε παρά την επέκταση στον χώρο» – και χωρίς αµφιβολία η προσπάθεια του πρωτοπόρου στο να αναγνωριστεί αυτή η τόσο επαναστατική ιδέα µιας φύσης ιστορικής, τον οδήγησε σε µιας µορφής µονοµέρεια, αναπόφευκτη σε παρόµοιες περιστάσεις. Αλλά ποτέ, µάλιστα πόρρω απέχει της αντίληψής του, δεν διακήρυξε το τέλος της µηχανιστικής προς όφελος της διαλεκτικής. Σε κείµενο στο οποίο συζητάει κατά τον πιο ευθύ τρόπο «τη µηχανική αντίληψη της φύσης» γράφει αντίθετα: «Σε κάθε κίνηση, συµπεριλαµβανοµένης και της µηχανικής, της µετακίνησης µέσα στο διάστηµα µικρότερων ή µεγαλύτερων τµηµάτων ύλης, το πρώτο, αλλά µόνο το πρώτο, καθήκον της επιστήµης είναι να αναγνωρίζει αυτή την κίνηση. Εντούτοις, αυτή η µηχανική κίνηση δεν εξαντλεί καθόλου την κίνηση γενικά». Αυτό που ο Ένγκελς αναµφίβολα αµφισβητεί είναι µόνο τον «απόλυτο περιορισµό» στη µηχανική που «στενεύει αδικαιολόγητα» το επιστηµονικό πεδίο. Στο Ludwig Feuerbach αµφισβητεί ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο «αυτή την αποκλειστική εφαρµογή του µηχανικού µοντέλου σε φαινόµενα χηµικής και οργανικής φύσης στα οποία οι µηχανικοί νόµοι µπορεί να εφαρµόζονται επίσης αλλά περνούν σε δεύτερη µοίρα από νόµους ανώτερης τάξης». Επίσης, όλο το έργο του Μαρξ στο Κεφάλαιο, που ξεκινάει µε τη µελέτη των µηχανισµών και των νόµων της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής για να περάσει στο προτσές και τους νόµους της ιστορικής ανάπτυξης, τεκµηριώνεται παρόµοια. 

Αν το σχόλιο των Prigogine και Stengers όσον αφορά τους Ένγκελς και Μαρξ ήταν ανακριβές, τότε το σχόλιό τους όσον αφορά τον σύγχρονο προσανατολισµό των Γάλλων µαρξιστών ήταν εντελώς λάθος. Για να δώσουµε ένα µόνο παράδειγµα, όλη η θεωρητική έρευνα ενός φυσικού όπως ο Prigogine, µόνος στην αρχή και µετά συνεργαζόµενος µε τον βιολόγο Stengers, συνίστατο στο να ξαναρχίσει από τη βασική σηµασία των αντιστρέψιµων προτσές, των νόµων της συντήρησης, των αµετάβλητων για να επεξεργαστεί µία διαλεκτική παρουσίαση πραγµάτων όπου θα είναι ταυτόχρονα αδιανόητες η λειτουργική αντιστρεψιµότητα και η ιστορική µη αντιστρεψιµότητα. Ένα αναµφισβήτητο λάθος όσον αφορά την ίδια την έννοια της διαλεκτικής, όπως την κατανοούν οι µαρξιστές, οδήγησε τους συγγραφείς του έργου Η νέα συμμαχία να τοποθετήσουν τα δικά τους συµπεράσµατα, σε αντίθεση µε αυτά της υλιστικής διαλεκτικής, µέσα στα πλαίσια ενός στρουκτουραλισµού, διαβάζοντάς τους, δε, δεν βλέπουµε πού µπορεί να στηρίζεται η έγνοια τους για τη σύλληψη της σχέσης τού είναι και του γίγνεσθαι.


Η διαλεκτική αρνείται τη βαθμιαία μετάβαση;

Ένα ακόµη παράδειγµα, ανάµεσα σε πολλά άλλα, των αρνητικών επιπτώσεων που προκάλεσε αυτή η µη αναγνώριση των όσων πραγµατικά µάς προσέφερε η υλιστική διαλεκτική, ανέπτυξε πρόσφατα ο Henri Tintant στο έργο του Επιστημολογικές σκέψεις πάνω στις θεωρίες της εξέλιξης, επικεντρώνοντας στην αντίθεση ανάµεσα στη βαθµιαία εξέλιξη/gradualisme και το ponctualisme. Για σοβαρούς λόγους, ο συγγραφέας δεν τάσσεται υπέρ του ponctualisme, που κάνει το είδος «µία σταθερή δοµή, αυστηρή, από την οποία δεν µπορείς να βγεις παρά µόνο µε µία καταστροφή µε την έννοια του Thom», αλλά τάσσεται υπέρ της βαθµιαίας εξέλιξης που αντιµετωπίζει το είδος ως ένα σύστηµα σχέσεων µέσα σε µία οπτική populationelle, γεγονός που επιτρέπει να συνειδητοποιείς την ευλυγισία του και την ικανότητά του να αναπτύσσεται, πράγµατα ακατανόητα αν σκέφτεσαι µε όρους δοµής». Έτσι, αναφέροντας αυτά τα δύο παραδείγµατα από τη µοντέρνα θεωρητική κουλτούρα, κατατάσσει το πρώτο «εντός µιας κλασικής επιστήµης, νευτωνικού τύπου, όπου ο κόσµος θεωρείται ένα σύστηµα κλειστών δοµών, ιεραρχηµένων, πολύ καλά ορισµένων και σταθερών. Ταιριάζει απόλυτα σε µία σκέψη στρουκτουραλιστικού τύπου όπως επίσης και στη χεγκελιανή ή µαρξιστική φιλοσοφία, για την οποία η ποιοτική αλλαγή δεν µπορεί να συµβεί παρά µόνο µετά από ένα απότοµο άλµα, µία πραγµατική επανάσταση», ενώ «το δεύτερο εντάσσεται σε µία ιστορική αντίληψη ενός κόσµου ανοικτού στο συνεχές γίγνεσθαι, όπου η συνθετότητα του πραγµατικού δεν µπορεί να συλληφθεί παρά µόνο µέσω συστηµάτων χωρο-χρονικών σχέσεων εντός µιας ιστορίας στην οποία διαρκώς συµβαίνει κάτι καινούργιο». Η επιστήµη της ανθρωπογέννησης δεν θα είχε τίποτα να διδαχθεί από την υλιστική διαλεκτική. 

Για τους µαρξιστές γενικά και ειδικότερα για τους Γάλλους µαρξιστές του σήµερα, αυτή η ταξινόµηση της διαλεκτικής στην ίδια οµάδα µε τον στρουκτουραλισµό κάτω από τη ρουµπρίκα µιας απόλυτα ασυνεχούς προσέγγισης της φύσης και της ιστορίας της, εµπεριέχει κάτι που προκαλεί κατάπληξη. Βέβαια στα χρόνια του ’50, ο σταλινικός δογµατισµός του απότοµου ποιοτικού άλµατος που υποτίθεται ότι τεκµηρίωνε την επαναστατική άποψη απέναντι στον ρεφορµισµό, και ο οποίος γενικότερα ήταν φορέας µίας πραγµατιστικής αντίληψης των σχέσεων, θα µπορούσε να επιβεβαιώσει µέχρις ενός σηµείου µία τέτοια προσέγγιση της διαλεκτικής – ακόµα και αν όλο το πνεύµα του µαρξισµού ήταν αντίθετο στο να συλλάβει, σύµφωνα µε τις γνωστές εκφράσεις του Κεφαλαίου, «ότι η σηµερινή κοινωνία, χωρίς να είναι καθόλου ένα γερό κρύσταλλο, είναι ένας οργανισµός ευεπίφορος σε αλλαγές και έτοιµος να µετασχηµατίζεται», ότι η ουσία των πραγµάτων βρίσκεται στην κίνησή τους και «ότι κάθε τελειωµένο είδος δεν είναι παρά µία µεταβατική µορφή». Ο ίδιος ο Στάλιν το 1950 υπογράµµιζε στις παρατηρήσεις του Σε σχέση με τον μαρξισμό στη γλωσσολογία, χωρίς, είναι αλήθεια, να εξηγεί το γεγονός ότι ουσιαστικά άλλαξε αυτό που ο ίδιος είχε γράψει πριν τον πόλεµο όσον αφορά το θέµα του ποιοτικού άλµατος, ότι «ο νόµος που κυριαρχεί στο πέρασµα από την παλιά ποιότητα σε µία καινούργια ποιότητα εν µέσω εκρήξεων» δεν είναι καθόλου παγκόσµιος και ότι σε πολλούς τοµείς οι αλλαγές ολοκληρώνονται «µε βαθµιαία συσσώρευση στοιχείων της καινούργιας ποιότητας, δηλαδή µε βαθµιαία εξαφάνιση στοιχείων της παλιάς ποιότητας». 

