Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Kαταραμένος πλούτος


Για την οικονομική κατάσταση στην Αφρική

του Jörg Goldberg

Η μικρή ελβετική πόλη Τσουκ, που βρίσκεται ειδυλλιακά δίπλα στην ομώνυμη λίμνη, είναι ένας κατάλληλος τόπος για να μελετήσει κανείς την οικονομική κατάσταση της Αφρικής –εδώ εννοούνται οι 49 χώρες της υποσαχάριας Αφρικής. Ο τόπος αυτός, ελκυστικός λόγω των χαμηλών φόρων, αποτελεί σήμερα ένα από τα παγκοσμίως σημαντικότερα μέρη εμπορίου για πρώτες ύλες. Καρεκλοκένταυρος [εδώ] είναι η [εταιρία] Glencore, μάλλον ο μεγαλύτερος έμπορος πρώτων υλών παγκοσμίως, ο οποίος διατηρεί αμέτρητα υποκαταστήματα, ενώ εμφανίζεται επίσης στα πρόσφατα δημοσιευθέντα «Paradise Papers»: το 2008 η κυβέρνηση του Κονγκό ήθελε να επαναδιαπραγματευθεί τις άδειες εκμετάλλευσης ορυχείων. Η Glencore, που εκεί συμμετέχει ενεργά, έπρεπε να πληρώσει 585 εκατομμύρια δολάρια-ΗΠΑ. Για το κοντσέρν αυτά φαινόταν πάρα πολλά. Η εταιρία ζήτησε την μεσολάβηση του ισραηλινού επενδυτή Dan Gertler, που στο Κονγκό έχει καλές διασυνδέσεις, ο οποίος κατόρθωσε να μειώσει το ποσό στα 140 εκατομμύρια[1].

Η περίπτωση αυτή φωτίζει δυο βασικά ζητήματα της Αφρικής: την εξάρτηση από τις πρώτες ύλες, κυρίως από τις πηγές του ορυκτού πλούτου, καθώς και το γεγονός ότι αυτές στο μεγαλύτερό τους βαθμό δεν εξορύσσονται, εμπορεύονται και κατεργάζονται από εθνικές επιχειρήσεις, αλλά από υπερεθνικά κοντσέρν. Οι περισσότερες από τις πολυεθνικές προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη Δύση, αλλά και από χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία. Οι αποφάσεις για την οικονομία της Αφρικής, δεν παίρνονται, επομένως, στην ίδια την ήπειρο, με μοναδική εξαίρεση τη Νότια Αφρική. Εξαρτώνται από την επιδεξιότητα, τη δύναμη επιβολής και την ηθική των Αφρικανών που δρουν, εάν θα παραμείνει στις χώρες ένα σημαντικό μέρος από τα κέρδη. Φυσικά, η διαφθορά είναι πάντα στο παιχνίδι –όπως δείχνει το παράδειγμα της Glencore- όχι μόνο από την πλευρά των Αφρικανών.


Μεταξύ οικονομικής άνθισης και κρίσης

Η εικόνα της Αφρικής, η οποία διαδίδεται από τα μέσα ενημέρωσης, κυμαίνεται ανάμεσα στα άκρα: Αφενός οι κάτοικοι κατά εκατομμύρια φεύγουν από την ήπειρο με την αθλιότητα, αφετέρου επαινείται η οικονομική άνθιση της Αφρικής και των αυξανόμενων «μεσαίων στρωμάτων» της. Ακολουθεί το αφρικανικό λιοντάρι τον ασιατικό τίγρη; ρωτούσαν πρόσφατα διεθνείς οικονομικοί σύμβουλοι όπως ο McKinsey, έχοντας πάντα στο οπτικό τους πεδίο τις ευκαιρίες οι επενδυτές που αναζητούν δυνατότητες επένδυσης. Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, έβλεπε μάλιστα την Αφρική ως την «επόμενη μεγάλη ιστορική ευκαιρία στον κόσμο»[2].

