Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Η υλιστική διαλεκτική και η δομή της


του Παναγιώτη Γαβάνα

Στο κείμενο τούτο γίνεται μια προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα «τι είναι υλιστική διαλεκτική;», ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε, ενώ το κύριο μέρος της ανάλυσης επικεντρώνεται στο ζήτημα της δομής, της διάρθρωσης της υλιστικής διαλεκτικής, δηλαδή στα μέρη από τα οποία αποτελείται και πως αυτά αλληλοσυνδέονται. Παράλληλα, σκιαγραφείται το αντικείμενο μελέτης του κάθε μέρους ξεχωριστά. Απ’ αυτή την άποψη το παρόν κείμενο, εκτός των άλλων, έχει έναν χαρακτήρα προσανατολισμού, με την έννοια ότι δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η υλιστική διαλεκτική, σημαντικό –κατά την άποψή μας- για εκείνο το αναγνωστικό κοινό που δεν έχει ασχοληθεί με τη μαρξιστική φιλοσοφία, αλλά ακόμη και για εκείνο που θα ‘θελε να την εμβαθύνει. 


1. ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Υλισμός και διαλεκτική στη μαρξιστική φιλοσοφία σχηματίζουν μια αδιάσπαστη ενότητα. Ο υλισμός των κλασικών του μαρξισμού είναι διαλεκτικός υλισμός - η διαλεκτική τους είναι υλιστική διαλεκτική. Η υλιστική διαλεκτική διαπερνά όλα τα συστατικά στοιχεία του μαρξισμού. Ο Lenin την χαρακτηρίζει ως την «ζωντανή ψυχή» του μαρξισμού, ως την θεμελιώδη θεωρητική βάση του. Ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη σημασία της υλιστικής διαλεκτικής για τη σύνδεση της επιστημονικής κοσμοθεωρίας «με τα συγκεκριμένα πρακτικά προβλήματα της εποχής, που μπορούν να αλλάζουν σε κάθε στροφή της ιστορίας»[1].

Η μαρξιστική φιλοσοφία ερευνά τις γενικές σχέσεις και τους νόμους των αλληλεπιδρώντων αντικειμένων στο φυσικό και κοινωνικό γίγνεσθαι που καθορίζουν τη δομή, την αλλαγή και την εξέλιξή τους. Η υλιστική διαλεκτική ως φιλοσοφική θεωρία ερμηνεύει τις αλληλοσυνδέσεις, τα αντίθετα στην ενότητά τους, τις ποιοτικές αλλαγές και τους κύκλους της γνώσης, συλλαμβάνει την αντικειμενική διαλεκτική της φύσης, της ιστορίας και της υλικής και πνευματικής ζωής της κοινωνίας, στηριζόμενη στις γνώσεις όλων των επιστημών.

Σύμφωνα με τη βασική αντίληψη για την εξέλιξη, ο κόσμος –η φύση και η κοινωνία- δεν πρέπει να κατανοούνται ως ένα σύμπλεγμα έτοιμων πραγμάτων, αλλά ως ένα σύμπλεγμα από προτσές, όπου τα φαινομενικά σταθερά πράγματα και οι απεικονίσεις τους στη σκέψη, οι έννοιες, διατρέχουν μια αδιάκοπη αλλαγή γίγνεσθαι και φθοράς / αφανισμού. Αυτή η γενική βασική σκέψη, που παριστάνει ένα από τα πιο σημαντικά αποτελέσματα της επιστημονικής σκέψης, μεταφέρθηκε ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική συνείδηση. Η ιδέα αυτή εμπεριέχεται και στην υλιστική διαλεκτική, όμως αυτή η τελευταία σε καμιά περίπτωση δεν περιορίζεται στην αναγνώριση της ιδέας περί ανάπτυξης (εξέλιξης) με τη γενική της σημασία. Όπως υπογράμμισε ο Lenin, η ιδέα της εξέλιξης, όπως αυτή διατυπώθηκε από τους Marx και Engels –ξεκινώντας από τον Hegel-, είναι πολύ πιο περιεκτική απ’ ό,τι η συνηθισμένη ιδέα περί εξέλιξης. Στο ζήτημα που αφορά στην αντίληψη περί εξέλιξης βρίσκονται η μια απέναντι στην άλλη, δυό βασικές αντιλήψεις: η μεταφυσική και η υλιστική διαλεκτική αντίληψη. Ο Lenin χαρακτήρισε την αντίθεση ανάμεσα στις δυο ως εξής: «Οι δυο βασικές […] αντιλήψεις ανάπτυξης (εξέλιξης) είναι: η ανάπτυξη σαν μείωση και αύξηση, σαν επανάληψη και η ανάπτυξη σαν ενότητα των αντιθέσεων […] Στην πρώτη αντίληψη της κίνησης μένει στη σκιά η αυτοκίνηση, η κινητήρια δύναμή της, η πηγή της, η αιτία της […] Στη δεύτερη αντίληψη η κύρια προσοχή προσηλώνεται ακριβώς στη γνώση της πηγής, της «αυτο»κίνησης. Η πρώτη αντίληψη είναι νεκρή, χλωμή, στεγνή. Η δεύτερη είναι ζωτική»[2].

Σε αντίθεση με τη μεταφυσική αντίληψη η υλιστική διαλεκτική κατανοεί την ανάπτυξη στην αντιφατικότητά της, ως κίνηση αντιθέσεων οι οποίες αλληλοαποκλείονται και ταυτόχρονα σχηματίζουν μια ενότητα, ως προτσές, στην πορεία των οποίων οι ποσοτικές αλλαγές περνούν σε ποιοτικές, λαμβάνουν δηλαδή χώρα με αλματώδη τρόπο, ως αποτέλεσμα των οποίων η γένεση του καινούργιου δεν επιβάλλεται ευθύγραμμα αλλά αντιφατικά. Η αντίληψη αυτή είναι ταυτόχρονα συνεπής υλιστική και αθεϊστική, επειδή ερμηνεύει τα προτσές της εξέλιξης από τις εσωτερικές αντιφάσεις στη φύση και την κοινωνία, κατανοεί την εξέλιξη ως αυτοκίνηση της ύλης. Η υλιστική διαλεκτική αποκλείει την ιδεαλιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η κίνηση έχει την ανάγκη μιας εξωτερικής ώθησης ή ενός «θεού-δημιουργού», ο οποίος στη συνολική εξέλιξη στη φύση και στη κοινωνία, έθεσε ταυτόχρονα και έναν στόχο προς τον οποίο αυτές κινούνται.

Η γνώση της εξέλιξης ως κίνηση αντιθέτων που σχηματίζουν μια ενότητα (δηλαδή σε αντιφάσεις), είναι το πιο σημαντικό στην υλιστική διαλεκτική. Όπως τόνισε ο Engels, αυτή αποτελεί τον «πυρήνα της διαλεκτικής αντίληψης»[3]. Ο Lenin γράφει: «Μπορούμε με συντομία να ορίσουμε τη διαλεκτική σαν διδασκαλία για την ενότητα των αντιθέτων. Μ’ αυτό θα πιαστεί ο πυρήνας της διαλεκτικής…»[4]. Οι επιθέσεις των αστών φιλοσόφων και αναθεωρητών στρέφονται διαρκώς, κυρίως ενάντια στον πυρήνα της διαλεκτικής, συνδεδεμένες πάντα με διαστρεβλώσεις και νοθείες της υλιστικής διαλεκτικής. Με αυτό το κύριο «επιχείρημα» των αστών φιλοσόφων είχε ήδη ασχοληθεί ο Engels στην εποχή του στο «Αντι-Ντίρινγκ». Σήμερα η αντιπαράθεση αυτή εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω απ’ το ίδιο πρόβλημα: την αναγνώριση των αντιφάσεων, την ενότητα και την «πάλη» των αντιθέτων ως αντικειμενικό νόμο της πραγματικότητας, της φύσης και της κοινωνίας.

Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι η διαλεκτική δε μπορεί να γίνει αντιληπτή ως σχήμα, γιατί κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με τη θεωρητική προσέγγιση του Marx, σύμφωνα με την οποία «στη θετική αντίληψη αυτού που υπάρχει περικλείνει ταυτόχρονα και την αντίληψη της άρνησής του, του αναγκαίου αφανισμού του, γιατί αντιλαμβάνεται κάθε συντελεσμένη μορφή μέσα στη ροή της κίνησης, επομένως την αντιλαμβάνεται και από την παροδική της πλευρά, γιατί τίποτε δεν μπορεί να της επιβληθεί και γιατί στην ουσία της είναι κριτική και επαναστατική»[5]. Η διαλεκτική δεν είναι μόνο ερμηνεία, αλλά και προσανατολισμός στη δράση, δεν είναι μόνο φιλοσοφική ερμηνεία επιστημονικών γνώσεων, αλλά κυρίως κριτική της γνώσης. Η υλιστική διαλεκτική ως κατάλληλος τρόπος σκέψης για την ιστορία της επιστήμης και τη σύγχρονη ανάπτυξη της επιστήμης, δεν είναι πρωτίστως δικαίωση της υπάρχουσας γνώσης, παρ’ όλο που ταξινομείται στο υπάρχον κοσμοείδωλο. Είναι κριτική της γνώσης επειδή εφιστά την προσοχή στις μονομέρειες των μέχρι τώρα θεωριών που έχουν αναπτυχθεί, παίρνει πρωτοβουλίες για προσεγγίσεις που αφορούν στη διεύρυνσή τους και προκαλεί νέες γνώσεις με φιλοσοφικές υποθέσεις σχετικά με τη σημασία νέων τρόπων σκέψης.

Ο αναγκαίος επακριβής καθορισμός των διαλεκτικών σχέσεων και νόμων με το υλικό των επιστημών αποτελεί σημαντικό καθήκον της διαλεκτικής, χωρίς το οποίο δε μπορεί να αναπτυχθεί η φιλοσοφία. Για το λόγο αυτό οι ειδικοί σ’ αυτό τον τομέα είναι ανάγκη να ασχοληθούν με τα αποτελέσματα των ερευνών και των υποθέσεων, με την ιστορία και τη θεωρία των επιμέρους επιστημών και των επιστημονικών κλάδων. Αν όμως υπάρξουν υπερβολές, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στο να χαθεί από τον ορίζοντα η συνθετική πλευρά. Η περιγραφή όμως των γεγονότων και των αλληλοσυνδέσεών τους, αποτελεί μόνο το εμπειρικό υλικό της διαλεκτικής ανάλυσης. Μόνο μέσω της έρευνας των διαφορετικών διαρθρωτικών επιπέδων, τις βαθμίδες ανάπτυξης (εξέλιξης) και της γενετικής τους αλληλοσύνδεσης, μπορούν να βρεθούν τεκμηριωμένες γνώσεις σχετικά με τα κοινά τους σημεία. Αυτό είναι καθήκον της σύνθεσης, μέσω της οποίας υπάρχει η διαλεκτική ως επιστήμη.

Η υλιστική διαλεκτική χαρακτηρίζεται κυρίως από την ενότητα υλισμού και διαλεκτικής. Ο φιλοσοφικός υλισμός απαιτεί να αναγνωρίζονται τα γεγονότα στη δική τους αλληλοσύνδεση και όχι σε κάποια φανταστική. Δηλαδή, να αποκαλύπτονται οι μορφές της αντικειμενικής αλληλοσύνδεσης και η εμφάνιση του ποιοτικά νέου. Ο συνεπής υλισμός υποδηλώνει διαλεκτική γνώση. Η γνώση αυτή κατανοεί την υλική ενότητα του Κόσμου όχι ως ένα αλληλένδετο χάος από σχέσεις, όπου η γνώση ενός δομικού στοιχείου, είτε πρόκειται για ένα στερεό σώμα, είτε για έναν βιολογικό οργανισμό, θα ήταν τότε μόνο δυνατή, όταν ο Κόσμος είναι γνώσιμος ολόπλευρα. Μ’ αυτή την έννοια θα μπορούσε να κατανοηθεί μεν η θέση ότι όλα συνδέονται με όλα. Η γνώση όμως της αντικειμενικής αλληλοσύνδεσης των αντικειμένων και των προτσές λέει ότι δεν υπάρχει υλικός τομέας που να μη συνδέεται μέσω υλικών προτσές με άλλους τομείς.

Τι είναι επομένως υλιστική διαλεκτική; Τον γενικό ορισμό δίνει ο ίδιος ο Engels: Υλιστική διαλεκτική είναι η επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης και της εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης[6]. Ξεκινώντας από τη γνώση ότι η κίνηση είναι τρόπος ύπαρξης της ύλης, η υλιστική διαλεκτική συλλαμβάνει σε φιλοσοφική γενίκευση τις αντικειμενικές αλληλοσυνδέσεις και τους μετασχηματισμούς τους, την εμφάνιση νέων και την εξέλιξη νέων ποιοτήτων στη φύση, στη κοινωνία και στις υλικές βάσεις της συνείδησης, στο κοινωνικό και ατομικό προτσές της γνώσης, στις έννοιες και στις θεωρίες ως αποτέλεσμα της γνώσης. Στόχος της φιλοσοφικής γενίκευσης είναι να δώσει επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στα βασικά κοσμοθεωρητικά ζητήματα σχετικά με την προέλευση, τον τρόπο ύπαρξης και εξέλιξης του Κόσμου, για την πηγή της γνώσης μας, για τη θέση του ανθρώπου στον Κόσμο, για το νόημα της ζωής και το χαρακτήρα της κοινωνικής προόδου (κοσμοθεωρητική λειτουργία). Σύμφωνα με τη φιλοσοφική ανάλυση, οι νέες επιστημονικές γνώσεις χρησιμεύουν στην επιστημονική θεμελίωση των βασικών κοσμοθεωρητικών τοποθετήσεων που επηρεάζουν τη δράση των ανθρώπων σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των αξιών, των κινήτρων και της βούλησης (ιδεολογική λειτουργία). Για την ανάπτυξη της επιστήμης αποφασιστικό ρόλο ώθησης της γνώσης παίζει ο επακριβής καθορισμός των γενικών τοποθετήσεων της διαλεκτικής μέσω των επιστημονικο-ιστορικών ερευνών, των γνώσεων του πραγματικού προτσές έρευνας και των νέων επιστημονικών γνώσεων, όταν γίνεται επεξεργασία των φιλοσοφικών υποθέσεων σχετικά με τη μελλοντική συνεισφορά των επιστημών για την ανάπτυξη της φιλοσοφίας και ειδικά της υλιστικής διαλεκτικής (ευρετική λειτουργία). Η δημιουργική επεξεργασία της υλιστικής διαλεκτικής απαιτεί την ακριβή παρουσίαση των βασικών της αρχών με νέες επιστημονικές γνώσεις.


2. Η ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΥΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

Αντικείμενο της υλιστικής διαλεκτικής ως επιστήμης είναι η αντικειμενική διαλεκτική, δηλαδή η δομή, η αλλαγή και η εξέλιξη στη φύση και την κοινωνία, η υποκειμενική διαλεκτική, δηλαδή η δομή, η αλλαγή των εννοιών και των θεωριών και η διαλεκτική του προτσές της γνώσης, δηλαδή η δομή, η αλλαγή και η εξέλιξη του συστήματος των μεθόδων της γνώσης. Επειδή οι επιστήμες παρέχουν γνώσεις σ’ αυτά τα αντικείμενα, η υλιστική διαλεκτική πρέπει να τις αναπτύξει σε θεωρία με φιλοσοφική γενίκευση, μέσω επακριβώς καθορισμένων φιλοσοφικών διατυπώσεων και υποθέσεων αυτών των γνώσεων, ώστε να μπορέσει να γίνει αποτελεσματική μεθοδικά ως τρόπος σκέψης και μεθοδολογικά ως μεθοδολογία και κριτική των μεθόδων.