Αυτή η καταστροφική για τη διαλεκτική ponctualiste οπτική, ήδη εξαιρετικά συζητήσιµη σε σχέση µε τον µαρξισµό του χθες, βρίσκεται κυριολεκτικά στον αντίποδα του σηµερινού γαλλικού µαρξισµού. Πράγµα που είναι ολοφάνερο στην ιστορική επιστήµη –όλη η δουλειά ερευνητών όπως οι Jean Burles, Roger Martelli, Serge Wolilkow, Raymond Huard αλλά και άλλων, για παράδειγµα, πάνω στις τάξεις και τα κόµµατα, ουσιαστικά αµφισβητεί την παλιά άποψη της πραγµατιστικής/chosiste πολιτικής προς όφελος γενικών αναλύσεων των στρατηγικών και των σχέσεων εξουσίας µέσω των οποίων οργανώνεται το χωρο-χρονικό πεδίο. Είναι επίσης φανερό στον τοµέα της φιλοσοφίας, όπου η προσπάθεια εδώ και πάνω από 15 χρόνια συνίσταται στο να επεξεργαστούµε, ανάµεσα στα άλλα, µία διαλεκτική βαθµιαίων µεταβάσεων και ποιοτικών τµηµατικών µετασχηµατισµών, όπου παρ’ όλα αυτά δεν θα αµβλύνονται στο ελάχιστο ούτε η οξύτητα των ανταγωνισµών ούτε η ριζοσπαστικότητα των αλλαγών. Όµως στην πολιτική είναι ολοφάνερο ότι όλη η πρόοδος στη στρατηγική του Γαλλικού Κοµµουνιστικού Κόµµατος συνίσταται στο να αποκηρύξει, µέσα σε µία νύκτα, την παραδοσιακή για τους Γάλλους αναγνώριση της επανάστασης και να τη συλλάβει ως ένα διαρκές ειρηνικό και δηµοκρατικό προτσές ταξικών αγώνων που βήµα το βήµα θα υλοποιήσουν τις απαραίτητες ποιοτικές αλλαγές. Έτσι η µαρξιστική διαλεκτική βρίσκεται, χωρίς αµφιβολία, πιο κοντά σε αυτό που µε θέρµη παρουσιάζει o H. Tintant ως gradualisme παρά κοντά στον ponctualisme – µπορώντας χωρίς αµφιβολία να προσφέρει στον gradualisme την καινούργια οπτική, που δεν θα τη χάριζε χωρίς κόστος στην ponctualiste ερµηνεία, µιας µη µόνιµης συνιστώσας.


Διαλεκτική αντίφαση: Γιατί πράγμα συζητούμε;

Αυτά τα παραδείγµατα, που ο αριθµός τους θα µπορούσε να αυξάνεται συνεχώς, είναι τόσο αποδεικτικά ώστε η ειλικρίνεια των συγγραφέων τους δεν αµφισβητείται καθόλου. Αυτό που αµφισβητείται είναι η ιστορικά οργανωµένη άγνοια της διαλεκτικής –το γεγονός ότι ο Μαρξ δεν φιγουράρει καν ανάµεσα στους συγγραφείς στη γραπτή εξέταση της αγκρεγκατιόν (διαγωνισµός για την απόκτηση του τίτλου του καθηγητή της µέσης εκπαίδευσης) είναι κάτι παραπάνω από συµβολικό– καθώς και, σε ό,τι πιο ειδικά αφορά τη µαρξιστική σύγχρονη επεξεργασία της υλιστικής διαλεκτικής, η γενικευµένη διαδικασία εξαφάνισης της διαλεκτικής περιορίζοντάς την σε ένα γερασµένο µαρξιστικό- λενινιστικό αλφαβητάρι. Αλλά το τελικό ερώτηµα που παραµένει για την επιστηµονική κοινότητα, αν βλέπει κανείς καθαρά αυτό που οι µαρξιστές µπορούν να ελπίζουν µε τη δηµόσια από εδώ και πέρα επαναφορά της αλήθειας σε σχέση µε κάθε παρουσίαση που θα µπορούσε να αµφισβητήσει τη διαλεκτική τους σκέψη, είναι το να µάθει, η επιστηµονική κοινότητα, αυτό που η ίδια θα είχε να κερδίσει από αυτήν. Η διαλεκτική σας δεν είναι αυτό που εµείς θα λέγαµε γι’ αυτήν, σας το αναγνωρίζουµε, θα µπορούσε να µας απαντήσει συνολικά ένας επιστήµονας. Με τη µορφή που έχει για σας λοιπόν σε τι θα μας χρησιμεύσει εμάς; Δηλώνετε ότι αν δεν ακούµε καλά είναι όχι επειδή δεν έχετε κάτι να µας πείτε, αλλά επειδή δεν σας δίνουν τον λόγο. Είµαστε έτοιµοι να σας ακούσουµε όπως και τον στρουκτουραλισµό, γιατί είµαστε σε αναζήτηση των σωστών λογικών τού Είναι και του γίγνεσθαι. Επιπλέον πρέπει να εκφρασθεί µε ένα λόγο που να απαντά µε κατηγορηµατική ακρίβεια στις απαιτήσεις τού επιστηµονικά αποδεκτού. 

Αυτό το είδος της απάντησης δεν έχει τίποτα το µεταφορικό. Τη συναντούµε στον προφορικό αλλά και στον γραπτό λόγο των επιστηµόνων – συµπεριλαµβανοµένων και των κοµµουνιστών. Ουσιαστικά αυτά έλεγε για παράδειγµα στο έργο του Η σκέψη ο ψυχολόγος Jean-François Le Ny στο τέλος ενός άρθρου µε θέµα τη γνωστική ψυχολογία. Γράφοντας ότι «οι φιλοσοφικές υποθέσεις» δεν µπορούν ποτέ (και από τώρα και στο εξής δεν θα µπορούν ακόµα περισσότερο) να επιζήσουν για µεγάλο χρονικό διάστηµα παρά µόνο «στη βάση του ότι είναι συµβατές µε την ανάπτυξη των επιστηµονικών γνώσεων της εποχής», εξετάζει σε αυτό το πνεύµα «τη γενική υπόθεση του υλισµού», συµπεραίνοντας «ότι αυτή πορεύεται καλά και µάλιστα όσο πάει και καλύτερα» καθώς και αυτή την άλλη γενική υπόθεση που ονοµάζεται διαλεκτική. Αλλά εδώ αισθάνεται «µικρότερη ευφορία». Βέβαια, η κίνηση των επιστηµών δίνει υπόσταση στην έννοια του «ιστορικού χρόνου», χωρίς να είναι ακόµα βέβαιο ότι «η περιγραφή που δίνεται στη χρονική πορεία των πραγµάτων, όταν ορίζεται απλώς ως διαλεκτική, θα είναι η πρέπουσα». Όµως εκεί που η αµφιβολία κυριεύει απόλυτα τον Le Ny, είναι όταν εξετάζει τη βασική κατηγορία της διαλεκτικής: δηλαδή αυτή της αντίφασης. 

«Εδώ είναι που µε πονάει», γράφει. «Γιατί δεν βλέπω πουθενά να υπάρχει µια ικανοποιητική χαραµάδα φωτός σε σχέση µε αυτή την έννοια, που επωφελείται από τις αξιόλογες σύγχρονες εξελίξεις της λογικής και τη µελέτη των τυπικών γλωσσών. Θα αρκούσε (αλλά και θα έπρεπε) να λέγαµε ακριβώς για ποιο πράγµα µιλάµε όταν χρησιµοποιούµε τον όρο αντίφαση. Κυριολεκτικά και µεταφορικά είναι η ταυτόχρονη αποδοχή του «p και του µη-p» µε όλες τις καταστροφικές συνέπειες που αυτό είναι ικανό να επιφέρει, για παράδειγµα, σύµφωνα µε την έκφραση του Quine “την απαξίωση όλης της γνώσης” ή ακόµα απώλειες ψήφων στις εκλογές». Πράγµατι, η διαλεκτική θα εξοµοίωνε µε αυτή την καταστροφική έννοια της λέξης αντίφαση άλλες εντελώς διαφορετικές έννοιες, όπως, λόγου χάρη, αυτό που εκφράζεται µε τη φράση «τη στιγµή t κάποια µέρη (ή κάποιες “απόψεις”) του c είναι F ενώ άλλες είναι µη-F» ή είναι και «αντί-F». Αλλά ο Le Ny διατυπώνει την άποψη ότι το να τη χρησιµοποιούµε µε τέτοιο τρόπο δεν µας δίνει «κανένα αβαντάζ, αλλά µετά βεβαιότητας πολλά µειονεκτήµατα» και ότι το λογικό οικοδόµηµα που είναι κτισµένο πάνω σε τόσα διφορούµενα δεν θα µπορέσει να αντέξει «στις πιέσεις που η επιστήµη ασκεί». 

