Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Η πλάνη του βιολογικού ντετερμινισμού


του Richard C. Lewontin

Είναι παλιά η άποψη πως οι κοινωνικές ανισότητες, και, σε τελευταία ανάλυση, η ίδια η δομή της κοινωνίας της ελεύθερης οικονομίας είναι αποτέλεσμα της «ανθρώπινης φύσης». Με την αλματώδη πρόοδο της βιολογίας τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν στο προσκήνιο νέα επιχειρήματα, που προσπαθούν να δικαιώσουν το status quo με «επιστημονικό» τρόπο.

Οι ανισότητες ανάμεσα σε άτομα, τάξεις, φυλές, και στα δύο φύλα, είναι, λένε, καθορισμένες στα γονίδιά μας, αποτέλεσμα της βιολογικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, και έτσι δεν μπορεί να γίνει τίποτα σπουδαίο γι’ αυτές. Σύμφωνα με την ίδια επιχειρηματολογία, το ίδιο ισχύει και για διάφορα «πανανθρώπινα» χαρακτηριστικά, όπως η επιθετικότητα, η τάση για κομφορμισμό, η ανταγωνιστικότητα κ.α. Η επιστράτευση εννοιών και δεδομένων της σύγχρονης βιολογίας κάνει τους ισχυρισμούς αυτούς επιστημονικοφανείς και επιτρέπει στους υποστηριχτές τους, βιολόγους και μη, να τους προβάλλουν ως αποδεδειγμένα γεγονότα.

Η εκλαΐκευση των παραπάνω απόψεων στις ΗΠΑ, κυρίως από τους Herrnstein και Jensen, και η πλατιά τους προβολή από τα μέσα ενημέρωσης προκάλεσαν την αντίδραση μερικών προοδευτικών επιστημόνων στη χώρα αυτή. Ο Richard Lewontin, από τους πιο σημαντικούς πολέμιους της παραπλανητικής αυτής θεωρίας, είναι και ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους γενετιστές πληθυσμών˙ καθηγητής της βιολογίας στο Χάρβαρντ από το 1972, όπου ασχολείται με τη μελέτη της γενετικής της εξέλιξης και τη διδασκαλία γενετικής πληθυσμών, βιοστατιστικής και βιολογίας στη σύγχρονη κοινωνία, είναι ιδρυτικό μέλος της κίνησης «Επιστήμη για το Λαό» και συγγραφέας του βιβλίου Η γενετική βάση της εξέλιξης, καθώς και άρθρων για την κοινωνιολογία της επιστήμης και ειδικότερα της βιολογίας.

Το άρθρο αυτό, βασισμένο σε μια διάλεξη του συγγραφέα στην Ακαδημία Επιστημών της Νέας Υόρκης, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Sciences το 1976. Ο R. C. Lewontin ανασκευάζει με απλό και σαφή τρόπο τα επιχειρήματά του βιολογικού ντετερμινισμού και ξεσκεπάζει την ψευδοεπιστήμη που βρίσκεται πίσω από αυτά.

* * *

Ακόμα και η πιο επιπόλαιη ματιά στην ιστορία και τη σημερινή κατάσταση των ανθρώπινων κοινωνιών δείχνει μια τεράστια ανισότητα ως προς την κοινωνική θέση, τον πλούτο και την ισχύ, τόσο ανάμεσα σε άτομα, όσο και ανάμεσα σε ομάδες, έθνη και ηπείρους. Αυτή η φανερή ανισότητα βρίσκεται σε οξεία αντίθεση με την κυρίαρχη αξία της δυτικής ιδεολογίας που χρονολογείται από το 18ο αιώνα και που είναι το χαρακτηριστικό των εθνικών μύθων σε όλα τα μέρη του κόσμου: την αξία της ισότητας. Αν πραγματικά είναι «αυταπόδεικτο» πως «όλοι οι άνθρωποι (με εξαίρεση, βέβαια, τις γυναίκες) έχουν γεννηθεί ίσοι» και πως η πολιτική δομή των κρατών έχει σκοπό την κατάργηση των τεχνητών εμποδίων στην ισότητα, καθώς και την προαγωγή της γενικής ευημερίας, πως θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αυτές τις ολοφάνερες ανισότητες μεταξύ ατόμων και μεταξύ εθνών;

Μια δυνατότητα βέβαια θα ήταν να ισχυριστούμε πως η πολιτική οικονομία των περισσότερων κρατών δεν έχει στόχο να προάγει την ισότητα ως προς την κοινωνική θέση, τον πλούτο και την ισχύ, παρά, αντίθετα, είναι προσεχτικά σχεδιασμένη από τους κατόχους αυτών των προνομίων ώστε αυτοί να διατηρούν τα κεκτημένα τους. Η άποψη πως οι ανισότητες είναι δομικό στοιχείο της κοινωνικής μας οργάνωσης δεν είναι δημοφιλής και, όχι ανεξήγητα, την αντιμετωπίζουν εχθρικά οι κυβερνητικοί, οι εκπαιδευτικοί και οι ασχολούμενοι με τα μέσα ενημέρωσης φορείς της κοινωνίας μας. Η εναλλακτική άποψη, πιο αποδεκτή και ασφαλώς πιο χρήσιμη, υποστηρίζει πως η κοινωνία μας είναι όσο γίνεται πιο δίκαιη, και πως οι ανισότητες που παρατηρούνται δεν επιδέχονται άμβλυνση, γιατί πηγάζουν από θεμελιώδεις βιολογικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Αυτή είναι μ’ άλλα λόγια η ιδεολογία του βιολογικού ντετερμινισμού. Διατείνεται πως, μολονότι ορισμένες μικρές βελτιώσεις μπορούν ακόμα να γίνουν στην κατανομή του πλούτου και της δύναμης, υπάρχει ένα όριο ως προς το κατά πόσο είναι δυνατό να προσεγγιστεί η ισότητα –όριο που εμπεριέχεται στη φύση του ανθρώπινου είδους.

Ο βιολογικός ντετερμινισμός ως ιδεολογία έχει δυό φαινομενικά αντιφατικές πλευρές˙ πλευρές συμπληρωματικές και αναγκαίες για την ολοκλήρωση της επιχειρηματολογίας του. Πρώτο, οι θιασώτες του βιολογικού ντετερμινισμού υποστηρίζουν πως οι διαφορές ως προς την κοινωνική θέση, τον πλούτο και την ισχύ ανάμεσα σε άτομα και σε ομάδες, πηγάζουν από γενετικές διαφορές ως προς τις ικανότητες, την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά. Έτσι το ότι ορισμένοι άνθρωποι διακρίνονται ως προς την επιθετικότητα, την ευφυΐα, τη δημιουργικότητα ή την ικανότητα, οφείλεται, όπως υποστηρίζουν, στα γονίδιά τους. Αν ένα έθνος ή μια φυλή έχει μεγαλύτερη συχνότητα αυτών των γονότυπων[1], η ομάδα αυτή ως σύνολο θα κυριαρχήσει. Όπως το θέτει ο Arthur Jensen, ορισμένοι μπορούν να βάφουν τοίχους, ενώ άλλοι έχουν την ικανότητα να ζωγραφίζουν πίνακες: «Πρέπει να το δεχτούμε: η διαδικασία κατανομής των ατόμων σε επαγγελματικούς ρόλους απλούστατα δεν μπορεί να είναι “δίκαιη” με κανένα απόλυτο κριτήριο. Το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι πως, αφού εξασφαλιστεί η ισότητα των ευκαιριών, η πραγματική αξία θα αποτελέσει τη βάση για τη διαδικασία μιας φυσικής πλέον κατανομής»[2].