Στο ακόλουθο οργανόγραμμα παρουσιάζουμε τη δομή (διάρθρωση) της υλιστικής διαλεκτικής, το οποίο μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του ζητήματος που εξετάζουμε, αλλά και των αναλύσεων που θα ακολουθήσουν.

 

2.1. Αντικειμενική και υποκειμενική διαλεκτική

Η διαλεκτική αντίληψη περί ανάπτυξης (εξέλιξης) διατυπώθηκε σε ιδεαλιστική βάση από τον Hegel. Η διαλεκτική της ανθρώπινης νόησης, η λεγόμενη υποκειμενική διαλεκτική, τον οδήγησε πίσω στην αντικειμενική διαλεκτική. Με την έννοια αντικειμενική διαλεκτική, όμως, ο Hegel δεν κατανοούσε τη διαλεκτική του υλικού κόσμου, αλλά τη διαλεκτική του «απόλυτου πνεύματος», μια έννοια συνώνυμη με τον «Θεό». Σύμφωνα με την ουσία της, ο Hegel αντιλαμβανόταν τη διαλεκτική ως διαλεκτική του πνεύματος, συνδεδεμένη πάντα με το πνευματικό. Αντίθετα, οι Marx και Engels συνέλαβαν τη διαλεκτική της νόησης υλιστικά, ως αντανάκλαση της διαλεκτικής κίνησης του πραγματικού κόσμου, της αιώνια κινούμενης ύλης. Η αντικειμενική διαλεκτική υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από την αντανάκλασή της στην ανθρώπινη συνείδηση ως διαλεκτική των μορφών κίνησης της ύλης, συμπεριλαμβανομένου της ανθρώπινης κοινωνίας. Αυτή είναι η θέση της υλιστικής διαλεκτικής, η οποία είναι ασυμβίβαστη με τις αντιεπιστημονικές, ιδεαλιστικές εικασίες. 

Σε σύγκριση με την αντικειμενική διαλεκτική, η υποκειμενική διαλεκτική, είναι επομένως και διαλεκτική θεωρίας και μεθόδου, το δευτερεύων, αυτό που έχει αναχθεί. Μολαταύτα, η διαλεκτική σκέψη δεν πρέπει να κατανοηθεί ως μια παθητική μηχανιστική απεικόνιση. Αυτή έχει μια σχετική αυτονομία, λαμβάνει επίσης χώρα σύμφωνα με ειδικούς νόμους της νόησης. 

Στηριγμένοι στις νέες γνώσεις των φυσικών επιστημών της εποχής τους οι Marx και Engels αντέκρουσαν την αντίληψη, σύμφωνα με την οποία στη φύση δεν υπάρχει διαλεκτική εξέλιξη: «Η φύση», γράφει ο Engels, «είναι η δοκιμή της διαλεκτικής και πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες έδωσαν για τη δοκιμή αυτή ένα εξαιρετικά πλούσιο υλικό, το οποίο συσσωρεύεται καθημερινά, και έχει αποδείξει μ’ αυτό τον τρόπο ότι η φύση, σε τελευταία ανάλυση, οι διαδικασίες είναι διαλεκτικές και όχι μεταφυσικές»[7]. Το έργο του Engels «Αντι-Ντίρινγκ», το χειρόγραφό του «Διαλεκτική της φύσης» καθώς και η αλληλογραφία των Marx και Engels μαρτυρούν με πόση προσοχή παρακολουθούσαν και μελετούσαν την εξέλιξη των φυσικών επιστημών και τα εκπληκτικά αποτελέσματά τους –για παράδειγμα την ανακάλυψη του κυττάρου, τη μετατροπή της ενέργειας και τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης- ως «δοκιμή της διαλεκτικής». Το έργο τους συνεχίστηκε από τον Lenin, ο οποίος γενίκευσε τα φυσικο-επιστημονικά αποτελέσματα που προέκυψαν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, όπως για παράδειγμα την ανακάλυψη της ραδιενέργειας, των ηλεκτρονίων, των ηλεκτρικών πεδίων, της μετατροπής της ενέργειας κτλ. Τόσο οι ανακαλύψεις αυτές όσο και άλλες που ακολούθησαν –όπως για παράδειγμα η κβαντική μηχανική, η ειδική και η γενική θεωρία της σχετικότητας, οι πρόοδοι στην αστρονομία και τη μοριακή γενετική κ.α.- επιβεβαιώνουν την εκτίμηση του Engels: «Η λεγόμενη αντικειμενική διαλεκτική δεσπόζει σ’ ολόκληρη τη φύση και η λεγόμενη υποκειμενική διαλεκτική, η διαλεκτική σκέψη, είναι απλώς η αντανάκλαση της κίνησης που συντελείται με αντιθέσεις, που βεβαιώνεται παντού μέσα στη φύση και η οποία, με την αδιάκοπη πάλη των αντιθέτων και την τελική μετατροπή του ενός στο άλλο ή σε ανώτερες μορφές, καθορίζει τη ζωή της φύσης»[8].

Είναι ακόμη αναγκαίο να σημειώσουμε, ότι η ουσία της διαλεκτικής αντίληψης περί ανάπτυξης (εξέλιξης) εκφράζεται στους τρεις βασικούς νόμους της διαλεκτικής: 1. Στο νόμο της ενότητας και της «πάλης» των αντιθέτων, σύμφωνα με τον οποίο κινητήρια δύναμη κάθε κίνησης και ανάπτυξης είναι οι ενυπάρχουσες στα πράγματα διαλεκτικές αντιθέσεις. 2. Στο νόμο της μετατροπής των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές (και αντίστροφα), ο οποίος κατανοεί την ανάπτυξη όχι ως απλή ποσοτική αλλαγή, αλλά ως ενότητα ποσότητας και ποιότητας, εξέλιξης και επανάστασης, συνέχειας και ασυνέχειας στην ανάπτυξη. 3. Στο νόμο της άρνησης της άρνησης, σύμφωνα με τον οποίο η ανάπτυξη (εξέλιξη) είναι υψηλότερη ανάπτυξη, ότι δεν είναι απλή καταστροφή του παλιού, αλλά ένα προτσές διαλεκτικών αρνήσεων, στις οποίες γίνεται υπέρβαση των παλιών σταδίων / φάσεων, ταυτόχρονα όμως διατηρούνται οι θετικές και ικανές προς ανάπτυξη πλευρές τους. Η διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης βρίσκεται σε αντίθεση με τη μεταφυσική αντίληψη της εξέλιξης, σύμφωνα με την οποία η αυτοκίνηση παραμένει στη σκιά και/ή η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης μεταφέρεται προς τα έξω («Θεός»), όπου η εξέλιξη θεωρείται ως ποσοτική μείωση ή αύξηση, ως απλή επανάληψη σταδίων / φάσεων που έχουν διανυθεί.

Οι τρεις βασικοί νόμοι της υλιστικής διαλεκτικής συμπληρώνονται από τις κατηγορίες της διαλεκτικής αλληλοσύνδεσης, όπως, ουσία και φαινόμενο, δυνατότητα και πραγματικότητα, αναγκαιότητα και τυχαίο, περιεχόμενο και μορφή κτλ.

Η αποσαφήνιση της σχέσης μεταξύ αντικειμενικής και υποκειμενικής διαλεκτικής είναι θεμελιώδους σημασίας για τη μαρξιστική φιλοσοφία, καθώς και για την πάλη ενάντια στη διαστρεβλωμένη παρουσίαση της υλιστικής διαλεκτικής από διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα. Εκπρόσωποι του υπαρξισμού για παράδειγμα, όπως ο Jean-Paul Sartre, καθώς και της Σχολής της Φρανκφούρτης, όπως ο Theodor Adorno και ο Alfred Schmidt, ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει αντικειμενική διαλεκτική της φύσης. Η διαλεκτική, κατά την άποψή τους, προϋποθέτει ένα δραστήριο υποκείμενο και για το λόγο αυτό μπορεί να γίνει λόγος μόνο για διαλεκτική στην αλληλεπίδραση αντικειμένου και υποκειμένου. Επειδή στη φύση δεν υπάρχει υποκείμενο, η μαρξιστική αντίληψη περί διαλεκτικής της φύσης είναι κατά την άποψή τους εσφαλμένη. Ο Sartre χαρακτήρισε σ’ αυτό το πλαίσιο την έννοια της ιστορίας της φύσης ως παράλογη.