Τελικά, πώς η διαλεκτική θα µπορούσε µε επιτυχία να υποστεί τη δοκιµασία της συµφωνίας µε την επιστηµονική γνώση, από τη στιγµή που «η έννοια της συµφωνίας απορρέει ακριβώς από αυτή της µη- συµφωνίας και προϋποθέτει την αποδοχή»;


«Η θεωρία των αντιφάσεων δεν μπορεί να είναι αντιφατική»

Μα γιατί η διαλεκτική σας είναι άφωνη; Μένει να αποδειχθεί. Αυτό είναι κυρίως που αξίζει να δούµε από κοντά και όχι η απάντηση στην ένσταση, που κατά το παρελθόν εθεωρείτο µπανάλ και σήµερα αναζωπυρώθηκε από τον Le Ny, γιατί µόνο έτσι θα οδηγηθούµε στην καρδιά του προβλήµατός µας: Στρουκτουραλισµός ή διαλεκτική; Όµως, κατ’ αρχάς, τι µπορούµε να σκεφθούµε για το προηγούµενο µεθοδολογικό θέµα που έθεσε ο Le Ny; Η διαλεκτική κατηγορία της αντίφασης οφείλει, για να γίνει αποδεκτή, να µπορεί να ορισθεί µέσα στους νόµους της κλασικής λογικής µε την οποία αντιφάσκει; Η απάντηση του µαρξισµού δεν δηµιουργεί την παραµικρή αµφιβολία: ναι η απαίτηση της λογικής µη-αντίφασης στον ορισµό της έννοιας της διαλεκτικής αντίφασης –όπως και σε οποιαδήποτε άλλη διαλεκτική έννοια– είναι ένα σαφές απόλυτα νόµιµο αίτηµα. Όπως το έγραψε µε τον ακριβή τίτλο ο Henri Lefebvre στο έργο του Κατηγορηματική λογική, διαλεκτική λογική, «η διαλεκτική σκέψη και αυτή επίσης ορίζεται από νόµους και κανόνες. Διαψεύδει τη λογική αλλά δεν την καταστρέφει: δεν καταλήγει στο παράλογο. Από εδώ πηγάζει το αξίωµα: η θεωρία των αντιφάσεων δεν µπορεί να είναι αντιφατική». Η διαλεκτική δεν διατάζει πια τον θάνατο της λογικής αλλά της µηχανικής: απλώς τις εξετάζει όπως η µηχανική της σχετικότητας εξετάζει τη µηχανική του Νεύτωνα. Στον ορισµό της διαλεκτικής αντίφασης, που διατυπώθηκε εδώ και πολλά χρόνια, ως ενότητα και ταυτότητα των αντιθέτων, κάθε όρος διατρέχει τον κίνδυνο ενός απολύτως ακριβούς και καθόλου διφορούµενου ορισµού. 

Γι’ αυτό τον λόγο, εξάλλου, η τελευταία αιχµή της αντίρρησης του Le Ny είναι απολύτως αληθοφανής: το να υπονοείς ότι δεν θα είναι αποφασιστική η συµφωνία της διαλεκτικής µε «τις κατακτήσεις στον τοµέα της γνωστικής έρευνας», για παράδειγµα, διότι η έννοια της συµφωνίας προϋποθέτει την αποδοχή της µη-αντίφασης, επαναφέρει τη σύγχυση δύο σχεδίων εντελώς ξεχωριστών, αυτού της λογικής µορφής και αυτού του διαλεκτικού περιεχοµένου. Το διαλεκτικό περιεχόµενο υποτάσσεται χωρίς επιφυλάξεις στις οικουµενικές απαιτήσεις της λογικής µορφής –αν και καθιστά τα όριά της ολοφάνερα. Όταν, για παράδειγµα, ο F. Jacob γράφει στο έργο του Η λογική του όντος ότι η ιδέα της βιολογικής µετατροπής έκανε φανερή «τη διαλεκτική του όµοιου και του διαφορετικού», «µια διαλεκτική που κάνει να αλληλοκατανοούνται τα αντίθετα και να γεννιέται η ποιότητα από την ποσότητα», θεωρεί ότι η ευφυΐα του όντος υπερβαίνει τα όρια της κλασικής λογικής, αλλά αποδεικνύει, παράλληλα, ότι η διαλεκτική της αντίφασης είναι συµβατή µε την έννοια της κλασικής λογικής, µε τις πιο βασικές διδασκαλίες της βιολογίας. Η διαλεκτική αντίφαση είναι µη αντιφατική µε την αντιφατική ουσία των πραγµάτων. 

Μου φαίνεται ότι ο Le Ny θα µπορούσε να το διαπιστώνει χωρίς να βγαίνει έξω από το προσφιλές του πεδίο: τη γνωστική ψυχολογία – ακόµα καλύτερα: χωρίς να βγαίνει έξω από τα όρια του συγκεκριµένου τεύχους της Σκέψης, όπου δηµοσιεύθηκε ένα σύνολο άρθρων µαζί µε το δικό του. Για παράδειγµα, στη µελέτη µε θέµα την απόκτηση και τη χρήση της γνώσης που προηγείται αυτής του Le Ny, ο ψυχολόγος Friedhart Klix από τη Γερµανία, αφού έδειξε ότι η λησµονιά µπορεί να είναι θανατηφόρα για το άτοµο όταν αφορά κάποιες πληροφορίες γενετικής τάξης, ενώ γίνεται αντίθετα πολύ χρήσιµη όταν µειώνει τις αποκτηθείσες γνώσεις σε σχέση µε εξωτερικές σχέσεις που δεν υπάρχουν πια, έγραψε: «το να µαθαίνεις και το να ξεχνάς είναι δύο φαινόµενα µιας µόνο αρχής αναγνώρισης, που είναι της αρµοδιότητας του νευρικού συστήµατος», ένα καλό παράδειγµα της ενότητας και της ταυτότητας των αντιθέτων, τα οποία ο J.P. Changeux, από τη µεριά του, τα συναντάει στην ίδια τη νευρωνική λειτουργία όπου «µαθαίνω σηµαίνει απορρίπτω». Αναγνωρίζουµε εδώ το διαλεκτικό γνωµικό του Σπινόζα που το πήραν οι Μαρξ και Ένγκελς: κάθε ορισμός είναι άρνηση. Ο F. Klix εκτιµάει, επίσης, ότι αυτό που καθιστά δυνατή µια λειτουργία του σκέπτεσθαι είναι «η διαλεκτική του συλλαµβάνω, του διατηρώ και του ξεχνώ». Να, λοιπόν, που επιβεβαιώνεται από την ίδια τη γνωστική ψυχολογία, η επιστηµονική ορθότητα της διαλεκτικής που ο Le Ny 20 σελίδες παρακάτω µας την παρουσίαζε ως «ανίκανη να αντισταθεί στις πιέσεις που ασκούσε η επιστήµη».


Διαλεκτική και γνωστική ψυχολογία

Μία θέση εντυπωσιακή, που αξίζει τον κόπο να την αναλύσουµε από πιο κοντά. Δεν θα µπορούσαµε συνεπώς να απαντήσουµε ότι: µας µπερδεύει το να επικαλούµαστε την ενότητα και την ταυτότητα των αντιθέτων επειδή η µάθηση συµβαδίζει µε τη λησµονιά. Το να αναγνωρίζουµε ότι συνυπάρχουν, µήπως καταλήγει στο να θεωρούµε ότι αποτελούν ένα πράγµα; Μήπως τυπικά µπερδεύουµε, ελλείψει ακρίβειας, την απόλυτα αποδεκτή ιδέα ότι «κάποιες πλευρές του c είναι F και άλλες µη-F» µε την ταυτόχρονη διαβεβαίωση του p και του µη-p; Αυτό που η λογική αποκλείει δεν είναι βεβαίως η ύπαρξη των αντιφάσεων και των αντιθέτων, αλλά η συνύπαρξή τους – ορολογία που χρησιµοποιούσε και ο Αριστοτέλης για να απορρίψει την αντίφαση: «Δεν γίνεται τα αντίθετα να συνυπάρχουν εντός του αυτού υποκειµένου». «Είναι αδύνατον το ίδιο κατηγορούµενο να ανήκει και να µην ανήκει ταυτόχρονα στο ίδιο υποκείµενο µε την ίδια σχέση». Άρα θα µπορούσαµε να αναρωτηθούµε, γιατί ο Klix ή ο Changeux λένε ότι µαθαίνω σηµαίνει ταυτόχρονα και ξεχνάω και απορρίπτω; Ο Klix λέει ότι το να µαθαίνει κάποιος και το να ξεχνάει είναι «δύο φαινόµενα µιας και µοναδικής αρχής» αλλά η µάθηση και η λησµονιά αναφέρονται σε διαφορετικές γνώσεις. Ο Changeux γράφει ότι το να µαθαίνεις σηµαίνει να απορρίπτεις, δείχνοντας όµως ότι η επιλεκτική σταθεροποίηση συνίσταται στο να σταθεροποιεί κάποιους από τους προηγούµενους συνδυασµούς συνάψεων και να απορρίπτει κάποιους άλλους. Και στις δυο περιπτώσεις, λοιπόν, δεν αναφερόµαστε ούτε στις ίδιες γνώσεις ούτε στις ίδιες συνάψεις. 