Το αφήγημα περί αφρικανικής οικονομικής άνθισης βασίζεται κατ’ αρχή στα βασικά οικονομικά στοιχεία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) στην ήπειρο αυξάνει, «έξι από τις δέκα ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του κόσμου βρίσκονται στην Αφρική», αναφερόταν ήδη το 2015. Τέτοιες φάσεις όμως δεν είναι ούτε καινούργιες ούτε μόνιμες. Από το 1950 περίοδοι υψηλής ανάπτυξης εναλλάσσονται με αυτές της στασιμότητας. Ο ιστορικός των οικονομικών επιστημών Morten Jerven, ο οποίος έχει μελετήσει τις μακροπρόθεσμες οικονομικές τάσεις, διαπιστώνει: «[Τα περί] ανάπτυξης στην Αφρική είναι παλιές ειδήσεις –επαναλαμβανόμενες περίοδοι ανάπτυξης αντανακλούν το πρότυπο των εξαγωγών των φυσικών πόρων. Και η περιοχή σήμερα εξαρτάται περισσότερο από ποτέ από τη ζήτηση στην παγκόσμια αγορά.»[3] Το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα αυξήθηκε συγκριτικά, ιδιαίτερα μεταξύ 1950 και 1973 (συν 2,9% ετησίως) και μεταξύ 2000 και 2014 (συν 3% ετησίως). Ωστόσο, στην περίοδο από το 1973 έως το 1999, στις «χαμένες δεκαετίες», υπήρχε στασιμότητα, όπως και τώρα από το 2015. Βασική αιτία είναι οι τιμές πρώτων υλών: Το επίπεδό τους τριπλασιάστηκε μεταξύ 2000 και 2014. Το 2015, όμως, υπήρξε ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω. «Οι χαμηλές τιμές στις πρώτες ύλες εξακολουθούν να επιβαρύνουν σοβαρά τις προοπτικές ανάπτυξης της υποσαχάριας Αφρικής», εκτιμά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην «Περιφερειακή Οικονομική Προοπτική» του[4] Η ανάπτυξη μετά το 2014 κάνει σαφές ότι η οικονομική άνθιση της Αφρικής που εξυμνήθηκε πολύ δεν ήταν διαρκής. Εδώ υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των ξεχωριστών χωρών. Ιδιαίτερο ρόλο παίζει η κρίση στη Νιγηρία, όπως επίσης η τάση για αποβιομηχανοποίηση στη σχετικά αναπτυγμένη Νότια Αφρική.

Το αυξανόμενο οικονομικό και πολιτικό ενδιαφέρον για την ήπειρο βρίσκεται –παράλληλα με το σημαντικό ζήτημα της μετανάστευσης για την Ευρώπη- κυρίως σε αλληλοσύνδεση με το πρόβλημα των πρώτων υλών. Στην πορεία της ψηφιοποίησης, στην τάση για [κατασκευή] ηλεκτρικών αυτοκινήτων και της σταδιακής απομάκρυνσης από τα ορυκτά καύσιμα, τα βιομηχανικά μέταλλα όπως το κοβάλτιο, το λίθιο, το νικέλιο, ο χαλκός, το μαγγάνιο, ο λευκόχρυσος κτλ, αποκτούν σπουδαιότητα. Ιδιαίτερα πολλά κοιτάσματα υπάρχουν στην υποσαχάρια Αφρική: Σε ό,τι αφορά ξεχωριστά μέταλλα (κοβάλτιο, λευκόχρυσος, παλλάδιο, μαγγάνιο) υπάρχουν εκεί περισσότερο από το ήμισυ των γνωστών αποθεμάτων παγκοσμίως. Επιπλέον, η Αφρική (εκτός από τη Νότια Αφρική) θεωρείται ότι εξάγει λίγα, εικάζεται ότι στο έδαφος βρίσκονται πολλά ακόμη κοιτάσματα που δεν έχουν ανακαλυφθεί. «Από γεωλογική άποψη καμιά άλλη ήπειρος δεν έχει τόσο σημαντικό δυναμικό σε πρώτες ύλες», αναφέρει ενθουσιωδώς η Γερμανική Υπηρεσία Ορυκτών Πόρων (DERA)[5]. Το 30% των παγκόσμιων αποθεμάτων σε ορυκτά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, βρίσκονται στην Αφρική. Για αυτές τις πρώτες ύλες δεν ανταγωνίζονται σήμερα μόνο οι δυτικές χώρες, αλλά επίσης η Κίνα και άλλες αναδυόμενες χώρες. Αυτό στην Ευρώπη εκλαμβάνεται ως απειλή. Και φυσικά προσελκύει επίσης η καλλιεργήσιμη γη: «Σχεδόν κανείς στη Δύση δε γνωρίζει ότι το 60% των σημερινών παγκόσμιων ανεκμετάλλευτων γεωργικών εκτάσεων βρίσκονται στην Αφρική», υποστηρίζεται[6]. Αυτό φυσικά είναι ανοησίες: Ανεκμετάλλευτη γη δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου, μόνο που αυτή η σε μεγάλο βαθμό χρήση της από τους μικρούς αγρότες δεν ανταποκρίνεται ακόμη στις αντιλήψεις για μια εκβιομηχανισμένη γεωργία. 