Σ’ αυτή την συρρίκνωση της διαλεκτικής στην επίδραση υποκειμένου και αντικειμένου, πρόκειται για μια αναθεώρηση του μαρξισμού, για μια επίθεση στις βασικές υλιστικές θέσεις του. Με την άρνηση της διαλεκτικής της φύσης επιχειρείται ταυτόχρονα μια αντιπαράθεση μεταξύ φυσικών και κοινωνικών επιστημών.


2.1.1. Διαλεκτική της φύσης

Όπως φαίνεται και στο πιο πάνω οργανόγραμμα, η αντικειμενική διαλεκτική περιλαμβάνει τη διαλεκτικής της φύσης και τη διαλεκτική της κοινωνίας. Ας δούμε κάπως συμπυκνωμένα τη διαλεκτική της φύσης.

Σύμφωνα με τον Engels:«Σ’ αυτή την ανακεφαλαίωση των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών, ο αυτονόητος σκοπός ήταν να πείσω τον εαυτό μου και σε κάθε λεπτομέρεια –γενικά δεν αμφέβαλλα καθόλου- ότι, στη φύση, επιβάλλονται οι ίδιοι διαλεκτικοί νόμοι της κίνησης, μέσα στο μπέρδεμα των αναρίθμητων  αλλαγών, οι οποίοι ελέγχουν και στην ιστορία το φαινομενικά τυχαίο των γεγονότων. Είναι οι ίδιοι νόμοι, σύμφωνα με τους οποίους βαθμιαία ο σκεπτόμενος άνθρωπος φτάνει στη συνείδηση και που αποτελούν, και στην ιστορία της εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης, το διατρέχον νήμα. Οι ίδιοι νόμοι, που ο Χέγκελ για πρώτη φορά ανέπτυξε ολόπλευρα, αλλά σε μυστικιστική μορφή. Μία από τις επιδιώξεις μας, ήταν να βγάλουμε τους νόμους αυτούς από το μυστικιστικό περίβλημά τους και να τους βάλουμε καθαρά στη συνείδηση μ’ όλη την απλότητα και γενική ισχύ τους»[9]. Κατ’ αυτό τον τρόπο σκιαγραφήθηκε με σαφήνεια η θέση της διαλεκτικής της φύσης μέσα στη μαρξιστική φιλοσοφία: Από την προϋπόθεση αφενός, των φιλοσοφικών βάσεων που διατυπώθηκαν από το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό και, αφετέρου, από τις γνώσεις που προσκόμισαν / προσκομίζουν οι φυσικές και τεχνικές επιστήμες, η διαλεκτική της φύσης πρέπει να συλλάβει και να προσδιορίσει ότι, και με ποιο τρόπο, η αντικειμενική διαλεκτική θα προσλάβει τις εμπειρικές επιστήμες και θα τις εκφράσει θεωρητικά. Μ’ αυτή της την εργασία προσφέρει την φιλοσοφική εικόνα για τη φύση ως συστατικό στοιχείο της κοσμοθεωρίας.

Πρέπει να τονιστεί ότι η αντανάκλαση της αντικειμενικής διαλεκτικής της φύσης προϋποτίθεται από τις επιμέρους επιστήμες σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, όπως και αντίστροφα, το γεγονός ότι τα θεωρητικά συστήματα αυτών των επιστημών δεν αποτελούν άμεσα τη μορφή εμφάνισης της υποκειμενικής διαλεκτικής! Διαφορετικά ειπωμένο: οι θεωρίες των φυσικών επιστημών εμπεριέχουν ασφαλώς τους προσδιορισμούς της διαλεκτικής της φύσης, δεν είναι όμως η απεικόνισή τους καθ’ εαυτή και δι’ εαυτή. Πολύ περισσότερο, πρέπει να γίνει επεξεργασία τους ως υπάρχον εμπειρικό υλικό με την εφαρμογή των θεωρητικών αρχών του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού. Τα συμπεράσματα της υλιστικής διαλεκτικής της φύσης δεν προκύπτουν ως συνέπεια της θεώρησης των προτάσεων των φυσικών επιστημών, αλλά ως συνέπεια της φιλοσοφικής τους επεξεργασίας στο πλαίσιο της κοσμοθεωρίας της εργατικής τάξης[10]. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σ’ αυτό το πλαίσιο βέβαιο είναι ένα πράγμα: Είναι αδύνατο να αναπτυχθεί η διαλεκτική της φύσης ανεξάρτητα από τις επιμέρους φυσικές και τεχνικές επιστήμες.


2.1.2. Διαλεκτική της κοινωνίας

Θα ξεκινήσουμε με μια γενική τοποθέτηση.

Τα ανθρώπινα άτομα αναπτύσσονται στο κοινωνικό τους περιβάλλον. Το ξεχωριστό άτομο μπορεί να καθορίσει και να αλλάξει πολλά στον κοινωνικό του περίγυρο. Ωστόσο, αυτό ισχύει υπό συγκεκριμένες συνθήκες και συγκεκριμένους κανόνες, όπου όμως κατά κανόνα δεν έχει άμεση πρόσβαση. Τέτοιου είδους συνθήκες και κανόνες αλλάζουν στη πάροδο του χρόνου. Εκείνο που δεν αλλάζει είναι αυτό που διαφοροποιεί την ανθρώπινη ζωή από τη ζωή των άλλων έμβιων οργανισμών, αυτό που αποτελεί την ιδιαίτερη ποιότητά τους: Οι άνθρωποι δεν παράγουν πράγματα μόνο για την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών τους, αλλά αναπαράγουν συνειδητά τις ίδιες συνθήκες παραγωγής. Ένα ανθρώπινο άτομο ικανοποιεί τις δικές του ανάγκες μέσω της συμμετοχής του στη κοινωνική παραγωγή. Η παραγωγή αυτή δεν λαμβάνει χώρα μόνο σ’ ένα κοινωνικό, κοινό πλαίσιο, ως άμεση συνέπεια μεταξύ αλληλεπίδρασης και συνεργασίας ανάμεσα στα άτομα, αλλά διαμεσολαβημένα μέσω της συνειδητής, προνοητικής κατοχής / διάθεσης των κοινών όρων ζωής με τη συλλογική εργασία.

Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ κοινωνικών και ατομικά συνεργατικών σχέσεων, βρίσκεται στο ότι η ατομικά συνεργατική δράση αφήνει αμετάβλητες τις κοινωνικές συνθήκες, ενόσω η κοινωνική δράση προϋποθέτει την κοινωνία πάντα ως μεταβαλλόμενη και διαμορφώσιμη. Η μεταβλητότητα των συνθηκών για κοινωνική δράση φαίνεται στις κοινωνικές ανατροπές που λαμβάνουν χώρα στους διάφορους κοινωνικούς σχηματισμούς και στους διάφορους πολιτισμούς. Ο ορίζοντας της τυπικά ανθρώπινης δράσης, σε αντίθεση με όλες τις δραστηριότητες των ζώων, περιλαμβάνει πάντα την μεταβλητότητα των κοινωνικών συνθηκών, κάτι που μολαταύτα δεν είναι εμφανής υπό συγκεκριμένες περιορισμένες συνθήκες. Οι κοινωνικές δομές και συνθήκες που επικρατούν στον καπιταλισμό, καθιστούν δύσκολη την αναγνώριση της μεταβλητότητας των (κοινωνικών) συνθηκών. Η ανθρώπινη επίδραση εμφανίζεται περιορισμένη στην επικοινωνία και στη συνεργασία και ο συνολικός κοινωνικός ορίζοντας σβήνει.