Θα µπορούσε να υπάρχει κάτι το πολύ αληθινό σε µια τέτοια απάντηση. Η διαλεκτική είναι η λογική των σχέσεων σε κίνηση µέσα στον χώρο και στον χρόνο. Μπορούµε πάντα –και ίσως σε µια δοθείσα στιγµή της ανάλυσης οφείλουµε– να µη λάβουµε υπόψη µας την ενότητα της σχέσης και τη µεταβολή του πραγµατικού, να αποσυνθέσουµε τη σχέση σε χωριστά στοιχεία και τη µεταβολή σε ακίνητες καταστάσεις, και τότε θα βλέπαµε ότι εµφανίζονται µέσα στη διαλεκτική, έτσι διαχωρισµένες, οι οικείες µορφές της λογικής. «Η διαλεκτική διαψεύδει τη λογική αλλά δεν την καταστρέφει». Σκεπτόµενος κατ’ αυτό τον τρόπο, ο θεωρητικός δεν θέτει ταυτόχρονα το p και το µη -p, αναγνωρίζει µόνο ότι κάποιες πλευρές του c είναι F και άλλες είναι µη-F. Η σωστή λογική δεν βιάζεται, δεν ακυρώνεται η γνώση, ούτε συνεπώς χάνεται η φωνή που θα αµφισβητήσει τις εκλογές. Ο µόνος φόβος είναι ότι για να φτάσουµε σε αυτό το αποτέλεσµα πρέπει να αγνοήσουµε τη σχέση µεταβολής του πραγµατικού, πράγµα που έχει τη δυσάρεστη ιδιότητα να µπαίνουµε σε αντιπαράθεση µε ό,τι από εδώ και πέρα η επιστηµονική γνώση απαιτεί σε κάθε τοµέα – για να µην πούµε τίποτε για την πολιτική αντιπαράθεση. 

Έτσι, θα µπορούσαµε να επιβεβαιώσουµε θεωρητικά ότι η διαδικασία της νευρωνικής επιλογής σταθεροποιεί κάποιες συνάψεις και απορρίπτει κάποιες άλλες, αλλά είναι αλήθεια, όπως τo τόνισε ο Changeux, ότι αυτή η διαδικασία δεν γίνεται µόνο στο επίπεδο των µεµονωµένων συνάψεων αλλά «στο επίπεδο συνολικά των νευρώνων», δηµιουργώντας «συνδυαστικές νευρωνικές δράσεις». Η χωριστή παρατήρηση κάποιων πλευρών (αυτών που είναι και αυτών που είναι µη) αποτελεί µια εντελώς λογική όψη του πνεύµατος. Είναι ένα προτσές µοναδικό και αδιάσπαστο που επιβεβαιώνει αυτές εδώ τις συνάψεις και απορρίπτει τις άλλες. Άρα αφού αρχίζουµε να ξαναπαίρνουµε υπόψη µας την ενότητα µεταβολής του πραγµατικού, πρέπει επίσης να θέτουµε ταυτόχρονα το p και το µη-p υπό την ίδια συνολικήσχέση: συνολικά, δηλαδή συγκεκριµένα, το ναµαθαίνεις και να απορρίπτεις είναι ένα µοναδικό και ίδιο πράγµα.


Η αναπόφευκτη ενότητα και ταυτότητα των αντιθέτων

Αυτό που φαίνεται εδώ κατά τρόπο αδιάσειστο είναι µια «φιλοσοφική υπόθεση» όλο και πιο ασύµβατη µε την ανάπτυξη των επιστηµονικών γνώσεων: που συνίσταται στο να περιορίζεις ηθεληµένα τη ζωντανή παρουσίαση του περιεχοµένου µέσα στις απαιτήσεις της τυπικής λογικής, απαιτήσεις που ισχύουν χωρίς αµφιβολία µόνο στο επίπεδο του ορισµού των όρων που χρησιµοποιεί. Αν θέλει η σκέψη να συλλάβει την αντικειµενική λογική των σχέσεων και των πραγµατικών αλλαγών πρέπει να ενώσει ό,τι είναι προς το παρόν διαχωρισµένο. Όχι µόνο η διαλεκτική αντίφαση αποκτά έτσι έννοια αλλά είναι η άρνησή της που οδηγεί σε µη-έννοια. Πουθενά δεν µπορούµε να µην αναγνωρίσουµε την ενότητα και την ταυτότητα των αντιθέτων – ούτε και στην τυπική λογική. Όπως ο Hegel το είχε ήδη ξεκάθαρα περιγράψει –και όπως µια πραγµατεία περί λογικής απλά αποδεικνύει πόσο η λογική του, η καταγόµενη από τον Αριστοτέλη, καθυστερεί σε σχέση µε τη δυναµική κίνηση των γνώσεων– δεν µπορούµε ούτε να θέσουµε την αρχή της ταυτότητας χωρίς να εισαγάγουµε τη διαφορά ανάµεσα στο Α σαν υποκείµενο και στο Α σαν κατηγορούµενο, χωρίς δηλαδή να αναγνωρίσουµε εντός της ταυτότητας τη συστατική της αντίφαση µε το διαφορετικό. Υπ’ αυτή την έννοια, η διαλεκτική δεν είναι παρά το πέρα από την κλασική λογική, τη στοιχειώνει εκ των ένδον από τη στιγµή που τη θεωρεί όχι µόνο σύνολο χωριστών και σταθερών διατυπώσεων αλλά το ζωντανό τους σύστηµα. Η ταυτότητα είναι, λοιπόν, από µόνη της διαφορά, η λογική είναι από µόνη της διαλεκτική, όπως η µάθηση είναι από µόνη της λησµονιά, η ζωή είναι και θάνατος – τα αντίθετα είναι από µόνα τους ταυτότητες. 

Αρχίζει κανείς να βλέπει τις κατακτήσεις της επιστηµονικής σκέψης όταν αυτή ανοίγεται προς τη διαλεκτική προσέγγιση: τότε κερδίζει το ότι δεν καταστρέφεται από τις αντιφάσεις που ξαναδηµιουργούνται συνεχώς στα πλαίσια των αδιάσειστα πιο λογικών γνώσεων-αντιφάσεις ανάµεσα στην ταυτότητα και το διαφορετικό, στο ποσοτικό και το ποιοτικό, στο συνεχές και το ασυνεχές, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, στο αντιστρεπτό και το µη αντιστρεπτό, στο οικουµενικό και το ατοµικό, στο απαραίτητο και το περιττό κ.λπ. – από τότε που η επιστηµονική σκέψη µαθαίνει να βλέπει όχι µόνο το αδιανόητο, αυτό που την καταδικάζει να περιπλανιέται µέσα σε ένα σύµπαν από αλήθειες αθεράπευτα διασπασµένες και ασύµβατες, αλλά την προσέγγιση σε έναν ορθολογισµό πιο διεισδυτικό που τις ενσωµατώνει σε µια οργανική αναπαράσταση του συνόλου. Ξεκινώντας από το άρθρο του Le Ny, ας δώσουµε ένα παράδειγµα. Έχοντας παρουσιάσει µε αδρές γραµµές τις σηµερινές γνώσεις στη γνωστική ψυχολογία, ο Le Ny γράφει: «Ας το παραδεχθούµε µε ειλικρίνεια, τα γεγονότα βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση µε την ιδεαλιστική γαλλική παράδοση, που αρνείται να πει ότι ο άνθρωπος υπάρχει µέσα στο ζωώδες και ότι σκέπτεται, αισθάνεται ή και κάνει πολιτική µε τον εγκέφαλό του. Όσον αφορά αυτό το θέµα έχουν αναπτυχθεί σε εµάς πολλές παραλλαγές γι’ αυτό που πρόκειται να ονοµάσω “ιδεαλιστή µαρξιστή” που πιάνεται από τον κοινωνικό χαρακτήρα του ανθρώπου για να αρνηθεί τον βιολογικό του χαρακτήρα. Βέβαια, χρειάζεται ακόµη πολλή δουλειά να γίνει για να συνδυάσουµε τις νευρο-επιστήµες και τις γνωστικές επιστήµες, αλλά οι γέφυρες έχουν ήδη τεθεί. Και κατά τη γνώµη µου, θα ήταν πραγµατικά µάταιο να φανταζόµαστε ότι µπορούµε να αποφύγουµε να αναγνωρίζουµε πως ακόµα και οι πιο ευγενείς ανθρώπινες δράσεις ανάγονται στη λειτουργία των 10 ή 20 δισεκατοµµυρίων νευρώνων που µας κληροδοτήθηκαν εδώ και κάποια εκατοµµύρια χρόνια και που µας διαχωρίζουν από τον αυστραλοπίθηκο».