Συγκυρία χωρίς δουλειές

Ο πλούτος σε πρώτες ύλες μπορεί κάτω από συνθήκες κυριαρχίας να έχει μεγάλα μειονεκτήματα: Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) επισημαίνει τρία προβλήματα: έντονες και απρόβλεπτες διακυμάνσεις των τιμών, το πεπερασμένο των αποθεμάτων και τη δύσκολη διαχείριση των μη τακτικών εσόδων που προκύπτουν από τις πρώτες ύλες που έχουν πουληθεί[7]. Το αν η αφθονία πρώτων υλών μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς το συμφέρον μιας βιώσιμης ανάπτυξης, εξαρτάται –εκτός από τις εσωπολιτικές συνθήκες των χωρών στις οποίες εξορύσσονται τα ορυκτά- και από τις παγκόσμιες δομές. Εδώ περιλαμβάνεται η οργάνωση των αγορών πρώτων υλών, που σήμερα είναι μέρος των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά και η μονοπωλιακή δομή των υπερεθνικά οργανωμένων και στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους εμπόρων. Μια θεμελιώδης μεταρρύθμιση της παγκόσμιας οικονομίας πρώτων υλών –όπως ζητήθηκε αυτή ήδη τη δεκαετία του 1970 ως «Νέα Οικονομική Τάξη Πραγμάτων»- θα αποτελούσε προϋπόθεση για το ότι ο πλούτος σε φυσικούς πόρους δε θα μετατραπεί σε κατάρα για τις χώρες παραγωγής. Αυτό το θέμα όμως σήμερα συζητείται μόνο από λίγες πρωτοβουλίες που ασχολούνται με ζητήματα αναπτυξιακής πολιτικής.