Η κοινωνικότητα βασίζεται στις υπερ-ατομικές σχέσεις, οι οποίες εμφανίζονται ως κοινή υποδομή, ως κοινό μέσο. Η κοινωνία δεν είναι τίποτα έξω από την ανθρώπινη δράση. Αυτή δημιουργείται μέσω της ανθρώπινης δράσης και παράγεται κάθε μέρα και κάθε ώρα μόνο μέσω αυτής. Παρ’ όλα αυτά, αυτή θέτει επίσης όρους στην ανθρώπινη δράση, έτσι που τα άτομα τείνουν να δρουν με τέτοιο τρόπο, που η υπάρχουσα μορφή της κοινωνικότητας να αναπαράγεται διαρκώς. Οι άνθρωποι παράγουν τους κοινωνικούς όρους της ζωής τους και ταυτόχρονα υπάρχουν κάτω από αυτούς. Η διαλεκτική αυτή δε μπορεί να αρθεί και δε μπορεί να απλοποιηθεί μόνο προς τη μια πλευρά: ούτε με αντιλήψεις οι οποίες αποδέχονται ότι οι άνθρωποι είναι «διαμορφωμένοι» κατά τέτοιο τρόπο που δε μπορούν να αλλάξουν από την κοινωνία τους, ούτε από βολονταριστικές αντιλήψεις οι οποίες υπερτονίζουν τη βούληση των ανθρώπων η οποία μπορεί να «σπάσει» το συγκεκριμένο πλαίσιο. Εδώ, κάθε κοινωνική μορφή έχει τη δική της αυτοδυναμική, αυτονομείται απέναντι στις άμεσες επιδράσεις των ανθρώπων και για τη συνειδητή επαναστατικοποίησή της και/ή τη διαμόρφωσή της απαιτεί ιδιαίτερες προσπάθειες, οι οποίες επηρεάζουν αυτή την αυτοδυναμική. Αυτή η αυτοδυναμική δικαιολογεί την εξέταση της κοινωνίας ως μια ενότητα, δηλαδή ένα όλο, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύστημα.

Η υλιστική διαλεκτική θεωρεί το ξεχωριστό άτομο ως προϊόν κοινωνικών σχέσεων. Δεν υπάρχουν άνθρωποι χωρίς ή έξω από την κοινωνικοποίηση. Η κοινωνικοποίηση όμως, μπορεί να πάρει μορφές, στις οποίες τα άτομα σε βασικούς τομείς της ζωής (όπως στην επεξεργασία των βάσεων της ικανοποίησης των αναγκών τους, στην οικονομία), (πρέπει) να συμπεριφέρονται μεταξύ τους μεμονωμένα. Γι’ αυτό ο Marx ξεκινά απ’ το ότι και το ξεχωριστό άτομο και ο συγκεκριμένος / ξεχωριστός άνθρωπος είναι άνθρωπος μέσω της κοινωνικότητάς του και ότι το άτομο και η κοινωνία δεν είναι πράγματα που βρίσκονται μεταξύ τους σε μια εξωτερική σχέση. «Πάνω απ’ όλα είναι απαραίτητο ν’ αποφύγουμε να προσδιορίσουμε ξανά την “κοινωνία” σαν μια αφαίρεση αντίκρυ στο άτομο»[11]. Η κοινωνία δεν είναι ένα σύνολο αξεχώριστων στοιχείων, αλλά βασίζεται πάνω σε διαφορές: «Η ένωση ανθρώπων με ανθρώπους, η έννοια του ανθρώπινου είδους κατεβασμένη από τον ουρανό της αφαίρεσης πάνω στην πραγματική Γη, δεν είναι άλλη παρά η έννοια της κοινωνίας!»[12]. Ο τρόπος με τον οποίο επιδρά αυτή η διαφορετικότητα για τα άτομα και την κοινωνία, ποικίλει σημαντικά στις διάφορες μορφές κοινωνίας. Από τότε που ξεκίνησαν οι πατριαρχικές καθώς και άλλες μορφές κυριαρχίας, ιδιαίτερα των ταξικών κοινωνιών, από τη διαφορετικότητα προέκυψε μια ιεραρχική ανωτερότητα και κατωτερότητα.

* * *

Η διαλεκτική της φύσης και η διαλεκτική της κοινωνίας στην αδιάσπαστη ενότητά τους διαφοροποιούνται ταυτόχρονα ως ποιοτικοί τρόποι εμφάνισης της αντικειμενικής διαλεκτικής. Ασφαλώς, η διαλεκτική της κοινωνίας δεν αποτελεί μια ξεχωριστή διαλεκτική, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή της αντικειμενικής διαλεκτικής, συνδεδεμένη με τις ποιοτικά νέες συνθήκες της κοινωνικής μορφής κίνησης της ύλης.

Η αντικειμενική διαλεκτική της κοινωνίας (συμπεριλαμβανομένου της διαλεκτικής της ιστορίας) υπάρχει και επιδρά σε όλη την ιστορική ανάπτυξη της κοινωνίας, σε κάθε, όμως, κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, με την εκάστοτε ιδιαίτερη συγκεκριμένη-ιστορική μορφή. Το γενικό δεν υπάρχει σε καθαρή μορφή, δι’ εαυτού, αλλά διαμεσολαβείται πάντα μέσω του μερικού (ειδικού) και του ενικού (ατομικού). Αυτή η εκάστοτε μορφή ύπαρξης της γενικής διαλεκτικής της κοινωνίας συνδέεται με τις ειδικές υλικές συνθήκες ύπαρξης του δοσμένου κοινωνικού σχηματισμού και τον κατ’ αυτό τον τρόπο συγκεκριμένο τύπο αλληλεπίδρασης μεταξύ του ιστορικού υποκειμένου και των αντικειμενικών συνθηκών. Ο Lenin γράφει: «… για τον Μαρξ η διαλεκτική της αστικής κοινωνίας είναι μόνο μια ειδική περίπτωση της διαλεκτικής»[13]. Μ’ αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι κάθε κοινωνικός σχηματισμός έχει την ειδική του διαλεκτική, όπου εδώ, αυτή η εκάστοτε ειδική διαλεκτική αποτελεί απλά μια ιδιαίτερη συγκεκριμένη-ιστορική έκφραση της αντικειμενικής διαλεκτικής της κοινωνίας.

Η διαπίστωση αυτή έχει μεγάλη μεθοδολογική σημασία. Από δω προκύπτει η απαίτηση, ότι δε μπορεί να αναχθεί επαγωγικά η συγκεκριμένη-ιστορική διαλεκτική ενός κοινωνικού σχηματισμού, αλλά πρέπει να εξερευνηθεί στο πραγματικό προτσές ανάπτυξης (εξέλιξης) της συγκεκριμένης κοινωνίας, να αποκαλυφθεί μέσα σ’ αυτήν και να αναχθεί από αυτήν. Από αυτή τη διαπίστωση προκύπτει παραπέρα, ότι η αντικειμενική διαλεκτική της κοινωνίας αλλάζει στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης της κοινωνίας, της διαδοχής των κοινωνικών σχηματισμών, εμπλουτίζεται και παίρνει νέα χαρακτηριστικά. Άλλη για παράδειγμα είναι η διαλεκτική του καπιταλισμού και άλλη του σοσιαλισμού ως πρώτης φάσης ανάπτυξης του κομμουνιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Μολαταύτα, εδώ πρέπει να τονιστεί, ότι η διαλεκτική του σοσιαλισμού εμπεριέχει ήδη χαρακτηριστικά, τα οποία οδηγούν έξω από τη σοσιαλιστική φάση, προς την κομμουνιστική, δηλαδή, εμπεριέχει τάσεις που είναι χαρακτηριστικές για όλο τον κομμουνιστικό κοινωνικό σχηματισμό.