Δεν αρκεί όμως η άποψη ότι οι διαφορές σε ικανότητα και προσωπικότητα είναι έμφυτες για να στηρίξει από μόνη της αυτή την ιδεολογία. Γιατί μπορεί να υποστηρίξει κανείς, όπως έκαμε ο Dobzhansky[3], πως η ύπαρξη βιολογικής ποικιλομορφίας ως προς τις ικανότητες δεν καθιστά αυτή καθαυτή τις κοινωνικές ανισότητες αναγκαίες. Θα μπορούσαμε απλά να οργανώσουμε την κοινωνία μας με τρόπο ώστε και οι μπογιατζήδες και οι ζωγράφοι να έχουν τις ίδιες ψυχικές και υλικές απολαβές. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται στο προσκήνιο η δεύτερη πλευρά της θεωρίας του βιολογικού ντετερμινισμού.

Οι θιασώτες του βιολογικού ντετερμινισμού υποστηρίζουν πως, πέρα από τις βιολογικές διαφορές των ατόμων, υπάρχει μια τάση βιολογικής ομοιομορφίας ως προς τη συμπεριφορά. Συνδυασμένες (αυτές οι δυό βιολογικές ιδιότητες) εγγυώνται, σύμφωνα με τη γνώμη των βιολογικών ντετερμινιστών, πως οι κοινωνίες θα είναι πάντοτε ιεραρχικά διαρθρωμένες. Η άποψη που θέλει την ανθρώπινη φύση βιολογικά καθορισμένη δέχεται πως ο άνθρωπος τείνει να είναι «φύσει» επιθετικός[4], επιχειρηματικός, αρρενοκρατούμενος, γενοκτονικός[5], κυριαρχούμενος από την ενστικτώδη τάση υπεράσπισης του ζωτικού του χώρου (territorial)[6], επιδεκτικός ενστάλαξης οποιουδήποτε είδους δόγματος (indoctrinable)[5]. Το ότι οι βιολογικές διαφορές σε ικανότητα μεταξύ ατόμων πρέπει αναπόφευκτα να μεταφράζονται σε ένα ιεραρχικό σύστημα διαφορετικής κοινωνικής θέσης και πλούτου, διατυπώνεται ενδεικτικά στην περιγραφή που δίνει ο Wilson για την πολιτική οικονομία που προσιδιάζει στο ανθρώπινο είδος: «Μερικές φορές τα μέλη των ανθρώπινων κοινωνιών συνεργάζονται στενά, θυμίζοντας τις κοινωνίες των εντόμων, συχνότερα όμως ανταγωνίζονται για τους περιορισμένους πόρους που έχουν στη διάθεσή τους. Οι ικανότεροι και πιο επιχειρηματικοί συνήθως κερδίζουν δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο αμοιβών, ενώ οι λιγότερο πετυχημένοι εκτοπίζονται σε άλλες, λιγότερο επιθυμητές θέσεις» [5].

Πρέπει να σημειωθεί πως η παραπάνω περιγραφή δε θεωρείται ιστορικά συγκυριακό φαινόμενο, χαρακτηριστικό στις κοινωνίες της ελεύθερης οικονομίας, παρά επακόλουθο της βιολογικής φύσης του ανθρώπινου είδους. Μια ανθρώπινη κοινωνία σαν αυτή που οραματίστηκε ο Dobzhansky, όπου οι γενετικές διαφορές σε ικανότητα δεν μετατρέπονται σε διαφορές κοινωνικής θέσης και πλούτου, θα ήταν κατά τον Wilson «αφύσικη», και επομένως είτε αδύνατη είτε εφικτή μόνο με το πιο στυγνό ολοκληρωτικό καθεστώς.

Η προσπάθεια να δικαιωθεί το status quo με την προσφυγή σε βιολογικά επιχειρήματα έχει μεγάλη προϊστορία. Πριν από τις επαναστάσεις των μεσαίων τάξεων τον 18ο αιώνα, οι αριστοκράτες μιλούσαν για το ανώτερο «αίμα» τους. Τον 19ο και τον 20ο αιώνα τα σχετικά επιχειρήματα έγιναν λιγότερο απλοϊκά. Η βάση για τη βιολογική διάκριση αναζητήθηκε πρώτα στην ανατομία και ύστερα στο DNA. Έτσι τον 19ο αιώνα ο Lombroso ισχυριζόταν πως οι «εγκληματικές προσωπικότητες» μπορούσαν να αναγνωριστούν από τη διάπλαση των αυτιών, της μύτης, του κρανίου, των χειλιών κλπ., και ίδρυσε τη σχολή της «εγκληματικής ανθρωπολογίας», που βρήκε σημαντική απήχηση. Μια προσωπικότητα μεγάλου κύρους, ο Louis Agassiz, ο μεγαλύτερος Αμερικανός ζωολόγος του 19ου αιώνα, υποστήριξε πως οι ραφές του κρανίου των μαύρων παιδιών κλείνουν νωρίτερα από αυτές των άσπρων. Επομένως θα ήταν επικίνδυνο να διδάσκονται οι μαύροι πολλές γνώσεις, γιατί οι εγκέφαλοί τους θα διογκώνονταν και θα «έσκαγαν» μέσα στα δύσκαμπτα κρανία τους. Μολονότι κάτι τέτοιο φαίνεται παράλογο σήμερα, είναι τυπικό παράδειγμα των θέσεων της φυσικής ανθρωπολογίας και της συγκριτικής ανατομίας του 19ου αιώνα, σύμφωνα με τις οποίες οι μαύροι, οι εγκληματίες και οι γυναίκες θεωρούνταν είτε πιο ανώριμοι και πρωτόγονοι, είτε λιγότερο εξελιγμένοι ανατομικά από τους άρρενες βορειοευρωπαίους.