Ακόμη και την περίοδο που τα ποσοστά ανάπτυξης των περισσότερων αφρικανικών χωρών βρίσκονταν υψηλά στην πορεία των αυξανόμενων τιμών πρώτων υλών, οι οικονομικές δομές δεν άλλαξαν πολύ και, αν συνέβη αυτό, οι αλλαγές έδειχναν προς τη λάθος κατεύθυνση. Η ανάπτυξη, σύμφωνα με την ιστορική πείρα, προϋποθέτει αναδιαρθρώσεις. Ένα χοντρικό μέτρο είναι το μερίδιο της μεταποιητικής βιομηχανίας στη συνολική παραγωγή. Ωστόσο, αυτή δεν άλλαξε πολύ κατά τη διάρκεια των προηγούμενων φάσεων της οικονομικής άνθισης: «Σε αντίθεση με την επιτάχυνση της ανάπτυξης σε άλλες περιοχές», παρατηρεί το ΔΝΤ, «η ανάπτυξη στην περιοχή δεν ωθήθηκε από τη μεταποιητική βιομηχανία»[8]. Αυτός είναι ένας ευφημισμός: Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το μερίδιο της μεταποιητικής βιομηχανίας στο ΑΕΠ των κρατών της υποσαχάριας Αφρικής, συρρικνώθηκε από 13% το έτος 2000 στο 9% το 2012. Ενώ τα μερίδια της γεωργίας και της μεταλλευτικής βιομηχανίας άλλαξαν πολύ λίγο, αυξήθηκε το μερίδιο των υπηρεσιών. Η επέκταση του τριτογενούς τομέα εκφράζεται κυρίως στη αύξηση του αριθμού μικρών θέσεων εργασίας στις αστικές περιοχές: Οι νέοι άνθρωποι που εισρέουν στις πόλεις βρίσκουν απασχόληση μόνο στον άτυπο τομέα. Η παραγωγικότητα, όμως, εκεί είναι χαμηλή, συχνά μάλιστα χαμηλότερη απ’ ό,τι στη μικρή γεωργική οικονομία, στην οποία εργάζονταν αρχικά πολλοί μετανάστες. Σχεδόν το 80% του ενεργού πληθυσμού της Αφρικής εξακολουθούν να βρίσκονται σε «επισφαλείς σχέσεις απασχόλησης», κάτι που με βάση τον ορισμό του ΟΗΕ, σ’ αυτές περιλαμβάνονται επίσης οι μεμονωμένα αυτοαπασχολούμενοι και οι οικογένειές τους. Αυτό το μερίδιο μειώθηκε ελάχιστα στη φάση της οικονομικής άνθισης. Ο αριθμός των εργατών στη βιομηχανία και στην εξόρυξη αυξήθηκε μεν από τα 16 στα 18 εκατομμύρια, το ίδιο όμως χρονικό διάστημα (1990-2012) διπλασιάστηκε συνολικά ο αριθμός του οικονομικά ενεργού πληθυσμού[9]. Στην πάροδο αυτής της ανάπτυξης η σημασία της τυπικής μισθωτής εργασίας μάλλον τείνει να μειωθεί.

Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, κάθε χρόνο εισέρχονται στις αγορές εργασίας περίπου 18 εκατομμύρια νέοι άνθρωποι στην Αφρική. Σε ένα μέρος από αυτούς, στον αστερισμό της οικονομικής άνθισης κατά διαστήματα έγινε κατορθωτό να αποκτήσουν μικρά εισοδήματα –κάτι, που με βάση τη στατιστική, από ορισμένους παρατηρητές αναφέρεται ότι ανήκουν στην ομάδα που χαρακτηρίζεται ως «αφρικανική μεσαία τάξη». Σε μια μελέτη της Αφρικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης, στην οποία βασίζονται οι προφήτες της οικονομικής άνθισης της Αφρικής, οι εργαζόμενοι με ημερήσιο μισθό μεταξύ δυο και είκοσι δολάρια θεωρούνται «μεσαία τάξη», που σήμερα ανέρχονται περίπου στα 350 εκατομμύρια ανθρώπους ή το ένα τρίτο του πληθυσμού. Στην πραγματικότητα, όμως, περισσότεροι από τους μισούς ανήκουν σε εκείνη την επισφαλή ομάδα, το εισόδημα της οποίας βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το απόλυτο όριο της φτώχειας των 1,25 δολαρίων την ημέρα και αυτό μπορεί να πέσει ξανά σε κάθε συγκυριακή διακύμανση. Ναι μεν με την οικονομική άνθιση των πρώτων υλών του παρελθόντος έμεινε επίσης κάτι στις αφρικανικές πόλεις. Έτσι, για παράδειγμα, σχηματίστηκαν ομάδες οι οποίες έχουν περισσότερα από τα απαραίτητα για την επιβίωση. Οι ομάδες αυτές, όμως, όπως και πριν είναι μικρές. Το έτος 2014, μόνο το 8,5% του πληθυσμού της υποσαχάριας Αφρικής είχε εισοδήματα από 10 έως 50 δολάρια την ημέρα, βρίσκονταν, επομένως, σαφώς πάνω από το όριο της φτώχειας.