* * *

Από αυτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, μπορούμε τώρα να προσδιορίσουμε το αντικείμενο της διαλεκτικής της κοινωνίας. Σ’ αυτό περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: Η διαλεκτική παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, η διαλεκτική βάσης και εποικοδομήματος, η διαλεκτική αλληλεπίδραση αντικειμενικού και υποκειμενικού, αντικειμενικών συνθηκών και υποκειμενικών παραγόντων του ιστορικού προτσές, οι διαλεκτικές σχέσεις αλληλεπίδρασης και οι αλληλεπιδράσεις των σφαιρών, των τομέων και των στοιχείων του συστήματος, η δομή του συστήματος, οι πηγές και οι κινητήριες δυνάμεις της προόδου (μεταξύ άλλων, η σχέση υλικών και ιδεολογικών κινητήριων δυνάμεων), η διαλεκτική ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και ανάπτυξης της προσωπικότητας, το πρόβλημα των διαλεκτικών αντιφάσεων ενός δοσμένου συστήματος, η διαλεκτική αλληλεπίδραση εθνικού-διεθνικού, η διαλεκτική αλληλεπίδραση καπιταλισμού-σοσιαλισμού κ.α.


2.1.3. Τυπική λογική

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η υποκειμενική διαλεκτική περιλαμβάνει την τυπική λογική και τη διαλεκτική λογική. Εδώ θα σταθούμε περισσότερο στην τυπική λογική, κι αυτό γιατί, ενώ η τυπική λογική προέκυψε ουσιαστικά ως επιστημονικός κλάδος μέσα στη φιλοσοφία, δεν της δόθηκε η πρέπουσα σημασία, ούτε από πολλούς μαρξιστές φιλοσόφους, παρ’ όλο που με τη σύγχρονη μορφή της βρίσκει εφαρμογή έξω από τη φιλοσοφία, κυρίως στα μαθηματικά και στις τεχνικές επιστήμες, όπως για παράδειγμα στην ηλεκτρονική, την πληροφορική, την τεχνική αυτοματισμού και ελέγχου, τη ρομποτική. 

Οι αρχικά πολύ μικρές τεχνικές δυνατότητες εφαρμογών συγκεκριμένων στοιχειωδών τομέων αυτής της λογικής, οδήγησαν σε μια ανάπτυξη, η οποία δεν έδωσε μόνο αρκετή ώθηση στις τεχνικές επιστήμες, αλλά έφερε ουσιαστικά οφέλη και στην ίδια την τυπική λογική. Έχει καταστεί επίσης σαφές, ότι η λεπτομερής μελέτη των δυνατοτήτων εφαρμογής αυτής της λογικής στη σύγχρονη τεχνική, έχει δώσει μια πληθώρα τεχνικών προοπτικών.

Η εξέλιξη αυτή προκαλεί αρχικά έκπληξη για τις τεχνικές επιστήμες και τους μηχανικούς, οι οποίοι κάνουν πράξη αυτών των γνώσεων, γιατί φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι η φιλοσοφία διείσδυσε στο πεδίο δραστηριότητάς τους.

Τα φιλοσοφικά ζητήματα που εμφανίστηκαν στην τυπική λογική στη πορεία της ιστορίας της και που δε μπόρεσαν να αντιμετωπιστούν από την παραδεδομένη φιλοσοφία, έχουν απαντηθεί ήδη επαρκώς επιστημονικά από τον διαλεκτικό υλισμό.

Είναι ανάγκη να επισημάνουμε ότι οι νόμοι της τυπικής λογικής δεν είναι νόμοι της πραγματικότητας. Δεν είναι όμως και ανεξάρτητοι από την πραγματικότητα, αλλά αποτελούν νόμους της νόησης που έχουν τις ρίζες τους στους νόμους του Είναι. Η τυπική λογική εξετάζει τη νόηση απομονωμένα από άλλους παράγοντες. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι λειτουργικές σχέσεις της νόησης, που εξετάζει η τυπική λογική, υπάρχουν ανεξάρτητα από την αντικειμενική πραγματικότητα. Το αντίθετο, η νόηση και, επομένως, οι νόμοι της νόησης, έχουν την προέλευσή τους στην εργασία του ανθρώπου. Ζητήματα, όμως, σχετικά με την προέλευση της νόησης και των νόμων της αποτελούν αντικείμενο της γνωσιοθεωρίας και όχι της τυπικής λογικής.

Η τυπική λογική παίρνει τη νόηση ως δεδομένη. Εδώ, εξετάζει τις λειτουργικές σχέσεις μεταξύ νοητικών μορφών, όπως, προτάσεις, κανόνες, ερωτήματα ή εκτιμήσεις αφενός, και αφετέρου, τις αιτιολογήσεις τους. Ως κανόνες ταξινόμησης (συναρτήσεις) χρησιμοποιούνται νοητικά εγχειρήματα τα οποία έχουν συνδετικό, συγκριτικό, επαγωγικό ή αρνητικό χαρακτήρα, όπως, ο σύνδεσμος ή η διάζευξη, η ισοδυναμία, το συμπέρασμα, η άρνηση κ.α. Για τις νοητικές μορφές, οι οποίες τίθενται μεταξύ τους σε μια λειτουργική σχέση, για οποιοδήποτε συνδυασμό του πεδίου ορισμού τους καθορίζεται μια συγκεκριμένη τιμή της συνάρτησης. Την τυπική λογική την ενδιαφέρουν κυρίως οι τιμές συναρτήσεων, όπου οποιοδήποτε πεδίο ορισμού των μεμονωμένων νοητικών μορφών δίνουν πάντα αποτέλεσμα «αληθές» ή «ψευδές».

Ας δούμε εν συντομία τους τρεις βασικούς νόμους νόησης της τυπικής λογικής. 1. Νόμος της ταυτότητας (Α = Α). Δηλαδή, κάθε έννοια πρέπει να είναι ταυτόσημη σαν με τον εαυτό της. π.χ. «Το δένδρο είναι δένδρο». 2. Νόμος της αντίφασης (αν το Α είναι Α, το Α δε μπορεί να είναι ταυτόχρονα και Α και μη-Α). Δηλαδή, δύο κρίσεις από τις οποίες η μια επιβεβαιώνει κάτι για το αντικείμενο και η άλλη αρνείται αυτό το ίδιο, δε μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές. π.χ. Όταν διατυπώνεται η πρόταση «Ο Όλυμπος είναι ψηλό βουνό», δε μπορεί να διατυπωθεί ταυτόχρονα η κρίση ότι «Ο Όλυμπος είναι χαμηλό βουνό». 3. Νόμος τής του τρίτου αποκλίσεως ή νόμος του αποκλειόμενου μέσου (το Α είναι ή Α ή μη-Α). Δηλαδή, δύο κρίσεις από τις οποίες η μία βεβαιώνει κάτι και η άλλη το αρνείται, αληθής μπορεί να είναι είτε η μια είτε η άλλη, τρίτη αποκλείεται. π.χ. «Ο Αριστοτέλης είναι είτε θνητός είτε μη-θνητός».

* * *

Θα θέλαμε στη συνέχεια να σταθούμε συνοπτικά σε ένα ακόμη ζήτημα: Πως μπορεί να σκέφτεται κάποιος λογικά χωρίς να έχει γνώσεις από την επιστήμη της λογικής; Είναι γνωστό ότι ένας άνθρωπος κατά τη διάρκεια της ζωής του δε μπορεί να κληρονομήσει την ικανότητα λογικής σκέψης. Μπορεί μόνο να την αναπτύξει, να την αξιοποιήσει καλά ή άσχημα. Απ’ την άλλη μεριά οι σκέψεις δεν είναι κληρονομικές, δε μπορούμε να τις μεταδώσουμε κληρονομικά σε άλλους. Μπορούμε να τις μεταδώσουμε μέσω του γραπτού λόγου στους απογόνους μας, όχι όμως μέσω της βιολογικής κληρονομικότητας.