Διαλεκτική του βιολογικού και του κοινωνικού χαρακτήρα του ανθρώπου

Η αναπαράσταση των σχέσεων ανάµεσα στον βιολογικό και στον κοινωνικό χαρακτήρα του ανθρώπου, στην οποία στηρίζεται αυτή η κριτική ενός ανώνυµου «ιδεαλιστικού µαρξισµού», είναι απολύτως λογική. Το να λέγεται ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι βιολογικές, σηµαίνει ότι εξαρτώνται «από τη λειτουργία των 10 ή και 20 δισεκατοµµυρίων νευρώνων» (ο J.P. Changeux µιλάει για τουλάχιστον 30 δισεκατοµµύρια). Το να λέγεται ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι κοινωνικές σηµαίνει ότι εξαρτώνται από τις κοινωνικές συνθήκες µέσα στις οποίες αναπτύσσεται κάθε άτοµο. Με την απλή λογική αντιλαµβανόµαστε ότι, από τις δύο αυτές παραδοχές, δεν µπορούµε να θέτουµε ταυτόχρονα το σύνολο της πρώτης και το σύνολο της δεύτερης: θα βλέπαµε αντιφάσεις. Αν, για παράδειγµα, κάποιος, ας πούµε λόγου χάρη εγώ, δέχεται ότι οι αναπτυγµένες ανθρώπινες δραστηριότητες εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από µια κατανόηση µε όρους κοινωνικο-ιστορικούς, θα έπρεπε τότε υποχρεωτικά να υποθέσουµε ότι αµφισβητεί τον βιολογικό τους χαρακτήρα και ξαναπέφτει στον ιδεαλισµό – δηλαδή στον «ιδεαλιστικό µαρξισµό». Βέβαια, η κοινή λογική δεν θα αρνηθεί ότι υπάρχει στον άνθρωπο ταυτόχρονα και το βιολογικό και το κοινωνικό. Υπάρχουν και τα δύο αλλά χωριστά: κάποιες πλευρές του c είναι F και άλλες µη-F. Αυτό είναι που η κυρίαρχη ιδεολογία δεν σταµατάει συνεχώς να µας επαναλαµβάνει, για παράδειγµα, σχετικά µε την ευφυΐα. Κατά τη µία άποψη, το επίπεδο της ευφυΐας ενός ατόµου θα είναι γενετικά καθορισµένο, κατά την άλλη άποψη θα διαµορφώνεται κοινωνικά. Θα έπρεπε, λοιπόν, να αρχίσουµε να αναζητούµε στις δεδοµένες διανοητικές ανισότητες τη συµβολή των βιολογικών ανισοτήτων. Αυτή τη συµβολή –µε την οποία τα Μέσα εδώ και πάνω από 10 χρόνια µάς πιπιλάνε το µυαλό– η επιστήµη την έχει απολύτως µετρήσει. «Η ευφυΐα καθορίζεται κατά 80% από τη γενετική κληρονοµιά και κατά 20% από το περιβάλλον». Να γιατί η κόρη σας είναι λίγο χαζούλα. 

Και όµως ο Albert Jacquard γράφει ότι αυτή η φράση «που επειδή επαναλαµβάνεται τόσες φορές εµφανίζεται πια σαν απόλυτη αλήθεια» δεν έχει τελικά κανένα νόηµα. Το µοναδικό νόηµα που θα µπορούσαν να έχουν τα ποσοστά που ανακοινώνονται για την ευφυΐα (ή και οποιαδήποτε άλλα ποσοστά θα πρόσθετα εγώ) είναι το παρακάτω: «Ένα παιδί που δεν θα δεχόταν καµία συµβολή από το περιβάλλον θα είχε IQ 80, ένα παιδί που δεν θα είχε κανένα γονίδιο θα είχε IQ 20. Αυτές οι φράσεις είναι τόσο παράλογες που κανείς δεν θα τολµούσε ούτε να τις εκστοµίσει». Αυτό που γίνεται ολοφάνερο από αυτό τον παραλογισµό είναι ότι το βιολογικό και το κοινωνικό δεν είναι δύο ξεχωριστοί παράγοντες που το άθροισµά τους θα σηµαίνει την ευφυΐα, ή πιο γενικά τις αναπτυγµένες ανθρώπινες δραστηριότητες. Αυτές οι τελευταίες είναι απόλυτα βιολογικές (όταν γράφω αυτές τις λέξεις, αυτό είναι αποτέλεσµα νευρωνικών δραστηριοτήτων) και ταυτόχρονα απόλυτα κοινωνικές (όταν γράφω αυτές τις λέξεις, αυτό είναι αποτέλεσµα πολιτισµικών κατακτήσεων) – όπως ένα ζωντανό κύτταρο είναι µια πραγµατικότητα απόλυτα χηµική και ταυτόχρονα απόλυτα βιολογική, ένα αστικό τοπίο είναι µια πραγµατικότητα απόλυτα γεωγραφική και ιστορική ταυτόχρονα. Παραγνωρίζοντας σ’ αυτό το θέµα όπως και σε άλλα την ταυτότητα των αντιθέτων, ο τρόπος που σκέφτεται η κλασική λογική, διαχωρίζοντάς τα, δηµιουργεί το πιο χαρακτηριστικό απ’ όλα τα ψευδοπροβλήµατα. Διαβεβαιώνεται ότι οι πιο εξελιγµένες ανθρώπινες δραστηριότητες είναι εξ ολοκλήρου κοινωνικές; Αρνείστε, λοιπόν, ότι είναι βιολογικές και φαντάζεστε ότι λόγω «της ευγενούς καταγωγής τους» δεν είναι νευρωνικές, έτσι πέφτετε στην αντίφαση ενός ιδεαλιστικού µαρξισµού. 

Προσωπικά, δεν γνωρίζω ούτε ένα µαρξιστή που να αρνείται τη βιολογική υλικότητα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Για µένα, για παράδειγµα, όπως έγραφα πριν από 15 χρόνια στο Μαρξισμός και θεωρία της προσωπικότητας: «κάθε αντίληψη της ψυχολογίας ως επιστήµης ενός µη ψυχολογικού τµήµατος του ψυχισµού, σε σχέση µε µια δραστηριότητα που θα θεωρείται ουσιαστικά ξεχωριστή από τη νευρωνική δραστηριότητα, είναι κατά βάση ιδεαλιστική». Όλες οι µάχες της ιδεολογικής καθυστέρησης, για να αποφευχθεί σε αυτή την ψυχολογία µια µοιραία έξοδος, έχουν χάσει εκ των προτέρων. Είναι σηµαντικό να υπογραµµίσουµε ότι σε αυτή την καµπάνια ο µαρξιστής φιλόσοφος στηρίζει χωρίς επιφύλαξη τον επιστηµονικό ψυχολόγο. «Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ον φυσικό». Νοµίζω, ότι τίποτα δεν µπορεί να είναι πιο σαφές. Και συνεπώς ο µαρξισµός όπως τον αντιλαµβάνοµαι δεν δέχεται τον κοινωνικό χαρακτήρα του ανθρώπου µε σκοπό να αρνηθεί τον βιολογικό του χαρακτήρα. Όπως υπογραµµίζει ο Tintant, µε τον άνθρωπο «η εξέλιξη περνάει από το ενδοσωµατικό πλάνο στο εξωσωµατικό». Και σύµφωνα µε τον Changeux, µε την ανθρώπινη ιστορία «γεννιέται µια νέα µορφή µνήµης έξω από το άτοµο και τον εγκέφαλό του. Σηµεία και σύµβολα που θυµίζουν αντικείµενα καταγράφονται χωρίς ούτε νευρώνες ούτε συνάψεις, όπως η πέτρα ή το ξύλο, το χαρτί ή τη µαγνητική ταινία. Μια πολιτιστική παράδοση εγκαθιδρύεται». Γι’ αυτό και το µικρό ενός ανθρώπου κατά τη γέννησή του δεν είναι παρά µόνο ένα υποψήφιο µέλος της ανθρωπότητας και όλα όσα θα ξέρει να κάνει, αφού γίνει εξελιγµένο άτοµο, θα πηγάζουν από τον ιστορικο-κοινωνικό εξανθρωπισµό του, από αυτό που ο Changeux ονοµάζει µε έναν όρο mécaniste, «ένας συνεχής εµποτισµός του εγκεφάλου από το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον». Ο άνθρωπος φυσικά δεν σταµατά να είναι ένα βιολογικό άτοµο αλλά το βιολογικό διαπερνάται από τη φύση του από το ιστορικο-κοινωνικό και γίνεται –κατά διαφορετικούς βαθµούς ανάλογα µε τις πλευρές που τα εξετάζεις– κοινωνικο-βιολογικό, όπως η χηµεία γίνεται για τους ζωντανούς οργανισµούς βιοχηµεία.


Μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δύο υλισμούς

Εδώ µετράµε τις καταστροφές της κλασικής λογικής προσέγγισης η οποία, ξεχωρίζοντας το p και το µη-p, δηµιουργεί την καθαρή φαντασίωση ενός ανθρώπου στον οποίο το ιστορικο-κοινωνικό θα περιορίζεται στο πρόσθετο κάλυµµα ενός βιολογικού χαρακτήρα αµετάβλητου και θα παραµένει κατ’ αυτό τον τρόπο το βασικό πεδίο που θα επεξηγεί τις αναπτυγµένες/ανώτερες ανθρώπινες δραστηριότητες. Αυτό το είδος της προσέγγισης φέρει, επίσης, ένα φιλοσοφικό όνοµα: είναι ο réductionnisme. Το µυστικό του ψυχο-κοινωνικού θα βρίσκεται στο βιολογικό, και το µυστικό του βιολογικού θα βρίσκεται µε τη σειρά του στο φυσικο-χηµικό – σαν να µην προσκόµιζε κάθε ειδικό επίπεδο της οργάνωσης της ύλης σηµαντικά νέα δεδοµένα στις ιδιότητες και στις λογικές που δεν πρόκειται µόνο να προστεθούν στα δεδοµένα των προηγούµενων επιπέδων αλλά και να µπουν από πάνω τους µε σεβασµό στις συνθήκες της δυνατότητας που έχουν προδιαγράψει. Δύο υλισµοί αντιπαρατίθενται εδώ κατ’ ανάγκην. Ο ένας, µηχανιστικός και περιοριστικός –θα λέγαµε ο µαρξισµός του Henri Laborit–, φαντάζεται ότι το βιολογικό είναι η βάση που σε τελική ανάλυση εξηγεί το ιστορικο-κοινωνικό. Έτσι, για παράδειγµα, «η δοµή των τάξεων που χαρακτηρίζει την κοινωνική οργάνωση θα στηρίζεται από µόνη της στην ατοµική επιθετικότητα» που εγγράφεται στον «εγκέφαλο σαν αυτό του ερπετού» του ανθρώπινου είδους. Βλέπουµε σε αυτή την έννοια αυτό που θέλει να πει µια φράση όπως η παρακάτω: «ο άνθρωπος κάνει πολιτική µε τον εγκέφαλό του». Θέλει να πει ότι «η έννοια της τάξης, παρά τις πραγµατικότητες που περικλείει, αποπροσανατολίζει την προσοχή από το βασικό πρόβληµα της ανθρώπινης µοίρας». Και ότι η κοινωνία δεν πρόκειται να αλλάξει όσο «οΆνθρωπος» δεν ασχολείται «µε την αλλαγή µε όλο του το είναι». Το να µπορέσει ένας µαρξιστής να θεωρήσει δικό του έναν τέτοιο υλισµό, αυτό θα ήταν κατά την άποψή µου µια αντίφαση µέσα σε όρια. Ο άλλος υλισµός αντίθετα, διαλεκτικός στην επιστηµονική του προσέγγιση και οπωσδήποτε πάντα διαλεκτικός στη φιλοσοφική του αντίληψη, βλέπει µέσα στο ιστορικο-κοινωνικό ένα ακατανίκητο επίπεδο οργάνωσης της ύλης που στηρίζεται βεβαίως στο βιολογικό χωρίς όµως να βρίσκει πια σε αυτό εδώ την αρµόζουσα ερµηνεία. Είναι παραδείγµατος χάριν αυτός που απορρέει από τη «λογική του όντος» του F. Jacob: κάθε εξέλιξη «καταλήγει σε καινούργια συστήµατα επικοινωνίας, οµαλοποίησης, µνήµης, που λειτουργούν σε ένα πιο εξελιγµένο επίπεδο από τον οργανισµό». «Οι έννοιες της δηµοκρατίας, της ιδιοκτησίας, του ηµεροµισθίου είναι τόσο χωρίς σηµασία για ένα κύτταρο ή για έναν οργανισµό όσο και οι έννοιες της αναπαραγωγής ή της φυσικής επιλογής για ένα αποµονωµένο µόριο». «Βιολογικός οργανισµός ή νευρωνικό ον, ο άνθρωπος δεν είναι πια καθόλου µε τον ίδιο τρόπο µόνο ένα ποντίκι, το οποίο δεν είναι παρά µόνο αυτό. Να γιατί η βιολογία επεκτείνεται στη µελέτη του ανθρώπου όπως η φυσική στη µελέτη του κυττάρου». Αυτή ακριβώς είναι η προσέγγιση που ορίζει τον πλήρη/integral υλισµό σε αντίθεση µε τον réducteur = simpliste, και κατά συνέπεια περιορισµένο, υλισµό –τον περιορίζει σε ένα νατουραλισµό, φορέα ενός ιδεαλισµού από πάνω, όπως έλεγε ο Ένγκελς, ο οποίος αντικαθιστά όταν πρόκειται για κοινωνικές πραγµατικότητες την κενή αφηρηµένη έννοια του φυσικού naturel/ανθρώπου από συγκεκριµένες έννοιες του ιστορικού υλισµού.


Δομή και διαλεκτική: οι δυαδικές αντιθέσεις

Ο διαλεκτικός υλισµός είναι η ανώτερη λογική –µε την έννοια µε την οποία µιλάµε για ανώτερα µαθηµατικά– την οποία έχει ανάγκη η σύγχρονη επιστηµονική γνώση. Και αυτό είναι κυρίως που λείπει από τον στρουκτουραλισµό για να αναδειχθεί στη θεωρητική πρακτική που του αρµόζει. Αυτό που διαχωρίζει τη διαλεκτική από τον στρουκτουραλισµό δεν είναι βεβαίως η έννοια της δοµή αυτής καθεαυτής. Αντίθετα, αυτή η βασική έννοια, που καθιστά το σύνολο ακατανίκητο σε σχέση µε τα µεµονωµένα στοιχεία του, είναι το πρώτο σηµαντικό βήµα προς τη διαλεκτική, δηλαδή προς την αναγνώριση της πρωτεύουσας σηµασίας της σχέσης ως προς το πράγµα. Ακόµα καλύτερα: η στρουκτουραλιστική µέθοδος, όπως και η διαλεκτική, αντιλαµβάνεται τη σχέση ως απαραιτήτως αντιθετική. «Η στρουκτουραλιστική µέθοδος», γράφει ο Lévi-Strauss, «προχωράει, όπως το ξέρουµε, προβάλλοντας τις δυαδικές αντιθέσεις και τις εκµεταλλεύεται συστηµατικά». Ο στρουκτουραλισµός έτσι βεβαιώνει την ενότητα των αντιθέτων. Απ’ ότι φαίνεται, λοιπόν, βρισκόµαστε πολύ κοντά στη διαλεκτική – και ο Lévi-Strauss αρέσκεται να αναφέρει από καιρού εις καιρόν σ’ αυτά που η σκέψη του οφείλει στον Μαρξ. 

Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι σκέψης των δυαδικών αντιθέσεων. Ο τρόπος σκέψης της διαλεκτικής συνίσταται στο να αναγνωρίζει ότι εάν οι αντιθέσεις αποτελούν ένα αδιαίρετο ζευγάρι, σηµαίνει ότι κάθε όρος είναι η άρνηση του άλλου, τον στήνει σαν τον αντίθετό του και τον εµπεριέχει, ενώ ταυτόχρονα τον αρνείται. Δεν είναι, λοιπόν, εύκολο ένα face à face εξωτερικό των αντιθέτων αλλά η ενότητα, ακόµα και η εσωτερική ταυτότητα των αντίθετων. Έτσι, η υποταγµένη τάξη προϋποθέτει την ύπαρξη της κυρίαρχης τάξης –και αντίστροφα– και εµπερικλείει τη δυνατότητα να γίνει η ίδια µε τη σειρά της κυρίαρχη. Αντίθετα, η στρουκτουραλιστική προσέγγιση αρνείται να κάνει το βήµα και να περάσει από το αδιαχώριστο των αντιθέτων στην ταυτότητα των αντιθέτων: βλέπει την αντίθεση αλλά όχι την αντίφαση, που υπάρχει ακριβώς µέσα στην αντίθεση εντός της ενότητας και της ταυτότητας. «Δεν θεωρεί ότι κάθε όρος δηµιουργεί ο ίδιος αρνητικά τον άλλο, αλλά ότι και οι δυο δηµιουργούνται θετικά από τη δοµή». Σηµαντικό είναι το γεγονός ότι ο στρουκτουραλισµός δηµιουργήθηκε µε αφετηρία όχι τον στοχασµό της διαλεκτικής του Μαρξ –ελάχιστα γνωστή τη στιγµή που ο στρουκτουραλισµός διαµορφωνόταν στις αρχές του 20ού αιώνα, και που µάλιστα είχε κατανοηθεί πολύ άσχηµα όταν ο στρουκτουραλισµός έφθασε πριν από 20 χρόνια στο απόγειό του στη Γαλλία– αλλά κυρίως είχε ως αφετηρία τις gestalistes θεωρίες των οποίων πρόγονοι είναι η ιδεαλιστική αντίληψη της µορφής του Αριστοτέλη που έφθασε σε εµάς µέσω του νεοθωµισµού. Προσπαθώντας να προσαρµόσουµε αυτή τη θεωρητική προσέγγιση στον υλισµό των σύγχρονων ανθρώπινων επιστηµών, ο στρουκτουραλισµός θέτει βέβαια ότι οι στρουκτουραλιστικοί νόµοι του πνεύµατος θα είναι conaturelles µε αυτούς της ύλης, αλλά για να έχουν υπόσταση µέσα στη φύση, η δοµή δεν γίνεται περισσότερο καθαρή κίνηση των ίδιων των πραγµάτων: δεν απορρέει από αυτή την ίδια την κίνηση, αλλά παραµένει µία λογική της ιδέας/idéelle σε αναζήτηση πατρότητας.