Σε γενικές γραμμές, κατά τη διάρκεια της οικονομικής άνθισης των πρώτων υλών, η κατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού βελτιώθηκε πολύ λίγο. Το 1990 ζούσε στην Αφρική το 65% του πληθυσμού, 290 εκατομμύρια άνθρωποι, κάτω από το απόλυτο όριο της φτώχειας. Μέχρι το 2015 το ποσοστό αυτό μειώθηκε μεν στο 42%, ο αριθμός, όμως, των πολύ φτωχών αυξήθηκε σε απόλυτους αριθμούς στα 408 εκατομμύρια λόγω της αύξησης του πληθυσμού. Το ποσοστό των ανθρώπων που υποφέρουν από χρόνια πείνα και υποσιτισμό, μειώθηκε στο σύνολο του πληθυσμού μεταξύ 1990 και 2015 από 27% σε 20%, ο αριθμός των πεινασμένων, όμως, αυξήθηκε από 182 σε 233 εκατομμύρια. Ο τρόπος με τον οποίο επιδρά η οικονομική κάμψη του πρόσφατου παρελθόντος στην κοινωνική κατάσταση, μπορεί επί του παρόντος μόνο να υποτεθεί, απουσιάζουν πρόσφατα στοιχεία. Σ’ αυτά προστίθεται ότι η ανισότητα των εισοδημάτων έχει αυξηθεί –σήμερα επτά από τις δέκα χώρες με τη μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα βρίσκονται στην υποσαχάρια Αφρική, με πρώτες τη Ναμίμπια, τη Μποτσουάνα και τη Νότια Αφρική.


Μετά τη οικονομική άνθιση

Η ωθούμενη από τις πρώτες ύλες ανάπτυξη, η οποία έδωσε στην ήπειρο ποσοστά αύξησης του ΑΕΠ μεγαλύτερα από 5% ετησίως, τέλειωσε το 2014. Έκτοτε αναμένεται ξανά –με σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών- μια αύξηση του ΑΕΠ κατά 3% περίπου. Δεδομένου ότι ο πληθυσμός αυξάνεται κατά μέσο όρο ετησίως κατά 2,7%, τα κατά κεφαλήν εισοδήματα, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, αυξάνονται μετά βίας. 

Παρ’ όλο που τόσο οι διεθνείς όσο και οι εσωτερικές συνθήκες άλλαξαν δραματικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής άνθισης, σημαντικότερος παράγοντας παγκοσμίως είναι οι αναδυόμενες χώρες, ιδιαίτερα της Ασίας. Μέχρι και τη δεκαετία του 2000 η υποσαχάρια Αφρική ήταν η πίσω αυλή της Ευρώπης. Αυτό σήμερα πλέον δεν ισχύει. Στο μεταξύ περισσότερες από τις μισές εξαγωγές της ηπείρου κατευθύνονται προς άλλες αναδυόμενες οικονομίες και προς αναπτυσσόμενες χώρες, κυρίως προς την Κίνα. Ως επενδυτές, οι αναδυόμενες χώρες αποκτούν σημαντικό ρόλο: Σήμερα οι μισές άμεσες ξένες επενδύσεις προέρχονται από την Κίνα, οι κινέζοι επενδυτές είναι σήμερα επιθυμητοί κυρίως στις υποδομές. Και εδώ, βρίσκονται στο επίκεντρο –όπως επίσης στη περίπτωση της Ευρώπης και/ή των ΗΠΑ- τα συμφέροντα για πρώτες ύλες. Μέχρι αυτού του σημείου, το αποικιακό πρότυπο των αφρικανικών οικονομικών σχέσεων έχει αλλάξει ελάχιστα. Η εμφάνιση νέων παικτών από τον παγκόσμιο νότο, οι οποίοι επί πλέον συμπεριφέρονται πολιτικά λιγότερο κυρίαρχα, μην παρεμβαίνοντας στις εσωτερικές υποθέσεις –όπως η Δύση-, δίνει στις αφρικανικές οικονομίες μεγαλύτερα οικονομικά και πολιτικά περιθώρια. Σχεδόν σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός, ότι η Δύση δεν είναι πλέον ο ηγεμόνας στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Ναι μεν μερικές αναδυόμενες χώρες, κυρίως η Κίνα, επιδιώκουν επίσης δικούς τους στόχους, όμως στο πλαίσιο του μεταβαλλόμενου παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων, οι αφρικανικές χώρες κατορθώνουν επίσης να προβάλλουν πιο αποτελεσματικά τα δικά τους συμφέροντα. Σχετικά μ’ αυτό αναφέρουμε ένα παράδειγμα αναφορικά με την τύχη των ευρωπαϊκών συμφωνιών οικονομικής εταιρικής σχέσης: Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί από το 2002 να παρακινήσει τους αφρικανούς «εταίρους» να υπογράψουν εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες, ώστε να ανοίξουν οι αφρικανικές αγορές για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Αλλά παρά τις έντονες πιέσεις και ορισμένες παραχωρήσεις από τη μεριά της ΕΕ, πολλές χώρες εξακολουθούν να αρνούνται να υπογράψουν αυτές τις συμφωνίες, επισημαίνοντας τη ζημιά στις μεταποιητικές βιομηχανίες τους[10].