Η νευροφυσιολογία έχει αποκαλύψει ότι οι νευρώνες του εγκεφάλου μας παρουσιάζουν ένα κύκλωμα, όπως αυτό που υπάρχει περίπου σε ηλεκτρονικά κυκλώματα. Η λογική σκέψη μας έχει, επομένως, μια νευροφυσιολογική βάση, η οποία βασίζεται στις ίδιες (περίπου) αρχές που χρησιμοποιούμε όταν εφαρμόζουμε τη λογική προτάσεων σε ηλεκτρονικά συστήματα. Αυτό είναι ήδη γνωστό από τις εργασίες του Warren McCulloch (1943). Αυτό όμως το σύστημα σύνδεσης των νευρώνων δεν είναι κληρονομικό. Ο παλιός εμπειρισμός, που δε γνώριζε αυτά τα γεγονότα, απέτυχε να ερμηνεύσει φιλοσοφικά την τυπική λογική. Η λογική με την έννοια του Kant, για παράδειγμα, δεν είναι μεν απόλυτα απριοριστική, είναι όμως απριοριστική για το ξεχωριστό άτομο, είναι δοσμένη στο ξεχωριστό άτομο πριν από κάθε εμπειρία. Τα έμβια όντα στο προτσές της ανθρωπογένεσης, στη πάροδο περίπου 2,5 εκατομμυρίων ετών, προσαρμόστηκαν στο περιβάλλον τους και αναπτύχθηκαν παραπέρα, με το να βελτιώνουν όλο και περισσότερο αυτή την προσαρμογή τους. Όσο πιο υψηλά ανέβαιναν στην κλίμακα τής όλο και πιο περίπλοκης οργάνωσης, τόσο περισσότερο η προσαρμογή τους μετασχηματίζονταν κυρίως σε μια προσαρμογή του κεντρικού νευρικού τους συστήματος προς το περιβάλλον. Στον άνθρωπο αυτή η προσαρμογή έχει φθάσει μέχρι σήμερα σε ένα μάξιμουμ. Ο άνθρωπος προσαρμόζεται στο περιβάλλον του ουσιαστικά, με το να το αντιμετωπίζει νοητικά, και πάνω σ’ αυτή τη βάση να κατασκευάζει εργαλεία, τεχνητά όργανα. Η λογική εδώ παίζει σημαντικό ρόλο, στο βαθμό που οι πλευρές της πραγματικότητας, στις οποίες είναι κατάλληλες, αποτυπώνουν ουσιαστικά αυτή την πραγματικότητα και, μάλιστα, αποτελούν τη δομή της –ή για να μιλήσουμε τεχνικά- το γενικό τους δίκτυο. Ο μηχανισμός της λογικής σκέψης, το δίκτυο νευρώνων του εγκεφάλου μας, υπάρχει ήδη αρχικά και στα υψηλότερα ζώα, όμως στο μάξιμουμ ολοκληρώθηκε μόνο στον άνθρωπο. Αυτός όμως ο μηχανισμός κληρονομείται από γενιά σε γενιά. Επομένως, δεν είναι η λογική σκέψη αυτή που κληρονομείται, αλλά ο μηχανισμός που είναι αναγκαίος για να σκεφτόμαστε λογικά, η ικανότητα για λογική σκέψη.


2.1.4. Διαλεκτική λογική

Ήδη έχουμε κάνει κάποιες αναφορές στη διαλεκτική λογική. Εδώ θα δώσουμε κάπως συμπυκνωμένα ορισμένα από τα κύρια στοιχεία της. 

Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα, που έχουμε ήδη επισημάνει, της διαλεκτικής λογικής σε σχέση με την τυπική λογική, είναι ότι εισάγει στη νόηση την ιδέα της ανάπτυξης, της αλλαγής.

Η διαλεκτική λογική στηρίζεται στα θεμέλια της γνωσιοθεωρίας, της θεωρίας της αντανάκλασης. Το βασικό της πρόβλημα βρίσκεται στο να δείξει πως μπορεί να εκφραστεί η αντικειμενική υπάρχουσα κίνηση στη λογική των εννοιών, των κατηγοριών, των κρίσεων, των συλλογισμών κτλ.

Η διαλεκτική λογική στηρίζεται στους νόμους της ανάπτυξης, της αλλαγής και τέτοιοι νόμοι είναι οι πιο γενικοί νόμοι της υλιστικής διαλεκτικής καθώς και οι κατηγορίες της υλιστικής διαλεκτικής. Αναφερόμαστε εδώ στο νόμο της ενότητας και της «πάλης» των αντιθέτων, στο νόμο του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές και στο νόμο της άρνησης της άρνησης, καθώς και σε μια σειρά κατηγορίες, όπως, δυνατότητα και πραγματικότητα, αναγκαιότητα και τυχαίο, μορφή και περιεχόμενο κτλ.


Οριοθέτηση τυπικής και διαλεκτικής λογικής

Πως μπορούν όμως να οριοθετηθούν μεταξύ τους η τυπική λογική και η διαλεκτική λογική μέσα στην υποκειμενική λογική; 

Οι νόμοι της παραδεδομένης λογικής, δηλαδή τα λεγόμενα λογικά αξιώματα, οι νόμοι του συλλογισμού και γενικά όλο το σχετικά μικρό απόθεμα λογικών νομοτελειών που παρουσίασε αυτή η μορφή της λογικής, όπως επίσης και η μεγάλη αφθονία σχέσεων που επεξεργάστηκε η σύγχρονη μαθηματική λογική, η οποία προέκυψε στα μέσα του 19ου αιώνα, ισχύει τότε μόνο, όταν οι έννοιες «αληθές» και «ψευδές», που αποτελούν τη βάση αυτών των νόμων, είναι ταυτόσημες με το απόλυτα αληθές και το απόλυτα ψευδές. Η διαλεκτική λογική, αντίθετα, είναι λογική σχετικών αληθειών κατώτερης τάξης που αναπτύσσονται σε σχετικές αλήθειες ανώτερης τάξης. Η τυπική λογική εμφανίζεται έτσι ως ειδική περίπτωση της διαλεκτικής λογικής, όπως περίπου η ευκλείδεια γεωμετρία αποτελεί ειδική περίπτωση της υπερβολικής γεωμετρίας, η νευτώνεια (κλασική) μηχανική αποτελεί ειδική περίπτωση της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας, η ειδική θεωρία της σχετικότητας αποτελεί ειδική περίπτωση της γενικής θεωρίας της σχετικότητας –για να αναφέρουμε εδώ τρία μόνο παραδείγματα. Η τυπική λογική ισχύει παντού, όπου οι προτάσεις μας είναι είτε απόλυτα αληθείς ή απόλυτα ψευδείς (π.χ. οι προτάσεις των μαθηματικών), είτε για συγκεκριμένους σκοπούς είναι επιτρεπτό να χειριζόμαστε τις προτάσεις μας σα να ήταν απολύτως αληθείς, εκεί δηλαδή όπου, σε τελική ανάλυση, το γεγονός ύπαρξης μιας μόνο σχετικής αλήθειας δεν είναι ανάγκη να ληφθεί υπόψη.

Αυτή η πλευρά της ειδικής περίπτωσης είναι εμφανής από πολλές απόψεις. Η τυπική λογική μπορεί να εργαστεί μόνο με αυστηρά οριοθετημένες έννοιες, οι οποίες ενώνονται μεταξύ τους με τις ανάλογες συμπληρωματικές έννοιες χωρίς να υπάρχει μετάβαση. Θα αντανακλούσε πλήρως την πραγματικότητα μόνο τότε, αν οι κατηγορίες πραγμάτων που υπάρχουν στην πραγματικότητα, ήταν οι ίδιες αυστηρά οριοθετημένες. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Στην πραγματικότητα υπάρχουν ρευστές μεταβάσεις, υπάρχει ανάπτυξη, αλλαγή. Η τυπική λογική μπορεί να συλλάβει την πραγματικότητα τότε μόνο, όταν κάνει αφαίρεση αυτών των στοιχείων, αυτών των στιγμών. Αυτά όμως είναι στοιχεία στα οποία η διαλεκτική λογική έχει το πεδίο δράσης της.