Μετά την εκ νέου ανακάλυψη της θεωρίας του Mendel το 1900, τα γονίδια προβλήθηκαν ως η βιολογική βάση των ανθρώπινων διαφορών. Τον ίδιο καιρό περίπου στη Γαλλία ο Binet επινόησε πρώτος τα τεστ νοημοσύνης, που τα εισήγαγε και τα διέδωσε στην Αμερική ο Terman. Το τεστ που επινόησε ο Terman ονομάστηκε «Stanford-Binet test» (1916) και υπήρξε το πρώτο εργαλείο του κινήματος για τα τεστ νοημοσύνης στις ΗΠΑ. Η ιδέα πως η νοημοσύνη θα μπορούσε να μετρηθεί ποσοτικά και η ταχεία πρόοδος της μεντελιανής γενετικής συγκεράστηκαν για να δημιουργήσουν την πιο ισχυρή και διαδεδομένη μορφή του βιολογικού ντετερμινισμού, το κίνημα της ευγονικής. Υποστηρίχθηκε πως η υγεία και η ευημερία της κοινωνίας εξαρτώνται από τους ευφυέστερους ανθρώπους, και εφόσον η ευφυΐα καθορίζεται κυρίως από τα γονίδια, και οι λιγότερο ευφυείς τεκνοποιούν περισσότερο, η κοινωνία βαίνει προς ένα σταδιακό εκφυλισμό. Ο πληθυσμιακός αυτός εκφυλισμός θα έπρεπε να διακοπεί και να αντιστραφεί με μέτρα τόσο νομοθετικά όσο και κοινωνικά.

Η ρατσιστική άποψη του δόγματος της ευγονικής όριζε πως οι μαύροι, οι ανατολίτες, και οι νότιοι και ανατολικοί Ευρωπαίοι ήταν γενετικά κατώτεροι ως προς τη νοημοσύνη και την ηθική, όπως έδειχναν τα τεστ νοημοσύνης. Αυτή η πλευρά του κινήματος της ευγονικής έφτασε στο απόγειό της με τον αμερικανικό μεταναστευτικό νόμο του 1924. Μέχρι την ψήφιση αυτής της νομοθεσίας, η μετανάστευση των Ευρωπαίων στις ΗΠΑ γινόταν απρόσκοπτα. Υποστηρίχτηκε όμως από τους εφαρμοστές των τεστ νοημοσύνης, ανθρώπους όπως οι ιδρυτές της αμερικανικής εκπαιδευτικής ψυχολογίας (Terman, Yerkes, Goddard), πως τα τεστ IQ, και κυρίως αυτά που έγιναν στο νησί Ellis στους μετανάστες που έφταναν στη Ν. Υόρκη, και εκείνα που είχαν γίνει σε όσους στρατολογήθηκαν κατά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, κατέδειξαν τους περισσότερους νότιους και ανατολικούς Ευρωπαίους μετανάστες πνευματικά κατώτερους. Με την υποστήριξη της αμερικανικής επιστημονικής κοινότητας και χωρίς καμιά ουσιαστική φωνή διαμαρτυρίας από τους γενετιστές, το Κογκρέσο ψήφισε ένα μεταναστευτικό νόμο που έθετε εθνικούς περιορισμούς για τους νέους μετανάστες. Σύμφωνα με το νόμο αυτόν, η σύνθεση των νέων μεταναστών έπρεπε να διατηρεί την αναλογία εθνοτήτων που απάρτιζαν τον πληθυσμό των ΗΠΑ το 1890, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών προερχόταν από τη Β. Ευρώπη. Ο μεταναστευτικός νόμος του 1924 υπήρξε η μεγαλύτερη πολιτική συνέπεια του βιολογικού ντετερμινισμού ως τότε. Επρόκειτο όμως σύντομα να υπερκεραστεί από τους θανάτους των εκατομμυρίων «βιολογικά κατωτέρων» στην Ανατολική Ευρώπη, μετά την υποδούλωσή της στο ναζισμό.

Μολονότι το σοκ που προκάλεσε ο ναζιστικός ρατσισμός είχε το αποτέλεσμα να εξαφανιστούν τα επιχειρήματα της θεωρίας του βιολογικού ντετερμινισμού από τους έγκυρους κύκλους της διανόησης για 20 χρόνια, τέτοια επιχειρήματα –διατυπωμένα βέβαια με τρόπους πιο επιτηδευμένους και «επιστημονικούς»- βγήκαν πάλι τελευταία στο προσκήνιο. Οι τελευταίες εκδοχές περιλαμβάνουν τις εξής απόψεις: 1. Οι διαφορές μεταξύ ατόμων στη σχολική επίδοση και την κοινωνικοοικονομική άνοδο είναι κυρίως επακόλουθα γενετικών διαφορών και επομένως αμετάβλητες[7]. 2. Οι διαφορές στη σχολική επίδοση και στην κοινωνικοοικονομική άνοδο μεταξύ φυλών (κυρίως της λευκής και της μαύρης) είναι κυρίως γενετικές και επομένως αμετάβλητες[7]. 3. Οι διαφορές μεταξύ κοινωνικών τάξεων είναι κυρίως επακόλουθο γενετικών και αμετάβλητων διαφορών σε νοημοσύνη[8]. 4. Οι διαφορές σε κοινωνική θέση και ρόλους μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι κατά κύριο λόγο βιολογικές, αποτέλεσμα της εξέλιξης του είδους μας, και επομένως φυσικές και αμετάβλητες[9]. 5. Καθώς προαναφέρθηκε, ως αποτέλεσμα της εξελικτικής ιστορίας έχουν διαμορφωθεί στα γονίδια του ανθρώπινου είδους χαρακτηριστικά όπως η επιθετικότητα, η επιχειρηματικότητα, η τάση για την υπεράσπιση του ζωτικού χώρου, ο κομφορμισμός κ.α.

Τα επιχειρήματα στις δυό τελευταίες κατηγορίες, σχετικά με τις «έμφυτες» διαφορές μεταξύ των φύλων και με την «ανθρώπινη φύση», είναι υποθετικά και αόριστα, και βασίζονται κυρίως σε αντιλήψεις και προκαταλήψεις του «κοινού νου», σε αναλογίες με ζώα, και σε προσεχτικά επιλεγμένα στοιχεία από την παλαιοντολογία, την αρχαιολογία και την εθνογραφία. Σχετικά μ’ αυτά, είναι αρκετό να υπενθυμίσει κανείς στον απληροφόρητο αναγνώστη πως πρόκειται για φανταστικές επινοήσεις και εικασίες, όσο κι αν συχνά παρουσιάζονται ως αποδεδειγμένα γεγονότα. Τα επιχειρήματα ωστόσο για τις γενετικές διαφορές σε ικανότητα μεταξύ ατόμων και ομάδων, έχουν πολύ μεγαλύτερη επίφαση «αντικειμενικότητας», μια και συνήθως γίνεται χρήση στατιστικών αναλύσεων και παράθεση πληθώρας αποδεικτικών στοιχείων από ποσοτικά τεστ νοημοσύνης συγγενών διαφόρων βαθμών, και γενικά επιστρατεύεται ό,τι φαινομενικά δίνει την εντύπωση ενός ατράνταχτου οικοδομήματος στατιστικής –γενετικής θεωρίας και παρατηρήσεων. «Τα στοιχεία είναι ακλόνητα» μας λένε, «και όσο και αν τα συναγόμενα συμπεράσματα μάς δυσανασχετούν, πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε αντικειμενικά».