Στην Αφρική έχουν αλλάξει κάποια πράγματα. Πολλές χώρες κατά τη διάρκεια της οικονομικής άνθισης των πρώτων υλών, φαίνεται ότι με την αντίστασή τους ενάντια στις πολυεθνικές κατάφεραν να αυξήσουν το μερίδιό τους στα έσοδα από τις πρώτες ύλες. Συσχετιζόμενο αυτό με την εξόρυξη χρυσού, η Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης διαπιστώνει ότι υπήρξε ένα «κύμα διορθώσεων προς τα πάνω των τελών εκμετάλλευσης». Στη χώρα του χαλκού Ζάμπια, τα έσοδα από την εξαγωγή της μεταλλευτικής βιομηχανίας μεταξύ 2002 και 2008 εκτινάχτηκαν από τα 670 στα 4.000 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, από τα οποία πολύ λίγα έμειναν στη χώρα. Αυτό άλλαξε μόνο από το 2008, όταν η κυβέρνηση κάτω από την πίεση των μη κυβερνητικών οργανώσεων επέβαλε μια αλλαγή στη νομοθεσία για τα ορυχεία. «Υπάρχει μικρή αμφιβολία ότι η Ζάμπια θα βγει πιο ισχυρή από την οικονομική άνθιση απ’ ό,τι όταν εισήλθε σ’ αυτή», αναφέρει μια μελέτη για τη εξόρυξη χαλκού στη Ζάμπια[11].

Μια άλλη πλευρά σχετίζεται με την ανάπτυξη του πληθυσμού. Κατά τη διάρκεια ακόμη υψηλότερων, αλλά βραδείας πτώσης του αριθμού των γεννήσεων, αυξάνει το μερίδιο του πληθυσμού στην ηλικία που είναι ικανό για εργασία. Αυτό στην αναπτυξιακή πολιτική χαρακτηρίζεται συχνά ως «δημογραφικό μέρισμα» -ένα μέρισμα, όμως, που προκύπτει μόνο όταν υπάρχουν αρκετές παραγωγικές θέσεις εργασίας. Αλλά αυτές λείπουν όσο ποτέ. Σ’ αυτά προστίθεται η καλύτερη σχολική εκπαίδευση: Περισσότερο από το 80% των αντίστοιχων ηλικιών παρακολουθούν σήμερα το δημοτικό σχολείο, το 70% των νέων ηλικίας μεταξύ 15 και 24 ετών μπορούν να διαβάσουν και να γράψουν. Το ποσοστό παρακολούθησης στο σχολείο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκε από 26% σε 43% μεταξύ 2000 και 2014. Υπάρχουν όλο και περισσότεροι νέοι με μια σχετική σχολική εκπαίδευση, κάτι που αυξάνει τη μετανάστευση αρχικά προς τις πόλεις και τις αφρικανικές γειτονικές χώρες και, τέλος, προς τις αναπτυγμένες χώρες. Το ότι η οικονομική ανάπτυξη από μόνη της δε μπορεί να σταματήσει αυτή την τάση, έχει αποδειχτεί εμπειρικά: Όσο διάστημα υπάρχουν μεγάλες διαφορές στα εισοδήματα παγκοσμίως, αυτή η εξέλιξη και η οικονομική ανάπτυξη θα οδηγεί σε μεγαλύτερη κινητικότητα και μετανάστευση.