Στατική της φύσης και ιστορική διαλεκτική

Από εδώ απορρέει ένα συµπέρασµα κεφαλαιώδες, άµεσο, αναγκαίο: παραγνωρίζοντας την εσωτερική δυναµική «των δυαδικών αντιθέσεων», ο στρουκτουραλισµός µε την κατασκευή της δοµής εγκαταλείπει αυτό που είναι κινητήριος δύναµη της ιστορίας του: την «πάλη» των αντιθέτων. Η συγκρουσιακή ενότητα των αντιθέτων στην πραγµατικότητα µας παραπέµπει στη διάσπαση µιας περασµένης ενότητας, στην εξέλιξη της παρούσας ενότητάς τους, στο πέρασµά τους σε µια µελλοντική ενότητα – η οποία βασίζεται στον αποκλεισµό του ενός ή στην ανασύνθεση των δύο. Η δοµή δεν είναι παρά η µεταβατική ρύθµιση του διαλεκτικού προτσές. Ο στρουκτουραλισµός, χωρίς να σταµατάει να «περιορίζει» τις διαλεκτικές κινήσεις «στα δοµικά τους στοιχεία», προσφέρει µια αρχιτεκτονική λογική στις ιστορικές εξελίξεις. Πάνω από κάθε συγκεκριµένη ιστορία, οι στρουκτουραλιστικοί νόµοι µάς δόθηκαν ως αµετάβλητοι οικουµενικοί και αιώνιοι: «Η στρουκτουραλιστική µέθοδος συνίσταται στο να εντοπίζει φόρµες σταθερές εντός διαφορετικών περιεχοµένων». Από τώρα και στο εξής, οι µόνες καθαρές κινήσεις της δοµής, που αυτή η διαδικασία µάς κάνει να σκεφτόµαστε, είναι η εκπλήρωση όλων των ενδεχοµένων που εµπεριέχει, µέσα στα όρια των συνδυασµών που επιτρέπει η ισορροπία όπως και η ρήξη πέραν αυτών των ορίων. Αυτές οι κινήσεις µπορούν να διαφωτίσουν µια γέννηση, δεν αποτελούν, όµως, µια ιστορία. Ξεκινώντας από µια λογική που υποθέτουµε ότι κωδικοποιεί τα νοητικά και ίσως και τα υλικά συστήµατα, είναι µια φυσική στατική που παίρνει τη θέση της ιστορικής διαλεκτικής. Με άλλα λόγια, η στρουκτουραλιστική µέθοδος δεν κρατάει από τη διαλεκτική παρά µόνο ό,τι περισσεύει αν από αυτή αφαιρέσουµε τον εσωτερικό της δυναµισµό: την ενότητα, την ταυτότητα και συνεπώς την πάλη των αντιθέτων. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, η στρουκτουραλιστική µέθοδος περιγράφει µια άκαµπτη διαλεκτικότητα, αποτέλεσµα βηµάτων ενός προτσές που της διαφεύγει. 

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι µόνο το ότι δεν αναστρέφεται η καταστροφή και η δηµιουργία της ιστορικής κίνησης που λείπει από τον στρουκτουραλισµό, αλλά κυρίως αυτό που λείπει είναι η µοναδικότητα της διαδροµής του και το ενδεχόµενο που εµπεριέχει την αναγκαιότητά του. Το να παραπέµπεις τις πραγµατικές σχέσεις των πραγµάτων σε αφηρηµένες εκφράσεις της δοµής ταυτίζεται στην πραγµατικότητα µε το ρητό του Αριστοτέλη: Δεν υπάρχει επιστήµη παρά στο γενικό. Υλοποιεί ένα κλασικό ρασιοναλισµό της έννοιας και του νόµου για τον οποίο αντιλαµβάνοµαι ότι σηµαίνει να πηγαίνω από το ειδικό στο γενικό και από τη διαλεκτική των προτσές «στον ιστορικό ντετερµινισµό». Μέσα σε µια τέτοια διαδικασία, αυτό που κυρίως ενδιαφέρει περισσότερο τον σύγχρονο υλισµό, η µοναχική αβέβαια πορεία βγαίνει εξ ορισµού εκτός της επιστήµης µε τη στενή έννοια. Εντελώς διαφορετικό είναι το µάθηµα του Μαρξ. Επειδή ακριβώς σκέφτεται διαλεκτικά, οι έννοιες και οι νόµοι που επεξεργάζεται δεν υπάγονται πια σε ένα ουσιαστικό µοντέλο, του οποίου κάθε πραγµατικότητα δεν θα είναι µόνο η παραλλαγή, αλλά σε µια αυστηρή τοπολογία, επιστήµη των «τόπων», σχέσεις και βασικές λογικές όπου παράγεται κάθε συγκεκριµένη πραγµατικότητα. Για παράδειγµα, η µαρξιστική έννοια της οικονοµικής βάσης δεν είναι καθόλου η «δοµή-τύπος» µιας βάσης που ταιριάζει στα πάντα (passe-partout), µας λέει µόνο, ότι για να µάθουµε αυτό που είναι µια καθορισµένη κοινωνία πρέπει να ξεκινήσουµε από τη µελέτη των ειδικών σχέσεων της παραγωγής και της ανταλλαγής, µέσα στις φυσικές συνθήκες και µε τις παραγωγικές δυνάµεις που χαρακτηρίζουν την κοινωνία. Κατ’ αυτό τον τρόπο µπορεί να δηµιουργηθεί µια γνώση του ατόµου, όπου κάθε µεµονωµένο χαρακτηριστικό εγγράφεται χωρίς σµικρύνσεις στον γενικό κατάλογο των επιστηµονικών γνώσεων. Αυτό που πρέπει να κάνει στο γενικό επίπεδο µια επιστήµη του ατοµικισµού είναι µόνο το να παράγει την εννοιολογική µηχανή, τη διαλεκτική λογική των σχέσεων εντός των οποίων µπορώ να σκεφθώ λογικά, ξεκινώντας από την εµπειρική µελέτη της έννοιας, τη µοναδική ταυτότητα του ατοµικού και της ιστορίας του. Βεβαίως, το άτοµο δεν µεταµορφώνεται σε µια ιδέα, αλλά είναι δυνητικά κατανοητό µέσα στη µοναδικότητά του, στη βάση της «στολής» που ντύνει τη θεωρία.