Μετά από προσεκτικό έλεγχο, προκύπτει πως οι έννοιες πάνω στις οποίες βασίζεται η θέση των ντετερμινιστών είναι ανακριβείς, πως τα θεωρητικά επιχειρήματα που προτάσσουν δε στέκουν λογικά και πως τα «στοιχεία» σε ορισμένες σημαντικές περιπτώσεις είναι μαγειρεμένα. Έτσι, στο υπόλοιπο μέρος αυτού του άρθρου, θα στρέψω την προσοχή μου στο είδος εκείνο του βιολογικού ντετερμινισμού που εμπεριέχεται στους ισχυρισμούς των κληρονομιστών[10] πως οι διαφορές επίδοσης στα τεστ νοημοσύνης είναι κυρίως γενετικές και αμετάβλητες, και πως οι διαφορές μεταξύ των φυλών ή μεταξύ κοινωνικών τάξεων στα τεστ αυτά είναι επίσης αμετάβλητες.

Δε θα ασχοληθώ με τα ερωτήματα κατά πόσο η επίδοση στα τεστ νοημοσύνης αποτελεί σοβαρό δείκτη ενός μεγέθους που θα μπορούσε να ονομαστεί «ευφυΐα», και κατά πόσο η επίδοση σε τέτοια τεστ μπορεί πραγματικά να προαναγγείλει μελλοντική κοινωνικοοικονομική επιτυχία. Το πρώτο ερώτημα μου φαίνεται εξ ολοκλήρου μεταφυσικό, και η απάντηση στο δεύτερο εξαρτάται από το τι εννοεί κανείς μιλώντας για ένα ακριβές μέτρο προσδιορισμού μελλοντικών εξελίξεων. Σύμφωνα με τις μετρήσεις των κοινωνιολόγων, υπάρχει μάλλον μικρός συσχετισμός μεταξύ IQ (δείκτη νοημοσύνης) και μελλοντικής κοινωνικοοικονομικής επιτυχίας του ατόμου (μόνο το 25% της απόκλισης από το μέσο όρο κοινωνικοοικονομικής επιτυχίας μπορεί να αποδοθεί σε διαφορές στο IQ). Και αυτός ο συσχετισμός μειώνεται σημαντικά αν κρατηθούν σταθερές μεταβλητές όπως το οικογενειακό περιβάλλον και ο αριθμός χρόνων στο σχολείο. Στην πραγματικότητα, οι μεταβλητές αυτές συσχετίζονται στενότερα με την κοινωνικοοικονομική επιτυχία από ό,τι το IQ, αλλά προς το παρόν κανένα σύνολο μεταβλητών δεν παρέχει μεγάλη δυνατότητα πρόβλεψης[11]. Αντιπαρέρχομαι αυτό το σημείο βιαστικά, γιατί το βασικό μου θέμα είναι η κατάχρηση της βιολογίας.

Το βασικό εννοιολογικό σφάλμα του βιολογικού ντετερμινισμού ξεκινά από μια λαθεμένη αντίληψη της σχέσης ανάμεσα στα γονίδια, το περιβάλλον και τον οργανισμό. Το σφάλμα εμφανίζεται με διάφορες μορφές, άλλοτε αφελείς και υπεραπλουστευμένες και άλλοτε λεπτές και πολύπλοκες. Το άρθρο που δημοσίευσε ο Jensen το 1969[12] περιέχει όλες τις μορφές. Ο τίτλος του άρθρου είναι: «Πόσο μπορούμε να βελτιώσουμε το IQ και τη σχολική επίδοση;» Η απάντηση που δίνεται στο άρθρο είναι «όχι πολύ», και η αιτιολογία που προβάλλεται ότι οι διαφορές στο IQ είναι κατά το πλείστον κληρονομικές. Αυτό είναι το πρώτο παραπλανητικό επιχείρημα του βιολογικού ντετερμινισμού.

Είναι πέρα για πέρα λαθεμένο να ταυτίζεται το «κληρονομικό» ή «γενετικό» με το «αμετάβλητο», μόλο που αυτή η ταύτιση γίνεται συχνά. Η πλαστικότητα ενός δοσμένου χαρακτηριστικού, η δυνατότητα δηλ. τροποποίησης της μορφής, της λειτουργίας, ή της συμπεριφοράς, σ’ ένα ζωντανό οργανισμό, δεν γίνεται ούτε μεγαλύτερη ούτε μικρότερη από το γεγονός ότι το χαρακτηριστικό αυτό επηρεάζεται από τα γονίδια. Αν «κληρονομικό» σήμαινε αναλλοίωτο, τότε η κλινική γενετική θα ήταν ένας άκαρπος τομέας της ιατρικής, περιορισμένος αποκλειστικά στο να παρέχει συμβουλές στους γονείς για τους κινδύνους που θα είχαν να αποκτήσουν ελαττωματικά παιδιά. Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι έτσι. Διαταραχές κληρονομικές μπορούν να θεραπευτούν με την ίδια ευκολία (ή δυσκολία) με την οποία θεραπεύονται διαταραχές που οφείλονται σε τραυματισμούς στον τοκετό, δυστυχήματα, ή στην επίδραση του περιβάλλοντος. Αυτό που χρειάζεται να ξέρουμε για να μπορέσουμε να θεραπεύσουμε μια διαταραχή είναι η μεταβολική βλάβη που την προκαλεί, και όχι το αν η διαταραχή είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης ενός βλαμμένου γονιδίου.

Άσχετα αν τα μωρά που γεννιούνται με καρδιοπάθεια πάσχουν από γενετική διαταραχή ή από τυχαία διαταραχή της εμβρυικής ανάπτυξης, η θεραπεία είναι η ίδια: χειρουργική επέμβαση με σκοπό να κλείσει το «βραχυκύκλωμα» στην κυκλοφορία του αίματος. Η νόσος του Wilson χαρακτηρίζεται από προοδευτικό εκφυλισμό του νευρικού και άλλων ιστών, και καταλήγει στο θάνατο σε νεαρή ηλικία. Είναι αποτέλεσμα μιας γενετικής διαταραχής που προκαλεί την κατακράτηση υπερβολικών ποσών χαλκού στο σώμα του αρρώστου. Η ανακάλυψη αυτής της μεταβολικής ανωμαλίας οδήγησε στην πρόληψη των εκφυλιστικών βλαβών και τη θεραπεία της νόσου με τη χρήση ενός απλού φαρμάκου που απομακρύνει τον επιπλέον χαλκό από τον οργανισμό του αρρώστου.