Οι ελπίδες συνδέονται με την αυξανόμενη πολιτική και κοινωνική στράτευση. Ήδη, το 2011 το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ στη Ντακάρ, την πρωτεύουσα της Σενεγάλης, διαπιστώνει: «Σήμερα η αυξανόμενη δυναμική αυτών των κινημάτων, τα οποία υποστηρίζουν την αλλαγή, καθορίζει την κοινωνική και πολιτική σκηνή της ηπείρου.» Εννοούνται εκείνα τα κινήματα της κοινωνίας των ιδιωτών, τα οποία αντιπροσωπεύουν χειραφετητικά αιτήματα και δε χρησιμεύουν ως απλά εξαρτήματα των κυβερνήσεων. Σύμφωνα με ένα πρότζεκτ παρατήρησης, ο αριθμός π.χ. των συμμετεχόντων σε μεγάλες διαδηλώσεις μεταξύ 2009 και 2014 υπερτετραπλασιάστηκε[12]. Εδώ πρόκειται τόσο για πολιτικά θέματα, όσο και για κοινωνικά ζητήματα, όπως το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και την πληρωμή μισθών. Η σχέση επίσης προς τα υπερεθνικά κοντσέρν πρώτων υλών –όπως π.χ. στη Ζάμπια- καθορίζεται από την πίεση που ασκείται από οργανώσεις της κοινωνίας των ιδιωτών.


Σχέδια Μάρσαλ για την Αφρική;

Όσον αφορά την αναπτυξιακή πολιτική, σήμερα θα προσφερόταν η εφαρμογή μιας πολιτικής εκβιομηχάνισης, η οποία από μόνη της θα μπορούσε να δημιουργήσει παραγωγικές θέσεις εργασίας. Αυτό απαιτεί, για παράδειγμα, η «Ατζέντα 2063» της Αφρικανικής Ένωσης με το σχέδιό της για «επιταχυνόμενη βιομηχανική ανάπτυξη για την Αφρική». Αντίθετα, οι κυβερνήσεις της Δύσης προσπαθούν να κινητοποιήσουν το ιδιωτικό ξένο κεφάλαιο μέσω της υπόσχεσης υψηλών αποδόσεων στο «Compact with Africa» [Σύμφωνο για την Αφρική] που ανακοινώθηκε στη σύνοδο κορυφής του Αμβούργου των G-20 (το «Σχέδιο Μάρσαλ για την Αφρική» που εκπονήθηκε από τη Γερμανία ακολουθεί επίσης αυτή τη λογική). Ταυτόχρονα, στόχος είναι οι αφρικανικές χώρες –στο πλαίσιο των συμφωνιών οικονομικής εταιρικής σχέσης που αναφέρθηκε παραπάνω- να ανοίξουν τις αγορές τους για τα βιομηχανικά εμπορεύματα και τα τρόφιμα που προέρχονται από την Ευρώπη, κάτι που σύμφωνα με δηλώσεις αφρικανικών κυβερνήσεων (επί του παρόντος αυτές είναι η Νιγηρία και η Τανζανία) θα υπονόμευε τα προγράμματα εκβιομηχάνισής τους. Απαιτούνται κανονισμοί, οι οποίοι θα εξασφαλίζουν την προστασία των τοπικών αλυσίδων παραγωγής (συχνά επιδοτούμενες) από τις ευρωπαϊκές εισαγωγές.