Το κομμάτι που λείπει: Η μη ανταγωνιστική αντίφαση

Όλα αυτά για τον στρουκτουραλισµό και τη διαλεκτική ειπώθηκαν µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο από τους µαρξιστές κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης των χρόνων του ’60 – χωρίς όµως να κατανοούνται, γιατί και τα Μέσα δεν νοιάζονταν ιδιαίτερα να διαδώσουν το µήνυµα αλλά και η κουλτούρα των ακροατών δεν ήταν έτοιµη να τα κατανοήσει. Γι’ αυτή τη µη-κατανόηση, κατά τη γνώµη µου, υπάρχει και ένας άλλος λόγος, εντός των ορίων της ίδιας της παρουσίασης της διαλεκτικής από τους µαρξιστές – όρια ξεπερασµένα σήµερα κατά τέτοιο τρόπο ώστε πολλές από τις απροθυµίες του χθες θα όφειλαν να µην υπάρχουν πια. Ο στρουκτουραλισµός των ανθρώπινων επιστηµών παίρνει για αντικείµενα επιλογής πραγµατικότητες –συµβολικά συστήµατα, σχέσεις συγγένειας, µυθολογικά ρεπερτόρια κ.λπ.– όπου οι δυαδικές αντιθέσεις παρουσιάζονται ως συστατικές του κοινωνικού και ψυχικού χώρου και ελάχιστα επιρρεπείς στο γίνοµαι και στο καταστρέφοµαι, σε σχέση µε τις δυαδικές αντιθέσεις του ναι και του όχι, του πάνω και του κάτω, του ζεστού και του κρύου. Το ότι µία διαλεκτική που έχει συλληφθεί µόνο ως λογική του γίνοµαι και του καταστρέφοµαι θα φθάσει να κάνει κριτική στον στρουκτουραλισµό στο όνοµα της ιστορίας που δεν κατορθώνει πια πραγµατικά να σκεφθεί, στις σηµερινές συνθήκες δεν θα δίνει απάντηση και δεν θα είναι σωστό. Αποτύχαµε, ίσως στο να σκεφθούµε την ιστορία, αλλά η διαλεκτική σας απέτυχε να σκεφθεί αυτό που είναι χωρίς ιστορία: αυτός φαίνεται να είναι ο θεωρητικός λόγος της κουφαµάρας των στρουκτουραλιστών στις ενστάσεις των µαρξιστών από τις οποίες ένας µικρός απόηχος έφθανε ως αυτούς. Ακόµα και αν ήταν αλήθεια πως διαφεύγει της διαλεκτικής ότι παρουσιάζεται χωρίς ιστορία, τότε θα µπορούσε η δυαδική αντίθεση ενός στρουκτουραλισµού του αµετάβλητου και µιας διαλεκτικής της ιστορικότητας να είναι η ίδια, ένα αµετάβλητο δοµικό στοιχείο γνώσης. Ακριβώς σε αυτό το σηµείο, όµως, έχει σηµειωθεί εδώ και 20 χρόνια σπουδαία πρόοδος από τον γαλλικό µαρξισµό – πρόοδος που την παρατήρησα όσο µε αφορά στη διευκρίνιση των δύο αντίθετων ορισµών της διαλεκτικής αντίφασης: αυτής του ανταγωνισµού ως χρονική απόρριψη ανάµεσα σε ένα καινούργιο και σε ένα παλιό αντίθετο και αυτής του µη-ανταγωνισµού ως διαχωρισµός στον χώρο ανάµεσα σε δύο «σύγχρονα» αντίθετα – το πρώτο είναι της αρχής της µη αναστρεψιµότητας/του αµετάκλητου της εξέλιξης και το δεύτερο της αρχής της αναστρεψιµότητας της λειτουργίας. Αν σκεφθούµε τη διαλεκτική ως αυτοδηµιούργηµα της Ιδέας εντός της οποίας κάθε στιγµή διατηρείται, ο Hegel δεν έδειχνε µόνο ανοχή στον ιδεαλισµό αλλά ευνοούσε τον µη ανταγωνιστικό ορισµό από την αντίφαση – από εδώ απορρέει η ειδική εξυπνάδα της τάσης να υποτάξει ολόκληρη τη διαλεκτική στην αντίληψη του Hegel. Ο Μαρξ, αντιστρέφοντάς τα σύµφωνα µε τον υλιστικό τρόπο, δεν περιορίσθηκε στο να περάσει από την κίνηση της Ιδέας σε αυτή της πάλης των τάξεων: οδηγήθηκε στη δηµιουργία του αντίθετου ορισµού της ανταγωνιστικότητας, µε τον όρο ότι το καινούργιο χειραφετείται και καταστρέφει το παλιό. Στη συνέχεια όµως, προσεγγίζοντας το καθήκον να καταλάβουµε τη λειτουργία του καπιταλισµού µέσα στα µεγάλα οικονοµικά έργα, περιορισθήκαµε, χωρίς να το συνειδητοποιούµε φιλοσοφικά, στο να επεξεργαζόµαστε ψαχουλεύοντας, µε µια εµφανή επιστροφή στον Hegel, µια υλιστική αντίληψη του µη ανταγωνισµού – εντός του οποίου, για παράδειγµα, αντιστρατεύονται αιώνια η αγορά και η πώληση, χωρίς κανένα από τα δύο να έχει την τάση να υπερκεράσει το άλλο κάποια µέρα. Και, αν κοιτάξουµε καλά, αυτό είναι που έκανε ο Ένγκελς στη Διαλεκτική της φύσης , σκιαγραφώντας µια διαλεκτική της σύνδεσης κάτω από αυτή της ανάπτυξης – πράγµα που φαίνεται να διαφεύγει απολύτως από τους Prigorine και Stengers. Η µη ανταγωνιστική αντίφαση δεν θα ήταν το µυστικό των δυαδικών σχεδόν ακίνητων αντιθέσεων που γεµίζουν φυσικά τον κοινωνικό χώρο και εντός των οποίων ο στρουκτουραλισµός νοµίζει ότι µπορεί να αντιµετωπίσει την οικονοµία της διαλεκτικής; Παρ’ όλα αυτά έχει άδικο, διότι ακριβώς η αντίφαση των αντιθέσεων που είναι εµφανώς µη-συγκρουσιακή και σταθερή είναι αυτή που εγγράφει την ιστορική της εσωτερικότητα στην καρδιά της χωρικότητας της δοµής.


Ένας τρόπος σκέψης κριτικός και επαναστατικός

Από τη στιγµή που η διαλεκτική «στάθηκε στα πόδια της» µπορεί να ερευνήσει στην ολότητά του το χωρο-χρονικό πεδίο, εντοπίζοντας σε αυτό την εσωτερική σύνδεση του µη-αναστρέψιµου και του αναστρέψιµου, της ιστορικής κίνησης και του φυσικού, κοινωνικού και ψυχικού αµετάβλητου. Δίνει τη δυνατότητα να ξεπεράσουµε το είδος της «σχέσης της αβεβαιότητας» που έµοιαζε µέχρι τώρα να αντιπαραθέτει την ευφυΐα της αποκλειστικής δοµής της µη επαναλαµβανόµενης ανάπτυξης µε την ευφυΐα αυτής της αποκλειστικής ανάπτυξης της επαναλαµβανόµενης δοµής. Στο βάθος, η σχέση ανάµεσα στη στρουκτουραλιστική και τη διαλεκτική µέθοδο είναι της ίδιας κατηγορίας µε αυτή δύο θεωριών των οποίων η µια υποτάσσει την άλλη, θεωρώντας τη δική της υποπερίπτωση – όπως, για παράδειγµα, είναι η σχετική και η κλασική µηχανική (mécanique). Το σχετικιστικό αποτέλεσµα υπάρχει σε κάθε υλική κίνηση, αλλά πρακτικά είναι αµελητέο στις µικρές ταχύτητες σε σχέση µε αυτό που συµβαίνει στις ταχύτητες του φωτός. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι κατά τον ίδιο τρόπο, το ιστορικό αποτέλεσµα της διαλεκτικής αντίφασης µπορεί να φαίνεται αµελητέο µέσα στις σχεδόν στάσιµες αντιθέσεις, µε τις οποίες ασχολείται κυρίως ο στρουκτουραλισµός, αλλά µε το να το αγνοείς προσανατολίζεσαι προς µια σκέψη µη διαλεκτική, η οποία φράζει τον δρόµο σε κάθε ευρύτερη κατανόηση της πραγµατικότητας που βρίσκεται σε κίνηση. Ο υλισµός της γνώσης σήµερα δεν θα είναι σε θέση να αντιληφθεί τον κόσµο αλλά και τον εαυτό του χωρίς αντίφαση στους όρους, παρά µόνο αν µε πλήρη συνείδηση κάνει τη διαλεκτική µεταλλαγή του διευρυνόµενος προς την οπτική της αντίφασης στην ουσία των πραγµάτων. 

Αυτό που είναι αλήθεια για την επιστηµονική γνώση είναι το ίδιο αλήθεια και για την πολιτική πρακτική. Στις στρουκτουραλιστικές αναγνώσεις της σηµερινής κρίσης, που µας δίνουν µε όλους τους δυνατούς τρόπους το αµετάβλητο/σταθερό και εξαντλούνται στο να εφευρίσκουν διπλές λύσεις των οποίων η ουσία είναι ότι αναπαράγουν τις ίδιες αντιφάσεις που αυτές προκάλεσαν, δηλαδή µε άλλα λόγια εγκλωβίζοντάς µας σε αυτές, πρέπει να αντιπαραβάλουµε µια διαλεκτική ανάγνωση όπου η πάλη των αντιθέτων στηρίζεται στην αρχή της ευκρίνειας του πραγµατικού και στην αρχή της πορείας προς την υπέρβαση αυτών των αντιφάσεων. Για εµάς, όπως και για τον Μαρξ, η διαλεκτική είναι ταυτόχρονα και κριτική και επαναστατική. Να γιατί, ενώ θα προσπαθούµε να την κάνουµε πιο επιστηµονική, πρέπει και να βιαστούµε ώστε να την κάνουµε πιο δηµοφιλή.

Μετάφραση: Έφη Καλαµαρά

O Lucien Sève είναι φιλόσοφος.


Πηγή: Περιοδικό «Ουτοπία», τεύχ. 98 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2012)

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.