Ό,τι ισχύει για τις ακραίες διαταραχές ισχύει εδώ και για τις φυσιολογικές καταστάσεις. Η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος στη συμπεριφορά εξαρτάται από γεγονότα που συμβαίνουν πολύ μετά από την (πιθανή) δράση γονιδίων πάνω στην ανάπτυξη των νευρικών κυττάρων. Τα γονίδια δεν καθορίζουν διεργασίες που είναι κατά κάποιον τρόπο στεγανά απομονωμένες από το υπόλοιπο σύμπαν. Όπως έδειξαν πριν από καιρό οι Jacob και Monod, ακόμα και η πρωτογενής μετάδοση πληροφορίας από το γονίδιο σε πρωτεΐνη μπορεί να επηρεαστεί άμεσα από επιδράσεις του περιβάλλοντος. Η αντιδιαστολή «κληρονομικού» και «τροποποιήσιμου» είναι κατάλοιπο της νοοτροπίας του 19ου αιώνα.

Μια πιο επιτηδευμένη έκφραση αυτής της λαθεμένης αντίληψης για τη σχέση γονιδίων και οργανισμού είναι η έννοια του «γενετικού δυναμικού», που βρίσκει κανείς στα γραφτά του Jensen και κυρίως σ’ αυτά του Herrnstein. Παρόλο που η έννοια αυτή εμπεριέχει την παραδοχή της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα γονίδια και το περιβάλλον, ωστόσο αυτή η αλληλεπίδραση περιγράφεται με βάση τη λαθεμένη προϋπόθεση ότι το γονίδιο καθορίζει το όριο (ή το maximum) ενός χαρακτηριστικού, ενώ το περιβάλλον καθορίζει το ποσοστό του ορίου που θα πραγματοποιηθεί. Είναι σαν να γεννιόμαστε σαν άδεια δοχεία, άλλα μεγαλύτερα κι άλλα μικρότερα. Αν το περιβάλλον είναι φτωχό, ακόμα και τα μεγάλα δοχεία δε θα γεμίσουν ως επάνω˙ αν το περιβάλλον είναι πλούσιο, κάθε γονότυπος θα φτάσει στο μέγιστο όριό του, και έτσι τα μεγαλύτερα δοχεία θα έχουν περισσότερο περιεχόμενο από τα μικρότερα. Δεν υπάρχει όμως κανένα δεδομένο της αναπτυξιακής γενετικής[13] που να υποστηρίζει την ιδέα αυτή των διαφορετικών γενετικών δυναμικών. Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει εδώ, θα πρέπει να αναφερθούμε στην έννοια του τύπου αντίδρασης, που είναι η βασικότερη έννοια της αναπτυξιακής γενετικής. Για κάθε γονότυπο υπάρχει μια συνάρτηση ανάμεσα στο περιβάλλον που βιώνει ο αναπτυσσόμενος οργανισμός και την τελική μορφή, λειτουργία ή συμπεριφορά που αναπτύσσεται, το λεγόμενο φαινότυπο. Ο τύπος αντίδρασης ενός δοσμένου γονότυπου είναι η σχέση ανάμεσα στη φαινοτυπική του έκφραση και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Διαφορετικοί γονότυποι έχουν διαφορετικούς τύπους αντίδρασης. Το Σχήμα 1 δείχνει δυό τέτοιους γονότυπους. Ο ένας (γ1) έχει φαινότυπο (π.χ. βάρος) που αυξάνει παράλληλα με μια μεταβλητή του περιβάλλοντος (π.χ. θερμοκρασία), ενώ αντίθετα του άλλου (γ2) το βάρος μειώνεται όσο αυξάνει η θερμοκρασία.

Για να προσδιορίσει κανείς τους τύπους αντίδρασης διάφορων γονότυπων πρέπει να επιτρέψει σε κάθε γονότυπο να αναπτυχθεί σε διαφορετικά περιβάλλοντα και μετά να παρατηρήσει τους φαινότυπους που θα προκύψουν. Αλλά ένα τέτοιο πείραμα είναι τελείως αδύνατο για οποιοδήποτε ανθρώπινο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης συμπεριφοράς, απλά και μόνο γιατί είναι αδύνατο να παραγάγει κανείς μεγάλους αριθμούς ανθρώπων με την ίδια ακριβώς γενετική σύσταση (όπως είναι οι δίδυμοι), και μετά να αναθρέψει τον καθέναν ξεχωριστά σε διαφορετικό, ελεγχόμενο περιβάλλον. Θα χρειαζόταν ένας μεγάλος αριθμός «εκατοντάδυμα», καθώς και δικτατορική εξουσία, για να κρατηθεί το καθένα σε διαφορετικό περιβάλλον, πράγματα προφανώς παράλογα. Γι’ αυτό το λόγο, κανείς ποτέ δεν έχει κατορθώσει να προσδιορίσει ανθρώπινους τύπους αντίδρασης για οποιοδήποτε χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς (ή για οποιοδήποτε ανθρώπινο χαρακτηριστικό γενικά). Όσοι τύποι αντίδρασης για διαφορετικούς γονότυπους έχουν προσδιοριστεί σε πειραματόζωα, μοιάζουν με αυτούς του Σχήματος 1. Δηλαδή διασταυρώνονται: ο ένας γονότυπος έχει μεγαλύτερο φαινότυπο σε διαφορετικές συνθήκες περιβάλλοντος, ενώ ο άλλος έχει μεγαλύτερο φαινότυπο σε διαφορετικές συνθήκες. Επομένως είναι αδύνατο να λέει κανείς ότι ένας γονότυπος σε σύγκριση με ένα άλλον έχει μεγαλύτερο «δυναμικό», που «αξιοποιείται» σ’ ένα «καλύτερο» περιβάλλον.

                      

                                                                                                                           ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Παρά το γεγονός ότι οι τύποι αντίδρασης που είναι ως τώρα γνωστοί μοιάζουν με αυτούς του Σχήματος 1, και παρά το ότι τύποι αντίδρασης της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι εντελώς άγνωστοι, ο Jensen[2] αναφέρεται στην έννοια του τύπου αντίδρασης, χρησιμοποιώντας τις καμπύλες του Σχήματος 2. Οι υποθετικές αυτές καμπύλες είναι το ανάλογο της σφαλερής αντίληψης του γενετικού δυναμικού. Ο γονότυπος Α είναι καλύτερος από τον Β, κι αυτός καλύτερος από τον Γ κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες περιβάλλοντος. Μ’ αυτό τον τρόπο, ο εμπλουτισμός του περιβάλλοντος δε θα βοηθήσει το γονότυπο Γ σε σχέση με τον Α. Αντίθετα μάλιστα, οι καμπύλες είναι σχεδιασμένες έτσι, ώστε να αποκλίνουν μεταξύ τους όσο το περιβάλλον γίνεται πιο «πλούσιο». Η συνέπεια είναι προφανώς ότι, όσο το περιβάλλον γίνεται καλύτερο, τα γενετικά ανώτερα άτομα θα συνεχίσουν να βελτιώνονται περισσότερο σε σχέση με τα άλλα. Έτσι το συμπέρασμα που υποτίθεται πως πρέπει να βγάλουμε είναι ότι το μόνο που θα προκύψει από μια βελτίωση της παιδείας θα είναι να αυξηθούν οι διαφορές που ήδη υφίστανται ανάμεσα στους διαφορετικούς γονότυπους. Δεν υπάρχει όμως ούτε η παραμικρή ένδειξη που να στηρίζει την υπόθεση που προτείνεται στο Σχήμα 2. Πρόκειται μόνο για μια βολική υπόθεση που κατασκευάστηκε για να ταιριάξει σε μια λαθεμένη προκατάληψη.