Το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει η ΕΕ για την διαρκή ανάπτυξη στην Αφρική, θα ήταν ο τερματισμός των αθέμιτών της εμπορικών πρακτικών. Ωστόσο, για αυτό δε γίνεται κουβέντα: Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής ΕΕ-Αφρικής βρισκόταν στον αστερισμό της αμφίβολης συμφωνίας: «Πρόσφυγες έναντι μετρητών [χρημάτων]». Επιπλέον, σύμφωνα με τη γνωστή λογική της ΕΕ στο πλαίσιο ενός «Ευρωπαϊκού σχεδίου εξωτερικών επενδύσεων», υπόσχονται και πάλι επιχορηγήσεις ύψους τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων (για τρία χρόνια), τα οποία υποτίθεται ότι θα προσελκύσουν μέχρι και 44 δισεκατομμύρια δολάρια ιδιωτικών επενδύσεων στην Αφρική. Από την άλλη μεριά, αυτό μάλλον κατά κύριο λόγο θα είναι κίνητρο για το ευρωπαϊκό κεφάλαιο για να εξασφαλιστούν αφρικανικές πρώτες ύλες ενάντια στον κινέζικο ανταγωνισμό. Γιατί παράλληλα με την μετανάστευση, υπάρχει ανησυχία για την εξασφάλιση της προμήθειας πρώτων υλών που είναι απαραίτητες για τον ψηφιακό και ηλεκτρικό εκσυγχρονισμό. Πρόσφατα, η Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών [δηλ. ο αντίστοιχος γερμανικός ΣΕΒ, Π.Γ.] προειδοποίησε και πάλι για «δραματικές ελλείψεις πρώτων υλών», επισημαίνοντας εδώ ιδιαίτερα για τα μέταλλα εκείνα που έχει η Αφρική.

Εν πάση περιπτώσει, οι θέσεις που υποσχέθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την «αφρικανική νεολαία» στην πρόσφατη «Έκθεσή [του] σχετικά με την στρατηγική ΕΕ-Αφρικής», σε κάθε περίπτωση δε θα φέρει τίποτα. Αν αυτό εννοούταν στα σοβαρά, τότε οι επιχορηγήσεις της ΕΕ του «Σχεδίου Εξωτερικών Επενδύσεων» θα έπρεπε να είναι δεσμευτικές με το αν οι ευρωπαίοι ιδιώτες επενδυτές θα εντάσσονταν στις στρατηγικές εκβιομηχάνισης των αντίστοιχων χωρών. Επιπλέον, θα ήταν απαραίτητο η χρηματοδότηση να συνδέεται με αυστηρούς όρους σχετικά με τις επιπτώσεις των θέσεων εργασίας και να ελέγχεται η τήρησή τους. Το να αναμένεται ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Αφρική θα δημιουργούσαν σχεδόν αυτόματα θέσεις εργασίας και κατ’ αυτό τον τρόπο θα περιορίσουν τις «αιτίες της φυγής», δεν είναι μόνο αφελές, αλλά αντιφάσκει και με όλες τις εμπειρίες: Μεταξύ 1995 και 2016, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, το ποσό των άμεσων ξένων επενδύσεων στην υποσαχάρια Αφρική αυξήθηκε από τα 56 στα 580 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ –όπως δείξαμε πιο πάνω- το μερίδιο των θέσεων εργασίας στη βιομηχανία μειώθηκε.


Ο Jörg Goldberg είναι οικονομολόγος και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Z. Marxistische Erneuerung

______

Σημειώσεις

[1] Afrikanisches Korruptions-Karussell, NZZ v. 8.11.2017

[2] Παράθεση σύμφωνα με τους Andreas Sieren/Frank Sieren: Der Afrika-Boom, München 2015

[3] Morten Jerven: Africa – why economists get it wrong, London 2015, σ. 5

[4] IMF: Regional Economic Outlook, Sub-Saharan Africa. Fiscal Adjustment and Economic Diversification, October 2017, σ. 3

[5] DERA: Rohstoffe Subsahara, Düsseldorf 2017, σ. 12

[6] Sieren, ό.π. σ. 14

[7] IMF: Boom, Bust, or Prosperity? Managing Sub-Saharan Africa’s Natural Resource Wealth, New York 2013, σ. 2

[8] IMF: Sub-Saharan Africa, ό.π., σ. 55

[9] Για μια επισκόπηση βλ. Jörg Goldberg: Die Emanzipation des Südens, Köln 2015, σ. 155 σσ.

[10] Για την τρέχουσα κατάσταση βλ. Jacques Berthelot: Geplündert, Le Monde diplomatique, 9.11.2017

[11] Alastair Fraser/Miles Larmer: Zambia. Mining and Neoliberalism, New York 2010, σ. 70

[12] Julia Grauvogel/Charlotte Heyl: Trotz aller Widrigkeiten: Demokratie in Afrika, GIGA-Focus 7, 11/2017, σ. 7


Πηγή: . junge Welt, 09.12.2017

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.