2.2. Γνωσιοθεωρία

Η γνωσιοθεωρία αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ αντικειμενικής και υποκειμενικής διαλεκτικής και μπορεί να εκφραστεί ως εξής:

Αντικειμενική ΔιαλεκτικήΓνωσιοθεωρίαΥποκειμενική Διαλεκτική

Η γνωσιοθεωρία[14] ασχολείται με τις συνθήκες, τα προτσές και τα αποτελέσματα της γνώσης, με τη σχέση απεικόνισης και αντικειμένου, καθώς και με το ζήτημα της αλήθειας. Μπορεί να λύνει τα προβλήματα που της τίθενται όταν λαμβάνει υπόψη της τη διαλεκτική του προτσές της γνώσης. Κατά την εξέταση της υλιστικής θέσης αναφορικά με τη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, γίνεται σαφής η διαλεκτική μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Ο φιλοσοφικός υλισμός μπορεί να είναι συνεπής και επιστημονικός τότε μόνο, όταν είναι διαλεκτικός, δηλαδή, όταν δεν επιτρέπει μονομέρειες, όταν εξετάζει την αλληλοσύνδεση, την αλλαγή και την ανάπτυξη. Αυτό ισχύει και για το προτσές της γνώσης, οι διαλεκτικές σχέσεις του οποίου στη γνωσιοθεωρία πρέπει να ερευνηθούν. Σημαντική θέση στη γνωσιοθεωρία έχει η προβληματική περί αλήθειας. 

Η διαλεκτική του προτσές της γνώσης είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τους ξεχωριστούς ανθρώπους. Η γνώση μπορεί να συλληφθεί ολόπλευρα, όταν από πριν τονιστούν οι ουσιαστικές σχέσεις, όταν αφαιρεθούν συγκεκριμένες πλευρές. Η διαλεκτική του προτσές της γνώσης, όμως, βρίσκεται στην ενότητα ανάλυσης και σύνθεσης, αφαίρεσης και του νοητικά-αναπαραχθέντος συγκεκριμένου, ουσίας και φαινομένου, ορθολογικής και αισθητηριακής γνώσης κτλ. Κατ’ αυτό τον τρόπο η γνώση προσαρμόζεται στην αντικειμενική διαλεκτική, την κάνει δυνατή. Η γνώση όμως της αντικειμενικής διαλεκτικής του προτσές της γνώσης και ο συνειδητός της συνυπολογισμός διευκολύνουν τη γνώση της υποκειμενικής διαλεκτικής.

Επειδή οι γνώσεις μας πρέπει να διατυπωθούν μέσω της αντικειμενικής διαλεκτικής, διευρυνόμενες μέσω των μεθόδων της γνώσης σε έννοιες, συμπεράσματα, θεωρίες, πρέπει επίσης να προσεχθεί η σχέση μεταξύ της διαλεκτικής των αντικειμενικών προτσές και της διαλεκτικής των απεικονίσεών τους. Η αντανάκλαση της αντικειμενικής διαλεκτικής της φύσης και της κοινωνίας στη νόηση είναι η υποκειμενική διαλεκτική. Επειδή εδώ πρόκειται για σχέση αντανάκλασης, γίνεται σαφές ότι πρέπει να συλληφθεί η διαλεκτική των εννοιών της αντικειμενικής διαλεκτικής, αν οι έννοιες αποτελούν απεικονίσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ενδιαφέρουσα εδώ είναι η διαπίστωση που αφορά στην αλήθεια, όταν πρόκειται για την αντανάκλαση των σχέσεων ενσωμάτωσης. Έτσι, οι μερικές γνώσεις είναι αληθείς όταν διατυπώνονται αφηρημένα και περιγράφεται η ισχύς των ορίων τους, η αλληλεσύνδεσή τους όμως σε μια θεωρία μέσω μιας συνολικής σύνθεσης μπορεί να προκαλέσει δυσκολίες.

Η φύση και η κοινωνία είναι γνώσιμες από τον άνθρωπο και τα αποτελέσματα του προτσές της γνώσης εκφράζονται σε έννοιες και θεωρίες. Σημαντικό εδώ είναι επίσης, ότι στο προτσές της γνώσης και οι ίδιες οι έννοιες και οι θεωρίες αποτελούν επίσης αντικείμενο επιστημονικών ερευνών. Έτσι, η σχέση μεταξύ περιεχομένων της συνείδησης και αντικειμενικής πραγματικότητας διαμεσολαβείται, όμως δεν αίρεται. Στόχος της γνώσης είναι τώρα να αποκαλυφθούν τέτοιες αλληλοσυνδέσεις, οι οποίες βοηθούν τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Αυτή η γνώση μπορεί να μεταδοθεί και δεν αφορά πάντα μόνο τη γνώση για τη φύση και την κοινωνία την ίδια, αλλά και τις μεθόδους της γνώσης, τα κίνητρα, το ερέθισμα για γνώση κτλ. Αυτή η υλιστική στάση απέναντι στο προτσές της γνώσης καθορίζει τη στάση απέναντι στη γνώση της διαλεκτικής. Η αντικειμενική διαλεκτική στη φύση και την κοινωνία πρέπει να ανακαλυφθεί καθώς και η διαλεκτική του προτσές της γνώσης και η υποκειμενική διαλεκτική που επικρατεί αυθόρμητα ή συνειδητά.

Η διαλεκτική του προτσές της γνώσης εξαρτάται από την αντικειμενική διαλεκτική της φύσης και της κοινωνίας με μια διπλή έννοια: εξαρτάται τόσο από τη διαλεκτική των αντικειμένων της γνώσης, όσο και από τη διαλεκτική του μηχανισμού της γνώσης. Αντίθετα, η υποκειμενική διαλεκτική ως αντανάκλαση της αντικειμενικής διαλεκτικής καθορίζεται από αυτή την τελευταία, εντούτοις μπορεί να παραμορφωθεί από τη μεταφυσική σκέψη, δε μπορεί όμως να εξαλειφθεί.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά που αναφέρθηκαν, μπορεί τώρα να σκιαγραφηθεί το αντικείμενο της γνωσιοθεωρίας. Η διαλεκτική ως γνωσιοθεωρία ερευνά τις διαλεκτικές αλληλοσυνδέσεις θεωρίας και πράξης, απόλυτης και σχετικής αλήθειας, αφηρημένου και συγκεκριμένου, λογικού και ιστορικού, της πράξης ως αφετηριακό σημείο και κριτήριο της αλήθειας, τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της αλήθειας κ.α.
______

Σημειώσεις

[1] Β. Ι. Λένιν: Μερικές ιδιομορφίες της ιστορικής ανάπτυξης του μαρξισμού. Άπαντα, τόμ. 17, σ. 87.

[2] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με το ζήτημα της διαλεκτικής. Φιλοσοφικά Τετράδια. Άπαντα, τόμ. 29, σ. 317.

[3] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 18. Έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006.

[4] Β. Ι. Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια. Άπαντα, τόμ. 29, σ. 203.

[5] Καρλ Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος, σ. 26.

[6] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 182. Έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006.

[7] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 28.

[8] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 189. Έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008.

[9] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 14/15.

[10] Απ’ αυτή τη σκοπιά, κάναμε επίσης μια προσπάθεια διαλεκτικής-υλιστικής προσέγγισης ζητημάτων της φυσικής. Βλέπε αναλυτικότερα στο παρόν ιστολόγιο: Παναγιώτης Γαβάνας: Ορισμένα φιλοσοφικά ζητήματα της φυσικής.

[11] Καρλ Μαρξ: Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, σ. 129. Εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1975.

[12] Marx an Ludwig Feuerbach [1844], στο: Marx-Engels Werke (MEW), τόμ. 27, σ. 425.

[13] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με το ζήτημα της διαλεκτικής, Άπαντα, τόμ. 29, σ. 318.

[14] Αναλυτικότερα για το ζήτημα αυτό, βλέπε στο παρόν ιστολόγιο: Παναγιώτης Γαβάνας: Η διαλεκτική του προτσές της γνώσης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.