Η τρίτη και πιο εκλεπτυσμένη μορφή κληρονομιστικής πλάνης είναι η χρήση της έννοιας του βαθμού κληρονόμησης για την περιγραφή του βαθμού στον οποίο τα γονίδια επηρεάζουν διάφορα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς. Δεν είναι δυνατό να αποδοθεί ένα ορισμένο ποσοστό ενός φαινότυπου στα γονίδια και το υπόλοιπο στο περιβάλλον. Θα ήταν παράλογο να πω ότι από το ύψος μου, που είναι 1,80 μ., το 1 μέτρο οφείλεται στα γονίδιά μου και τα 80 εκ. στο περιβάλλον μου. Είναι όμως δυνατό η ποικιλομορφία που εμφανίζει ένας πληθυσμός όσον αφορά ένα χαρακτηριστικό να διαιρεθεί σ’ εκείνην που οφείλεται σε γενετική ποικιλομορφία και σ’ εκείνην που οφείλεται στην ποικιλομορφία του περιβάλλοντος. Το ποσοστό της συνολικής ποικιλομορφίας που έχει γενετική προέλευση ονομάζεται βαθμός κληρονόμησης2) του χαρακτηριστικού μέσα σε ένα δεδομένο πληθυσμό. Μπορούμε να συμβολίσουμε τα παραπάνω με τον τύπο:

Η2 = (γενετική ποικιλομορφία) : (γενετική ποικιλομορφία + περιβαλλοντική ποικιλομορφία)

Όπως ορίστηκε, ο Η2 μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε ένα συγκεκριμένο πληθυσμό, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αφού διαφορετικοί πληθυσμοί σε διαφορετικό χρόνο θα έχουν διαφορετικούς γονότυπους και συνθήκες περιβάλλοντος. Έτσι δεν μπορούμε να πούμε: «ο βαθμός κληρονόμησης του βάρους είναι 43%», παρά μόνο: «στον πληθυσμό της Ν. Υόρκης το 1976 ο βαθμός κληρονόμησης του βάρους είναι 43%». Παρόλα αυτά, όποτε οι θιασώτες του βιολογικού ντετερμινισμού συζητούν για το IQ, αναφέρουν το βαθμό κληρονόμησής του ως σταθερά, με τιμή που την υπολογίζουν γύρω στο 80%.

Αυτό που τους ξεφεύγει (ή που αγνοούν συνειδητά), είναι το γεγονός ότι ο βαθμός κληρονόμησης ισχύει μόνο για το σύνολο των συνθηκών περιβάλλοντος που υπήρχε όταν και όπου μετρήθηκε ο βαθμός αυτός.

Σημαντικότερο και από το λάθος να θεωρείται ο βαθμός κληρονόμησης του IQ παγκόσμια σταθερά, είναι το λαθεμένο συμπέρασμα που βγάζουν από την τιμή 80%. Υποστηρίζουν ότι, εφόσον ο βαθμός κληρονόμησης του IQ είναι 80%, το IQ προσδιορίζεται κατά το πλείστον γενετικά και επομένως δεν επιδέχεται μεγάλη αλλαγή. Μ’ άλλα λόγια, οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα άτομα μπορούν να μειωθούν το πολύ κατά 20%, εφόσον το 80% της συνολικής ποικιλομορφίας είναι γενετικό. Όπως επισημάνθηκε παραπάνω όμως, η λογική αυτή είναι εντελώς λαθεμένη. Η κληρονομικότητα ενός χαρακτηριστικού δε μας λέει τίποτα για το πόσο εύπλαστο μπορεί να είναι το χαρακτηριστικό αυτό. Πριν από την ανακάλυψη της ανωμαλίας του μεταβολισμού του χαλκού που χαρακτηρίζει τη νόσο του Wilson, η νόσος αυτή είχε βαθμό κληρονόμησης 100%. Είναι άρα ανακόλουθος ο ισχυρισμός ότι αν ο βαθμός κληρονόμησης του IQ είναι 80%, τότε μόνο 20% της ποικιλομορφίας που υπάρχει σ’ έναν πληθυσμό όσον αφορά την ευφυΐα μπορεί να αρθεί με την τροποποίηση του περιβάλλοντος.

Οι θιασώτες του βιολογικού ντετερμινισμού συνεχίζουν το λάθος παραπέρα, ισχυριζόμενοι ότι το γεγονός πως οι διαφορές στο IQ ανάμεσα σε άτομα ενός πληθυσμού είναι κληρονομικές, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι διαφορές ανάμεσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς είναι επίσης γενετικές. Και ο Jensen και ο Herrnstein κάνουν αυτό το λάθος, ο πρώτος για τις διαφορές ανάμεσα σε λευκούς και μαύρους και ο δεύτερος για τις διαφορές ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις. Δεν υπάρχει όμως καμιά σχέση, λογική ή εμπειρική, ανάμεσα στο βαθμό κληρονόμησης ενός χαρακτηριστικού μέσα σ’ έναν πληθυσμό και στα αίτια που προκαλούν διαφορές ανάμεσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Οι διαφορές μεταξύ ατόμων ενός πληθυσμού είναι αποτέλεσμα τελείως διαφορετικών αιτίων και εκδηλώνονται σε τελείως διαφορετική χρονική κλίμακα από τις διαφορές μεταξύ πληθυσμών. Έτσι δεν μπορεί να γίνεται καμιά μεταφορά από τις πρώτες στις δεύτερες. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς λογικά να αποδώσει σε κληρονομικότητα τις διαφορές χρώματος ανάμεσα στους λευκούς Νεοϋορκέζους, μια και οι Φινλανδοί, οι Ιταλοί, οι Σλάβοι και οι Πορτορικανοί σαφώς διαφέρουν μεταξύ τους γενετικά στο χρώμα του δέρματος. Ποτέ όμως κανείς δε θα έβγαζε γι’ αυτό το λόγο το συμπέρασμα πως είναι γενετική και η διαφορά στο χρώμα ανάμεσα στους Νεοϋορκέζους που περνούν το χειμώνα στη Ν. Υόρκη και στους πλουσιότερους συγγενείς τους που περνούν το χειμώνα στην ηλιόλουστη Φλόριντα.

Οι διαφορές μεταξύ ατόμων που ανήκουν σ’ έναν πληθυσμό είναι εκδήλωση της πρόσφατης γενετικής ιστορίας του πληθυσμού (κυρίως της ανάμιξης που προκαλεί η μετανάστευση) και των τοπικών παραλλαγών του περιβάλλοντος, πολλές από τις οποίες οφείλονται στην εσωτερική οργάνωση της κοινωνίας. Οι διαφορές μεταξύ πληθυσμών αντανακλούν τη μακροχρόνια γενετική απόκλιση μεταξύ των πληθυσμών και μείζονες περιβαλλοντικές διαφορές που συνδέονται με τον προσδιορισμό της ταυτότητας και το διαχωρισμό των πληθυσμών. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας τρόπος να βγάζει κανείς συμπεράσματα σχετικά με τις αιτίες που προκαλούν τις διαφορές μεταξύ πληθυσμών κρίνοντας από δεδομένα σχετικά με την κληρονομικότητα των ίδιων διαφορών μέσα σ’ έναν πληθυσμό. Παρόλο που αυτό έχει επισημανθεί επανειλημμένα από το 1969 που ο Jensen δημοσίευσε το άρθρο του, φαίνεται πως ο συγγραφέας δεν το έχει καταλάβει ακόμα, μια και το ίδιο λάθος εμφανίζεται πάλι στο τελευταίο του βιβλίο[7].

Τελικά, μένουν τα «δεδομένα» πάνω στα οποία στηρίχτηκε ο προσδιορισμός του βαθμού κληρονόμησης του IQ. Αξίζει να αναφερθούμε σε μερικά, όχι γιατί έχουν αυτά καθαυτά οποιαδήποτε κοινωνική σημασία, παρά γιατί ο τρόπος με τον οποίο συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν ήταν τόσο σκανδαλωδώς κακός, ώστε να αποτελεί ένα πραγματικό Ουώτεργκαίητ στον τομέα της γενετικής βάσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Η γενετική έρευνα είναι η μελέτη των συγγενών. Αν ένα χαρακτηριστικό επηρεάζεται από τα γονίδια, τότε οι στενότεροι συγγενείς θα μοιάζουν κατά μέσο όρο μεταξύ τους περισσότερο απ’ ό,τι οι πιο μακρινοί. Όταν χρησιμοποιούνται πειραματόζωα για μελέτες μεταξύ συγγενών, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα: μπορεί κανείς να τοποθετήσει ζώα-συγγενείς με τυχαίο τρόπο σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Με το ανθρώπινο είδος το πρόβλημα είναι να γίνει διάκριση ανάμεσα σε ομοιότητες που οφείλονται στη γενετική συγγένεια και σε ομοιότητες που οφείλονται στο περιβάλλον. Έτσι, εκτός αν οι υπό μελέτην συγγενείς τοποθετηθούν σε διαφορετικές συνθήκες, το αποτέλεσμα θα είναι μια ανεξέλεγκτη υπερεκτίμηση του βαθμού κληρονόμησης. Συγκεκριμένα, για έναν απροκατάληπτο υπολογισμό του βαθμού κληρονόμησης, παιδιά ίδιων φυσικών γονέων θα πρέπει να ανατραφούν από διαφορετικούς θετούς γονείς, που να εκπροσωπούν ένα τυχαίο δείγμα του πληθυσμού όσον αφορά διάφορες κοινωνικές και οικονομικές μεταβλητές.

Σε αντίθεση με την παραπάνω βασική αρχή, που είναι από τα πρώτα πράγματα που διδάσκονται στη βιομετρική γενετική, ένα πολύ μεγάλο μέρος των μετρήσεων του βαθμού κληρονόμησης του IQ προέρχονται από συγκρίσεις συγγενών που μεγάλωσαν στην ίδια οικογένεια. Έτσι οι μετρήσεις αυτές είναι τελείως άχρηστες. Παρόλο που το λάθος αυτό είναι τόσο στοιχειώδες, ώστε δεν νοείται να γίνει ούτε από φοιτητή σε μάθημα βασικής βιολογίας, ερευνητές της γενετικής της συμπεριφοράς εξακολουθούν να δημοσιεύουν τέτοιου είδους προσδιορισμούς του βαθμού κληρονόμησης του IQ στα πιο έγκυρα περιοδικά του κλάδου τους με την έγκριση των εκδοτών, που είναι φυσικά συνάδελφοί τους.

Τα χοντρά λάθη όμως στην εκτέλεση του πειράματος συνιστούν μια μόνο πλευρά του ζητήματος. Συνειδητοποιώντας τη σημασία των μελετών πάνω σε υιοθετημένα παιδιά, πολλοί έχουν επιχειρήσει να υπολογίσουν το βαθμό κληρονόμησης του IQ από δημοσιευμένες μελέτες για μονοζυγωτικά δίδυμα που έχουν ανατραφεί άλλα χωριστά και άλλα μαζί. Οι υπολογισμοί αυτοί στηρίχτηκαν κατά μεγάλο μέρος σε τέσσερις τέτοιες μελέτες. Η μεγαλύτερη απ’ αυτές ήταν εκείνη που έκανε ο Cyril Burt και οι συνεργάτες του. Οι μελέτες του Burt είναι η κύρια πηγή του ποσοστού 80% που τόσο συχνά παρουσιάζεται ως βαθμός κληρονόμησης του IQ. Αποκαλύπτεται ωστόσο τώρα, πως τα «στοιχεία» του Burt δεν αποτελούν κατά κανέναν τρόπο μέρος του κορμού της επιστήμης, παρά μόνο της επιστημονικής φαντασίας. Το 1973 ο Kamin, μιλώντας από το βήμα της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, απέδειξε με τόσο ακλόνητα επιχειρήματα πως ο Burt είχε «μαγειρέψει» (τουλάχιστον με δυό τρόπους) τα στοιχεία του, ώστε ο Jensen αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως κανένας πια δεν μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτά[14]. Μετά απ’ αυτό, ο Kamin δημοσίευσε το διεισδυτικό και αποκαλυπτικό βιβλίο του με τίτλο: Η επιστήμη και η πολιτική του IQ[15].

Πρώτα απ’ όλα, αποκαλύπτεται πως ο Burt δεν έκανε τις συγκρίσεις βασιζόμενος στα αριθμητικά αποτελέσματα των τεστ, παρά προχώρησε στα «τελικά συμπεράσματά» του με βάση υποκειμενικές εκτιμήσεις των τεστ, πλαστογραφώντας τα αποτελέσματα ώστε να συμφωνούν περισσότερο με την αρχική του υπόθεση ότι το IQ καθορίζεται γενετικά. Επειδή αυτές οι τροποποιήσεις δεν τον ικανοποιούσαν απόλυτα, ο Burt επιπλέον «ταίριαξε» τη στατιστική του έτσι, ώστε να δώσει τα παρακάτω εκπληκτικά αποτελέσματα: Το 1955, με 21 ζεύγη μονοζυγωτικών διδύμων που ανατράφηκαν ξεχωριστά και 83 ζεύγη που ανατράφηκαν μαζί, ο συντελεστής (ομοιότητας) του IQ για τα δίδυμα που ανατράφηκαν ξεχωριστά ήταν 0,771, ενώ κείνα που μεγάλωσαν μαζί ήταν 0,944. Το 1958, οπότε προστέθηκαν στα τεστ περισσότερα ζεύγη διδύμων, οι συντελεστές ήταν πάλι 0,771 και 0,944 αντίστοιχα. Το 1966, με ακόμα περισσότερα ζεύγη (53 μεγαλωμένα ξεχωριστά και 95 μαζί), οι συντελεστές συσχετισμού εξακολουθούσαν να είναι 0,771 και 0,944!! Οποιοσδήποτε γνωρίζει στοιχειώδη στατιστική, μπορεί να υπολογίσει πόσο αδύνατο είναι να εμφανιστούν τόσο ακριβείς επαναλήψεις με τόσο μικρά δείγματα. Ο Sir Cyril Burt πρέπει ασφαλώς να υπήρξε εκπληκτικά τυχερός ερευνητής!

Αλλά ο Burt δεν είναι ο μόνος που διέπραξε τέτοια απάτη. Το βιβλίο του Kamin αποκαλύπτει μερικές ακόμα περιπτώσεις όπου επινοούνται φανταστικά στοιχεία, ενώ αποκρύβονται άλλα. Και εδώ δεν μπορεί κανείς να επικαλεστεί ούτε άγνοια, ούτε αβλεψία.

Πως μπορούμε λοιπόν να ερμηνεύσουμε τη σκανδαλώδη κατάσταση που επικρατεί στην έρευνα σ’ αυτό το πεδίο; Είναι δύσκολο να συμπεράνουμε οτιδήποτε άλλο παρά ότι αποτελεί συνέπεια της καθαρά πολιτικής θέσης των υποστηρικτών του βιολογικού ντετερμινισμού. Επειδή δεν τους αρκεί να διατυπώνουν εννοιολογικά εσφαλμένους και αντιφατικούς ισχυρισμούς σχετικά με το τι θα συνέβαινε αν το IQ ήταν σε μεγάλο βαθμό κληρονομικό, προσπάθησαν να «ταιριάξουν» τα στοιχεία τους με την εκ των προτέρων υπόθεσή τους, ότι δηλαδή το IQ είναι πράγματι κληρονομικό˙ έτσι έφτασαν σε μια τόσο κατάφωρη παραβίαση της επιστημονικής δεοντολογίας.

Όλες οι επιστήμες έχουν βέβαια μια ιδεολογική συνιστώσα. Κανενός είδους έρευνα δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις κοινωνικές και πολιτικές επιλογές αυτών που την διεξάγουν. Η ενασχόληση και μόνο με την πειραματική έρευνα σε ακαδημαϊκά πλαίσια συνοδεύεται από πλήθος πολιτικών παραδοχών σχετικά με τον καταμερισμό της εργασίας, των πόρων και της ισχύος στην κοινωνία. Σε μερικές περιπτώσεις όμως η ιδεολογία και η πολιτική τοποθέτηση είναι τόσο έντονες, ώστε κυριαρχούν εντελώς στον τρόπο της επιστημονικής παραγωγής.

Καθώς ανατρέχουμε στις ανυπόληπτες πια απόψεις του βιολογικού ντετερμινισμού του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, μας φαίνονται χοντροκομμένες και συχνά παράλογες. Ποιος θα ήταν τόσο αφελής να πιστέψει πως είναι δυνατή η αναγνώριση ενός δολοφόνου από το σχήμα του κρανίου του; Κι όμως μας ζητούν σοβαρά να πιστέψουμε σήμερα πως η ύπαρξη ενός επιπλέον χρωμοσώματος Υ προδιαθέτει τον κάτοχό του σε εγκληματικές ενέργειες. Τα επιχειρήματα για την κληρονομικότητα του IQ συνιστούν άλλο ένα παράδειγμα της ίδιας παλιάς ιδεολογίας, με μοντέρνα και σοβαροφανή μεταμφίεση. Δεν υπάρχει τίποτα γνωστό στη βιολογία, που να καθορίζει τα όρια της ανθρώπινης κοινωνικής οργάνωσης ή της ατομικής ολοκλήρωσης. Ισχυρισμοί για το αντίθετο πρέπει να αντιμετωπίζονται με εξαιρετική καχυποψία, γιατί συνήθως εξυπηρετούν τα συμφέροντα εκείνων που τους προβάλλουν.

Μετάφραση: Γρηγόρης Ανανιάδης – Μπάμπης Σαββάκης
______

Σημειώσεις

[1] Γονότυπος: η γενετική σύσταση ενός οργανισμού (το συγκεκριμένο σύνολο γονιδίων μέσα στα κύτταρά του), σε αντίθεση με τα χαρακτηριστικά που εμφανίζει (φαινότυπος).

[2] A. Jensen (1969): Harvard Educational Review 39: 1-123.

[3] T. Dobzhansky (1973): Social Biology. 20: 280-288.

[4] K. Lorenz (1966): On Aggression. New York: Harcourt – Brace – Jovanovich.

[5] E. O. Wilson (1973): Sociobiology. The New Synthesis. Harvard University Press. Cambridge, Massachusetts.

[6] Ardrey (1966): The Territorial Imperative. New York: Atheneum.

[7] A. Jensen (1969): βλ. σημ. 2.
A. Jensen: Educability and Group Differences. Harper and Row, 1975

[8] R. Herrnstein (1971): «I. Q.». The Atlantic Monthly. 228: 43-64

[9] L. Tiger and R. Fox (1970): The Imperial Animal. New York: Reinhart and Winston. E. O. Wilson (1975), βλ. σημ. 5.

[10] Κληρονομιστής: οπαδός της άποψης ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά κυριαρχείται από κληρονομικά χαρακτηριστικά.

[11] Bowles and Nelson (1974): Review of Economics and Statistics. 56: 1.

[12] A. Jensen (1969): βλ. σημ. 2.

[13] Αναπτυξιακή γενετική: κλάδος της βιολογίας που μελετάει την επίδραση των γονιδίων πάνω στην ανάπτυξη των οργανισμών, από το στάδιο του ωαρίου μέχρι τον τέλειο (ενήλικο) οργανισμό.

[14] Behavior Genetics. 4: 1-28 (1974).

[15] L. Kamin: The Science and Politics of IQ. Lawrence Erlbaum Associates. Potomac, Md. 1975


Πηγή: Περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», τεύχ. 01 (Μάιος 1978)

Αντιγραφή για το ιστολόγιο «Ορίζοντας»: Παναγιώτης Γαβάνας
                                                                                        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.